← Κύπρος

ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής: 264 /14, 8/3/2021

ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Αρ.Αγωγής: 264 /14, 8/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A229 ΕΠΑΡΧIΑΚΟ ΔIΚΑΣΤΗΡIΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 264 /14 Μεταξύ: XXXXX ΛΕΙΒΑΔΙΩΤΗΣ Ενάγουσα και

  1. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ
  2. XXXXX ΚΙΟΥΡΝΤΖΙΔΗΣ Εvαγόμενοι Ημερομηνία:8.3.21 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα. Καπφχάμερ για Χ. Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενο 1: κ. Π. Χατζηπαναγιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 24.1.2014, αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου 1, χρηματικό ποσό ύψους €43.366,50 ως ποσό καταβληθέν από μέρους του ως εγγυητής του εναγόμενου1 για κάλυψη ή/και εξόφληση οφειλής του τελευταίου και/ή αποζημιώσεις ή/και δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 6.7.2013 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Σημειώνεται εδώ ότι η επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο 2, δεν κατέστη εφικτή, με το κλητήριο να εκπνέει σε ότι τον αφορά. Δυνάμει της Έκθεσης Απαίτησης, ο ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή ήταν ένας εκ των διευθυνόντων συμβούλων της εταιρείας Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης Λτδ (στο εξής «Εταιρεία»), η οποία ασχολείτο με εργασίες πώλησης ή/και ανάπτυξης γης ή/και ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και οικοδομικές εργασίες ή/και συναφείς εργασίες, ενώ οι εναγόμενοι διέμεναν και/ή ασκούσαν εργασία εντός της επαρχίας Λάρνακας. Κατά ή περί την 5.12.06 η εταιρεία και οι εναγόμενοι υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο δυνάμει του οποίου οι εναγόμενοι συμφώνησαν να αγοράσουν και η εταιρεία να πωλήσει το 1/39 μερίδιο του όλου τεμαχίου με αριθμό XXXXX και αρ. εγγρ. XXXXX Φυλ/Σχ. 40/32, ως αυτό έχει τροποποιηθεί μέσω νέου τίτλου, (Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 5, Φ/Σχ 2-257-371), έναντι του ποσού των £55.000 ΛΚ. Αυθημερόν, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στην εταιρεία το ποσόν των £5.000 ως προκαταβολή, ενώ κατά ή περί την 3.1.2007, οι εναγόμενοι προς εξασφάλιση του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος πώλησης του ακινήτου, συνήψαν Συμφωνία Δανείου με την ΣΠΕ Κοντέας. Προς περαιτέρω ή/και καλύτερη εξασφάλιση του ανωτέρω δανείου ο ενάγοντας υπέγραψε κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία συμφωνία δέσμευσης κατάθεσης με την ΣΠΕ Κοντέας. Κατά ή περί την 9.1.07 οι εναγόμενοι κατέβαλαν το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος πώλησης, γεγονός που οδήγησε στην μεταβίβαση του πωληθέντος μεριδίου επ' ονόματι των. Το εν λόγω μερίδιο οι εναγόμενοι υποθήκευσαν επίσης στην ΣΠΕ Κοντέας δυνάμει Εγγράφου Υποθήκης, προς περαιτέρω και/ή καλύτερη εξασφάλιση του δανείου. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν όπως τηρήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ή όπως εμπρόθεσμα ξοφλήσουν την οφειλή τους, με την ΣΠΕ Κοντέας να αποστέλλει την 6.7.13 επιστολή στον ενάγοντα ενημερώνοντας τον ότι οι καταθέσεις του κατασχέθηκαν και εμβάστηκαν στον λογαριασμό των εναγομένων ο οποίος δεν εξυπηρετείτο. Συγκεκριμένα αναφορά γινόταν ότι από τον λογαριασμό του ενάγοντα με αριθμό XXXXX898-3 κατασχέθηκε γραμμάτιο με αριθμό XXXXX96 ποσού ύψους €43.366,50 το οποίο μεταφέρθηκε στον λογαριασμό των εναγομένων με αριθμό XXXXX
  3. Ο ενάγοντας απάντησε με επιστολή του ημερομηνίας 19.9.13 εκφράζοντας την δυσαρέσκεια του, ζητώντας παράλληλα όπως εφοδιαστεί με τα στοιχεία των οφειλετών. Τα πιο πάνω γεγονότα οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας. Σύμφωνα με το δικόγραφο Υπεράσπισης, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι καμία συμβατική σχέση δεν έχει με τον ενάγοντα, από τον οποίο ποτέ δεν ζήτησε όπως υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο προς όφελος του, ενώ γνώση για την εν λόγω κατάθεση στον λογαριασμό δανείου έλαβε το 2013 μέσω σχετικής κατάστασης λογαριασμού που έλαβε. Ουδέποτε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε τύχει ενημέρωσης είτε από τον ενάγοντα, είτε από την ΣΠΕ Κοντέας περί τούτου. Το δε γραμμάτιο που δεσμεύτηκε δεν ήταν μόνο προς όφελος του ιδίου, αλλά και του ίδιου του ενάγοντα, ενώ θέση του είναι ότι, αν πραγματικά πρόθεση του ενάγοντα ήταν να τον εγγυηθεί, τότε ευκολότερο ή ορθότερο θα ήταν όπως υπογράψει ως εγγυητής του δανείου, ούτως ώστε να υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, γεγονός το οποίο ελλείπει από τα γεγονότα της παρούσας. Παραδεκτά Γεγονότα και Τεκμήρια: Οι δύο πλευρές προχώρησαν στην εκ συμφώνου κατάθεση των πιο κάτω γεγονότων και εγγράφων ως παραδεκτών :
  4. Οι Εναγόμενοι και η εταιρεία Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης ΛΤΔ (H.E.21198) υπέγραψαν πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 05/12/2006 (Τεκμήριο 1).
  5. Ο Ενάγοντας είναι μοναδικός διευθυντής της εταιρείας Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης ΛΤΔ.
  6. Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν στην εταιρεία Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης ΛΤΔ στις 05/12/2006 το ποσό των 5,000 Λ.Κ. ως προέβλεπε το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 05/12/2006 (Τεκμήριο 2).
  7. Οι Εναγόμενοι υπέγραψαν συμφωνία δανείου ημερομηνίας 03/01/2007 με την ΣΠΕ Κοντέας για το ποσό των 50,000 Λ.Κ. για την αγορά του επίδικου Ακινήτου (Τεκμήριο 3).
  8. Ο Ενάγοντας υπέγραψε συμφωνία δέσμευσης κατάθεσης ημερομηνίας 03/01/2007 προς την ΣΠΕ Κοντέας αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έδωσε η τελευταία στους Εναγόμενους (Τεκμήριο 4).
  9. Στις 08/01/2007, υπογράφηκε σύμβαση εγγύησης από τον XXXXX Ανδρέου προς όφελος των Εναγόμενων (Τεκμήριο 5).
  10. Στις 09/01/2007, οι Εναγόμενοι εξόφλησαν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης προς την εταιρεία Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης ΛΤΔ και παραδόθηκαν σχετικές αποδείξεις με αριθμούς 02290, 02291 και 02292 (Τεκμήριο 6).
  11. Στις 09/01/2007, το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε από την εταιρεία Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης ΛΤΔ επ' ονόματι των Εναγόμενων. (Τεκμήρια 7 και 8).
  12. Στις 09/01/2007 μετά την μεταβίβαση του ακινήτου στους Εναγόμενους, οι τελευταίοι υπέγραψαν συμφωνία υποθήκης με την ΣΠΕ Κοντέας για το ποσό των 50,000(Λ.Κ.) (Τεκμήριο 9).
  13. Στις 12/12/2012, υπογράφηκε συμφωνία διανομής ημερομηνίας 12/12/2012 μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων μερών που κατείχαν μερίδια σε όλο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/6485 (Τεκμήριο 10).
  14. Στις 06/07/2013, η ΣΠΕ Κοντέας έστειλε στον Ενάγοντα επιστολή, ίδιας ημερομηνίας στην οποία ενημερώθηκε για την κατάσχεση των καταθέσεων του και το έμβασμα τους στα σχετικά δάνεια, στην οποία επισύναψαν σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 11).
  15. Στις 06/07/2013, έγινε έμβασμα του ποσού των €43.366,50 που ανήκε στον Ενάγοντα στον λογαριασμό δανείου των Εναγόμενων στην ΣΠΕ Κοντέας (Τεκμήριο 12).
  16. Στις 19/09/2013, ο Ενάγοντας απέστειλε στην ΣΠΕ Κοντέας ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο επισύναψε επιστολή ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 13). Μαρτυρία και Αξιολόγηση Ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε μία μόνο μάρτυρας για τον ενάγοντα. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε εκ μέρους του εναγόμενου. Πέραν των πιο πάνω αναφερόμενων 13 Τεκμηρίων, η ΜΕ1, κα. XXXXX Νικολάου, υπάλληλος της ΚΕΔΙΠΕΣ η οποία διαχειρίζεται τον λογαριασμό με παλαιό αριθμό XXXXX0688 (καινούργιος αριθμός XXXXX296-4), κατέθεσε ως Τεκμήριο 14, σχετική κατάσταση λογαριασμού. Κατά την κυρίως εξέταση της επιβεβαίωσε ότι έχει στον φάκελο της την Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 3) η οποία αφορούσε δανεισμό των Εναγόμενων, καθώς και τα Τεκμήρια 4 και 5, ήτοι την Συμφωνία Δέσμευσης Κατάθεσης εκ μέρους του Ενάγοντα και την Συμφωνία Εγγύησης. Την 6/7/13 ανέφερε, έλαβε χώρα μεταφορά ποσού ύψους €43.363,50 στον λογαριασμό δανείου των εναγομένων από λογαριασμό προθεσμίας του ενάγοντα. Το οφειλόμενο στο δάνειο ποσό προ της κατάθεσης ανήρχετο σε €129.525,38 ενώ μετά από αυτήν μειώθηκε σε €86.158,
  17. Η κατάθεση του εν λόγω ποσού ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους, και το Τεκμήριο 4, υπογράφηκε από τον ενάγοντα προς όφελος των εναγομένων. Πενιχρή ήταν η αντεξέταση της μάρτυρος από την Υπεράσπιση. Η όποια αντεξέταση επικεντρώθηκε κυρίως στο ποιος επωφελήθηκε ουσιαστικά από την εν λόγω κατάθεση, με την μάρτυρα να απαντά επανειλημμένα ότι οι μόνοι που επωφελήθηκαν ήταν οι εναγόμενοι. Σε ερώτηση του συνηγόρου ποιος θεωρείται δικαιούχος του λογαριασμού κατάθεσης, η ΜΕ1 απάντησε ότι η Τράπεζα απέδωσε την κατάθεση ακριβώς προς όφελος του λογαριασμού για τον οποίο αυτή διατηρείτο και/ή είχε δεσμευτεί, με τελικούς αποδέκτες του οφέλους να είναι οι εναγόμενοι, η οφειλή των οποίων μετά την εν λόγω κατάθεση, μειώθηκε σημαντικά. Σε ερώτηση αν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης κατά την 6.7.13 εναντίον των εγγυητών του δανείου, η ΜΕ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει, διευκρινίζοντας ότι για να λάβει χώραν κατάθεση από δέσμευση, αυτό σήμαινε ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, ενώ γνώση αναφορικά με την εν λόγω κατάθεση είχαν, αφού ήταν αποδέκτες των σχετικών καταστάσεων λογαριασμού που τους αποστέλλονταν. Δικαιούχος των χρηματικών ποσών που κατατίθενται σε λογαριασμό δανείου, απάντησε η μάρτυρας, είναι τα άτομα που έλαβαν τον δανεισμό, στην προκειμένη δηλαδή οι Εναγόμενοι. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων (βλ. P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου

(2014)1 Β Α.Α.Δ. 1945). Η μοναδική μάρτυρας των εναγόντων άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο, ούσα σταθερή στις απαντήσεις της, εξηγώντας τα δεδομένα, χωρίς υπεκφυγές ή οποιαδήποτε αβεβαιότητα, επιβεβαιώνοντας μέσω της μαρτυρίας της, την θέση ότι είναι γνώστης των γεγονότων. Το Δικαστήριο αποδέχεται στην ολότητα της την μαρτυρία της χωρίς κανένα ενδοιασμό ως καθ' όλα συνεκτική και πειστική, αφού συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο της δικογραφίας των εναγόντων και των από κοινού κατατεθειμένων Τεκμήριων. Από την μηδαμινή αντεξέταση της εξήλθε αλώβητη, εμμένοντας στην θέση της, ως αυτή υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 14 (Συμφωνία Δέσμευσης και Κατάσταση Λογαριασμού), ότι τα μοναδικά πρόσωπα που επωφελήθηκαν από την πίστωση του αξιούμενου στην αγωγή ποσού στον λογαριασμό των, ήταν οι εναγόμενοι. Νομική Πτυχή: Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του φέρει ο ενάγοντας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η δική του θέση ή εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι. (βλ. Μαρσέλ και Άλλων ν Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου Λτδ 2001 1 Α.Α.Δ. 1858, Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 6650). Εδώ φυσικά δεν υπάρχει πέραν των δικογραφημένων θέσεων του εναγόμενου, αντίλογος. Αυτό όμως, δεν αφαιρεί από το Δικαστήριο το καθήκον και την υποχρέωση όπως εξετάσει την υπόθεση του ενάγοντα με την ίδια προσοχή, καθότι, αν ο ενάγοντας αποτύχει να πείσει με τις θέσεις και ισχυρισμούς του, ως αυτοί προτάσσονται, τότε η αγωγή του θα αποτύχει. Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο.(Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα, Aνίκανου Προσώπου, Π.Ε
(2009)1Β Α.Α.Δ 1138). Τα πλέγμα γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αξίωση, είναι παραδεκτό, και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Η μοναδική υπερασπιστική γραμμή του εναγόμενου είναι ότι δεν καμία γνώση δεν είχε αναφορικά με την υπογραφή της συμφωνίας δέσμευσης κατάθεσης, προ του 2013, χρονολογία κατά την οποία παρέλαβε την σχετική κατάσταση λογαριασμού. Η πιο πάνω υπερασπιστική γραμμή, δεν μπορεί όμως παρά να τύχει απόρριψης, αφού αυτή αντικρούεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Σε κανένα σημείο δεν έχει αμφισβητηθεί το πλέγμα γεγονότων, το οποίο υπενθυμίζεται ότι κατατέθηκε ως παραδεκτό και αντανακλάται μέσα από το περιεχόμενο των κατατεθειμένων Τεκμηρίων. Η υπερασπιστική αυτή γραμμή δεν μπορεί να εξεταστεί αποσπασματικά και/ή απομονωμένα από την λοιπή μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Και εξηγώ. Από τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα προκύπτει ότι, ο εναγόμενος δεν αρνείται ούτε την υπογραφή της δέσμευσης κατάθεσης η οποία αφορούσε τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε, ούτε ότι το ποσό αυτό εμβάστηκε στον λογαριασμό του, όπως επίσης δεν αρνείται ότι το ποσό που όφειλε στην ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ μειώθηκε ενόψει της κατάθεσης του ποσού που αξιώνει ο ενάγοντας. Αποδέχεται μάλιστα το όφελος που θα είχε ο ίδιος, σε περίπτωση κατάσχεσης του ποσού δέσμευσης μέσω της παραγράφου 3 της δικογραφίας του όπου δηλώνει ότι αυτή (η δέσμευση δηλαδή): «.. δεν ήταν μόνο προς όφελος του Εναγόμενου αλλά ήτο και προς όφελος του ίδιου του Ενάγοντος» Αν και δεν υπήρξε μαρτυρία για το πως προκύπτει ότι ο ενάγοντας ωφελήθηκε, αυτό που αβίαστα προκύπτει από το πιο πάνω είναι ότι ο εναγόμενος ρητά αναφέρει ότι αυτή η δέσμευση κατάθεσης ήταν προς όφελος των εναγομένων, με αποτέλεσμα η ίδια η δικογραφία του να έρχεται σε αντίθεση με τις προβαλλόμενες θέσεις του περί μη γνώσης περί της ύπαρξης της, ως επίσης και με το παραδεκτό γεγονός υπό το σημείο 5, το οποίο παραθέτω αυτολεξεί εκ νέου εδώ: «Ο Ενάγοντας υπέγραψε συμφωνία δέσμευσης κατάθεσης ημερομηνίας 3/01/2007 προς την ΣΠΕ Κοντέας αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έδωσε η τελευταία στους Εναγόμενους (Τεκμήριο 4)». Τονίζεται εδώ, σε απάντηση της θέσης του συνηγόρου περί μη απόδειξης εκ μέρους του ενάγοντα του ληξιπρόθεσμου της οφειλής των εναγομένων προ της κατάσχεσης, ή του τερματισμού αυτής, η νομολογιακή θέση, ως τέθηκε στην απόφαση In Re Brown Estate [1983] 2 Ch. 300, ότι συμβατική πρόνοια για την αποπληρωμή χρέους (on demand), δεν καθιστά την αξίωση προϋπόθεση για τη γένεση δικαιώματος για ανάκτηση του. Η θέση αυτή αποτυπώνεται και μέσω του Δικαστή Goff.J στην απόφαση Thomas v Notts Inc Football Club [1972] 1 All E.R. 1176 ως εξής: « .and it is well settled that in the case of a direct creditor-debtor relationship, as distinct from a surety, the provision that the money shall be payable in demand does not import the necessity of giving a demand before action» Πέραν τούτου, σημειώνεται ότι, η κατάσχεση του εν λόγω ποσού και η πίστωση στον λογαριασμό του εναγόμενου έγινε δικαιωματικά από την ΣΠΕ, (βλ. Μιχαήλ ν Alpha Bank Ltd
(2009)1Β Α.Α.Δ 941), σύμφωνα με τον όρο 4 του Τεκμηρίου 4, και αφού οι εναγόμενοι είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμοι στις οφειλές τους, γεγονός που επιμαρτυρείται μέσω του Τεκμηρίου 11, ήτοι την επιστολή ημερομηνίας 6.07.2013, όπου ρητή αναφορά γίνεται στο γεγονός ότι το εν λόγω δάνειο δεν εξυπηρετείτο, με την ΚΕΔΙΠΕΣ να έχει προχωρήσει με νομικά μέτρα χωρίς αποτέλεσμα. Στρεφόμενη τώρα στα περί άγνοιας του εναγόμενου περί της εγγύησης του ενάγοντα, το Δικαστήριο μνημονεύει ότι ακόμη και αν ήθελε γίνει αποδεκτό ότι ο εναγόμενος δεν είχε αρχικά, ήτοι το 2007, γνώση περί της εν λόγω δέσμευσης, θέση η οποία ουδόλως προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ούτε και υποβλήθηκε στην ΜΕ1, (βλ. Χαραλαμπίδης Μιχάλης ν. K Antiques Fine Arts (Cyprus) Ltd και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 523, στην οποία λέχθηκε ότι ο εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει κάθε ισχυρισμό που προβάλλει στην υπεράσπιση του προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία), - η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία παραμένει αναντίλεκτη ότι, ο ενάγοντας δέσμευσε προς όφελος του εναγόμενου την συγκεκριμένη κατάθεση, κατάθεση η οποία κατασχέθηκε και εμβάστηκε στον λογαριασμό του πρώτου. Πέραν τούτου, δεν διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, ο εναγόμενος, γνωρίζοντας πλέον το 2013, ως παραδέχεται μέσω της δικογραφίας περί της πίστωσης στον λογαριασμό του του αξιούμενου με την αγωγή ποσό, κανένα διάβημα δεν έλαβε είτε προς διερεύνηση του από που προήλθε η εν λόγω πίστωση, αφού ως ισχυρίζεται δεν γνώριζε, ούτε και από ποιόν, με δεδομένο πάντα φυσικά ότι δεν ήταν μέσω του ιδίου που αυτή έλαβε χώραν. Ακόμη δε και όταν αποκρυσταλλώθηκε το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εναντίον του, ήτοι την 6.7.13, ημερομηνία κατάσχεσης του ποσού, ή ακόμη και από την 10.2.14 ημερομηνία επίδοσης της αγωγής, κανένα διάβημα δεν έλαβε προς αποκατάσταση του ενάγοντα επί του προκείμενου. Μέχρι το χρόνο της πληρωμής της εγγύησης, το δικαίωμα του εγγυητή για κάλυψη εναντίον του πρωτοφειλέτη δεν συνιστά χρέος που οφείλεται στον εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. (Βλ.Re Mitchell
(1913)1 Ch 201 - Re Fenton
(1931)Ch 85, C.A. στις σελίδες113,114 - Re a debtor
(1956)1 W.L.R. 1226). Η βάση της αγωγής εδράζεται ακριβώς επί αυτού του αναντίλεκτου από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι, η αξίωση του ποσού επιζητείται ως ποσό που ο ενάγοντας κατέβαλε ως εγγυητής σε σχέση με τις υποχρεώσεις του εναγόμενου. Τονίζεται εδώ ως γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί, το ιστορικό και η σύνδεση που υπάρχει μεταξύ τω διαδίκων. Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 δεν είναι άτομα άγνωστα μεταξύ τους, αλλά πρόσωπα τα οποία συνέδεε η αγοραπωλησία ενός ακινήτου μεταξύ του εναγόμενου ως αγοραστή και της εταιρείας Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης ΛΤΔ, διευθυντής της οποίας είναι ο ενάγοντας. Ήταν ακριβώς η επιθυμία των εναγομένων για αγορά του ακινήτου (Τεκμήριο 1- Πωλητήριο Έγγραφο), που οδήγησε τόσο στην χρηματοδότηση των από την ΣΠΕ για αγορά του (Τεκμήριο 3), καθώς και στις εξασφαλίσεις που δόθηκαν (Τεκμήρια 4, 5 και 9), με την σύναψη της Συμφωνίας Δανείου και της Δέσμευσης κατάθεσης να υπογράφονται την ίδια ημερομηνία, ήτοι την 3/1/
  1. Απάντηση επί του μοναδικού σημείου της Υπεράσπισης περί κατ΄ισχυρισμόν άγνοιας του εναγόμενου αναφορικά με την παραχωρηθείσα προς όφελος του εγγύηση, εντοπίζεται στο Σύγγραμμα των Pollock & Mulla «The Indian Contract & Specific Relief Acts» 11η έκδ. Τόμος ΙΙ, σελ. 996, υπό τον τίτλο «Guarantee Without Concurrence of Principal Debtor». Εκεί αναφέρεται ότι ακόμη και σε εκείνη την περίπτωση, ήτοι όπου πρόσωπο παρέχει εγγύηση χωρίς την γνώση του πρωτοφειλέτη, υπάρχει νομοθετική πρόνοια και ρύθμιση η οποία κατοχυρώνει τα δικαιώματα του προσώπου αυτού έναντι του αρχικού οφειλέτη. Το απόσπασμα διαβάζει ως ακολούθως : «Where a person becomes a surety without the knowledge and consent of the principal debtor, the only rights which he acquires are those given by ss.140 and 141». Τα άρθρα 140 και 141 του Αγγλικού Νομοθετήματος, αποτελούν την πιστή και ακριβή μεταφορά των προνοιών των άρθρων 98 και 99 του Κεφαλαίου 149, οι πρόνοιες των οποίων έχουν ως εξής: «
  2. Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, µε την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη. 99.
(1)Ο εγγυητής δικαιούται το όφελος κάθε ασφάλειας την οποία o πιστωτής είχε έναντι του πρωτοφειλέτη κατά τη σύναψη της σύµβασης εγγύησης, είτε ο εγγυητής γνώριζε την ύπαρξη της ασφάλειας αυτής είτε όχι· και αν ο πιστωτής χάσει ή, χωρίς τη συναίνεσης του εγγυητή, αποξενωθεί από αυτή, ο εγγυητής απαλλάσσεται κατά την έκταση της αξίας της ασφάλειας». Δυνάμει συνεπώς των πιο πάνω προνοιών, ο ενάγοντας έχει, από την στιγμή που κατέβαλε το εν λόγω ποσό, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρωτοφειλέτη, με την υπεράσπιση επί αυτού του σημείου περί μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ των δύο, να πίπτει. Το δικαίωμα εγγυητή όπως εγείρει αγωγή εναντίον άλλου και συγκεκριμένα πρωτοφειλέτη μετά την καταβολή από τον πρώτο ποσού που όφειλε ο τελευταίος, προκύπτει τόσο μέσα από τις πρόνοιες των άρθρων 69 και 103 του Κεφαλαίου 149, αλλά και από την Νομολογία. Τα άρθρα προνοούν ως ακολούθως:
  1. «Πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στην καταβολή χρημάτων που οφείλονται κατά νόμο από άλλον, και συνέπεια αυτού καταβάλλει αυτά, έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί από τον άλλο»
  2. «Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης, αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν.» Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση σελίδες 461- 462, κάτω από τον τίτλο «Δικαίωμα Αγωγής από Εγγυητή» αναφέρεται ότι ( σε ελεύθερη μετάφραση): « Εγγυητής ο οποίος πρόεβηκε σε πληρωμές κάτω από σύμβαση εγγύησης έχει κατά κανόνα δικαίωμα να εισπράξει από τον πρωτοφειλέτη το ποσό που έχει πληρώσει. Το ίδιο επίσης ένας εγγυητής, ο οποίος ευθύνεται ως εγγυητής από κοινού (ή από κοινού ή ξεχωριστά) με άλλους, εάν πληρώσει την οφειλή που εγγυήθηκε, έχει δικαίωμα να εισπράξει από τους συνεγγυητές του το μερίδιο τους σε σχέση με την συγκεκριμένη οφειλή και κάθε ένας από τους εγγυητές μπορεί να εισπράξει την συνεισφορά από τους συνεγγυητές σε σχέση με κάθε πληρωμή που έχει κάνει η οποία είναι περισσότερο από το δικό του μερίδιο». Αντίστοιχα, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 18, σελίδες 479-481, καταγράφεται ότι η πληρωμή από τον εγγυητή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, την οποία εγγυήθηκε να πληρώσει, παρέχει το δικαίωμα στον εγγυητή να ενάξει τον πρωτοφειλέτη για κάλυψη και με τον τρόπο αυτό ο εγγυητής, γίνεται πιστωτής του πρωτοφειλέτη. Το δικαίωμα κάλυψης προκύπτει μόλις πληρωθεί το καλυπτόμενο από την εγγύηση χρέος και περιλαμβάνει την ανάκτηση του ποσού που πραγματικά πλήρωσε ο εγγυητής πλέον τόκους. (Βλ. Re fox, Walker & Co, Ex Parte Bishop
(1880)15 Ch. D. 400 C.A, Hitchman v. Stewart
(1855)3 Drew 271 και Lawson v. Wright
(1786)1 COX Eq. Cas. 275, στη σελίδα 277). Σε περίπτωση δε, που εγγυητής υποστεί οποιαδήποτε ζημιά πέραν της πληρωμής του χρέους που εγγυήθηκε μαζί με τους τόκους, δικαιούται να εξασφαλίσει επίσης αποζημίωση για τη ζημιά την οποία έχει υποστεί. Αντίστοιχη μνεία επί του προκείμενου βρίσκουμε στις αυθεντίες Re Richardson
(1911)2 Κ.Β. 705 και Re Βeavan
(1913)2 Ch. 595, στις οποίες και παραπέμπω. Πέραν του ρητού δικαιώματος για κάλυψη που έχει ο εγγυητής, ( Άρθρο 69 του Κεφ. 149), ο εγγυητής έχει επιπλέον και σιωπηρό δικαίωμα κάλυψης (Άρθρο 103 του Κεφ. 149), σύμφωνα με το οποίο ο εγγυητής, έχει, εκτός αν η σύμβαση προβλέπει διαφορετικά, άμεσο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρωτοφειλέτη (βλ. Davis v.Humphreys
(1840)6 M & W 153), δικαίωμα το οποίο εδραιώνεται μόλις ο εγγυητής πληρώσει στον πιστωτή οτιδήποτε οφείλει ο πρωτοφειλέτης. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι παραμένει αναντίλεκτο στην παρούσα υπόθεση ότι ο ενάγοντας υπέγραψε την συμφωνία δέσμευσης κατάθεσης ημερομηνίας 3/01/2007, ούτως ώστε ο εναγόμενος 1 να εξασφαλίσει δάνειο για αγορά του επίδικου ακινήτου, γεγονός το οποίο προκύπτει από τα παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονότα. Αυτά τα γεγονότα, επιβεβαιώνονται μέσω της μαρτυρίας της ΜΕ1, ενώ καμία μαρτυρία από πλευράς εναγομένου δεν προσκομίστηκε που να διαψεύδει την θέση του ενάγοντα ότι ουδέποτε είχε σκοπό να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό χαριστικά. Για σκοπούς πληρότητας, το Δικαστήριο σημειώνει, ως ζήτημα το οποίο προωθήθηκε κατά τις αγορεύσεις των συνηγόρων, ότι, η αξίωση στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν μπορεί να επιτύχει και αυτό, γιατί, μία εκ των προϋποθέσεων ως αυτές τέθηκαν στην αυθεντία Benedetti v Sawiris
(2013)3 WLR 351, δεν πληρείται. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, εξετάζοντας κατά πόσο τυγχάνουν εφαρμογής στα ενώπιον του γεγονότα οι αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οφείλει όπως απαντήσει καταφατικά τα ακόλουθα ερωτήματα: «
(1)Has the defendant been enriched?
(2)was the enrichment at the claimant's expense?
(3)was the enrichment unjust?
(4)are there any defences available to the defendant? ». Στην παρούσα περίπτωση, το όφελος που έλαβε ο εναγόμενος δεν ήταν «αδικαιολόγητο» αφού, αυτοβούλως ο ενάγοντας εισήλθε σε σύμβαση, δυνάμει της οποίας εκχώρησε τα δικαιώματα του επί του αξιούμενου ποσού, προς όφελος και/ή κάλυψη των υποχρεώσεων του εναγόμενου. Στην παράγραφο 1-12 του Συγγράμματος Goff & Jones «The Law of Unjust Enrichment» 9η έκδοση, διαβάζουμε ότι: «. a claimant may have paid money to a defendant by mistake, but even so, the payment may be irrecoverable if the claimant was required to pay the money by a statute or by a contract previously entered by the parties. Although the claimant would otherwise have a claim in unjust enrichment, the defendant's enrichment is justified by the statute or contract». Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας πέτυχε στην απόδειξη της αξίωσης του εναντίον του εναγόμενου 1 στο βαθμό που απαιτεί η νομολογία. Ως εκ τούτου Εκδίδεται απόφαση υπέρ του και εναντίον της εναγόμενης 1 ως η παράγραφος 14(Α) και (Β) της Απαίτησης του. Δεν βλέπω κανένα λόγο όπως το Δικαστήριο μην ακολουθήσει το γενικό κανόνα αναφορικά με τα έξοδα, τα οποία επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Μ. Ναθαναήλ Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.