← Κύπρος

Λιασή, ως διαχειριστή της περιουσίας του Λιασή κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4624/2013, 16/12/

Λιασή, ως διαχειριστή της περιουσίας του Λιασή κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 4624/2013, 16/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4624/2013 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. XXXXX XXXXX Λιασή, ως διαχειριστή της περιουσίας του XXXXX Λ. Λιασή
  2. XXXXX XXXXX Λιασή
  3. XXXXX XXXXX Ζαχαρία Ενάγοντων -και- Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενης -και- Κοινοτικού Συμβουλίου Ξυλοτύπου Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 16/12/2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κλεάνθους Για Εναγόμενη: κα. Παπαμιλτιάδους- Νεοκλέους Για Τριτοδιάδικο: κ. Σαββίδης ΑΠΟΦΑΣΗ
  4. Τα δικόγραφα Η παρούσα αγωγή εγέρθηκε αρχικώς από τον Ανδρέα Λιασή και μετά τον θάνατο του με σχετική τροποποίηση τον αντικατέστησαν ο διαχειριστής και κληρονόμοι του. Βάση αγωγής αποτελεί η παράνομη επέμβαση σε ακίνητα ιδιοκτησίας του και απαίτηση για ειδικές ζημιές λόγω αποκοπής δέντρων. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης κατά ή περί τα έτη 2000 και 2001 η Εναγόμενη επενέβη παρανόμως σε σειρά ακινήτων του κατασκευάζοντας μέρος δημόσιου δρόμου, πεζόδρομου και τοποθετώντας υπογείως οχετό όμβριων υδάτων (στο εξής «το έργο»), σε εμβαδό 6200 τετραγωνικά πόδια, εντός της περιουσίας των Εναγόντων. Ο αρχικός Ενάγων ζήτησε και γραπτώς και προφορικά να παύσει η επέμβαση ή να αποζημιωθεί χωρίς αποτέλεσμα. Το έργο προκάλεσε σημαντικές ζημιές σε δενδροφυτεύσεις με εκρίζωση δέντρων, αξίας περί τις €5000 και ο αρχικός Ενάγον απώλεσε περί τις €24000, ως εισοδήματα από την κατοχή και κάρπωση των εν λόγω δέντρων. Η αξία του μέρους όπου έγινε η επέμβαση υπερβαίνει τις €100
  5. Με την αγωγή επιζητείται άρση της παράνομης επέμβασης (αιτητικά Α και Β), αποζημιώσεις για αυτή (αιτητικό Γ) και ποσό €29000 ως ειδικές ζημιές από την εκρίζωση δέντρων (αιτητικό Δ). Με την Υπεράσπιση της η Εναγόμενη αρνείται την παράνομη επέμβαση και ότι προκάλεσε ειδικές ζημιές. Μετά από αίτημα των τριτοδιάδικων ξεκίνησε η διαδικασία για κατασκευή αντιπλημμυρικού καναλιού και δρόμου για αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων. Ο Ενάγοντας 1 παρίστατο σε όλες τις συσκέψεις και λήψη αποφάσεων σχετικά, ως Γραμματέας των τριτοδιαδίκων. Οι τελευταίοι είχαν υποχρέωση για την εξασφάλιση της αναγκαίας γης ή λήψης συγκαταθέσεων ή την απαλλοτρίωση. Λήφθηκε τελικά σχετική συγκατάθεση από τον αρχικό Ενάγοντα. Οι τριτοδιάδικοι τις πλείστες φορές είχαν και αποφασιστική αρμοδιότητα ως προς το έργο που επηρέαζε τελικώς τα επίδικα ακίνητα. Σχετικές αρμοδιότητες είχε και ο Ενάγοντας
  6. Ο τελευταίος είχε προωθήσει και αλλαγές, οι οποίες αναβάθμιζαν τα επίδικα ακίνητα και ήταν υπεύθυνος για την λήψη συγκαταθέσεων των επηρεαζόμενων, από το έργο, ακινήτων. Τελικά επωφελήθηκαν από το έργο, απόκτησαν πρόσβαση σε δημόσιο δρόμο τα επίδικα ακίνητα, εξ' ου και έδωσαν σχετική συγκατάθεση. Στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγόμενης εναντίον του τριτοδιάδικου προστίθεται ότι εάν ήθελε αποδειχθεί παράνομη επέμβαση στην επίδικη περιουσία αυτή βαραίνει τον τριτοδιάδικο. Συνεπώς δικαιούται αποζημιώσεις και/ή συνεισφορά για όποιο ποσό επιδικαστεί εναντίον της. Στην Υπεράσπιση του ο τριτοδιάδικος αναφέρει ότι το έργο ήταν αντισταθμιστικό για τον υπεραστικό δρόμο Λάρνακας - Ελεύθερης Επαρχίας Αμμοχώστου. Γι' αυτό ζητήθηκε να γίνει με δαπάνη του κράτους, αποτέλεσε απόφαση της κυβέρνησης και κατασκευάστηκε από τα δημόσια έργα. Δεν ζητήθηκε να πράξει το οτιδήποτε ο τριτοδιάδικος. Ουδέποτε ο αρχικός ενάγων δεν συγκατατέθηκε, ούτε ο Ενάγοντας 1 είχε την όποια ανάμειξη. Στην Απάντηση της η Εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του τριτοδιάδικου και επαναλαμβάνει αυτούς της Έκθεσης Απαίτησης της.
  7. Η μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για λογαριασμό των Εναγόντων ήταν ο κ. XXXXX Λιασής, Ενάγοντας 1 (ΜΕ 1). Κατέθεσε ως Έγγραφο 1 γραπτή δήλωση του. Αναφέρει εκεί ότι είναι ο γιός και διαχειριστής του XXXXX Λιασή αρχικού ενάγοντα. Η Ενάγουσα 2 είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια από τις 18/3/16 και η Ενάγουσα 3 από τις 31/10/12 σε κάποια από τα ακίνητα. Αντίγραφα των σχετικών τίτλων ιδιοκτησίας κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1 και σχετικό διάταγμα διαχείρισης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Τα επίδικα ακίνητα έχουν αριθμό τεμαχίων 179, 182, 183 (ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 2), 533 (από μισό μερίδιο οι Ενάγουσες 2 και 3), 195, 196 και 198 (μέρος της διαχείρισης του αρχικού Ενάγοντος). Επαναλαμβάνει τους ισχυρισούς της Έκθεσης Απαίτησης ότι δηλαδή κατά ή περί τα έτη 2000 και 2001 η Εναγόμενη επενέβη παρανόμως σε σειρά ακινήτων τους κατασκευάζοντας μέρος δημόσιου δρόμου, πεζόδρομου και τοποθετώντας υπογείως οχετό όμβριων υδάτων, σε εμβαδό 6200 τετραγωνικά πόδια, εντός της περιουσίας των Εναγόντων. Ζητήθηκε και γραπτώς και προφορικά να παύσει η επέμβαση ή εναλλακτικά να αποζημιωθεί με δίκαιο ποσό. Επανέλαβε, επίσης, στην γραπτή του δήλωση τις ζημιές από την εκρίζωση δέντρων. Κατέθεσε αεροφωτογραφία ως Τεκμήριο 4 και σχέδιο της Πολεοδομίας για το οδικό δίκτυο της περιοχής, ως Τεκμήριο
  9. Εκείνο το μέρος όπου έγινε ο δρόμος είναι που υποστηρίζει ότι αποστερήθηκαν οι Ενάγοντες. Υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 4 που βρίσκονταν τα δέντρα που αποκόπηκαν. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι ήταν Γραμματέας του Συμβουλίου των τριτοδιάδικων από το 1980 μέχρι το
  10. Εκτελούσε διαταγές του Συμβουλίου. Ήταν παρόν στις συναντήσεις αναφορικά με το έργο, κρατούσε πρακτικά και διαχειριζόταν τους σχετικούς φακέλους. Από τον τριτοδιάδικο στάλθηκαν οι επιστολές στην Πολεοδομία αναφέροντας τις ανάγκες που υπήρχαν για την κατασκευή αντιπλημμυρικού καναλιού. Είχε δει τα σχέδια και αντιληφθεί ότι περιλαμβάνονταν τα επίδικα ακίνητα σε αυτά. Το έργο ζητήθηκε από τους τριτοδιάδικους, αλλά σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε από την Πολεοδομία και τα δημόσια έργα αντίστοιχα. Ξεκίνησε το 2000 και περί το 2003 τελείωσε. Ο πεζόδρομος που επηρεάζει το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 196, κατασκευάστηκε από τους τριτοδιάδικους. Το εν λόγω τεμάχιο είναι εγγεγραμμένο στον πατέρα του και είναι μέρος της διαχείρισης. Τα δέντρα αποκόπηκαν από τα δημόσια έργα, ενώ ήταν παρόν. Γενικότερα ήταν παρόν στο πλαίσιο των καθηκόντων του καθημερινά κατά την διεξαγωγή του έργου και ουδέποτε αντέδρασε. Ο δρόμος που έγινε δεν εγγράφηκε. Ο υπολογισμός του μεγέθους της επέμβασης, ήτοι στα 6200 τετραγωνικά πόδια, είναι δικός του στην βάση των τοπογραφικών. Αρνείται ότι υπήρξε συγκατάθεση του πατέρα του για να γίνει το έργο και αντιτείνει ότι πίστευε ότι θα απαλλοτριωθούν τα ακίνητα που θα επηρεάζονταν από το έργο. Παρά ταύτα μόνο ένας δεν ήθελε να γίνει το έργο και τελικώς αυτόν δεν τον επηρέασε, όπως παραδέχτηκε. Του υποβλήθηκε ότι τα τεμάχια με αριθμούς 179, 182 και 183 μεταβιβάστηκαν και απάντησε ότι δεν γνωρίζει αλλά μπορεί να συμβαίνει. Η επέμβαση είχε γίνει αντιληπτή 10 έτη πριν την αποστολή επιστολής στην Εναγόμενη ημερομηνίας 18/7/11 (Τεκμήριο 7). Ξεκαθάρισε ότι μόνο αποζημιώσεις ζητά και όχι παύση της επέμβασης. Κατά την αντεξέταση του από τους τριτοδιάδικους παραδέχτηκε ότι έστω προφορικά όλοι είχαν συμφωνήσει να γίνει το έργο. Του υποβλήθηκε ότι ουδέποτε ο πατέρας του πήρε μέτρα για να σταματήσει το έργο. Δεν γνωρίζει πόσα και ποια δέντρα αποκόπηκαν για να γίνει το έργο. Κατατέθηκε τέλος ως Τεκμήριο 9 επιστολή του Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοτύμπου στην οποία αναφέρεται ότι ο ιδιοκτήτης του Τεμαχίου XXXXX συγκατατίθεται στην παραχώρηση της ιδιοκτησίας του για δημιουργία δρόμου. Δεύτερη και τελευταία μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η κα. XXXXX Λιασή Ενάγουσα 2 (ΜΕ 2). Ανάφερε ότι λίγα πράγματα γνωρίζει για την παρούσα. Τα επίδικα ακίνητα πριν ήταν περβόλια και πλέον είναι χωράφια που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Πριν, ως περβόλια, πωλούσαν τους καρπούς και τρέφονταν από αυτά. Δεν μπορεί να υπολογίσει σε λεφτά την αξία τους. Στην αντεξέταση από την δικηγόρο της Εναγόμενης ανάφερε ότι μεταβίβασε τα τεμάχια με αριθμούς XXXXX, XXXXX και XXXXX στην XXXXX Ζαχαρίου αλλά κράτησε την επικαρπία τους. Παρέμεινε, δε, ιδιοκτήτρια του μισού μεριδίου του τεμαχίου με αριθμό XXXXX. Ανάφερε ότι το έργο περιέχει γεφύρι που το χρησιμοποιούν ως δρόμο. Σιγά σιγά είχαν ξεραθεί όλα τα δέντρα λόγω της χρήσης του έργου ως δρόμου, αλλά υπάρχουν λίγες ελιές και άλλα δέντρα σε διπλανά χωράφια. Εναγόμενη και τριτοδιάδικος δεν προσέφεραν μαρτυρία και τα μέρη αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Θα γίνεται αναφορά σε αυτές όπου κρίνεται σκόπιμο πιο κάτω.
  11. Ανάλυση μαρτυρίας Μέσω των δικογράφων και της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε προκύπτουν τα κάτωθι επίδικα: I. Αν υπήρξε συγκατάθεση στην διενέργεια του έργου από τον αρχικό Ενάγοντα και ποιες συνέπειες αυτή φέρει. II. Αν έχει παραγραφεί η απαίτηση για ειδικές ζημιές λόγω αποκοπής δέντρων. III. Αν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να αποδεικνύει τέτοια ειδική ζημιά. IV. Η νομιμοποίηση των Εναγόντων, τόσο λόγω του θανάτου του αρχικού Ενάγοντα, όσο και με την αλλαγή της ιδιοκτησίας κάποιων ακινήτων. V. Αν δικαιούνται οι Ενάγοντες αποζημίωσης για παράνομη επέμβαση και τι είδους θα είναι αυτή και VI. Αν καταλογιστεί ευθύνη στην Εναγόμενη κατά πόσο έχει ευθύνη συνεισφοράς ή αποζημίωσης ο τριτοδιάδικος. Αξίζει να αναφερθεί ότι Εναγόμενη και τριτοδιάδικος αποφάσισαν να μην παρουσιάσουν μαρτυρία καθώς υποστηρίζουν ότι δεν έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης οι Ενάγοντες. Δεν παρουσιάστηκε, τέλος, μαρτυρία πραγματογνώμονα, για την απόδειξη της όποια ζημιάς των Εναγόντων.
  12. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο ΜΕ 1 υπήρξε ο κύριος μάρτυρας των Εναγόντων. Λόγω και της παρέλευσης πολλών ετών αλλά και του θανάτου του πατέρα του δεν μπορούσε να μας διαφωτίσει για ουσιώδη ζητήματα, όπως την εξουσιοδότηση για την διενέργεια του έργου, τον υπολογισμό της αξίας, το είδος ή τον αριθμό των δέντρων και την αλλαγή ιδιοκτησίας κάποιων από τα επίδικα ακίνητα. Παρά ταύτα ήταν ειλικρινής. Ανάφερε ότι γνώριζε για το έργο, συμμετείχε στις διεργασίες για αυτό ως Γραμματέας των τριτοδιαδίκων. Παραδέχτηκε ότι δεν είναι εφικτό και προς τούτο δεν επιδιώκει αποκατάσταση αλλά αποζημίωση και ότι όλοι ήθελαν να γίνει το έργο. Ενόρκως δηλαδή εγκατέλειψε την θεραπεία της άρσης της παράνομης επέμβασης και περιορίστηκε σε αυτή των αποζημιώσεων, ενώ όπως δήλωσε στην παράγραφο 1 του Εγγράφου 1 ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένος από της Ενάγουσες 2 και
  13. Ήταν παρόν κατά το έργο και είπε ότι τα δημόσια έργα το κατασκεύασαν, αν και ζητήθηκε να γίνει αντισταθμιστικό έργο από τον τριτοδιάδικο. Ανάφερε ότι το έργο τέλειωσε το
  14. Απαντούσε με σαφήνεια και για όσα ζητήματα γνώριζε και γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία του. Δεν μπορεί παρά ταύτα να γίνει αποδεκτή μαρτυρία του που να αφορά υπολογισμό των ειδικών ζημιών από την αποκοπή δέντρων, όπως τις αναφέρει στην παράγραφο 6 του Εγγράφου 1, αφού όπως παραδέχτηκε δεν γνώριζε για αυτά και δεν είναι ειδικός. Αναλόγως ούτε η μαρτυρία του για την αξία των ακινήτων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού επίσης παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας γεγονότων, χωρίς υπόβαθρο ικανό να τον καταστήσει πραγματογνώμονα επί τούτου. Τέλος διασαφήνισε ότι τον πεζόδρομο, ο οποίος περνάει από το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 196, είναι οι τριτοδιάδικοι που τον κατασκεύασαν παρά την αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης για κατασκευή του από την Εναγόμενη. Σε σχέση με την μαρτυρία της ΜΕ 2, αυτή δεν προσέφερε τίποτα στο Δικαστήριο, πέραν της παραδοχής της ότι έχει μεταβιβάσει την ιδιοκτησία των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων XXXXX, XXXXX και XXXXX και κράτησε την επικαρπία αυτών. Οι όποιες άλλες αναφορές της αφορούσαν την εκρίζωση και χρήση των δέντρων εντός των επίδικων ακινήτων παρέμειναν έωλες, ατεκμηρίωτες και σίγουρα χωρίς την σχετική εξειδίκευση, συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Άλλωστε αυτές αντιφάσκουν με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν από τον ΜΕ 1, αφού σε αυτά φαίνονται δέντρα, ενώ η ΜΕ 2 είχε πει ότι σήμερα δεν μπορούν να καρποφορήσουν δέντρα στην περιοχή.
  15. Νομικές Αρχές Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω οι θεραπείες για άρση της επέμβασης στα επίδικα ακίνητα έχουν εγκαταλειφθεί από τον ίδιο τον Ενάγοντα 1 κατά την μαρτυρία του. Αυτός όπως ανάφερε στην παράγραφο 1 της δήλωσης του ήταν εξουσιοδοτημένος πλήρως και συνεπώς εκπροσωπούσε και τις άλλες 2 Ενάγουσες, με αποτέλεσμα αυτή η ένορκη εγκατάλειψη των θεραπειών Α και Β να δεσμεύει όλους τους Ενάγοντες. Παραμένει δηλαδή να εξεταστούν οι βάσεις αγωγής για ειδικές ζημιές λόγω αποκοπής δέντρων και αποζημίωση για παράνομη επέμβαση. I. Ειδικές ζημιές για αποκοπή δέντρων Όπως προέκυψε από την μόνη ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία το έργο ολοκληρώθηκε το
  16. Η όποια παράνομη επέμβαση, λοιπόν, έλαβε χώρα μέχρι τότε. Στην αγωγή ζητούνται ποσά για ειδικές ζημιές για εκρίζωση δέντρων λόγω της παράνομης επέμβασης ύψους €5000 και απώλεια εισοδημάτων εκ της εκρίζωσης αυτής ύψους €
  17. Η αγωγή εγέρθηκε την 5/12/
  18. Έτσι εισηγείται η Εναγόμενη και ο τριτοδιάδικος ότι το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. Αντιτείνει ο κ. Κλεάνθους ότι κάτι τέτοιο δεν έχει δικογραφηθεί και ότι ήταν συνεχιζόμενη η αποκοπή δέντρων. Σε σχέση με την δικογράφηση της παραγραφής σχετικά είναι τα όσα τέθηκαν στην Νεοφύτου ν. Malak, 21/6/2018, Πολ. Εφ. 118/12 ως εξής: «Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη

(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.» (υπογράμμιση από εμένα) Στην παρούσα δεν ισχύει 66 (Ι)/2012, αφού η ισχύς του εν λόγω νόμου άρχισε την από την 1/1/2016 (βλ. άρθρο 26), επομένως δεν προκύπτει και η υποχρέωση δικογράφησης που το άρθρο 20 του Νόμου γεννά. Μπορεί, δε, στην βάση της Νεοφύτου, πιο πάνω, να εξεταστεί το ζήτημα αυτό αυτοβούλως από το Δικαστήριο, ως δικαιοδοτικό. Προχωρώ λοιπόν στην εξέταση του. Εκ της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΕ 1 προκύπτει ότι η αποκοπή δέντρων έγινε κατά την παράνομη επέμβαση, ήτοι μέχρι το 2003. Αυτή είναι η δικογραφημένη ενώπιον μου θέση και αυτή υποστηρίχθηκε με μαρτυρία. Από τότε πέρασαν δέκα έτη μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η βάση αγωγής για παράνομη πρόκληση ζημιάς δηλαδή γεννήθηκε τουλάχιστον δέκα έτη πριν την καταχώρηση της αγωγής, ενώ όπως το άρθρο 68 (α) του Κεφαλαίου 148 ορίζει «Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή». Από την στιγμή που η παράνομη ζημιά, ως εισηγούνται και δικογραφούν οι Ενάγοντες, επήλθε το 2003 και η αγωγή εγέρθηκε το 2013, το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί και η σχετική απαίτηση απορρίπτεται. Ο ισχυρισμός, δε, περί συνεχιζόμενης αποκοπής δεν δικογραφήθηκε ούτε υποστηρίχθηκε από σχετική αξιόπιστη και εξειδικευμένη μαρτυρία. Η απαίτηση για παράνομη πρόκληση ζημιάς όμως, είναι έκθετη σε απόρριψη για ακόμα ένα λόγο. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε για να εξηγήσει στο Δικαστήριο πως υπολογίστηκε η ειδική αυτή ζημιά. Καμία μαρτυρία που να αναφέρεται σε αριθμό, είδος ή καρποφορία δέντρων, καμία μαρτυρία που να αναφέρεται στην απόδοση που η όποια καρποφορία πιθανόν να επέφερε. Καμία τέλος μαρτυρία, η οποία, έστω κατά προσέγγιση, να υπολογίζει την αξία των δέντρων που εκριζώθηκαν. Σύμφωνα με τη νομολογία ο ενάγων βαρύνεται να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδικές ζημιές. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια[1]. Σχετική είναι η Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178, η οποία υιοθετήθηκε στην Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, ως κατωτέρω: «.στην Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd.
(1948)64 T.L.R. 177, 178 είπε: "Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars, and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it." Στην προκειμένη περίπτωση προφανώς και δεν έχει αποδειχθεί ειδική ζημιά. Πέραν της σημείωσης ως προς το που βρίσκονταν τα δέντρα επί του Τεκμηρίου 4, δεν παρουσιάστηκε καμία άλλη σχετική μαρτυρία. Δεν αρκεί η ένδειξη τοποθεσίας βεβαίως, αλλά απαιτείται κάτι πολύ περισσότερο. Η περιγραφή των δέντρων, η απαρίθμηση τους, η καρποφορία τους για σκοπούς μελλοντικής εκμετάλλευσης τους αλλά και μαρτυρία ως προς την τιμή πώλησης τους τον επίδικο χρόνο. Και τέτοια μαρτυρία να προκύπτει από ειδικό επί του θέματος που να μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Ενώπιον μου καμία τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε. Επομένως δεν έχει αποδειχθεί ειδική ζημιά, εφόσον οι Ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος που είχαν για να την αποδείξουν. II. Παράνομη επέμβαση Πέραν των ειδικών ζημιών από την αποκοπή δέντρων δικογραφείται και επιζητείται αποζημίωση για παράνομη επέμβαση. Συγκεκριμένα είναι παραδεκτό ότι το έργο κείτεται σε ακίνητα των Εναγόντων, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να απώλεσαν μέρος αυτών των ακινήτων. Το άρθρο 43
(1)του Κεφαλαίου 148 καθιερώνει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία ως εξής: «Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.» Στην παρούσα δεν αμφισβητείται ότι με το έργο υπήρξε επέμβαση μόνιμης φύσεως στα επίδικα ακίνητα. Δηλαδή φαίνεται ότι ουσιαστικά έλαβε χώρα η επέμβαση όπως περιγράφεται στο πιο πάνω άρθρο. Εκείνα που θα εξεταστούν κατωτέρω, ως επίδικα, είναι αν οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή, πως επιδρά η συγκατάθεση του αρχικού Ενάγοντα και του Ενάγοντα 1 και αν δικαιούνται αποζημιώσεις ποιου είδους θα είναι αυτές. Το πρώτο ζήτημα που τέθηκε ως προς την αξίωση για παράνομη επέμβαση είναι αυτό της νομιμοποίησης των Εναγόντων. Παρατηρείται ότι στην βάση του άρθρου 34
(1)του Κεφαλαίου 189 όλες oι βάσεις αγωγής oι οποίες υπάρχουν κατά ή έχουν περιέλθει στον απoθαvόvτα επιβιώvoυv κατά ή, αvάλoγα με τηv περίπτωση, επ' ωφελεία της κληρovoμιάς τoυ[2]. Συνεπώς ο Ενάγοντας 1, ως διαχειριστής της περιουσίας του αρχικού Ενάγοντα, νομιμοποιείται να διεκδικήσει στην βάση αγωγής που συμπληρώθηκε όταν ο δεύτερος ήτο εν ζωή. Σε σχέση με τις Ενάγουσες 2 και 3 σχετική είναι η Γεώργιος Λάμπρου κ.α. ν. Ελένη Κεφάλα κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1516, στην οποία αναφέρεται ότι: «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα» Η Εναγουσα 2, όπως ανάφερε και δεν αμφισβητήθηκε έχει δικαίωμα επικαρπίας στα τεμάχια με αριθμό 179, 182 και 183, ενώ παραμένουν εξ' ημισείας ιδιοκτήτριες με την Ενάγουσα 3 στο ακίνητο με τεμάχιο με αριθμό
  1. Επομένως στα πρώτα τρία φαίνεται ότι έχει κατοχή, μέσω του δικαιώματος επικαρπίας της η Εναγόμενη 2, ενώ από την στιγμή που η επέμβαση παραδεκτώς είναι μόνιμη, ως ιδιοκτήτες των υπόλοιπων τεμαχίων οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται να διεκδικούν αποζημίωση για την παράνομη επέμβαση. Σχετικά με το θέμα των συγκαταθέσεων, εκείνο που καταδείχθηκε είναι ότι έστω και αν δεν δόθηκε γραπτώς η όποια συγκατάθεση, τόσο ο αρχικός Ενάγων όσο και ο Ενάγοντας 1 συμφωνούσαν να γίνει το έργο. Ο Ενάγοντας 1, δε, ήταν παρόν σε όλα τα στάδια του από την εκπόνηση μέχρι την ολοκλήρωση του, χωρίς να διαφανεί ότι προέβη στην όποια παράσταση εναντίον της διενέργειας του έργου. Τουναντίον ρητώς ανάφερε ότι ήθελαν να γίνει το έργο. Καμία, επίσης, τέτοια παράσταση του αρχικού Ενάγοντα δεν τεκμηριώθηκε, παρά τις αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης. Αν εναντιωνόταν, όπως έπραξε άλλος περίοικος του, δεν θα τον επηρέαζε το έργο, όπως σαφώς ανάφερε και ο Ενάγοντας
  2. Σύμφωνα με τη νομολογία η συμπεριφορά των Εναγόντων (και του αρχικού) αποτελεί περιουσιακό κώλυμμα[3], αφού με την συμπεριφορά τους συγκατατέθηκαν στην δημιουργία του έργου εις βάρος της περιουσίας τους. Σχετική με το θέμα είναι η Λοϊζου ν. Αντωνίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1035, όπου και εκεί είχε γίνει αποδεκτή η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με την ανέγερση οικοδομής στο επίδικο μέρος του κτήματος της Ενάγουσας. Παρά ταύτα, όπως αποφασίστηκε στην Λοίζου, όταν δημιουργείται περιουσιακό κώλυμα, η αποστέρηση του επίδικου μέρους γης, αν και γίνεται αποδεκτή και δεν εκδίδεται διάταγμα άρσης της παράνομης επέμβασης, πρέπει να συνοδεύεται από κάποια οικονομική ρύθμιση προς αντιστάθμιση της απώλειας. Δηλαδή η ύπαρξη περιουσιακού κωλύματος αποστερεί τους Ενάγοντες από την άρση της παράνομης επέμβασης, κάτι το οποίο, όμως, αυτοβούλως απεμπόλησαν με δήλωση του Ενάγοντα 1 ενόρκως. Όπως νομολογήθηκε το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο "per se", χωρίς δηλαδή να απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του η απόδειξη ζημίας. Εν τούτοις η απουσία απόδειξης συγκεκριμένης ζημίας περιορίζει τον ενάγοντα σε ονομαστικές αποζημιώσεις μόνο[4]. Όπως αναφέρεται στην Χρίστου κ.α. ν. Γεωργίου
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 940 : «Η ζημιά, σε περιπτώσεις στέρησης κατοχής του ακινήτου προσλαμβάνει τη μορφή διαφυγόντος κέρδους (mense profits), το οποίο εξισούται στην πράξη με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου ...». Σχετικά με την επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην πρόσφατη Stassinos Investment And Finance Limited v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 142/2013, 3/3/2020 ως κάτωθι: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα έχει καταχωρήσει αγωγή η οποία αφορούσε όλη τη χρονική περίοδο που συνεχιζόταν η παράνομη επέμβαση και απέτυχε να αποδείξει αποζημιώσεις, τότε αυτό που επιδικάζεται είναι μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις για το σύνολο της περιόδου που συνεχιζόταν η επέμβαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ατυχώς ανέφερε ότι το ποσό των €1.000 καθορίστηκε αφού έλαβε υπόψη τη μεγάλη χρονική περίοδο που αφορούσε η παράνομη επέμβαση. Η αναφορά, όμως, αυτή δεν μπορεί να έχει επίπτωση στο ύψος των ονομαστικών αποζημιώσεων.» Έτι δε περισσότερο από την Stassinos στην παρούσα δεν παρουσιάστηκε καν μαρτυρία προς απόδειξη αποζημιώσεων. Δηλαδή καμία μαρτυρία προς απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς ή της ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου δεν παρουσιάστηκε. Το Δικαστήριο δε είναι αδύνατο να προβεί σε σχετικά ευρήματα, χωρίς μαρτυρία, ειδικά για τέτοιο εξειδικευμένο ζήτημα το οποίο απαιτεί μαρτυρία πραγματογνώμονα. Συνεπώς μπορούν να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις για την παράνομη επέμβαση που έχει καταδειχθεί. Στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, Fourth Edition, Volume 12
(1), παρ. 813 καθορίζεται ότι: «Nominal Damages have been defined as a sum of money that may be spoken of but that has no existence in point of quantity, or a mere peg on which to hang costs. In practice, however, a small sum of money is awarded, usually £5.» Στην βάση των ως άνω και καθοδηγούμενος από την πρόσφατη Stassinos (βλ. πιο πάνω) επιδικάζονται ονομαστικές αποζημιώσεις υπέρ του Ενάγοντα 1 ύψους €300 υπέρ της Ενάγουσας 2 ύψους €300 και υπέρ της Ενάγουσας 3 ύψους €100 για παράνομη επέμβαση στα επίδικα ακίνητα. III. Διαδικασία τριτοδιαδίκου Σε σχέση με την εισήγηση της Εναγόμενης ότι είναι ο τριτοδιάδικος που ευθύνεται για την όποια επέμβαση στα επίδικα ακίνητα, παρατηρείται ότι ο ισχυρισμός της αυτός δεν υποστηρίχθηκε από την όποια μαρτυρία. Όπως έχει και νομολογιακά διαπιστωθεί, ο τριτοδιάδικος δεν είναι εναγόμενος στην αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει να τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η διαδικασία τριτοδιάδικου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την υπάρχουσα αγωγή[5]. Σκοπός της διαδικασίας τριτοδιάδικου, όπως επισημαίνεται στην Νικήτα ν. Medcon Construction Limited κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 643, 653, είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων και η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα της αγωγής μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου, καθώς και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, ούτως ώστε ο εναγόμενος να μην είναι αναγκασμένος να περιμένει να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή, ενώ ο ενάγων θα είχε την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Στην υπό εξέταση περίπτωση καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Εναγόμενη που να εμπλέκει τον τριτοδιάδικο. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Εναγομένης εναντίον του τριτοδιαδίκου αφορούσαν αποκλειστική του ευθύνη για το έργο κάτι που δεν καταδείχθηκε αφού η προσκομισθείσα μαρτυρία δεικνύει σχεδιασμό και εκτέλεση του από κυβερνητικά τμήματα. Το ότι δε προέκυψε από την ενώπιον μου διαδικασία και αφορούσε τον τριτοδιάδικο ήταν ότι προέβη στην δημιουργία πεζόδρομου, όπως ο ΜΕ 1 ανάφερε. Εν πρώτοις αυτός ο ισχυρισμός δεν δικογραφείται από την Εναγόμενη, επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει βάθρο στοιχειοθέτησης της όποιας αξίωσης εναντίον του τριτοδιάδικου. Δεν παρατέθηκε αυτό το ουσιώδες δεδομένο ώστε να γεννηθεί και να δύναται να υποστηριχθεί η σχετική αξίωση[6], τουναντίον η Εναγόμενη επέμεινε μέχρι και το στάδιο των αγορεύσεων ότι ο τριτοδιάδικος είναι που φέρει ακέραια την ευθύνη παρά την απουσία τέτοιας μαρτυρίας. Κατά δεύτερον ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν ενήγαγε τους τριτοδιάδικους ως συνεναγόμενους για να διεκδικήσει το όποιο ποσό από την δημιουργία του πεζόδρομου, με αποτέλεσμα να παραμένει ανεξάρτητη η διαδικασία τριτοδιάδικου και Εναγόμενης. Η τελευταία απέτυχε να αποδείξει την εμπλοκή του τριτοδιάδικου, παραλείποντας να παρουσιάσει την όποια μαρτυρία, επομένως δεν μπορεί να πετύχει και η όποια σχετική απαίτηση της. 6. Κατάληξη Επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα 1 και της Ενάγουσας 2 και εναντίον της Εναγόμενης ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €300 σε έκαστο και υπέρ της Ενάγουσας 3 και εναντίον της Εναγόμενης ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100 για παράνομη επέμβαση στα επίδικα ακίνητα. Σε σχέση με τα έξοδα και με δεδομένο ότι αποσύρθηκαν δύο αξιώσεις των Εναγόντων, η μία απέτυχε και για την τελευταία επιδικάστηκαν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις, δεν κρίνεται δίκαιο να επιδικαστούν έξοδα υπέρ τους. Ο ενάγων που ανακτά ονομαστικές και μόνο αποζημιώσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί στη συνήθη ορολογία ως «επιτυχών» ενάγων[7]. Στην Eυθυβούλου Eλένη Σάββα κ.ά. ν. Συμβουλίου Bελτιώσεως Kισσόνεργας κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1059 αναφέρθηκε ότι σε περιπτώσεις που επιδικάζονται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να στερήσει τον Ενάγοντα των εξόδων του, ή ακόμη να τον καταδικάσει στην πληρωμή των εξόδων της άλλης πλευράς. Επομένως κρίνεται δίκαιο όπως επιδικαστούν υπέρ της Εναγόμενης τα 2/3 των εξόδων, αφού με την υπεράσπιση της πέτυχε στην συντριπτική πλειοψηφία των ζητημάτων που ήγειρε, με αποτέλεσμα να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις, γεγονός που δεν καθιστά τους Ενάγοντες επιτυχόντες διάδικους. Σε σχέση με την διαδικασία τριτοδιαδίκου επιδικάζονται έξοδα υπέρ του τριτοδιαδίκου και εναντίον της Εναγόμενης, αφού η τελευταία απέτυχε να αποδείξει συνεισφορά ή ευθύνη του. Τα επιδικασθέντα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Παναγιώτου Xριστόδουλος ν. Σάββα Φραγκέσκου και Άλλου
(1999)1 ΑΑΔ 687 [2] Βλ. και Αχιλλεύς Αιμιλιανίδης, Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, 2η Έκδοση, σελ. 45 και 46 [3] Στυλιανού κ.ά. ν. Παπακλεοβούλου
(1982)1 C.L.R. 542 [4] Ttantis v. HadjiMichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Παπακόκκινου & άλλες ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Παπακοκκίνου κ.α. ν. Δήμου Πάφου (Αρ. 1)
(1998)1Β ΑΑΔ 634 [5] Βλ. και Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Telec Logistic Company Ltd και άλλης
(2012)1 ΑΑΔ 1002 [6] Χαριλάου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 155/2012, 14/11/2019 [7] Anglo-Cyprian Agencies v. Paphos Industries [1951] 1 All E.R. 873 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.