← Κύπρος

A. M. ν. Ζ. Μ., Αρ. Αγωγής: 2286/2014, 10/12/2021

A. M. ν. Ζ. Μ., Αρ. Αγωγής: 2286/2014, 10/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A240 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΥΚΑ Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2286/2014 Μεταξύ: A. M. Ενάγοντα -και- Ζ. Μ. Εναγόμενης Ημερομηνία: 10/12/2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Θεοδώρου Για Εναγόμενη: κ. Κλεάνθους ΑΠΌΦΑΣΗ

  1. Τα δικόγραφα Με το τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του ο Ενάγων αναφέρει ότι κατάγεται από το Ιράκ και διαμένει στην Κύπρο πέραν των δέκα ετών. Η Εναγόμενη παρουσιαζόταν να ασχολείται με εξαγωγές ξιδάτων οπωροκηπευτικών. Mε την βοήθεια του Ενάγοντα συμφώνησε με έμπορο στο Ιράκ να εξάγει εκεί ξιδάτα οπωροκηπευτικά αξίας £14800, ήτοι €12.011,
  2. Ο έμπορος απέστειλε το εν λόγω ποσό, σε διάφορες ημερομηνίες, στον Ενάγοντα και ο τελευταίος το παρέδωσε στην Εναγόμενη. Ενώ η τελευταία έλαβε, εισέπραξε το εν λόγω ποσό αμέλησε ή αρνήθηκε να εξάξει το εμπόρευμα που συμφωνήθηκε στον έμπορο, παρά το ότι επανειλημμένως ο έμπορος της ζήτησε να το πράξει. Τελικά περί τον Οκτώβριο του 2012 ο Ενάγων με οδηγίες της Εναγόμενης κατάβαλε το ποσό των €12.011,03 στον ιρακινό έμπορο και η Εναγόμενη ανέλαβε να τον αποπληρώσει μέχρι το τέλος του 2012, αλλά δεν το έπραξε. Αξιώνει στην βάση τούτων ο Ενάγων το ποσό των €12.011,03 ως ποσό πληρωθέν για λογαριασμό της Εναγόμενης πλέον νόμιμο τόκο πλέον ΦΠΑ. Η Εναγόμενη, στην υπεράσπιση της, αναφέρει ότι η αγωγή εγείρεται σε λανθασμένη κλίμακα. Παραδέχεται ότι υπήρξε συμφωνία με τον Ενάγοντα και τον έμπορο από το Ιράκ. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων είχε ήδη συναλλαγές με τον εν λόγω έμπορο. Ο τελευταίος ζήτησε η προέλευση των οπωροκηπευτικών να είναι από την Κύπρο, παρά την αντίθεση της Εναγόμενης, και ο Ενάγων επέλεγε να μην αποκαλύπτει την προέλευση στον έμπορο, ο οποίος αναγνώρισε τις ειλικρινείς προθέσεις την Εναγόμενης. Ουδέποτε ζήτησε από τον Ενάγοντα να επιστρέψει τα χρήματα, ενώ ο έμπορος είχε αντιληφθεί ότι τον εξαπατούσε ο πρώτος, ως προς την προέλευση των οπωροκηπευτικών. Με την Απάντηση του ο Ενάγων αναφέρει ότι η απαίτηση είναι για ποσό €12.011,03 και η κλίμακα αυτή των €10 000 - €50 000, άρα είναι η ορθή. Δεν είχε όποια προηγούμενη συναλλαγή με τον έμπορο, δεν τον ενδιέφερε τον έμπορο η προέλευση των οπωροκηπευτικών και αυτός κατέβαλε είτε απευθείας είτε μέσω του το εν λόγω ποσό. Αρνείται ότι εξαπάτησε τον έμπορο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Εναγόμενης.
  3. Η μαρτυρία Για την παρούσα υπόθεση κατέθεσαν τα μέρη. Δεν προσήλθε μαρτυρία του εμπόρου, η οποία θα ξεκαθάριζε τα όσα αμφισβητούμενα δικογραφούνται αλλά και αναπτύχθηκαν. Ο Ενάγων ανάφερε ότι γνώρισε την Εναγόμενη μέσω της γυναίκας του. Του είχε πει να δουλέψουν μαζί. Στην αρχή είπε όχι αλλά μετά αποδέχτηκε την πρόταση. Έγινε συνεργασία τον Φεβρουάριο του
  4. Ο έμπορας ήταν στην Βαγδάτη και η Εναγόμενη έπαιρνε αγγουράκια Κύπρου τα έκανε ξιδάτα και τα έστειλε ως δείγμα. Είπε ότι ο ίδιος ήταν στην μέση χωρίς να πληρωθεί. Ο έμπορος έστειλε αρχικά £7200, ο ίδιος τα έλαβε και τα παρέδωσε στην Εναγόμενη, η οποία υπέγραψε σχετικό έγγραφο/απόδειξη (Τεκμήριο 1 3/3/2012). Μετά έστειλε άλλες £4000 που τις παρέδωσε στην Εναγόμενη με τον ίδιο τρόπο και αυτή υπέγραψε ανάλογο έγγραφο/ απόδειξη (Τεκμήριο 2 27/6/2012). Αργότερα έμαθε ότι η Εναγόμενη είχε πωλήσει τα ξιδάτα στην Ιορδανία και του ζήτησε πίσω τα χρήματα ο έμπορος. Ο τελευταίος απειλούσε την οικογένεια του, έτσι του πλήρωσε το εν λόγω ποσό και το ζήτησε από την Εναγόμενη, η οποία του είχε πει ότι θα του το έδιδε. Τελικά δεν του έδωσε κανένα ποσό και έτσι διεκδικεί ποσό ύψους €12011, το οποίο παρέδωσε στον εν λόγω ιρακινό έμπορο. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι έκανε την διαμεσολάβηση και θα λάμβανε όφελος το οποίο δεν είχε συμφωνηθεί. Αρνήθηκε ότι είχε βάλει το όνομα του μπροστά. Συμφώνησε ότι ο έμπορος αποκαλείτο ως Abu Jusef. Είχε συνεχή επικοινωνία τόσο με τον έμπορο όσο και με την Εναγόμενη κατά την παρασκευή τως ξιδάτων. Δεν τα είχε δει όμως γιατί στο Αμμάν τα ετοίμαζε η Εναγόμενη. Τον έμπορο τον γνωρίζει γιατί ήταν πελάτης του πρώτου του ξαδέρφου. Αρνήθηκε ότι ουδέποτε αποκάλυψε τις απαιτήσεις του εμπόρου για την ποιότητα και προέλευση των οπωροκηπευτικών. Η Εναγόμενη μετέβη στην Ιορδανία για να ετοιμάσει το εμπόρευμα. Απόδειξη για την πληρωμή στον έμπορο έχει ο αδερφός του στην Βαγδάτη στα αραβικά. Παραδέχεται ότι είχε τοποθετηθεί το όνομα του στην συσκευασία για να τον αναγνωρίζει ο έμπορος. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ο έμπορος δεν δέχθηκε την ποιότητα και προέλευση των ξιδάτων και αντέτεινε ότι τα πώλησε η Εναγόμενη στην Ιορδανία. Ανέφερε ότι ο υιός της Εναγόμενης του ανέφερε ότι άφησε τον ίδιο και την οικογένεια της και διασκεδάζει στο Αμμάν, ενώ του είχε υποσχεθεί ότι θα τον πληρώσει. Δεν δικαιούται να ταξιδέψει στην Ιορδανία, είναι αιτητής πολιτικού ασύλου και είναι από τον έμπορο που γνώριζε ότι τελικά δεν στάλθηκε το εμπόρευμα. Η Εναγόμενη κατέθεσε γραπτή δήλωση, όπου ανάφερε ότι είχε παλαιότερα επιχείρηση παρασκευής ξιδάτων. Της πρότεινε ο Ενάγων να μεσολαβήσει για την πώληση των εν λόγω προϊόντων στο Ιράκ και απέστειλε σχετικά δείγματα. Για τα δείγματα αγοράστηκαν αγγουράκια Κύπρου, τα τροποποίησε και τα απέστειλε. Ο Ενάγων επικοινωνούσε με τον έμπορο στο Ιράκ και ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν εφικτό να αποσταλεί κυπριακό προϊόν κοροϊδευε τον έμπορο. Προέκυψε ευκαιρία και μετέβη στην Ιορδανία για την εκτέλεση της εργασίας, καθώς εκεί θα μειωνόταν το κόστος. Εκεί τα οπωροκηπευτικά ήταν πολύ χαμηλότερης ποιότητας και ζήτησε από τον Ενάγοντα να ενημερώσει τον έμπορο. Δεν της επετράπη να εξάγει τα ξιδάτα παρά τις προσπάθειες της, ούτε το Ιράκ τα εισήγαγε καθώς επιζητούσαν συγκεκριμένη ποιότητα. Ο έμπορος αναγνώρισε τις προσπάθειες της και δεν της ζήτησε πίσω τα χρήματα. Ουδέποτε είχε πει στον έμπορο να του επιστρέψει τα χρήματα. Κατά την αντεξέταση της ανάφερε ότι κανονικά από τις Ινδίες είναι τα αγγουράκια τα οποία επεξεργάζεται, αλλά για το δείγμα έπιασε κυπριακά. Ο έμπορος της είχε πει να προχωρήσουν στην βάση του δείγματος. Τα Τεκμήρια 1 και 2 είναι ο λογιστής της που τα ετοίμασε. Δεν πήρε μαζί της αγγουράκια και τελικά είχε πάει και ο έμπορος στην Ιορδανία, δοκίμασαν ξανά αλλά δεν πέρασαν τον ποιοτικό έλεγχο. Δεν της ζήτησε χρήματα ο έμπορας, αλλά ο Ενάγων την είχε ενημερώσει για τις απειλές από τον τελευταίο και η ίδια αρνήθηκε να καταβάλει το όποιο ποσό. Τελικά είχε ξοδέψει πολύ περισσότερα χρήματα από αυτά που έλαβε για να επιτύχει την ορθή ετοιμασία του εμπορεύματος, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Δεν είπε ποτέ στον Ενάγοντα να πληρώσει τον έμπορο, αλλά του είχε πει να τα βρει μαζί του. Αν και δόθηκε το δικαίωμα στους διάδικους να αγορεύσουν, η υπεράσπιση επέλεξε να μην προσέλθει προς τούτο. Συγκεκριμένα την ημερομηνία όταν και ορίστηκε για αγορεύσεις η υπόθεση δεν προσήλθε κανένας από την πλευρά της Εναγόμενης για τον σκοπό αυτό, αν και ήταν παρόντες όταν ορίστηκε η υπόθεσης, είχε τεθεί στο σχετικό πινάκιο και έγινε προσπάθεια αναζήτησης τους. Δεν ειδοποίησαν με τον οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο ή τους αντίδικους τους και επέλεξαν απλώς να μην προσέλθουν για υποστήριξη των θέσεων τους μέσω αγορεύσεων. Ως εκ τούτου κρίθηκε ότι έχουν απεμπολήσει το δικαίωμα τους σε αγορεύσεις, ενώ λήφθηκαν γραπτές αγορεύσεις από τον συνήγορο του Ενάγοντα.
  5. Ανάλυση Μαρτυρίας Κύριο επίδικο θέμα όπως προκύπτει από την μαρτυρία και τα δικόγραφα είναι αν ο Ενάγων επέστρεψε, κατέβαλε στο έμπορα το ποσό που ο έμπορας είχε αποστείλει στην Εναγόμενη για την αποστολή ξιδάτων οπωροκηπευτικών. Επίσης επίδικο είναι αν η ίδια είχε πει στον Ενάγοντα να καταβάλει το εν λόγω ποσό και κατά πόσο ο Ενάγων απέκρυπτε την αλήθεια από τον έμπορο. Κατά τα άλλα είναι παραδεκτό ότι υπήρχε συμφωνία Εναγόμενης εμπόρου για την αποστολή ξιδάτων οπωροκηπευτικών, ότι η πρώτη είχε πάει στην Ιορδανία για να προβεί στην ετοιμασία αυτών και ότι τελικώς ουδέν απεστάλη στον έμπορο, παρά το ότι λήφθησαν τα λεφτά που απέστειλε μέσω του Ενάγοντα.
  6. Αξιολόγηση μαρτυρίας Στην βάση των ως άνω αποδέχομαι την μαρτυρία του Ενάγοντα. Είναι παραδεκτό ότι ήταν ο μεσολαβητής, παρέδωσε αποδείξεις με τις οποίες δεικνύεται ότι παρέδωσε τα ποσά που παρέδωσε στην Εναγόμενη. Εξήγησε επαρκώς γιατί δεν παρουσίασε αποδείξεις για το ποσό που παρέδωσε στον έμπορο, αφού ο τελευταίος το απαίτησε απειλώντας τον κιόλας. Είχε αποκαλύψει στην Εναγόμενη, όπως τελικά παραδέχτηκε και η ίδια, ότι ο έμπορας επιζητούσε το ποσό που απεστάλη στην ίδια. Ο ίδιος είναι επίσης αποδεκτό ότι καμία εμπλοκή δεν είχε στην παρασκευή του εμπορεύματος, αφού δεν καταδείχθηκε η όποια σχέση του με αυτό, ενώ είναι παραδεκτό ότι μόνη της μετέβη στην Ιορδανία η Εναγόμενη. Τέλος αυτόν ήξερε ο έμπορος, όπως είπε, θα φαινόταν στην συσκευασία το όνομα του και αυτός ήταν ακόμα ένας λόγος για να καταβάλει το ποσό που απέστειλε ο έμπορος χωρίς να λάβει αντάλλαγμα. Η Εναγόμενη υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων. Είχε λάβει τα ποσά που απέστειλε ο έμπορας και μόνη της μετέβη στην Ιορδανία για την ετοιμασία των ξιδάτων. Επομένως δεν θα μπορούσε να φέρει ευθύνη ο Ενάγων, αν από εκεί που με δική της πρωτοβουλία μετέβη δεν εξήγαγαν το προϊόν που η ίδια είχε ετοιμάσει. Επιπλέον η ίδια είναι που ετοίμασε το δείγμα με κυπριακά οπωροκηπευτικά, ενώ επέλεξε να προβεί στην ετοιμασία του προϊόντος με χαμηλότερης ποιότητας. Η ίδια ετοίμασε, με δική της συνταγή και ευθύνη τα ξιδάτα, τα οποία τελικά δεν έγινε κατορθωτό να εξαχθούν. Άλλωστε παραδέχτηκε ότι ο έμπορος της είπε να προχωρήσουν ως τα δείγματα που του απέστειλε και η ίδια προτίμησε να μεταβεί στην Ιορδανία, όπου δεν θα μπορούσε να πετύχει ανάλογο αποτέλεσμα με αυτό των δειγμάτων. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι απέκρυπτε γεγονότα ο Ενάγων από τον έμπορο. Η ίδια η Εναγόμενη γνώριζε το τι απαιτείτο, έλαβε τα χρήματα και δεν κατόρθωσε να αποστείλει το εμπόρευμα. Στην βάση των ως άνω προβαίνω στα κατωτέρω ευρήματα: Ο Ενάγων μεσολάβησε για να φέρει σε επαφή έμπορο και Εναγόμενη. Έλαβε και πλήρωσε στην Εναγόμενη το επίδικο ποσό. Αυτή ενώ είχε αποστείλει δείγμα με αποδεκτό προϊόν στον έμπορο και στην βάση αυτού συμφωνήθηκε να πληρωθεί και να αποστείλει το ανάλογο εμπόρευμα, επέλεξε να μεταβεί στην Ιορδανία όπου αδυνατούσε να εκτελέσει τη σύμβαση, ήτοι να αποστείλει αποδεκτό προϊόν στον έμπορο. Μετά από απαίτηση του εμπόρου και αφού τον απείλησε, ο Ενάγοντας επέστρεψε σε αυτόν το ποσό που είχε λάβει η Εναγόμενη χωρίς να αποστείλει το εμπόρευμα.
  7. Νομική βάση To άρθρο 69 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφάλαιο 149 προβλέπει ότι: «Πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στην καταβολή χρημάτων που οφείλονται κατά νόμο από άλλον, και συνεπεία αυτού καταβάλλει αυτά, έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί από τον άλλο.» Εκ της γραμματικής ερμηνείας του εν λόγω άρθρου προκύπτει ότι θα πρέπει πρώτον να καταδειχθεί κάποιο συμφέρον από την καταβολή των χρημάτων, δεύτερον να καταδειχθεί ότι τα χρήματα καταβλήθηκαν λόγω ακριβώς αυτού του συμφέροντος και τρίτο αυτά να οφείλονταν κατά νόμο από άλλον. Η διάταξη αυτή έχει αναλυθεί ευρέως στο ινδικό δίκαιο, όπου ισχύει το άρθρο 69, με ταυτόσημο λεκτικό. Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts (16th edn LexisNexis 2019) Vol. 1, σελ. 1059 επόμενες, γίνεται εκτενής ανάλυση των προαπαιτούμενων για εφαρμογή του εν λόγω άρθρου. Κατ' αρχάς το συμφέρον του ατόμου που καταβάλλει χρήματα που οφείλονται από άλλο θα πρέπει να προκύπτει με καλή πίστη. Στην απόφαση Serafat Ali v Issar Ali, AIR 1918 Cal 446 αναφέρεται ότι: «The true meaning of the expression interested in the payment of money" has formed the subject of judicial discussion in recent years, and in the case of Pankhabati Chaudhurani v. Nonihal Singh 21 lnd. Cas. 207: 19 C. L. J. 72: 18 C. W. N.
  8. it was ruled that the words "interested in the payment of money which another is bound by law to pay," were comprehensive enough to include the cases of persons who were under apprehension of any kind of loss or inconvenience and were not restricted to cases of individuals who were sure to suffer actual detriment capable of assessment in money. On this principle it was ruled in the cases of Bindubashini Dassi v. Harendra Lal Ray 25 C. 305: 3 C. W. N. 150: 13 Ind. Dec. (N. S.)
  9. and Radha Madhub Samonta v. Sasti Bam Sen 26 C. 826: 13 Ind. Dec. (N. S.)
  10. that where payment is made by a person who puts forward a bona fide claim to the property in dispute, he is entitled to the protection afforded by Section 69 of the Indian Contract Act, even though it ultimately transpires, as a result of litigation, that he had not, in fact or in law, the interest for the protection whereof the payment was made. » Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Indian Bank vs. Gawri Construction Udyog Ltd

(2011)126 DRJ 569 ως ακολούθως: «In fact, Section 69 of Contract Act does not require that a person, to be interested in payment, should at the same time have a legal proprietary interest in the property in respect of which the demand is made. The interest envisaged in Section 69 of Contract Act is an interest in order to avert some loss or to protect some interest which would otherwise be lost to the person making the payment.» Στην παρούσα ο Ενάγων ήταν ο διαμεσολαβητής μεταξύ εμπόρου και Εναγόμενης. Επίσης το όνομα του ιδίου θα φαινόταν, όπως προκύπτει από την μαρτυρία, στην συσκευασία γιατί το γνώριζε ο έμπορος. Ήταν πρόσωπο, το οποίο ενέχετο στην σύμβαση, θα είχε προσωπικό συμφέρον από αυτή, καθώς θα λάμβανε κέρδος από την διαμεσολάβηση του και τελικά μέσω της διαμεσολάβησης του ήταν ο ίδιος που έλαβε χρήματα από τον έμπορο, χωρίς ο δεύτερος να λάβει το συμφωνημένο εμπόρευμα. Συνεπώς είχε έννομο συμφέρον να αποπληρώσει τα εν λόγω ποσά. Έχει άλλωστε γίνει αποδεκτό ότι είχε δεχτεί απειλές ο Ενάγων για να καταβάλει το εν λόγω ποσό. Με την έννοια του συμφέροντος, ως η νομολογία ως άνω το ορίζει, το άρθρο 69 εννοεί την πιθανή απώλεια ή ενόχληση κάθε είδους. Επομένως η απειλή που δέχθηκε ο Ενάγων για να καταβάλει το ποσό που η Εναγόμενη όφειλε, τον έφερε σε τέτοια κατάσταση πιθανής απώλειας, η οποία γεννά συμφέρον για το οποία καταβλήθηκε το επίδικο ποσό, εν τη εννοία του άρθρου 69 του Κεφαλαίου 149. Τέλος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη όφειλε κατά νόμο να καταβάλει το ποσό που κατέβαλε ο Ενάγων. Όπως αναφέρεται και στην σελίδα 1070 του συγγράμματος των Pollock & Mulla, πιο πάνω, και εφαρμόζει επ' ακριβώς στη παρούσα «The money may have been paid on behalf of another, which that other was bound under an agreement with the person making the payment or a third party». Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτή τόσο η σύμβαση μεταξύ Εναγόμενης και εμπόρου, όσο και το ότι δεν κατέβαλε η Εναγόμενη το αντάλλαγμα, ήτοι δεν απέστειλε τα ξιδάτα οπωροκηπευτικά. Έγινε, δε, αποδεκτό ότι ο έμπορος ζήτησε πίσω τα χρήματα του. Η υπό εξέταση είναι κλασσική περίπτωση παράβασης σύμβασης[1] από την Εναγόμενη, αφού ενώ είχε υποχρέωση που γεννάτο από την σύμβαση δεν την εκπλήρωσε, ζημίωσε τον έμπορο και αυτός δικαιούτο αποζημίωσης για την ζημιά που του δημιουργήθηκε. Επομένως το ποσό που κατέβαλε ο Ενάγων οφείλετο κατά νόμο από την Εναγόμενη, ήτοι κατά παράβαση σύμβασης ως το άρθρο 73 του Κεφαλαίου 149 ορίζει. Στην βάση των ως άνω ο Ενάγων δικαιούται να αποζημιώθεί από την Εναγόμενη, για την καταβολή χρημάτων που είχε συμφέρον να καταβάλει και οφείλονταν εκ του Νόμου από αυτήν. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €12011.03 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Δεν υφίσταται λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της απόφασης, επομένως επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.)............ Α. Λουκά Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κεφάλαιο 149 άρθρο 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.