Γρηγορίου κ.α. ν. ASTARTI DEVELOPMENT PLC, Αρ. Αγωγής: 2022/10, 8/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2022/10 Μεταξύ: 1.xxx x.Γρηγορίου 2.xxx Γρηγορίου Εναγόντων και ASTARTI DEVELOPMENT PLC Εναγόμενης .......... Αίτηση Τροποποίησης ημερ. 5.11.2020 8 Ιανουαρίου 2021 Για τους Ενάγοντες -Αιτητές: κ. Κ. Χατζηλαμπρής για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Γ. Αργυρού για κ. Λεωνίδα Γεωργίου και Ανδρέα Χατζηχριστοφή. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος τροποποίησης του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος της ως άνω αγωγής δια της διαγραφής του ονόματος της εναγόμενης εταιρείας και αντικατάστασή του με την ακόλουθη φράση: «Επίσημος παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας ATARTI DEVELOPMENT PLC (Η.Ε 12331)» Επιπλέον ζητούν την τροποποίηση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης δια της προσθήκης στο τέλος της ακόλουθης μη αριθμημένης παραγράφου: «Στα πλαίσια της Αίτησης 467/2016 εκδόθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 14.11.2018, με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εναγόμενης. Περαιτέρω στα πλαίσια της Αίτησης 467/2016 εκδόθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 07.10.2020 για συνέχεια της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή». Τα πράγματα στην όψη τους φαίνονται απλά. Διορίστηκε ο επίσημος παραλήπτης, εκκαθαριστής της περιουσίας της εναγόμενης εταιρείας και ζητείται δικονομική αντικατάσταση της δεύτερης από τον πρώτο, για να μπορέσουν οι ενάγοντες να προωθήσουν την αγωγή τους. Ίσως να ανέμενε κανείς ότι χωρίς χρονοτριβή θα εκδιδόταν εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης, έτσι ώστε να υπάρξει επιτέλους επικέντρωση στην ουσία της υπόθεσης. Κάθε άλλο όμως παρά έγινε κάτι τέτοιο. Για να γίνει όμως κατανοητό το «σήμερα» θα πρέπει να γίνει μια αναδρομή στο "χθες» ξεκινώντας από την καταχώρηση της αγωγής, ίσως και πιο πριν ακόμα. Η αγωγή λοιπόν καταχωρήθηκε προ δεκαετίας και πλέον, στις 15.6.
- Με αυτήν οι ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις καθώς και τον παραμερισμό εκ συμφώνου απόφασης που εκδόθηκε στις 5.3.2007, στα πλαίσια της αγωγής 1400/03 - λόγω απάτης και/ή έλλειψης δικαιοδοσίας του Ε.Δ. Πάφου. Στις 21.3.2011 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης, χωρίς όμως επιτυχία, αφού η αίτησή τους, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.7.5.2012, απορρίφθηκε. Διαμάχη υπήρξε ακόμα και για το δικαίωμα της εναγόμενης να καταχωρήσει Υπεράσπιση, αφού η αργοπορία της να το πράξει και η μετέπειτα αίτησή της για παράταση του χρόνου καταχώρησης Υπεράσπισης συνάντησε την ένσταση των εναγόντων, με αποτέλεσμα να χρειαστεί η εκδίκαση ακόμα και αυτής της αίτησης και το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) να υποχρεωθεί να εκδώσει την ενδιάμεση απόφαση ημερ.4.3.2014, παρατείνοντας τον χρόνο καταχώρησης Υπεράσπισης. Στις 3.4.2014 καταχωρήθηκε όντως Έκθεση Υπεράσπισης. Κατά το έτος 2014 διορίστηκαν παραλήπτες/διαχειριστές της εναγόμενης. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε ορισμένες φορές για ακρόαση χωρίς όμως να αρχίσει ποτέ η ακροαματική διαδικασία - για διάφορους λόγους - οι οποίοι, για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, δεν ενδιαφέρουν. Φτάνουμε στο έτος 2016 και συγκεκριμένα στις 16.9.2016 όπου καταχωρείται στο Ε.Δ. Λεμεσού η Αίτηση Εκκαθάρισης 476/16 εναντίον της εναγόμενης εταιρείας. Ένα και πλέον χρόνο μετά, στις 13.12.2017 - και ενώ στο μεσοδιάστημα συνέχισε να ορίζεται και να αναβάλλεται η υπόθεση - καταχωρείται αίτηση για αναστολή της διαδικασίας μέχρι αποπερατώσεως της προαναφερθείσας αίτησης εκκαθάρισης. Πράγματι στις 8.5.2018 εκδίδεται το διάταγμα αναστολής και η υπόθεση τίθεται εκτός πινακίου. Για δύο και πλέον χρόνια δεν αναζητεί και δεν ενδιαφέρεται κανείς για την υπόθεση μέχρι που το παρόν Δικαστήριο - εξ ιδίας πρωτοβουλίας - την ορίζει για παρακολούθηση και ενημέρωση στις 3.9.
- Την ημέρα εκείνην, προς έκπληξη του Δικαστηρίου, ενημερώνεται ότι η υπόθεση δύναται να προχωρήσει αφού εκδόθηκε από τις 14.11.2018 διάταγμα εκκαθάρισης της περιουσίας της εναγόμενης εταιρείας. Η υπόθεση τότε ορίζεται για ακρόαση στις 19.10.2020 με οδηγίες όπως τα αναγκαία δικονομικά διαβήματα παρθούν πάραυτα. Πράγματι στις 7.10.2020 εξασφαλίζεται διάταγμα από το Ε.Δ. Λεμεσού το οποίο επιτρέπει τη συνέχιση της παρούσας αγωγής και στις 19.10.2020 εκδίδεται από το παρόν Δικαστήριο εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής δια της αντικατάστασης της εναγόμενης από τον επίσημο παραλήπτη. Στη συνέχεια οι συνήγοροι των εναγόντων - εντός της ταχθείσας από το διάταγμα προθεσμίας - καταχωρούν το υποτιθέμενο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να αντικαταστήσουν την εναγόμενη με τον επίσημο παραλήπτη. Εκ παραδρομής δηλαδή καταχώρησαν ξανά αναλλοίωτο το κλητήριο ένταλμα στην προγενέστερή του μορφή. Παρέρχεται ακολούθως η προθεσμία του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να καταχωρηθεί το ορθό κλητήριο, με αποτέλεσμα το διάταγμα να καταστεί από μόνο του άκυρο (ipso facto void) - βλ. Σακκούλα κ.ά. v Αρέστη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
- Ως εκ τούτου δεν παρεχόταν ευχέρεια παράτασης και έτσι, ορθώς, καταχωρείται νέα αίτηση από τους ενάγοντες (εφεξής από κοινού οι αιτητές). Η νέα αυτή αίτηση είναι η παρούσα Αίτηση ημερ.5.11.
- Η Αίτηση στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, στην οποία επεξηγεί ουσιαστικά τα όσα διαδικαστικά έλαβαν χώρα και οδήγησαν στην αναγκαιότητα υποβολής της Αίτησης. Αυτή τη φορά όμως η πλευρά του επίσημου παραλήπτη (εφεξής ο καθ' ου η αίτηση) - ο οποίος εκπροσωπείται από τον ίδιο δικηγόρο που εκπροσωπούσε και την εναγόμενη εταιρεία - αποφασίζει να εναντιωθεί, καταχωρώντας την Ένσταση ημερ.24.11.
- Στην Ένσταση προβάλλονται οι εξής οκτώ ειδικοί λόγοι ένστασης:
- Η Αίτηση είναι καταχρηστική δεδομένου ότι ήδη στις 19/10/20 εχορηγήθη διάταγμα τροποποίησης το οποίο η πλευρά των εναγόντων δεν αξιοποίησε.
- Δεν είναι δυνατό εκκρεμούσης της τροποποίησης που χορηγήθηκε από το Δικαστήριο να ζητείται άλλη τροποποίηση.
- Η τροποποίηση του τίτλου είναι άνευ ουσίας καθ' ότι το αντικείμενο της υπόθεσης έχει επιστραφεί πίσω στους δικαιούχους, σύμφωνα με εκ συμφώνου απόφαση ημερομηνίας 05/03/2007 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής υπ' αρ. 1400/2003, όπου εκδόθηκε διάταγμα για ανάκτηση κατοχής του Αθλητικού Κέντρου με την επωνυμία RIU MARIS SPORTS CENTRE.
- Όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους ενάγοντες ‑ αιτητές στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση είναι γενικοί, αόριστοι, αδικαιολόγητοι και μη επαρκείς, σε καμιά περίπτωση, δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Υπάρχει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης για τροποποίηση.
- Δεν επεξηγείται και/ή δεν παραχωρείται από πλευράς των αιτητών οποιαδήποτε επαρκής και/ή καθόλου επεξήγηση και/ή λόγος της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και/ή οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Για τους σκοπούς της ορθής ρύθμισης της διαδικασίας και προς αποφυγή σπατάλης πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου, η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Το πραγματικό υπόβαθρο της Ένστασης συναντάται στην ένορκη δήλωση της δικηγορικού υπαλλήλου xxx Μάτσικα, όπου επαναλαμβάνονται κατ' ουσία οι λόγοι ένστασης της πλευράς του καθ' ου η αίτηση. Προς κατανόηση της κρίσης του Δικαστηρίου επί της ανακύπτουσας διαφοράς είναι σημαντικό να γίνει πρώτα μια επισκόπηση των νομικών αρχών. Οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται βέβαια είναι εκείνες που ίσχυαν πριν τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30, αφού "ο ουσιώδης χρόνος" είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής, ήτοι το
- Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, απασχολεί τα Δικαστήρια εδώ και δεκαετίες με αποτέλεσμα η σχετική επί του θέματος νομολογία να είναι πλούσια και οι εφαρμοστέες αρχές πλήρως αποκρυσταλλωμένες. Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION,
(2013)1 Α.Α.Δ 543, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση ΙKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α.
(2014)1 Α.Α.Δ.663, το Ανώτατο Δικαστήριο, επεσήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών....Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Τέλος στην υπόθεση Αρεκελιάν v. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολ. Έφεση 51/12, ημερ. 11.2.2016 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss
(1899)32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D.
(1936)3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ.627). Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 και Ιωσηφίδης v. BERNHARD SCHULTE SHIPMANAGEMENT (CYPRUS) LTD, 2013 1(Γ) Α.Α.Δ.
- Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, σχεδόν δύο χρόνια από την εκκαθάριση της εναγόμενης εταιρείας στις 14.11.2018 μέχρι την καταχώρηση της πρώτης αίτησης τροποποίησης στις 16.10.
- Ομοίως είναι ορθή η επισήμανση του καθ' ου η αίτηση ότι οι ακριβείς λόγοι αυτής της καθυστέρησης δεν έχουν επεξηγηθεί. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι η καθυστέρηση και/ή η αοριστία αυτή συνοδεύονται από οποιανδήποτε μορφή κακής πίστης από πλευράς αιτητών ή ότι ο καθ' ου η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης. Τουναντίον ξεκάθαρα προκύπτει ότι η τροποποίηση είναι δικονομικά απαραίτητη για να μπορέσουν οι αιτητές να προωθήσουν την αγωγή τους και να υπάρξει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Με άλλα λόγια η τροποποίηση είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής δικαιοσύνης. Η επισήμανση αυτή απαντά ουσιαστικά στους λόγους ένστασης 4-8, οι οποίοι και απορρίπτονται. Σημειώνεται ότι η ούτως ή άλλως ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση ενυπάρχει και στην περίπτωση αντικατάστασης διαδίκων που στοχεύει στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων (βλ. Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668). Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Δώρου Γεωργιάδη
(2012)1 Α.Α.Δ.2032, επετράπη στην εφεσείουσα τρία χρόνια μετά την καταχώρηση της έφεσης της να τροποποιήσει τον τίτλο της έφεσης λόγω αλλαγής του δικού της ονόματος με την υπόδειξη ότι, "τυχόν απόρριψη του υποβληθέντος αιτήματος θα ήταν υπέρμετρα επαχθές μέτρο και θα προσέκρουε στο καλώς νοούμενο συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης που επιβάλλει, αφενός μεν την αποστασιοποίηση από τυπολατρικής φύσεως αντιμετώπιση των διαδικαστικών θεμάτων και αφετέρου την επικέντρωση της προσοχής του Εφετείου επί της ουσίας, που δεν είναι άλλη παρά η εκδίκαση της έφεσης, με βάση τους υποβληθέντες λόγους έφεσης. Σ' αντίθετη περίπτωση η έφεση θα τερματιζόταν σε αυτό το στάδιο, χωρίς την εκδίκασή της." Μάλιστα σε αντίθεση με την πάγια πρακτική που ισχύει σε τροποποιήσεις, επιδικάστηκαν μόνο τα προκληθέντα εκ της τροποποίησης έξοδα στον εφεσίβλητο και όχι τα έξοδα της αίτησης, διότι θεωρήθηκε πως αδικαιολόγητα υπήρξε από μέρους του ένσταση. Σε ό,τι αφορά τους λόγους ένστασης 1 και 2 που άπτονται ζητήματος κατάχρησης διαδικασίας (εμμέσως ίσως και δεδικασμένου), θεωρώ ότι είναι ανυπόστατοι και ως τέτοιοι απορρίπτονται. Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της κατάχρησης σχετική είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R στην οποία επισημαίνεται ότι κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η όποια διαδικασία μπορεί να κατασταλεί, όποτε η προσεπίκλησή της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. επίσης Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην προκειμένη περίπτωση καμία υπονόμευση της διαδικασίας του Δικαστηρίου δεν υπήρξε και κανένα αλλότριο κίνητρο των αιτητών δεν υφίσταται. Υπήρξε απλά ένα καλόπιστο λάθος. Οι αιτητές πέτυχαν την έκδοση διατάγματος που τους επέτρεπε να αλλάξουν τον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος και εκ λάθους δεν το έπραξαν. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως επωφελής λόγος αυτό να έγινε ηθελημένα. Αντίθετα το λάθος τούς στοίχησε, αφού εξ αιτίας του υποβάλλονται και οι ίδιοι στην επιπρόσθετη αβεβαιότητα και ταλαιπωρία της παρούσας διαδικασίας. Σε ό,τι αφορά την αρχή του δεδικασμένου, αρκεί να λεχθεί ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής σε ενδιάμεσες αιτήσεις παρά μόνο όταν υπάρχει απόφαση κατά τρόπο καθοριστικό επί της ουσίας των επιδίκων θεμάτων. Σχετική επί του ζητήματος είναι η υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/2011, ημερ. 16.4.2014, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώρηση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. [.] Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument». Εδώ καμία απόφαση και μάλιστα καθοριστική επί ουσιαστικού ζητήματος δεν υπήρξε. Απλά στα πλαίσια της αίτησης ημερ.16.10.2020 εκδόθηκε εκ συμφώνου το προηγούμενο διάταγμα τροποποίησης. Υπό τις περιστάσεις που ήδη έχουν αναφερθεί, οι αιτητές δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας και έτσι επανήλθαν με την παρούσα Αίτηση. Απομένει ο λόγος ένστασης 3 σύμφωνα με τον οποίο το αντικείμενο της υπόθεσης φέρεται να έχει επιστραφεί στους δικαιούχους. Ο λόγος αυτός είναι εκ προοιμίου απορριπτέος. Το ζήτημα τούτο αφορά την ουσία της υπόθεσης και όχι το αναφαίρετο δικαίωμα των αιτητών να προωθήσουν την αγωγή τους κατά τον ορθό δικονομικό τρόπο. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημέρων από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα που χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτήτων. Σε σχέση όμως με τα έξοδα της Αίτησης δεν θα υπάρξει καμία διαταγή καθ' ότι θεωρώ ότι η Ένσταση του καθ' ου η αίτηση, εκτός από αβάσιμη, ήταν και παντελώς αδικαιολόγητη. (Υπ.) .......... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο