← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 5/2021, 25/2/2021

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 5/2021, 25/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5/2021 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγοντα και ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ (ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ) Εναγόμενης ----------------- Αίτηση Ενάγοντα ημερομηνίας 27.1.2021 Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Μάριος Σιαηλής Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κα Σωτηρούλα Σταυρή Σωκράτους -------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι το κατά πόσο θα οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 27.1.2021 σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη απαγορευόταν να επικοινωνεί και να αποστέλλει οποιαδήποτε μηνύματα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και κινητών τηλεφώνων. Επίσης με το εν λόγω διάταγμα η εναγόμενη απαγορευόταν να χρησιμοποιεί φωτογραφίες, οπτικό ή άλλο υλικό μέσω διαδικτύου ή άλλου ηλεκτρονικού ή έντυπου μέσου που να δείχνουν τους πίνακες ζωγραφικής του ενάγοντα και τέλος η εναγόμενη διατασσόταν όπως μη πλησιάζει την οικία του ενάγοντα και τον ίδιο προσωπικά σε απόσταση λιγότερη των 500 μέτρων. Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο θα παραθέσει τον πυρήνα του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του χωρίς βεβαίως να το παραθέσει αυτολεξεί και αυτούσιο διότι θα γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση όπου εκεί χρειάζεται. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο ενάγοντας αιτητής κάνει αναφορά στη γνωριμία του με την εναγόμενη με την οποία σύναψε ερωτικό δεσμό κατά τον Ιούνιο του 2020 και στην πορεία της σχέσης τους η οποία διακόπηκε περίπου τον Ιανουάριο του 2021, η εναγόμενη απέστελνε επί καθημερινής βάσεως στο κινητό του τηλέφωνο και μέσω διαδικτύου επίμονα μηνύματα αισχρού, υβριστικού, απειλητικού και εκβιαστικού περιεχομένου καθ' όλη τη διάρκεια του 24ώρου προκαλώντας του ανησυχία και αναστάτωση και επί αυτού του θέματος επισύναψε δέσμη τεκμηρίων που αποτυπώνονται τα εν λόγω γραπτά μηνύματα. Ο ενάγοντας προσπαθούσε με καλό τρόπο να πείσει την εναγόμενη να σταματήσει την πιο πάνω πρακτική, πράγμα που δεν έγινε αλλά απεναντίας κατά τον Δεκέμβριο του 2020 και Ιανουάριο 2021 η εναγόμενη πήγαινε τακτικά στο σπίτι του απροειδοποίητα με απειλητικό τρόπο και αφήνοντας σ' αυτόν χειρόγραφες επιστολές. Σε μία περίπτωση εντός της οικίας βρισκόταν και η θυγατέρα του και ο ενάγοντας εκφράζει την άποψη ότι εάν δεν εμποδιστεί η εναγόμενη θα συνεχίσει την πιο πάνω πρακτική τόσο στο σπίτι του όσο και στο χώρο εργασίας του. Λόγω της πιο πάνω κατάστασης, δηλαδή των απειλών, των ύβρεων και της ψυχολογικής βίας, ο ενάγοντας στις 16.1.2021 κατήγγειλε την εναγόμενη στην αστυνομία και παρά την πιο πάνω καταγγελία η εναγόμενη συνέχιζε την πιο πάνω πρακτική τις επόμενες μέρες με αποτέλεσμα να αναστατωθεί όλη του η ζωή, να χάσει τον ύπνο του και να χαρακτηρίζει τη ζωή του ως μια κόλαση. Τέλος ο ενάγοντας αναφέρει ότι η εναγόμενη μέσω συγκεκριμένης ιστοσελίδας ανάρτησε φωτογραφίες από πίνακες του χωρίς την άδεια και συγκατάθεση του παρόλο που ζήτησε από την εναγόμενη να μην χρησιμοποιεί τα έργα ζωγραφικής του και να αφαιρέσει τις σχετικές αναρτήσεις. Ως προς τη νομική βάση της αίτησης, δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσια διότι θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Η εναγόμενη έφερε ένσταση στη συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος και ως προς τη νομική βάση της ένστασης δεν θα παρατεθεί αυτούσια για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Προβλήθηκαν συνολικά εφτά λόγοι ένστασης που είχαν ως επίκεντρο ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση και συνέχιση της ισχύος του εν λόγω διατάγματος, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι το διάταγμα δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί, αμφισβητώντας ταυτόχρονα το βάσιμο των ισχυρισμών του ενάγοντα. Η εναγόμενη στην ένορκη της δήλωση υιοθετεί τους λόγους ένστασης και προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Ακολούθως κάνει και αυτή με τη σειρά της αναφορά στη γνωριμία που είχε με τον ενάγοντα και τη σύναψη ερωτικού δεσμού με αυτόν. Δίνει όμως τη δική της εκδοχή για την πορεία αυτής της σχέσης η οποία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτή που παρουσίασε ο ενάγοντας και πιο συγκεκριμένα αντέστρεψε τα βέλη λέγοντας ότι ο ενάγοντας είναι αυτός που ήταν καταπιεστικός, απειλητικός και εκβιαστικός απέναντι της, θέτοντας ζήτημα ότι ο ενάγοντας την έχει εκμεταλλευτεί ποικιλοτρόπως δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα. Έθεσε και αυτή με τη σειρά της ζήτημα έκδοσης φωτογραφικού και άλλου υλικού χωρίς τη συγκατάθεση της και ότι ζήτησε από τον ενάγοντα να διαγράψει αυτό το υλικό και όπως της αποστείλει αυτό το υλικό σε usb πράγμα που παρέλειψε ο ενάγοντας να το πράξει. Συνέπεια της πιο πάνω συμπεριφοράς του ενάγοντα ήταν να κλονιστεί η σωματική και ψυχική υγεία της εναγόμενης με αποτέλεσμα να επισκεφθεί συγκεκριμένο ιατρό ο οποίος και εξέδωσε σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, αλλά και να καταγγείλει τον ενάγοντα στην αστυνομία στις 15.1.2021 για τα αδικήματα των ενοχλητικών μηνυμάτων και της απειλής βίας και επί αυτού του θέματος η εναγόμενη πρόβαλε τη θέση ότι ο ενάγοντας απέκρυψε αυτό το γεγονός, δηλαδή της πιο πάνω καταγγελίας, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Έθεσε επίσης η εναγόμενη ζήτημα ότι ο ενάγοντας τη ζωγράφησε και τη φωτογράφησε χωρίς τη θέληση της παραβιάζοντας δηλαδή τα προσωπικά της δεδομένα και τη σχετική νομοθεσία, επισυνάπτοντας σχετικά τεκμήρια. Η εναγόμενη αναφέρει ότι ο ενάγοντας απομόνωσε τα ηλεκτρονικά μηνύματα που τον συμφέρουν και αυτά αποκάλυψε στην ένορκη του δήλωση με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να την εκθέσει ανεπανόρθωτα διότι αφορούν προσωπικές τους στιγμές και επιφύλαξε επί αυτού τα δικαιώματα της. Η εναγόμενη αναφέρει ότι ο ενάγοντας ουδέποτε κινδύνεψε ή κινδυνεύει από την ίδια, ούτε ήθελε και ούτε θέλει να πηγαίνει στο σπίτι του και ούτε θέλει να αποστέλλει μηνύματα μέσω τηλεφώνου ή κοινωνικής δικτύωσης και εν πάση περιπτώσει ο ενάγοντας έχει την επιλογή να αποκλείσει τον αριθμό του τηλεφώνου της. Η εναγόμενη ήταν κατηγορηματική και συγκεκριμένα δεν χρησιμοποίησε φωτογραφικό ή οπτικό υλικό σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό ή έντυπο μέσω που να δείχνουν πίνακες ζωγραφικής του ενάγοντα αλλά απεναντίας αυτές τις ενέργειες τις καταλογίζει στον ενάγοντα. Επίσης η εναγόμενη αναφέρει ότι ουδέποτε επισκέφθηκε την οικία του ενάγοντα χωρίς να προσκαλεστεί και ουδέποτε είχε πάει στο χώρο εργασίας του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Αναφορικά με την οριστικοποίηση του Διατάγματος, ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.

(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: - ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και - ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέτο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω.. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Τέθηκε από πλευράς εναγομένης ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και έχοντας υπ΄ όψην του το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του και από τις δύο πλευρές, προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: Αναμφίβολα, το Δικαστήριο εν θα εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης με τρόπο που να προβαίνει σε εκτενή ανάλυση της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας και να εξάξει ευρήματα και συμπεράσματα επί της ουσίας, διότι αυτό είναι έργο που θα εκτελέσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Η μόνη αξιολόγηση που θα γίνει θα είναι στην έκταση και μόνο για να διαπιστωθεί κατά πόσο το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί ή όχι, με βάση και τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Ούτε βεβαίως θα εισέλθει σε αξιολόγηση ευαίσθητων προσωπικών θεμάτων αμφοτέρων των διαδίκων, όπως αυτά προέκυψαν κατά την διάρκεια και με την λήξη του μεταξύ τους ερωτικού δεσμού. Η μόνη αναφορά και αξιολόγηση γίνει, είναι για να εξεταστεί κατά πόσο θα οριστικοποιηθεί το εκδοθέν Διάταγμα, ιδίως όσον αφορά την μη αποστολή οποιωνδήποτε μηνυμάτων, σε συνάρτηση με τα ήδη μηνύματα που αποστάλησαν, ως αυτά είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση την έκθεση απαίτησης, αλλά και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση και αυτό αφορά την επαναλαμβανόμενη αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων από την εναγόμενη προς τον ενάγοντα. Επίσης αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση αναφορικά με το ζήτημα της χρησιμοποίησης ζωγραφικού υλικού του ενάγοντα από την εναγόμενη, χωρίς την συγκατάθεση του, ως επίσης και ζήτημα εισόδου της εναγομένης στην περιουσία του ενάγοντα, η οποία υπήρξε ενοχλητική για τον ενάγοντα. Επίσης, μέσα από τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδίως μέσα από τα μηνύματα που αποστάλησαν από την εναγόμενη προς τον ενάγοντα, προκύπτει μια συνεχής αποστολή μηνυμάτων από την εναγόμενη προς τον ενάγοντα, ο οποίος ευθέως από ένα σημείο και μετά έδειξε να ενοχλείται και να καλεί την εναγόμενη να σεβαστεί την επιθυμία του όπως ο μεταξύ τους ερωτικός δεσμός θεωρηθεί ουσιαστικά νεκρός, πλην όμως η εναγόμενη δεν έδειξε να το αποδέχεται και να συνεχίζει την αποστολή μηνυμάτων. Επιπρόσθετα, μέσα και από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα, προκύπτει ότι ο ενάγοντας δεν επιθυμεί την οποιανδήποτε συναναστροφή ή επικοινωνία με την εναγόμενη, ούτε την χρησιμοποίηση καλλιτεχνικού υλικού που εκπονήθηκε από τον ίδιο χωρίς την συγκατάθεση του και αυτά αξιολογούνται από το Δικαστήριο ότι συνιστούν μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι εάν δεν συνεχιστεί η ισχύς του εκδοθέντος Διατάγματος μέχρι την αποπεράτωση της ακροαματικής διαδικασίας, πράγματι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη τουλάχιστον μέχρι σε εκείνο το στάδιο, λόγω ακριβώς της φύσεως της επίδικης διαφοράς που άπτεται κυρίως του πυρήνα της προσωπικής ζωής του ενάγοντα και που είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να μην ενοχλείται με οποιονδήποτε τρόπο από οποιοδήποτε πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του και να μην δέχεται τηλεφωνικές ή άλλες κλήσεις με οποιοδήποτε ηλεκτρονικό, έντυπο ή άλλο μέσο χωρίς την συγκατάθεση του. Το ίδιο ισχύει άλλωστε και με το δικαίωμα του ενάγοντα να μην χρησιμοποιείται το οποιοδήποτε καλλιτεχνικό του έργο από οποιονδήποτε χωρίς την συγκατάθεση του, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι αποτελεί ιδιοκτησία του, υλική και πνευματική. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι πράγματι, λόγω των συνεχών και επίμονων επικοινωνιών της εναγόμενης προς τον ενάγοντα, χωρίς αυτός να το αποδέχεται όπως προκύπτει από τα μηνύματα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η εναγόμενη να συνεχίσει την αποστολή μηνυμάτων και γενικά να προσπαθεί να έρθει τουλάχιστον σε επικοινωνία μαζί του. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας αναφορικά με την συνέχιση ή όχι του εκδοθέντος Διατάγματος, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η διατήρηση της ισχύος του εν λόγω Διατάγματος, ουδόλως θα επηρεάσει δυσμενώς την εναγόμενη, διότι ούτως ή άλλως στην παράγραφο 33 της ένορκης της δήλωσης ρητά και κατηγορηματικά αναφέρει ότι δεν θέλει να έχει οποιανδήποτε επικοινωνία μαζί με τον ενάγοντα. Αυτό άλλωστε αποτελεί και νομικό δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην δέχεται οποιεσδήποτε τηλεφωνικές κλήσεις και δη επίμονες από οποιονδήποτε και δεν αρκεί η δυνατότητα αποκλεισμού ή φραγής της οποιασδήποτε επαφής με τεχνικά μέσα. Με την διατήρηση της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος διατηρείται και διαφυλάσσεται το δικαίωμα, ακόμα και των δύο διαδίκων, να μην έχουν οποιανδήποτε επικοινωνία ή συναναστροφή, χωρίς την αμοιβαία συγκατάθεση και των δύο πλευρών. Ως προς την θέση της εναγομένης ότι ο ενάγοντας απέκρυψε το γεγονός ότι έχει καταγγελθεί και αυτός στην αστυνομία, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποτελεί τέτοιας φύσεως ουσιώδη απόκρυψη, λόγω του γεγονότος ότι για την εξέταση της ουσίας της υπό εξέταση αίτησης, δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός είτε η καταγγελία του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης ή και το αντίστροφο, διότι αυτό το κομμάτι αφορά την ποινική πτυχή των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που θα κληθεί να αποφασίσει το αρμόδιο καθ΄ ύλην Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία και είναι ανεξάρτητο με την φύση της υπό εξέταση υπόθεσης. Εν πάση περιπτώση, το γεγονός ότι η εναγόμενη έχει και αυτή με την σειρά της παράπονα εναντίον του ενάγοντα, είτε αυτά αφορούν καλλιτεχνικό, φωτογραφικό ή άλλο υλικό, έχει το αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο ούτως ή άλλως έχει ρητώς επιφυλάξει, να κινηθεί εναντίον του ενάγοντα, είτε στα πλαίσια αυτής της παρούσας διαδικασίας υπό μορφή ανταπαίτησης, είτε με άλλη ξεχωριστή διαδικασία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση εγκρίνεται και το εκδοθέν Διάταγμα ημερομηνίας 27/1/2021 οριστικοποιείται μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα τα δικηγορικά έξοδα της αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ).............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.