← Κύπρος

ΤΖΙΑΜΑΛΗ ν. Χ''ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1979/12, 28/1/2021

ΤΖΙΑΜΑΛΗ ν. Χ''ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1979/12, 28/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1979/12 Μεταξύ: XXXX ΤΖΙΑΜΑΛΗ Ενάγοντα και XXXX Χ''ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 28.1.2021 Για Ενάγοντα: κα Α. Δημητρίου για A. Dimitriou & Associates LLC. Για Εναγόμενη: κα Ε. Ταλιώτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.2.2010 ο Ενάγοντας καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών, την Αίτηση Aρ. 6/

  1. Μετά την καταχώρηση του δικογράφου της Εναγόμενης, στις 25.1.2012 ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση με την οποία ζήτησε την έκδοση διαταγμάτων αναστολής της διαδικασίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο και παραπομπής της υπόθεσης για να εκδικασθεί από Επαρχιακό Δικαστήριο. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, στις 25.5.2012 το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Έτσι αφού η υπόθεση έλαβε τον πιο πάνω αριθμό αγωγής και δόθηκαν οι απαραίτητες οδηγίες οι διάδικοι καταχώρησαν τα δικόγραφα τους. Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει βασικά τα ακόλουθα:
  2. Απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι είναι ο νόμιμος δικαιούχος του ½ μεριδίου συγκεκριμένου ακινήτου.
  3. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η μεταβίβαση και/ή εγγραφή του εν λόγω μεριδίου του ακινήτου επ' ονόματι του.
  4. Υπαλλακτικά και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω, σε περίπτωση αδυναμίας τέτοιας μεταβίβασης, ποσό €133.500, ως αξία του εν λόγω μεριδίου του ακινήτου.
  5. Αποζημιώσεις.
  6. Νόμιμο τόκο και έξοδα. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν σύζυγοι και μόνιμοι κάτοικοι Πάφου. Τέλεσαν τον γάμο τους στις XXXX. Από τον γάμο τους απέκτησαν στις XXXX ένα παιδί. Επειδή αμέσως μετά τον γάμο τους προέκυψαν δυσάρεστες καταστάσεις και διαφορές μεταξύ τους, με αποκλειστική υπαιτιότητα της Εναγόμενης, αυτή και ο Ενάγοντας, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 26.11.2003 διευθέτησαν τα περιουσιακά τους στοιχεία και συμφώνησαν μεταξύ άλλων ότι οικόπεδο στην XXXX για το οποίο παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη Άδεια Χρήσης από τον Έπαρχο, μετά από πρωτοβουλία και δραστηριότητα του Ενάγοντα, θα θεωρείται ότι ανήκει στην Εναγόμενη. Σε περίπτωση ανέγερσης κατοικίας επί του οικοπέδου, αυτά θα ανήκουν εξίσου και στους δύο. Περαιτέρω ο Ενάγοντας με την Εναγόμενη, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 8.6.2006, αφού επαναβεβαίωσαν και αποδέχθηκαν τα συμφωνηθέντα ημερομηνίας 26.11.2003, ρύθμισαν τελικά τις περιουσιακές τους σχέσεις. Ο Ενάγοντας, κατά τη διάρκεια του γάμου τους και/ή άλλως άρχισε να ανεγείρει οικοδομή, ήτοι 2 ημιανεξάρτητες κατοικίες επί του ως άνω οικοπέδου, με έξοδα αποκλειστικά δικά του, μέρος των οποίων δανείστηκε από μέλη της οικογένειας του και από τράπεζες με υποθήκευση προσωπικής του περιουσίας. Στις 26.2.2007, το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου, στην Αίτηση 194/06, κήρυξε λυμένο τον γάμο των διαδίκων για λόγους που αφορούν το πρόσωπο της Εναγόμενης. Οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής αναστάληκαν λόγω του διαζυγίου και/ή της συμπεριφοράς της Εναγόμενης και/ή άλλως. Το κόστος της οικοδομής ανέρχεται σε €67.
  7. Το κόστος του οικοπέδου ανέρχεται σε €200.
  8. Η Εναγόμενη καταχώρησε Έκθεσης Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Στην Έκθεση Υπεράσπισης της παραδέχεται ότι παντρεύτηκε τον Ενάγοντα και μαζί απέκτησαν ένα παιδί. Αρνείται δε ότι αμέσως μετά τον γάμο τους προέκυψαν δυσάρεστες καταστάσεις και διαφορές μεταξύ τους, με αποκλειστική υπαιτιότητα αυτής. Ισχυρίζεται πως οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ τους δημιουργήθηκαν εξαιτίας της αυταρχικότητας και ετσιθελικότητας του Ενάγοντα. Απορρίπτει τους λοιπούς ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Η έγγαμη σχέση τους στην αρχή ήταν καλή. Στην συνέχεια όμως άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα, σοβαρές προστριβές μεταξύ τους, με πολλά επεισόδια εις βάρος της, με αποτέλεσμα οι καβγάδες και οι φιλονικίες να ήταν καθημερινό φαινόμενο και πάντοτε εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα, της αυταρχικότητας και της αφόρητης ζήλιας του. Η συμπεριφορά του συνίστατο σε αυταρχικό έλεγχο της ζωής της σε όλες τις εκφάνσεις, σε πλήρη αδιαφορία προς αυτήν, σε ύβρεις προσβλητικές της προσωπικότητας, της τιμής και της αξιοπρέπειας τόσο αυτής όσο και της οικογένειας της, προκαλώντας συνεχώς καβγάδες και επεισόδια και αδιαφορούσε πλήρως για αυτήν και για το παιδί τους. Γενικά η συμπεριφορά του συνίστατο σε ξυλοδαρμούς, συνεχείς εκδηλώσεις οργής, θυμού, εξυβρίσεις, ανυπόφορες ιδιοτροπίες, αποφυγή συγγενικών, φιλικών και κοινωνικών συναναστροφών. Ουδεμία βοήθεια και/ή συνεργασία και/ή συμμετοχή αυτός είχε στον χειρισμό των οικογενειακών υποθέσεων και/ή οικονομικών βαρών. Αρκετές φορές κατά την διάρκεια των καβγάδων, χειροδικούσε εναντίον της. Μετά από κάθε επεισόδιο που δημιουργούσε εντελώς αδικαιολόγητα, υποσχόταν ότι τα πράγματα θα διορθώνονταν. Εντούτοις συνέχιζε την ίδια συμπεριφορά. Η Εναγόμενη έδιδε πίστη στα λόγια του, ήταν πλήρως υποταγμένη σε αυτόν, ο οποίος ασκούσε πλήρη έλεγχο πάνω της και ψυχαναγκασμό. Της εξασκούσε τέτοια ψυχολογική βία και τέτοιους ψυχικούς εκβιασμούς ώστε να την έχει καταστήσει υποχείριο του, αναγκάζοντας την να διακόψει σχέσεις με τους γονείς της, να απαγορεύσει στους γονείς της να βλέπουν το παιδί και την ίδια και να υπογράφει εξευτελιστικά συμφωνητικά έγγραφα για δήθεν ρύθμισης των περιουσιακών τους, τα οποία ουδέποτε έλαβε ούτε καν σε αντίγραφα. Σε ηλικία που ακόμη η Εναγόμενη δεν είχε κλείσει τα 18 της και/ή σε μεταγενέστερο χρόνο την υποχρέωσε εκβιάζοντας την ψυχολογικά, ότι είναι για το καλό του γάμου τους και για να νιώθει τάχα εκείνος ότι δεν έμενε μαζί του για οικονομικούς λόγους και αφού την αποξένωσε εντελώς από τους γονείς της, την πήρε στον δικηγόρο του και υπόγραψε κάποιες συμφωνίες, οι οποίες ουδέποτε της δόθηκαν ούτε καν σε αντίγραφο. Οι οποιεσδήποτε συμφωνίες αυτή υπέγραψε και αφορούσαν την ρύθμιση των περιουσιακών τους στοιχείων έγιναν υπό το κράτος ψυχολογικής βίας που άσκησε ο Ενάγοντας και είναι άκυρες ή ακυρώσιμες. Κατά ή περί το πρώτο εξάμηνο του 2006 αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα στην έγγαμη τους σχέση, λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντα, ο οποίος ήθελε να χωρίσουν και ο οποίος τελικά καταχώρησε αίτηση διαζυγίου. Πριν την επίδοση της αίτησης σε αυτήν και πριν αυτή καν ενημερωθεί ότι ο Ενάγοντας είχε επισκεφθεί δικηγόρο για διαζύγιο, έκαναν προσπάθειες να σώσουν τον γάμο τους, ειδικότερα μετά τον χαμό του πατέρα του Ενάγοντα όταν και τελικά συμφιλιώθηκαν και συμβίωναν ξανά ως σύζυγοι μέχρι τις 20.7.
  9. Περί τον Ιανουάριο του 2007, αφού μετακόμισαν στη νεόκτιστη κατοικία τους, της επιδόθηκε αίτηση διαζυγίου, την οποία και παρέλαβε ενώπιον του Ενάγοντα, ο οποίος πήρε την αίτηση από αυτήν για να διευθετήσει τάχα μέσω του δικηγόρου του την απόσυρση της, εξαπατώντας την. Παρόλα τα προβλήματα στην σχέση τους, η Εναγόμενη πίστευε ειλικρινά ότι ήταν παντρεμένη με τον Ενάγοντα, μέχρι πού επισκέφθηκε δικηγόρο για παροχή νομικής συμβουλής λόγω των προβλημάτων που υπήρχαν. Μετά από έρευνα του δικηγόρου, διαφάνηκε ότι ο Ενάγοντας προχώρησε στην έκδοση διαζυγίου στις 26.2.2007 γεγονός που κράτησε μυστικό τόσο από αυτήν όσο και από το περιβάλλον τους. Στην συνέχεια περί την 20.7.2009 η Εναγόμενη έφυγε από την δήθεν συζυγική κατοικία. Ως εκ των άνω αρνείται τις αξιώσεις του Ενάγοντα και ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ της. Στην Ανταπαίτηση της επαναλαμβάνει όλα τα πιο πάνω και αξιώνει απόφαση με την οποία να κηρύσσεται άκυρη και/ή ακυρώσιμη οποιαδήποτε συμφωνία αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, καθότι δεν ανταποκρίνεται στην βούληση και/ή δεν υπογράφτηκε με την ελεύθερη βούληση της. Εδώ να σημειωθεί ότι με την Ανταπαίτηση της αξιώνει και θεραπείες στην βάση συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας του Εναγόμενου κατά την διάρκεια του γάμου τους, κάτι που ως προκύπτει και από τις τελικές αγορεύσεις τελικά δεν προώθησε, ορθά κατά την κρίση μου, εφόσον τέτοιο θέμα, με βάση την σχετική νομοθεσία (βλ. άρθρο 14 του περί Ρυθµίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόµου 232/91, άρθρο 16 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόµου 23/90 και άρθρο 22

(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60) και νομολογία εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ως εμπίπτον στην δικαιοδοσία Οικογενειακού Δικαστηρίου. Να λεχθεί άλλωστε ότι από τα όσα αδιαμφισβήτητα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η Εναγόμενη καταχώρησε για την ίδια απαίτηση, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών, την Αίτηση Αρ. 7/10, η οποία απορρίφθηκε στις 21.2.2017, λόγω μη προώθησης της (βλ. τεκμήριο 11). Στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση του στην Ανταπαίτηση, ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του και προβάλλει ότι οι συμφωνίες είναι καθόλα έγκυρες και νόμιμες και καμία ψυχολογική βία ασκήθηκε στην Εναγόμενη, η οποία μετέβηκε αυτόβουλα στα δικηγορικά γραφεία όπου τις υπέγραψε με δική της θέληση. Ισχυρίζεται δε ότι κατά τον χρόνο υπογραφής των συμφωνιών και μέχρι την λύση του γάμου, οι πρόνοιες αυτών ευνοούσαν την Εναγόμενη σύμφωνα με τα δεδομένα και τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων. Προβάλλει επίσης τους δικούς του ισχυρισμούς αναφορικά με τις συνθήκες του γάμου τους ενώ αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης περί εξαπάτησης της στην έκδοση διαζυγίου. Τέλος αρνείται την ως άνω επιζητούμενη στην Ανταπαίτηση θεραπεία και ζητά απόρριψη της Ανταπαίτησης με έξοδα υπέρ του. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Προς υπεράσπιση και απόδειξη της δικής της υπόθεσης, κατέθεσε η ίδια η Εναγόμενη. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ενάγοντας. Γνώρισε την Εναγόμενη όταν αυτή ήταν 16 ετών και μαθήτρια του στην σχολή χορού που αυτός διατηρούσε. Τότε ο ίδιος ήταν 28 ετών. Εκείνη του έστελνε μηνύματα, στα οποία αυτός δεν ανταποκρινόταν. Εκείνη επέμενε. Αυτός απαντούσε σε κάποιο βαθμό και μετά κάλεσε τους γονείς της και τους εξήγησε την κατάσταση. Εκείνοι συνεννοήθηκαν με την Εναγόμενη και του απάντησαν ότι δεν είχαν οποιονδήποτε ενδοιασμό και αμέσως αρραβωνιάσθηκαν. Παντρεύτηκαν στις XXXX και στις XXXX απέκτησαν παιδί. Οι σχέσεις του ήταν καλές στην αρχή. Όμως στην συνέχεια επήλθε κλονισμός. Συγκεκριμένα μια ημέρα το Νοέμβριο όταν επέστρεψε από το κυνήγι ανακάλυψε ότι η Εναγόμενη επικοινωνούσε μέσω τηλεφώνου με κάποιο άντρα. Υπήρξε διαπληκτισμός και μετά ο Ενάγοντας βρήκε το τηλέφωνο και την διεύθυνση του εν λόγω προσώπου. Ήθελε να κάνει φασαρίες αλλά σταμάτησε όταν έμαθε ότι ο πατέρας του υπό αναφορά προσώπου είχε κάνει φυλακή. Μετά από αυτά ο Ενάγοντας ήθελε να χωρίσει. Η Εναγόμενη πήρε το παιδί, που ήταν 5 μηνών και εγκατέλειψε την οικία όπου διέμεναν. Σε κάποια στιγμή το παιδί αρρώστησε και ο Ενάγοντας πήγε και το πήρε από κάποιο συγγενή της Εναγόμενης, όπου βρισκόταν και το πήγε στο σπίτι του. Μετά η Εναγόμενη ήθελε να επιστρέψει, του έλεγε ότι τον αγαπά και του ζήτησε να της δώσει δεύτερη ευκαιρία για να του το αποδείξει. Αυτός της είπε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει μαζί της, γιατί κατάλαβε ότι τον θέλει μόνο για τα λεφτά του. Η Εναγόμενη πήγε στο διαμέρισμα του και, ως του είπε, για να του αποδείξει ότι αγαπά αυτόν και όχι τα λεφτά του, εισηγήθηκε να πάνε σε δικηγόρο να γράψουν ό,τι έχει ο καθένας. Μετά από την εισήγηση αυτή ο Ενάγοντας της πρότεινε να πάνε σε δικηγόρο, ο οποίος ήταν οικογενειακός του φίλος, εκείνη δέχθηκε και έτσι πήγαν στο γραφείου του δικηγόρου και εκεί, αφού η Εναγόμενη διάβασε την συμφωνία ημερομηνίας 26.11.2003, την υπέγραψαν (κατέθεσε αντίγραφο της ως τεκμήριο 1). Αυτό έγινε στην παρουσία του εν λόγω δικηγόρου, ο οποίος υπέγραψε ως μάρτυρας στην συμφωνία, κράτησε το πρωτότυπο της και τους έδωσε αντίγραφο. Με την συμφωνία αυτή η κατανομή ήταν δίκαια. Τότε η Εναγόμενη ήταν 19 ετών. Το 2006 υπήρξε και δεύτερο περιστατικό που κλόνισε τον γάμο τους. Συγκεκριμένα ο Ενάγοντας ανακάλυψε ότι η Εναγόμενη είχε σχέση με συγκεκριμένο άντρα και συναντιούνταν κρυφά στην σχολή χορού, για να του κάνει τάχα μαθήματα χορού. Μετά από αυτό ο Ενάγοντας αποφάσισε να χωρίσουν, της το ανέφερε αλλά εκείνη του έλεγε ότι θέλει άλλη μια ευκαιρία και ότι δεν θα έφευγε από το σπίτι. Τότε της είπε να κάνουν αίτηση διαζυγίου και της πρότεινε να κάνουν και άλλη συμφωνία ώστε αν γίνει οτιδήποτε μετά να μην έχουν άλλες προστριβές και εκείνη συμφώνησε. Έτσι πήγαν μαζί και έκαναν δεύτερη συμφωνία με την οποία βασικά επιβεβαίωσαν τα όσα συμφωνήθηκαν με το τεκμήριο 1 και προστέθηκε ακόμη κάτι (κατέθεσε αντίγραφο της ως τεκμήριο 7). Η δεύτερη συμφωνία έγινε στο γραφείο άλλου δικηγόρου. Υπογράφτηκε τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από την Εναγόμενη στην παρουσία δύο μαρτύρων που εργάζονταν εκεί. Μετά την υπογραφή της η Εναγόμενη συνέχισε να μένει στο σπίτι και ο Ενάγοντας την φιλοξενούσε για το καλό του παιδιού τους. Κοιμόνταν σε διαφορετικά δωμάτια και οι σχέσεις τους είχαν πάψει να είναι σχέσεις αντρογύνου. Παράλληλα - δεν θυμάται εάν αυτό έγινε πριν την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας ή μετά - ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση διαζυγίου, κάτι που γνώριζε η Εναγόμενη. Σε σχέση με το επίδικο οικόπεδο στην XXXX, στο οποίο γίνεται αναφορά στο τεκμήριο 1, είπε ότι αυτός κατά την διάρκεια του αρραβώνα τους προέβη στις σχετικές ενέργειες για εξασφάλιση του από την Μέριμνα, εκ μέρους της Εναγόμενης, η οποία σαν πρόσφυγας ήταν δικαιούχος για κάτι τέτοιο. Περαιτέρω ο ίδιος εξασφάλισε αρχιτεκτονικά σχέδια για ανέγερση κατοικίας εκεί (τα κατέθεσε ως τεκμήριο 2). Η ανέγερση άρχισε τέλος του 2006 ή 2007 και έφτασε μέχρι την ολοκλήρωση του σκελετού της οικοδομής. Η Εναγόμενη γνώριζε για την ανέγερση αυτή και επισκέφθηκε τον χώρο πολλές φορές. Τα πιο πάνω έγιναν αποκλειστικά με έξοδα του Ενάγοντα, κάτι που επίσης γνώριζε η Εναγόμενη. Προς απόδειξη ότι αυτός έκανε όλα τα έξοδα κατέθεσε τα τεκμήρια 3 και 4. Ο σκελετός της οικοδομής έγινε όταν ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη ήταν ακόμη μαζί. Η ανέγερση διακόπηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών και υπήρχε πρόθεση να συνεχισθεί όταν θα υπήρχε η οικονομική άνεση. Μετά επήλθαν νέοι κλονισμοί στην σχέση τους και χώρισαν. Ο γάμος τους λύθηκε το 2007 με διαζύγιο, το οποίο εκδόθηκε εις βάρος της Εναγόμενης, η οποία δεν παρουσιάσθηκε στην διαδικασία. Τελικά η Εναγόμενη έφυγε από το σπίτι όπου διέμεναν το 2009. Αυτή καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο την Αίτηση 7/10 για περιουσιακές διαφορές, στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον της και καταδικάσθηκε στα έξοδα, γιατί αυτή δεν παρουσιάσθηκε. Για το επίδικο ακίνητο ο Ενάγοντας εξασφάλισε εκτίμηση, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 5. Η Εναγόμενη ποτέ δεν του ανέφερε ότι είχε πρόθεση να αποξενώσει το ακίνητο. Όπως όμως έμαθε αυτή το αποξένωσε και εισέπραξε χρήματα, ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο εκτιμητής ακινήτων, XXXX Πολυβίου. Ο μάρτυρας, μετά από οδηγίες που του δόθηκαν στις 2.11.2020, από τους δικηγόρους του Ενάγοντα, ετοίμασε στις 3.11.2020 έκθεση εκτίμησης αναφορικά με την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου και την αξία του κτιρίου που βρίσκεται σε αυτό, μέχρι το στάδιο του σκελετού (τεκμήριο 5). Σύμφωνα με την εν λόγω εκτίμηση, αφού έλαβε υπόψην όλα τα σχετικά στοιχεία και δεδομένα του ακινήτου και αφού προέβη σε εξωτερική επιτόπια επιθεώρηση του στις 2.11.2020, κατέληξε στα ακόλουθα:
(1)η αγοραία αξία του ακινήτου (ολόκληρο μερίδιο) είναι €71.820,
(2)η αξία του κτιρίου που βρίσκεται σε αυτό, μέχρι το στάδιο του σκελετού, είναι €80.000 και
(3)η συνολική αγοραία αξία του ακινήτου είναι €152.
  1. Οι πιο πάνω αξίες είναι ως είχαν κατά τον χρόνο της εκτίμησης. Ως εξήγησε στη αντεξέταση του η αξία του κτιρίου μέχρι το στάδιο του σκελετού το 2010 ήταν περί τις €72.000 και του ακινήτου περί τις €85.
  2. Σύμφωνα με την Εναγόμενη, αυτή ήταν 15 χρονών όταν γράφτηκε στην σχολή χορού του Ενάγοντα. Όταν ήταν 16 ετών, είχε πολύ στενή επαφή με τον Ενάγοντα αφού χόρευαν σε διάφορες εκδηλώσεις και περνούσαν αρκετές ώρες μαζί. Τότε την προσέγγισε ο Ενάγοντας στέλνοντας της και γράμμα. Αυτή στην αρχή φοβήθηκε και το έκρυψε από τους γονείς της. Ο Ενάγοντας συνέχισε να την πολιορκεί και η σχέση τους εξελίχθηκε σε ερωτική. Η Εναγόμενη ανέφερε την σχέση τους στους γονείς της, οι οποίοι ενόψει του ότι ήταν ανήλικη, ήταν ενάντιοι αλλά όταν αυτή τους είπε ότι θέλει να τον παντρευτεί, συμφώνησαν και την στήριξαν. Στα 16 ½ της έμεινε έγκυος, οπότε αρραβωνιάσθηκαν. Τότε ο Ενάγοντας υπέβαλε αίτηση στην Επαρχιακή Διοίκηση, εκπροσωπώντας την Εναγόμενη που ήταν δικαιούχος, για να τους παραχωρηθεί το επίδικο οικόπεδο στην XXXX, όπως και έγινε. Παντρεύτηκαν ενώ ήταν ακόμη έγκυος, στις XXXX. Το παιδί τους γεννήθηκε στις XXXX, έναν μήνα μετά που η Εναγόμενη ολοκλήρωσε το σχολείο. Τα έξοδα του γάμου τα πλήρωσαν όλα, πλην ενός μικρού ποσού, οι γονείς της. Από τον γάμο έλαβαν €35.000, τα οποία λόγω του ότι αυτή ήταν ανήλικη μπήκαν σε λογαριασμό του Ενάγοντα. Δεν γνωρίζει τι έγιναν αυτά τα λεφτά. Ο Ενάγοντας της έλεγε ότι θα έμπαιναν στο σπίτι που έκτιζαν. Όταν ήταν 5 μηνών το παιδί τους συνέβη ένα περιστατικό το οποίο ο Ενάγοντας ερμήνευσε όπως ήθελε και την κατηγόρησε ότι τον απάτησε, κάτι που δεν είναι αλήθεια. Συγκεκριμένα η Εναγόμενη έλαβε διάφορα μηνύματα στο κινητό της από άγνωστο τηλέφωνο, το οποίο ανέφερε στον Ενάγοντα, ο οποίος ανακάλυψε ότι επρόκειτο για στρατιώτη. Η Εναγόμενη δεν μίλησε ποτέ με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο Ενάγοντας την χτύπησε άγρια εκείνην την μέρα. Αυτή φοβήθηκε να καλέσει την Αστυνομία γιατί ο Ενάγοντας την απειλούσε συνέχεια ότι θα την σκοτώσει. Μετά από αυτό η Εναγόμενη πήρε το παιδί και πήγε στους γονείς της. Όταν το παιδί ήταν 5-6 μηνών αρρώστησε, ο Ενάγοντας τους επισκέφθηκε και δεσμεύτηκε ότι θα αλλάξει, δεν θα είναι βίαιος και ότι θα έκαναν καινούργια αρχή και της είπε να επιστρέψει στο σπίτι τους. Η Εναγόμενη έβαλε πάνω από όλα το παιδί τους και επέστρεψαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι γονείς της να της εναντιωθούν. Ο Ενάγοντας εξακολουθούσε να θεωρεί ότι τον απάτησε και της είπε «Για να μου αποδείξεις ότι με αγαπάς και είσαι εδώ γιατί αγαπάς την οικογένεια μας και θέλεις να είμαστε μαζί και να μεγαλώσει το μωρό μας μαζί με τους δύο γονείς του θα πρέπει να υπογράψουμε ένα χαρτί το οποίο θα λέει ότι δεν δικαιούσαι τίποτε, δεν διεκδικάς τίποτα από τα περιουσιακά μας στοιχεία, για να μου αποδείξεις ότι είσαι εδώ και είναι ψέματα αυτό που πίστευα και είπασιν». Για να γίνει αυτό πήγαν στο γραφείο δικηγόρου, ο οποίος ήταν οικογενειακός φίλος του Ενάγοντα και συνέταξε το έγγραφο (το αναγνώρισε ως το τεκμήριο 1). Ο Ενάγοντας την εκβίασε να υπογράψει αυτό το χαρτί, λέγοντας της ότι δεν θα την δεχόταν στο σπίτι. Δεν της διαβάσθηκε το έγγραφο και της είπαν να υπογράψει. Ζήτησε να το διαβάσει αλλά της είπαν ότι «είναι τυπικό». Έτσι το υπέγραψε στην παρουσία του δικηγόρου χωρίς να το διαβάσει. Μετά από αυτό ο Ενάγοντας άρχισε να της ασκεί αρκετή βία. Την χτυπούσε για άσχετους λόγους και φώναζε συνέχεια μπροστά στο παιδί. Υπήρξαν αρκετά περιστατικά βίας για τα οποία δεν μπορούσε να μιλήσει στους γονείς της. Σκέφτηκε αρκετές φορές να καλέσει την Αστυνομία, όμως όταν του το έλεγε ο Ενάγοντας την απειλούσε για να μην το κάνει. Υπέγραψαν την δεύτερη συμφωνία (τεκμήριο 7) όταν ο Ενάγοντας και πάλι θεώρησε ότι η Εναγόμενη είχε ερωτικές σχέσεις με έναν συμμαθητή της, κάτι που δεν ήταν αλήθεια. Συγκεκριμένα το εν λόγω πρόσωπο ήθελε απλά κάποια μαθήματα χορού και ήξερε ότι ο άντρας της ήταν ο δάσκαλος χορού. Οπότε η Εναγόμενη πήρε την άδεια του Ενάγοντα για να διδάσκει σε αυτόν κάποια μαθήματα. Του έκανε γύρω στα 10 μαθήματα. Πάλι όμως ο Ενάγοντας υπέθεσε ότι υπήρχε κάτι περισσότερο. Πήγαν στο σπίτι του εν λόγω προσώπου και παρά τις εκκλήσεις του πατέρα του που πήγε μαζί τους, ο Ενάγοντας ήταν εκτός εαυτού και άσκησε βία εναντίον του υπό αναφορά προσώπου, το οποίο τους κατήγγειλε στην Αστυνομία για ξυλοδαρμό. Λόγω αυτού ο Ενάγοντας την εξανάγκασε να δηλώσει ότι υπέστη σεξουαλική παρενόχληση από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Μετά όμως από παρέλευση λίγης ώρας ο πεθερός της την παρακάλεσε να αποσύρει γιατί θα κατέστρεφε την ζωή ενός νέου και έτσι η Εναγόμενη απέσυρε την καταγγελία. Μετά όταν πέθανε ο πεθερός της, ο Ενάγοντας της ασκούσε βία, λέγοντας της ότι αυτή φταίει για τον θάνατο του πεθερού της επειδή είναι ανήθικη και διαλύει την οικογένεια της. Τους δε γονείς της τους είχαν αποξενώσει γιατί είχε τον σκοπό του ο Ενάγοντας, για να μην μπορέσει αυτή να έχει επαφή με κάποιον να την συμβουλεύσει. Έτσι της είπε ότι πρέπει να υπογράψουν δεύτερο έγγραφο το οποίο θα κατοχυρώνει και την ίδια. Της είπε δε ότι αυτός δεν έχει σκοπό να ξεκινήσει να κτίζει στην XXXX. Ο Ενάγοντας την εκβίαζε ψυχολογικά και συναισθηματικά και την απειλούσε. Την χτυπούσε και της έλεγε για την τιμή της οικογένειας «Εσύ είσαι η αιτία. Για να με κάνεις να νιώθω εγώ καλά μέσα μου, ότι όντως δεν έχεις το κρίμα του παπά μου, τον θάνατο του παπά μου στον λαιμό σου, να το υπογράψεις». Η Εναγόμενη δεν ήθελε να το υπογράψει. Ο Ενάγοντας της είπε «Τα λεφτά σου τα έχω πιάσει, οπότε είτε το υπογράψεις είτε όχι εσύ είσαι η χαμένη». Οπότε η Εναγόμενη δεν είχε άλλη επιλογή, δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Την δεύτερη συμφωνία την κατήρτισε άλλος δικηγόρος. Πήγαν στο γραφείο αυτού 3 μέρες μετά τον θάνατο του πατέρα του Ενάγοντα και υπέγραψαν το έγγραφο. Ούτε αυτό το έγγραφο το διάβασε γιατί, ως αντιλήφθηκε από τα λεγόμενα του, ο δικηγόρος ήταν με την εντύπωση ότι ήταν εις γνώση της το περιεχόμενο του. Ούτε ο δικηγόρος της το διάβασε. Μετά την υπογραφή του εγγράφου ο εν λόγω δικηγόρος την ενημέρωσε ότι ο Ενάγοντας ετοίμαζε έγγραφο να το υπογράψει η Εναγόμενη ότι οι γονείς της θεωρούνται ανίκανοι και να μην έχουν επαφή με το παιδί της. Παράλληλα με την παραχώρηση από την Μέριμνα του επίδικου ακινήτου, άκουσαν ότι πωλείται ένα χωράφι στο XXXX. Έδωσαν για αυτό προκαταβολή Λ.Κ.6.000 για να το κρατήσουν και τα υπόλοιπα θα τα έδιναν μετά το γάμο, από τα λεφτά που θα έπαιρναν. Η πληρωμή για την προκαταβολή έγινε με επιταγές που έκδωσε η μητέρα της. Αγόρασαν τελικά το χωράφι. Πέραν από την προκαταβολή δεν γνωρίζει εάν για αυτό έδωσαν και λεφτά που πήραν από τον γάμο. Στο χωράφι έκτισαν σπίτι όπου διέμεναν για αρκετό καιρό. Για αυτό είχαν κάνει από κοινού με τον Ενάγοντα ένα δάνειο. Παράλληλα οι γονείς της είχαν ένα οικόπεδο που θα της έδιδαν προίκα. Ο Ενάγοντας δεν ήθελε να κτίσουν εκεί και ανάγκασαν την μητέρα της να το πωλήσει. Επειδή ήταν από μισό με την αδελφή της, η μητέρα της έβαλε στον λογαριασμό της Λ.Κ.24.
  3. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την οικοδομή στο επίδικο ακίνητο τα κατάθεσαν το 2006 καθότι είχαν πάρει επιστολή από τη Μέριμνα ότι λόγω παρέλευσης χρόνου έπρεπε να ξεκινήσουν ενέργειες γιατί τους είχε δοθεί για ιδιοκατοίκηση. Οπότε ο Ενάγοντας της είπε ότι έπρεπε να βάλει τα λεφτά που της έδωσε η μητέρα της. Μετά από 3 μέρες απέσυραν τα εν λόγω χρήματα, τα έβαλαν σε λογαριασμό στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης και την ίδια μέρα ξεκίνησαν τις ενέργειες για να χτίσουν το σπίτι. Ξεκίνησαν δε να χτίζουν αυτό μετά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας. Αναφορικά με την αίτηση διαζυγίου, είπε ότι πήγε κλητήρας στο καινούριο σπίτι τους, την πρώτη μέρα που μετακόμιζαν εκεί. Τότε είχαν δεχτεί και έξωση από το διαμέρισμα που έμεναν πριν, εφόσον καθυστέρησαν δύο μήνες να το εγκαταλείψουν. Είχε πάρει για αυτό ο Ενάγοντας προηγουμένως κλήση για έξωση και της είπε για το χαρτί εκείνο «Σου κάνει έξωση και εσένα προσωπικά, σου στέλνει και εσένα» και να το υπογράψει. Έτσι αυτή αντιλήφθηκε ότι της επιδόθηκε κλήση για την έξωση μάλλον, οπότε υπόγραψε ένα έγγραφο που δεν διάβασε πάλι τι έγραφε. Αργότερα ανακάλυψε ότι δεν επρόκειτο για έξωση. Αυτό έγινε όταν κάποια άτομα της εκμυστηρεύτηκαν ότι ο Ενάγοντας τους είπε ότι είχε εκδοθεί διαζύγιο. Το διαζύγιο εκδόθηκε στις 26.2.
  4. Τέσσερεις μήνες μετά που έμαθε για αυτό, στις 20.7.2009 πήρε τον γιο της και έφυγε από την κατοικία όπου διέμεναν και πήγε στο πατρικό της. Στο μεσοδιάστημα προσπάθησε να κάνει τον Ενάγοντα να το παραδεκτεί και εκείνος αντιλήφθηκε ότι πήγε σε δικηγόρο και είχε καθοδηγηθεί. Έτσι στο διάστημα των 4 μηνών η Ενάγουσα πέρασε τους χειρότερους μήνες της ζωής της. Στο μεταξύ, πριν μάθει για το διαζύγιο, έκανε ένα δάνειο η ίδια για Λ.Κ.8.000 και ένα η μητέρα της για Λ.Κ.16.000 γιατί ο Ενάγοντας την εξανάγκαζε να ζητά λεφτά. Όταν αυτή έφυγε από το σπίτι όπου διέμεναν το 2009, οι οικοδομικές εργασίες στο επίδικο ακίνητο είχαν σταματήσει. Η οικοδομή ολοκληρώθηκε μέχρι τα σκελετά. Για τον σκοπό αυτό πλήρωσαν περί τις Λ.Κ.27.
  5. Οι πληρωμές έγιναν από δικά της χρήματα, από τις καταθέσεις που της έκαναν οι γονείς της και από τα δύο πιο πάνω δάνεια. Η οικοδομή στο επίδικο ακίνητο από το 2009 μέχρι και το 2018 ήταν εκτεθειμένη στις καιρικές συνθήκες. Η Εναγόμενη πήρε πολλές σχετικές επιστολές από το Συμβούλιο XXXX. Περαιτέρω κατά την περίοδο αυτή πήρε και δύο επιστολές από την Μέριμνα ότι παρήλθε αρκετός καιρός και πρέπει η συγκεκριμένη οικοδομή ή να διεκπεραιωθεί ή να παραχωρηθεί σε άλλον δικαιούχο. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα πλήρωνε τους φόρους του ακινήτου (κατέθεσε ως τεκμήριο 9 έγγραφα του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX). Αναγκάστηκε τελικά να παραχωρήσει το ακίνητο. Συγκεκριμένα η Μέριμνα βρήκε άλλους δικαιούχους για να το πάρουν. Από αυτό η Εναγόμενη δεν μπορούσε να πάρει λεφτά αφού η γη δεν ήταν δική της αλλά χαλίτικη, οπότε η μόνη αποζημίωση της θα ήταν από τα μπετά και έπρεπε να επιστρέψει και το ποσό των €3.392 που ήταν η βοήθεια που τους είχαν δώσει τότε σταδιακά. Η Μέριμνα καθόρισε το ποσό της αποζημίωσης που η Εναγόμενη θα λάμβανε, μετά και από εκτίμηση που έκαναν για την οικοδομή τα πρόσωπα που θα το έπαιρναν. Έλαβε δε επιστολή ημερ. 8.3.2018 από τον Έπαρχο (τεκμήριο 8) με την οποία ενημερώθηκε ότι εγκρίθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών στις 28.11.2017, η παραχώρηση του οικοπέδου σε άλλα πρόσωπα και της ζητήθηκε όπως επιστρέψει το ποσό των €3.392 που πήρε ως βοήθεια για την ανέγερση της κατοικίας. Έτσι έλαβε ως αποζημίωση €40.000 και επέστρεψε στην Μέριμνα €3.
  6. Αξιολόγηση μαρτυρίας Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ορθό όπως παραθέσω τα ακόλουθα που είναι τα κοινώς παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, με βάση τα όσα προκύπτουν από τα δικόγραφα αλλά και από την μαρτυρία που δεν έχει αμφισβητηθεί: · Η Εναγόμενη γεννήθηκε στις XXXX. · Ο Ενάγοντας είναι 12 χρόνια μεγαλύτερος της. · Όταν η Εναγόμενη ήταν 15-16 χρονών γνώρισε τον Ενάγοντα, ούσα μαθήτρια του τελευταίου στην σχολή χορού που αυτός διατηρούσε. · Στην συνέχεια σύναψαν σχέση και η Εναγόμενη έμεινε έγκυος, οπόταν αποφάσισαν να αρραβωνιασθούν, με την συγκατάθεση των γονιών της. · Ενόψει του ότι η Εναγόμενη ήταν δικαιούχος, ο Ενάγοντας έκανε ενέργειες για λογαριασμό της ώστε να της παραχωρηθεί κυβερνητικό οικόπεδο για αυτοστέγαση. · Στις XXXX παντρεύτηκαν. · Στις XXXX γεννήθηκε το παιδί τους. · Όταν το παιδί ήταν 5 μηνών, συνέβη ένα γεγονός, με βάση το οποίο ο Ενάγοντας θεώρησε ότι η Εναγόμενη τον απατούσε. Στην συνέχεια η Εναγόμενη πήρε το παιδί τους και έφυγε από την οικία όπου συμβίωναν. · Λίγο καιρό μετά η Εναγόμενη επέστρεψε με το παιδί τους στην οικία όπου συμβίωναν. · Στις 5.2.2003 έγινε συμφωνία μεταξύ της Εναγόμενης και της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την οποία παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη κυβερνητικό οικόπεδο στον Συνοικισμό Αυτοστέγασης XXXX (στο εξής το «επίδικο ακίνητο») (βλ. επιστολή Επάρχου στο τεκμήριο 5). · Στις 26.11.2003 ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη υπέγραψαν, ενώπιον συγκεκριμένου δικηγόρου, συμφωνία (τεκμήριο 1) (στο εξής «η πρώτη συμφωνία»), η οποία βασικά προνοεί τα ακόλουθα: «Επειδή έχουν προκύψει δυσάρεστες καταστάσεις και διαφορές μεταξύ των διαδίκων με υπαιτιότητα της Εναγόμενης και Επειδή κατά την διάρκεια του γάμου τους απόκτησαν είτε ο καθένας ξεχωριστά είτε και οι δύο μαζί διάφορα περιουσιακά στοιχεία και Επειδή έχουν προκύψει διαφορές μεταξύ τους ποιος είναι ο δικαιούχος των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και Επειδή αμφότεροι επιθυμούν όπως διευθετήσουν τις εν λόγω περιουσιακές διαφορές τους και προς τον σκοπό όπως ξεχωρίσουν και διανέμουν τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν κατά την διάρκεια του γάμου τους συμφωνούνται τα ακόλουθα: Το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ μάρκας Toyota Starlet θα θεωρείται ότι είναι ιδιοκτησία της Εναγόμενης. Το οικόπεδο για το οποίο παραχωρήθηκε από τον Έπαρχο Αδεία Χρήσης στην Εναγόμενη μετά από πρωτοβουλία και δραστηριότητα του Ενάγοντα και βρίσκεται στην περιοχή του χωριού XXXX (πρόκειται για το επίδικο - διευκρίνιση δική μου) θα θεωρείται ότι ανήκει στην Εναγόμενη. Σε περίπτωση ανέγερσης κατοικίας επί του οικοπέδου αυτά θα ανήκουν εξ ίσου και στους δύο συμβαλλόμενους. Η Εναγόμενη αναγνωρίζει και δηλώνει ότι 3 συνεχόμενα τεμάχια (καθορίζονται συγκεκριμένα - διευκρίνιση δική μου) έχουν αγοραστεί από τον Ενάγοντα με χρήματα που είχε προτού τον γνωρίσει και εν πάσει περιπτώσει η Εναγόμενη δηλώνει ότι καμιά συνεισφορά είχε στην απόκτηση των εν λόγω τεμαχίων τα οποία ήταν, είναι και θα παραμείνουν ιδιοκτησία του Ενάγοντα. Περαιτέρω η Εναγόμενη αναγνωρίζει και δηλώνει ρητά ότι γνωρίζει ότι ο Ενάγοντας δικαιούται δυνάμει δικαστικής απόφασης από το έτος 1998 το ποσό των £70.000 και αναμένεται η εκτέλεση της Απόφασης και η είσπραξη του πιο πάνω ποσού το οποίο ο Ενάγοντας προτίθεται να επενδύσει εντός των πιο πάνω τεμαχίων και ως εκ τούτου η Εναγόμενη δηλώνει ότι δεν διεκδικεί καθότι δεν δικαιούται οτιδήποτε σε περίπτωση αξιοποίησης των πιο πάνω τεμαχίων με τα πιο πάνω χρήματα. Περαιτέρω η Εναγόμενη δηλώνει ότι δεν διεκδικεί καθότι δεν έχει κανένα δικαίωμα επί των μετρητών τα οποία ο Ενάγοντας κατέθεσε από το 1996 στον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης». · Τον Δεκέμβριο του 2003 ετοιμάσθηκε μέρος των αρχιτεκτονικών σχεδίων για ανέγερση οικοδομής στο επίδικο ακίνητο (βλ. τεκμήριο 2). · Τον Μάρτιο του 2006 ετοιμάσθηκε άλλο μέρος των πιο πάνω αρχιτεκτονικών σχεδίων (βλ. τεκμήριο 2). · Το 2006 συνέβη άλλο γεγονός, με βάση το οποίο ο Ενάγοντας θεώρησε ότι η Εναγόμενη τον απατούσε πάλι. · Στις 8.6.2006 ο Ενάγοντας και η Εναγόμενη υπέγραψαν σε δικηγορικό γραφείο άλλου δικηγόρου, συμφωνία (τεκμήριο 7) (στο εξής «η δεύτερη συμφωνία»), η οποία βασικά προνοεί τα ακόλουθα: «Οι συμβαλλόμενοι είναι σύζυγοι. Σήμερα βρίσκονται σε διάσταση από τραπέζης και κοίτης για λόγους που οφείλονται στην Εναγόμενη αποκλειστικά. Αμφότερα τα μέρη συμφωνούν τα πιο κάτω αναφορικά με την διευθέτηση των περιουσιακών διαφορών τους: Α. Τα μέρη επαναβεβαιώνουν και αποδέχονται τα συμφωνηθέντα με την έγγραφο συμφωνία ημερ. 26.11.
  7. Επιπρόσθετα τα μέρη συμφωνούν ότι η αξιοποίηση των τεμαχίων (πρόκειται για τα 3 συνεχόμενα τεμάχια που αναφέρονται στο υπ' αρ. 3 της πρώτης συμφωνίας - διευκρίνιση δική μου) έγινε αποκλειστικά και με χρήματα του Ενάγοντα τα οποία μέρος δανείστηκε και μέρος έδωσαν μέλη της οικογένειας τους. Β. Όλα τα έξοδα που έγιναν για την ανέγερση της κατοικίας και όλων των βελτιώσεων μέσα σε αυτά τα τεμάχια έγιναν αποκλειστικά από τον Ενάγοντα και η Εναγόμενη αναγνωρίζει ότι καμιά συνεισφορά δεν είχε στα πιο κάνω. Γ. Η σχολή χορού την οποία διατηρεί ο Ενάγοντας δημιουργήθηκε αποκλειστικά με την συνεισφορά του Ενάγοντα μόνο και θα του ανήκει αποκλειστικά. Δ. Αυτή είναι η τελική ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των μερών. Ε. Ο Ενάγοντας θα φιλοξενεί την Εναγόμενη στην κατοικία του και ανήγειρε στα πιο πάνω τεμάχια προσωρινά και όσο χρόνο αποφασίσει ο ίδιος». · Ο Ενάγοντας καταχώρησε εναντίον της Εναγόμενης, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου, την Αίτηση Διαζυγίου 194/
  8. · Στις 26.2.2007 εκδόθηκε, στην απουσία της Εναγόμενης, το διαζύγιο με το οποίο λύθηκε ο γάμος των διαδίκων. · Στις 20.7.2009 η Εναγόμενη πήρε το παιδί τους και εγκατέλειψε οριστικά την οικία όπου συμβίωναν. · Στις 21.2.2017 απορρίφθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών, η Αίτηση Αρ. 7/10 που καταχώρησε η Εναγόμενη, λόγω μη προώθησης της (βλ. τεκμήριο 11). · Στις 28.11.2017 εγκρίθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών η παραχώρηση του επίδικου ακινήτου σε άλλα πρόσωπα (βλ. τεκμήριο 8). · Για τον σκοπό αυτό η Εναγόμενη έλαβε αποζημίωση από τα πρόσωπα στα οποία παραχωρήθηκε το επίδικο ακίνητο. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψην και τα πιο πάνω. Ο Ενάγοντας γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Με εξαίρεση ένα μέρος της μαρτυρίας του, ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του επί των ουσιωδών γεγονότων, οι οποίες συνάδουν με την μαρτυρία που προσκόμισε, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Συγκεκριμένα: Αναφορικά με τις θέσεις του ότι η Εναγόμενη τον απάτησε τόσο πριν την πρώτη όσο και πριν την δεύτερη συμφωνία, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας το κατά πόσο πράγματι έγινε κάτι τέτοιο, ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα. Αρκεί να λεχθεί ότι εκείνο που προκύπτει από την μαρτυρία τόσο του ιδίου όσο και της Εναγόμενης είναι ότι συνέβησαν κάποια γεγονότα, με βάση τα οποία ο Ενάγοντας διαμόρφωσε την συγκεκριμένη πεποίθηση και ήταν στα πλαίσια αυτά που εξελίχθηκαν τα όσα οδήγησαν τελικά στην υπογραφή των δύο συμφωνιών. Το κατά πόσο η πεποίθηση του αυτή ήταν ορθή ή εύλογη δεν είναι λοιπόν ουσιώδες για σκοπούς της παρούσας. Με βάση δε όσα περιέγραψε και έλαβαν χώρα κρίνεται λογική η θέση του ότι ήταν η Εναγόμενη εκείνη που πρότεινε να πάνε σε δικηγόρο για να γίνει η πρώτη συμφωνία. Το γεγονός ότι πήγαν σε δικηγόρο που ήταν οικογενειακός φίλος του Ενάγοντα δεν μεταβάλλει το πιο πάνω. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι αυτός πρότεινε τον εν λόγω δικηγόρο και η Εναγόμενη δέχθηκε να πάνε σε αυτόν ενώ δεν προκύπτει να πρότεινε κάποιον άλλο δικηγόρο. Από δε το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας και λαμβάνοντας πάντα υπόψην τα δεδομένα, ως είχαν διαμορφωθεί και ήταν γνωστά και στους δύο κατά τον χρόνο σύναψης της, δεν προκύπτει ότι τα περιουσιακά τους ρυθμίζονταν κατά τρόπο επαχθή ή δυσανάλογο για την Εναγόμενη. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύει και για την δεύτερη συμφωνία, που έγινε 2 ½ και πλέον χρόνια μετά, κατόπιν εισήγησης του Ενάγοντα αυτή την φορά και από άλλο δικηγόρο που φαίνεται ότι γνώριζε η Εναγόμενη αφού ήταν φίλος του παππού της. Αναφορικά με τις σχέσεις του με την Εναγόμενη, καμία υποβολή του έγινε ότι άσκησε βία ή απείλησε ή εκβίασε ή εξαπάτησε αυτήν για να επιτύχει την υπογραφή κάποιας εκ των συμφωνιών, ως υποστήριξε η Εναγόμενη σε διαφορετικά μέρη της μαρτυρία της. Εκείνο δε που του υποβλήθηκε για την πρώτη συμφωνία ήταν γενικά ότι πήρε την Εναγόμενη με την βία και με το ζόρι και την εξανάγκασε να υπογράψει, κάτι που δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην Έκθεση Υπεράσπισης και δεν παραπέμπει στην άσκηση ψυχικής πίεσης. Περαιτέρω, στα ίδια πλαίσια του τέθηκε και πάλι γενικά ότι όποτε είχε πρόβλημα με την Εναγόμενη γιατί πίστευε σε κάποια ζητήματα την έπαιρνε σε δικηγόρο και την έβαζε να υπογράψει έγγραφα. Αναφορικά με την αίτηση διαζυγίου δέχθηκε ότι αυτή υποβλήθηκε το 2006 αλλά δεν θυμόταν να πει εάν ήταν πριν ή μετά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας. Ως προς την εν λόγω αίτηση θα πρέπει να λεχθεί ότι η ίδια η Εναγόμενη στο δικόγραφο της παραδέχεται ότι της επιδόθηκε σχετική κλήση, αλλά υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας την εξαπάτησε ότι θα έκανε ενέργειες απόσυρσης της. Συνεπώς η Εναγόμενη παραδέχεται στο δικόγραφο της ότι γνώριζε ότι καταχωρήθηκε τέτοια αίτηση. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του Ενάγοντα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι αυτό που αφορά την θέση του ότι όλα τα έξοδα για την ανέγερση του σκελετού της οικοδομής στο επίδικο ακίνητο τα έκανε αυτός, με δικά του χρήματα. Εξηγώ. Στην κυρίως εξέταση είπε ότι έκανε πληρωμές «για μπετά, για καλουψίες, για τα σίδερα, για τους ανθρώπους που έβγαλαν διατρήσεις, οτιδήποτε εργασίες διενεργούνταν στην οικοδομή». Όταν δε του ζητήθηκε να υποδείξει αποδείξεις για αυτό, είπε ότι δεν έχει όλες τις αποδείξεις, δίδοντας ως δικαιολογία την πάροδο του χρόνου και ότι βρήκε σε ένα φάκελο ορισμένες αποδείξεις. Αυτό όμως δεν είναι λογικό και εξηγώ. Ως είπε για την πρώτη συμφωνία, αυτή σκοπό είχε να ρυθμίσει κάποια πράγματα γιατί δεν μπορούσε να συνεχίσει την ζωή του, στην αβεβαιότητα και πρόσθεσε για να εξηγήσει «Να χτίζω εγώ και μετά σε μια φάση να βρεθώ έξω από αυτά που θα δημιουργήσω, γιατί δεν είχα και καμιά βοήθεια». Ενόψει των ανωτέρω αλλά και του γεγονότος ότι ήγειρε την παρούσα, θα αναμενόταν λογικά όχι μόνο να έχει όλες τις αποδείξεις για το τι πλήρωσε αλλά και να γνωρίζει έστω τι ποσό πλήρωσε συνολικά, κάτι που δεν ανέφερε στο Δικαστήριο. Ως προς τις αποδείξεις, παρά το ότι είπε σε άλλο σημείο ότι έχει αρκετές τέτοιες που αποδεικνύουν την θέση του, εντούτοις κατέθεσε μόνο το τεκμήριο 3 (3 αποδείξεις της C&S BETON LTD για είσπραξη από αυτόν διάφορων ποσών και συγκεκριμένα ημερ. 13.6.2008, 29.7.2008 και 29.9.2008 για ποσά €1.000, για €1.500 και για €1.580 αντίστοιχα) και το τεκμήριο 4 (7 δελτία αποστολής μπετόν της ως άνω εταιρείας με όνομα πελάτη αυτό του Ενάγοντα και με «Προορισμό» την XXXX - 6 από αυτά φέρουν ημερομηνία 16.4.2008 και ένα ημερομηνία 19.5.2008) που αφορούν, ως φαίνεται από το περιεχόμενο τους, μπετόν που παρήγγειλε και πληρωμές που έκανε για μπετόν από την συγκεκριμένη εταιρεία. Ως δε είπε, επέλεξε τα συγκεκριμένα έγγραφα καθότι αναφέρονται σε μπετόν με προορισμό την XXXX. Αυτό φυσικά αφορά μόνο το τεκμήριο 4 δηλ. τα δελτία παραγγελίας και όχι τις αποδείξεις πληρωμής που δεν φαίνεται για ποιο σκοπό και που χρησιμοποιήθηκε το μπετόν. Ήταν επίσης η θέση του ότι τα τεκμήρια 3 και 4 αντιστοιχούν μεταξύ τους κάτι που όμως δεν προκύπτει από το περιεχόμενο τους. Ως εκ των άνω αυτό το μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει δεκτό (για αποδοχή μέρους μαρτυρίας βλ. Ευσταθίου ν. Μιχαήλ κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A341, Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2012, ημερ. 23.7.2019). Σημειωτέον ότι το πιο πάνω δεν είναι, κατά την κρίση μου, τέτοιο ώστε να επηρεάζει την αξιοπιστία του εν γένει και να καθιστά την μαρτυρία του συνολικά απορριπτέα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφερθούν και τα εξής: Ο Ενάγοντας δεν θυμόταν πότε άρχισαν οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής στο επίδικο ακίνητο. Είπε ότι άρχισαν τέλος του 2006 ή του
  9. Τα έγγραφα των τεκμηρίων 3 και 4 φέρουν ημερομηνίες από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  10. Είναι δε κοινώς παραδεκτό ότι το διαζύγιο των διαδίκων εκδόθηκε στις 26.2.
  11. Όταν ο Ενάγοντας ρωτήθηκε στην αντεξέταση γιατί παρά τούτο εξακολουθούσε να πληρώνει για το εν λόγω ακίνητο, είπε ότι υπήρχε το έγγραφο το οποίο κατοχύρωνε ότι οποιαδήποτε ανάπτυξη θα ήταν από μισή και έπρεπε να γίνει αποπεράτωση του σκελετού διαφορετικά θα το έχανε (είπε σχετικά ότι ο Έπαρχος είχε στείλει επιστολή ότι έπρεπε να επιστρέψουν το οικόπεδο γιατί δεν έγινε καμιά ανάπτυξη) και ό,τι έκανε το έκανε για το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού τους. Δεν ήθελε να χαθεί το οικόπεδο, γιατί εκ των πραγμάτων ήταν και το μόνο καθαρό - αφού δεν μπορούσε να υποθηκευτεί - οπότε το είχε για αξιοποίηση για να σπουδάσει ο γιος τους. Ευελπιστούσε δε ότι θα κατέληγαν σε μια συμφωνία με την Εναγόμενη να το πωλήσουν και να μπουν κάποια λεφτά, τουλάχιστον το δικό του μερίδιο, στο όνομα του γιου τους. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι οι εργασίες ανέγερσης στο επίδικο ακίνητο είτε άρχισαν και σε κάθε περίπτωση συνεχίσθηκαν μέχρι την ολοκλήρωση του σκελετού ενώ γνώριζε ότι ο γάμος του λύθηκε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Ενάγοντα, γίνεται δεκτή με εξαίρεση το μέρος που αφορά το ότι η ανέγερση του σκελετού της οικοδομής στο επίδικο ακίνητο έγινε αποκλειστικά από τον ίδιο με δικά του χρήματα. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με την μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Όσον αφορά το κατά πόσο ο Μ.Ε.2 είναι εμπειρογνώμονας εκτιμητής ακινήτων, αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Μάλιστα η συνήγορος υπεράσπισης τον αποκάλεσε ως τον «κατ' εξοχήν έμπειρο εκτιμητή στην Επαρχία Πάφου». Συναφώς η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Στα πλαίσια αυτά να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Στην έκθεση του επεξηγεί αναλυτικά αλλά και με κατανοητό τρόπο την μέθοδο που ακολούθησε και όλα τα δεδομένα που έλαβε υπόψην του ώστε να καταλήξει στο συμπέρασμα του και αυτά δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Στην αντεξέταση του ανέφερε, όπως βασικά και στην έκθεση του, ότι εκείνο που είδε κατά την επιτόπια εξέταση είναι ένα οικόπεδο στο οποίο υπάρχει ένα αποπερατωμένο κτίριο, το οποίο εξωτερικά φαίνεται ότι χρησιμοποιείται και είναι καινούργιο. Ανέφερε επίσης, ως προκύπτει και από την έκθεση του, ότι η εκτίμηση που έκανε για το κτίριο ήταν, συμφωνά με τις οδηγίες που του δόθηκαν, μέχρι το στάδιο του σκελετού. Εξήγησε δε ότι ως προς την αξία του οικοπέδου χρησιμοποίησε την συγκριτική μέθοδο και συγκεκριμένα 11 συγκριτικές πωλήσεις παρόμοιων ακινήτων που έγιναν το 2019-2020 και 2 που έγιναν το
  1. Αναφορικά με την αξία του κτιρίου εξήγησε, αναλύοντας το, ότι χρησιμοποίησε το κόστος αντικατάστασης με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια που του είχαν δοθεί. Ανέφερε δε και ως προς τούτο ότι χρησιμοποίησε τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο της εκτίμησης. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να πει την αξία του σκελετού του κτιρίου το 2010, υπολόγισε αυτήν σε €72.000, στην βάση του ότι τότε το μέσο κόστος κατασκευής από την Στατιστική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν περίπου 10% πιο χαμηλά απ' ότι σήμερα. Δέχθηκε δε ότι δεν γνωρίζει ούτε πότε άρχισε να κτίζεται το κτίριο ούτε και πότε αποπερατώθηκε. Εξήγησε όμως ότι δεν επηρεάζεται η αξία του σκελετού ως τέτοιου εκ του ότι μπορεί να ήταν στάσιμος για κάποια χρονική περίοδο. Είπε επίσης ότι δεν επηρεάζεται η κατάσταση αυτού από κλιματολογικές συνθήκες εάν είναι στάσιμος για χρόνια, εξηγώντας ότι απεναντίας, αρκετοί μηχανικοί υποστηρίζουν ότι ο σκελετός πρέπει να μείνει για κάποιο διάστημα πριν ολοκληρωθεί το υπόλοιπο μέρος του κατασκευαστικού έργου. Με βάση δε τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω και ενόψει του ότι δεν προσήχθη άλλη μαρτυρία που να δείχνει κάτι τέτοιο, κρίνεται ότι τα όσα ανέφερε δεν μεταβάλλονται από το γεγονός ότι σε υποβολή ότι ο σκελετός είχε μείνει στάσιμος και εκτεθειμένος στις κλιματολογικές συνθήκες για πάρα πολύ καιρό κάτι που επηρέασε την αξία του και την κατάστασή του, απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.2 κρίνεται αρκούντως τεκμηριωμένη, αντικειμενική και αξιόπιστη και κατ' επέκταση το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, στην βάση των όσων προκύψουν από την μαρτυρία που θα γίνει δεκτή. Τέλος η Εναγόμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία της προέβαλε ισχυρισμούς που είτε δεν δικογραφεί είτε έρχονται σε αντίθεση με τα δικόγραφα της αλλά και άλλους που ποτέ δεν τέθηκαν στον Ενάγοντα ώστε να τους σχολιάσει και να αξιολογηθούν. Κάποιες εκ των θέσεων της δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική ή στα τεκμήρια ενώ οι ουσιώδεις θέσεις της δεν ήταν σταθερές και στερούνται πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Η δικογραφημένη θέση της αναφορικά με τις δύο επίδικες συμφωνίες είναι ότι αυτές είναι άκυρες ή ακυρώσιμες καθότι υπογράφηκαν από αυτήν υπό το κράτος ψυχολογικής βίας που της άσκησε ο Ενάγοντας και δεν ανταποκρίνονται στην βούληση και/ή δεν υπογράφτηκαν με την ελεύθερη βούληση της. Οι λεπτομέρειες δε που δίδει επί τούτου είναι ότι ο Ενάγοντας της εξασκούσε τέτοια ψυχολογική βία και ψυχικούς εκβιασμούς ώστε να την έχει καταστήσει υποχείριο του, αναγκάζοντας την, μεταξύ άλλων, να υπογράφει εξευτελιστικά συμφωνητικά έγγραφα για δήθεν ρύθμισης των περιουσιακών τους, τα οποία ουδέποτε έλαβε ούτε καν σε αντίγραφα. Σε άλλο δε σημείο του δικογράφου της αναφέρει σχετικά ότι σε ηλικία που αυτή ακόμη δεν είχε κλείσει τα 18 της και/ή σε μεταγενέστερο χρόνο, ο Ενάγοντας την υποχρέωσε εκβιάζοντας την ψυχολογικά, ότι είναι για το καλό του γάμου τους και για να νιώθει τάχα εκείνος ότι δεν έμενε μαζί του για οικονομικούς λόγους και αφού την αποξένωσε εντελώς από τους γονείς της και την πήρε στον δικηγόρο του, υπόγραψε κάποιες συμφωνίες, οι οποίες ουδέποτε της δόθηκαν ούτε καν σε αντίγραφο. Σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπέγραψε την συμφωνία ημερ. 26.11.2003 (πρώτη συμφωνία) στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι μετά το περιστατικό που συνέβη όταν το παιδί τους ήταν 5 μηνών, όταν δηλ. ο Ενάγοντας την κατηγόρησε ότι τον απάτησε, ο Ενάγοντας την χτύπησε άγρια. Αυτή φοβήθηκε να καλέσει την Αστυνομία γιατί την απειλούσε συνέχεια ότι θα την σκοτώσει και πήρε το παιδί τους και πήγε στους γονείς της. Λίγο καιρό μετά όταν το παιδί ήταν 5-6 μηνών, ο Ενάγοντας τους επισκέφθηκε και δεσμεύτηκε ότι θα αλλάξει, δεν θα είναι βίαιος και ότι θα έκαναν μια καινούργια αρχή και της είπε να επιστρέψει στο σπίτι. Αυτή έβαλε πάνω από όλα το παιδί τους και επέστρεψαν. Ο Ενάγοντας όμως εξακολουθούσε να θεωρεί ότι τον απάτησε και της είπε «Για να μου αποδείξεις ότι με αγαπάς και είσαι εδώ γιατί αγαπάς την οικογένεια μας και θέλεις να είμαστε μαζί και να μεγαλώσει το μωρό μας μαζί με τους δύο γονείς του θα πρέπει να υπογράψουμε ένα χαρτί το οποίο θα λέει ότι δεν δικαιούσαι τίποτε, δεν διεκδικάς τίποτα από τα περιουσιακά μας στοιχεία. Για να μου αποδείξεις ότι είσαι εδώ και είναι ψέματα αυτό που πίστευα και είπασιν». Έτσι πήγαν στο γραφείο δικηγόρου, ο οποίος ήταν φίλος της οικογένειας του Ενάγοντα. Δεν της διαβάσθηκε το έγγραφο και της είπαν να υπογράψει. Ζήτησε να το διαβάσει αλλά της είπαν ότι «είναι τυπικό», μεταξύ αυτής και του Ενάγοντα και ότι δεν χρειάζεται να το διαβάσει, θα το διάβαζε μετά. Έτσι υπέγραψε στην παρουσία του δικηγόρου, χωρίς να το διαβάσει τότε. Σε σχέση με την εκδοχή της αυτή θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς μια απλή ανάγνωση της πρώτης συμφωνίας δείχνει ότι τα περιουσιακά τους δεν ρυθμίζονταν κατά τρόπο ώστε αυτή να μην δικαιούται τίποτα, όπως δήθεν της ανέφερε ο Ενάγοντας. Αντίθετα αναφέρεται ότι συγκεκριμένο αυτοκίνητο θα θεωρείται ιδιοκτησίας της όπως και το επίδικο ακίνητο και ότι σε περίπτωση που σε αυτό ανεγερθεί κατοικία, αυτά θα ανήκουν εξ ίσου και στους δύο. Ήταν δε σε άλλο σημείο της κυρίως εξέταση της η θέση της ότι ο Ενάγοντας την εκβίασε να υπογράψει την πρώτη συμφωνία, λέγοντας της ότι δεν θα την δεχόταν στο σπίτι. Αυτό όμως δεν συνάδει με τις περιστάσεις που, ως άνω λέχθηκε, αυτή εξέθεσε καθότι με βάση τα όσα είπε προκύπτει ότι ο Ενάγοντας της μίλησε για το θέμα μετά που αυτή επέστρεψε στο σπίτι και όχι πριν. Να σημειωθεί δε εδώ ότι με βάση την εκδοχή της, αυτή επέστρεψε στο σπίτι λίγο καιρό μετά που έφυγε ενώ η πρώτη συμφωνία υπογράφθηκε αρκετούς μήνες αργότερα, στις 26.11.2003 όταν το παιδί τους ήταν περίπου 16 μηνών. Να λεχθεί περαιτέρω ότι η θέση που υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ήταν άλλη και δη ότι την πήρε με την βία και με το ζόρι και την εξανάγκασε να υπογράψει την εν λόγω συμφωνία. Περαιτέρω μη πειστική κρίνεται η θέση της ότι ζήτησε η ίδια να διαβάσει την συμφωνία πριν την υπογράψει αλλά δεν το έκανε γιατί της είπαν ότι «είναι τυπικό», μεταξύ αυτής και του Ενάγοντα και ότι δεν χρειάζεται να το διαβάσει. Αυτό καθότι, από τα όσα η ίδια είπε, φαίνεται ότι γνώριζε τι θα αφορούσε η συμφωνία και ως επίσης είπε, την είχε ενημερώσει από πριν ο Ενάγοντας και άρα δεν ετίθετο θέμα «τυπικού». Στα ίδια πλαίσια μη πειστική κρίνεται και η θέση της στην αντεξέταση ότι δεν ρώτησε τι υπογράφει γιατί δεν τολμούσε και ότι είχε πάει ψυχολογικά προετοιμασμένη να μην κάνει οποιανδήποτε ερώτηση, να συμπεριφερθεί ότι ήταν όλα φυσιολογικά και εις γνώση της, χωρίς να εξηγήσει γιατί να κάνει κάτι τέτοιο. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης είπε ότι μετά από απειλές ότι θα την σκοτώσει, μετά από ξυλοδαρμούς και διάφορους εκβιασμούς εννοείται ότι δεν θα τολμούσε να ρωτήσει να διαβάσει κάποιο έγγραφο. Σε άλλο πάλι σημείο υποστήριξε κάτι άλλο και συγκεκριμένα ότι ο Ενάγοντας την εξαπάτησε λέγοντας της ότι «Αυτά τα έγγραφα είναι τυπικά για να δω ότι δεν με θέλεις για τα λεφτά και ότι όλα αυτά τα κάνουμε για τον γιο μας». Σε κάθε περίπτωση όμως εύλογο ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της εγείρεται και από το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζεται ότι υπέγραψε μια συμφωνία χωρίς την θέληση της και μάλιστα δυσμενή για αυτήν ως προς τα περιουσιακά της, δεν την διάβασε έστω μετά που έφυγε από εκεί. Εδώ να λεχθεί ότι δεν ισχυρίσθηκε ότι δεν της δόθηκε αντίγραφο, ως δικογραφεί. Περαιτέρω και πάλι εντύπωση προξενεί ότι, ως η ίδια ανέφερε στην κυρίως εξέταση, δεν θυμάται καν πότε έλαβε γνώση του περιεχομένου της συμφωνίας αλλά, ως είπε, σίγουρα κατανόησε αυτό, αφού έφυγε από το σπίτι το 2009, μετά που ανακάλυψε ότι είχε εκδοθεί διαζύγιο. Και πάλι όμως δεν προέβη άμεσα σε κάποια ενέργεια για ακύρωση της συμφωνίας, παρά μόνο, ως είπε, έκανε ένσταση στην Αίτηση που καταχώρησε για τα περιουσιακά τους ο Ενάγοντας το
  2. Αναφορικά δε με την συμφωνία ημερ. 8.6.2006 (την δεύτερη συμφωνία) ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ότι και πάλι μετά που ο Ενάγοντας θεώρησε λανθασμένα ότι τον απατά και όταν μετά από λίγο καιρό απεβίωσε ο πεθερός της, ο Ενάγοντας της ασκούσε βία, λέγοντας της ότι αυτή φταίει για τον θάνατο του πεθερού της επειδή είναι ανήθικη και διαλύει την οικογένεια της, την είχε αποξενώσει ήδη από τους γονείς της και της είπε ότι πρέπει να υπογράψουν δεύτερο έγγραφο το οποίο θα κατοχυρώνει και την ίδια. Σε άλλο δε σημείο είπε ότι ο Ενάγοντας την χτυπούσε και της έλεγε για την τιμή της οικογένειας «Εσύ είσαι η αιτία. Για να με κάνεις να νιώθω εγώ καλά μέσα μου, ότι όντως δεν έχεις το κρίμα του παπά μου, τον θάνατο του παπά μου στον λαιμό σου, να το υπογράψεις». Εδώ να σημειωθεί ότι στο δικόγραφο της αναφέρεται μόνο σε άσκηση ψυχολογικής και όχι σωματικής βίας και σε τίποτα από τα πιο πάνω. Η δε θέση που υποβλήθηκε στον Ενάγοντα και για τις δύο συμφωνίες δεν ήταν τέτοια αλλά ότι όποτε είχαν πρόβλημα με την Εναγόμενη γιατί πίστευε σε κάποια ζητήματα την έπαιρνε σε δικηγόρο και την έβαζε να υπογράψει έγγραφα. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε και σε απειλές από μέρους του Ενάγοντα, κάτι που επίσης δεν δικογραφεί. Ανέφερε περαιτέρω ότι αυτή δεν ήθελε να υπογράψει αλλά δεν είχε άλλη επιλογή αφού ο Ενάγοντας της είπε «Τα λεφτά σου τα έχω πιάσει, οπότε είτε το υπογράψεις είτε όχι εσύ είσαι η χαμένη». Έτσι πήγαν σε άλλο δικηγόρο και υπέγραψαν το έγγραφο. Ούτε αυτό το έγγραφο το διάβασε γιατί, ως αντιλήφθηκε από τα λεγόμενα του, ο δικηγόρος ήταν με την εντύπωση ότι ήταν εις γνώση της το περιεχόμενο του. Εδώ να σημειωθεί ότι αυτό που δικογραφεί και για την δεύτερη συμφωνία είναι όπως και για την πρώτη ότι δηλ. ο Ενάγοντας την υποχρέωσε εκβιάζοντας την ψυχολογικά, ότι είναι για το καλό του γάμου τους και για να νιώθει τάχα εκείνος ότι δεν έμενε μαζί του για οικονομικούς λόγους και αφού την αποξένωσε εντελώς από τους γονείς της και την πήρε στον δικηγόρο του και υπόγραψε κάποιες συμφωνίες, κάτι που δεν συνάδει με αυτά που ανέφερε στην μαρτυρία της. Στην αντεξέταση της ανέφερε και πάλι ότι υπέγραψε την δεύτερη συμφωνία κατόπιν εκβιασμών αλλά και απειλών και διευκρίνισε ότι οι απειλές αφορούσαν την ζωή της, κάτι που επίσης δεν δικογραφεί. Σε κάθε περίπτωση και πάλι η εκδοχή της κρίνεται ως στερούμενη πειστικότητας και εξηγώ. Ενώ ανέφερε ότι υπέγραψε μια συμφωνία υπό παρόμοιες συνθήκες και χωρίς την θέληση της 2 ½ και πλέον χρόνια πριν, προχώρησε σε υπογραφή και δεύτερης συμφωνία και πάλι χωρίς να την διαβάσει. Είπε δε και πάλι ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της. Γνώριζε μεν ότι ήταν συνέχεια της πρώτης αλλά όχι ακριβώς το περιεχόμενο της, μέχρις ότου έφυγε από το σπίτι. Όπως δηλαδή έπραξε και για την πρώτη συμφωνία. Ως δε μάλιστα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της, ενώ είχε την ευκαιρία να αναφέρει στον δικηγόρο ότι δεν γνωρίζει τι υπογράφει, δεν το έπραξε, όταν την ρώτησε. Αντίθετα ως είπε απάντησε καταφατικά και χωρίς να εξηγήσει γιατί, είπε ότι το έκανε καθότι είχε προηγουμένως καθοδηγηθεί από τον Ενάγοντα να μην δείξει ότι δεν είναι με τη θέληση της που υπέγραφε. Ούτε για αυτήν την συμφωνία υποστήριξε ότι δεν έλαβε αντίγραφο. Αντίθετα ο δικηγόρος που την συνέταξε βεβαιώνει με το τεκμήριο 6 ότι έδωσε αντίγραφο αυτής και στους δύο. Εγείρονται λοιπόν τα ίδια εύλογα ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της εκδοχής της Εναγόμενης και για την δεύτερη συμφωνία, η οποία πράγματι επιβεβαιώνει και αποτελεί συνέχεια της πρώτης. Αναφορικά με την βία που ανέφερε ότι της ασκούσε συστηματικά ο Ενάγοντας, κατά την αντεξέταση αυτού πέραν από δύο ερωτήσεις κατά πόσο άσκησε καμία φορά βία στην Εναγόμενη και εάν άσκησε τέτοια κατά το διάστημα 2007 - 2009, τίποτε άλλο δεν του τέθηκε ώστε να απαντήσει και να αξιολογηθεί. Ο Ενάγοντας δήλωσε ότι ποτέ δεν άσκησε βία όσο ήταν μαζί και δέχθηκε ότι του έγινε μια καταγγελία για βία εναντίον της Εναγόμενης για ένα περιστατικό όμως που έγινε το 2011 δηλ. μετά που αυτή έφυγε πλέον οριστικά από το σπίτι όπου συμβίωναν. Είπε δε στην κυρίως εξέταση της ότι για την ανέγερση της κατοικίας στο ακίνητο στο XXXX (πρόκειται για τα 3 τεμάχια που αναφέρονται στις συμφωνίες) είχαν κάνει από κοινού με τον Ενάγοντα και δάνειο. Περαιτέρω οι γονείς της είχαν ένα οικόπεδο στην XXXX που θα της έδιδαν προίκα. Ο Ενάγοντας δεν ήθελε να κτίσουν εκεί και έτσι ανάγκασαν την μητέρα της να το πωλήσει και επειδή ήταν από μισό με την αδελφή της, η μητέρα της έβαλε στον λογαριασμό της Λ.Κ.24.
  3. Αναφορικά με το επίδικο ακίνητο είπε ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια για την οικοδομή τα κατάθεσαν το 2006 καθότι είχαν πάρει επιστολή από τη Μέριμνα ότι λόγω παρέλευσης χρόνου έπρεπε να ξεκινήσουν ενέργειες γιατί τους είχε δοθεί για ιδιοκατοίκηση. Οπότε ο Ενάγοντας της είπε ότι έπρεπε να βάλει τα λεφτά που της έδωσε η μητέρα της. Μετά από 3 μέρες απέσυραν τα εν λόγω χρήματα, τα έβαλαν σε λογαριασμό στον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης και την ίδια μέρα ξεκίνησαν τις ενέργειες για να χτίσουν το σπίτι. Ο Ενάγοντας της είπε να βάλουν τα λεφτά εκεί για να κόβει επιταγές για την ανέγερση της οικίας στο επίδικο ακίνητο. Ξεκίνησαν δε να χτίζουν αυτό μετά την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας. Στο μεταξύ, πριν μάθει για το διαζύγιο, έκανε ένα δάνειο η ίδια για Λ.Κ.8.000 και ένα η μητέρα της για Λ.Κ.16.000 γιατί ο Ενάγοντας την εξανάγκαζε να ζητά λεφτά. Για τον σκελετό της οικοδομής στο ακίνητο πλήρωσαν περί τις Λ.Κ.27.
  4. Οι πληρωμές έγιναν από δικά της χρήματα, από καταθέσεις που της έκαναν οι γονείς της και από τα δύο πιο πάνω δάνεια. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, πάντα με βάση την εκδοχή της, αυτή έκανε δύο δάνεια και ένα η μητέρα της. Ως προς τούτα κατέθεσε το τεκμήριο 10, που ως είπε είναι προειδοποιήσεις που πήρε για τα δάνεια. Το εν λόγω τεκμήριο όμως δεν επιβεβαιώνει το ότι ως ανέφερε έκανε τρία δάνεια. Από αυτό προκύπτει ότι έλαβε στις 30.4.2014 ειδοποιήσεις για ένα δάνειο στο οποίο ήταν πρωτοφειλέτης και για ένα στο οποίο ήταν εγγυητής, χωρίς να αναφέρεται ο χρόνος που έγιναν τα εν λόγω δάνεια. Αναφορικά δε με τις αποδείξεις τεκμήριο 3, που κατέθεσε ο Ενάγοντας, είπε ότι από ό,τι γνωρίζει τα μπετά για την οικοδομή στο επίδικο ακίνητο ήταν από την εταιρεία Αθηνοδώρου και όχι από τη C&S Beton. Δεν ανέφερε όμως πως το γνωρίζει αυτό. Όταν δε της υποδείχθηκε στην κυρίως εξέταση το τεκμήριο 4, επανέλαβε ότι εκεί δηλώνεται μπετόν για κάποια οικοδομή που δεν γνωρίζει εάν είναι στην XXXX και πρόσθεσε και πάλι, χωρίς να εξηγήσει, ότι θεωρεί ότι τα μπετά τα είχε μεταφέρει η εταιρεία Αθηνοδώρου. Να σημειωθεί όμως ότι και στα 7 δελτία αποστολής του τεκμηρίου 4, αναφέρεται ως «Προορισμός» η XXXX. Παρά ταύτα όταν μετά ρωτήθηκε για ποια οικοδομή ήταν αυτά, είπε πλέον με βεβαιότητα ότι ήταν για την οικοδομή στα XXXX. Δεν έγινε όμως ποτέ αναφορά σε οποιαδήποτε οικοδομή στα XXXX. Όσον αφορά την αίτηση διαζυγίου, στην κυρίως εξέταση είπε ότι πήγε κλητήρας στο καινούριο σπίτι τους, την πρώτη μέρα που μετακόμιζαν. Τότε είχαν δεχτεί και έξωση από το διαμέρισμα που έμεναν πριν. Είχε πάρει για αυτό ο Ενάγοντας προηγουμένως κλήση για έξωση και της είπε για το χαρτί που πήρε ο κλητήριας «Σου κάνει έξωση και εσένα προσωπικά» και να το υπογράψει. Έτσι αυτή αντιλήφθηκε ότι της επιδόθηκε κλήση για έξωση, οπότε υπόγραψε ένα έγγραφο που και πάλι δεν διάβασε. Αργότερα ανακάλυψε ότι δεν επρόκειτο για έξωση. Αυτό έγινε όταν κάποια άτομα της εκμυστηρεύτηκαν ότι ο Ενάγοντας τους είπε ότι είχε εκδοθεί διαζύγιο. Το πιο πάνω έρχεται όμως σε αντίθεση με τα όσα θέτει σχετικά στο δικόγραφο της. Συγκεκριμένα εκεί αναφέρει ότι περί τον Ιανουάριο του 2007, αφού μετακόμισαν στη νεόκτιστη κατοικία τους, της επιδόθηκε αίτηση διαζυγίου, την οποία και παρέλαβε ενώπιον του Ενάγοντα, ο οποίος πήρε την αίτηση από αυτήν για να διευθετήσει τάχα μέσω του δικηγόρου του την απόσυρση της, εξαπατώντας την. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι όχι μόνο της επιδόθηκε η κλήση αλλά και αντιλήφθηκε περί τίνος επρόκειτο και όχι ότι αντιλήφθηκε ότι ήταν κλήση για έξωση. Γνώριζε λοιπόν ότι ο Ενάγοντας είχε καταχωρήσει αίτηση διαζυγίου εναντίον της. Στο σημείο αυτό να λεχθεί, ότι ως έχει νομολογηθεί, αντίφαση προφορικής μαρτυρίας με τις δικογραφημένες θέσεις ενός διαδίκου, αποτελεί στοιχείο που συνυπολογίζεται στην κρίση επί της αξιοπιστίας του μάρτυρα (βλ. Δημήτρη v. Kravtchenko
(2013)1 Α.Α.Δ. 113). Πέραν δε των πιο πάνω δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική η θέση της ότι ο Ενάγοντας είχε απέναντι της την συμπεριφορά που περιέγραψε δηλ. την εκβίαζε και την απειλούσε με αποτέλεσμα να υπογράψει και τις δύο επίδικες συμφωνίες και όσον αφορά το έγγραφο που της επιδόθηκε, να υπέγραψε για την παραλαβή του καθότι, ως είπε, τον εμπιστεύτηκε ενώ δεν μπήκε καν στον κόπο να το διαβάσει μετά. Να λεχθεί εδώ ότι από το σύνολο των όσων έχουν τεθεί προκύπτει ότι η αίτηση διαζυγίου δεν ήταν η μόνη διαδικασία στην οποία η Εναγόμενη δεν εμφανίσθηκε. Το ίδιο φαίνεται ότι έπραξε και όσον αφορά την δική της αίτηση για τις περιουσιακές διαφορές, χωρίς να δώσει πειστική εξήγηση. Στην αντεξέταση της δέχθηκε ότι καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο την Αίτηση Αρ. 7/
  1. Παρά όμως την πάροδο τόσο μεγάλου χρόνου από την καταχώρηση της και του ότι, ως η ίδια είπε, η τελευταία δικηγόρος της αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση της, η Εναγόμενη υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει μέχρι σήμερα το αποτέλεσμα της Αίτησης. Όταν δε της υποδείχθηκε και κατατέθηκε ως τεκμήριο 11 το πρακτικό ημερ 21.2.2017 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου, από το οποίο φαίνεται ότι εκείνη την ημέρα η Αίτηση απορρίφθηκε στην απουσία της, λόγω μη προώθησης της, είπε ότι δεν το γνώριζε αυτό και ότι τώρα που το βλέπει για να μην την προωθήσει δεν ήταν εις γνώση της. Εκείνο όμως που προκύπτει και πάλι είναι τουλάχιστον ανεξήγητη αδιαφορία για τις υποθέσεις της εφόσον εάν ενδιαφερόταν για αυτήν θα διόριζε άλλο δικηγόρο για την προώθηση της, ο οποίος και θα την ενημέρωνε σχετικά. Αυτό φαίνεται ότι δεν το έπραξε. Στην επανεξέταση της είπε μάλιστα ότι η εν λόγω δικηγόρος την ενημέρωσε ότι θα αποσυρόταν από τις διαδικασίες που είχε και ότι για αρκετό διάστημα μετά την αποχώρηση της δικηγόρου δεν είχε δικηγόρο, χωρίς να εξηγήσει το γιατί. Ήταν δε η θέση της την οποία προέβαλε για πρώτη φορά στην αντεξέταση ότι υπέγραψε ως συνοφειλέτης για λήψη δανείου στις 3.3.2008 και ότι δεν θα το υπέγραφε εάν γνώριζε ότι εκδόθηκε διαζύγιο. Ούτε όμως αυτό τέθηκε στον Ενάγοντα. Περαιτέρω οι ως άνω θέσεις της έρχονται ουσιαστικά σε αντίθεση με αυτό που είπε στην αντεξέταση της ότι δηλ. όταν ανακάλυψε το διαζύγιο ήταν λύτρωση για αυτήν και εγκατάλειψε το σπίτι παίρνοντας μόνο το παιδί τους. Αυτό καθότι λογικά την ίδια αφορμή θα της έδινε και η αίτηση για διαζύγιο που της επιδόθηκε πριν. Άλλωστε εύλογο ερώτημα εγείρεται και από το ότι δεν εγκατέλειψε τον Ενάγοντα από τον χρόνο που έμαθε για το διαζύγιο αλλά, ως η ίδια είπε, 4 μήνες μετά και ενώ εκείνος της συμπεριφερόταν ακόμη χειρότερα από πριν. Δεν εξήγησε δε γιατί ήταν ανάγκη, εφόσον πήγε σε δικηγόρο και έμαθε για το διαζύγιο, να κάνει τον Ενάγοντα να το παραδεχθεί, ως βασικά υποστήριξε για να δικαιολογήσει την περαιτέρω παραμονή της στο σπίτι όπου συμβίωναν. Σε σχέση δε την παραχώρηση του επίδικου ακινήτου είπε ότι η οικοδομή εκεί από το 2009 μέχρι και το 2018 ήταν εκτεθειμένη στις καιρικές συνθήκες και ενόψει του και του ότι πήρε δύο επιστολές από την Μέριμνα ότι παρήλθε αρκετός καιρός και πρέπει η συγκεκριμένη οικοδομή ή να διεκπεραιωθεί ή να παραχωρηθεί σε άλλον δικαιούχο, αναγκάστηκε τελικά να παραχωρήσει το επίδικο ακίνητο. Έλαβε ως προς τούτο και βασικά για την οικοδομή που βρισκόταν εκεί, μετά από καθορισμό από την Μέριμνα, ως αποζημίωση το ποσό των €40.
  2. Στην αντεξέταση της όταν της υποβλήθηκε ότι έλαβε για αυτό το ποσό των €80.000 δεν το δέχθηκε. Ενώ όμως προς επίρρωση της θέσης της ανέφερε ότι υπάρχει σχετικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και των προσώπων που πήραν το ακίνητο, ούτε αυτό προσκόμισε στο Δικαστήριο. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η μαρτυρία της Εναγόμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Νομική πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για να είναι μια σύμβαση έγκυρη, θα πρέπει μεταξύ άλλων, να καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση των µερών. Δύο οι περισσότεροι θεωρούνται ότι συναινούν, όταν συµφωνούν για το ίδιο πράγµα με την ίδια έννοια (άρθρο 13). Η ελεύθερη συναίνεση αποτελεί λοιπόν συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης. Η συναίνεση δεν θεωρείται ελεύθερη όταν προκαλείται με εξαναγκασµό ή ψυχική πίεση ή απάτη ή ψευδή παράσταση ή πλάνη. Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει τέτοιων περιστάσεων (άρθρο 14). Αν η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, η συµφωνία είναι σύµβαση ακυρώσιµη κατ' εκλογή του µέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε µε τον τρόπο αυτό. Η σύµβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί είτε απόλυτα είτε, αν το µέρος που δικαιούται σε ακύρωση αποκόµισε δυνάµει αυτής οποιοδήποτε όφελος, µε τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να επιβάλει (άρθρο 20). Σύμφωνα με το άρθρο 16: «
(1)Η σύµβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "'ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν µεταξύ των µερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέµιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασµό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο— (α) έχει πραγµατική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εµπιστοσύνης έναντι του άλλου· ή (β) καταρτίζει σύµβαση µε πρόσωπο, του οποίου η πνευµατική ικανότητα είναι προσωρινά ή µόνιµα επηρεασµένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευµατικής ή σωµατικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συµβάλλεται µαζί µε αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από µόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρµετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύµβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου». Από την σχετική νομολογία (βλ. Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1226, Σ.Π.Ε Αγίας Φυλάξεως ν. Πουλλά κ.α.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 961 και Σωκράτους ν. Τσιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602) προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά το δίκαιο της επιείκειας η εφαρμογή της αρχής της ψυχικής πίεσης έχει πρόθεση να εξασφαλίσει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κανένα να διατηρήσει το όφελος, που προέκυψε από τον δόλο του ή την παράνομή του πράξη. Η αρχή αυτή αποτελεί εμπόδιο στην συνείδηση του δωρεοδόχου, που προκύπτει από την έντιμη συμπεριφορά. Η ψυχική πίεση δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης ή της επιρροής που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες: (α) στις περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών και (β) στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερικών ειδική σχέση. Στην πρώτη κατηγορία δηλ. στην περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Πρέπει απαραιτήτως να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγοντας για την συνομολόγηση της σύμβασης, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει την συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει την ψυχική πίεση. Η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Στην δεύτερη κατηγορία δηλ. στην περίπτωση που υπάρχει μεταξύ των μερικών ειδική σχέση κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Το τεκμήριο αυτό τίθεται από το Νόμο αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει ο ένας τον τοποθετεί σε θέση ασυνήθιστης εξουσίας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα δε να θέσει το πρόσωπο αυτό τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου που μπορεί να επηρεαστεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του. Στην περίπτωση όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα οιασδήποτε επιρροής από το δωρεοδόχο και με πλήρη συνείδηση του τι έπραττε. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής έλαβε ικανοποιητική και ανεξάρτητη συμβουλή πριν από την σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε αφού δηλ. διαμόρφωσε έτσι ανεξάρτητη και εμπεριστατωμένη κρίση. Να σημειωθεί όμως ότι το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται όχι απλά με την διαπίστωση της ύπαρξης της ως άνω αναφερόμενη ειδικής σχέσης αλλά όταν περαιτέρω η συναλλαγή ήταν υπερβολικά και καταφανώς επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ή όπως με άλλα λόγια τέθηκε από την αγγλική νομολογία παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος, ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Όταν λοιπόν αποδειχθεί και ότι η σύμβαση είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Τέτοιες εμπιστευτικές σχέσεις είναι οι σχέσεις γονιού και παιδιού, κηδεμόνα και κηδεμονευόμενου, δικηγόρου και πελάτη, καθώς και σε ορισμένες συμβάσεις μεταξύ μνηστευμένων, γιατρού και ασθενούς. Το τεκμήριο δεν περιορίζεται μόνο σε αυτές τις ειδικές σχέσεις. Αν αποδειχθεί ότι κατά το χρόνο της ετεροβαρούς σύμβασης, υπήρχε πράγματι σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, προκύπτει το τεκμήριο. Το τεκμήριο εφαρμόζεται λοιπόν σε όλη την ποικιλία των σχέσεων στις οποίες ασκείται κυριαρχία από ένα πρόσωπο επί άλλου. Η ψυχική πίεση μπορεί λοιπόν να προέλθει από μια εμπιστευτική ή εξαρτώμενη σχέση μεταξύ δύο προσώπων, όπου η εξάρτηση του ενός θέτει τον άλλο σε πλεονεκτική θέση να εξασκήσει επιρροή επ' αυτού, επιρροή η οποία μπορεί μεν να θεωρηθεί ως απόλυτα φυσική, αλλά από την άλλη είναι ικανή να χρησιμοποιηθεί άδικα. Σε μια αντιδικία, κάποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις ενώ δεν αποκλείεται στο τέλος να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Ως δε εξηγείται στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, (Λευκωσία 2014), Τόμος Α, σελ. 295-299, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Barclays Bank Plc v. O' Brien [1994] 1 AC 180, στην δεύτερη κατηγορία, οι ειδικές σχέσεις που ενεργοποιούν το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης είναι δύο ειδών. Αυτές που ως θέμα δικαίου («as a matter of law») δημιουργούν το τεκμήριο (αναφέρονται ως «Τάξη 2Α») και οι άλλες η ύπαρξη των οποίων θα πρέπει να τεκμηριωθεί από τον παραπονούμενο («de facto») (αναφέρονται ως «Τάξη 2Β»). Στις σχέσεις που εμπίπτουν στην «Τάξη 2Α», ο παραπονούμενος πρέπει να αποδείξει απλώς την ύπαρξη μιας ιστορικά καθιερωμένης σχέσης εμπιστοσύνης (π.χ. δικηγόρος και πελάτης, ιατρός και ασθενής κ.λπ.) απ' όπου προκύπτει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης. Στις σχέσεις που εμπίπτουν όμως στην «Τάξη 2Β», ο παραπονούμενος θα πρέπει να αποδείξει όχι κάποια σχέση per se αλλά συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία που συνθέτουν και συναποτελούν με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, σχέση κυριαρχίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, από την οποία θα προκύψει το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης. Ως το κύριο παράδειγμα της «Τάξης 2Β», αναφέρεται η σχέση μεταξύ συζύγων. Εξηγείται ως προς τούτο ότι αρχικά υπήρχαν ενδείξεις ότι η συζυγική σχέση ανήκε στην «Τάξη 2A», με αποτέλεσμα το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης να προκύπτει αυτόματα. Τώρα όμως, ως αποτέλεσμα σταθερής νομολογίας που αντικατοπτρίζει την χειραφέτηση των γυναικών και την ισότητα των φύλων, η σχέση μεταξύ συζύγων ανήκει στην «Τάξη 2Β», όταν δηλαδή η ειδική σχέση εμπιστοσύνης και κυριαρχίας θα προκύψει από τα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που θα προσκομιστούν στο Δικαστήριο δηλ. το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης θα προκύψει με την ad hoc στοιχειοθέτηση στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης της απαραίτητης σχέσης κυριαρχίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Αυτό, ως περαιτέρω εξηγείται, ισχύει παρόλο που στην σχέση συζύγων τα Δικαστήρια είναι ιδιαίτερα προσεκτικά και κάποτε δίδεται η εντύπωση ότι η σχέση αυτή αποτελεί δική της κατηγορία, μεταξύ των δύο παραδοσιακών, εκεί τουλάχιστον που εμπλέκεται τρίτο μέρος, όπως σε υποθέσεις παροχής εγγύησης από την σύζυγο προς τραπεζικό οργανισμό προς όφελος του συζύγου. Συμπεράσματα Στην προκειμένη ο Ενάγοντας ζητά θεραπεία στην βάση των επίδικων συμβάσεων (τεκμήρια 1 και 7) ενώ η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι αυτές είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες και ανταπαιτεί απόφαση με την οποία να κηρύσσονται ως τέτοιες. Ως δε προκύπτει από το δικόγραφο της αλλά και από τις αγορεύσεις της συνηγόρου της, υποστηρίζει ότι αυτές δεν υπογράφτηκαν με την ελεύθερη βούληση της αλλά ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης που της ασκήθηκε από τον Ενάγοντα. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι ήταν κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών σύζυγοι. Ως έχει λεχθεί ανωτέρω στη νομική πτυχή, η σχέση αυτή εμπίπτει στην μια κατηγορία των ειδικών σχέσεων που ενεργοποιούν το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης και συγκεκριμένα σε εκείνες που ο παραπονούμενος θα πρέπει να αποδείξει όχι κάποια σχέση per se αλλά συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία που συνθέτουν και συναποτελούν με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, σχέση κυριαρχίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, από την οποία θα προκύψει το εν λόγω τεκμήριο. Δηλαδή το τεκμήριο δεν ενεργοποιείται μόνο και μόνο με την απόδειξη της συγκεκριμένη σχέσης αλλά πρέπει να προκύψει με την ad hoc στοιχειοθέτηση στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης της απαραίτητης σχέσης κυριαρχίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Η απόδειξη δε των πιο πάνω όμως δεν ενεργοποιεί από μόνη της το τεκμήριο. Θα πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί ότι η συναλλαγή ήταν υπερβολικά και καταφανώς επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε. Τέτοια θεωρείται όταν ο διάδικος, ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια. Εάν αποδειχθούν τα πιο πάνω το τεκμήριο ενεργοποιείται και πλέον το βάρος τίθεται επί των ώμων του διάδικου που έχει το όφελος, ο οποίος θα πρέπει να δικαιολογήσει ότι η σύμβαση ήταν ελεύθερη ψυχικής πίεσης. Στην προκειμένη, για τους λόγους που εξηγούνται κατά την αξιολόγηση, η μαρτυρία της Εναγόμενης δεν έγινε δεκτή. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί η απαραίτητη σχέση κυριαρχίας και εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού δεν φαίνεται από το περιεχόμενο των ίδιων των συμβάσεων ή από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έγιναν δεκτά, ότι η συναλλαγή είναι υπέρµετρα επαχθής. Εδώ να λεχθεί ότι ούτε από το σύνολο των προνοιών των επίδικων συμβάσεων ούτε και από την πρόνοια που σχετίζεται με την παρούσα και δη με το επίδικο ακίνητο προκύπτει ότι αυτές ήταν υπέρμετρα επαχθείς για την Εναγόμενη, κατά τον χρόνο υπογραφής των συμβάσεων. Αυτό καθότι με τις εν λόγω συμβάσεις φαίνεται ότι επιχειρήθηκε η συμβατική επίλυση οποιονδήποτε διαφορών θα ανέκυπταν μετά την λύση του γάμου, αναφορικά με περιουσία των δύο συζύγων που αποκτήθηκε πριν και κατά την διάρκεια του γάμου, με βάση πάντα τις συνθήκες που επικρατούσαν και ήταν γνωστές στους συμβαλλόμενους κατά την σύναψη των συμβάσεων. Το γεγονός ότι τα πλείστα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στις συμβάσεις αναγνωρίζονται ως ανήκοντα στον Ενάγοντα δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον ακόμη και στις ίδιες τις συμβάσεις δίδεται βασικά εύλογη δικαιολογία για κάθε τέτοιο. Υπέρμετρα επαχθής δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να θεωρηθεί ούτε και η πρόνοια που αφορά την παρούσα. Αυτό καθότι όταν έγινε η πρώτη συμφωνία το δεδομένο ήταν το ότι το επίδικο ακίνητο είχε παραχωρηθεί από τον Έπαρχο στην Εναγόμενη και εκεί λογάριαζαν οι διάδικοι να κτίσουν κατοικία. Η πρόνοια λοιπόν ότι σε περίπτωση ανέγερσης τέτοιας το οικόπεδο και η κατοικία θα ανήκουν εξ ίσου στους συμβαλλομένους δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο επαχθής ή ανισοσκελής, ώστε να μην δικαιολογείται από την σχέση των διαδίκων ως συζύγων. Το ίδιο ισχύει και για την δεύτερη συμφωνία που επιβεβαιώνει ως προς τούτο την πρώτη, εφόσον μέχρι την σύναψη της δεν είχαν αρχίσει οποιεσδήποτε εργασίες ανέγερσης οικοδομής εκεί. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν ενεργοποιήθηκε το τεκμήριο ώστε το βάρος απόδειξης ότι οι συμβάσεις ήταν ελεύθερες ψυχικής πίεσης, να μεταφερθεί στους ώμους του Ενάγοντα. Ενόψει δε της απόρριψης της μαρτυρίας της Εναγόμενης και της όλης εκδοχής της κρίνεται λοιπόν ότι αυτή απέτυχε να αποδείξει ότι υπέγραψε τις συμβάσεις συνεπεία ψυχικής πίεσης. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτηση της. Θα εξετάσω στην συνέχεια την απαίτηση του Ενάγοντα. Ως προαναφέρθηκε, στηρίζει αυτήν στις επίδικες συμβάσεις και συγκεκριμένα στην προαναφερόμενη πρόνοια. Αξιώνει δε αναγνωριστική απόφαση ότι είναι ο νόμιμος δικαιούχος του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η μεταβίβαση του μεριδίου αυτού επ' ονόματι του. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς εγείρεται θέμα που αφορά την ερμηνεία της εν λόγω πρόνοιας, η οποία έχει ως ακολούθως: «Σε περίπτωση ανέγερσης κατοικίας επί του οικοπέδου αυτά θα ανήκουν εξ ίσου και στους δύο συμβαλλόμενους». Ως έχει νομολογηθεί, είναι συνεχής η τάση εναρμόνισης των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή, με το κριτήριο να είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Το αντικείμενο της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 407). Η βασική δε αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623). Στην Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168 λέχθηκε ότι όταν η εξακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων βρίσκει έκφραση στην εξωτερικευμένη δήλωση τους σε γραπτή συμφωνία, είναι κατά κανόνα επιτρεπτή μόνο η αντικειμενική ερμηνεία της δήλωσης μακριά από κάθε υποκειμενική εκτίμηση. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα μη τυχόν δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση τους, η οποία δε θα φανερώνει την αντικειμενικοποιημένη πρόθεση των μερών. Στην προκειμένη εκείνο που προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της συγκεκριμένης πρόνοιας είναι ότι συμφωνήθηκε όπως το επίδικο ακίνητο και η όποια κατοικία κτιστεί επί τούτου, ανήκουν εξ ίσου στους διαδίκους - τότε συζύγους - στην περίπτωση που ανεγείρεται κατοικία επί τούτου. Τότε και μόνο θα αποκτούσε λοιπόν τέτοιο δικαίωμα ο Ενάγοντας. Αποτελεί δε κοινώς παραδεκτό ότι εκείνο που έγινε ήταν η ανέγερση του σκελετού μιας κατοικίας. Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο αυτό ενεργοποιεί την συγκεκριμένη πρόνοια ώστε να αποκτά ο Ενάγοντας και το σχετικό δικαίωμα; Λαμβάνοντας υπόψην τις πιο πάνω αρχές ερμηνείας κρίσιμη στην παρούσα κρίνεται η ερμηνεία της λέξης «κατοικία». Δεν πρόκειται για κάποιο νομικό όρο και η ερμηνεία της λέξης δεν μπορεί παρά να γίνει με βάση την φυσική και συνήθη έννοια της. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Δεύτερη έκδοση, «κατοικία» είναι:
  1. ο ειδικά διαμορφωμένος και στεγασμένος χώρος όπου διαμένει κανείς,
  2. το τμήμα οικήματος (λ.χ. διαμέρισμα πολυκατοικίας) στο οποίο διαμένει κανείς και
  3. ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης κάποιου». Είναι δε προφανές από τα πιο πάνω ότι η λέξη κατοικία αναφέρεται στον χώρο όπου διαμένει κάποιος, κάτι που εξυπακούει ένα ολοκληρωμένο και διαμορφωμένο για τον σκοπό αυτό χώρο. Ως έχει προαναφερθεί στην προκειμένη οι εργασίες που έγιναν δεν κατέληξαν σε ολοκλήρωση κατοικίας με την πιο πάνω έννοια αλλά μόνο στον σκελετό της οικοδομής. Συνεπώς κρίνεται ότι αυτό δεν ενεργοποίησε την πρόνοια της σύμβασης ώστε να αποκτήσει ο Ενάγοντας το δικαίωμα που αυτή προβλέπει. Πέραν όμως και ανεξάρτητα του πιο πάνω, από την μαρτυρία που έχει προσαχθεί, στο μέτρο πάντα που έγινε δεκτή, δεν αποκαλύπτεται κατά πόσο το επίδικο ακίνητο ενεγράφη και πότε στο όνομα της Εναγόμενης. Ως έχει προαναφερθεί αυτό παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη από την Κυπριακή Δημοκρατία, όντας κυβερνητικό οικόπεδο, για σκοπούς αυτοστέγασης. Στην πρώτη δε συμφωνία αναφέρεται ότι για αυτό της παραχωρήθηκε από τον Έπαρχο, Άδεια Χρήσης. Ο δε Ενάγοντας κατά την μαρτυρία του είπε ότι αυτό δεν ήταν δικό τους αλλά τους το παραχώρησε η Κυβέρνηση, οπόταν δεν μπορούσαν να το υποθηκεύσουν. Περαιτέρω, παρά το ότι το τεκμήριο 8 αναφέρεται σε έγκριση για μεταβίβαση του ακινήτου, η Εναγόμενη έκανε λόγω για παραχώρηση του σε άλλα πρόσωπα και όχι σε οποιαδήποτε μεταβίβαση του. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη κατέστη, σε οποιοδήποτε χρόνο εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, ώστε σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντα να κριθεί κατά πόσο θα μπορούσε να του αποδοθεί η θεραπεία που επιζητεί για μεταβίβαση στο όνομα του, του ½ μεριδίου επί του ακινήτου. Ούτε φυσικά θα μπορούσε να του αναγνωρισθεί δικαίωμα επί της άδειας χρήσης (εάν τέτοια είχε δοθεί) αφού αυτή είχε παραχωρηθεί συμβατικά από την Δημοκρατία στην Εναγόμενη, ως δικαιούχο τέτοιας παροχής. Ένα άλλο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας δικαιούται να εγείρει τις αξιούμενες θεραπείες του, στην βάση πάντα των επίδικων συμβάσεων και εξηγώ. Ως έχει προαναφερθεί οι εν λόγω συμβάσεις σκοπό είχαν να επιλύσουν οποιεσδήποτε διαφορές θα ανέκυπταν μετά την λύση του γάμου, αναφορικά με περιουσία των δύο συζύγων που αποκτήθηκε πριν και κατά την διάρκεια του γάμου. Ως δε προκύπτει από την μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα, η ανέγερση της οικοδομής στο επίδικο ακίνητο άρχισε περί το τέλος του 2006 ή
  4. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την έκδοση του διαζυγίου στις 26.2.
  5. Ο Ενάγοντας προς απόδειξη του ότι αυτός έκανε τις πληρωμές προσκόμισε τα τεκμήρια 3 και 4 που φέρουν ημερομηνίες του
  6. Είναι δε βέβαιο ότι οι εργασίες ανέγερσης του σκελετού της οικοδομής περατώθηκαν μετά την λύση του γάμου. Δεν αποκλείεται δε, με βάση τα πιο πάνω, ακόμη και οι εργασίες για την ανέγερση να άρχισαν μετά την λύση του γάμου. Αυτό ήταν σε γνώση του Ενάγοντα και η δικαιολογία που έδωσε ότι το έκανε για να εξασφαλίσει το μέλλον του παιδιού τους δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω. Ενόψει λοιπόν του ότι από την μαρτυρία δεν προκύπτει ότι αυτά έγιναν πριν την λύση του γάμου, κρίνεται ότι ο Ενάγοντας δεν μπορεί να επικαλείται τις επίδικες συμβάσεις και να εδράζει τις αξιώσεις του επί τούτων εφόσον αυτές αποσκοπούσαν στην διευθέτηση των διαφορών για περιουσία που αποκτήθηκε πριν ή κατά την διάρκεια του γάμου. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και εάν ο Ενάγοντας εδικαιούτο θεραπείες για μεταβίβαση του ακινήτου τέτοιες εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να του αποδοθούν εφόσον με την παραχώρηση του ακινήτου σε άλλα πρόσωπα, μετά την καταχώρηση της αγωγής, η Εναγόμενη δεν έχει πλέον οποιαδήποτε ιδιοκτησιακά ή άλλα δικαιώματα επί τούτου ώστε να διαταχθεί να προβεί σε τέτοια μεταβίβαση. Τέλος ως φαίνεται από το δικόγραφο του ο Ενάγοντας, διαζευκτικά διεκδικεί αποζημιώσεις. Αυτό όμως το ζητά σε περίπτωση αδυναμίας έκδοσης διαταγής για την μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου δηλαδή ως διαζευκτική θεραπεία στην βάση πάντα των επίδικων συμβάσεων. Ενόψει όμως των όσων σχετικών αναφέρθηκαν πιο πάνω ούτε αυτή η θεραπεία μπορεί να του αποδοθεί. Τόσο στο δικόγραφο του όσο και κατά την μαρτυρία του υποστήριξε ότι το κόστος ανέγερσης του σκελετού της οικοδομής στο επίδικο ακίνητο, το επωμίσθηκε αποκλειστικά ο ίδιος, με δικά του χρήματα. Στις τελικές δε αγορεύσεις η συνήγορος του εισηγείται όπως του επιδικασθεί το ποσό των €40.000, ως αναφέρει, «στην βάση της εκτιμημένης αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου». Να σημειωθεί όμως ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Ε.2, το ποσό των €80.000 (στο ½ του οποίου αναφέρεται η συνήγορος) είναι η σημερινή αξία του κτιρίου που βρίσκεται στο επίδικο ακίνητο, μέχρι το στάδιο του σκελετού. Ενόψει λοιπόν και των ανωτέρω αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσε να αξιώσει ο Ενάγοντας είναι η αποκατάσταση του για όσα χρήματα κατέβαλε για τον σκοπό αυτό, σε άλλη όμως βάση από αυτήν των επίδικων συμβάσεων. Δεν επιζητεί όμως τέτοια θεραπεία ούτε και κρίνεται ότι μπορεί υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο να εξετάσει κάτι τέτοιο. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν εξετάζετο η απόδοση τέτοιας θεραπείας, με δεδομένο ότι αυτός εγείρει τον σχετικό ισχυρισμό και η Εναγόμενη τον αμφισβήτησε, το βάρος απόδειξης του, με την προσκόμιση κατάλληλης μαρτυρίας, ήταν στους ώμους του Ενάγοντα. Για τους λόγους όμως που έχουν εξηγηθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του, το μέρος που αφορά το θέμα αυτό δεν έγινε δεκτό. Συνεπώς κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει όχι μόνο το ύψος των εν λόγω δαπανών αλλά και ότι αυτές προήλθαν αποκλειστικά από δικά του χρήματα. Κατάληξη Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνεται ότι τόσο ο Ενάγοντας όσο και η Εναγόμενη απέτυχαν να αποδείξουν ο καθένας την απαίτηση του. Ως εκ τούτου: · Η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. · Η Ανταπαίτηση επίσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.