← Κύπρος

Bank of Cyprus Public Co Ltd ν. Γιουσελλή κ.α., Αρ. Aγωγής: 1892/2012, 29/1/2021

Bank of Cyprus Public Co Ltd ν. Γιουσελλή κ.α., Αρ. Aγωγής: 1892/2012, 29/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A5 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: X. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 1892/2012 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Ενάγουσας και 1. ********* Γιουσελλή 2. ********* Μέσσιος Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει ειδοποίησης σύμφωνα με το αρ. 28

(1)του Ν. 17(I)/2013, ως τροποποιήθηκε από τον Ν. 38 (I)/2013 Bank of Cyprus Public Co Ltd Ενάγουσας και
  1. ********* Γιουσελλή
  2. ********* Μέσσιος Εναγομένων 29 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Ι. Τηλεμάχου για Ηλίας Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 1: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης και Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2: κ. Σ. Ζαννούπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Στη βάση της πιο πάνω αγωγής, την οποία καταχώρισε στις 18.5.12 η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (εφεξής "η Λαϊκή"), η διάδοχος αυτής βάσει της Κ.Δ.Π. 104/13, δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφεξής "η Τράπεζα Κύπρου"), αξιώνει απόφαση για €1.334.557, 31 συν τόκο εναντίον του Εναγομένου 1 και για €700.000 συν τόκο εναντίον του Εναγομένου 2, στη βάση συμβάσεων δανείου και εγγύησης αντίστοιχα, ημερ. 19.9.
  3. Το δάνειο ύψους €700.000 είχε χορηγηθεί στον Εναγόμενο 1 ως χρηματοδότηση για την αγορά του τεμαχίου 109, το οποίο και υποθηκεύτηκε προς εξασφάλιση, αλλά αργότερα η υποθήκη ακυρώθηκε στα πλαίσια άλλης αγωγής λόγω πλαστογράφησης του πληρεξουσίου, το οποίο φερόταν να είχε δώσει η ιδιοκτήτρια του ακινήτου (κα Ευσταθίου) στην κα Νικολαΐδου, με την οποία είχε συναλλαγεί ο Εναγόμενος
  4. Αυτός είναι και ο λόγος που η τράπεζα δεν προωθεί το αρχικώς αξιωθέν διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου. Με την αγόρευσή του, ο Εναγόμενος 1 προώθησε τις θέσεις ότι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό λόγω μη απόδειξης παραλαβής των επιστολών τερματισμού και απαίτησης πληρωμής, ότι δεν δικογραφείται ισχυρισμός για συναίνεση των διαδίκων στην αύξηση του ορίου πέραν των Λ.Κ. 30.000 ή για αύξηση επιτοκίου, ότι δεν επεξηγήθηκαν οι καταχωρήσεις στις αναδομημένες καταστάσεις, ότι δεν έχει αποδειχθεί το ύψος του κατ' ισχυρισμόν υπολοίπου και ότι υπήρξε κατάχρηση διαδικασίας λόγω καταχώρισης δεύτερης αγωγής κατά το 2017, με την οποία τα ίδια ποσά ζητούνται και από άλλο τρίτο πρόσωπο (τη Νικολαΐδου), το οποίο είχε παραδεχθεί ότι πλαστογράφησε το πληρεξούσιο (Τεκμήρια 45 και 46). Ο Εναγόμενος 2 προώθησε τις θέσεις ότι τρίτο πρόσωπο ("η Νικολαΐδου") είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή της ιδιοκτήτριας ("της Ευσταθίου") του ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο αγόρασε ο Εναγόμενος 1, πράγμα το οποίο δεν γνώριζαν οι διάδικοι και άρα όλοι τελούσαν σε πλάνη και ότι από τη στιγμή που το έναυσμα για τη σύναψη του δανείου ήταν το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο ήταν πλαστό, τότε οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρες, ενώ παράλληλα, ο Εναγόμενος 2 δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από την Ενάγουσα τράπεζα, η οποία δεν νομιμοποιείται να διεκδικήσει την επιστροφή του χρέους από τον ίδιο. Μαρτυρία Η Μ.Ε. κα Α. Γεωργίου, λειτουργός στην Τράπεζα Κύπρου, στη γραπτή δήλωσή της, Έγγραφο Α, εξήγησε την εμπλοκή της στην υπόθεση τονίζοντας ότι όσα αναφέρει περιήλθαν στη γνώση της από μελέτη του αρχείου και των εγγράφων τα οποία παρέλαβε η Τράπεζα Κύπρου κατά το
  5. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στο ότι κατά το 2008 ο Εναγόμενος 1 ζήτησε δάνειο για επένδυση σε ακίνητο (Property Investment), ότι υπεγράφη στις 19.9.08 το δάνειο για €700.000 με την εγγύηση του Εναγομένου 2, την υποθήκευση του τεμαχίου 109 και την Εκχώρηση Εισπρακτέων Εισοδημάτων. Εξήγησε ότι αφαιρουμένων των υποθηκευτικών εξόδων παρέμεινε υπόλοιπο €692.988,85, το οποίο κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 και αντίστοιχα χρεώθηκε ο λογαριασμός δανείου του. Μετά την κατάθεση στον τρεχούμενο, ο λογαριασμός είχε τη δική του κίνηση, την οποία επίσης ανέφερε η Μ.Ε., ενώ κάποια άλλα ποσά πλήρωσε η Τράπεζα με δικές της επιταγές κατ' εντολήν του Εναγομένου 1, όπως έπραξε και για εντολές μεταφοράς χρημάτων σε άλλο λογαριασμό του (notice account). Είναι δε εις γνώσιν της τράπεζας ότι ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε και μετρητά στην πωλήτρια του ακινήτου, για τα οποία η τράπεζα εξασφάλισε και αποδείξεις. Δέχθηκε πως αργότερα, στις 9.8.18, με σχετική απόφαση στην αγωγή 22../10, ακυρώθηκε η υποθήκη Ήταν η θέση της Μ.Ε. πως οι χρηματοδότες δεν γνώριζαν περισσότερες λεπτομέρειες για την πώληση, το πληρεξούσιο, το συμβόλαιο ή το ακίνητο πέραν του ότι το είχε αγοράσει ο Εναγόμενος 1 και ότι είχε εγγραφεί επ' ονόματί του. Τέλος, αναφέρθηκε στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δανείου μέχρι και τις 30.6.20 από τις οποίες αφαιρέθηκαν διάφορα έξοδα και ο τόκος περιορίστηκε σε ποσοστό 7% (αντί 14% που είχε δικογραφηθεί), με αποτέλεσμα το οφειλόμενο υπόλοιπο για τον Εναγόμενο 1 να είναι €1.334,557,31 συν τόκους 7% από €1.7.20 συν κεφαλαιοποίηση, τα οποία δεν εξοφλήθηκαν. Σχετικές ειδοποιήσεις είχαν σταλεί από τις 10.6.11 και αργότερα στις 21.7.11, οπότε και υπήρξε τερματισμός. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς για πλαστογραφία, είπε πως έμαθαν ότι η κα Νικολαΐδου παραδέχθηκε ενοχή στο Κακουργοδικείο για τέτοιο αδίκημα και ότι ακολούθησε αγωγή από την ιδιοκτήτρια του τεμαχίου στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε διάταγμα ακύρωσης της υποθήκης, αλλά δεν έμαθαν λεπτομέρειες των συμβάντων αφού δεν έγινε ακρόαση. Κατά την προφορική της μαρτυρία η Μ.Ε. παρουσίασε τα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 1‑
  6. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Αγγελίδη, μεταξύ άλλων είπε ότι μελέτησε το ιστορικό από το ηλεκτρονικό αρχείο και τον φάκελο του πελάτη, ότι και οι καταστάσεις λογαριασμού εκτυπώθηκαν από το ηλεκτρονικό αρχείο στο οποίο καταχωρείται αυτόματα κάθε συναλλαγή των πελατών, ότι δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ οι επίδικες συναλλαγές, ότι αποστέλλοντο τριμηνιαίες καταστάσεις, ότι οι χρεώσεις τόκου ήταν με βάση τις ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο, ότι οι διάφορες επιστολές στάληκαν χωρίς να έχουν επιστραφεί και ότι η ίδια ενημερώθηκε για τις πρακτικές της Λαϊκής από νυν συνάδελφό της (τον κ. Γρηγορίου), ο οποίος όμως ήταν παλαιότερα στη Λαϊκή και γνώριζε τα γεγονότα. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Ζαννούπα, μεταξύ άλλων είπε ότι τα χρήματα του δανείου ήταν από τα αποθεματικά της τράπεζας, ότι υπήρχε κόστος δανειοδότησης, ότι η ίδια δεν είχε σχέση με την αγωγή 22../10, ότι η εμπλοκή του Εναγόμενου 2 είναι ως εγγυητής αλλά πήρε και ο ίδιος €30.000 με επιταγή. Ως Μ.Υ. κατέθεσε ο Εναγόμενος
  7. Κατά την κυρίως εξέτασή του δέχθηκε ότι σκοπός του δανείου ήταν η αγορά του ακινήτου το οποίο μάλιστα, υποθηκεύτηκε προς εξασφάλιση του δανείου. Η αποπληρωμή θα γινόταν με την πώληση των οικοπέδων που θα προέκυπταν. Είπε πως αν γνώριζε ότι το πληρεξούσιο προς την κα Νικολαΐδου ήταν άκυρο, τότε δεν θα αγόραζε το κτήμα ούτε θα δανειζόταν. Για τον διαχωρισμό των οικοπέδων πλήρωσε διάφορα ποσά ύψους €2.380 (Τεκμήρια 42 και 43). Ούτε ο εγγυητής είχε γνώση για το ότι το πληρεξούσιο δεν ήταν γνήσιο. Έμαθαν για το θέμα αυτό όταν παρέλαβε αγωγή από τη νόμιμη ιδιοκτήτρια. Δεν προέβη τότε σε καταγγελία αλλά πήγε σε δικηγόρο για να αναλάβει τα διαδικαστικά. Για το δάνειο δεν έλαβε ποτέ κατάσταση λογαριασμού ούτε και ειδοποίηση τερματισμού. Δόσεις κατέβαλλε για περίπου 2,5 χρόνια και συνολικά κατέβαλε πέραν των €100.
  8. Από τα χρήματα του δανείου πληρώθηκε η αγορά καθώς και άλλα έξοδα Κτηματολογίου κλπ για τη μεταβίβαση, μέσω τραπεζικών επιταγών (π.χ. τα Τεκμήρια 18, 21, 23, 24, 25). Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος 1 είπε πως οι διάφορες πληρωμές από την Τράπεζα ήταν διαδικασία η οποία έπρεπε όντως να τηρηθεί για να μεταβιβαστεί το ακίνητο και δέχθηκε ότι οι τραπεζικές επιταγές εκδίδοντο κατόπιν δικού του αιτήματος. Δεν ενθυμείτο εάν αρχικά είχε αποταθεί στην τράπεζα σε σχέση με διαφορετικό ακίνητο. Διαφώνησε ότι είχε λάβει όλο το εγκριθέν ποσό λέγοντας ότι η τράπεζα πλήρωσε αρκετά "κομμάτια" από μόνη της, εννοώντας όμως με αυτό ότι η τράπεζα εξέδωσε κάποιες επιταγές για κάποιο σκοπό του δανείου και πλήρωσε απευθείας. Ούτε ενθυμείτο λεπτομέρειες για τις ενέργειες στις οποίες προέβη, λέγοντας πως ό,τι χρειάστηκε η τράπεζα, ο ίδιος το παρέθεσε και έτσι προχώρησαν. Δεν παρουσίασε τότε το πληρεξούσιο στην τράπεζα αλλά απευθύνθηκε σε δικολάβο για τα διαδικαστικά, ο οποίος και προχώρησε με τη διαδικασία στην τράπεζα. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας, κατατέθηκαν από κοινού κάποια δικόγραφα της αγωγής υπ' αρ. 31../17 ως Τεκμήρια 45 και 46 (κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης). Αξιολόγηση Μαρτυρίας‑ Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες σε συνδυασμό με την εξέταση της έγγραφης μαρτυρίας και είμαι σε θέση να αξιολογήσω το σύνολο του μαρτυρικού υλικού προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Όσον αφορά τη Μ.Ε., αναμφίβολα, είναι πρόσωπο το οποίο δεν είχε πρωτογενή γνώση, τουλάχιστον για τα διαδραματισθέντα προ του
  9. Σαφέστατα, η μαρτυρία της ως προς τέτοια γεγονότα προέρχεται είτε από υπαλλήλους της Λαϊκής είτε από έγγραφα της Λαϊκής. Από πλευράς λειτουργών της εν λόγω τράπεζας επικαλέστηκε γραπτώς στη δήλωσή της τον κ. Κουππάρη και προφορικώς τον κ. Γρηγορίου, ενώ από πλευράς εγγράφων κατέθεσε σειρά από αυτά. Από τους λειτουργούς αυτούς κανένας δεν κλήθηκε προς αντεξέταση από τους Εναγόμενους, παρά την ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος βάσει του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  10. Είναι όμως πολύ σημαντικό και σημειώνεται, σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε, πως κανενός από αυτά δεν αμφισβητείται η γνησιότητα. Εγείρονται μόνο δύο ζητήματα, ήτοι η παραλαβή των επιστολών και η ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού, τα οποία εξετάζονται σε καταλληλότερο σημείο. Με εξαίρεση τα δύο αυτά ζητήματα, η μη αμφισβήτηση της γνησιότητας των εγγράφων συνεπάγεται και τη μη αμφισβήτηση των όσων καταγράφονται σε αυτά δηλαδή του περιεχομένου τους, το οποίο και γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Γενικά, η Μ.Ε. μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Τα όσα ανέφερε ήταν πειστικά και τεκμηριωμένα, χωρίς υπερβολές ή υπεκφυγές ή διάθεση αλλοίωσης γεγονότων. Δεν έκρυψε καθόλου την αδυναμία της να έχει προσωπική γνώση αλλά αντιθέτως, το διευκρίνιζε σε κάθε ευκαιρία. Αν προέκυψαν κάποιες ερωτήσεις ή θέματα, αυτό έγινε στη δική της προσπάθεια να βοηθήσει με βάση τη γνώση την οποία απέκτησε στη διευκρίνιση κάποιων επιμέρους θεμάτων για τα οποία είχε ερωτηθεί. Για αυτό θεωρώ ότι το Δικαστήριο δύναται και στηρίζεται στα όσα η ίδια παρουσίασε προς εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Άλλωστε, εξαιρουμένων των προαναφερθέντων δύο σημείων, δεν έχουν αμφισβητηθεί τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία η ίδια παρουσίασε και τα οποία προκύπτουν βασικά μέσα από τα Τεκμήρια. Ο Μ.Υ. μου έδωσε την εικόνα γενικά ότι κατέβαλλε προσπάθεια να αποφύγει κάποια σημεία τα οποία δυνητικά μπορούσαν να λειτουργήσουν εις βάρος του. Βασικό χαρακτηριστικό της δικής του μαρτυρίας ήταν η δυσκολία ή αδυναμία του να ενθυμηθεί έστω και κάποια βασικά γεγονότα όπως αναμένετο ευλόγως. Η άρνησή του ότι παρέλαβε καταστάσεις λογαριασμού ή τις ειδοποιήσεις για πληρωμή και τερματισμού, ήταν καταφανώς προσχηματική και δεν έχει πείσει. Άλλωστε, τέτοιου είδους ισχυρισμοί εκφεύγουν και της υπεράσπισής του και δεν μπορούν καν να προβληθούν, πόσω μάλλον να τύχουν αποδοχής. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως ήδη έχει γίνει κατανοητό, πολύ μικρό μέρος των γεγονότων αμφισβητούνται, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψιν οι εισηγήσεις που προωθήθηκαν μέχρι τέλους, οι οποίες, ως επί το πλείστον, είναι νομικής υφής. Κρίνω ορθότερο όπως τα διάφορα αυτά γεγονότα αξιολογηθούν κατωτέρω σε κατάλληλα σημεία κατά τη χρονολογική παράθεση των γεγονότων. Αρχικά, ας σημειωθεί, πως δεν αμφισβητείται τελικά η υπόσταση και η ιδιότητα είτε της Λαϊκής είτε της Τράπεζας Κύπρου ως τραπεζών κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αυτό με τα ονόματα τα οποία πολύ λεπτομερώς παρέθεσε η Μ.Ε. στη γραπτή δήλωσή της (παράγρ. 4). Τα δε πιστοποιητικά σύστασης των δύο τραπεζών, οι διάφορες αλλαγές επωνυμιών και η Κ.Δ.Π. 104/13 είναι ως φαίνονται στο Τεκμήριο
  11. Το Τεκμήριο 2 αποτελεί έκθεση εκτίμησης για κάποιο άλλο τεμάχιο. Ο εκτιμητής αναφέρει πως αυτή έγινε για σκοπούς δανειοδότησης του Εναγομένου
  12. Η μη αμφισβήτηση επιβεβαιώνει τη θέση ότι αρχικά ο Εναγόμενος είχε επιλέξει άλλο ακίνητο για αγορά. Το Τεκμήριο 4 είναι Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης Προτιθέμενου Εγγυητή και δη του Εναγομένου 2 προς τη Λαϊκή. Από το περιεχόμενο συνάγεται πως πρώτος υπέβαλε μια τέτοια δήλωση ο Εναγόμενος 2 στις 15.7.08 και λίγες μέρες μετά, στις 22.7.08, υπέβαλε παρόμοια δήλωση και ο Εναγόμενος 1, ως ο αιτητής για το δάνειο. Πρόκειται για το Τεκμήριο
  13. Όπως συνάγεται από το Τεκμήριο 16, στις 16.8.08 είχε υπογραφεί το επίδικο αγοραπωλητήριο μεταξύ Εναγομένου 1 και της κας Νικολαΐδου ως φερόμενης εκπροσώπου της κας Ευσταθίου, ιδιοκτήτριας του τεμαχίου
  14. Προκύπτει από τις δύο αποδείξεις του Τεκμηρίου 32 πως στις 5.7.08 και 15.7.08 ο Εναγόμενος 1 είχε προκαταβάλει για την αγορά το συνολικό ποσό των €300.000 σε δύο δόσεις (120.000+180.000). Το Τεκμήριο 5 ημερ. 12.9.08 είναι η εκτίμηση για το επίδικο τεμάχιο
  15. Κρίθηκε πως η αγοραία άξια του ήταν €1.065.000 και η αξία καταναγκαστικής πώλησης ήταν €852.
  16. Από το Τεκμήριο 17 συνάγεται ότι στις 16.9.08 ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε Γενική Συμφωνία Εκχώρησης των εισπρακτέων εισοδημάτων του προς την τράπεζα, η οποία θα χορηγούσε το δάνειο, τη Λαϊκή. Οι άλλες δύο εξασφαλίσεις θα ήταν η εγγύηση και η υποθήκευση. Είναι περαιτέρω αποδεκτό από τους Εναγόμενους, ότι στις 19.9.08 υπέγραψαν ο μεν πρώτος την επίδικη συμφωνία δανείου, ο δε δεύτερος την επίδικη συμφωνία εγγύησης. Τα Τεκμήρια 7 έως 13 αποτελούν τα σχετικά υπογραφέντα έγγραφα ως εξής: Τεκμήριο 7‑ Συμφωνία Δανείου για €700.000 με τον Εναγόμενο 1 Τεκμήριο 8‑ Γενικοί Όροι και Κανονισμοί Τεκμήριο 9‑ Κατάλογος Επιτοκίων+ Χρεώσεων Τεκμήριο 10‑ Συγκατάθεση για ενημέρωση του εγγυητή Τεκμήριο 11‑ Δήλωση μη αναγκαιότητας νομικής συμβουλής Τεκμήριο 12‑ Επιστολή προς τον εγγυητή με πληροφορίες Τεκμήριο 13‑ Σύμβαση Εγγύησης με τον Εναγόμενο 2 Από το Πιστοποιητικό Εγγραφής ακινήτου, Τεκμήριο 15 και τη Δήλωση Υποθήκευσης, Τεκμήριο 14, συνάγεται ότι στις 30.9.08 αφενός το τεμάχιο 109 ενεγράφη επ' ονόματι του Εναγομένου 1 και αφετέρου την ίδια μέρα συνεστήθη υποθήκη επί του ακινήτου αυτού προς όφελος της Λαϊκής (υπ' αρ. Υ.54../08). Για τη σύσταση της υποθήκης απαιτήθηκαν €7.000,85 τα οποία, ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 18 και 19, κατεβλήθησαν μέσω τραπεζικής επιταγής με αντίστοιχη χρέωση, μαζί με €10,30 έξοδα, στον λογαριασμό δανείου υπ' αρ. ...428, όπως επιβεβαιώνεται και από τη σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  17. Όντως το υπόλοιπο ποσό του δανείου μετά την πιο πάνω πληρωμή, δηλαδή το ποσό των €692.988,85, καταβλήθηκε από τη Λαϊκή στον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγομένου 1 υπ' αρ. ...093, ως επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 28 με αντίστοιχη και πάλι χρέωση του λογαριασμού δανείου υπ' αρ. ...428, ως επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 20 και
  18. Από τον τρεχούμενο λογαριασμό πληρώθηκαν επίσης και κάποια άλλα ποσά ή και έγιναν μεταφορά, όλα κατ' εντολήν του Εναγομένου 1, όπως και ο ίδιος δέχθηκε κατά τη μαρτυρία του ως ακολούθως: α) €82.677 στον Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων για φορολογίες (Τεκμήρια 21 και 22) β) €22.994,02 στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό (Τεκμήριο 23). Συν χρέωση €10,30 για έξοδα γ) €34.172 στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό (Τεκμήριο 24). Συν χρέωση €10,30 για έξοδα δ) €146.000 στην κα Νικολαΐδη (Τεκμήριο 25). Συν χρέωση €10,30 για έξοδα. ε) €400.000 μεταφέρθηκαν από τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αρ. ...093 στον λογαριασμό προειδοποίησης υπ' αρ. ...276 (Τεκμήριο 26). Το Τεκμήριο 27 αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού προειδοποίησης (notice account) υπ' αρ. ...276 και το Τεκμήριο 27Α είναι πιστοποιητικό με βάση το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, το οποίο και επιβεβαιώνει ότι οι καταστάσεις αποτελούν μέρος αρχείου της τράπεζας. Η κατάσταση καλύπτει την περίοδο από 30.9.08 μέχρι και τις 17.11.11 που ο λογαριασμός έκλεισε. Ούτε το πιστοποιητικό ούτε η κατάσταση αλλά ούτε και οποιαδήποτε καταγραφή σε αυτήν έχει αμφισβητηθεί. Εν πάση περιπτώσει, δέχομαι ότι το Τεκμήριο 27 αποδίδει ορθά την κίνηση του λογαριασμού αυτού εν γνώσει και με οδηγίες του Εναγομένου
  19. Τα ίδια κατ' αναλογίαν ισχύουν και όσον αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό υπ' αρ. ...093 και τα αντίστοιχα Τεκμήρια 28 και 28Α. Από τον συνδυασμό των κινήσεων στους λογαριασμούς, καθώς και άλλα σχετικά έγγραφα ως κατωτέρω, διαπιστώνονται, πέραν των προαναφερθεισών, και οι ακόλουθες πληρωμές‑μεταφορές: Α) €90.000‑ Μεταφέρονται στις 8.10.08 από τον λογαριασμό προειδοποίησης στον τρεχούμενο και την ίδια μέρα εξαργυρώνεται επιταγή του Εναγομένου 1 για το ισόποσο επ' ονόματι της κας Νικολαΐδου (Τεκμήριο 29). Β) €30.000‑ Εκδόθηκε στις 8.10.08 επιταγή από τον Εναγόμενο 1 για το ισόποσο επ' ονόματι του Εναγομένου 2 η οποία επίσης εξαργυρώθηκε στις 13.10.08 (Τεκμήριο 30). Γ) €48.500‑ Εκδόθηκε στις 8.10.08 επιταγή από τον Εναγόμενο 1 για το ισόποσο επ' ονόματι κάποιου Ανδρέα Γερμανού, η οποία εξαργυρώθηκε στις 13.10.08 (Τεκμήριο 31). Δ) €161.679,30‑ Πέντε εμβάσματα στο εξωτερικό για το συνολικό αυτό ποσό πραγματοποιήθηκαν με οδηγίες του Εναγομένου 1 μεταξύ 14.10.08 έως 5.11.08 (Τεκμήριο 28). Αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι με επιστολή της ημερ. 6.7.09 η Λαϊκή έδωσε τη συγκατάθεσή της για τον διαχωρισμό του τεμαχίου σε οικόπεδα. Κατά τον επόμενο χρόνο όμως και δη στις 30.9.10, φαίνεται πως η Αστυνομία είχε αρχίσει τη διερεύνηση καταγγελίας της ιδιοκτήτριας (κας Ευσταθίου) για πλαστότητα του χρησιμοποιηθέντος στη σύμβαση, στη μεταβίβαση και στην υποθήκευση πληρεξουσίου εγγράφου, οπότε και ζητήθηκαν έγγραφα από τη Λαϊκή βάσει του άρθρου 6 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Τεκμήριο 41). Εντός του 2010 φαίνεται πως η ιδιοκτήτρια είχε καταχωρίσει και την αγωγή της υπ' αρ. 22../10 στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε στις 9.8.18 την ακύρωση (i) της μεταβίβασης, (ii) του πωλητηρίου και (iii) της υποθήκης. Είναι γεγονός πως πριν την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, η εδώ Ενάγουσα τράπεζα επικαλούμενη την παραδοχή της κας Νικολαΐδου η οποία είχε γίνει στις 17.10.11 ενώπιον του Κακουργοδικείου για πλαστογραφία του επίμαχου πληρεξουσίου ημερ. 7.8.08, καταχώρισε στις 24.3.17 αγωγή υπ' αρ. 31/17 (Τεκμήριο 45). Όπως διαπιστώνεται από τη σχετική έκθεση απαίτησής της ημερ. 23.10.19 (Τεκμήριο 46), η τράπεζα αξιώνει εναντίον της κας Νικολαΐδου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη και που κατ' ισχυρισμόν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το αδίκημα της πλαστογραφίας. Όπως καταγράφεται (στην παράγρ. 12), λόγω της δόλιας ενέργειας αυτής, το ποσό του δανείου παρέμεινε ανεξασφάλιστο και απλήρωτο, με αποτέλεσμα να υπόκειται σε ζημιά. Αμφισβητούμενα Ζητήματα Το πρώτο αμφισβητηθέν ζήτημα αφορά το κατά πόσον έχουν σταλεί και παραληφθεί οι προειδοποιητικές επιστολές ημερ. 10.6.11 και οι επιστολές τερματισμού ημερ. 21.7.11 από τους Εναγόμενους. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως στην έκθεση απαίτησης είχαν συμπεριληφθεί ρητοί ισχυρισμοί περί αποστολής των επιστολών ημερ. 10.6.11 και 21.7.11, Τεκμήρια 37‑ 40). Όπως είχε λεχθεί στην υπόθεση Έλληνας κ. Α. Ν. Εθνικής Τράπεζας, Πολ. Έφ. 87/13, ημερ. 3.12.19, προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής των επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα έπρεπε να ήταν πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς, καθότι η γενική άρνηση δεν εξυπακούει και την προβολή θετικών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί θεωρούνται ουσιωδέστατοι και θα αναμενόταν να περιείχοντο στην έκθεση υπεράσπισης, ούτως ώστε να καθίστατο επίδικο θέμα, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Latifundie Properties Ltd v. Ψακή,
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην παρούσα περίπτωση, ούτε ο Εναγόμενος 1 ούτε ο Εναγόμενος 2 αμφισβήτησαν ή αρνήθηκαν ή ήγειραν κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις υπερασπίσεις τους. Υπό κανονικές λοιπόν περιστάσεις και με βάση τις αρχές της νομολογίας μας, το θέμα αυτό δεν έχει καν καταστεί επίδικο. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, σημειώνεται πως δεν έχει αντικρουστεί ούτως ή άλλως η σαφής και πειστική μαρτυρία της Μ.Ε. ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει πως έχουν σταλεί οι επιστολές χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ότι επιστράφηκαν οποτεδήποτε από το ταχυδρομείο. Διευκρινίζεται πως στους Γενικούς Όρους, ήτοι στο Τεκμήριο 8 (όρος 26), οι οποίοι ίσχυαν και για το δάνειο βάσει του Τεκμηρίου 7 (όρος 7), γινόταν αναφορά για αποστολή καταστάσεων βάσει της πρακτικής, στην τελευταία γνώστη ταχυδρομική διεύθυνση (ενώ τερματισμός μπορούσε να επέλθει και χωρίς προειδοποίηση βάσει του όρου 36). Ανάλογη πρόνοια υπήρχε και στη συμφωνία εγγύησης Τεκμήριο 13 (όρος 14) για αποστολή απαιτήσεων πληρωμής μέσω συνήθους ταχυδρομείου. Ας σημειωθεί επίσης, ότι οι επιστολές φέρουν ως διευθύνσεις (παραληπτών) για τον μεν Εναγόμενο 1 τη διεύθυνση στην οποία εν τέλει του επιδόθηκε και η παρούσα αγωγή (βάσει της ένορκης δήλωσης επιδότη), για δε τον Εναγόμενο 2 τη διεύθυνση την οποία ο ίδιος δήλωσε δίδοντας τα στοιχεία του (Τεκμήριο 4). Συνεπώς, ακόμα και αν ήταν δεόντως επίδικο το ζήτημα αυτό, θα κατέληγα ότι έχουν σταλεί οι επιστολές και ότι η μη επιστροφή τους στοιχειοθετεί τεκμήριο λήψης τους, το οποίο δεν έχει ανατραπεί. Η καταχώριση των αντιγράφων στον φάκελο, η μη αντίκρουση των σχετικών ισχυρισμών και η κατάθεση των επιστολών χωρίς ένσταση, θα ήταν ικανοποιητικά στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Arena Motor Show Ltd κ.α., Πολ. Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15). Το δεύτερο αμφισβητούμενο ζήτημα από πλευράς γεγονότων είναι το ύψος του οφειλομένου υπολοίπου. Επ' αυτού του θέματος, η Μ.Ε. παρουσίασε την αναδομημένη κατάσταση του λογαριασμού δανείου (υπ' αρ. ...428). Τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τόσο τον τρόπο με τον οποίο την ετοίμασε όσο και το περιεχόμενό της. Η ουσία των λεχθέντων είναι πως αφαίρεσε κάποιες χρεώσεις και διατήρησε τις καταχωρίσεις που αφορούν το αρχικό ποσό, τις χρεώσεις, τις πληρωμές, τους τόκους και την κεφαλαιοποίησή τους δις ετησίως στη βάση επιτοκίου και περιθωρίου ως εξής: ‑ 6.75% μέχρι 17.11.08 (5,25+1,50) ‑ 6,50% μέχρι 16.5.11 (5,00+1,50) ‑ 7,00% από 17.5.11 (5,50+1,50) Για τις δύο μεταβολές επιτοκίου, ήτοι από 17.11.08 (μείωση) και από 17.5.11 (αύξηση), παρουσίασε δεόντως τις δύο αντίστοιχες ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο στις 14.11.08 και στις 17.3.11 ως Τεκμήριο 36 (δέσμη). Το σημαντικότερο όμως είναι πως καμιά από τις καταχωρισθείσες πράξεις ή συναλλαγές δεν αμφισβητείται και ειδικά αφενός η χρέωση του λογαριασμού με το συνολικό ποσό των €700.000 (και η διακίνησή του ως έχει εξηγηθεί πριν) και αφετέρου οι 35 πληρωμές έναντι του χρέους κατά την περίοδο 27.10.08 έως 30.9.
  2. Διευκρινίζεται βέβαια πως μεγάλα ποσά, ήτοι των €1.500 έως €4.900 κατατίθεντο μόνο μέχρι τις 31.5.11, ενώ μετά υπήρξαν μόνο δύο πληρωμές μικρών ποσών στις 17.11.11 και στις 30.9.13 (16,33+200). Το συνολικό ποσό πληρωμών όντως πλησιάζει το ποσό στο οποίο αναφέρθηκε ο Εναγόμενος 1 (ήτοι περί τις €100.000). Ο Εναγόμενος 1 δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή η οποία να μην έχει καταγραφεί και συνυπολογιστεί. Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί τόσο του Εναγομένου 1 όσον και του Εναγόμενο 2 αφορούν τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Καταλήγω λοιπόν, ότι το οφειλόμενο ποσό με βάση την αναδομημένη κατάσταση είναι €1.334.557,31 με τόκο 7% ετησίως από 1.7.
  3. Νομική Πτυχή Η αρχική συμφωνία δανείου προέβλεπε την πληρωμή μηνιαίων δόσεων από τις 15.10.08 και ακολούθως, την εξόφληση παντός υπολοίπου στις 15.7.
  4. Ο Εναγόμενος κατέβαλε διάφορα ποσά αλλά χωρίς με αυτά να καλύπτει τις απαιτούμενες δόσεις με αποτέλεσμα να καταχωριστεί η παρούσα αγωγή στις 18.5.
  5. Η ίδια η καταχώριση της αγωγής εκβαραθρώνει την όποια εισήγηση για μη τερματισμό αφού αυτός επήλθε ούτως ή άλλως με την αγωγή. Όπως αναφέρθηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας: "Εν πάση περιπτώσει, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερμάτιζε τη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση των εφεσειόντων, θέμα που προκύπτει ως απόρροια της εισήγησης ότι οι εφεσείοντες δεν παρέλαβαν τις επιστολές. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών, (Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029)". Για τις οποιεσδήποτε αναφορές περί αντικανονικών χρεώσεων, σημειώνεται αφενός πως έχουν όλες αφαιρεθεί από την αναδομημένη κατάσταση και αφετέρου ως προς τον τόκο πως έχει ληφθεί ως βάση συμφωνηθείς τόκος (ύψους 6,75%), σε συνδυασμό με τις δύο μεταβολές οι οποίες επήλθαν βάσει του Νόμου (με ανακοινώσεις στον Τύπο). Οι δε αριθμητικοί υπολογισμοί στην αναδομημένη κατάσταση δεν έχουν επίσης αμφισβητηθεί. Ο Εναγόμενος 1 προέβαλε περαιτέρω, εισήγηση για κατάχρηση διαδικασίας με αναφορά στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη Ποιν. Έφ. 348/18 κ.α., ημερ. 31.5.19 και στην αντίστοιχη πρωτόδικη. Αυτό το οποίο εισηγείται, είναι ότι υπάρχει δυσμενής επηρεασμός και συνεπώς κατάχρηση καταλήγοντας ότι: "Ο επηρεασμός ως δυσμένεια επέρχεται λοιπόν αυτομάτως με την καταχρηστική άσκηση καταχώρησης αγωγής ως το Τεκμήριο 45 και 46 που αφορούν στην ουσία τα ίδια γεγονότα αλλά η Ενάγουσα αναζητεί αποζημιώσεις τόσο από τους Εναγόμενους στην παρούσα όσο και από την Εναγόμενη στην αγωγή 31../2017 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για τα ίδια δεδομένα, δηλαδή την εξαφάνιση της εξασφάλισης που εξασφαλίζει την πιστωτική διευκόλυνση στην παρούσα αγωγή. Επομένως δεν χρειάζεται κάτι περαιτέρω προς απόδειξη θεωρούμε". Η αγωγή στην οποία γίνεται αναφορά, στρέφεται εναντίον της πλαστογραφήσασας το πληρεξούσιο. Όμως εκείνο το οποίο παρατηρείται, είναι ότι η αναφερόμενη αγωγή εστιάζει στα γεγονότα της δόλιας συμπεριφοράς (της Νικολαΐδου) και η τράπεζα εκεί επισημαίνει ότι λόγω αυτής της δράσης της "το ποσό του δανείου εκ €700.000 πλέον τόκοι, παρέμεινε ανεξασφάλιστο και απλήρωτο με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να υπόκεινται σε ζημιά". Η αναφερόμενη "ζημιά" δεν εξειδικεύεται στο δικόγραφο ενώ και η αξίωση στην παράγραφο 13Α του Τεκμηρίου 46 αναφέρεται σε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω της δόλιας συμπεριφοράς. Είναι σαφές πως η αξίωση στη μεταγενέστερη αγωγή αφενός στρέφεται εναντίον άλλου προσώπου και αφετέρου στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αστικού αδικήματος ενώ περαιτέρω, αξιώνονται αποζημιώσεις και όχι το ποσό αυτό καθ' αυτό του δανείου. Η Ενάγουσα σε εκείνη την αγωγή λογικά θα πρέπει να αποδείξει τη ζημιά την οποία κατ' ισχυρισμόν της υπέστη από την προβληθείσα δράση. Το ότι η ζημιά αυτή ενδεχομένως να συσχετιστεί με το ύψος του δανείου, σε καμία περίπτωση δεν καθιστά την παρούσα αγωγή, η οποία στηρίζεται σε συμβατικές υποχρεώσεις, ως καταχρηστική. Κρίνω πως η τράπεζα είχε το δικαίωμα να προωθήσει τις αξιώσεις της βάσει των συμβάσεων δανείου και εγγύησης ασχέτως των όποιων δικαιωμάτων πιθανόν να έχει εναντίον της αδικοπραγήσασας. Σε αντίθεση με τον Εναγόμενο 1, από δικής του πλευράς ο Εναγόμενος 2 αγορεύοντας προώθησε τη δικογραφημένη του θέση ότι εφόσον ο ίδιος και η τράπεζα, (καθώς και ο Εναγόμενος 1) δεν γνώριζαν ότι το πληρεξούσιο ήταν πλαστογραφημένο και περαιτέρω εφόσον το έναυσμα για τη σύναψη του δανείου ήταν το πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο ήταν πλαστό, τότε "οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ τράπεζας και Εναγομένου 2 ήταν άκυρες στη βάση του άρθρου 21 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149". Το εν λόγω άρθρο όντως προνοεί πως συμφωνία καθίσταται άκυρη εάν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη τελούν σε πλάνη εν σχέσει με κάποιο πραγματικό γεγονός. Το άρθρο 21 του Κεφ. 149 στην πραγματικότητα σκοπούσε στην κωδικοποίηση των αρχών του Κοινοδικαίου επί του θέματος της κοινής ή αμοιβαίας πλάνης (common mistake). Αποτελεί βασική αρχή του Κοινοδικαίου ότι η ακύρωση σύμβασης λόγω κοινής πλάνης θα πρέπει να διατάσσεται μόνο κατ' εξαίρεση και τούτο όταν αφορά κάποιο πραγματικό γεγονός (fact), το οποίο είναι ουσιώδες ή βασικό για τη συμφωνία, ήτοι να αφορά στο ίδιο το αντικείμενο της σύμβασης. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχει προηγηθεί κάποιου είδους διαβεβαίωση (από τον ένα συμβαλλόμενο προς τον άλλο), η οποία διαβεβαίωση ευθύνεται για την παραπλάνηση του ενός μέρους, τότε τα εγειρόμενα θέματα δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο της κοινής πλάνης αλλά με βάση τις έννοιες της διαβεβαίωσης και της παράστασης (και ίσως του δόλου) που ενδεχομένως υπήρξαν και οδήγησαν στη σύμβαση (βλ. "Το Δίκαιο των Συμβάσεων", Π. Γ. Πολυβίου, 2014, Α΄ Τόμος, σελ. 351‑354 και 358). Στο πιο πάνω σύγγραμμα, "Το Δίκαιο των Συμβάσεων", αναλύονται οι τρεις βασικές υποθέσεις της αγγλικής νομολογίας για το θέμα της κοινής πλάνης, ήτοι οι Bell v. Lever Brothers Ltd
(1932)AC 161, η Solle v. Butcher
(1950)1ΚΒ 671 και η The Great Peace Shipping Ltd v. Tsavliris Salvage (International) Ltd
(2003)QΒ 679. Με την υπόθεση Solle v. Butcher φαίνεται πως υπήρξε κάποια προσπάθεια να διασφαλιστεί με βάση τις αρχές της επιείκειας η ευχέρεια του Δικαστηρίου να ακυρώνει σύμβαση λόγω κοινής πλάνης θέτοντας κάποιους όρους. Διαπιστώνεται όμως πως το ημεδαπό Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σταύρου ν. Δημητρίου
(1991)1Α.Α.Δ. 304, υπέδειξε ότι η ακύρωση συμφωνίας (rescission), αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας η οποία (όπως και κάθε άλλη θεραπεία του ιδίου κλάδου) αποβλέπει στην περιστολή απαράδεκτης συμπεριφοράς του διεκδικούντος και διακρίνεται από τη διακήρυξη συμφωνίας ως άκυρης κατά το Κοινοδίκαιο λόγω της ύπαρξης αμοιβαίου λάθους ως προς το θεμέλιο της συμφωνίας (και νοουμένου ότι δεν συντρέχει αμέλεια στην ανάληψη των συμβατικών υποχρεώσεων). Ειδικότερα, στην περίπτωση του Κοινοδικαίου η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη, ενώ στην περίπτωση της ακύρωσης βάσει των αρχών της επιείκειας, η συμφωνία ατονεί από την ημερομηνία του παραμερισμού της. Στην παρούσα δεν ετέθη και δεν τίθεται ζήτημα ευθύνης ή απαράδεκτης συμπεριφοράς της τράπεζας, οπότε παρέλκει εξέταση στη βάση αυτή. Ούτως ή άλλως όμως, φαίνεται πως η υπόθεση Solle ν. Butcher (άνω) επανεξετάστηκε στην υπόθεση The Great Peace (άνω), οι αρχές της οποίας συνοψίζονται στο πιο πάνω σύγγραμμα "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" ως εξής στη σελ. 359: "Όσον αφορά τώρα στη διασαφήνιση της έννοιας της «κοινής πλά­νης» (common mistake), η οποία όταν διαπιστώνεται οδηγεί στη νο­μική ακυρότητα της σύμβασης, το Αγγλικό Εφετείο στην The Great Peace διατύπωσε τις πιο κάτω απόψεις. Για να ενεργοποιηθεί η αρ­χή της «κοινής πλάνης» και για να αποδοθεί σε αυτή η δραστική έννοια που συνεπάγεται η Bell, δηλαδή πλήρης νομική ακυρότητα χωρίς τη δυνατότητα οποιουδήποτε μετριασμού των αποτελεσμά­των της ακυρότητας προς όφελος είτε των μερών είτε τρίτων προ­σώπων, έπρεπε να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: «(
  1. i)there must be a common assumption as to the existence of a state of affairs; (
  2. ii)there must be no warranty by either party that that state of affairs exists; (iii) the non-existence of the state of affairs must not be attributable to the fault of either party; (
  3. iv)the non-existence of the state of affairs must render performance of the contract impossible; (
  4. v)the state of affairs may be the existence, or a vital attribute, of the consideration to be provided or circumstances which must subsist if performance of the contractual adventure is to be possible». Παρόλο που φαίνεται ότι το Αγγλικό Εφετείο στην The Great Peace είναι έτοιμο να αποδώσει στην έννοια της «κοινής πλάνης» ερμη­νεία πέραν της ανυπαρξίας ή καταστροφής του αντικειμένου μιας σύμβασης, η οποιαδήποτε κοινή πλάνη θα πρέπει να είναι όχι μόνο ουσιώδης αλλά και θεμελιακή και να αφορά στην ίδια τη βάση της σύμβασης. Επομένως, η αρχή της κοινής πλάνης στο Κοινοδίκαιο, καθώς και στον Κυπριακό Νόμο, περιορίζεται σε κοινή πλάνη η οποία δεν προκλήθηκε από το ένα μέρος ή το άλλο και η οποία αφορά εάν όχι στο αντικείμενο της σύμβασης τότε στο υπόβαθρό της, δηλαδή την κατάσταση πραγμάτων (state of affairs) που θεω­ρήθηκε και από τα δύο μέρη ως η βάση της σύμβασης". Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως κατ' αναλογίαν, παρόμοιο ζήτημα με τα γεγονότα της παρούσας είχε προκύψει στην υπόθεση Φίλιππος Ραπτόπουλος κ. ά. ν. Alpha Bank Ltd, Πολ. Έφ. 337/11, ημερ. 11.4.17, όπου, ανεξαρτήτως άλλων εισηγήσεων, για το θέμα της αμοιβαίας ή κοινής πλάνης, αναφέρθηκαν τα εξής: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε και κατά πόσο οι επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης συνήφθησαν κάτω από το καθεστώς αμοιβαίας πλάνης. Αποφάσισε ότι δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση το δόγμα της αμοιβαίας πλάνης (λόγος έφεσης 4), με το δικαιολογητικό ότι η πλάνη δεν αφορά σε όρο της συμφωνίας δανείου αλλά της συμφωνίας ενεχυρίασης. Βασικό κριτήριο για να θεωρηθεί μια συμφωνία άκυρη λόγω κοινής πλάνης είναι όπως όλα τα συμβαλλόμενα μέρη να τελούν υπό πλάνη ως προς ένα ουσιώδες πραγματικό γεγονός. Μόνο σε τέτοια περίπτωση η συμφωνία θεωρείται άκυρη. Η βασική αρχή του Κοινοδικαίου είναι ότι η πλάνη των μερών θα πρέπει να είναι βασική και ουσιώδης και θα πρέπει να αφορά στο ίδιο το αντικείμενο της σύμβασης. Στην υπόθεση Bell ν. Lever Brothers Ltd.
(1932)AC 161 αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι η κοινή πλάνη που καθιστά άκυρη μια συμφωνία θα πρέπει να περιοριστεί με τρόπο αυστηρό, γιατί διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να πληγεί η βεβαιότητα των συναλλαγών που συνιστά τη βάση του δικαίου των συμβάσεων. Συνήθως η μόνη κοινή πλάνη που καθιστά μια σύμβαση άκυρη είναι η λανθασμένη αντίληψη των συμβαλλομένων ότι υπήρχε το αντικείμενο της σύμβασης, ενώ αυτό ουδέποτε υπήρξε είτε εξαφανίστηκε πριν τη συνομολόγηση της σύμβασης (βλ. Σύγγραμμα "Το Δίκαιο των Συμβάσεων" Πολύβιος Πολυβίου, Τόμος Α σελ. 351 και την υπόθεση Σταύρου ν. Δημητρίου
(1991)1 ΑΑΔ 304). Συμφωνούμε με την πρωτόδικη κατάληξη, που ήταν αποτέλεσμα επίσης της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Συνεπώς ο λόγος έφεσης 4 δεν μπορεί να πετύχει". Στην παρούσα περίπτωση, παρατηρείται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήγειρε οποιοδήποτε ζήτημα για ακυρότητα της σύμβασης δανείου λόγω αμοιβαίας πλάνης. Το θέμα ήγειρε μόνον ο Εναγόμενος 2 επικαλούμενος ότι οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 2 ήταν άκυρες επειδή όλοι αγνοούσαν ότι το πληρεξούσιο ήταν πλαστογραφημένο. Αναμφίβολα, δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία και πολύ περισσότερο δεν έχει καταδειχθεί ότι οποιοσδήποτε από τους εμπλεκομένους είχε γνώση για την πλαστότητα του πληρεξουσίου. Εκλαμβάνεται λοιπόν ή και τεκμαίρεται, πως πράγματι αγνοούσαν ένα τέτοιο γεγονός, το οποίο ισοδυναμεί με το ότι η Νικολαΐδου δεν είχε την εξουσία να πωλήσει ή και μεταβιβάσει το ακίνητο. Αυτό όμως το οποίο διέφυγε την προσοχή είναι πως κατ' ανάλογο τρόπο και στην παρούσα υπάρχουν τρεις συμβάσεις, σαφώς διακρινόμενες. Είναι η σύμβαση δανείου, η σύμβαση υποθήκευσης και η σύμβαση εγγύησης. Το αντικείμενο της σύμβασης δανείου ήταν η παραχώρηση δανείου, δηλαδή χρημάτων στον Εναγόμενο
  1. Η υποθήκευση ακινήτου βάσει των όρων της σύμβασης δανείου ήταν μια από τις τρεις εξασφαλίσεις τις οποίες είχαν συμφωνήσει ρητώς τα μέρη. Οι άλλες δύο ήταν η προσωπική εγγύηση του Εναγομένου 2 για την αποπληρωμή και η εκχώρηση εισοδημάτων του Εναγομένου
  2. Ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να προβεί σε όλες τις διευθετήσεις για το ακίνητο. Μέσω δικών του ενεργειών αυτό μεταβιβάστηκε μάλιστα επ' ονόματί του και μόνο τότε, ως ήταν φυσικό, προχώρησε η διαδικασία υποθήκευσης. Τα χρήματα δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 ο οποίος τα χρησιμοποίησε κατά τη δική του βούληση. Μεταξύ άλλων, πληρώθηκαν και €30.000 στον Εναγόμενο
  3. Από την άποψη ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν το πρόσωπο το οποίο εμφανίστηκε στην τράπεζα ζητώντας κάποιο ποσό για να αγοράσει το ακίνητο, δύναται να λεχθεί πως η εσφαλμένη επιλογή βαρύνει τον ίδιο υπό την έννοια ότι απέτυχε στην επιλογή ενός έντιμου μεσάζοντος και μιας γνήσιας συναλλαγής, η οποία θα οδηγούσε στην αμόλυντη κτήση του τεμαχίου. Όμως δεν είναι αυτό το σημαντικό. Το ουσιώδες στην περίπτωση είναι πως η πλαστότητα του πληρεξουσίου, δηλαδή η μη έγκυρη κτήση τίτλου δεν επηρέαζε τη χορήγηση του δανείου αλλά τη μια από τις τρεις εξασφαλίσεις του. Εξ ου και (ορθώς) ακυρώθηκε η υποθήκη, αφήνοντας το δάνειο με τις υπόλοιπες δύο εξασφαλίσεις του, ήτοι την εγγύηση και την εκχώρηση. Τα τυχόν δικαιώματα τα οποία ενδεχομένως έχει ο Εναγόμενος 1 εναντίον του προσώπου που τον εξαπάτησε, είναι ένα διαφορετικό ζήτημα και εναπόκειται στον ίδιο να τα διεκδικήσει (όπως έπραξαν η ιδιοκτήτρια και η τράπεζα). A fortiori, η πλαστότητα δεν επηρεάζει τη σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε ο Εναγόμενος
  4. Αυτός εγγυήθηκε την αποπληρωμή του δανείου. Η βάση της σύμβασης εγγύησης δεν ήταν η αγορά ή η υποθήκευση του ακινήτου αλλά η παραχώρηση του δανείου, η οποία και υλοποιήθηκε. Η ακύρωση της μιας εξασφάλισης από τις τρεις δεν επηρεάζει τις άλλες δύο, όπως δεν επηρεάζει δηλαδή και την ίδια τη σύμβαση δανείου. Με άλλα λόγια, δεν συντρέχουν η τέταρτη και πέμπτη προϋπόθεση της υπόθεσης The Great Peace αφού η πλαστότητα δεν καθιστούσε αδύνατη τη χορήγηση των χρημάτων και την ολοκλήρωση του δανείου, το οποίο, ας σημειωθεί, ήταν και το θεμέλιο για τη σύμβαση εγγύησης. Με άλλα λόγια, από όποιον και αν είχε δανειστεί ο Εναγόμενος 1, δεν θα μπορούσε να προβάλει εναντίον του ότι δεν επιστρέφει το δάνειο επειδή ο ίδιος εξαπατήθηκε και κατά μείζονα λόγο, ούτε ο εγγυητής ότι για έναν τέτοιο λόγο (της εξαπάτησης του πρωτοφειλέτη) ακυρώνεται η εγγύησή του. Αυτό διότι δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ή εύρημα ότι υπήρχε τέτοιος όρος για την παραχώρηση της εγγύησης. Κατάληξη Καταλήγω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό και για τους δύο Εναγόμενους. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση: A) Εναντίον του Εναγομένου 1 για ποσό €1.334.557,31 πλέον τόκο προς 7% ετησίως, από 1.7.20, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.6 και την 31.12 εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Β) Εναντίον του Εναγομένου 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με τον Εναγόμενο 1 για ποσό €700.000 στη βάση της εγγύησης, πλέον τόκο προς 7% ετησίως από 21.7.11, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Γ) Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως έξοδα ως θα υπολογιστούν, συν νόμιμο τόκο από σήμερα και ΦΠΑ. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.