Σουγγλίδη ν. Μαύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3541/05, 23/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A21 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3541/05 Μεταξύ: XXXXXXXX Σουγγλίδη Ενάγοντα και
- XXXXXX Μαύρου
- XXXXXXXX Πολυδώρου
- XXXXXXX Λαούρη
- XXXXXX XXXXXXXX Πολυδώρου
- XXXXXXX XXXXXXXX Μαύρου
- XXXXXXX XXXXXXXX Λαούρη Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.11.2019 Ημερομηνία: 23 Μαρτίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους Αιτητές: κα Ειρήνη Σωκράτους για κ. Παναγιώτη Κλεοβούλου Για Ενάγοντα Καθ' ου η Αίτηση: κα Ελίνα Αντωνιάδη κ.κ. Λ. Λυσάνδρου & Σία ΔΕΠΕ ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι εναγόμενοι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση από το επαρχιακό κτηματολόγιο Λευκωσίας της περιουσίας του ενάγοντα καθ΄ ού η αίτηση η οποία περιγράφεται στην αίτηση και που αφορά τρία χωράφια, στην επιφυλαχθείσα τιμή την οποία το επαρχιακό κτηματολόγιο Λευκωσίας ήθελε καθορίσει. Η περιουσία που περιγράφεται στην αίτηση βαρύνεται με την εγγραφή Δικαστικής απόφασης ΜΕΜΟ με συγκεκριμένο αριθμό του επαρχιακού κτηματολογικού γραφείου Λευκωσίας προς όφελος των αιτητών. Επίσης ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσεται όπως το προϊόν της πιο πάνω πωλήσεως μετά την ικανοποίηση οποιονδήποτε προγενέστερων επιβαρύνσεων χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή και / ή έναντι της απόφασης προς όφελος των αιτητών η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ακολούθως στο κείμενο της αίτησης περιγράφονται οι λεπτομέρειες οφειλών και κονδυλίων και πιο συγκεκριμένα τα έξοδα καταχώρησης του ΜΕΜΟ, έξοδα αιτήσεως στο κτηματολόγιο για την πώληση της περιουσίας, συμπεριλαμβανομένων πραγματικών εξόδων, έξοδα κτηματολογίου για την πώληση της αναφερομένης περιουσίας και έξοδα πλειοδότου. Ως προς την νομική βάση της αιτήσεως δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσια διότι θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της δικηγόρου που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των αιτητών και η οποία χειρίστηκε τελικώς και την υπό εξέταση αίτηση. Σε αυτήν αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους εναγομένους να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ακολούθως κάνει αναφορά στην έκδοση απόφασης υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα για συγκεκριμένα ποσά και επισύναψε προς αυτόν το σκοπό ως τεκμήριο Α αντίγραφο της λόγω αποφάσεως. Αναφέρει επίσης ότι εναντίον του ενάγοντα καταχωρήθηκε ένταλμα ανάκτησης κινητών, το οποίο στις 11 Απριλίου 2016 επιστράφηκε ανεκτέλεστο και επισύναψε προς αυτόν το σκοπό ως τεκμήριο Β αντίγραφο του εντάλματος ανάκτησης κινητών. Ο ενάγοντας μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους του, με αποτέλεσμα ολόκληρο το ποσό να είναι απαιτητό μέχρι σήμερα. Μετά από έρευνα του κτηματολογίου Λεμεσού, ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης των κτημάτων που περιγράφονται τόσο στην αίτηση, όσο και στην ένορκη δήλωση και προς αυτό το σκοπό επισύναψε ως τεκμήριο Γ αντίγραφο σχετικής έρευνας που έγινε στο κτηματολόγιο. Στις 11 Δεκεμβρίου 2015 καταχωρήθηκε από τους εναγομένους το συγκεκριμένο ΜΕΜΟ όπου αφορά την υπό εξέταση αίτηση στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λευκωσίας επιβαρύνοντας με την πιο πάνω απόφαση την αναφερόμενη ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντα. Προς αυτό το σκοπό έχει επισυνάψει ως τεκμήριο Δ αντίγραφο σημειώματος εγγραφής της δικαστικής απόφασης. Η περιουσία του ενάγοντα είναι βεβαρημένη, εκτός από το ΜΕΜΟ που καταχώρισαν οι εναγόμενοι, με επιβαρύνσεις όπως περιγράφονται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση και όπως φαίνονται και στο τεκμήριο Γ. Σύμφωνα με την εκτίμηση συγκεκριμένου εκτιμητή ακινήτων, η αγοραία αξία των ακινήτων ανέρχεται σε € 1.168,000 και προς αυτόν το σκοπό επισύναψε ως τεκμήριο Ε την σχετική εκτίμηση. Τα επίδικα κινητά δεν αποτελούν την κατοικία του καθ΄ ού η αίτηση και της οικογένειας του διότι είναι χωράφια. Η κατοικία του καθ΄ ού η αίτηση και κατ΄ επέκταση της οικογένειας του βρίσκεται σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Λευκωσία. Ο καθ΄ ού η αίτηση διαμένει με την σύζυγό του στην διεύθυνση που αναγράφεται στην Λευκωσία. Ο καθ΄ ού η αίτηση είναι συνταξιούχος και δεν εργάζεται. Στο παρελθόν ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστή. Δεν είναι γεωργός , ούτε χρησιμοποιεί τα εν λόγω ακίνητα για την εξασφάλιση των αναγκών του. Προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, οι αιτητές είναι πρόθυμοι να παραχωρήσουν οποιαδήποτε ασφάλεια το Δικαστήριο θεωρεί πρέπουσα για την κάλυψη των εξόδων τα οποία θα δημιουργηθούν από την πώληση και για οποιαδήποτε άλλα απρόβλεπτα έξοδα ήθελε δημιουργηθεί κατά την πώληση. Ζητά το σχετικό διάταγμα για ικανοποίηση του αναφερόμενου ποσού και ο καθ΄ ού η αίτηση δεν έχει κινητή περιουσία η οποία να εκποιήθηκε. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει επιστολή του κτηματολογίου Λευκωσίας ημερομηνίας 10 Δεκεμβρίου 2019 προς το κτηματολόγιο Πάφου, όπου τους καλούν να τους αντιπροσωπεύσουν και αναφέρουν ότι δεν έχουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου εντάλματος πώλησης των ακινήτων, νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι πρόνοιες του περί πολιτικής δικονομίας νόμου κεφάλαιο 6 και θα ενημερωθεί το Δικαστήριο για τα εμπράγματα βάρη και απαγορεύσεις που υπάρχουν κατά σειρά προτεραιότητας όπως καταγράφονται στην σχετική επιστολή. Το κτηματολόγιο Πάφου με τη σειρά του με επιστολή ημερομηνίας 13 Δεκεμβρίου 2019 η οποία είναι καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου προέβη στην ανάλογη ενημέρωση. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση. Ως προς την νομική βάση αυτής δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσια για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Προβλήθηκαν συνολικά 22 λόγοι ενστάσεις. Συγκεκριμένα ότι η αίτηση είναι αντικανονική και / ή παράνομη και / ή παράτυπη και / ή δεν πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές νομικές και / ή δικονομικές διατάξεις επί του θέματος, η αντικανονικότητα και / ή παρατυπία και / η μη συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτουν οι επί του θέματος νομικές διατάξεις είναι τέτοιας μορφής που δεν μπορούν να θεραπευτούν, το περιεχόμενο της ένορκης δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και / ή μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και / ή το υπόβαθρο της αιτήσεως είναι ελλειπής και / ή ανεπαρκής και / ή δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία αυτά που απαιτούνται σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και / ή η νομολογία, η ενόρκως δηλούσα της αιτήσεως δεν γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας αιτήσεως και / ή δεν είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές, η αίτηση αλλά και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν αναγράφει την έκταση των επίδικων ακινήτων, σύμφωνα με τις ρητές προϋποθέσεις της Δ.42 Θ.1, η αμφισβητούμενη αίτηση αλλά και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν περιλαμβάνει το ποσό που απαιτείται για την δαπάνη της εκτέλεσης της εκποίησης των επίδικων ακινήτων, σύμφωνα με τις ρητές προϋποθέσεις της Δ.42 Θ.1, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν επισυνάπτεται επίσημο έγγραφο της απόφασης σύμφωνα με τις ρητές προϋποθέσεις της Δ.42 Θ.1, η εκτίμηση των επίδικων ακινήτων που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δηλαδή το τεκμήριο Ε, πάσχει και / ή δεν είναι νομότυπη και / ή δεν είναι ενδεδειγμένη όπως απαιτεί η σχετική νομοθεσία, οι αιτητές δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι το ένταλμα ανάκτησης κινητής περιουσίας, δηλαδή το τεκμήριο Β, επιστράφηκε ανεκτέλεστο και / ή ότι ο καθ΄ ού η αίτηση στερείται κινητής περιουσίας για να εκτελεστεί το εν λόγω ένταλμα, το τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το οποίο αποτελεί το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ενάγοντα φέρει ημερομηνία 10 Μαρτίου 2017, δηλαδή κατά πολύ προγενέστερη της καταχώρησης της αίτησης και ως εκ τούτου δεν είναι ικανό να καταδείξει την πραγματική κατάσταση της ακίνητης περιουσίας του ενάγοντα, από το τεκμήριο Γ, δηλαδή το πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης περιουσίας του ενάγοντα, φαίνεται ότι τα επίδικα κινητά του ενάγοντα δεσμεύονται με προγενέστερες επιβαρύνσεις και ως εκ τούτου οι αιτητες όφειλαν να ειδοποιήσουν και τους υπόλοιπους εξ αποφάσεως πιστωτές, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων χωρίς καμία σχετική προειδοποίηση προς τους υπόλοιπους εξ αποφάσεως πιστωτές θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς, η αίτηση δεν έχει προσφέρει στους υπόλοιπους εξ αποφάσεως χρεώστες (προφανώς εννοεί πιστωτές και πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους) τα ασφαλισμένα υπό τις επιβαρύνσεις πόσα και / ή δεν εξασφάλισε την συγκατάθεση τους για να αιτηθούν την εκποίηση των ακινήτων, ο ενάγοντας χρησιμοποιεί τα επίδικα ακίνητα για γεωργικούς σκοπούς για την συντήρηση του ίδιου και της οικογένειας του και ως εκ τούτου πληροί την δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 23 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου κεφάλαιο 6 μέρος V, η αίτηση γίνεται κατά παράβαση των περί πολιτικής δικονομίας νόμου κεφάλαιο έξι μέρος V καθώς και των νομολογημένων αρχών που διέπουν το θέμα, η καταχώριση της αίτησης γίνεται με υπέρμετρη καθυστέρηση, δηλαδή οκτώ χρόνια από την έκδοση της απόφασης η οποία προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης της Δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του ενάγοντα, οι αιτητες δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και / ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης, η αίτηση επιδιώκει εκποίηση ακίνητης περιουσίας αξίας κατά πολύ μεγαλύτερη και / ή δυσανάλογης αξίας με το εξ αποφάσεως χρέος, η αίτηση καταχωρήθηκε με απώτερο σκοπό την οικονομική καταστροφή του ενάγοντα και όχι η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, οι αιτητές δεν κατέδειξαν ότι έχουν προηγουμένως έγκαιρα προβεί και / ή στα δέοντα μέτρα εκτέλεσης για να εισπράξουν το εξ αποφάσεως χρέους, η αίτηση δεν περιλαμβάνει σχετική βεβαίωση από το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας με την οποία το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας να εγκρίνει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και να ενημερώνει το Δικαστήριο για τα εμπράγματα βάρη και τις απαγορεύσεις που υπάρχουν κατά σειρά προτεραιότητας, οι αιτητές δεν έχουν παραθέσει αρκετή μαρτυρία για να μπορεί το Δικαστήριο να καθορίσει την επιφυλαχθεί σαν τιμή πώλησης των επίδικων ακινήτων κατά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ενάγοντα καθ΄ ου η αίτηση. Σε αυτήν προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Ακολούθως ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ενστάσεων με μία περαιτέρω ανάπτυξη των θέσεων του. Συγκεκριμένα, αμφισβητεί το ύψος του ποσού της εκδοθείσας αποφάσεως όπως ο ίδιος το καθορίζει. Ως προς τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.42 Θ.1, ο ενάγοντας υπεραμύνεται των επιτακτικών προϋποθέσεων που θέτει η νομοθεσία, με αποτέλεσμα να πρέπει να οδηγηθεί η αίτηση σε απόρριψη και πιο συγκεκριμένα ότι το τεκμήριο Α της ένορκης δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο με πρωτότυπη σφραγίδα του πρωτοκολλητή, αλλά ένα απλό φωτοαντίγραφο. Ακολούθως, κάνει αναφορά στο άρθρο 22 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου κεφάλαιο έξι και όπως φαίνεται στο τεκμήριο Β που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δηλαδή την ειδοποίηση του Δικαστικού επιδότη, συμπεραίνεται ότι το εν λόγω ένταλμα κατασχέσεως κινητής περιουσίας του ουδέποτε επιστράφηκε ανεκτέλεστο, διότι σύμφωνα με τον Δικαστικό επιδότη, δεν μπόρεσε τότε να εκτελέσει το ένταλμα καθώς στερείται κινητής περιουσίας στην διεύθυνση που του είχε δοθεί από τους εναγομένους και συνεπώς ο Δικαστικός επιδότης ζήτησε από τους εναγομένους να του υποδείξουν εντός 15 ημερών άλλη κινητή περιουσία με την οποία θα μπορούσε να εκτελεστεί το ένταλμα με την επισήμανση ότι διαφορετικά το ένταλμα θα επιστραφεί ανεκτέλεστο. Καμιά άλλη επισήμανση επί του εντάλματος δεν έχει καταγραφεί από τον Δικαστικό επιδότη προς το κατά πόσο τελικά το ένταλμα όντως επιστράφηκε ανεκτέλεστο μετά την πάροδο των 15 ημερών και ούτε τέτοια βεβαίωση και / ή πιστοποίηση έχει παρουσιαστεί από τους αιτητές. Αντιθέτως η αιτητές περιορίστηκαν να βασιστούν στην επισήμανση του δικαστικού επιδότη ότι θα επιστραφεί το ένταλμα ανεκτέλεστο αν δεν του έδιναν άλλα στοιχεία. Επιπρόσθετα καμιά άλλη μαρτυρία δεν έχουν προσκομίσει η αιτητές ως προς την ανυπαρξία κινητής περιουσίας του ενάγοντα, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Δικαστικός επιδότης προσπάθησε να εκτελέσει το ένταλμα ακίνητης περιουσίας σε μόνο μία δοθείσα διεύθυνση. Επικαλούμενος εκ νέου την Δ.42 Θ.1 αναφέρει ότι κάθε αίτηση για εκποίηση ακίνητης περιουσίας θα αναφέρει την περιουσία που πρόκειται να εκποιηθεί, τον αριθμό εγγραφής, την τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και την έκταση της. Στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει φαίνεται στα 3 επίδικα κινητά τα οποία επιδιώκεται η εκποίηση τους, ο αριθμός εγγραφής τους, η τοποθεσία τους, καθώς και το είδος της ακίνητης περιουσίας, πλην όμως δεν αναφέρεται η έκταση οποιοδήποτε εκ των 3 επίδικων ακινήτων. Συνεπώς, λόγω των επιτακτικών προϋποθέσεων και η μη συμπερίληψη των σχετικών στοιχείων, έχει ως αποτέλεσμα να μην δίνονται επαρκή στοιχεία για να μπορεί το Δικαστήριο να προσδιορίσει κατάλληλα την ακίνητη περιουσία που θα υπόκειται σε εκποίηση και οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης. Ακολούθως, ο ενάγοντας θίγει το τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, το οποίο αποτελεί το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας και πιο συγκεκριμένα θίγει τον χρόνο σύνταξης του και ως εκ τούτου δεν είναι ικανό να προσδιορίσει την σημερινή πραγματική κατάσταση της ακίνητης περιουσίας του και να αποτελεί επαρκής μαρτυρία. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να προσκομίσουν πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας πρόσφατης ημερομηνίες ή σε κάθε περίπτωση κοντινής της καταχώρησης της αίτησης, έτσι ώστε να διαφανεί κατά πόσο υπάρχουν τυχόν καινούργιες επιβαρύνσεις επί των επίδικων ακινήτων και τους δικαιούχους αυτών και δεύτερο κατά πόσο ακόμη ισχύουν οι επιβαρύνσεις που φαίνονται στο τεκμήριο Γ της ένορκης δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση. Ακολούθως, αφού επαναλαμβάνει και θίγει το ζήτημα της μη προηγούμενης ενημέρωσης των υπολοίπων εξ αποφάσεων πιστωτών (παρόλο που καταγράφονται προφανώς από τυπογραφικό λάθος ως χρεώστες) ως επίσης επαναλαμβάνει την θέση του για την μη βεβαίωση από το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας, θίγει το ζήτημα της εκτίμησης που επισύναψαν οι εναγόμενοι. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι αυτή πάσχει, δεν είναι νομότυπη και δεν είναι ενδεδειγμένη όπως απαιτεί η συγκεκριμένη νομοθεσία. Συγκεκριμένα η εκτίμηση η οποία φέρει ημερομηνία 19 Απριλίου 2019 δεν είναι πρόσφατη, αλλά αντίθετα διενεργήθηκε οκτώ μήνες πριν την καταχώριση της αίτησης και κανένα στοιχείο της δεν μπορεί να ληφθεί ως έγκυρο και ότι ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα των ακινήτων και της αγοράς. Σκοπός της αναφερομένης εκτιμήσεως όπως φαίνεται στην σελίδα 3 αυτής είναι ο υπολογισμός της τρέχουσας αγοραίας αξίας των ακινήτων που περιγράφονται, παρόλα αυτά δεν προσδιορίζεται με ασφάλεια η σημερινή αξία των επίδικων ακινήτων, αφού ο εκτιμητής έλαβε υπόψη στοιχεία και δεδομένα 8 μήνες πριν την καταχώριση της αίτησης. Οι εναγόμενοι επιπλέον δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο για να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Περαιτέρω κατά την μελέτη της εν λόγω εκτιμήσεως, διαφαίνεται ότι η εκτίμηση των ακινήτων διενεργήθηκε μέσω της υπηρεσίας Google earth και των σχετικών χωρομετρικών σχεδίων. Ο εκτιμητής δεν επισκέφθηκε πότε τα επίδικα ακίνητα για να διενεργήσει επιτόπου εκτίμηση και ως εκ τούτου εξ΄ όσων πιστεύει και τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για την πραγματική αξία των επίδικων ακινήτων. Ως προς την ιδιότητα των επίδικων ακινήτων, ο ενάγοντας προβάλλει την θέση ότι δεν είναι απλώς χωράφια τα οποία δεν χρησιμοποιούνται για κανένα σκοπό όπως περιγράφονται στην αίτηση. Τα επίδικα ακίνητα περιέχουν δέντρα ελιάς, τις οποίες καλλιεργεί ο ίδιος για την εξασφάλιση των δικών του αναγκών, αλλά και της οικογένειας του, καθώς το ποσό της σύνταξης του δεν είναι αρκετό για την προσωπική του συντήρηση, αλλά και την συντήρηση της οικογένειας του και συνεπώς εφαρμόζεται η δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 23 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου κεφάλαιο 6 μέρος V. Προς υποστήριξη της θέσης του επισύναψε δύο αντίγραφα της αίτησης εκταρικών επιδοτήσεων για τα έτη 2019 και 2020, οι οποίες αφορούν τα επίδικα ακίνητα. Λόγω του ότι βρίσκεται σε μεγάλη ηλικία, δεν είναι σε θέση να χειρίζεται τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και να μεταβαίνει στις δημόσιες υπηρεσίες, εξουσιοδότησε πλήρως τον γαμπρό του να υποβάλει τις εν λόγω αιτήσεις εκ μέρους του. Σύμφωνα με την Δ.42 Θ. 2 η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει να καθορίζει και να βεβαιώνει όλα τα ποσά που θα απαιτούνται ως δαπάνες σχετιζόμενες με την εκτέλεση της εκποίησης των ακινήτων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση λείπει παντελώς αναφορά στα ποσά που απαιτούνται για την δαπάνη της εκτέλεσης της εκποίησης των επίδικων ακινήτων. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της συγκεκριμένης διάταξης και συνεπώς το Δικαστήριο θα αδυνατεί να καθορίσει τα ποσά που απαιτούνται ως δαπάνες για την εκτέλεση της εκποίησης των επίδικων ακινήτων. Ακολούθως, ο ενάγοντας θίγει την δυσανάλογη απόκλιση μεταξύ του εξ αποφάσεως χρέους και της αξίας των επίδικων ακινήτων και προς αυτόν το σκοπό επισύναψε δέσμη εντύπων που καταδεικνύεται ότι η αξία των επίδικων ακινήτων ανέρχεται στο ποσόν των €1.168.000,00 και συνεπώς είναι η θέση του ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κατά τρόπο κατακτητικό και απώτερος σκοπός των εναγομένων δεν είναι η ικανοποίηση του εξ αποφάσεις χρέους, αλλά η οικονομική καταστροφή του ενάγοντα και της οικογένειας του. Τέλος, είναι η θέση του ότι εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα καταστραφεί οικονομικά ο ίδιος και οικογένειά του, έχοντας υπόψη του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν προβεί προηγουμένως σε έγκαιρα και δέοντα μέτρα εκτέλεσης για να ικανοποιήσουν το χρέος και επέλεξαν 8 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης να αιτηθούν την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του. Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9 Οκτωβρίου 2020 δόθηκε άδεια στην πλευρά των εναγομένων να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, πράγμα που έκαναν και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση προέρχεται από την ίδια ενόρκως δηλούσα. Στο αρχικό κείμενο της ένορκης δηλώσεως αναφέρει ότι ο ενάγοντας προβάλλει παραπλανητικούς και ψευδείς ισχυρισμούς οι οποίοι πρέπει να αντικρουστούν και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την καταχώριση της αίτησης. Σε απάντηση της θέσης του ενάγοντα ότι δεν γνωρίζει η ίδια τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως και ότι δεν είναι εξουσιοδοτημένη από τους εναγομένους, αναφέρει ότι χειρίστηκε προσωπικά την αγωγή μαζί με τον δικηγόρο που κατονόμασε, διότι εργάζεται στο γραφείο του από το
- Επίσης μετά την έκδοση της απόφασης ανέλαβε την εκτέλεση της απόφασης και στις 13 Απριλίου 2016 καταχώρησε ένταλμα εκποίησης της κινητής περιουσίας του ενάγοντα και στην συνέχεια καταχώρησε αίτηση έρευνας. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση τα γνωρίζει προσωπικά από τον άμεσο χειρισμό και την εμπλοκή της στην υπόθεση και εν πάση περιπτώσει στην αρχική της ένορκη δήλωση αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους εναγομένους. Αποδέχεται την θέση του ενάγοντα ότι το εξ αποφάσεως χρέους είναι αυτό το οποίο προσδιορίζει ο ενάγοντας και το απέδωσε σε τυπογραφικό λάθος κατά την δακτυλογράφηση της αίτησης και ένορκης δηλώσεις και δεν αποτελεί ουσιαστικό σφάλμα διότι η απόφαση επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α. Όσον αφορά τη θέση του ενάγοντα ότι το τεκμήριο Α της αρχικής ένορκης της δήλωσης δεν αποτελεί πιστό αντίγραφο, εξακολουθεί να δηλώνει ότι στον ενάγοντα επιδόθηκε πιστό αντίγραφο. Αναφορικά με την θέση του ενάγοντα και συγκεκριμένα για το τεκμήριο Β, δηλαδή το ένταλμα εκποίησης κινητών, αναφέρει ότι η μόνη διεύθυνση που είχαν υπόψη είναι αυτή την οποία δήλωσε ο ίδιος ο ενάγοντας στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής ως διεύθυνση του και αυτή δήλωσαν διότι δεν είχαν υπόψη οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση του. Ως προς την θέση του ενάγοντα ότι στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση δεν αναφέρεται η έκταση των ακινήτων, αναφέρει ότι η έκταση των ακινήτων φαίνεται στα τεκμήρια Γ και Ε της ένορκης δηλώσεως της. Όσον αφορά την ημερομηνία που φέρει το τεκμήριο Γ, συμφωνεί ότι αυτό εκδόθηκε στις 10 Μαρτίου 2017, αναφέρει όμως ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει μαζί με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια επιδόθηκαν στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λευκωσίας και εάν υπήρχε οποιαδήποτε διαφοροποίηση των στοιχείων των ακινήτων ο διευθυντής του επαρχιακού κτηματολογίου Λευκωσίας θα καταχωρούσε εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου και θα λάμβανε μέρος στην παρούσα διαδικασία. Ως προς την θέση του ενάγοντα ότι δηλαδή ένα νέο πιστοποιητικό έρευνας θα μπορούσε να καταδείξει τυχόν μεταγενέστερες επιβαρύνσεις επί των ακινήτων, αναφέρει ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι αδιάφορος για τους αιτητές. Οι αιτητές έχουν καταχώριση ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας του ενάγοντα και οι δική τους εγγραφή είναι προγενέστερη και σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης τους, το ΜΕΜΟ των αιτητών προηγείται από άλλες επιβαρύνσεις οι οποίες έπονται της δικής τους εγγραφής. Συνεπώς αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επίσης αντικρούει σχετικό ισχυρισμό του ενάγοντα για την ύπαρξη βεβαιώσεως από το επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας, λέγοντας ότι η αίτηση επιδόθηκε στο επαρχιακό κτηματολόγιο Λευκωσίας, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και εάν ο διευθυντής του επαρχιακού κτηματολογίου Λευκωσίας επιθυμούσε να λάβει μέρος θα το έπραττε. Ως προς την θέση του ενάγοντα ότι η εκτίμηση των ακινήτων πάσχει διότι διενεργήθηκε μέσω της υπηρεσίας Google earth, αναφέρει ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι ανυπόστατος και επιμένει ότι το τεκμήριο Γ είναι επίκαιρο, αξιόπιστο και διαφωτιστικό για τους σκοπούς της αιτήσεως. Περαιτέρω, πριν την καταχώριση της αίτησης, επικοινώνησε με τον εκτιμητή που εκπόνησε την εκτίμηση και την διαβεβαίωσε ότι η εκτιμημένη αξία των ακινήτων δεν έχει διαφοροποιηθεί και είναι όπως αυτή καταγράφεται στο τεκμήριο Ε. Αντικρούει την θέση του ενάγοντα για χρησιμοποίηση των επίδικων ακινήτων για γεωργικού σκοπούς για κάλυψη των αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, λέγοντας ότι ο ενάγοντας πάντοτε ασκούσε το επάγγελμα του ασφαλιστή και είχε συμφέροντα σε εταιρείες στις οποίες ήταν διευθυντής. Μία από τις εταιρείες ήταν και συγκεκριμένη εταιρεία που καταγράφει στην ένορκη της δήλωση, στην οποία ο ενάγοντας είναι διευθυντής και προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού επισύναψε ως τεκμήριο Α έρευνα του εφόρου εταιρειών. Αναφέρει ότι ο ενάγοντας ουδέποτε υπήρξε γεωργός και το τεκμήριο 1 της ένορκης δηλώσεως του δεν μπορεί να τεκμηριώσει τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του. Στο τεκμήριο 1 ως αιτητής φαίνεται ο γαμπρός του ενάγοντα και όχι ο ίδιος ο ενάγοντας. Επίσης ο ενάγοντας δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο καμία απόδειξη ότι όντως ασκεί το επάγγελμα του γεωργού, αλλά ούτε παρουσίασε οποιεσδήποτε αποδείξεις εξόδων που προκύπτουν από μία τέτοια ισχυριζόμενη γεωργική αξιοποίηση. Επίσης κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο με το οποίο να καταδεικνύεται ότι ο αιτητής του τεκμηρίου 1, δηλαδή ο γαμπρός του ενάγοντα είναι όντως επαγγελματίας γεωργός και από την καλλιέργεια των ακινήτων καταβάλει στον ενάγοντα οποιοδήποτε ενοίκιο. Ο γαμπρός του ενάγοντα δραστηριοποιείται στον τομέα πετρελαιοειδών και προς αυτό διατηρεί δική του εταιρεία με συγκεκριμένη ονομασία και προς υποστήριξη της θέσης της επισύναψε ως τεκμήριο Β έρευνα του εφόρου εταιρειών στην οποία φαίνεται οι εν λόγω εταιρεία και οι διευθυντές της, οι οποίοι είναι ο ενάγοντας και ο γαμπρός του. Προς υποστήριξη των όσων αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, επισύναψε ως τεκμήριο Γ αντίγραφο της ένορκης δηλώσεως του ενάγοντα ημερομηνίας 19 Μαΐου 2016, η οποία συνοδεύει την ένσταση του ενάγοντα στην αίτηση έρευνας ημερομηνίας 13 Απριλίου
- Στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο ενάγοντας δηλώνει στις παραγράφους 5 και 6 ότι είναι συνταξιούχος 79 ετών και ότι λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και της ηλικίας του δεν αντέχει την σωματική καταπόνηση και ο θεράπων ιατρός του του συνέστησε να απέχει από κάθε δραστηριότητα που μπορεί να επιβαρύνει την υγεία του. Στην συνέχεια ο ενάγοντας δηλώνει ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να βγαίνει από το σπίτι του, πόσο μάλλον να μεταβαίνει στο Δικαστήριο Πάφου. Μάλιστα όπως αναφέρει αναγκάστηκε να εργοδοτήσει οικιακή βοηθό για να τον φροντίζει στο σπίτι αφού δυσκολεύεται πάρα πολύ και καταπονείται στην μετακίνηση ακόμα και μέσα στην οικία του καθώς και στην ετοιμασία του φαγητού και της λοιπής φροντίδας του. Εκφράζει την απορία η ενόρκως δηλούσα πως είναι δυνατόν ο ενάγοντας στις 19 Μαΐου 2016 να παρουσιάζεται ως ανήμπορος λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας και λόγω ηλικίας και σήμερα 4 χρόνια αργότερα σε πιο προχωρημένη ηλικία, δηλαδή 83 ετών να δηλώνει ότι είναι γεωργός. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι είναι γεωργός είναι αναληθείς και σκοπό έχει να παραπλανήσει το Δικαστήριο από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ακολούθησε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/1/2021 με την οποία απορρίφθηκε αίτημα για αντεξέταση του ενάγοντα και συνεπώς η ακροαματική διαδικασία στηρίχθηκε στις ένορκες δηλώσεις και στις γραπτές αγορεύσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το δικονομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, σχετική είναι η Δ.42, στην οποία προνοούνται τα ακόλουθα: ΄΄
- Every application under Part 5 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, for the sale of immovable property shall be by summons and set out the property sought to be sold, giving the registration enumber, the locality, the kind of property, and its extent; it shall also set out the items making up the amount sought to be recovered, and shall have attached thereto the receipts or other evidence in support of any items for disbursements. There shall also be attached to the application an office copy of the judgment or order sought to be executed and the Land Registry Office certificates showing that the property sought to be sold stands registered in the debtor's name.
- The application shall be supported by affidavit verifying the sum stated to be still due under the judgment or order and all sums claimed as expenses incidental to the execution thereof; the affidavit shall set forth in detail the enumber of the debtor's family, the house accommodation left, and (where necessary) the land to be exempted as requisite for the support of the debtor and his family, and shall also state that to the best of the applicant's belief sufficient provision is made for the needs of the debtor and his family in these respects.
- A copy of the application and the affidavit in support thereof shall be served upon the debtor.
- The writ of sale shall describe clearly the property to be sold and the property to be exempted, and embody any special directions given in regard to the sale. The order directing the issue of the writ shall be drawn up before the writ is issued. 5.
(1)Judgment creditors making applications to a Land Registry officer under section 101 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, shall swear an affidavit, which may be in Form 37, and shall take the same to the proper Land Registry officer.
(2)Notices to judgment debtors under the said section may be in Form 38. Service of any such notice shall be effected in the same manner as service of a writ of summons is required to be effected under these Rules.
(3)Where in an application under the said section a debtor disputes the amount of the debt owing and the Land Registry officer refers the matter to a Judge of the District Court he shall forward to the registrar a notice in writing which may be in Form 39.
(4)The Registrar shall thereupon bring the application before a Judge of the Court and the Judge after hearing such persons and such evidence (if any) as he may think necessary shall endorse his decision on the application, and the application so endorsed and signed by the Judge shall be returned by the Registrar to the Land Registry officer.
(5)The applicant shall inform the judgment creditor at whose instance the application for sale was made, of the date of the hearing of the application to the Judge, and it shall be the duty of the judgment creditor to give notice to the judgment debtor and to such other persons (if any) as may be required by the Judge or by any Rule of Court. ΄΄ Ως προς την νομική βάση της αίτησης, σχετικές είναι οι νομοθετικές ρυθμίσεις των άρθρων 22, 23, 24, 28 και 40 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όπου προνοούνται τα ακόλουθα: ΄΄Ένταλμα πώλησης γης δεν εκδίδεται εκτός αν ο οφειλέτης δεν έχει κινητή ιδιοκτησία
- Κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους, που εκδόθηκε από το Δικαστήριο και που απευθύνθηκε στον επιτετραμμένο με την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται το Δικαστήριο επιστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία. Ποια γη υπόκειται σε εκτέλεση
- Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι αυτόν και την οικογένεια του: Νοείται επίσης ότι, όταν ο οφειλέτης χρέους είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του. Η τελευταία αυτή επιφύλαξη δεν εφαρμόζεται σε σχέση με οφειλές που δημιουργήθηκαν πριν από την 2α Μαϊου, 1919 ή σε σχέση με οφειλές που πρέπει να καταβληθούν από παρόν ή πρώην μέλος, οποιασδήποτε συνεργατικής εταιρείας, που είναι δεόντως εγγεγραμμένη ως τέτοια, δυνάμει των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, 1914, ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού. Έκδοση εντάλματος
- Κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπι αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους0 κάθε τέτοιο ένταλμα υπογράφεται από το δικαστή ή από ένα από τους δικαστές που διατάσσουν την έκδοση του. Η πλευρά του ενάγοντα επικαλέστηκε το άρθρο 28 του εν λόγω νόμου, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Γη η οποία βαρύνεται με υποθήκη
- Όταν η ιδιοκτησία βαρύνεται με υποθήκη- (α) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο, αφού το ενυπόθηκο χρέος καταστεί πληρωτέο, να πληρώσει στον ενυπόθηκο δανειστή εκ μέρους του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, όλα τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα και δύναται να προσθέσει τα χρήματα που πληρώθηκαν με τον τρόπο αυτό στο ποσό του χρέους από δικαστική απόφαση· και το δικαστήριο όταν ικανοποιηθεί ότι τα ασφαλιζόμενα με την υποθήκη χρήματα έχουν πληρωθεί, δύναται να διατάξει την πώληση της ιδιοκτησίας (β) αν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνηθεί να δεχτεί την προσφορά των ασφαλισμένων με την υποθήκη χρημάτων που έγινε σε αυτόν από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, το Δικαστήριο δύναται με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή να διατάξει όπως η ιδιοκτησία πωληθεί υπό τέτοιους όρους ως προς την πληρωμή από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή στο Δικαστήριο ή την εξασφάλιση του ενυπόθηκου χρέους από αυτόν με άλλο τρόπο, όπως το Δικαστήριο θα κρίνει σκόπιμο (γ) ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται αντί να πληρώσει ή να προσφέρει στον ενυπόθηκο δανειστή τα ασφαλισμένα με την υποθήκη χρήματα, να γνωστοποιήσει σε αυτόν την πρόθεση του να ζητήσει από το Δικαστήριο έκδοση εντάλματος πώλησης· στην αίτηση αυτή και αφού ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής παράσχει ασφάλεια που ικανοποιεί το Δικαστήριο για τα έξοδα τα οποία θα προκύψουν κατά την πώληση ή σε σχέση με αυτήν, δύναται να εκδοθεί ένταλμα για πώληση της ιδιοκτησίας, το οποίο ορίζει την επιφυλαχθείσα από το Δικαστήριο προσφορά για την εξασφάλιση των χρημάτων τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται δυνάμει της υποθήκης· και αν δεν υπάρξει προσφορά ίση με την επιφυλαχθείσα η ιδιοκτησία δεν πωλείται (δ) το ποσό χρημάτων το οποίο εισπράττεται κατόπι πώλησης δυνάμει της παραγράφου (γ), εφόσον αυτό επαρκεί, διατίθεται για πληρωμή πρώτα του οφειλόμενου βάσει της υποθήκης ποσού· δεύτερο, των εξόδων της πώλησης· τρίτο, του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους· και το υπόλοιπο, αν υπάρχει ανήκει στον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους (ε) αν το ποσό που εισπράχτηκε με τον τρόπο αυτό δεν επαρκεί για την αποπληρωμή ολόκληρου του ενυπόθηκου χρέους και των εξόδων την πώλησης, ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής είναι υπεύθυνος για το έλλειμα, αλλά δύναται, αν το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να διατάξει κατ' αυτό τον τρόπο, να προσθέσει το ποσό του ελλείμματος στο ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως έξοδα εκτέλεσης: Νοείται ότι όταν το ακίνητο βαρύνεται με δύο ή περισσότερες υποθήκες- (α) οι διατάξεις των παραγράφων (α), (γ), (δ) και (ε) θα εφαρμόζονται σε όλες αυτές τις υποθήκες, στα χρηματικά ποσά που ασφαλίζονται με αυτές και στους αντίστοιχους ενυπόθηκους δανειστές (β) αν ο ενυπόθηκος δανειστής οποιασδήποτε τέτοιας υποθήκης αρνηθεί να αποδεχθεί πληρωμή του ασφαλισμένου με την υποθήκη αυτή χρηματικού ποσού, με την προσφορά αυτού από τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή όπως προνοείται στην παράγραφο (α), οι διατάξεις της παραγράφου (β) του άρθρου αυτού θα εφαρμόζονται στον πιο πάνω ενυπόθηκο δανειστή, στην αντίστοιχη υποθήκη και στο ασφαλισμένο με αυτή χρηματικό ποσό: Νοείται ότι, η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου αναστέλλεται στις περιπτώσεις ενυπόθηκου χρέους, το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται σε μη ελεγχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας.΄΄ Έγινε επίκληση επίσης του άρθρου 40, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: Το Δικαστήριο δύναται να ορίζει επιφυλαχθείσα τιμή
- Το Δικαστήριο δύναται, κατά την έκδοση εντάλματος, να δώσει οδηγίες να μην πωληθεί η ιδιοκτησία εκτός αν το ποσό που προσφέρεται είναι ίσο ή υπερβαίνει την επιφυλαχθείσα τιμή η οποία ορίζεται από το Δικαστήριο. Κάθε τέτοια οδηγία δύναται να δοθεί από το Δικαστήριο με αίτηση του προσώπου του οποίου η ιδιοκτησία διατάχτηκε να πωληθεί και αφού αυτό εξασφαλίσει, κατά τέτοιο τρόπο ως το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει, την πληρωμή οποιασδήποτε πρόσθετης δαπάνης που δυνατό να συνεπάγεται η οδηγία αυτή0 αν δοθεί τέτοια οδηγία η επιφυλαχθείσα τιμή πρέπει σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται στο ένταλμα πώλησης και καμιά πλειοδοσία ή προσφορά δεν γίνεται αποδεκτή, εκτός αν είναι ίση με την επιφυλαχθείσα τιμή ή υπερβαίνει αυτή: Νοείται ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται σε ιδιοκτησία που είναι υποθηκευμένη σύμφωνα με το νόμο για πληρωμή χρέους.΄΄ Σημειώνεται ότι η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας είναι ένας από τους τρόπους εκτέλεσης μιας Δικαστικής απόφασης, όπως ρητά προνοείται στο άρθρο 14(β) του πιο πάνω νόμου. Σημειώνεται επίσης ότι στην νομική βάση της αίτησης καταγράφεται και ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμος Κεφ. 223, ο οποίος όμως έχει καταργηθεί με τον νόμο 82(1/)/2002 που δημοσιεύθηκε στις 21/6/
- Ως προς την νομική βάση της αίτησης με την παράθεση της Δ. Θ. 1-4, προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος διότι η Δ.4 περιλαμβάνει μόνο δύο θεσμούς και αφορά άλλο ζήτημα και προφανώς ο συντάξας της αίτηση εννοούσε την Δ.
- Τέθηκε από πλευράς ενάγοντα ζήτημα παρατυπίας των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση, θίγοντας το γεγονός ότι η ενόρκως δηλούσα είναι η ίδια που έχει συντάξει την αίτηση, ορκίστηκε και χειρίστηκε την υπό εξέταση αίτηση. Σχετική επί του θέματος είναι η και η πρόσφατη απόφαση στην Μαυρονικόλα - ν - Ξάνθου Πολιτική Έφεση 8/18 ημερ. 14/4/2020, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄ Ένα άλλο ζήτημα που έθεσε η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση αφορά το γεγονός ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή. Αναφέρεται στην ένσταση ότι πρόκειται για «ακατάλληλη ένορκη δήλωση». Σαφής είναι η νομολογία ότι τούτο είναι ανεπιθύμητο, εκτός όταν είναι αναγκαίο. Από τις περιστάσεις δε, προκύπτει ότι είναι ο δικηγόρος εν προκειμένω που γνώριζε τα γεγονότα. Θα μπορούσε βέβαια περαιτέρω να λεχθεί ότι κατά γενική αρχή όταν ένας δικηγόρος έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να εμφανίζεται ως δικηγόρος. Η ένορκη δήλωση όμως δεν πάσχει ώστε να πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί ( Rybolovlev - Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82).΄΄ Σχετική επί της επίδικης αιτήσεως ζήτημα, ήτοι την πώληση ακινήτου, σχετική επί του θέματος είναι η Αρέστη - Ερμογένους 2010 1 ΑΑΔ σελ. 1844, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής, η οποία απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα, έκαμε αναφορά στη Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παρατήρησε ότι στην αίτηση δεν είχε επισυναφθεί ούτε επίσημο αντίγραφο της απόφασης, ούτε και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που να δείχνει ότι η περιουσία που επρόκειτο να πωληθεί ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, δηλαδή της εφεσίβλητης. Επιπρόσθετα, παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι στην αίτηση δεν αναφερόταν και η έκταση της περιουσίας που επρόκειτο να πωληθεί. Έκρινε, συναφώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι από το λεκτικό της Δ.42, θ.1 προέκυπτε ότι οι πρόνοιες της είναι επιτακτικές, λαμβανομένης υπόψη της λέξης «shall» στη Δ.42, θ.1, η οποία ερμηνεύτηκε από τη νομολογία ως επιτακτική. Στη Δ.42, θ.1 πράγματι αναγράφεται ότι σε κάθε αίτηση, σύμφωνα με το Μέρος 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, για την πώληση ακίνητης περιουσίας θα αναφέρεται η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί, ο αριθμός εγγραφής της, η τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και η έκτασή της. Θα υπάρχουν επίσης, συνημμένα στην αίτηση, ένα επίσημο αντίγραφο της απόφασης ή του διατάγματος που θα εκτελεστούν καθώς και πιστοποιητικά του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνουν ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη. Δεν αμφισβητείται, στην παρούσα υπόθεση, ότι στην αίτηση του εφεσείοντα δεν επισυνάπτονταν ούτε αντίγραφα της απόφασης ή του διατάγματος τα οποία θα εκτελούνταν, ούτε και πιστοποιητικά του Κτηματολογίου δεικνύοντα ότι η περιουσία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην πραγματικότητα εκτός από τον αριθμό εγγραφής, το χωριό στο οποίο βρίσκεται η περιουσία και την περιγραφή της ως διατηρητέας κατοικίας δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την περιγραφή του ακινήτου, όπως π.χ. η έκτασή της.΄΄ Από τις συνδυασμένες πρόνοιες των πιο πάνω Διατάξεων προκύπτει ότι για να εκδοθεί διάταγμα πώλησης περιουσίας θα πρέπει να συντρέχουν, σωρευτικά, οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Για έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας η αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται διά κλήσεως και αντίγραφο αυτής μαζί με ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, πρέπει να έχει επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστη. (β) θα πρέπει σε αυτήν να αναφέρεται η περιουσία που επιδιώκεται η πώληση της, ο αριθμός εγγραφής, το είδος της περιουσίας και η έκταση της. (γ) να έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί. Περαιτέρω η αίτηση να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που να βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος οφείλεται ακόμη. (δ) Να έχει συναινέσει ο εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστης στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του, ή να έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας του το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, ή όταν φαίνεται ότι πράγματι ο καθ' ου η αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία. (ε) Η ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστη καθ' ου η αίτηση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και θα επισυνάπτεται πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνει ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη και προς τούτο να υπάρχει υποστηρικτική ένορκη δήλωση. (στ) Όταν πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολικά ή μερικά κατοικία πρέπει να αφήνεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγη, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του. Επίσης στην ένορκη δήλωση που θα συνοδεύει την αίτηση, θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομερώς ο αριθμός των μελών της οικογένειας του οφειλέτη. (ζ) Όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του. (η) Επισύναψη στην αίτηση επίσημου αντιγράφου απόφασης (θ) Επίσης θα πρέπει να αναφέρονται τα κονδύλια που δημιουργούν το ποσό που διεκδικείται να ανακτηθεί και θα πρέπει να επισυνάπτονται σχετικές αποδείξεις ή μαρτυρία για υποστήριξη τους. (βλ. Δ.42 Θ.1) (ι). Στην ένορκο δήλωση θα αναφέρονται τα ποσά που απαιτούνται ως παρεπόμενα έξοδα της εκτέλεσης. (βλ. Δ.42 Θ.2) Απαιτείται επίσης από το άρθρο 22 του Κεφ. 6 να καταδειχθεί ότι ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας επιστράφηκε ανεκτέλεστο, εκτός εάν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους «δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία». Τούτο επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Osman & another v. Bourdji (1959-1960) 24 C.L.R. 136, 139-
- Επίσης, σχετική με την υπό εξέταση αίτηση ζήτημα, είναι και η υπόθεση TH. PERICLEOUS - ν - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ PISSOURI BEACH APARTMENTS, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 175/2014 ημερ. 29/1/2020, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄Σημαντικός είναι ο δεύτερος λόγος έφεσης. Με αυτόν, ο εφεσείων εισηγείται ότι το Δικαστήριο λανθασμένα διέταξε την πώληση ολόκληρου του ακινήτου του, δεδομένης της πολύ μεγαλύτερης αγοραίας αξίας του, σε σύγκριση με το προς ικανοποίηση, κατά πολύ μικρότερο αυτής, εξ αποφάσεως χρέος του. ΄Επρεπε, συμπληρώνει, να είχε ασκήσει την εξουσία του «να διατάξει την πώληση κάποιου μέρους του ακινήτου». Δεν παρέπεμψε, όμως, σε οποιαδήποτε πρόνοια του Νόμου, η οποία να υποστηρίζει την εισήγησή του. Το Μέρος V του Νόμου προβλέπει μια περιεκτική διαδικασία, προς εκπλήρωση του σκοπού εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με την πώληση ακίνητης περιουσίας, λαμβάνοντας, συγχρόνως, υπόψη τα συμφέροντα του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Το άρθρο 24 του Νόμου προβλέπει ότι:- «
- Κανένα ένταλμα πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν εκδίδεται παρά μόνο κατόπι αίτησης προς το Δικαστήριο και μετά από προηγούμενη γνωστοποίηση της αίτησης προς τον οφειλέτη χρέους· κάθε τέτοιο ένταλμα υπογράφεται από το δικαστή ή από ένα από τους δικαστές που διατάσσουν την έκδοσή του.» Ανάλογη πρόνοια, ως προς την πιο πάνω εξουσία του δικαστηρίου, θέτοντας, συγχρόνως, κάποιες προϋποθέσεις για την άσκησή της, υπάρχει και στο άρθρο 22 του Νόμου, το οποίο έχει παρατεθεί πιο πάνω. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πράγματι, προβλέπεται ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να διατάζει όπως πωληθεί μέρος μόνο της ακίνητης ιδιοκτησίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη, προς το σκοπό διασφάλισης στέγης για την οικογένειά του και τον ίδιο. Σχετικό ως προς τούτο είναι το άρθρο 23 του Νόμου. Επίσης, στο άρθρο 26 του Νόμου, προβλέπεται ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης μπορεί να ζητήσει την πώληση, κατά προτεραιότητα, συγκεκριμένου μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Ο εφεσείων δεν αναφέρεται να έπραξε κάτι τέτοιο στην παρούσα υπόθεση, σε σχέση με την υπό αναφορά ακίνητη ιδιοκτησία ή άλλη τέτοια περιουσία, η οποία τυχόν να είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του. Βέβαια, το δικαστήριο δύναται, με βάση το άρθρο 27 του Νόμου, να εκδίδει ένταλμα πώλησης, γενικά, της ακίνητης ιδιοκτησίας του οφειλέτη. Σε τέτοια περίπτωση, ενεργοποιούνται οι λοιπές πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, που προβλέπουν για τη δυνατότητα πώλησης μέρους της, ήτοι αυτού που είναι αναγκαίο προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων της διαδικασίας εκτέλεσης. ΄Οπου προκύπτουν δε θέματα αφορώντα στην εκτέλεση ενός τέτοιου εντάλματος πώλησης, το αρμόδιο προς τούτο πρόσωπο δύναται, με βάση το άρθρο 31 του Νόμου, να απευθύνεται στο οικείο Επαρχιακό Δικαστήριο για οδηγίες. Οι ίδιες πρόνοιες που αναφέρονται πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση και αναμένεται ότι θα τύχουν εφαρμογής αναλόγως. Επομένως, δε διαπιστώνεται σφάλμα στην υπό έφεση απόφαση του Δικαστηρίου.΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και έχοντας υπ΄ όψην του το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του, προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση και διαπιστώσεις: Ως προς τον λόγο ένστασης του ενάγοντα για το ότι η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου που τελικώς χειρίστηκε την υπό εξέταση αίτηση, αυτό είναι ένα γεγονός, το οποίο πρέπει πράγματι να αποφεύγεται, λόγω ακριβώς της μη ταυτόχρονης τέτοιας ιδιότητας. Η ένορκη δήλωση βεβαίως δεν δύναται να αγνοηθεί και εν πάση περιπτώσει, η αξιολόγηση της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα μπορεί να γίνει κάλλιστα μάλιστα μέσα από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί και που οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν μεν, από διαφορετική όμως οπτική σκοπιά και νομική προσέγγιση, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγομένων παρέμεινε αναντίλεκτη διότι δεν ζητήθηκε άδεια για να αντεξεταστεί η ενόρκως δηλούσα, ούτε ζητήθηκε άδεια για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης και επιπρόσθετα η συμπληρωματική ένορκη δήλωση συμπεριλαμβάνει τεκμήρια, η προέλευση των οποίων επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Ως προς τον λόγο ένστασης του ενάγοντα ότι η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία είναι αναγκαία για την συντήρηση του ιδίου και της οικογένειας του και ότι ο ίδιος είναι γεωργός, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται αυτήν την θέση του ενάγοντα. Ο λόγος είναι προφανής. Συγκεκριμένα, μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου και ειδικότερα την συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς εναγομένων, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, προκύπτει σαφέστατα ότι ο ενάγοντας προέβαλε ταυτόχρονα μια γενική, ασαφή, αόριστη και ατεκμηρίωτη εκδοχή, ως επίσης και μια αντιφατική εκδοχή. Πράγματι, σε προηγούμενη διαδικασία, το 2016, ο ενάγοντας όντας τότε ηλικίας 79 ετών, προέβαλε την θέση ότι αδυνατεί να εκτελέσει βασικές λειτουργίες που αναγκαστικά προσέλαβε οικιακή βοηθό και δεν μπορεί να προσέλθει στο Δικαστήριο, πρέπει να απέχει από οποιαδήποτε δραστηριότητα που μπορεί να επιβαρύνει την υγεία του και δυσκολεύεται να μετακινείται ακόμα και εντός της οικίας του. Σήμερα όμως, μετά από 4 και πλέον χρόνια, σε ηλικία 83 ετων, προωθεί την θέση ότι είναι γεωργός. Αυτή η θέση ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι είναι πραγματικά απορίας άξιο, ένας άνθρωπος που σε ηλικία 79 ετών αντιμετώπιζε τα πιο πάνω προβλήματα, 4 χρόνια αργότερα να επικαλείται ότι είναι γεωργός, χωρίς κανένα απολύτως υποστηρικτικό στοιχείο που να αποδεικνύει αυτήν την δραστηριότητα, όπως π.χ. αγορά εργαλείων, λιπασμάτων, πώληση της οποιασδήποτε σοδιάς με ταυτόχρονη εξασφάλιση εισοδημάτων και κυρίως, χωρίς κάποια ιατρική μαρτυρία που να αποδεικνύει την ραγδαία βελτίωση της υγείας του. Η προσπάθεια του ενάγοντα να πείσει για αυτήν του την θέση με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας για αίτηση εκταρικών επιδοτήσεων συνεθλίβη από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εναγομένων και ιδίως μέσα από τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν, την πηγή προέλευσης αυτών και κυρίως λόγω του ότι παρέμεινε αναντίλεκτη και προκύπτει μέσα από αυτό το μαρτυρικό υλικό που ότι ο γαμπρός του ενάγοντα δραστηριοποιείται στον τομέα των πετρελαιοειδών, όπου φαίνεται και το όνομα του ενάγοντα σε συγκεκριμένη εταιρεία. Η οποιαδήποτε αναφορά του ενάγοντα για τον λόγο που αναγράφεται στην αίτηση εκταρικών επιδοτήσεων το όνομα του γαμπρού του ενάγοντα, ουδόλως δύναται να υπερκαλύψει και να υπερφαλαγγίσει τα όσα αξιολογήθηκαν πιο πάνω και που εξάγεται ως μόνο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας δεν είναι γεωργός. Συνεπώς, η δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 23 του Κεφ. 6 δεν στοιχειοθετείται. Ως προς τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που έθεσε το πιο πάνω νομοθετικό και δικονομικό πλαίσιο, που σύμφωνα με το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο είναι επιτακτικές, ήτοι η μη συμμόρφωση με μια από αυτές ουσιαστικά είναι μοιραία για την τύχη της, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση αυτών των προϋποθέσεων, έχοντας υπ΄ όψη βεβαίως το περιεχόμενο της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των τεκμηρίων. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι ότι για έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας η αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται διά κλήσεως και αντίγραφο αυτής μαζί με ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, πρέπει να έχει επιδοθεί στον καθ' ου η αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστη, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται, διότι πράγματι η υπό εξέταση αίτηση έχει καταχωρηθεί δια κλήσεως και αυτή έχει επιδοθεί στον ενάγοντα. Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα πρέπει σε αυτήν να αναφέρεται η περιουσία που επιδιώκεται η πώληση της, ο αριθμός εγγραφής, το είδος της περιουσίας και η έκταση της, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται, διότι πράγματι στην υπό εξέταση αίτηση αναφέρεται η περιουσία που επιδιώκεται η πώληση της, όπως φαίνεται στην παράγραφο 1 της αίτησης. Ο αριθμός εγγραφής της ακίνητης περιουσίας επίσης αναγράφεται στην παράγραφο 1 της αίτησης. Το είδος της περιουσίας της ακίνητης περιουσίας επίσης αναγράφεται στην παράγραφο 1 της αίτησης. Ως προς την έκταση της ακίνητης περιουσίας, ήταν η θέση του ενάγοντα ότι λόγω της μη περιγραφής στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει η ακριβής έκταση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, αυτό επιφέρει την ακυρότητα της υπό εξέταση αίτησης. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται αυτήν την τοποθέτηση, διότι στο επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση της αίτησης πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, που αποτελεί ούτως ή άλλως αναπόσπαστο μέρος της αίτησης, διαφαίνεται ξεκάθαρα η έκταση εκάστου τεμαχίου και εν πάση περιπτώσει, δεν έχει αμφισβητηθεί η έκταση της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας και ο ενάγοντας γνωρίζει την ακριβής έκταση αυτής και έχει ενημερωθεί σχετικά για το θέμα αυτό με την επίδοση σε αυτόν της υπό εξέταση αίτησης και κατ΄ επέκταση έχει επιτευχθεί ο σκοπός του νομοθέτη που δεν ήταν άλλος από το να είναι γνωστό σε όλα τα διάδικα μέρη και στο Δικαστήριο η ακριβής έκταση της ακίνητης περιουσίας που επιδιώκεται η πώληση της. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ' ου η αίτηση για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί και περαιτέρω η αίτηση να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που να βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος οφείλεται ακόμη, το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτή πληρείται, διότι μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου φαίνεται και αποδεικνύεται ότι έχει εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση - ενάγοντα για χρέος το οποίο δεν έχει εξοφληθεί. Η απόφαση είναι εντός του φακέλου και έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο Α στην αίτηση και δεν έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη της. Η πλευρά του ενάγοντα έχει θέσει ζήτημα μη ύπαρξης και επίδοσης πιστού αντιγράφου της απόφασης, πλην όμως το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση, διότι διαφαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ότι η απόφαση φέρει σφραγίδα και ότι αυτή είναι πιστό αντίγραφο. Και επιπρόσθετα, με την αναντίλεκτη συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς εναγομένων, διαφαίνεται ότι επιδόθηκε στον ενάγοντα πιστό αντίγραφο αυτής. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ο ενάγοντας, όχι μόνο φαίνεται να έχει γνώση της απόφασης που έχει εκδοθεί, αλλά να τοποθετείται θετικά ως προς το ακριβές ύψος του οφειλόμενου ποσού, όπου η πλευρά των εναγομένων αποδέχεται με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησαν. Συνεπώς, ο σκοπός του νομοθέτη έχει επιτευχθεί με το να υπάρχει αποκρυστάλλωση του υπόλοιπου εξ΄ αποφάσεως χρέους και να έχουν γνώση όλα τα διάδικα μέρη και το Δικαστήριο για αυτό το ζήτημα. Περαιτέρω, η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που βεβαιώνει ότι το εξ αποφάσεως χρέος οφείλεται ακόμη και με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί το ακριβές υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Ως προς την τέταρτη προϋπόθεση, ήτοι να έχει συναινέσει ο εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστης στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του, ή να έχει προηγηθεί ένταλμα πώλησης κινητής ιδιοκτησίας του το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, ή όταν φαίνεται ότι πράγματι ο καθ' ου η αίτηση εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε κινητή ιδιοκτησία, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις, οι οποίες προκύπτουν μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου και ειδικότερα μέσα από το μαρτυρικό υλικό που και οι δύο πλευρές παρέπεμψαν. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας δεν έχει συναινέσει στην πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Όπως φαίνεται στο τεκμήριο Β που υποστηρίζει την αίτηση, πράγματι φαίνεται ότι εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητών, όπου στην δοθείσα διεύθυνση του ενάγοντα, ο Δικαστικός επιδότης ρητά ανέφερε ότι ο ενάγοντας στερείται κινητής περιουσίας που να υπόκειται σε κατάσχεση σύμφωνα με τον νόμο. Πράγματι ο Δικαστικός επιδότης υπέδειξε στην πλευρά των εναγομένων όπως του υποδείξουν εντός 15 ημερών από την επίδοση εκείνης της ειδοποίησης άλλη κινητή περιουσία εκτός εκείνης που εξαιρείται από τον νόμο, διαφορετικά το ένταλμα θα επιστραφεί ανεκτέλεστο. Με αυτήν την αναφορά του Δικαστικού επιδότη, η πλευρά του ενάγοντα εισηγείται ότι τελικώς το ένταλμα δεν επιστράφηκε ανεκτέλεστο, λόγω ακριβώς της εκκρεμότητας αυτής της υπόδειξης άλλης περιουσίας που να υπόκειται σε εκτέλεση. Η θέση του ενάγοντα είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Κατ΄ αρχήν, όπως προκύπτει μέσα και από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από πλευράς εναγομένων, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, η μόνη δοθείσα διεύθυνση που έχουν οι εναγόμενοι είναι αυτή που φαίνεται άλλωστε και από την σχετική δικογραφία. Δεν θα πρέπει να αναμένεται από τους αιτητές και γενικά από οποιονδήποτε αιτητή σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, να αναζητούν στο άγνωστο οποιαδήποτε κινητή περιουσία που να υπόκειται σε εκτέλεση, εάν μάλιστα δεν έχουν υπ΄ όψην τους τέτοιο στοιχείο. Το μόνο στοιχείο που είχαν υπ΄ όψην τους οι εναγόμενοι είναι η δοθείσα διεύθυνση και αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν επικαλέστηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης κινητής περιουσίας που να υπόκειται σε εκτέλεση οπουδήποτε στην Κύπρο και συνεπώς δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης κινητής περιουσίας που να υπόκειται σε εκτέλεση. Ούτως ή άλλως, ο νομοθέτης με την ορολογία του άρθρου 22 του Κεφ. 6, δεν απαιτεί μόνο την επιστροφή ανεκτέλεστου ενός εντάλματος ανεκτέλεστου για κατάσχεση κινητής περιουσίας, αλλά με την διαζευκτική βάση και πιο συγκεκριμένα με την φράση ΄΄ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία΄΄ η τέταρτη προϋπόθεση πληρείται και όταν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή περιουσία. Συνεπώς και με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, αποδείχθηκε ότι ο ενάγοντας δεν κέκτηται τέτοιας κινητής περιουσίας, διότι δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, το ότι δεν υποδείχθηκε άλλη κινητή περιουσία και ούτε αποδείχθηκε ότι υπάρχει και από την στιγμή που στην μόνη δοθείσα διεύθυνση δεν εντοπίστηκε κινητή περιουσία που να υπόκειται σε κατάσχεση, ουσιαστικά το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας κατέστη ανεκτέλεστο. Εν πάση περιπτώσει στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει καταχωρημένο το εν λόγω ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 9.5.
- Ως προς την πέμπτη προϋπόθεση, ήτοι ότι ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εκ δικαστικής αποφάσεως χρεώστη καθ' ου η αίτηση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και θα επισυνάπτεται πιστοποιητικό του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνει ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη και προς τούτο να υπάρχει υποστηρικτική ένορκη δήλωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η προϋπόθεση πληρείται, διότι στην αίτηση, στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, αλλά και στο τεκμήριο Γ που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνεται πράγματι ότι η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ενάγοντα, αυτό υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και το τεκμήριο Γ είναι το πιστοποιητικό που απαιτείται ως προϋπόθεση. Ούτως ή άλλως ο ενάγοντας δεν εισηγήθηκε ότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, αλλά απεναντίας παραδέχεται ότι του ανήκει. Ως προς την έκτη προϋπόθεση, ήτοι όταν πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία συμπεριλαμβάνεται ολικά ή μερικά κατοικία πρέπει να αφήνεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγη, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του και ότι επίσης στην ένορκη δήλωση που θα συνοδεύει την αίτηση, θα πρέπει να παρατίθενται λεπτομερώς ο αριθμός των μελών της οικογένειας του οφειλέτη, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στην υπό εξέταση αίτηση αυτό το ζήτημα, διότι η ακίνητη ιδιοκτησία που επιδιώκεται η πώληση της δεν είναι η κατοικία του ενάγοντα, ούτε εντός αυτής είναι η κατοικία του ενάγοντα, αλλά απεναντίας είναι χωράφια και αυτό αποτελεί κοινό υπόβαθρο και των δύο πλευρών, διότι η κατοικία του ενάγοντα βρίσκεται σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία και συγκεκριμένα στον Στρόβολο, ενώ η επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία στο Τσέρι. Ως προς την έβδομη προϋπόθεση, ήτοι όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης είναι γεωργός πρέπει να εξαιρείται από την πώληση τέτοια γη η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειας του, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Ως προς την όγδοη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα πρέπει να υπάρχει επισύναψη στην αίτηση επίσημου αντιγράφου απόφασης, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Ως προς την ένατη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα πρέπει να αναφέρονται τα κονδύλια που δημιουργούν το ποσό που διεκδικείται να ανακτηθεί και θα πρέπει να επισυνάπτονται σχετικές αποδείξεις ή μαρτυρία για υποστήριξη τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται, διότι στο κείμενο της αίτησης περιγράφονται λεπτομερώς τα κονδύλια, ήτοι στην παράγραφο 2 α - δ αυτής, ήτοι έξοδα καταχώρησης ΜΕΜΟ, έξοδα αίτησης στο κτηματολόγιο για την πώληση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων πραγματικών εξόδων, έξοδα κτηματολογίου για την πώληση της ακίνητης ιδιοκτησίας και έξοδα πλειοδότου. Ως προς την ύπαρξη αποδείξεων, ασφαλώς δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχουν αποδείξεις για όλα τα ποσά, λόγω ακριβώς της φύσεως της διαδικασίας, διότι κάποια από τα ποσά δεν αναμένεται να είναι γνωστά και αποκρυσταλλωμένα εκ των προτέρων, όπως π.χ. έξοδα πλειοδότου και γενικά ότι αφορά το κτηματολόγιο, ειδικά μάλιστα όταν είναι άγνωστη η έκβαση της υπό εξέταση αίτησης. Το μόνο γνωστό κονδύλι και που για αυτό υπάρχει σχετική απόδειξη, είναι τα έξοδα ΜΕΜΟ, όπως προκύπτει μέσα από το τεκμήριο Δ που υποστηρίζει την αίτηση. Κατ΄ επέκταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση τα όσα λέχθηκαν και αξιολογήθηκαν για την ένατη προϋπόθεση, ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, τα ίδια και για την δέκατη προϋπόθεση, ήτοι ότι στην ένορκο δήλωση θα αναφέρονται τα ποσά που απαιτούνται ως παρεπόμενα έξοδα της εκτέλεσης, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι οι αιτητές είναι έτοιμοι να παράσχουν οποιανδήποτε ασφάλεια για κάλυψη των εξόδων που θα προκύψουν από μια τέτοια πώληση. Τέθηκε από πλευράς ενάγοντα ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και ότι ουσιαστικά αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση. Πράγματι, η απόφαση από την οποία προήλθε το εξ΄ αποφάσεως χρέος εκδόθηκε το 2012 και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε το
- Μεσολάβησαν όμως δύο αποτυχημένες προσπάθειες για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης, ήτοι η μια με το ένταλμα κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας και η άλλη με την καταχώρηση αίτησης έρευνας, όπου έχει γίνει ήδη σχετική αναφορά πιο πάνω και αυτά κρίνονται από το Δικαστήριο ότι δεν συνίσταται οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση και προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, ούτε οποιαδήποτε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταρρίπτεται και ο σχετικός λόγος ένστασης του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν προβεί έγκαιρα και σε οποιαδήποτε δέοντα μέτρα εκτέλεσης. Σε αυτό το σημείο, το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να αναφέρει ότι της παρούσας αιτήσεως, το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε για πρώτη φορά τρέχον Δικαστικό έτος, όπου επιλήφθηκε δύο ενδιάμεσων αιτήσεων όπου εκδόθηκαν άλλες δύο ενδιάμεσες αιτήσεις μετά από ακροαματική διαδικασία, πέραν του ότι υπήρχαν και οι δύσκολες συνθήκες της πανδημίας. Τέθηκε από πλευράς ενάγοντα ως λόγος ένστασης ότι δεν έχει τεθεί τέτοια μαρτυρία, επαρκή στοιχεία και γενικά υπόβαθρο που να δύναται το Δικαστήριο να καθορίσει την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση του ενάγοντα, διότι το άρθρο 40 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία τέτοια διακριτική ευχέρεια, έχοντας υπ΄ όψην του όλα τα ενώπιον του δεδομένα, δείχνοντας σε αυτό τον οδοδείκτη όπως η ακίνητη ιδιοκτησία να μην πωληθεί εάν δεν είναι ίση ή να μην υπερβαίνει την επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης και μάλιστα τέτοια οδηγία μπορεί να δοθεί και από το άτομο, η περιουσία του οποίου διατάχθηκε να πωληθεί. Τέθηκε από πλευράς ενάγοντα ως λόγος ένστασης ότι το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ενάγοντα και που έχει επισυναφθεί ως τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ότι αυτό φέρει ημερομηνία κατά πολύ προγενέστερο της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης και συνεπώς δεν είναι ικανό να καταδείξει την πραγματική κατάσταση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση, διότι η κατάσταση που αφορά την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντα και συγκεκριμένα τα 3 επίδικα ακίνητα, διαφαίνεται ότι αυτή παρέμεινε αναλλοίωτη, όπως αυτό προκύπτει μέσα από τις επιστολές που αποστάλησαν από τα κτηματολόγια Λευκωσίας και Πάφου, οι οποίες αποστάλησαν στις 18 Μαρτίου του 2020 και 13 Δεκεμβρίου του 2019 αντίστοιχα και που είναι καταχωρημένες στον φάκελο του Δικαστηρίου, διότι σε αυτές φαίνονται οι ίδιες προγενέστερες επιβαρύνσεις που υπήρχαν και που αποτυπώνεται στο εν λόγω πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας. Ούτως ή άλλως δεν φαίνεται να άλλαξε οτιδήποτε στην φύση ή έκταση της εν λόγω επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας και ούτε υπήρξε σχετική αντίθετη εισήγηση από πλευράς ενάγοντα που να υποστηρίζεται με μαρτυρία. Από την στιγμή που υπάρχουν στον φάκελο του Δικαστηρίου οι πιο πάνω επιστολές του κτηματολογίου, στις οποίες καταγράφονται τα πιο πάνω και επιπρόσθετα καταγράφεται ότι το κτηματολόγιο δεν φέρει ένσταση στην πώληση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, νοουμένου ότι θα τηρηθούν οι πρόνοιες της νομοθεσίας και ενημερωθεί το Δικαστήριο για την ύπαρξη των προηγούμενων επιβαρύνσεων, καταρρίπτεται και ο αντίστοιχος λόγος ένστασης του ενάγοντα και εν πάση περιπτώσει αυτή η βεβαίωση δεν θα μπορούσε να προϋπάρχει ή να είναι ταυτόχρονη της αίτησης, διότι θα πρέπει πρώτα να καταχωρηθεί η αίτηση και να επιδοθεί στο κτηματολόγιο και να τοποθετηθεί περί τούτου, όπερ και εγένετο με την καταχώρηση στον φάκελο του Δικαστηρίου των πιο πάνω επιστολών. Τέθηκε από πλευράς ενάγοντα ότι η επισυναπτόμενη εκτίμηση της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν πληροί της προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας. Το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση. Είναι πραγματικά απορίας άξιο, πως ο ενάγοντας, από την μια να προωθεί την θέση ότι αυτή η έκθεση εκτίμησης, η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, να είναι νομικά άκυρη και από την άλλη, να την επικαλείται για να προωθήσει έτερο λόγο ένστασης, ήτοι τον λόγο ένστασης ότι επιδιώκεται η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας κατά πολύ μεγαλύτερης από το εξ΄ αποφάσεως χρέος και μάλιστα η αξία αυτής της ακίνητης ιδιοκτησίας να ταυτίζεται πλήρως στο ίδιο ποσό, ήτοι στο ποσό των € 1.168,000, όπως προκύπτει μέσα από την έρευνα που ο ίδιος ο ενάγοντας προέβηκε στην διαδικτυακή πύλη του κτηματολογίου και που επισύναψε ως τεκμήριο 2 στην δική του ένορκη δήλωση. Ως προς τον λόγο ένστασης ότι επιδιώκεται η πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας κατά πολύ μεγαλύτερης από το εξ΄ αποφάσεως χρέος και συνεπώς επιδιώκεται η οικονομική εξόντωση του ενάγοντα, το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση, διότι με βάση και το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια επί αυτού του θέματος και εν πάση περιπτώσει ο ενάγοντας δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ρητή επίκληση της πιο πάνω νομοθετικής βάσης και ειδικότερα δε, να προβεί σε οποιαδήποτε εισήγηση να πωληθεί μέρος της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, ήτοι μέρος ενός εκ των τριών τεμαχίων, ή ενός εξ΄ αυτών κλπ. Ως προς την ενότητα λόγων ένστασης του ενάγοντα που αφορούν την μη ενημέρωση και επίδοση της υπό εξέταση αίτησης στους πιστωτές που έχουν εγγράψει επιβαρύνσεις που προηγούνται του ΜΕΜΟ που έχουν εγγράψει οι εναγόμενοι, το Δικαστήριο αποδέχεται ως νόμω και ουσία βάσιμη την εν λόγω ενότητα λόγων ένστασης. Ο λόγος είναι προφανής. Πράγματι, διαφαίνεται στο πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που επισύναψαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι αιτητές, αλλά και από τις επιστολές που αποστάλησαν από τα κτηματολόγια Λευκωσίας και Πάφου, όπου αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται η ύπαρξη τριών προηγούμενων επιβαρύνσεων, η μια αφορά προσωρινό Διάταγμα και τα άλλα δύο είναι ΜΕΜΟ. Η υπό εξέταση αίτηση δε έχει συμπεριλάβει τους εν λόγω πιστωτές στα άτομα τα οποία θα απευθυνόταν η υπό εξέταση αίτηση, ούτε επιδόθηκε σε αυτούς. Ναι μεν αυτοί δεν είναι ενυπόθηκοι οφειλέτες, έτσι ώστε να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 28 του Κεφ. 6, όμως, τηρουμένων των αναλογιών, η υπό εξέταση αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί και σε αυτούς, με βάση τους κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης, διότι μια τέτοιας φύσεως δραστική αίτηση επηρεάζει άμεσα τα έννομα συμφέροντα τους και αναμφίβολα θα έπρεπε τουλάχιστον να επιδοθεί σε αυτούς η υπό εξέταση αίτηση για να τοποθετηθούν. Εν πάση περιπτώσει, η Δ.42 Θ. 5, ρητά προνοεί ότι τέτοια αίτηση θα πρέπει να επιδοθεί σε τέτοια επηρεαζόμενα μέρη, όπως είναι άλλοι εξ΄ αποφάσεως πιστωτές που θα επηρεάζονται από τέτοια διαδικασία όπως την υπό εξέταση, πράγμα που δεν έγινε στην υπό εξέταση αίτηση. Η μη συμμόρφωση των εναγομένων - αιτητών με την πιο πάνω προϋπόθεση, η οποία κρίνεται από το Δικαστήριο ως επιτακτική, αναπόφευκτα σφραγίζει την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, που δεν είναι άλλη από την απόρριψη της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, χωρίς το Δικαστήριο να παραγνωρίζει τον γνωστό και πάγια καθιερωμένο νομολογιακό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, πλην όμως, το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική ευχέρεια και έχοντας υπ΄ όψη την απόρριψη των υπολοίπων λόγων ένστασης και κυρίως για τους λόγους που αυτοί απορρίφθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίκαιη διαταγή για τα έξοδα είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται και η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ).............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο