ΟΡΝΙΘΑΡΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. αγωγής: 935/2019, 17/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 935/2019 ΧΧΧΧΧΧΧ ΟΡΝΙΘΑΡΗΣ Ενάγoντας Εναντίον ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενη ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 6.3.2020 Ημερομηνία: 17/3/2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - αιτητή: κ. Κυριάκος Χατζηλαμπρής για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για εναγόμενη - καθ΄ ης αίτηση : κ. Αντώνης Μελάς --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, ο ενάγοντας - αιτητής αιτείται συνοπτική απόφαση εναντίον του εναγομένου, με κύριο νομικό υπόβαθρο την Δ.
- Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της υπεύθυνης λογιστηρίου του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, η οποία στο αρχικό κείμενο της ένορκης της δήλωσης κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα, λόγω της προσωπικής της εμπλοκής και από τα έγγραφα που κατέχει και είναι εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντα όπως προβεί στην ένορκη της δήλωση διότι αυτός βρίσκεται στο εξωτερικό. Αναφέρει ότι η καταχωρηθείσα υπεράσπιση από πλευράς εναγομένου έγινε καθαρά για σκοπούς καθυστέρησης και καμία υπεράσπιση έχει ο εναγόμενος, διότι η απαίτηση του ενάγοντα στηρίζεται σε συμφωνία που συνομολογήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου και έγινε για την καταβολή δικηγορικών εξόδων ύψους € 14,
- Ο ενάγοντας είναι ιδιοκτήτης συγκεκριμένου τεμαχίου, μέρος του οποίου δυνάμει συγκεκριμένης γνωστοποίησης θα απαλλοτριωνόταν για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την κατασκευή δρόμου και εναντίον αυτής της γνωστοποίησης ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε και ακολούθησε η δημοσίευση του Διατάγματος απαλλοτρίωσης, το οποίο ατόνισε επειδή δεν προσφέρθηκε στον ενάγοντα αποζημίωση εντός του καθορισμένου χρόνου. Μετά που το Διάταγμα ατόνισε, το τμήμα δημοσίων έργων και οι εργολάβοι του επενέβησαν παράνομα στο ακίνητο του ενάγοντα για την κατασκευή δημόσιου δρόμου και άλλων υποδομών. Στις 8/1/2009 ο ενάγοντας καταχώρησε συγκεκριμένη αγωγή στο επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον του του εναγόμενου στην παρούσα διαδικασία μέσω του τμήματος δημοσίων έργων και της εταιρείας που προέβηκε στην παράνομη επέμβαση, ζητώντας αποζημιώσεις και απαγορευτικά Διατάγματα για την εν λόγω παράνομη επέμβαση. Στις 17/9/2015 μετά την λήξη της περιόδου προσφοράς αποζημίωσης που προνοείται στη νομοθεσία και μετά που ατόνισε το Διάταγμα απαλλοτρίωσης, η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα καταχώρησε συγκεκριμένη παραπομπή, στην οποία ο ενάγοντας καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Όπως την πληροφορεί ο δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση, κατά τις 16/2/2016, μετά από μακρά διαπραγμάτευση και έγκριση του κτηματολογίου και της Νομικής Υπηρεσίας, όπως βεβαίωσε συγκεκριμένη δικηγόρος της Δημοκρατίας, οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία στα πλαίσια της καταχωρηθείσας αγωγής, η οποία δηλώθηκε στο Δικαστήριο ως εκ συμφώνου απόφαση και η οποία συνιστούσε και συμφωνία για την παραπομπή και προνοούσε την καταβολή συγκεκριμένων ποσών, συμπεριλαμβανομένων του ποσού των € 14,000 ως συμφωνηθέντα δικηγορικά έξοδα, τα οποία θα καταβάλλονταν στα πλαίσια της καταχωρηθείσας παραπομπής, εκ των οποίων τα € 2,250 θα κατέβαλλε ο ενάγοντας στην εταιρεία που φέρεται να προέβηκε στην ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση. Επιπρόσθετα, στα πλαίσια της καταχωρηθείσας αγωγής, δηλώθηκε η συμφωνία για τα δικηγορικά έξοδα και συμφωνήθηκε όπως η υπόλοιπη συμφωνία δηλωθεί στα πλαίσια της καταχωρηθείσας παραπομπής, όπως και έγινε ώστε να διευθετηθούν όλα τα εκκρεμούντα θέματα μεταξύ των διαδίκων. Για τον σκοπό αυτόν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να ζητηθεί να οριστεί η εν λόγω παραπομπή σε σύντομη ημερομηνία με σκοπό να δηλωθεί η διευθέτηση και συμφωνία και προς αυτόν τον σκοπό έχει επισυνάψει στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήριο 1 το Διάταγμα του επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην καταχωρηθείσα αγωγή όπου καταγράφεται μεταξύ άλλων και ο σχετικός κανόνας Δικαστηρίου. Οι δικηγόροι του ενάγοντα ζήτησαν στις 12/4/2016 τηλεφωνικώς από συγκεκριμένη δικηγόρο της Δημοκρατίας που ανέλαβε να χειριστεί την καταχωρηθείσα παραπομπή, να ζητήσουν από κοινού άδεια του Δικαστηρίου για να τεθεί αυτή ενώπιον του και να γίνει δήλωση της διευθέτησης και συμφωνίας και στις 13/4/2016 οι δικηγόροι του ενάγοντα της απέστειλαν επιστολή με επισυνημμένα όλα τα έγγραφα που ζήτησε η Νομική Υπηρεσία. Κατά τον Μάιο του 2016 οι δικηγόροι του ενάγοντα επικοινώνησαν με την δικηγόρο της Νομικής Υπηρεσίας Πάφου η οποία χειρίστηκε την αγωγή και δήλωσε την συμφωνία σε αυτήν, η οποία τους ενημέρωσε ότι θα ζητούσε να της ανατεθεί η παραπομπή και εντός των επόμενων εβδομάδων θα δηλωνόταν η συμφωνία στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παραπομπής. Λόγω της καθυστέρησης από πλευράς της δικηγόρου της Νομικής Υπηρεσίας που χειρίστηκε την αγωγή, οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν επιστολή στην εν λόγω δικηγόρο στις 4/10/2016 και υπενθύμιση στις 24/11/2016 και 23/12/2016 χωρίς να λάβουν οποιανδήποτε απάντηση και επισύναψε η ενόρκως δηλούσα ως τεκμήριο 2 σχετική δέσμη εγγράφων. Όταν αφυπηρέτησε η δικηγόρος που χειρίστηκε την αγωγή για λογαριασμό της Νομικής Υπηρεσίας, οι δικηγόροι του ενάγοντα επικοινώνησαν και πάλι με την δικηγόρο που χειριζόταν την παραπομπή και η οποία τους ενημέρωσε ότι δεν χειρίζεται πλέον η ίδια την παραπομπή και ότι έπρεπε να περιμένουν να διανεμηθούν οι υποθέσεις της δικηγόρου που αφυπηρέτησε από την Νομική υπηρεσία στους δικηγόρους της Δημοκρατίας. Κατά τις 16 Μαΐου 2017 οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν επιστολή στην νομική υπηρεσία με την οποία ζητούσαν να μάθουν ποιος δικηγόρος ανέλαβε την παραπομπή. Η νομική υπηρεσία απάντησε στις 17 Μαΐου 2017 ότι την χειρίζεται η δικηγόρος που χειριζόταν και πριν την παραπομπή. Οι δικηγόροι του ενάγοντα επικοινώνησαν την ίδια ημέρα με την δικηγόρο της νομικής υπηρεσίας η οποία ενημέρωσε τους δικηγόρους του ενάγοντα ότι δεν είχε έρθει ακόμα φάκελος κοντά της και ότι ήθελε λίγο χρόνο ακόμα. Δεν ξαναεπικοινώνησε με τους δικηγόρους του ενάγοντα και παρά τις πολλές προσπάθειες των δικηγόρων του ενάγοντα να επικοινωνήσουν με αυτή, δεν κατέστη δυνατό διότι απουσίαζε από τη νομική υπηρεσία. Οι δικηγόροι του ενάγοντα έστειλαν και πάλι επιστολή στην εν λόγω δικηγόρο στις 18 Σεπτεμβρίου 2017 και τους τηλεφώνησε λίγες μέρες αργότερα για να τους ενημερώσει ότι αναμένει έγκριση από το υπουργείο αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα. Στις 4 Δεκεμβρίου 2017 οι δικηγόροι του ενάγοντα επικοινώνησαν και πάλι με την νομική υπηρεσία Λεμεσού και ενημερώθηκαν ότι η δικηγόρος που χειριζόταν την παραπομπή απουσιάζει με άδεια μητρότητας και ότι θα επέστρεφε τον Μάιο του 2018 και ότι κανένας άλλος δεν μπορούσε να χειριστεί την υπόθεση. Στις 7 Ιουνίου 2019 που ήταν ορισμένη η υπόθεση, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να τιμήσουν την συμφωνία που έγινε κανόνας Δικαστηρίου αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα ενώ συμφωνούσαν με όλες τις υπόλοιπες αποζημιώσεις και με καθοδήγηση και του Δικαστηρίου που χειριζόταν την υπόθεση της παραπομπής, οι δικηγόροι των εναγόντων αποδέχθηκαν τις αποζημιώσεις με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του ενάγοντα να καταχωρήσει αγωγή και να διεκδικήσει τα δικαιώματα του που προέκυπταν από την συμφωνία που δηλώθηκε στα πλαίσια της αγωγής και που βασιζόμενη σε αυτή ο ενάγοντας αποδέχτηκε εκ συμφώνου απόφαση. Στις 7 Ιουνίου 2019 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην παραπομπή για αποζημιώσεις σε σχέση με την αξία της απαλλοτριωθείσας γης και άλλων εξόδων και τα δικηγορικά έξοδα όσον αφορά μόνο την παραπομπή και η απόφαση 6 Ιουνίου 2019 επισυνάφθηκε ως τεκμήριο
- Ο ενάγοντας δια μέσου των δικηγόρων του επιφύλαξε όλα τα νόμιμα δικαιώματα του ως προς την απαίτηση του συμφωνηθέντος ποσού των € 14.000 για τα δικηγορικά έξοδα με βάση την συμφωνία που κατέστη κανόνας Δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2016 και επί τούτου έχει εγείρει την παρούσα αγωγή. Η εναγόμενη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των δικηγόρων του ενάγοντα αρνείται και παραλείπει να συμμορφωθεί και να υλοποιήσει την εκ συμφώνου απόφαση. Λόγω της προσωπικής της συμμετοχής και γνώσης στα γεγονότα της παρούσας αγωγής είναι σε θέση να πιστοποιήσει και επιβεβαιώσει ότι η εναγόμενη δεν έχει πραγματική και αυθεντική υπεράσπιση στην απαίτηση του ενάγοντα και περαιτέρω πιστοποιεί και επιβεβαιώνει ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση εναντίον της εναγομένης. Αναφέρει ότι η εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση και υπεράσπιση με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης εναντίον της. Όπως είναι η θέση της σε σχέση με τους αβάσιμους και ψευδείς ισχυρισμούς της εναγομένης στην έκθεση υπεράσπισης, αυτοί υπεβλήθηκαν με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της Δικαστικής διαδικασίας και παρέλκυσης της άμεσης απονομής της Δικαιοσύνης. Πιστεύει και όπως τυγχάνει νομικής συμβουλή από τους δικηγόρους του ενάγοντα ότι η εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε γνήσια υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή διότι η απαίτηση του ενάγοντα στηρίζεται σε συμφωνία η οποία συνομολογήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου για το ποσό των € 14.000 η οποία κατέστη κανόνας Δικαστηρίου και πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί απόφαση για αυτό το ποσό. Η εναγόμενη έχει καταχωρήσει ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση. Προέβαλε ως λόγους ενστάσεων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι η ενόρκως δηλούσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι η μαρτυρία της ενόρκως δηλούσας αποτελεί σχεδόν εξ΄ ολοκλήρου από πληροφορίες που έλαβε από άλλους, ότι ο κανόνας Δικαστηρίου συντάχτηκε χωρίς την συμμετοχή της ενόρκως δηλούσας, η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής, τυχόν έκδοση συνοπτικής αποφάσεις υπέρ του ενάγοντα θα παραβιάσει το δικαίωμα της εναγομένης σε δίκαιη δίκη και ορθή διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της, υφίσταται ειλικρινής και γνήσια αμφισβήτηση της εκτελεστότητας του κανόνα Δικαστηρίου, το λεκτικό του κανόνα Δικαστηρίου δεν αποτελεί συμφωνία εν τη εννοία του άρθρου 10 του περί συμβάσεων νόμου κεφάλαιο 149 διότι λείπει η αντιπαροχή και / ή διότι ο κανόνας Δικαστηρίου είναι αόριστος και / ή δεν δύναται να εκτελεστεί, υπάρχουν εγειρόμενα νομικά ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα της μαρτυρίας, ουδέποτε συμφωνήθηκε στα πλαίσια της αγωγής και / ή αλλού μεταξύ του ενάγοντα και / ή των δικηγόρων του και / ή του εναγομένου ότι τα δικηγορικά έξοδα της παραπομπής θα είναι € 14.000, η δε αγωγή απορρίφθηκε χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα σε σχέση με τον εναγόμενο, τα δικηγορικά έξοδα της παραπομπής έχουν συμφωνηθεί και από τις δύο πλευρές όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα δικηγορικά έξοδα της παραπομπής υπολογίστηκαν από τον πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των € 1.392,50 πλέον η σχετική τόκοι και Φ.Π.Α., από τον κανόνα Δικαστηρίου δεν φαίνεται να συμφωνήθηκε οτιδήποτε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου σε σχέση με την παραπομπή, ο ενάγοντας και / ή η δικηγόροι του κατά τον χρόνο απόσυρση της αγωγής γνώριζαν ότι η παραπομπή τυγχάνει χειρισμού από την συγκεκριμένη δικηγόρο και παρόλα αυτά χωρίς καμιά συνεννόηση μαζί της προέβησαν στην δήλωση του κανόνα Δικαστηρίου. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε κυρίως η Δ.
- Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της δικηγόρου που χειριζόταν την παραπομπή. Σε αυτήν κάνει αναφορά ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υποθέσεις λόγω της χειρισμού στην παραπομπή που σχετίζεται άμεσα με την παρούσα αγωγή και έχει μελετήσει τον σχετικό υπηρεσιακό φάκελο που αφορά την παρούσα αγωγή, καθώς επίσης και τον υπηρεσιακό φάκελο της αγωγής που καταχωρήθηκε και που έγινε η σχετική δήλωση που αφορά το επίδικο, επίμαχο αλλά και αμφισβητούμενο κανόνα Δικαστηρίου και επιπρόσθετα λέει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αρχικά η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητή παραδοχή και επιπρόσθετα υιοθετεί όλους τους λόγους ενστάσεων. Αναφέρει ότι η ενόρκως δηλούσα που υποστηρίζει την αίτηση δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στον χειρισμό της παραπομπής και στην σύνταξη και δήλωση του κανόνα Δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου
- Το ακίνητο του ενάγοντα απαλλοτριώθηκε μερικώς με βάση συγκεκριμένη γνωστοποίηση με σκοπό την κατασκευή συγκεκριμένου δρόμου και για αυτήν την απαλλοτρίωση η απαλλοτριώσα αρχή απέστειλε στον ενάγοντα έντυπη προσφορά εντός της περιόδου των 14 μηνών που προβλέπεται από τη νομοθεσία, δηλαδή στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 και συνεπώς δεν ισχύει ο ισχυρισμός που προβάλλει ο ενάγοντας ότι δήθεν ατόνησε η απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου, λέγοντας επίσης η ενόρκως δηλούσα ότι δεν είναι ουσιώδες και δεν επηρεάζει την παρούσα υπόθεση. Εκκρεμούσας τις διαδικασίας απαλλοτριώσεως, ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή που έγινε αναφορά εναντίον του γενικού εισαγγελέα και της εταιρίας που αναφέρθηκε για παράνομη επέμβαση στο επίδικο ακίνητο και εκείνη η αγωγή τύγχανε χειρισμού από την δικηγόρο της Δημοκρατίας η οποία και αφυπηρέτησε. Εκείνη η αγωγή απορρίφθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2016 χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα σε σχέση με την εναγόμενη, ενώ ο ενάγοντας διατάχθηκε να πληρώσει στην εταιρεία το ποσό των € 4,500, παραθέτοντας τον κανόνα Δικαστηρίου που δηλώθηκε. Στις 17 Σεπτεμβρίου 2015 η ενόρκως δηλούσα καταχώρησε εκ μέρους της αποζημίωσας αρχής την παραπομπή όπου έγινε αναφορά με σκοπό να καθοριστεί η καταβλητέα αποζημίωση για την προαναφερόμενη απαλλοτρίωση του επίδικου ακινήτου. Στα πλαίσια της παραπομπής η οποία τυγχάνει χειρισμού αποκλειστικά από την ίδια μέχρι τουλάχιστον τον Απρίλιο του 2016, ουδέποτε ήρθε σε διαπραγματεύσεις είτε συμφώνησε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των € 14.000 ως δικηγορικά έξοδα για την παραπομπή ή για οποιαδήποτε διαδικασία. Οι δικηγόροι του ενάγοντα κατά τον χρόνο δηλώσεως του κανόνα Δικαστηρίου γνώριζαν ότι η παραπομπή τύγχανε χειρισμού από την ίδια αφού είχαν λάβει την ειδοποίηση παραπομπής που είχε καταχωρήσει και καταχώρησαν από την πλευρά τους σημείωμα εμφανίσεως το οποίο απευθυνόταν στην ίδια και αντίγραφο της ειδοποίησης παραπομπής και του σημειώματος εμφανίσεις επισυνάφθηκαν στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήρια Α και Β. Παρόλο που ο δικηγόρος του ενάγοντα γνώριζε ότι η παραπομπή τύγχανε χειρισμού από την ίδια, εντούτοις χωρίς καμιά συνεννόηση μαζί της, είτε από πλευράς του, είτε από πλευράς της δικηγόρου της Δημοκρατίας που αφυπηρέτησε, προχώρησε, εν αγνοία της, με την δήλωση της εν λόγω αποφάσεως και του κανόνα Δικαστηρίου, ο οποίος κάνει κάποια αναφορά στην παραπομπή. Αμφισβήτησε η ενόρκως δηλούσα ότι στις 16 Φεβρουαρίου 2016 υπήρχε έγκριση του κτηματολογίου και της νομικής υπηρεσίας για όσα αναφέρονται εκεί. Επίσης ουδέποτε στα πλαίσια της αγωγής δηλώθηκε η συμφωνία όπως την αναφέρει η ενόρκως δηλούσα που υποστηρίζει την αίτηση. Εξάλλου δεν μπορούσε να υπάρχει συμφωνία για την παραπομπή κατά τις 16 Φεβρουαρίου 2016, διότι η έγκριση του διευθυντή του τμήματος κτηματολογίου για την αποζημίωση στα πλαίσια της παραπομπής δόθηκε στις 25 Απριλίου 2017 και είχε επισυνάψει ως τεκμήριο Γ αντίγραφο της σχετικής έγκρισης του διευθυντή του κτηματολογίου. Σε κάθε περίπτωση στα πλαίσια της παραπομπής ο ενάγοντας συμφώνησε μέσω του δικηγόρου του να του καταβάλει η αποζημίωσα αρχή τα έξοδα της διαδικασίας όπως θα υπολογιστούν και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Με αυτό το δεδομένο δεν υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα ως προς τα έξοδα της παραπομπής. Πέραν των πιο πάνω μια συμφωνία πρέπει να πληροί κάποιες προϋποθέσεις για να θεωρείται έγκυρη. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί συμβάσεων νόμου κεφάλαιο 149, συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αντιπαροχή για την καταβολή του ποσού των € 14.000 δικηγορικών εξόδων στην παραπομπή. Ολοκληρώνοντας την ένορκη δήλωση αναφέρει ότι η εναγόμενη σαφώς και έχει καλή υπεράσπιση και συνεπώς η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να απορριφθεί. Με άδεια του Δικαστηρίου και οι δύο πλευρές καταχώρησαν από μία συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προέρχεται από δικηγόρο του δικηγόρου των εναγόντων, η οποία στο αρχικό κείμενο της απόφασης κάνει αναφορά στην εξουσιοδότηση της να προβεί στην ακύρωση διότι ο ενάγοντας απουσιάζει στο εξωτερικό και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως η ίδια προσωπικά καθώς και από πληροφορίες που έλαβε από τον φάκελο της υπόθεσης. Αφού κάνει αναφορά ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι αναγκαία για να αντικρούσει, ως η θέση, της αναληθείς, ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς από πλευράς εναγομένης, παραθέτει τα πιο κάτω γεγονότα. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο ενάγοντας ουδέποτε αποποιήθηκε την καταβολή των δικηγορικών εξόδων € 14.000 σύμφωνα με τον κανόνα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2016 στα πλαίσια της αγωγής. Ο ενάγοντας διαμέσου του δικηγόρου του επιφύλαξε κατά / ή περί της 7 Ιουνίου 200019 ρητά τα δικαιώματα του για την αξίωση των συμφωνηθέντων δικηγορικών εξόδων των € 14.000 σύμφωνα με τον κανόνα δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου
- Τα πρακτικά του δικαστηρίου ημερομηνίας 7 Ιουνίου 2019 στην παραπομπή καταμαρτυρούν τα πιο πάνω και επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο τα σχετικά πρακτικά του Δικαστηρίου που τηρήθηκαν στις 7 Ιουνίου
- Περαιτέρω οι δικηγόροι της εταιρείας στην αγωγή με επιστολή τους ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2020 (Μεταγενέστερη της ημερομηνίας καταχωρήσεως τις αιτήσεως για συνοπτική απόφαση) αξιώνουν το ποσό των € 2,250 πλέον ΦΠΑ όπως είχαν συμφωνηθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2016 στα πλαίσια της αγωγής. Συγκεκριμένα στον κανόνα Δικαστηρίου που καταγράφεται στην απόφαση ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2016 αναγράφεται ότι εκ των € 4,500 που έχουν επιδικαστεί υπέρ της εταιρείας θα τα επωμιστεί ο ενάγοντας και τα άλλα μισά δηλαδή, € 2,250 θα τα επωμιστεί η εν λόγω εταιρεία και περαιτέρω ρητά αναφέρεται ότι το ποσό αυτό θα είναι πληρωτέο στην εταιρεία με την είσπραξη του συμφωνηθέντος ποσού των € 14.000 δικηγορικών εξόδων προς τον απαιτητή στην παραπομπή και επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 2 η σχετική επιστολή. Οι δικηγόροι του ενάγοντα με επιστολή τους ημερομηνίας 26 Μαρτίου 2020 έχουν ενημερώσει τους δικηγόρους της εταιρείας στην αγωγή ότι με την πληρωμή των συμφωνηθέντων δικηγορικών εξόδων των € 14.000 από την Δημοκρατία με βάση τον κανόνα Δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2016, θα καταβληθούν τα δικηγορικά έξοδα όπως έχουν συμφωνηθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2016 και επισύναψε προς αυτόν το σκοπό ως τεκμήριο 3 την σχετική επιστολή. Από πλευράς Δημοκρατίας καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από το ίδιο πρόσωπο που καταχώρησε και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Στην ένορκη δήλωση υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην προηγούμενη της ένορκη δήλωση και επιπρόσθετα λέγει ότι η ενόρκως δηλούσα στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είχε οποιδήποτε ανάμειξη στον χειρισμό της παραπομπής και στη σύνταξη και δήλωση του κανόνα Δικαστηρίου ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση ότι δήθεν η αρχική της ένορκη δήλωση περιέχει ισχυρισμούς γεγονότων αναληθών ή ψεύδών ή παραπλανητικών και λανθασμένων οι οποίοι τείνουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο είναι ξεκάθαρο ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, ως η θέση της. Δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι στα πλαίσια της παραπομπής ο ενάγοντας προέβηκε στην δήλωση που αναφέρεται στο τεκμήριο 1 που κατατέθηκε με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η συγκεκριμένη δήλωση όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η παραπομπή διευθετήθηκε εξ΄ ολοκλήρου, δηλαδή και σε σχέση με τα έξοδα τα οποία συμφωνήθηκε να είναι όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σημειώνει επίσης ότι μετά την έκδοση της εκ συμφώνου αποφάσεως στην παραπομπή, οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν χειρόγραφη επιστολή με επισυνημμένη την απόφαση του Δικαστηρίου ώστε να διευθετηθούν οι πληρωμές που αναφέρονται σε αυτήν. Επισυνάπτει αντίγραφο της χειρόγραφη επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα ως τεκμήριο Α και την απόφαση του δικαστηρίου που τους στάληκε ως τεκμήριο Β. Με σχετική επιστολή της ίδιας ημερομηνίας 18 Δεκεμβρίου 2019 την οποία την οποία επισύναψε ως τεκμήριο Γ, προώθησε την εκ συμφώνου απόφαση του Δικαστηρίου προς τον διευθυντή του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας και τον επαρχιακό κτηματολογικό λειτουργό Πάφου με σκοπό να προχωρήσει στην πληρωμή των επιδικασθέντων εξόδων. Εν΄ όψει των πιο πάνω είναι η θέση της ότι οι εναγόμενοι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και εισηγείται απόρριψη της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο όπως παραθέσει τον πυρήνα των όσων έχουν λεχθεί στις επίμαχες Δικαστικές διαδικασίες, ήτοι στην αγωγή που καταχωρήθηκε και στην παραπομπή. Στην αγωγή όπου ενάγοντας ήταν ο ίδιος ενάγοντας με την παρούσα αγωγή, κίνησε αγωγή εναντίον της ίδιας εναγομένης με την παρούσα αγωγή και εναντίον μιας άλλης που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Στις 16/2/2016, η αγωγή απορρίφθηκε, δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα εναντίον της εναγόμενης στην εναγόμενη 1 που είναι και η ίδια εναγόμενη στην παρούσα. Εκδόθηκε διαταγή ως προς τα έξοδα της εναγόμενης εκεί εταιρείας όπως ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή πληρώσει σε αυτήν το ποσό των € 4,500 έξοδα αγωγής πλέον τόκους και ΦΠΑ. Ακολούθησε ο επίμαχος κανόνας Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα δηλώθηκε ότι εκ των € 4,500 που έχουν επιδικαστεί υπέρ της εναγόμενης εκεί εταιρείας, τα μισά εξ΄ αυτών, θα τα επωμιστεί ο ενάγοντας και τα άλλα μισά θα τα επωμιστεί η εναγόμενη 1 στην εκεί αγωγή που είναι η εναγόμενη στην παρούσα. Το ποσό αυτό θα είναι πληρωτέο στην εκεί εναγόμενη εταιρεία με την είσπραξη του συμφωνηθέντος ποσού των € 14,000 δικηγορικών εξόδων προς τον απαιτητή στην καταχωρηθείσα παραπομπή, ήτοι στον ενάγοντα. Όμως στην παραπομπή, 3 χρόνια και 4 μήνες αργότερα, δηλαδή στις 7/6/2019, αυτό που δηλώθηκε ήταν, πέραν της αποζημίωσης που επιδικάστηκε προς όφελος του απαιτητή, ήταν τα εκτιμητικά έξοδα και ως προς τα δικηγορικά έξοδα, δεν έχουν επιδικαστεί το ποσό των €14,000 όπως δηλώθηκε ως κανόνας Δικαστηρίου στην προηγούμενη αγωγή, αλλά επιδικάστηκαν τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Με βάση τα πρακτικά που τηρήθηκαν, προτού εκδοθεί η απόφαση, προηγήθηκε η επιφύλαξη των δικαιωμάτων που προκύπτουν από την απόφαση του Δικαστηρίου στην προηγούμενη καταχωρηθείσα αγωγή, πράγμα το οποίο έπραξε και η αποζημιώσα αρχή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239) Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Επίσης στην υπόθεση Φιλίππου κ.α. - ν - Κούτρα ECLI:CY:AD:2019:A235, Πολιτική έφεση 397/2012 ημερ. 20/6/2019 αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση δίδεται άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να προσφέρει μαρτυρία στο πλαίσιο κανονικής δίκης, εφόσον αυτός πείσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, επί της ουσίας, όπως προβλέπεται στη Δ.18, Κ.1(α). Ο εναγόμενος ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή με την παρουσίαση στο δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένστασης του, λεπτομερούς μαρτυρίας, από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αυτός έχει, όντως, τέτοιαν υπεράσπιση, που αναφέρεται πιο πάνω, (βλ. Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 204 και Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση από το πιο πάνω εκτεθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο. Ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι αυτές τηρούνται, όπως προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας και το περιεχόμενο του μαρτυρικού υποβάθρου που υποστηρίζει την αίτηση, ήτοι υπάρχει ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, εκκαθαρισμένη απαίτηση για το ποσό των € 14,000 ως δικηγορικά έξοδα που προκύπτουν από τον πιο πάνω αναφερόμενο κανόνα Δικαστηρίου, υπάρχει επιβεβαίωση της απαίτησης και αναφορά ότι η εναγόμενη δεν έχει καλή υπεράσπιση. Υπήρχε έντονη αμφισβήτηση από πλευράς εναγομένης ως προς την εγκυρότητα των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν από πλευράς ενάγοντα. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιανδήποτε ακυρότητα σε αυτές, διότι όχι μόνο γίνεται ειδική αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης τους, αλλά και την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης τους. Ούτως ή άλλως, το Δικαστήριο, για τους λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω, για σκοπούς αξιολόγησης βασιμότητας της αίτησης και ένστασης, αποτελεί το περιεχόμενο των ουσιωδών τεκμηρίων όπου γίνεται αναφορά πιο κάτω, στα οποία και οι πλευρές επικαλούνται, αλλά αποδίδουν διαφορετική ερμηνεία και εξήγηση και ειδικότερα στα πρακτικά που τηρήθηκαν στην παραπομπή, αλλά και το περιεχόμενο των Διαταγμάτων στην καταχωρηθείσα αγωγή και στην παραπομπή. Στην υπό εξέταση υπόθεση τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά για σκοπούς αξιολόγησης της υπό εξέταση αίτησης. Χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να προδικάζει την ουσία της αγωγής, προκύπτει πράγματι μια ουσιαστική υπεράσπιση στην υπό εξέταση υπόθεση. Ο λόγος είναι προφανής. Πράγματι, δηλώθηκε ως κανόνας Δικαστηρίου στην καταχωρηθείσα αγωγή ότι η αποζημιώσα αρχή, που είναι η εναγόμενη στην παρούσα αγωγή, ότι θα καταβάλει στον απαιτητή στην καταχωρηθείσα παραπομπή, ήτοι στον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, το ποσό των € 14,000 ως δικηγορικά έξοδα. Ο κανόνας Δικαστηρίου, με βάση την νομολογία, σε περίπτωση που δεν υλοποιηθεί, δίδει το ανάλογο αγώγιμο δικαίωμα (βλ. ενδεικτικά Απαισιώτη - ν - Ραγιά
(1993)1 Α.Α.Δ. σελ. 549 και Μούχτου - ν - Χείμαρου
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ.
- Συνεπώς, τα περί έλλειψης νομίμου ανταλλάγματος θα πρέπει να εξετάζονται στην ολότητα τους στα πλαίσια της αγωγής που δυνατόν καταχωρηθεί. Όμως, αυτός ο κανόνας, εκ πρώτης όψεως, σε μεταγενέστερο γεγονός, και δη με Διαταγή Δικαστηρίου, ουσιαστικά αντικαταστάθηκε από την ανάλογη Διαταγή Δικαστηρίου στην παραπομπή όπου γινόταν αναφορά στον κανόνα Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα με την Διαταγή όπως τα έξοδα επιδικαστούν μεν υπέρ του απαιτητή και νυν ενάγοντα στην παρούσα, όχι όμως για το ποσό των € 14,000, αλλά όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, έχοντας μάλιστα υπ' όψη ότι το ποσό της αποζημίωσης, των δικηγορικών και εκτιμητικών εξόδων έχουν συμφωνηθεί όπως προκύπτει από τα πρακτικά ημερομηνίας 7/6/
- Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ένα σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση και που αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση για την εναγόμενη, διότι αυτός ο κανόνας δεν επιβεβαιώθηκε ή επαναλήφθηκε στην εν λόγω παραπομπή όπου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον κανόνα Δικαστηρίου. Η οποιαδήποτε ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων και από τις δύο πλευρές, θα πρέπει να αποτελέσουν αξιολόγησης και ερμηνείας από το εκδικάζοντα Δικαστήριο στην παρούσα αγωγή, στα πλαίσια βεβαίως της ακροαματικής διαδικασίας και οι οποίες ρητές επιφυλάξεις δεν παρέπεμπαν εξειδικευμένα στα δικηγορικά έξοδα, αλλά είχαν έντονα το στοιχείο της γενικότητας, όπου θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία και να αξιολογηθούν αυτές οι επιφυλάξεις, έχοντας υπ΄ όψη την εκ δια μέτρου αντίθετη προσέγγιση και των δύο πλευρών για αυτό το ζήτημα. Συνεπώς, δεν ενδείκνυται στην υπό εξέταση αίτηση να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ord. 18, r.
- (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.
- (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο