← Κύπρος

HA ν. M.S. CH EAST - MED VILLAS LTD, Αρ. αγωγής: 959/2020, 30/3/2021

HA ν. M.S. CH EAST - MED VILLAS LTD, Αρ. αγωγής: 959/2020, 30/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 959/2020 ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ HA Ενάγoυσα Εναντίον M.S. CH EAST - MED VILLAS LTD Εναγόμενη ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 5.10.2020 Ημερομηνία: 30/3/2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κα Ζαφειρία Σωτηριάδου Για εναγόμενη - καθ΄ ης αίτηση : κα Κωνσταντίνα Μαραβελάκη -------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, η ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε κυρίως η Δ.

  1. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα και η οποία κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης της και ειδικότερα ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως αναφέρει ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δύο κατοικιών όπως αυτές περιγράφονται στην ένορκη δήλωση και που βρίσκονται στον κόλπο των Κοραλλίων, αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση ως τεκμήρια. Η ενάγουσα ενοικίασε τα ακίνητα στην εναγόμενη εταιρεία, αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση και ακολουθεί καταγραφή συγκεκριμένων όρων της εν λόγω σύμβασης, όπως είναι η διάρκεια της μίσθωσης των εν λόγω ακινήτων, του ύψους του ενοικίου και του τρόπου καταβολής του και οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα να υπενοικιάσουν τα εν λόγω ακίνητα και περαιτέρω καταγράφονται λοιποί όροι της συμφωνίας, π.χ. την μη αφαίρεση ή μετατροπή επί των ακινήτων χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της ενάγουσας, ως επίσης και την υποχρέωση παράδοσης κατοχής των εν λόγω ακινήτων με την λήξη ή τον τερματισμό της ενοικίασης των εν λόγω ακινήτων και σε περίπτωση παραβίασης τέτοιου όρου θα υπήρχε δυνατότητα διεκδίκησης τόκου 9% ετησίως και επιπρόσθετα θα υπήρχε η δυνατότητα κατακράτησης του ποσού της εγγύησης που δόθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας για την πιστή τήρηση των όρων αυτής και που ανερχόταν στο ποσό των € 4.583,
  2. Η ενάγουσα τον Φεβρουάριο του 2020 επισκέφθηκε την Κύπρο και μετά από έλεγχο του τραπεζικού λογαριασμού στον οποίο θα έπρεπε να καταβάλλονταν τα ενοίκια με βάση την συμφωνία ενοικίασης, διαπίστωσε ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν κατέβαλλε συστηματικά τα ενοίκια σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της όπως προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την είσπραξη τους και τα οποία ενοίκια παραμένουν ανείσπρακτα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και τις επιστολές των δικηγόρων για συμμόρφωση. Η εναγόμενη κατέβαλε μόνο το συνολικό ποσό των € 18.562,24 έναντι των οφειλόμενων, πέραν της πιο πάνω αναφερόμενης εγγύησης. Μέρος του ποσού των € 18.562,24 που ανέρχεται στο ποσό των € 1.276,56 καταβλήθηκε απευθείας από την εναγόμενη στην ΑΗΚ και δήμο Πέγειας για κατανάλωση ρεύματος, νερού και άλλων δαπανών σε σχέση με τα ακίνητα για το έτος 2018 και συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και η ενάγουσα αποδέχθηκε ότι το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από τα ενοίκια της εναγόμενης που έπρεπε να καταβάλει δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Η εναγόμενη κατά παράβαση της συμφωνίας, παρέλειπαν ή αρνούνταν να καταβάλουν τα ενοίκια για την περίοδο από 1/5/2019 (μέρος) μέχρι 1/3/
  3. Η ενόρκως δηλούσα στις 9/3/2020 απέστειλε εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου της ενάγουσας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιστολή στην ηλεκτρονική διεύθυνση συγκεκριμένου προσώπου, υπεύθυνου για την διεξαγωγή εργασιών και αντιπροσώπου της εναγόμενης και τον καλούσε όπως εντός 15 ημερών καταβληθούν τα οφειλόμενα ενοίκια και σε αντίθετη περίπτωση η συμφωνία θα τερματιζόταν και θα λαμβάνονταν Δικαστικά μέτρα για ανάκτηση της κατοχής των επίδικων ακινήτων και των οφειλόμενων ποσών. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Στην συνέχεια ακολούθησε ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ανάμεσα στην ενόρκως δηλούσα εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την ενάγουσα και των αντιπροσώπων και υπαλλήλων της εναγόμενης, κατά την οποία η εναγόμενη μέσω αντιπροσώπων και υπαλλήλων της πρότειναν στις 9/3/2020 την πληρωμή χρέους των οφειλόμενων ενοικίων, πρόταση η οποία όμως απορρίφθηκε από την ενάγουσα και έγινε σχετική ενημέρωση. Επίσης, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε η ενόρκως δηλούσα με συγκεκριμένο άτομο, υπεύθυνου για την διεξαγωγή εργασιών και αντιπρόσωπο της εναγόμενης, την ίδια περίοδο, επικαλείτο αδυναμία στην εκπλήρωση των οφειλόμενων και πρότεινε και προφορικά την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών για πληρωμή μέρους των οφειλόμενων, προσφορά η οποία απορρίφθηκε. Ακολούθως, μετά από υπενθύμιση της μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος προς τους αντιπρόσωπους και υπαλλήλους της εναγόμενης, η εναγόμενη επανήλθε με ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερομηνίας 13/5/2020 μέσω των αντιπροσώπων και υπαλλήλων της, στο οποίο παραδέχθηκαν την οφειλή ενοικίων σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα προς την ενάγουσα, ωστόσο ανέφεραν ότι θα ειδοποιούσαν σε μεταγενέστερο στάδιο για τον τρόπο αποπληρωμής τους. Ωστόσο δεν επανήλθαν μέχρι σήμερα με νέα πρόταση για αποπληρωμή των οφειλόμενων, ούτε εξόφλησαν τα οφειλόμενα ποσά, ούτε παρέδωσαν την κατοχή των επίδικων ακινήτων. Επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα. Οι δικηγόροι της ενάγουσας με επιστολή τους ημερομηνίας 28/5/2020, η οποία επιδόθηκε στον αντιπρόσωπο της εναγόμενης στα γραφεία διεξαγωγής των εργασιών τους στις 2/6/2020, κατέστησαν απαιτητά όλα τα οφειλόμενα ενοίκια και ζήτησαν την παράδοση της κατοχής των κατοικιών. Οι δικηγόροι της ενάγουσας με νέα επιστολή ημερομηνίας 16/6/2020, η οποία επιδόθηκε στην διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εναγομένης και στον διευθυντή της στις 17/6/2020, τερμάτισαν την συμφωνία ενοικίασης και κατέστησαν οφειλόμενα τα μέχρι τότε οφειλόμενα ενοίκια που αντιστοιχούσαν στην περίοδο από 1/5/2019 (μέρος) μέχρι 1/4/2020 και που ανέρχονταν στο ποσό των € 63.937,73 και ζητήθηκε η παράδοση της κατοχής των επίδικων ακινήτων εντός 3 ημερών από την επίδοση της επιστολής, ενώ παράλληλα γινόταν ενημέρωση ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με το περιεχόμενο της επιστολής θα οδηγούσε στη λήψη Δικαστικών μέτρων, η δε εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο με τις πιο πάνω απαιτήσεις και αντίγραφα σχετικών επιστολών επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Μετά την λήψη της επιστολής ημερ. 28/5/2020 ακολούθησε ξανά ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων ανάμεσα στην ενόρκως δηλούσα ενεργώντας εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την ενάγουσα και των αντιπροσώπων και υπαλλήλων της εναγόμενης, με την οποία έγινε ξεκάθαρο ότι αξιώνονται τα πιο πάνω και σε διαφορετική περίπτωση θα λαμβάνονταν όλα τα δέοντα Δικαστικά μέτρα, ενώ η άλλη πλευρά με τα ηλεκτρονικά τους μηνύματα ανέφεραν ότι ήθελαν η συνεργασία να συνεχιστεί και γενικά τα όσα ανέφεραν προηγουμένως και αυτό που διαφαινόταν ήταν ότι η εναγόμενη δεν επιθυμούσε σε εκείνο το στάδιο ούτε να πληρώσουν τα οφειλόμενα, ούτε να παραδώσουν τα επίδικα ακίνητα. Η εναγόμενη κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, δεν πλήρωσαν μέχρι την έγερση της αγωγής τα οφειλόμενα ποσά για τις κατοικίες που αφορούν λογαριασμούς ρεύματος για την περίοδο από 4/7/2019 μέχρι 6/7/2020 και ανέρχονται στο συνολικό ποσό των € 4.103,19 και λογαριασμούς υδατοπρομήθειας για την περίοδο από Ιανουάριο 2020 μέχρι Ιούνιο 2020 που ανέρχονται στο ποσό των € 274,
  4. Σε πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η ενόρκως δηλούσα με το άτομο που κατονόμασε, της ανέφερε ότι τα επίδικα ακίνητα δεν είναι ενοικιασμένα και δεν κατοικούνται. Παρά τις διαβεβαιώσεις της εναγόμενης ότι θα παρέδιδαν την κατοχή των ακινήτων, αυτή συνεχίζει να τα κατέχει χωρίς να καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια και παρά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, η εναγόμενη παράνομα το κατέχει και επεμβαίνει σε αυτό, στερώντας από την ενάγουσα την χρήση τους και να τα εκμεταλλευθεί οικονομικά, με αποτέλεσμα να υπόκειται σε ζημιές και απώλειες που μεγεθύνονται με την πάροδο του χρόνου με την ανάλογη απώλεια μηνιαίου μισθώματος όπως αυτό έχει συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Είναι η θέση της ότι το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ. 6 και η εναγόμενη μετά την επίδοση της αγωγής στις 7/9/2020 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 14/9/2020 με μόνο σκοπό να καθυστερήσουν την έκδοση απόφασης εναντίον τους και τα όσα αναφέρει επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. Ολοκληρώνοντας την ένορκη της δήλωση, καταγράφει το αιτητικό, που αν και μακροσκελές, το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να παραθέσει αυτούσιο, αλλά θα καταγράψει συνοπτικά τον πυρήνα αυτού, που είναι δηλώσεις ότι η ενάγουσα έχει δικαίωμα κατοχής των επίδικων ακινήτων με αντίστοιχη δήλωση ότι η εναγόμενη και οποιαδήποτε πρόσωπα που σχετίζονται με αυτήν ότι δεν έχουν δικαίωμα να τα κατέχουν, χρησιμοποιούν και επεμβαίνουν σε αυτά, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την εναγόμενη και οποιαδήποτε πρόσωπα σχετίζονται με αυτήν όπως παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή των εν λόγω ακινήτων στην κατάσταση που τα παρέλαβαν, πλέον αιτείται τα ποσά που καταγράφει ως καθυστερημένα ενοίκια πλέον τόκους επί ποσών που επίσης καταγράφει λεπτομερώς, αποζημιώσεις μέχρι εκκένωσης και παράδοσης των επίδικων ακινήτων που ισούται με το ύψος του μηνιαίου ενοικίου που έχει συμφωνηθεί, αξιώνει επίσης τα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω ως απλήρωτο ηλεκτρικό ρεύμα και νερό και τέλος, αξιώνει γενικές αποζημιώσει λόγω επέμβασης, παραδειγματικές αποζημιώσεις, πλεόν νόμιμους τόκους και έξοδα. Η πλευρά της εναγόμενης καταχώρησε ένσταση, με κύρια νομική βάση την Δ.
  5. Προβλήθηκαν σειρά λόγων ένστασης. Συγκεκριμένα προβάλλουν την θέση ότι η αίτηση όλα τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται δικονομικά και τα τεκμήρια που την υποστηρίζουν είναι στην Αγγλική γλώσσα και δεν έχουν μεταφραστεί στην Ελληνική γλώσσα που είναι η επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προέρχεται από αναρμόδιο πρόσωπο λόγω του ότι έχει υπογράψει το κλητήριο ένταλμα και εκπροσωπεί την ενάγουσα, ότι η ενόρκως δηλούσα δεν γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και δεν υπάρχει λόγος κατεπείγοντος για άμεση κρίση της υπόθεσης, διότι τα κλειδιά των επίδικων ακινήτων βρίσκονται στην διάθεση της ενάγουσας από τον Μάρτιο του 2020, ότι η αξίωση της ενάγουσας δεν είναι εκκαθαρισμένη για να είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι που καθιστούν αμφίβολο το δικαίωμα της ενάγουσας σε απόφαση, ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε με καθαρά χέρια διότι δεν αποκάλυψε το εξ΄ υπαρχής άκυρο της σύμβασης και δεν αποκαλύπτει σχετικούς ισχυρισμούς περί τούτου, όπως την παράδοση των κλειδιών από τον Μάρτιο του 2020 από την εναγόμενη και τον τερματισμό της σύμβασης επίσης από την εναγόμενη κατά τον ίδιο χρόνο για λόγους ανωτέρας βίας. Επίσης η εναγόμενη θέτει ζήτημα για τους όρους της συμφωνίας για υποχρέωση της ενάγουσας για αποκατάσταση φθορών και/ή βλαβών εξαρτημάτων, αλλά και την συμφωνία για αγορά αναγκαίου εξοπλισμού, ώστε τα επίδικα ακίνητα να καταστούν κατάλληλα για την χρήση που προορίζονταν με έξοδα της ενάγουσας. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν αφού δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και τα οποία εάν αποδειχθούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά την αξίωση της ενάγουσας και συνεπώς η εναγόμενη έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση που συνίσταται στο ότι η επίδικη συμφωνία έγιναν κατά παράβαση του Κεφ. 109, της Κ.Δ.Π. 374/90 σε συνδυασμό με το άρθρο 23 του Κεφ. 149, έχοντας υπ΄ όψη ότι στην ενάγουσα δόθηκε η άδεια για απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας υπό τον όρο όπως αυτή χρησιμοποιείται αποκλειστικά από την ενάγουσα για την μόνιμη κατοικία της ή για εξοχική κατοικία και αποκλείστηκε ρητά η κάθε άλλη εκμετάλλευση ή χρήση αυτής. Επίσης η υπεράσπιση συνίσταται στο ότι η ενάγουσα συμφώνησε όπως με δικά της έξοδα αντικαταστήσει οποιαδήποτε εντός των επίδικων υποστατικών ευρισκομένων κατεστραμμένων εξαρτημάτων, έξοδα τα οποία επιβαρύνθηκε η εναγόμενη και ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες ευρώ, καθώς τα υποστατικά κατά την παράδοση τους δεν ήταν κατάλληλα για την χρήση που προορίζονταν. Τέλος, προβάλλονται οι θέσεις ότι ουδέν ποσό οφείλεται στην ενάγουσα, ότι η τέλεση της συμφωνίας των διαδίκων τον Μάρτιο του 2020, ότε και η πανδημία έπληξε την Κυπριακή Δημοκρατία, κατέστη αδύνατη, ένεκα του γεγονότος που η εναγόμενη δεν μπορούσε να αποτρέψει και ούτως κατέστη άκυρη, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική διότι με αυτήν η ενάγουσα επιδιώκει να στερήσει το αναφαίρετο δικαίωμα της εναγόμενης να ακουστεί και να εκθέσει τους ισχυρισμούς της επί των επίδικων θεμάτων , ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα συνιστούσε άρνηση Δικαιοσύνης και για δίκαιη δίκη. Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος της εναγομένης και από τις 13/10/2020 διευθυντής της, επισυνάπτοντας σχετικό τεκμήριο, λέγοντας επίσης ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω του χειρισμού της από τον ίδιο και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ακολούθως, προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που αναφέρονται στην αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με μια περαιτέρω διάνθιση, όπως π.χ θίγοντας το ζήτημα της μη μετάφρασης στην Ελληνική γλώσσα των τεκμηρίων, την μη δυνατότητα ταυτόχρονης ιδιότητας δικηγόρου και ενόρκως δηλούσας. Για να υποστηρίξει την θέση του ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, αναφέρει ότι η εναγόμενη ασχολείται με υπενοικίαση επαύλεων είτε απευθείας σε παραθεριστές, είτε σε βρετανούς τουριστικούς πράκτορες, όπου περί τα τέλη 2018, από συγκεκριμένο κτηματομεσίτη, του υποδείχθηκαν οι επίδικες κατοικίες, οι οποίες κατά τη δήλωση του ήταν ελεύθερες προς ενοικίαση. Κατά την πρώτη επίσκεψη του διαπίστωσε αρκετά προβλήματα σε αυτές, όπως τις περιγράφει και που έχρηζαν επιδιορθώσεων και αυτός είναι ο λόγος που στην επίδικη σύμβαση η ενάγουσα αναλάμβανε με δικά της έξοδα να αντικαταστήσει τα κατεστραμμένα από φυσική φθορά εξαρτήματα, πράγμα που η ενάγουσα δεν έπραξε και η εναγόμενη αναγκάστηκε να το πράξει με δικά της έξοδα για να μπορούν οι επαύλεις να καταστούν κατάλληλες για τον σκοπό που προορίζονταν. Αμέσως πληροφόρησε τον μεσίτη ότι θα έπρεπε να αποκοπούν από τα οφειλόμενα ενοίκια, γεγονός που αποδέχθηκε και επισύναψε στην ένορκη του δήλωση ως τεκμήριο 2 δέσμη σχετικών τιμολογίων για το ποσό των € 18.398,16, ποσό το οποίο κατά την θέση του θα πρέπει να αφαιρεθεί από τα οφειλόμενα ενοίκια. Τον Μάρτιο του 2020, λόγω της πανδημίας, επιβλήθηκαν σειρά περιοριστικών μέτρων και απαγόρευση πτήσεων, που είχε ως αντίκτυπο την μαζική ακύρωση κρατήσεων και η εναγόμενη να αναγκαστεί να επιστρέψει όποιο έναντι αντίτιμο είχε εισπράξει και έχοντας υπ΄ όψη το δυσοίωνο και το ασαφές της κατάστασης, απέστειλε στην δικηγόρο της ενάγουσας το τεκμήριο 3 ημερομηνίας 19/3/2020 στις 3/4/2020, με το οποίο γινόταν ενημέρωση ότι λόγω ανωτέρας βίας δεν τους επιτρεπόταν να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και μόλις η κατάσταση το επέτρεπε θα επέστρεφαν για να εγκαθιδρύσουν το νέο καθεστώς συνεργασίας τους. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα συνομίλησε με την δικηγόρο της ενάγουσας, ενημερώνοντας την ότι και οι δύο επαύλεις είναι κενές και ότι τα κλειδιά τους είχαν παραμείνει, όπως πάντα συμβαίνει, στα κουτιά που βρίσκονται δίπλα από τις θύρες εισόδου εκάστης έπαυλης , τα οποία ανοίγουν με ειδικό κωδικό, ώστε αργότερα ο ιδιοκτήτης/ενοικιαστής να παίρνει το κλειδί του. Πολύ λίγες μέρες αργότερα ο ίδιος μεσίτης του τηλεφώνησε, λέγοντας του ότι επιθυμούσε να δείξει τις επαύλεις και του επανέλαβε ότι τα κλειδιά είναι στα κουτιά και μπορούσε να το πράξει. Ακολούθως αναφέρει ότι η εναγόμενη έχει πληρώσει όλους τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας και δεν υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο και προς αυτόν τον σκοπό τα τεκμήρια 4 και
  6. Διευκρίνισε ότι οι επαύλεις προορίζονται για παραθερισμό από 10/03 μέχρι 5/11, όμως για τον Μάρτιο του 2020 και έπειτα οι κρατήσεις ακυρώθηκαν και συνεπώς από τον Νοέμβριο του 2019 οι επίδικες επαύλεις παρέμειναν ακατοίκητες. Μέσω των δικηγόρων της εναγομένης, αποτάθηκαν στην επαρχιακή διοίκηση εγγράφως, εσωκλείοντας αντίγραφο της παρούσας αγωγής για να αποδείξουν το έννομο συμφέρον τους, για να πληροφορηθούν κατά πόσο η ενάγουσα εξασφάλισε άδεια για εκμετάλλευση των επίδικων επαύλεων ή κατά πόσο υπήρχαν περιοριστικοί όροι και προφορικά ενημερώθηκαν ότι η άδεια εξασφαλίστηκε μόνο για προσωπική διαμονή ή για εξοχική κατοικία και κατ΄ επέκταση η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη, χωρίς να έχει σημασία η βούληση των μερών και κατ΄ επέκταση η αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση υπεράσπισης και στην πορεία να προσκομίσει τα απαραίτητα έγγραφα από την επαρχιακή διοίκηση και το κτηματολόγιο για να αποδείξουν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Ακολούθως, προβάλλει την θέση ότι η εναγόμενη έναντι της σύμβασης κατέβαλε το ποσό των € 41.543,73 και ακολούθως ανακεφαλαιώνει συνοπτικώς τα όσα ανέφερε στην ένορκη του δήλωση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239) Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Επίσης στην υπόθεση Φιλίππου κ.α. - ν - Κούτρα ECLI:CY:AD:2019:A235, Πολιτική έφεση 397/2012 ημερ. 20/6/2019 αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση δίδεται άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να προσφέρει μαρτυρία στο πλαίσιο κανονικής δίκης, εφόσον αυτός πείσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, επί της ουσίας, όπως προβλέπεται στη Δ.18, Κ.1(α). Ο εναγόμενος ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή με την παρουσίαση στο δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένστασης του, λεπτομερούς μαρτυρίας, από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αυτός έχει, όντως, τέτοιαν υπεράσπιση, που αναφέρεται πιο πάνω, (βλ. Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 204 και Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και έχοντας υπ΄ όψη τις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών όπως αυτές αποτυπώθηκαν σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, αλλά και στις αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών, προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Κατ΄ αρχήν, τέθηκε ζήτημα από πλευράς εναγομένης ότι τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην αίτηση και είναι στην Αγγλική γλώσσα δεν είναι μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα και κατ΄ επέκταση δεν μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψη. Το Δικαστήριο εντοπίζει σε αυτήν την τοποθέτηση της εναγόμενης έντονα το στοιχείο της αντιφατικότητας, του παράδοξου, του παράλογου και της καταχρηστικότητας, διότι και η ίδια η εναγόμενη επισύναψε στην ένορκη δήλωση τεκμήρια που είναι στην Αγγλική γλώσσα και δεν έχουν μεταφραστεί στην Ελληνική γλώσσα και εν πάση περιπτώσει, η εναγόμενη επικαλείται αλληλογραφία που ανταλλάγηκε και είναι επίσης Στην Αγγλική γλώσσα και το κυριότερο, επικαλείται την ίδια επίδικη σύμβαση που επίσης είναι στην Αγγλική γλώσσα. Επίσης τέθηκε από πλευράς εναγόμενης ότι η ένορκη δήλωση από πλευράς ενάγουσας είναι παράτυπη διότι προέρχεται από δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Σχετική επί του θέματος είναι η και η πρόσφατη απόφαση στην Μαυρονικόλα - ν - Ξάνθου Πολιτική Έφεση 8/18 ημερ. 14/4/2020, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄ Ένα άλλο ζήτημα που έθεσε η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση αφορά το γεγονός ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή. Αναφέρεται στην ένσταση ότι πρόκειται για «ακατάλληλη ένορκη δήλωση». Σαφής είναι η νομολογία ότι τούτο είναι ανεπιθύμητο, εκτός όταν είναι αναγκαίο. Από τις περιστάσεις δε, προκύπτει ότι είναι ο δικηγόρος εν προκειμένω που γνώριζε τα γεγονότα. Θα μπορούσε βέβαια περαιτέρω να λεχθεί ότι κατά γενική αρχή όταν ένας δικηγόρος έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να εμφανίζεται ως δικηγόρος. Η ένορκη δήλωση όμως δεν πάσχει ώστε να πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί ( Rybolovlev - Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82).΄΄ Συνεπώς, αυτή η θέση είναι προδήλως αβάσιμη, διότι η ενόρκως δηλούσα δεν χειρίστηκε ταυτόχρονα την υπόθεση, διότι η δικηγόρος που χειρίστηκε την υπόθεση είναι αυτή που καταγράφεται στις εμφανίσεις πιο πάνω και όχι η ενόρκως δηλούσα και εν πάση περιπτώσει η ενόρκως δηλούσα έχει ρητά αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα από τον χειρισμό της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις όπως αυτές έχουν εκτεθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ως προς τον τύπο του κλητηρίου εντάλματος, ήτοι αυτό είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, ότι έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης, ότι η ένορκη δήλωση επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και αναφέρει ότι από ότι πιστεύει η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση σε αυτήν την αγωγή. Όμως, προκύπτουν βασικά ζητήματα που έχουν προβληματίσει το Δικαστήριο. Πράγματι, διαφαίνεται ότι η πλευρά της εναγομένης προβαίνει σε κάποιες παραδοχές ως προς το τι οφείλει και αυτό προκύπτει μέσα και από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία αναφορικά με τα οφειλόμενα ενοίκια. Επίσης, προκύπτει από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, ότι η εναγόμενη, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει, ότι ουσιαστικά απαιτεί να εξακολουθεί να κατέχει τα επίδικα ακίνητα, χωρίς όμως να προτίθεται να συμμορφωθεί με τα υπόλοιπα συμφωνηθέντα, προωθώντας μια μονόπλευρη στάση επικεντρωμένη στα δικά της συμφέροντα και προτεραιότητες και θέτοντας στο αβέβαιο μέλλον μια μονόπλευρη επανατοποθέτηση της συνεργασίας. Επίσης μέσα από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, προκύπτει, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει στην ένορκη που υποστηρίζει την ένσταση, ότι η εναγόμενη αναγνωρίζει ότι οι επιδιορθώσεις που προέβηκε βαρύνουν την ίδια. Αυτά συνιστούν μια αμφίβολη και ομιχλώδη υπεράσπιση. Όμως, ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που προέκυψε και που χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης και αποκρύσταλλωσης μέσα από την ακροαματική διαδικασία, είναι το ζήτημα της νομιμότητας της επίδικης συμφωνίας, αφού δεν έχει ενώπιον του το Δικαστήριο μια κρυστάλλινη και αδιαμφισβήτητη κατάσταση επί αυτού του θέματος. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι η εναγόμενη επικαλείται επικοινωνία με την επαρχιακή διοίκηση και στοιχεία από το κτηματολόγιο και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει ακόμα ενώπιον του ξεκάθαρη εικόνα και ιδίως έγγραφη μαρτυρία επί αυτού του σημείου που είναι κρίσιμο για να αποφασιστεί η νομιμότητα της επίδικης σύμβασης που είναι το υπόβαθρο του αγώγιμου δικαιώματος και ειδικότερα για το κατά πόσο η ενάγουσα είχε το δικαίωμα ενοικίασης των επίδικων ακινήτων ή όχι και εάν όχι ποια θα ήταν η έννομη συνέπεια και για τις δύο πλευρές, κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να δοθεί άδεια για καταχώριση υπεράσπισης. Επίσης, ένα άλλο σημείο έχει προβληματίσει το Δικαστήριο αναφορικά με την απαίτηση της ενάγουσας. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου οι παραδοχές που προέβηκε η πλευρά της εναγομένης. Εάν αυτές επαναληφθούν με την έκθεση υπεράσπισης, υπάρχει η σχετική δικονομική διάταξη που υπό προϋποθέσεις επιτρέπει την έκδοση απόφασης. Εάν δεν επαναληφθούν οι εν λόγω παραδοχές, με επιφύλαξη του ζητήματος της νομιμότητας της επίδικης σύμβασης, τίθεται ευθέως ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, κακοπιστίας και ενδεχομένως ψευδορκίας, ζητήματα που θα εξεταστούν ενδεχομένως σε κατοπινό στάδιο. Από αυτό το σημείο, ήτοι οι παραδοχές της εναγόμενης, έδωσαν έναυσμα και ειδικότερα μέσα από την αγόρευση της ενάγουσας, να αρχίσουν οι περιορισμοί στις απαιτήσεις της ενάγουσας που και πάλι δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη, αποκρυσταλλωμένη, κατασταλαγμένη και κυρίως εκκαθαρισμένη απαίτηση, που στερούν από το Δικαστήριο την δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα, δεν νοείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης όταν απαιτούνται γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες να απαιτούνται με την έκθεση απαίτησης και με την επιβεβαιωτική ένορκη δήλωση και ακολούθως και αφού καταχωρήθηκε ένσταση ότι η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη να αποσύρονται από το αιτητικό. Δεν είναι όμως μόνο αυτό το ζήτημα. Στην αγόρευση της η ενάγουσα προβαίνει σε κάποιους περιορισμούς απαιτήσεων, που και πάλι στερούν από το Δικαστήριο στο να εκδώσει συνοπτική απόφαση, διότι και πάλι δεν υπάρχει ξεκάθαρη απαίτηση, έτσι ώστε να εξυπηρετηθεί ο σκοπός της έκδοσης συνοπτικής απόφασης, ήτοι η μη διεξαγωγή δίκης όταν υπάρχει μια ξεκάθαρη κατάσταση, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη εκκρεμότητα μετά την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Με την αγόρευση της στις σελίδες 19 - 21, η ενάγουσα αφήνει εκκρεμότητες, αφού επιφυλάσσει δικαιώματα να επανέλθει με νέα αγωγή για συγκεκριμένη αξίωση και επιπλέον αιτείται συνοπτική απόφαση στην βάση παραδοχής της εναγόμενης, ζήτημα το οποίο έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω, αλλά με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της για προώθηση των αξιώσεων της για τις υπόλοιπες αξιώσεις, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης για συγκεκριμένες αξιώσεις. Όλα τα πιο πάνω, εκθεμελιώνουν το στέρεο υπόβαθρο για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πέραν βεβαίως του ζητήματος της νομιμότητας της επίδικης σύμβασης που θα πρέπει να αξιολογηθεί μετά την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται. Η εναγόμενη να καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης εντός 14 ημερών και ακολούθως να τηρηθούν οι θεσμοί. Λόγω του ότι και οι δύο πλευρές επικαλούνται την επίδικη συμφωνία μεν, από διαφορετικό φακό δε και επειδή παραμένει ανοικτό το ζήτημα της νομιμότητας, το Δικαστήριο θεωρεί για το θέμα των εξόδων ότι ορθή και δίκαιη διαταγή είναι όπως τα έξοδα της αίτησης ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ)............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.3. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.