Παναγιώτου κ.α. ν. Κλεοβούλου κ.α., Συν. Αγωγές: 1530/11 και 2596/11, 11/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A18 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: X. Β. Xαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 1530/11 και 2596/11 Αγωγή αρ. 1530/11 Μεταξύ:
- *******Παναγιώτου
- *******Παναγιώτου
- *******Παναγιώτου
- *******Παναγιώτου Εναγόντων Και
- *******Κλεοβούλου
- *******Σατράκη Εναγομένων ΚΑΙ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΗ ΑΓΩΓΗ Αγωγή αρ. 2596/11 Μεταξύ:
- *******Παναγιώτου
- *******Παναγιώτου
- *******Παναγιώτου
- ********Παναγιώτου Εναγόντων Και
- *******Κλεοβούλου
- *******Σατράκη Εναγομένων 11 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Α. Κορακίδου-Μακρίδου για Aristi Korakidou LLC Για Εναγόμενο 1: κ. Τ. Τρύφωνος Για Εναγόμενη 2: κα Ε. Σατράκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά την 1.3.11 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την αίτηση υπ' αρ. 5../11 για χορήγηση εγγράφων διαχείρισης σε σχέση με την περιουσία του προγόνου τους XXXXX και λίγους μήνες αργότερα, οι ίδιοι καταχώρισαν και δεύτερη αίτηση υπ' αρ. 24../11 για χορήγηση εγγράφων διαχείρισης σε σχέση με την περιουσία του XXXXX, ο οποίος ήταν πατέρας του XXXXX και ο οποίος πατέρας είχε αποβιώσει το 1912 (Τεκμήρια 9 και 11). Οι Ενάγοντες, κληρονόμοι στις δύο πιο πάνω περιουσίες, καταχώρισαν αντίστοιχα δύο ανακοπές (caveat), στις 10.3.11 και στις 13.9.11, ενιστάμενοι στη χορήγηση των διαχειριστηρίων (Τεκμήρια 10, 12). Παράλληλα, καταχώρισαν και τις δύο συνεκδικαζόμενες παρούσες αγωγές στις 30.5.11 και στις 3.10.11, ζητώντας: Α. Παραμερισμό ή απόρριψη ή ακύρωση των αιτήσεων διαχείρισης. Β. Διάταγμα ότι οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να διοριστούν ως διαχειριστές. Γ. Διαζευκτικά, διάταγμα διορισμού της Ενάγουσας 1 ως διαχειρίστριας. Δ. Περαιτέρω διαζευκτικά, διάταγμα διορισμού της Ενάγουσας 1 από κοινού με τους Εναγόμενους 1 και 2 ως διαχειριστών. Με πολυσέλιδες Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις στις αγωγές οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ότι οι Ενάγοντες είναι νόμιμοι κληρονόμοι των αποβιωσάντων XXXXX και XXXXX, ανέφεραν τους (κατά την άποψή τους) κληρονόμους, κατέγραψαν τα τεμάχια στα οποία οι αποβιώσαντες ήταν ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι προς εγγραφή, ισχυρίστηκαν ότι εσφαλμένα αυτά είχαν εγγραφεί επ' ονόματι προγόνων των Εναγόντων και αξίωσαν ανταπαιτητικώς: Α. Διάταγμα διορισμού των Εναγομένων 1 και 2 ως διαχειριστών των δύο περιουσιών. Β. Δήλωση ότι οι μοναδικοί κληρονόμοι των είναι όσοι εκπροσωπούνται από τους Εναγόμενους. Γ. Δήλωση ότι οι Ενάγοντες δεν είναι συγγενείς των XXXXX και XXXXX. Δ. Δήλωση ότι η διανομή των περιουσιών μεταξύ των Εναγόντων και ή των προγόνων τους είναι παράνομη και ή άκυρη. Ε. Δήλωση ότι οι Εναγόμενοι δικαιούνται στην κατοχή και ή παραλαβή της πιο πάνω περιουσίας για διανομή στους κληρονόμους που οι Εναγόμενοι εκπροσωπούν. Κατόπιν αίτησης των Εναγομένων και συνακόλουθου διατάγματος ημερ. 18.3.15, οι δύο αγωγές συνενώθηκαν. Πριν την έναρξη της ακρόασης και συγκεκριμένα στις 9.11.16, η Εναγόμενη 2 ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της υπόθεσής της και προέβη στην εξής δήλωση: "Εναγόμενη 2: Στο στάδιο αυτό Εντιμοτάτη πληροφορώ το Δικαστήριο ότι δεν επιθυμώ να υπερασπιστώ και στις δύο συνενωμένες αγωγές και δεν επιμένω στην ανταπαίτηση που υπάρχει στις αγωγές αυτές εκ μέρους μου, δεδομένου ότι τα όποια έξοδα προκύψουν εναντίον μου θα βαρύνουν τη διαχείριση και όχι εμένα προσωπικά. Φέρω υπόψη του Δικαστηρίου ότι δεν είμαι κληρονόμος, είμαι εκπρόσωπος μέρους των κληρονόμων οπότε θα ήταν κατάφορα άδικο να καταδικαστώ σε έξοδα προσωπικά σαν Εναγόμενη". Από πλευράς Εναγόντων υπήρξε διαφωνία ως προς τα έξοδα και το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) αποφάσισε τα εξής: "Δικαστήριο: Οι δηλώσεις τότε έχουν καταγραφεί. Δεδομένου ότι η ανταπαίτηση και της δεύτερης Εναγόμενης και του πρώτου Εναγόμενου είναι συναρτημένες δεν μπορεί να απορριφθεί η ανταπαίτηση μόνο για τη μια εξ αυτών και θα αποφασιστεί στο τέλος της διαδικασίας για το θέμα των τυχόν εξόδων. Είναι πιο σωστό να μην δημιουργούνται περισσότερα έξοδα εναντίον της Εναγόμενης
- Δεδομένου ότι το Δικαστήριο είναι απασχολημένο στη συνεχιζόμενη ακρόαση στην αγωγή 31/10 θα οριστεί νέα δικάσιμος για την παρούσα". Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ένας από κάθε πλευρά και κατατέθηκαν συνολικά 42 Τεκμήρια. Ο Μ. Ε., κ. Πιττοκοπίτης, υιοθέτησε τη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Α, στην οποία, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι είναι γιος της Ενάγουσας 3 και αδελφότεκνος των άλλων Εναγόντων, ότι γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπική εμπλοκή και πληροφόρηση, την οποία έλαβε από τους συγγενείς, από διάφορες υπηρεσίες και από διάφορα έγγραφα. Στη συνέχεια εξηγεί και παραθέτει το γενεαλογικό δέντρο του προπάππου XXXXX (Τεκμήριο 1), αναφέροντας ότι εκείνος είχε τελέσει δύο γάμους και ότι απέκτησε τέσσερα παιδιά από την πρώτη σύζυγο (Αννέτα) και τρία από τη δεύτερη (XXXXX). Ο Μ.Ε. συνεχίζει παραθέτοντας την περιουσία του Παναγιώτη για την οποία προβάλλει ότι κατά τον θάνατο του αποτελείτο από 11 ακίνητα και ότι έχει ήδη διανεμηθεί στους κληρονόμους. Εξηγεί ότι εκτός των δύο αιτήσεων, οι Εναγόμενοι είχαν καταχωρίσει και την υπ' αρ. 14../11 για περιορισμένο παραχωρητήριο σε σχέση με την περιουσία του XXXXX, η οποία έχει απορριφθεί (Τεκμήρια 13‑15), ότι κατά τη διαχείριση περιουσίας του παππού XXXXX (τέκνου της XXXXX) οι κληρονόμοι του ζήτησαν και έλαβαν μερίδιο από την ετεροθαλή αδελφή του την XXXXX (τέκνο της XXXXX), αναγνωρίζοντας έτσι τον δεύτερο γάμο και μη φέροντας ένσταση στη διανομή περιουσίας. Ο Μ. Ε. καταλήγει ότι οι Ενάγοντες είναι κατάλληλα πρόσωπα να διοριστούν διαχειριστές, επαναλαμβάνοντας ότι η αίτηση που αφορά τον XXXXX θα πρέπει να απορριφθεί διότι δεν υπάρχει περιουσία προς διανομή, ενώ η αίτηση που αφορά τον XXXXX επίσης πρέπει να απορριφθεί επειδή ο XXXXX δεν έχει κηρυχθεί άφαντος και δεν υπάρχει πιστοποιητικό θανάτου του, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του έχει ούτως ή άλλως διανεμηθεί στους κληρονόμους του και ό,τι απέμεινε είναι μερίδια σε ακίνητα των οποίων η αξία δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα της διαχείρισης. Ο Μ. Ε. δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Υ. Εναγόμενος 1, κ. Κλεοβούλου, στη δική του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β, είπε επίσης πως γνωρίζει τα γεγονότα λόγω της πολύχρονης εμπλοκής του και μελέτης εγγράφων. Μεταξύ άλλων, ανέφερε και αυτός τα παιδιά του XXXXX από τον γάμο του με την XXXXX, καθώς και πληροφορίες για τη γέννηση και τον θάνατό τους. Όσον αφορά τα κατ' ισχυρισμόν τρία παιδιά από δεύτερο γάμο, εκφράζει τη διαφωνία του ότι η XXXXX απεβίωσε το 1982, καθώς και για το ότι ο XXXXX είχε τελέσει δεύτερο γάμο, υποστηρίζοντας ότι τα τρία παιδιά με την XXXXX είναι νόθα και μη αναγνωρισμένα παιδιά του Παναγιώτη. Θέση του είναι πως κάποιοι εκ των κληρονόμων αναφορικά με την περιουσία των Παναγιώτη και XXXXX οικειοποιήθηκαν περιουσία και ή μερίδιο μεγαλύτερο από αυτό που τους αναλογούσε χωρίς τη συγκατάθεση των υπολοίπων κληρονόμων. Μετά που είχε καταχωρίσει την αγωγή υπ' αρ. 40../10, διαπίστωσε πως υπήρχε και άλλη περιουσία η οποία δεν συμπεριλαμβάνετο στην αγωγή εκείνη και γι' αυτό προχώρησε με τις δύο επίδικες αιτήσεις κατά το έτος 2011 προς διαχείριση των περιουσιών των XXXXX και XXXXX, ήτοι διότι ανακάλυψε ότι οι Ενάγοντες ή οι πρόγονοί τους με δόλιο τρόπο κατάφεραν να εγγράψουν επ' ονόματί τους περιουσία ή μέρος περιουσίας την οποία δεν δικαιούντο. Καταληκτικά, ανέφερε ότι οι πρόγονοι των Εναγόντων δεν αναγνωρίστηκαν ως τέκνα του Παναγιώτη, ότι δεν εντοπίστηκαν στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν δεύτερο γάμο, ότι οι όποιες πιστοποιήσεις για τέκνα είχαν γίνει από αναρμόδια πρόσωπα, ότι οι Ενάγοντες από τη δεκαετία του 1940 αποξενώνουν περιουσίες των XXXXX και XXXXX με διάφορα τεχνάσματα, ειδικότερα όλα τα μερίδια τα οποία δικαιούτο ο XXXXX και ότι η εισήγησή του για διορισμό ενός διαχειριστή από την κάθε πλευρά δεν εισακούστηκε. Ο λόγος που δεν είχε συμπεριλάβει τους Ενάγοντες στις αιτήσεις είναι επειδή πίστευε ότι δεν ήταν τέκνα του Παναγιώτη αφού δεν είχαν προκύψει στοιχεία. Σήμερα θεωρεί πως δεν υπήρξε δεύτερος γάμος αλλά τα παιδιά του XXXXX με την XXXXX είναι νόθα και έλαβαν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο από αυτό το οποίο δικαιούνται. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι οι τρεις πρόγονοι των Εναγόντων (XXXXX, XXXXX, XXXXX) ήταν τέκνα του XXXXX, διατηρώντας τη θέση ότι δεν υπήρξαν αποδείξεις για γάμο και ότι δεν ήταν αναγνωρισμένα τέκνα. Για το θέμα του XXXXX είπε πως σε καταγραφές του 1946 και 1975 περιλαμβάνονται αντιφατικά στοιχεία. Όταν το 1959 οι πρόγονοι των Εναγόντων υπέβαλαν αίτηση δεν είχαν δηλώσει την πλευρά των Εναγομένων ως κληρονόμους με αποτέλεσμα να μην λάβουν μερίδιο από την περιουσία του XXXXX. Δέχθηκε ότι υπάρχει πιστοποιητικό Κοινοτάρχη, το Τεκμήριο 19, περί του ότι ο Νεοκλής απεβίωσε το
- Αναγνώρισε ότι όταν καταχώρισε την αγωγή 40../10 δεν είχε υπόψιν τους φακέλους Κτηματολογίου Α2084/20, ενώ για την αίτηση Α2583/19 επέμεινε ότι δεν είχαν δηλωθεί ως κληρονόμοι οι συγγενείς της πλευράς των Εναγομένων, όπως έγινε και σε άλλη, την υπ' αρ. Α1459/
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας‑ Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει τους δύο μάρτυρες και είμαι σε θέση να προβώ στην αξιολόγηση συνολικά της μαρτυρίας προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, έχοντας βέβαια πάντα υπόψιν και τα περιορισμένα ζητήματα που εγείρονται προς επίλυση. Αναμφίβολα και οι δύο μάρτυρες είναι πρόσωπα τα οποία δεν είχαν εκ των πραγμάτων, άμεση προσωπική γνώση για πλείστα όσα γεγονότα από όσα ανέφεραν. Όπως και οι δύο εντίμως ανέφεραν, άντλησαν τέτοια γνώση μέσα από έγγραφα, φακέλους και πληροφορίες, την οποία γνώση προσπάθησαν να μεταδώσουν συνοπτικά και προς το Δικαστήριο. Ήταν αναμενόμενο πως πρόκειται για υπόθεση η οποία προκαλεί εντάσεις και κάποια πικρία στην κάθε πλευρά και αυτό έχει διαφανεί και σε κάποιες πτυχές στη μαρτυρία, πλην όμως σε γενικές γραμμές θεωρώ πως και οι δύο μάρτυρες προσπάθησαν, όσο μπορούσαν υπό τις περιστάσεις, να βοηθήσουν το Δικαστήριο να διαπιστώσει τα πραγματικά γεγονότα στη βάση των υφιστάμενων στοιχείων. Κάποιες θέσεις εκατέρωθεν, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές και στον βαθμό που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο στα πλαίσια της παρούσας, θα επισημανθούν κατωτέρω. Παρέλκει βέβαια να λεχθεί πως σημαντικό μέρος των γεγονότων παραμένει αναντίλεκτο ή και συνιστά κοινό υπόβαθρο μεταξύ των δύο πλευρών, ως θα διαφανεί κατωτέρω. Το ουσιώδες είναι πως ούτως ή άλλως τα όσα προσπάθησαν οι δύο μάρτυρες να μεταδώσουν ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα από έγγραφα και φακέλους που έχουν κατατεθεί, οπότε το ίδιο το Δικαστήριο δύναται να αξιολογήσει αυτούσιες τις πηγές των δύο μαρτύρων. Όπως έχει ήδη καταστεί σαφές, οι αντιμαχόμενες δύο ρίζες στην παρούσα υπόθεση έχουν κοινό πρόγονο τον XXXXX, ο οποίος απεβίωσε το
- Κάποια άρνηση που υπήρχε από πλευράς Εναγομένου 1 σχετικά με το ότι η άλλη ρίζα δεν προέρχεται από τέκνα του XXXXX έχει εγκαταλειφθεί μετά την έναρξη της ακρόασης. Συνιστά πλέον κοινό υπόβαθρο πως η μια ρίζα, των Εναγομένων, προέρχεται από τη σχέση του XXXXX με την XXXXX και πως η άλλη ρίζα των Εναγομένων προέρχεται από τη μεταγενέστερη σχέση του ιδίου με την XXXXX. Όσον αφορά την ύπαρξη γάμων, οι Ενάγοντες δικογραφικά δεν είχαν ισχυριστεί ότι δεν υπήρξε γάμος με την XXXXX. Μάλιστα, στη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Α, ο Μ.Ε. παραδέχεται την ύπαρξη του πρώτου αυτού γάμου, οπότε δεν θα απασχολήσουν τα όσα υπονοούμενα ή σκέψεις εκφράζονται στις αγορεύσεις. Από πλευράς του όμως ο Εναγόμενος 1 συνέχισε και κατά τη μαρτυρία του να εκφράζει αμφισβήτηση για την ύπαρξη δεύτερου γάμου, δηλαδή με την XXXXX. Είναι όμως αναμφισβήτητο από όλους πως υπήρξε διαζύγιο του Παναγιώτη με την Αννέτα και πως σε αρκετά πιστοποιητικά κοινοτικών αρχών εκείνης της εποχής, η XXXXX αναφέρεται ως σύζυγος του XXXXX, όπως στο Τεκμήριο 19, ("The said XXXXX...had divorced his first wife lawfully and married with the second XXXXX"), ενώ παραδεκτό είναι πως τότε η ίδια είχε λάβει σε κάποιες περιπτώσεις και μερίδιο επί της περιουσίας του ακριβώς υπό την ιδιότητά της ως συζύγου (π.χ. στην οικία). Μάλιστα, το πιο ουσιώδες είναι ότι το γεγονός της ύπαρξης δεύτερου γάμου με την XXXXX ήταν παραδεκτό και από τον παππού του Εναγομένου 1 (τον XXXXX) σε σχετικές αιτήσεις του τότε προς το Κτηματολόγιο, όπως στο Τεκμήριο 20, όπου επισυνάπτει "Μαρτυρικόν Έγγραφον", στο οποίο αναφέρονται ως κληρονόμοι τα επτά τέκνα και ονομαστικά η XXXXX ως σύζυγος. Κατά συνέπεια, δεν δέχομαι τη θέση του Εναγόμενου 1 ότι δεν υπήρξε δεύτερος γάμος. Είναι λογικό πως αν ήταν έτσι, τότε θα είχε σαφώς πολύ καλύτερη γνώση ο δικός του παππούς (XXXXX) πολύ λίγα έτη μετά τον θάνατο του XXXXX (ήτοι κατά τα έτη 1919‑1921) και ασφαλώς δεν θα αποδεχόταν τις αναφορές για διαζύγιο‑γάμο και πολύ περισσότερο δεν θα δεχόταν τον διαμοιρασμό της περιουσίας σε επτά μερίδια (αν ήταν νόθα τέκνα ή δεν είχαν νόμιμη μοίρα), ιδιαίτερα λόγω της τότε σχετικής νομοθεσίας την οποία ο Εναγόμενος 1 επικαλείται. Με την επιφύλαξη ότι ένα από τα τέκνα του XXXXX (ο XXXXX), πολύ αργότερα κατά τη δεκαετία του 1950 με δική του δήλωση άλλαξε επίθετο αποποιούμενος τη συγγενική σχέση, διαπιστώνεται ότι κατά τον θάνατο του XXXXX υπήρχαν τέσσερα τέκνα εκ της XXXXX και τρία εκ της XXXXX ως εξής: Τέκνα με XXXXX Εγγόνια του XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX (πατέρας Εναγόμενου 1) XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX ΑΤΕΚΝΟΣ Τέκνα με XXXXX Εγγόνια του XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX (μητέρα του Μ.Ε.) XXXXX XXXXX XXXXX XXXXX Άγνωστο όνομα XXXXX XXXXX XXXXX ΑΤΕΚΝΗ Όπως φαίνεται λοιπόν και πιο πάνω, ο Εναγόμενος 1 είναι γιος του XXXXX, εγγονός του XXXXX και δισέγγονος του XXXXX. Ο XXXXX είναι τέκνο του XXXXX (και της XXXXX), αδελφός του παππού XXXXX και άρα θείος του XXXXX, του πατέρα του Εναγομένου
- Από την άλλη πλευρά, οι Ενάγοντες είναι όλοι τέκνα του XXXXX και άρα εγγόνια του XXXXX και αδελφότεκνοι του XXXXX. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 οι Ενάγοντες είναι πρώτα εξαδέλφια (ανίψια) του πατέρα του (του XXXXX). Ο. Μ.Ε. (XXXXX) είναι γιος της Ενάγουσας 3, άρα εγγονός του XXXXX και επίσης δισέγγονος του XXXXX. Είναι γεγονός πως σε σχέση με τον XXXXX εκφράστηκαν κάποιες αμφιβολίες ή αφέθηκαν κάποια υπονοούμενα, ακόμα και για το αν έχει αποβιώσει, υπό την έννοια ότι οι Ενάγοντες δεν θεωρούν ότι ακολουθήθηκε ορθά η διαδικασία. Μάλιστα, αγορεύοντας προέβαλαν και τη θέση πως θα έπρεπε να ακολουθηθεί πρώτα η διαδικασία κήρυξης αφάντου, ως προαπαιτούμενο για την εξασφάλιση εγγράφων διαχείρισης. Όμως από την άλλη πλευρά, είναι σαφές πως δεν αμφισβητείται αυτό καθ' εαυτό το γεγονός του θανάτου του. Μάλιστα, αυτό προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία την οποίαν οι ίδιοι παρουσίασαν. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 1 έχει δίκαιο ότι σε πιστοποιητικό στο Τεκμήριο 20 (που αφορά την αίτηση Α649/1921) ημερ. 24.3.21, καταγράφεται ότι ο Νεοκλής απεβίωσε τρία έτη προηγουμένως, άρα κατά το
- Όπως επίσης έχει δίκαιο για το ότι σε άλλο πιστοποιητικό, στο Τεκμήριο 32 (που αφορά την αίτηση Α12/75) ημερ. 13.1.75, αναφέρεται το αντιφατικό ότι ο XXXXX ευρίσκετο στην Κύπρο μέχρι το 1927 οπότε αναχώρησε για το εξωτερικό και ότι απεβίωσε στη Ρωσία το
- Με το δεύτερο αυτό πιστοποιητικό φαίνεται να ανακαλείται κάθε παλαιότερο το οποίο είχε εκδοθεί από χωρητική αρχή. Το πρώτο φέρεται να χρησιμοποιήθηκε στα πλαίσια αίτησης του παππού Κλεόβουλου ενώ το δεύτερο στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή του 1/7 μεριδίου περιουσίας του XXXXX επ' ονόματι της XXXXX και μέσω αυτής στην Ενάγουσα 3, κάτι για το οποίο παραπονείται ο Εναγόμενος
- Ασφαλώς δεν θα εξεταστεί στην παρούσα αγωγή η γνησιότητα ή η αλήθεια του ενός ή του άλλου πιστοποιητικού. Το ουσιώδες είναι πως και οι δύο πλευρές συμφωνούν στην πραγματικότητα ότι ο XXXXX έχει αποβιώσει. Όσον αφορά τα περιουσιακά θέματα σε σχέση με τον XXXXX, η περιουσία για την οποία εγείρει ζητήματα ο Εναγόμενος 1 είναι τα 16 κτήματα τα οποία ο ίδιος συμπεριέλαβε στην παρ. 9 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του στην αγωγή υπ' αρ. 2596/
- Όμως η μαρτυρία των Εναγόντων είναι πως όλη αυτή η περιουσία έχει ήδη διανεμηθεί δεόντως στους κληρονόμους του με σειρά διαδικασιών στο Κτηματολόγιο, οι οποίες αρχίζουν από το 1919 και φτάνουν μέχρι το
- Για τις μεταβιβάσεις και εγγραφές αυτές έχουν παρουσιαστεί αντίγραφα από τουλάχιστον 11 φακέλους του Κτηματολογίου, μέσω των οποίων επιβεβαιώνονται οι ισχυρισμοί του Μ.Ε., ο οποίος δεν έχει αντεξεταστεί. Η μαρτυρία του παραμένει αναντίλεκτη. Ας σημειωθεί πως για τα πρώτα οκτώ κτήματα των παρ. 9 (α) έως (θ) της ανταπαίτησης (τα οποία προήλθαν από υποδιαίρεση του 1/2 του αρχικού τεμαχίου 4 και κατέληξαν στη ρίζα XXXXX), έχει καταχωριστεί η παλαιότερη αγωγή υπ' αρ. 4010/10 την οποία ο Εναγόμενος 1 απέσυρε ανεπιφύλακτα, αναγνωρίζοντας έτσι ότι και η ρίζα XXXXX είχε παλαιότερα λάβει το υπόλοιπο 1/2 του κτήματος το οποίο και πώλησαν σε κάποιον επ' ονόματι XXXXX. Αλλά ούτε για τα υπόλοιπα οκτώ έχει αμφισβητηθεί η προσαχθείσα μέσω του Μ.Ε. μαρτυρία. Μέσα από τους σχετικούς φακέλους και την αναντίλεκτη δική του μαρτυρία προκύπτει ότι οι κληρονόμοι του XXXXX έλαβαν τα μερίδιά τους. Μοναδική εξαίρεση τα τεμ. 395 και 658 στα οποία δεν έλαβε μερίδιο ο XXXXX ενώ για δύο άλλα, ήτοι τα τεμ. 283 και 125, τα μερίδια που είχε λάβει ο Νεοκλής με τον φάκελο Α1755/46 φέρονται να μεταβιβάστηκαν δυνάμει δωρεάς στην αδελφή του Κυριακού με τους φακέλους Α12/75 και Α500/85 αντίστοιχα. Αν λοιπόν εγείρεται κάποιο θέμα, αυτό είναι σε σχέση με την περιουσία του XXXXX, επ' ονόματι του οποίου, ως παραδέχονται και οι Ενάγοντες, παραμένουν ούτως ή άλλως εγγεγραμμένα και τα τεμάχια 168, 273, 500 και 434, έστω και αν τα χαρακτηρίζουν "μηδαμινής αξίας". Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη αναφερθεί εισαγωγικά, η αγωγή καταχωρίστηκε μετά την άσκηση ανακοπής (caveat) εκ μέρους των Εναγόντων. Πρόκειται για αγωγή βάσει του άρθρου 54
(2)του Κεφ. 189, η οποία αφορά αποκλειστικά το δικαίωμα λήψης εγγράφων διαχείρισης και κατατάσσεται στην κατηγορία των κληρονομικών αγωγών (interest actions ή probate actions, βλ. Tristram and Cootes, Probate Practice, 25η έκδοση, σελ. 603). Σχετικά αναφέρεται στον κ. 24
(5)των περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμών του 1955 πως: "
(5)No grant shall be made to an applicant after a caveat has been entered against his application unless (
- a)the caveator withdraws the caveat ; or (
- b)the caveator has three months brought no action for administration ; or (
- c)the Court in an action between the applicant and the caveator orders a grant to issue to the applicant". Είναι για αυτό που η αγωγή αυτή θα πρέπει να περιοριστεί στα ζητήματα τα οποία αφορά (βλ. Τριανταφυλλίδης v. Karaoglanian
(2010)1 Α.Α.Δ. 2014). Από την αξιολόγηση και τα ευρήματα, έχει διαφανεί πως η περιουσία του Παναγιώτη έχει ήδη διανεμηθεί και δεν εκκρεμεί οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει αναγκαιότητα διορισμού διαχειριστή. Ούτως ή άλλως, ο Εναγόμενος 1, ο οποίος είχε κάποιο παράπονο, πιο παλιά καταχώρισε αγωγή το 2010, την οποία όμως απέσυρε το 2020. Δεν συμφωνώ ότι απαιτείται διαχείριση περιουσίας σε σχέση με τον Παναγιώτη και ως εκ τούτου, η αγωγή υπ' αρ. 2596/11 θα πρέπει να επιτύχει με την έκδοση διατάγματος απόρριψης της σχετικής αίτησης διαχείρισης υπ' αρ. 247/11. Δεν ισχύει το ίδιο για την περίπτωση του Νεοκλή, δεδομένου ότι έχει καταδειχθεί (
- i)ότι υπάρχει περιουσία εγγεγραμμένη επ' ονόματί του (
- ii)ότι σε κάποια κτήματα δεν έλαβε μερίδιο από την περιουσία του πατέρα του και (iii) ότι σε άλλες περιπτώσεις έλαβε μερίδια τα οποία όμως πολύ αργότερα φέρεται να έχουν εγγραφεί ή μεταβιβαστεί σε άλλους υπό συνθήκες που ενδεχομένως χρήζουν διερεύνησης. Διευκρινίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία ούτε επιλύει στην παρούσα διαδικασία τα ζητήματα αυτά. Θεωρεί όμως ότι θα πρέπει να διοριστεί διαχειριστής, ο οποίος αφού εξετάσει τα στοιχεία, θα αποφασίσει κατά πόσον θα λάβει οποιαδήποτε μέτρα ή όχι διεκδικώντας εκ μέρους της κληρονομιάς οποιαδήποτε ιδιοκτησία εάν υπάρχουν στοιχεία τα οποία δικαιολογούν τέτοια διεκδίκηση. Το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσον θα διοριστεί ο Εναγόμενος 1 ή ο Μ.Ε. ή από κοινού τα δύο αυτά πρόσωπα. Ας σημειωθεί πως με την έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες είχαν εισηγηθεί την Ενάγουσα 1 εκ μέρους τους αλλά με την αγόρευσή τους εισηγήθηκαν τον Μ.Ε., ο οποίος έχει εκφράσει την αναγκαία συγκατάθεσή του ενόρκως, μέσω της γραπτής δήλωσής του και δεν έχει αμφισβητηθεί η καταλληλότητά του για ένα τέτοιο σκοπό. Σε αντίθεση με τον Μ.Ε. δεν έχει προσαχθεί συγκατάθεση της Ενάγουσας 1. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως είναι ορθότερο όπως το ζήτημα αυτό εξεταστεί σε σχέση με τον Μ.Ε. που συναινεί στον διορισμό του (βλ. Αρέστη ν. Marfin Popular Bank Co Ltd, Πολ. Έφ. 178/11, ημερ. 25.10.16). Υπενθυμίζω πως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων, Κεφ. 189, κατά τη χορήγηση διαχείρισης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν τα δικαιώματα κάθε προσώπου το οποίο έχει συμφέρον στην κληρονομιά του αποβιώσαντος και ότι οποιαδήποτε τέτοια διαχείριση δύναται να περιορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει σκόπιμο. Σύμφωνα με την επιφύλαξη υπ' αρ. (α) του ιδίου άρθρου, εννοείται πως όταν ο αποβιώσας κληρονομείται καθ' ολοκληρίαν εξ αδιαθέτου, η διαχείριση χορηγείται σε έναν ή περισσότερα πρόσωπα που έχουν συμφέρον στην κληρονομιά, ενώ σύμφωνα με την επιφύλαξη υπ' αρ. (β) εννοείται ότι αν λόγω της αφερεγγυότητας της κληρονομιάς ή λόγω άλλων ειδικών περιστάσεων φαίνεται αναγκαίο ή πρόσφορο να διορίσει ως διαχειριστή πρόσωπο άλλο από το δικαιούμενο προς διορισμό, τότε το Δικαστήριο δύναται κατά διακριτική εξουσία να διορίσει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο κρίνει κατάλληλο και πάλι να περιορίσει τη διαχείριση με οποιονδήποτε τρόπο κρίνει σκόπιμο. Οι κανόνες προτεραιότητας για διορισμό καθορίζονται στον κ. 31 των πιο πάνω περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμών του 1955 ως εξής: "31. The priority of right to a grant of letters of administration where the deceased died wholly intestate shall be a follows: 1. Husband or wife. 2. Children, or other issue of deceased taking per stirpes. 3. Father or mother. 4. Brothers and sisters of the whole blood, or the issue of deceased brothers and sisters of the whole blood, taking per stirpes. 5. Brothers and sisters of the half blood, or the issue of deceased brothers and sisters of the half blood, taking per stirpes. 6. Grandparents. 7. Uncles and aunts of the whole blood, or the issue of deceased uncles and aunts of the whole blood, taking per stirpes. 8. Uncles and aunts of the half blood, or the issue of the deceased uncles and aunts of the half blood, taking per stirpes. 9. The Crown. 10. Creditors". Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει ούτε σύζυγος, ούτε τέκνα, ούτε γονείς αλλά ούτε και αδέλφια εν ζωή, στη βάση της μαρτυρίας. Συνεπώς, εφαρμογή έχει το δεύτερο μέρος της παρ. 4 του κ. 31, η οποία δίδει προτεραιότητα στους απογόνους (κατιόντες) αδελφών του αποβιώσαντος αλλά λαμβανομένων κατά ρίζες. Με δεδομένο ότι ο XXXXX (Μ.Ε.) προέρχεται από τη ρίζα του αδελφού XXXXX και ο Εναγόμενος 1 από τη ρίζα του αδελφού XXXXX, έπεται πως και τα δύο αυτά πρόσωπα ως δισέγγονοι έχουν δικαίωμα διορισμού και μάλιστα ισότιμο. Η δικαιότερη λύση θα ήταν λοιπόν να διοριστούν τα δύο πιο πάνω πρόσωπα από κοινού ως διαχειριστές, της περιουσίας του XXXXX (αδελφού των παππούδων τους). Αν η διαχείριση θα ήταν μόνο για περιουσία την οποία ενδεχομένως να διεκδικήσει η διαχείριση και έχοντας υπόψιν τις διαφωνίες, εντάσεις και διαπληκτισμούς μεταξύ των δύο πλευρών, ίσως θα ήταν προτιμότερο να διοριστεί μόνον ένας εκ των δύο, ούτως ώστε να μην δημιουργηθούν προβλήματα στη λήψη αποφάσεων ή στην προώθηση οποιωνδήποτε διαδικασιών. Όμως με δεδομένο ότι όλοι συμφωνούν πως υπάρχει ακόμα αδιανέμητη περιουσία, θεωρώ πως δεν παρέχεται αυτή η ευχέρεια. Εκτιμώντας ότι όντως θα υπάρξουν ανυπέρβλητα προβλήματα στην περίπτωση που θα πρέπει να εγερθεί αγωγή (τόσον ως προς την απόφαση έγερσης όσον και ως προς τα έξοδά της), κρίνεται ότι δύναται το ζήτημα αυτό να ρυθμιστεί με κατάλληλες οδηγίες ως προς τις εξουσίες των διαχειριστών. Θεωρώ ως προς αυτό ότι αν χρειαστεί να εγερθεί διαδικασία προς ανάκτηση οποιασδήποτε περιουσίας που ανήκει στην κληρονομιά, θα πρέπει έκαστος από τους δύο διαχειριστές να έχει το δικαίωμα να το πράξει από μόνος του αφού ενημερώσει τον άλλο, ακόμα και αν ο συνδιαχειριστής του δηλαδή δεν συμφωνεί. Εννοείται πως σε αυτή την περίπτωση ο διαχειριστής που επιλέγει να προχωρήσει δεν επιβαρύνει τη διαχείριση με οποιαδήποτε έξοδα εκτός κατόπιν σχετικής δικαστικής διαταγής σε μελλοντική αγωγή στην περίπτωση που επιτύχει κάποια αξίωσή του ή ακόμα και από το αρμόδιο Δικαστήριο διαχειρίσεων. Οι Ενάγοντες είχαν εισηγηθεί ότι τα τέσσερα κτήματα που είναι ήδη εγγεγραμμένα επ' ονόματι του Νεοκλή είναι πολύ χαμηλής αξίας και δεν επαρκούν ούτε για τα έξοδα της διαχείρισης, πλην όμως αυτό είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια της ίδιας της διαχείρισης, ενδεχομένως με βάση τις οδηγίες του αρμόδιου Δικαστηρίου επί διαχειρίσεων και τους σχετικούς κανονισμούς, καθώς και την επιθυμία των προσώπων που θα κληθούν να λάβουν μέρος της κληρονομιάς, (π.χ. εάν επιθυμούν, να λάβουν περιουσία θα μπορούσαν να καλύψουν και τα έξοδα ή να επιλύσουν το θέμα). Όσον αφορά τα έξοδα των εδώ διαδικασιών, είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες άσκησαν δικαιολογημένα τις ανακοπές και πέραν τούτου ότι έχουν επιτύχει στις αγωγές τους αφού στη μια θα απορριφθεί η αίτηση διαχείρισης ως είχαν αιτηθεί, ενώ στην άλλη θα διοριστεί διαχειριστής εκ μέρους τους, ως είχαν επίσης ζητήσει. Συνεπώς, θεωρούνται οι επιτυχόντες στις παρούσες αγωγές. Η Εναγόμενη 2 δέχεται ότι μέχρι τις αρχές του 2016 που συμμετείχε στη διαδικασία τόσο η εμφάνισή της όσο και τα όποια δικόγραφα καταχωρίστηκαν, ήταν κοινά με τον Εναγόμενο 1, όπως ήταν κοινός και ο δικηγόρος τους. Αρνείται όμως ότι υπήρξε διόγκωση των εξόδων λόγω της συμμετοχής της στη διαδικασία και προβάλλει ότι αντιθέτως τα πλείστα έξοδα δημιουργήθηκαν και διογκώθηκαν μετά τη δήλωσή της ότι δεν προτίθεται να υπερασπιστεί τις αγωγές, οπότε αιτείται να μην επιβαρυνθεί με έξοδα. Δεν θα συμφωνήσω με την Εναγόμενη 2, τουλάχιστον πλήρως, για τον απλούστατο λόγο ότι ναι μεν δεν ευθύνεται για τα έξοδα που δημιουργήθηκαν μετά το 2016, πλην όμως σαφέστατα (όπως και η ίδια δηλώνει) συμμετείχε ισότιμα τόσο στην καταχώριση των αιτήσεων για διαχείριση όσο και στην καταχώριση εμφάνισης και υπερασπίσεων με ανταπαιτήσεις στις αγωγές, καθώς και σε εμφανίσεις μέχρι και το 2016. Ουσιαστικά, δεν συμμετείχε μεν στη διόγκωση αλλά προφανώς συμμετείχε στη γένεση και αύξησή τους μέχρι την πιο πάνω δήλωσή της, οπότε και θα υπάρξει ανάλογη διαταγή για την ίδια και τους κληρονόμους που εκπροσωπεί. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι δύο αγωγές αποσυνενώνονται και διατάσσονται τα ακόλουθα: Στην Αγωγή υπ' αρ. 1530/11: Α. Σε σχέση με την αίτηση διαχείρισης υπ' αρ. 55/11, διατάσσεται όπως χορηγηθούν έγγραφα διαχείρισης από κοινού στον Μ.Ε και στον Εναγόμενο 1 της παρούσας αγωγής, ήτοι στον XXXXX Πιττοκοπίτη και στον XXXXX Κλεοβούλου. Β. Ο XXXXX Πιττοκοπίτης διατάσσεται όπως το αργότερο εντός 30 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο για τη χορήγηση των εγγράφων διαχείρισης ενώπιον του Πρωτοκολλητή, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαίας εγγύησης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με τα πιο πάνω, ο δικός του διορισμός ακυρώνεται αυτομάτως κατά τη λήξη της ως άνω προθεσμίας. Γ. Έκαστος εκ των δύο διαχειριστών αφού ενημερώσει γραπτώς τον συνδιαχειριστή του, θα έχει το δικαίωμα, ακόμα και αν δεν συμφωνεί ο συνδιαχειριστής του, να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη διαδικασία προς διεκδίκηση περιουσίας για την οποία πιστεύει ότι ανήκει στην κληρονομιά του αποβιώσαντος (XXXXX), αναλαμβάνοντας ο ίδιος όλα τα έξοδα, τα οποία δύναται να συμπεριλάβει στις αξιώσεις του σε τέτοια διαδικασία για να τύχουν χειρισμού από το αρμόδιο Δικαστήριο, στην περίπτωση που επιτύχει η αξίωσή του. Νοείται ότι τα πιο πάνω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία μια τέτοια αγωγή ή διαδικασία εγείρεται και από τους δύο διαχειριστές. Δ. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Ε. Δεδομένου ότι αγωγή και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων προς όφελος των Εναγόντων και εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως θα υπολογιστούν συν νόμιμο τόκο, με τη διευκρίνιση ότι η Εναγόμενη 2 θα ευθύνεται προς πληρωμή κατά τον πιο πάνω τρόπο μόνο για τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι τις 9.11.16, οπότε δίδονται σχετικές οδηγίες στον Πρωτοκολλητή για διαχωρισμό των εξόδων στο σχετικό πιστοποιητικό αναλόγως. Εννοείται επίσης, ότι για την περίοδο που οι δύο αγωγές ήταν συνενωμένες, θα υπολογίζεται ένα κονδύλι εξόδων για τις εμφανίσεις, το οποίο θα κατανέμεται εξίσου στις δύο αγωγές. Στην αγωγή υπ' αρ. 2596/11: Α. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, με βάση το οποίο απορρίπτεται η αίτηση διαχείρισης Ε.Δ. Πάφου υπ' αρ. 247/11. Β. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Γ. Δεδομένου ότι αγωγή και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζεται ένα σύνολο (σετ) εξόδων προς όφελος των Εναγόντων και εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως θα υπολογιστούν συν νόμιμο τόκο, με τη διευκρίνιση ότι η Εναγόμενη 2 θα ευθύνεται προς πληρωμή κατά τον πιο πάνω τρόπο μόνο για τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι τις 9.11.16, οπότε δίδονται σχετικές οδηγίες στον Πρωτοκολλητή για διαχωρισμό των εξόδων στο σχετικό πιστοποιητικό αναλόγως. Εννοείται επίσης, ότι για την περίοδο που οι δύο αγωγές ήταν συνενωμένες, θα υπολογίζεται ένα κονδύλι εξόδων για τις εμφανίσεις ή άλλα διαβήματα, το οποίο θα κατανέμεται εξίσου στις δύο αγωγές. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο