← Κύπρος

Γέρος κ.α. ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 2630/13, 23/2/2021

Γέρος κ.α. ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 2630/13, 23/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A10 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου‑Παναγή, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2630/13 Μεταξύ:

  1. XXX Γέρος, εκ Πάφου
  2. XXX Ζινιέρης, εκ Πάφου
  3. XXX Σιέπη, εκ Πάφου Ενάγοντες και Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, εκ Πάφου Εναγόμενη Ημερομηνία: 23/02/2021 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κος. Μ. Μιχαηλίδης Για την εναγόμενη: κα. Κ. Στοιβαρού για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η εναγόμενη, ως η αρμόδια αρχή κατά το έτος 2002 αφού απευθύνθηκε στον Έπαρχο Πάφου με συγκεκριμένες ενέργειες, προχώρησε στην τοποθέτηση πυλώνα υψηλής ηλεκτρικής τάσης και καλωδίων σε ακίνητο το οποίο κατά τον χρόνο αυτό ήταν ιδιοκτησίας τρίτων προσώπων. Το 2005 οι ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες του ακινήτου αυτού και στις 20/09/2013 καταχώρησαν μέσω κλητηρίου εντάλματος γενικώς οπισθογραφημένο, την παρούσα αγωγή, δια της οποίας αξιώνουν ως εν τέλει καθορίστηκαν με την έκθεση απαίτησης τα κάτωθι: Α) Διάταγμα όπως η εναγόμενη παύσει να επεμβαίνει και/ή όπως άρει κάθε μορφή επεμβάσεως επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγόντων υπ' αρ. εγγραφής XXX, τεμ.XXX, Φ/Σχ:45/45 στην XXX, τοποθεσία XXX. Β) Διάταγμα διατάττον τους εναγομένους, τους υπαλλήλους, τους υπηρέτας, τους αντιπροσώπους των και πάντα έλκοντα εξ αυτών δικαιώματα όπως εντός 20 ημερών από της επιδόσεως του διατάγματος μετακινήσουν και απομακρύνουν τον πύργο - πυλώνα και τα ηλεκτροφόρα καλώδια που παράνομα τοποθέτησαν επί της ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγόντων υπ' αρ. εγγραφής: XXX, τεμ.XXX, Φ/Σχ:45/45 στην XXX, τοποθεσία XXX. Γ) Γενικές αποζημιώσεις δια παράνομο και άνευ απαλλοτριώσεως και/ή επιτάξεως επί μέρους της εν λόγω ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγόντων, κατά παράβαση του Συντάγματος. Δ) Περαιτέρω η ετέραν θεραπεία. Περαιτέρω αποζημιώσεις για επιζήμια επίδραση επί του υπολοίπου κτήματος των εναγόντων. Ε) Ειδικές αποζημιώσεις ως ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθενται. (ως δικογραφούνται και καταγράφονται κάτωθι) ΣΤ) Νόμιμον τόκο Ζ) 'Εξοδα Η) Παραδειγματικές τιμωρητικές αποζημιώσεις σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της παραγράφου 13 της Ε/Α. Τις πιο πάνω αξιώσεις τους οι ενάγοντες τις εδράζουν επί ισχυρισμών ως αυτοί δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. Ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνον ήταν και είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και κάτοχοι του ακινήτου αρ. Εγγραφής XXX, τεμ.XXX, Φ/Σχ:45/45 στην XXX, τοποθεσία XXX, Πάφος. Κατά ή περί το έτος 2010‑2011 η Α.Η.Κ παρανόμως και χωρίς επίταξη και/ ή απαλλοτρίωση του κτήματος των εναγόντων προέβη στην διάνοιξη και κατασκευή δρόμου δια μέσου του τεμαχίου 377 όπου τοποθέτησε χαλύβδινο πύργο αγωγών μεταφοράς ηλεκτρισμού υψηλής τάσης, ύψους περίπου 30 μέτρων, 132000 Volts, 50 κύκλων ανά δευτερόλεπτο, 7 αγωγών‑ καλωδίων για μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς την γνώση, άδεια και/ ή συγκατάθεση των εναγόντων. Ο εν λόγω δρόμος έχει μήκος περίπου 60 μέτρα και πλάτος περίπου 5 μέτρα και έχει αποκόψει το τεμάχιο των εναγόντων σε δύο μέρη και τοιουτοτρόπως μείωσε την αξία του κατά €20000= περίπου προκαλώντας σε αυτό ζημιές. Η εναγόμενη αφού έκανε εκσκαφή 390 τετραγωνικών μέτρων και αφαίρεσε 780 κυβικά μέτρα φυσικού εδάφους, κατασκεύασε βάση από οπλισμένο σκυρόδεμα περιμέτρου 25 μέτρων περίπου, εντός του τεμαχίου και επί της βάσεως αυτής στερέωσε και τοποθέτησε χαλύβδινο πύργο ύψους περίπου 30 μέτρων. Ο πύργος αυτός έχει αριθμό 29 σύμφωνα με τα σχέδια της εναγόμενης. Τα εφτά ηλεκτροφόρα καλώδια του ανωτέρου πύργου διέρχονται υπεράνω και δια μέσου του τεμαχίου των εναγόντων, προς τους πυλώνες αρ.28 και 30 και μεταφέρουν ηλεκτρικό ρεύμα υψηλής τάσης 132000 volts. Η πιο πάνω επέμβαση της εναγόμενης έχει επηρεάσει ουσιωδώς την αξία του πιο πάνω κτήματος των εναγόντων διότι εκτός της επέμβασης και οχληρίας στο πιο πάνω κτήμα, έχει εκμηδενίσει τις προοπτικές ανάπτυξης, χρήσης και αξιοποίησης του κτήματος αφού η εγκατάσταση πυλώνα και εναέριων γραμμών ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης είναι στοιχεία αποτρεπτικά για την αγορά ή/ και αξιοποίηση ή/και χρήση ή/και εκμετάλλευση ακίνητης περιουσίας λόγω της γενικής και κοινής εντύπωσης ότι αυτά προκαλούν σοβαρά προβλήματα υγείας. Το ανωτέρω ηλεκτρικό ρεύμα που διέρχεται ως ανωτέρω υπεράνω του κτήματος των εναγόντων, ως γνωστόν, δημιουργεί ισχυρά ηλεκτρομαγνητικά κύματα τα οποία είναι επιβλαβή για τον ανθρώπινο οργανισμό. Μεταξύ άλλων προκαλούν καρκίνο και θάνατο. Είναι δε επιβλαβή μέχρι ακτίνα 300 μέτρων περίπου. Η εναγόμενη κατέστρεψε παντελώς το κτήμα των εναγόντων και τα ηλεκτροφόρα καλώδια διέρχονται υπεράνω του κτήματος με δυσμενέστατα αποτελέσματα για την αξιοποίηση αυτού. Οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν τη συγκατάθεση τους για τέτοιες κατασκευές και/ή για τέτοια διέλευση καλωδίων και ηλεκτρικού ρεύματος δια μέσου της περιουσίας των και ως εκ τούτου απαιτούν όπως τα ανωτέρω ηλεκτροφόρα καλώδια και ο πύργος απομακρυνθούν αμέσως από την περιουσία τους. Εν εναντία περιπτώσει απαιτούν €100000- από την εναγόμενη. Η εναγόμενη και/ή αντιπρόσωποι και/ή διευθυντές και/ή υπάλληλοι αυτής εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να επεμβαίνουν παράνομα στο ως άνω ακίνητο προκαλώντας στους ενάγοντες απώλεια και/ή ζημιά. Από την τοιαύτην διαρκή παράνομη επέμβαση αυτοί υφίστανται διαρκή ζημίαν και απαιτούν όπως αποζημιωθούν. Εξ' αιτίας των λόγων οι οποίοι αναφέρθηκαν οι ενάγοντες υπέστησαν απώλειες και ζημιές ως ακολούθως δικογραφούνται: α) Ζημιά από επέμβαση ει το κτήμα των εναγόντων και αξία καταλειφθείσης γης. €60.000 β) Επιζήμια επίδραση επί του υπολοίπου κτήματος των εναγόντων. €20.000 γ) Δαπάνη που υπολογίζεται για επαναφορά του τεμαχίου στην προτέρα κατάσταση. €
  4. 0000 δ) Έξοδα για χωματουργικές εργασίες, δημιουργία πρόσβασης, απομάκρυνση χωμάτων, λίθων και σκυροδέματος από το κτήμα των εναγόντων. €7.620 ε) Έξοδα τοπογράφου-μηχανικού-χωρομέτρη Ιεζεκιήλ Α. Ιεζεκιήλ € 1.190 στ) Έξοδα πολιτικού μηχανικού-εκτιμητή Χάρη Τ. Χαραλάμπους € 1.190 ----------------- €100.000 Από την αντίθετη πλευρά η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση στις αξιώσεις των εναγόντων η οποία περιλαμβάνει τόσο προδικαστικές ενστάσεις όσο και ισχυρισμούς επί της ουσίας των θέσεων των εναγόντων ως ακολούθως: Εγείρει την προδικαστική ένσταση ότι, στην έκταση που η παρούσα αγωγή αφορά σε ισχυριζόμενη ζημιά και/ ή δυσμενή αποτελέσματα για την αξιοποίηση της επίδικης ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα του ακινήτου με αρ. εγγραφής XXX, τεμ.XXX, Φ/Σχ. 45/45 στη XXX της Επαρχίας Πάφου, λόγω ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης και/ή λόγω ισχυριζόμενης παράνομης εγκατάστασης ηλεκτροφόρων καλωδίων υπεράνω του τεμαχίου και/ή λόγω παράνομης διάνοιξης δρόμου, η αγωγή είναι πρόωρη και/ή στερείται νομικής βάσης, καθότι έπρεπε να προηγηθεί η εμπρόθεσμη καταχώρηση προσφυγής και/ή προσφύγων και έκδοση ακυρωτικής απόφασης και/ή αποφάσεων, αφενός ως προς το θέμα της απόφασης και/ή αποφάσεων τοποθέτησης μέρους της εναέριας γραμμής και πυλώνα στο τεμάχιο και αφετέρου, ως προς τη σχετική Πολεοδομική Άδεια σε σχέση με την πορεία της επίδικης γραμμής και/ή σε κάθε περίπτωση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στερείται καθ' όλην δικαιοδοσίας να αποφανθεί περί της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης και/ ή εγκατάστασης. Περαιτέρω εγείρει την προδικαστική ένσταση ότι, στην έκταση που η παρούσα αγωγή αφορά σε ζημιά από ισχυριζόμενη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, για τον σκοπό κατασκευής ηλεκτρικής γραμμής μεταφοράς, η παρούσα αγωγή είναι απαράδεκτη και/ή δεν μπορεί να προχωρήσει και/ή το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στερείται δικαιοδοσίας να την επιληφθεί, καθότι εφαρμοστέα στην παρούσα περίπτωση είναι η διαδικασία που καθορίζουν τα άρθρα 35 επόμενα του περί Ανάπτυξης Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Πρόσθετα εγείρει προδικαστική ένσταση ότι, στην έκταση που η παρούσα αγωγή αφορά σε αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη ζημιά και/ ή μείωση της αξίας ακίνητης περιουσίας από την εγκατάσταση εναέριας γραμμής, για την οποία εκδόθηκε Πολεοδομική Άδεια, η παρούσα αγωγή είναι απαράδεκτη και/ ή πρόωρη και/ή δεν μπορεί να προχωρήσει, καθότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του Άρθρου 68 του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου ( Ν. 90/72)και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Πρόσθετα και/ή διαζευκτικά και στην έκταση που η αγωγή αφορά σε αποζημιώσεις για ισχυριζόμενες ζημιές και/ή δυσμενή επίδραση από την τοποθέτηση της επίδικης γραμμής, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της παρούσας αγωγής, καθότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της τέτοιας τοποθέτησης

(2002)δεν ήταν κύριοι και/ή ιδιοκτήτες και/ή δεν ήταν δικαιούχοι προς εγγραφή στο όνομα τους του τεμαχίου, του οποίου κατέστησαν κύριοι και/ ή εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες σε μεταγενέστερο χρόνο
(2005)και εν γνώσει της τέτοιας τοποθέτησης. Πρόσθετα, εγείρει την προδικαστική ένσταση ότι, η παρούσα αγωγή δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής εναντίον της και/ή ότι δεν στοιχειοθετείται αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον της Αρχής και/ή ότι στη βάση των γεγονότων που θα αναφερθούν στη συνέχεια, δεν υφίσταται η ισχυριζόμενη και/ή οι ισχυριζόμενες βάσεις αγωγής. Άνευ επηρεασμού των προδικαστικών ενστάσεων, οι οποίες παρεμβάλλω ενόψει της μη προώθησης τους για προδικαστική εκδίκαση θα εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, αναφέρουν τα κάτωθι: Η εναγόμενη αναφέρει ότι αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων, πλην των όσων ρητά παραδέχεται. Ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του τεμαχίου (κατά 1/3 μερίδιο έκαστος) στις 22.7.
  1. Μέρος του τεμαχίου (έκτασης 5.921 μ2) έχει απαλλοτριωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία κατά ή περί το 2006-2007 για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας, δηλαδή για την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου Πάφου-Πόλης Χρυσοχούς, για την οποία απαλλοτρίωση οι Ενάγοντες έχουν αποζημιωθεί. Παραδέχεται μόνο ότι προέβη στη διάνοιξη και κατασκευή δρόμου πρόσβασης για κατασκευή πυλώνα δια μέσου του τεμαχίου, όπου και τοποθέτησε τον εν λόγω πυλώνα (αρ.29) αρνείται όμως ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν κατά/ ή περί τα έτη 2010-2011 και ισχυρίζεται ότι, η όλη εργασία κατασκευής έγινε κατά ή περί το έτος 2002, ακολουθώντας όλες τις νόμιμες διαδικασίες και σε κάθε περίπτωση, σε χρόνο προγενέστερο της κτήσης του ακινήτου από τους Ενάγοντες. Σε ότι αφορά τα γεγονότα ισχυρίζεται ότι αυτά έλαβαν χώρα ως ακολούθως: α) Η Αρχή εξασφάλισε την Πολεοδομική Άδεια αρ. ΠΑΦ/0545/1998 ημερομηνίας 18.12.2000, σε σχέση με την εγκατάσταση της επίδικης γραμμής. β) Με βάση την ισχύουσα Νομοθεσία, η Αρχή προχώρησε στη διαδικασία εξασφάλισης των απαιτούμενων εγκρίσεων, από τα αρμόδια Κυβερνητικά Τμήματα και/ ή Αρχών, μέχρι τον Οκτώβρη του 2001 και ταυτόχρονα στην εξασφάλιση των συγκαταθέσεων από τους επηρεαζόμενους ιδιοκτήτες, με βάση το Άρθρο 31 του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφάλαιο
  2. γ) Μεταξύ των ιδιοκτητών, τα τεμάχια των οποίων επηρεάζονταν από την επίδικη εναέρια γραμμή, ήταν και κάποια XXXXX Ξενοφού Γιαννακού, ιδιοκτήτρια του τεμαχίου, στην οποία και αποστάληκε σχετικό έντυπο για να προχωρήσει την συγκατάθεσή της, κατά/ ή περί την 8.8.
  3. δ) Επειδή η εν λόγω ιδιοκτήτρια αρνήθηκε και ή δεν ανταποκρίθηκε εντός του χρονοδιαγράμματος που καθορίζεται από τη σχετική Νομοθεσία, η Αρχή, δυνάμει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου, αποτάθηκε στον Έπαρχο Πάφου για να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του, πράγμα το οποίο έγινε στις 11.3.
  4. ε) Η εν λόγω ιδιοκτήτρια, ουδέποτε προσέβαλε ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου, ούτε την προαναφερόμενη Πολεοδομική Άδεια, αλλά ούτε και την απόφαση της Αρχής που ολοκληρώθηκε με την προαναφερόμενη συγκατάθεση του Επάρχου, για τοποθέτηση της επίδικης εναέριας γραμμής πάνω από το τεμάχιο. στ) Η Αρχή κατά ή περί το έτος 2002 προχώρησε με τις εργασίες κατασκευής της επίδικης γραμμής. ζ) Οι Ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του τεμαχίου μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 22.7.2005, κατά χρόνο που η επίδικη γραμμή ήταν ήδη εγκατεστημένη στο τεμάχιο. η) Την 1.9.06, με την ΑΔΠ 816, γνωστοποιήθηκε η απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου έκτασης 5.921 μ2 και με την ΑΔΠ 890 ημερομηνίας 3.8.07, εκδόθηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης, η οποία απαλλοτρίωση έγινε από την Κυπριακή Δημοκρατία για τους σκοπούς διάνοιξης του νέου αυτοκινητόδρομου Πάφου-Πόλης Χρυσοχούς. θ) Οι Ενάγοντες αποζημιώθησαν για την εν λόγω απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου. ι) Η Αρχή εξασφάλισε στις 15.11.06, Πολεοδομική Άδεια με στοιχεία ΠΑΦ/00112/2004, για μικρή μετακίνηση της επίδικης γραμμής, λόγω του ότι επηρέαζε την κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου Πάφου-Πόλης Χρυσοχούς. ια) Επειδή η προτιθέμενη μετακίνηση επηρέαζε και το τεμάχιο, η Αρχή προχώρησε στην διαδικασία εξασφάλισης συγκαταθέσεων, αφενός, με αποστολή στις 28.8.2007 διπλοσυστημένης επιστολής στον XXXXX Γέρου( Ενάγοντα αρ.1), χωρίς όμως καμία ανταπόκριση και αφετέρου, για τους XXXXX Ζινιέρη (Ενάγοντα αρ.2) και XXXXX Σιέπη ( Ενάγοντα αρ. 3) ενόψει άγνωστης διεύθυνσης, κατά τον Ιανουάριο του 2006 ακολουθήθηκε η διαδικασία της Δημόσιας Ειδοποίησης στην πινακίδα του γραφείου του Κοινοτάρχη Τσάδας, χωρίς όμως οποιασδήποτε ανταπόκρισης από μέρους των Εναγόντων 2 και
  5. ιβ) Ενόψει των πιο πάνω, η Αρχή προχώρησε στην εξασφάλιση συγκατάθεσης από τον Έπαρχο Πάφου, στις 23.3.
  6. ιγ) Λόγω της οικονομικής κρίσης, η Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε να μην προχωρήσει με τις διαδικασίες κατασκευής του νέου αυτοκινητόδρομου Πάφου- Πόλεως Χρυσοχούς, με συνεπακόλουθο, η Αρχή να σταματήσει τη διαδικασία μετακίνησης της επίδικης γραμμής. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων η εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ειδικότερα ότι ο δρόμος είναι παράνομος, το ισχυριζόμενο μήκος και πλάτος του αλλά και ότι ο δρόμος έχει αποκόψει το τεμάχιο σε δύο μέρη μειώνοντας την αξία του κατά €20.
  7. Ισχυρίζεται δε ότι ο δρόμος διανοίχθηκε μόνο για σκοπούς κατασκευής και/ ή πρόσβασης στο σημείο κατασκευής του πυλώνα (αρ.29), δεν είναι μόνιμος, ούτε επίσημα εγγεγραμμένος ως τέτοιος και σε κάθε περίπτωση, δεν μειώνει την αξία του τεμαχίου, με δεδομένα τα πολεοδομικά και φυσικά χαρακτηριστικά του. Η όποια αποκοπή του τεμαχίου σε δύο ή περισσότερα μέρη, οφείλεται στην προγενέστερη απαλλοτρίωση του, όπως πιο πάνω αναφέρεται και όλες της οι ενέργειες για τη διάνοιξη του εν λόγω δρόμου, εμπίπτουν εντός των πλαισίων του Άρθρου 36 του Νόμου. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι η εναγόμενη δεν προέβη σε οποιανδήποτε εκσκαφή 390 μ2 και αρνείται ότι αφαίρεσε 780 μ3 φυσικού εδάφους για την κατασκευή της βάσης του πυλώνα με αρ. 29 και ισχυρίζεται ότι, για την εγκατάσταση πυλώνα του τύπου όπως ο αρ. 29, είναι αναγκαία η εξόρυξη 15 περίπου κυβικών μέτρων (μ3) μπάζων για κάθε πόδι του πυλώνα (συνολικά 60μ3) περίπου μπάζα) από τα οποία, τα 52 μ3 περίπου επαναχρησιμοποιούνται για την επιχωμάτωση των θεμελιώσεων του πυλώνα και τα υπόλοιπα 8 μ3, απλώνονται επιμελώς γύρω από τα θεμέλια του πυλώνα, όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Αρνείται ότι η ισχυριζόμενη επέμβαση έχει επηρεάσει ουσιωδώς την αξία του τεμαχίου και ότι έχει εκμηδενίσει τις προοπτικές ανάπτυξης, χρήσης και αξιοποίησης του τεμαχίου και πρόσθετα αρνείται ότι η παρουσία της επίδικης εναέριας γραμμής είναι στοιχείο αποτρεπτικό για την αγορά ή/και αξιοποίηση ή/και χρήση ή/και εκμετάλλευση ακίνητης ιδιοκτησίας, λόγω γενικής και κοινής εντύπωσης ότι αυτά προκαλούν σοβαρά προβλήματα υγείας. Πρόσθετα αρνείται ότι η επίδικη γραμμή συνιστά οχληρία και αφετέρου ισχυρίζεται ότι, το γεγονός της μη προβολής της Πολεοδομικής Άδειας και/ ή Αδειών καθώς και της απόφασης και/ ή αποφάσεων για την εγκατάσταση της επίδικης εναέρια γραμμής, έχει ως συνέπεια, οι εν λόγω άδειες και αποφάσεις να δεσμεύουν τους Ενάγοντες και να επενεργούν επ' όφελος της Αρχής. Αρνείται ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι η ίδια κατέστρεψε παντελώς το τεμάχιο, επαναλαμβάνει την πιο πάνω Υπεράσπιση της και πρόσθετα ισχυρίζεται ότι, η ύπαρξη της επίδικης γραμμής, ουδόλως επιδρά στη χρήση και/ή αξιοποίηση του, σύμφωνα με το πολεοδομικό καθεστώς του τεμαχίου (Γεωργική Ζώνη Γ3 και Ζώνη Προστασίας Ζ3). Πρόσθετα αρνείται ότι προκάλεσε στους Ενάγοντες την ισχυριζόμενη ζημιά ύψους €100.000 και/ ή οποιαδήποτε ζημιά, καθότι μεταξύ άλλων, ο όρος και/ ή όροι που έθεσε ο Έπαρχος Πάφου στην απόφαση της Αρχής για τοποθέτηση της επίδικης εναέριας γραμμής, καλύπτουν πλήρως τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου κατά τον χρόνο της τέτοιας συγκατάθεσης και πρόσθετα, το πολεοδομικό καθεστώς του τεμαχίου, δεν δικαιολογεί την ισχυριζόμενη μείωση της αξίας του. Πέραν της άρνησης όλων των ισχυρισμών για ζημιά και/ή δικαίωμα αποζημίωσης αναφέρει ότι εν πάση περιπτώσει ο μη καθορισμός και η πληρωμή αποζημίωσης στον Ενάγοντα για την παρουσία της επίδικης γραμμής στο τεμάχιο, ουδόλως επιδρούν στη νόμιμη παρουσία της επίδικης γραμμής, ούτε και αποτελούν προϋπόθεση στο δικαίωμα της για εγκατάσταση της τέτοιας γραμμής. Όσον δε αφορά στον χρόνο υπολογισμού της όποιας αποζημίωσης τυχόν αποδείξουν οι Ενάγοντες ότι δικαιούνται, αυτό είναι θέμα νομικό και όχι πραγματικό. Άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται πιο πάνω ισχυρίζεται ότι, η ισχυριζόμενη μείωση της αξίας του τεμαχίου και/ή η ισχυριζόμενη εκτίμηση και/ή οι ισχυριζόμενες ζημιές και/ή απώλειες είναι υπερβολικές και/ή παράλογες και/ή διογκωμένες και/ή λανθασμένα εκτιμημένες και/ή υπολογισμένες. Οι ενάγοντες με την απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης αρνούνται τις προδικαστικές ενστάσεις αυτής και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς των. Ακροαματική Διαδικασία: Η ακρόαση διεξήχθη με την παρουσία συνολικά 6 μαρτύρων, ήτοι 4 εκ μέρους των εναγόντων και 2 εκ μέρους της εναγόμενης. Εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσαν οι κ. XXXXX Ιεζεκιήλ (Μ.Ε.1), κ. XXXXX Γιαννή (Μ.Ε.2), κ. XXXXX Παπαχριστοδούλου (Μ.Ε.3), και ο κ. XXXXX Αταλιώτης (Μ.Ε.4). Από πλευράς των εναγόμενων κατέθεσαν οι κ. XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1) και ο κ. XXXXX Μουζούρης (Μ.Υ.2). Σωρεία δε έγγραφης μαρτυρίας κατατέθηκε υπό την μορφή 25 τεκμηρίων. Με βάση τα δικόγραφα των διαδίκων προκύπτει ότι τα επίδικα ζητήματα που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα νομικών αλλά και πραγματικών θεμάτων. Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων που αφορούν τη νομιμοποίηση των εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αγωγή, τίθεται το ζήτημα της νομιμοποίησης των να λάβουν αποζημίωση ενόψει του ότι κατέστησαν ιδιοκτήτες του ακινήτου μετά την τοποθέτηση της γραμμής αλλά και σε περίπτωση θετικής απάντησης το ύψος αυτής της αποζημίωσης στη βάση της σχετικής μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων. Προς κατάληξη επί των επίδικων ζητημάτων θα πρέπει να προηγηθεί κατάληξη επί των πραγματικών γεγονότων. Απαιτείται επομένως αξιολόγηση της μαρτυρίας ενόψει και των διαφωνιών ως προς διάφορα πραγματικά γεγονότα όπως οι εργασίες και οι επιδράσεις τους επί του ακινήτου. Με σκοπό την αξιολόγηση όλων των ενώπιον μου μαρτύρων θεωρώ ορθότερο να προβώ στην παρουσίαση συνοπτικά του περιεχομένου της μαρτυρίας εκάστου προσώπου ενώ λεπτομέρειες των θέσεων που έκαστος παρουσίασε θα τεθούν στο στάδιο της αξιολόγησης τους. Μέσα από την όλη ενώπιον μου διαδικασία αλλά και τα δικόγραφα προέκυψε ότι μια σειρά από γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται αλλά αντίθετα αποτελούν κοινό έδαφος. Καταρχήν σημειώνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι στο επίδικο τεμάχιο η εναγόμενη τοποθέτησε τον επίδικο πυλώνα υψηλής τάσης. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ομοίως δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα το κοινά αποδεκτό πλαίσιο γεγονότων έχει ως εξής: Η Αρχή δυνάμει του Τεκμηρίου 15 εξασφάλισε την Πολεοδομική Άδεια αρ. ΠΑΦ/0545/1998,ημερομηνίας 18.12.2000, σε σχέση με την εγκατάσταση της Εναέριας Γραμμής Μεταφοράς 132Kv, από την Αγία Βαρβάρα μέχρι Στρουμπί. Ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου το οποίο μεταξύ άλλων επηρέαζε η γραμμή που αδειοδοτήθηκε με το τεκμήριο 15 ήταν κατά τον χρόνο αυτό η XXXXX Ξενοφού Γιαννακού στην οποία και αποστάληκε έντυπο για να παραχωρήσει τη συγκατάθεσή της. Η Γιαννακού δεν απάντησε καθ' οιονδήποτε τρόπο στα πιο πάνω και η Αρχή αποτάθηκε στον Έπαρχο Πάφου για να εξασφαλίσει την συγκατάθεσή του, πράγμα το οποίο έγινε στις 11.3.2002 (βλέπε σχετικά το Τεκμήριο 16). Η Γιαννακού ουδέποτε προσέβαλε ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου την Πολεοδομική Άδεια αλλά και την απόφαση της Αρχής. Η Αρχή κατά ή περί το έτος 2002, προχώρησε με τις εργασίες κατασκευής της εναέριας γραμμής, ήτοι πράγματι διάνοιξε και κατασκεύασε δρόμο πρόσβασης δια μέσου του τεμαχίου και εγκατέστησε εναέριες γραμμές υπεράνω του τεμαχίου οι οποίες στηρίζονται, τόσο στον προαναφερόμενο πυλώνα, όσο και στον προηγούμενο και επόμενο πυλώνα, που εγκαταστάθηκαν σε άλλα τεμάχια. Η Γιαννακού ουδέποτε υπέβαλε στην Αρχή, απαίτηση για αποζημιώσεις για ζημιές στο τεμάχιο, λόγω των πιο πάνω εργασιών, αλλά ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση για αποζημιώσεις δυνάμει του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου. Οι Ενάγοντες κατέστησαν κύριοι κατά 1/3 μερίδιο έκαστος του τεμαχίου, μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 22.7.2005, σε χρόνο που η γραμμή, ήταν ήδη εγκατεστημένη στο επίδικο τεμάχιο. Η τιμή πώλησης ανήλθε στα €21.375= (υπάρχουν συνημμένοι οι τίτλοι ιδιοκτησίας στα τεκμήρια 6 και 17). Μετά την αγορά του ακινήτου, οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν ούτε την πολεοδομική άδεια ούτε και την απόφαση της αρχής για τοποθέτηση του πυλώνα. Καμία δε απαίτηση για αποζημίωση προέβαλαν πέραν της αγωγής. Την 1/9/06, με την ΚΔΠ 816 (βλέπε Τεκμήριο 18) γνωστοποιήθηκε η απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου έκτασης 5.921 μ2 και με την ΚΔΠ 890 ημερομηνίας 3.8.07 (βλέπε Τεκμήριο 19) εκδόθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης, η οποία απαλλοτρίωση έγινε από την Κυπριακή Δημοκρατία για τους σκοπούς διάνοιξης του νέου αυτοκινητόδρομου Πάφου-Πόλης Χρυσοχούς. Ως τέθηκε μέσα από την μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε οι ενάγοντες έλαβαν αποζημίωση για την απαλλοτρίωση ύψους €50.
  8. Τα τεκμήρια 8, 10 και 11 δεικνύουν επί χάρτου την πράξη απαλλοτρίωσης και τα νέα 3 τεμάχια που δημιουργήθηκαν. Τα τεμάχια με αρ. 593 και 594 εξακολουθούν να είναι ιδιοκτησίας των εναγόντων. Ενόψει της απαλλοτρίωσης η εναγόμενη αποτάθηκε με νέα αίτηση για πολεοδομική άδεια ως προς την μετακίνηση, της επίδικης γραμμής την οποία έλαβε στις 15.11.06 με στοιχεία ΠΑΦ/00112/2004 ( βλέπε Τεκμήριο 20). Αποτάθηκε η εναγόμενη εκ νέου στη διαδικασία εξασφάλισης συγκαταθέσεων, με επιστολή στον ενάγοντα 1 (Τεκμήρια 21) και αναφορικά με τους ενάγοντες 2 και 3 με διαδικασία Δημόσιας Ειδοποίησης στην πινακίδα του γραφείου του Κοινοτάρχη Τσάδας (Τεκμήριο 22). Καμία απάντηση ή ανταπόκριση από τους ενάγοντες έλαβε χώρα. Η εναγόμενη εκ νέου αποτάθηκε στον Έπαρχο αναφορικά με την νέα πολεοδομική άδεια και έλαβε συγκατάθεση δυνάμει των τεκμηρίων 23 και
  9. Με το τεκμήριο 25 η εναγόμενη ενημέρωσε τον ενάγοντα 1 για αυτήν τη συγκατάθεση. Εν τέλει και λόγω της μη εκτέλεσης του έργου της απαλλοτρίωσης η εναγόμενη σταμάτησε τη διαδικασία μετακίνησης της επίδικης γραμμής και αυτή παρέμεινε ως είχε εγκατασταθεί με την αρχική πολεοδομική άδεια του
  10. Προκύπτουν επομένως μέσα από την κοινά αποδεκτή μαρτυρία, γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν, και η χρονολογική σειρά αυτών. Μέσα από αυτά τίθεται ένα πλαίσιο ευρημάτων επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται κατά πρώτο λόγο να αποφασίσει νομικά ζητήματα και κατά δεύτερο να καθορίσει σε περίπτωση που οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης το ποσό αυτής. Μέσα από την υπεράσπιση της εναγόμενης προκύπτουν προδικαστικές ενστάσεις κατά πρώτο λόγο και επί των οποίων βασίστηκαν οι τελικές αγορεύσεις της συνηγόρου των. Κατά πρώτο λόγο εγείρεται ζήτημα αποδοχής της αγωγής προς προώθηση στη βάση της παράνομης επέμβασης. Η λήψη πολεοδομικής άδειας αλλά και κατά κύριο λόγο η λήψη συγκατάθεσης του Έπαρχου Πάφου για την εγκατάσταση της επίδικης γραμμής αποτελούν σύμφωνα με την συνήγορο λόγο για τον οποίο η αγωγή στερείται νομικής βάσης και ειδικότερα αυτή της παράνομης επέμβασης. Ανεξάρτητα από το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι πρόνοιες του Κεφ.171, Πέρι Ανάπτυξης Ηλεκτρισμού Νόμου και ειδικότερα τα άρθρα 35 - 37, προβλέπουν διαδικασία με σκοπό την αποζημίωση που πρέπει να προηγηθεί μιας αγωγής με συνέπεια να καθίσταται η παρούσα πρόωρη και καταδικαστέα σε απόρριψη λόγω της μη προώθησης των προγενέστερων διαδικασιών. Κατά τρίτο λόγο θα πρέπει να αποφασισθεί κατά πόσο και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, εάν οι ενάγοντες, έχοντας αποκτήσει κυριότητα του επίδικου ακινήτου ως ιδιοκτήτες το 2005, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της εγκατάστασης της επίδικης γραμμής, και έχοντας αγοράσει αυτό με την επίδικη γραμμή να υφίσταται εντός αυτού, δύνανται και νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από την εναγόμενη. Τέλος επίδικο ζήτημα αποτελεί το ποσό της αποζημίωσης που θα αποφασισθεί στη βάση της μαρτυρίας των εκτιμητών. Μέσα από το κοινό πλαίσιο γεγονότων προκύπτει ότι το μόνο ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί και άπτεται αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι το ζήτημα της αποζημίωσης. Τα λοιπά θέματα ως ανωτέρω καθορίστηκαν αποτελούν νομικά ζητήματα επί γεγονότων που αποτέλεσαν κοινό έδαφος. Προς συμπλήρωση των ουσιωδών γεγονότων με αναφορά στην επιζήμια επίδραση έπεται ως επόμενο βήμα η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων εκάστης πλευράς. Παρακολούθησα με την απαιτούμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). » Σημειώνεται περαιτέρω ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Επί του προκειμένου εφαρμογή επί της αξιολόγησης των μαρτύρων έχουν και οι αρχές που καθιερωθήκαν αναφορικά με την αξιολόγησης εμπειρογνωμόνων. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνώμονα όσον και για τους μάρτυρες γεγονότων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Ιωαννίδου κ.ά. ν. JAGJID SINGH κ.ά.,
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1805 στη σελίδα 1814: «Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια όπως για κάθε μάρτυρα να δεχθεί ή όχι τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα αφού αιτιολογήσει την απόφαση του. Όπως λέχθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση στη Βασιλείου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1414 "είναι σταθερή η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνώμονα όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες". Παράδειγμα είναι η υπόθεση Λουκά ν. Κούρτη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 603, όπου το Δικαστήριο απέρριψε τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα και προχώρησε στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του βασιζόμενο στη μαρτυρία του εναγόμενου». Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στον κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «... να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία». (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates [1953] S.C. 34). Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη ενός εμπειρογνώμονα, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Με άλλα λόγια, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή,
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ.2298). Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του (βλ. Jovcev. Yeomans,
(1981)2 All Ε. R. 21). Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, η γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία τους δεν δεσμεύει το δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Cross on Evidence, 5η Έκδοση, σελ. 446, Phipson on Evidence, 11η Έκδοση, σελ. 510, παρ. 1286, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 132 και Vassilico Cement Works Ltd v. Stavrou,
(1978)1 C.L.R. 389, σελ. 397). Ο ΜΕ1 αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, τα προσόντα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν υιοθέτησε την τεχνική του έκθεση τεκμήριο 1, στην οποίαν αναφέρει ουσιαστικά τα κάτωθι: Περί του έτος 2014, διενέργησε μετρήσεις στο επίδικο ακίνητο διαπιστώνοντας ότι σε συγκεκριμένο σημείο, το οποίο σημείωσε σε επισυνημμένο σχέδιο, έγινε εκσκαφή 390 τ.μ και αφαιρέθηκαν 780 κυβικών μέτρων φυσικού εδάφους. Έγινε διάνοιξη δρόμου 274 τ.μ και αφαιρέθηκαν περίπου 500 κυβικών μέτρων φυσικού εδάφους. Το κόστος για επαναφορά του τεμαχίου στην αρχική του θέση είναι €17.620 το οποίο περιλαμβάνει κόστος αγοράς, μεταφοράς, τοποθέτησής, συμπίεσης χώματος και καθαρισμού του επίδικου τεμαχίου. Πέραν των πιο πάνω στα οποία περιορίζεται η έκθεσή του αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο έκανε τις μετρήσεις του, στις μεγάλες υψομετρικές διαφορές που δημιουργήθηκαν λόγω της κατασκευής του δρόμου και στο ύψος του ποσού που αναφέρει ως κόστος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 τιμολόγιο για τα έξοδά του ύψους €1.904 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α και το οποίο ανέφερε ότι δεν πληρώθηκε μέχρι και σήμερα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ένα πολύ μικρό μέρος της βάσης του πυλώνα είναι εκτός του τεμαχίου και οι αναφορές και μετρήσεις του γίνονται για το μέρος που είναι εντός. Ως προς τον υπολογισμό του για το έδαφος που αφαιρέθηκε ανέφερε ότι υπάρχουν πολλοί μέθοδοι υπολογισμού και το έδαφος ήταν εμφανές ως προς το πού βρισκόταν από άποψη υψομέτρων. Υπολογίζει ότι μέρος του εδάφους που αφαιρέθηκε τοποθετήθηκε σε άλλο τεμάχιο και άλλα χώματα μετακινήθηκαν αλλού. Τα ποσά που αναφέρει είναι μεταβλητά λόγω αλλαγής των τιμών. Σε ό,τι αφορά το θέμα της απαλλοτρίωσης δεν το έχει εξετάσει καθότι δεν του ανατέθηκε κάτι τέτοιο. Ο μάρτυρας αυτός λαμβάνοντας υπόψη μου και τις αρχές αξιολόγησης εμπειρογνώμονα δεν κρίνω ότι εφοδίασε το Δικαστήριο με επαρκή στοιχεία και τα οποία να οδηγούν σε σαφή ευρήματα γεγονότων. Συγκεκριμένα η μαρτυρία του παρέμεινε γενική τόσο ως προς τα κυβικά μέτρα χωμάτων που μετακινήθηκαν ως η θέση του, όσο και ως προς το κόστος για την επαναφορά του τεμαχίου στην αρχική του θέση. Ως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε υπάρχουν παρά πολλοί μέθοδοι υπολογισμού και ογκομέτρησης των χωμάτων χωρίς όμως να καθορίσει τη συγκεκριμένη μέθοδο που χρησιμοποίησε στην προκειμένη περίπτωση και αναφέροντας περιοριστικά ότι το έδαφος «είναι εμφανές» υπολογίζοντας από την όψη πως ήταν η κατάσταση των χωμάτων και υποθέτει ότι αφαιρέθηκαν με εκσκαφές αλλά και υποθέτει και ως προς τον ακριβές όγκο που αφαιρέθηκε. Αυτή η μαρτυρία στην απουσία σαφούς αναφοράς του τρόπου υπολογισμού αποστερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να καταλήξει στην ορθότητά του. Παράλληλα δεν παραβλέπω και την αοριστία με την οποίαν τέθηκε το υπολογιζόμενο από αυτόν κόστος. Ενώ αναφέρει στο τεκμήριο 1 ότι στο κόστος περιλαμβάνονται έξοδα αγοράς, μεταφοράς, τοποθέτησης, συμπίεσης χώματος και καθαρισμού, εντούτοις δεν εξειδικεύει ανά εργασία τα ποσά ενώ παράλληλα σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του αναφέρει ότι τα ποσά αυτά ενδεχομένως από το 2014 να έχουν μεταβληθεί γεγονός που καθιστά τη μαρτυρία του περαιτέρω ασαφή. Η μαρτυρία του από πλευράς διαπιστώσεων, ήτοι ότι εντός του επίδικου ακινήτου τοποθετήθηκε πυλώνας και προς τούτο διανοίχθηκε δρόμος δεν αμφισβητείται και είναι αποδεκτή. Δεν αποτελεί επίδικο θέμα το κατά πόσο υπάρχει αυτός ο πυλώνας, αλλά μεταξύ των άλλων νομικών ζητημάτων και πέραν αυτών, το κατά πόσο η τοποθέτηση προκάλεσε τις ισχυριζόμενες ζημιές και ποια είναι η αξία της αποζημίωσης που τυχόν δικαιούνται οι Ενάγοντες. Επομένως μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 αποδέχομαι τα μη αμφισβητούμενα και παραδεκτά γεγονότα της ύπαρξης πυλώνα και της διάνοιξης δρόμου ως προπαρασκευαστική εργασία, αλλά για τους λόγους που ανέφερα δεν μπορώ να αποδεχτώ τις μετρήσεις σε ό,τι αφορά τους όγκους χωμάτων αλλά και την αξία του κόστους επαναφοράς στην αρχική κατάσταση του ακινήτου ως αυτή καθορίστηκε από τον μάρτυρα. Ο Μ.Ε.2 είναι εκτιμητής ακινήτων, τα προσόντα του οποίου επίσης δεν αμφισβητήθηκαν. Ο μάρτυρας κατέθεσε τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 που συνίστανται σε αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης του επίδικου ακινήτου, έγγραφο συγκριτικών πωλήσεων και τιμολόγιο για την αμοιβή του ύψους €2.380 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α και το οποίο ως ανέφερε δεν πληρώθηκε. Με βάση το τεκμήριο 3 το οποίο ανέλυσε ο μάρτυρας, σκοπός της εκτίμησης ήταν ο υπολογισμός της καταβλητέας αποζημίωσης στους ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου λόγω της τοποθέτησης πυλώνα και διέλευσης καλωδίων υψηλής τάσης. Προέβη σε επιτόπια επιθεώρηση 7.10.2020, ενώ αναφέρει τα πρότυπα επί των οποίων βάσισε της εκτίμηση του. Ο χρόνος υπολογισμού της αποζημίωσης με βάση οδηγίες των συνηγόρων των Εναγόντων καθορίστηκε ως η 1.6.
  1. Αναφέρθηκε γενικά σε περιγραφή του ακινήτου το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από την πλατεία του χωριού, με πρόσβαση από δημόσιο εγγεγραμμένο μονοπάτι, κανονικό σχήμα με επιφάνεια που έχει κλίση και μερικώς ομαλή επιφάνεια εδάφους. Το ακίνητο προσφέρει ωραία θέα προς τη γύρω περιοχή και την ανάπτυξη του γηπέδου Golf. Και ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στα κοινά αποδεκτά στοιχεία της τοποθέτησης πυλώνα και εναέριων καλωδίων για την τοποθέτηση των οποίων διανοίχθηκε μη εγγεγραμμένος χωματόδρομος. Αναφέρεται στα πολεοδομικά στοιχεία του ακινήτου το οποίο ανήκει στη ζώνη Γ3 κατά το 90% που είναι γεωργική και κατά το υπόλοιπο 10% στη ζώνη Ζ3 που εμπίπτει σε ζώνη προστασίας. Αποτελεί θέση του μάρτυρα στην εκτίμησή του ότι η τοποθέτηση του πυλώνα και των καλωδίων προκαλεί ουσιώδη μείωση στην αγοραία αξία του ακινήτου και τούτο καθότι υπάρχει δημόσιος φόβος αναφορικά με θέματα υγείας αλλά και αισθητική οχληρία. Αναφέρεται σε μελέτες για την παρουσία ηλεκτρομαγνητικών πεδίων και τις αρνητικές επιδράσεις στην υγεία. Περαιτέρω αναφέρεται στον επηρεασμό των γεωργικών εργασιών λόγω του πυλώνα και των καλωδίων καθότι γεωργικά μηχανήματα δεν θα μπορούν με ασφάλεια να διέρχονται κάτω από τα καλώδια ενώ η τοποθέτηση των καλωδίων διχοτομεί το τεμάχιο με την καλλιέργειά του να επηρεάζεται αρνητικά. Γίνεται από τον ίδιο αποδεκτό ότι το ποσοστό της επιζήμιας επίδρασης, που υιοθέτησε ο εκτιμητής της εναγόμενης και που ανέρχεται σε 36,5%, είναι λογικό, και στη βάση αυτήν χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης καταλήγει ότι με αγοραία αξία κατά την 1.6.2002 τα €3 /μ2 (3 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο) και με επιζήμια επίδραση το πιο πάνω ποσοστό, η καταβλητέα αποζημίωση ανέρχεται στις €18.
  2. Περαιτέρω κατέθεσε στοιχεία ως προς τα συγκριτικά τεμάχια που έλαβε υπόψη και τα οποία επεξήγησε ως προς τον τρόπο που τα χρησιμοποίησε για να καταλήξει στην αγοραία αξία. Το ποσοστό επιζήμιας επίδρασης το υπολόγισε ως το σκεπτικό του εκτιμητή της Εναγόμενης. Το επίδικο ακίνητο ανέφερε γειτνιάζει με την ανάπτυξη Golf και χωρίζεται από αυτήν με ένα αργάκι. Επεξήγησε στην προφορική του μαρτυρία ότι υπάρχει φόβος από το κοινό στην ύπαρξη πυλώνων αναφορικά με προβλήματα στην υγεία και ως εκ τούτου μειώνεται ουσιωδώς η αξία. Πέραν των ζητημάτων υγείας υπάρχουν και άλλοι λόγοι όπως ότι δεν καλλιεργούνται τα μέρη του ακινήτου που βρίσκονται κάτω από τα καλώδια. Σε ό,τι αφορά την επιζήμια επίδραση και το ποσοστό αυτής θεώρησε το ποσοστό του εκτιμητή της Εναγόμενης ως λογικό και δίκαιο και επειδή δεν είναι εύκολο να καταλήξει κάποιος σε αυτό, το υιοθέτησε. Επεξήγησε τα συγκριτικά τεμάχια που έλαβε υπόψη αναφέροντας ότι όλα εμπίπτουν σε γεωργική ζώνη. Κατέθεσε το τεκμήριο 4 που είναι λεπτομέρειες των συγκριτικών τεμαχίων και φωτογραφίες αυτών αναφέροντας ότι χρησιμοποιεί και ως συγκριτικά και ακίνητα που χρησιμοποίησε και ο εκτιμητής της Εναγόμενης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου κατά το 2002 αλλά αυτό δεν έχει σημασία ως προς την εκτίμησή του καθότι αυτή είχε σκοπό τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης κατά την 1.6.
  3. Στον μάρτυρα υποδείχθηκε η εκτίμηση του εκτιμητή της Α.Η.Κ - Τεκμήριο 9 (αρχικά τεκμήριο προς αναγνώριση Α) και ρωτήθηκε ως προς το σκεπτικό του εν λόγω εκτιμητή ως προς το ποσοστό επιζήμιας επίδρασης σε 36,5%. Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 και το σκεπτικό που χρησιμοποίησε ο Μ.Υ.1, μετά την τοποθέτησή του πυλώνα πωλήθηκε το επίδικο ακίνητο στους Ενάγοντες για €21.
  4. Η διαφορά της αξίας που είχε πριν την τοποθέτησή του πυλώνα και της αξίας μετά, στη βάση της τιμής πώλησής του στους Ενάγοντες δίδει το ποσοστό 36,5%, ποσοστό που υιοθέτησε και ο ΜΕ
  5. Αναφέρει όμως ο ΜΕ2 ότι αυτό το σκεπτικό μίας διαφοράς σε τιμές μεσολαβούντων του 2002 μέχρι και το 2005 δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα για την επιζήμια επίδραση. Παρ' όλα αυτά υιοθέτησε αυτό το ποσοστό αναφέροντας ότι είναι λογικό και ότι η ουσιώδης διαφορά της δικής του εκτίμησης με αυτήν του εκτιμητή της Α.Η.Κ έγκειται στην κατά τετραγωνικό μέτρο αξία. Επέμενε ότι το σκεπτικό του εκτιμητή της Α.Η.Κ είναι λανθασμένο εμμένοντας παράλληλα ότι θα μπορούσε να θεωρήσει ως λογικό ποσοστό επιζήμιας επίδρασης ακόμα και το 50% αλλά η προσπάθεια που καταβάλλεται είναι να γίνει συμβιβασμός και προς τούτο υιοθέτησε το ποσοστό του εκτιμητή της Α.Η.Κ. Διαφωνεί με τη χρήση του επίδικου ως συγκριτικό καθότι αποφεύγεται να χρησιμοποιηθεί το ίδιο ακίνητο για σκοπούς εκτίμησης αλλά επιπλέον η πώληση έγινε το 2005, δηλαδή μεταγενέστερα του ουσιώδους χρόνου. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι η τιμή που αγοράστηκε 3 χρόνια μετά τον ουσιώδη χρόνο δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτό αγοράστηκε σε μειωμένη τιμή. Συμφώνησε ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο ακίνητο με τον πυλώνα εγκατεστημένο σε αυτό, αλλά αυτό το γεγονός δεν τους αφαιρεί το δικαίωμα αποζημίωσης το οποίο συνοδεύει το ακίνητο. Στην υποβολή ότι το αγόρασαν σε μειωμένη τιμή λόγω του πυλώνα και άρα επωφελήθηκαν και έλαβαν με αυτόν τον τρόπο αποζημίωση ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι είχαν στο μυαλό τους οι Ενάγοντες και ούτε εάν ήταν σε μειωμένη τιμή καθότι ο ίδιος δεν το θεωρεί ως συγκριτικό. Σε ότι αφορά την απαλλοτρίωση γνωρίζει ότι αυτή έλαβε χώρα και ότι επί χάρτου το τεμάχιο έχει διαχωριστεί σε ξεχωριστά τμήματα και έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας. Συμφώνησε ότι το απαλλοτριωθέν μέρος αφορά στο μέσο του τεμαχίου και τα δύο ακίνητα που απέμειναν στους Ενάγοντες είναι δύο ξεχωριστά δεξιά και αριστερά του απαλλοτριωθέντος μέρους. Σε σχέση με τα Τεκμήρια προς αναγνώριση Β και Γ, μεταγενέστερα τεκμήρια 10 και 11, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά είναι τα δύο νέα τεμάχια που δημιουργήθηκαν μετά την απαλλοτρίωση. Στην υποβολή ότι τα συγκριτικά με αριθμούς 1, 2 και 3 που χρησιμοποίησε διαφέρουν από το επίδικο και ειδικότερα γιατί τα υπ' αριθμόν 1 και 3 εφάπτονται εγγεγραμμένου δρόμου σε αντίθεση με το επίδικο που εφάπτεται μονοπατιού απάντησε μάλιστα, ενώ συμπλήρωσε ότι πράγματι δεν είναι το ίδιο όταν ένα τεμάχιο εφάπτεται σε εγγεγραμμένο δρόμο και όταν άλλο σε μονοπάτι. Σημείωσε βέβαια ότι για αυτούς τους λόγους έκανε την αναπροσαρμογή επειδή μορφολογικά δεν διαφέρουν πολύ αλλά έχουν διαφορά στον δρόμο πρόσβασης. Συγκεκριμένα η αναπροσαρμογή του έγκειται σε μείωση του 20%. Στη βάση της ουσίας της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού αναφέρω εξ' αρχής ότι η μαρτυρία του και ειδικότερα η εκτίμησή του παρουσιάζει κενά και αδυναμίες που προβληματίζουν σε μεγάλο βαθμό το Δικαστήριο. Υπενθυμίζω ότι και ο μάρτυρας αυτός και ο εκτιμητής της Εναγόμενης είχαν σκοπό να καθορίσουν την αγοραία αξία του ακινήτου χρησιμοποιώντας και οι δύο ως ουσιώδη χρόνο εκτίμησης την 1.6.
  6. Η μέθοδος που και οι δύο χρησιμοποίησαν είναι η συγκριτική. Χρησιμοποίησαν πωλήσεις άλλων τεμαχίων, ενώ 4 εκ των συγκριτικών που χρησιμοποίησαν είναι κοινά και ειδικότερα τα τεμάχια με αρ. 402, 492,187 και
  7. Η διαφορά έγκειται στην χρησιμοποίηση από τον ΜΕ2 και τριών άλλων τεμαχίων διαφορετικών από τα άλλα δύο που χρησιμοποίησε ο ΜΥ
  8. Αυτό που προβλημάτισε εξ' αρχής είναι ότι ενώ ο Μ.Ε.2 υιοθέτησε το ποσοστό επιζήμιας επίδρασης του ΜΥ1 εντούτοις στην υπόδειξη του σκεπτικού του μάρτυρα της Α.Η.Κ δηλώνει ξεκάθαρα ότι διαφωνεί αναφέροντας μάλιστα ότι αυτό που έχει σημασία είναι η αξία ανά τ.μ και όχι το ποσοστό. Η θέση όμως αυτή προκύπτει να είναι αόριστη και ασαφής καθότι θα αναμένετο από έναν εμπειρογνώμονα ο οποίος έχει σκοπό και στόχο να καθορίσει την επιζήμια επίδραση να αιτιολογήσει επιστημονικά τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για να καταλήξει σε συγκεκριμένο ποσοστό. Συμφωνεί ότι η μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιηθεί είναι το ποσοστό της επιζήμιας επίδρασης επί των τετραγωνικών. Στη βάση αυτού του σκεπτικού όμως δεν επεξηγεί πως ο ίδιος κατέληξε στην επιζήμια επίδραση σε συγκεκριμένο ποσοστό αλλά αντίθετα υιοθετεί το ποσοστό στο οποίο κατέληξε ο Μ.Υ.1, και ο οποίος παρεμβάλλω δίδει πλήρη εξήγηση για τον τρόπο εις τον οποίο κατέληξε σε αυτό, ως αναφέρει για σκοπούς συμβιβασμού χωρίς όμως να δίδει το υπόβαθρο της επιστημονικής του εξήγησης. Παράλληλα το ουσιώδες αυτό ζήτημα του ποσοστού της επιζήμιας επίδρασης ισχυρίστηκε ότι δεν έχει σημασία προσπαθώντας ουσιαστικά μέσα από τη μαρτυρία του να προτείνει συμβιβαστικές λύσεις. Σε ό,τι αφορά τώρα τα τρία συγκριτικά που διαφοροποιούνται από αυτά του Μ.Υ.1 δεν αμφισβητεί ότι πράγματι υπάρχει αυτή η διαφορά ως προς τα σημεία πρόσβασης και επιμένει ότι προέβη σε αναπροσαρμογές οι οποίες όμως δεν φαίνονται στο τεκμήριο 3 εάν και πώς έγιναν αναφέροντας σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ότι εάν χρειαστεί μπορεί να προβεί και τώρα σε αναπροσαρμογές. Παράλληλα και σε συσχετισμό με την εκτίμησή του Μ.Υ.1 παρατηρώ ότι ενώ επιμένει ότι για τον καθορισμό της επιζήμιας επίδρασης λανθασμένα χρησιμοποίησε ο Μ.Υ.1 το επίδικο ακίνητο για λόγους που αφορούν μεταξύ άλλων τη χρονική περίοδο των 3 ετών από το 2002-2005, εντούτοις και ο ίδιος χρησιμοποιεί συγκριτικά που πωλήθηκαν το 2004 και τα οποία επίσης έχουν χρονική διαφορά από το
  9. Στη βάση των πιο πάνω κενών και παραλείψεων δεν κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ2 εκπληρώνει το καθήκον του ως εμπειρογνώμονα και δεν μπορώ να αποδεχτώ τις αξίες τις οποίες καταλήγει ως βάση ασφαλών ευρημάτων. Αποδέχομαι από την μαρτυρία του τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα αλλά και την μεθοδολογία εκτίμησης ήτοι την συγκριτική. Παρά ταύτα δεν μπορώ εν τη ελλείψει σαφούς επεξήγησης του τρόπου με τον οποίο κατέληξε σε συγκεκριμένο ποσοστό αλλά και την χρησιμοποίηση συγκεκριμένων συγκριτικών χωρίς σαφή επεξήγηση της ταύτισης ή ομοιότητας με το επίδικο να αποδεχθώ το ποσό εις το οποίο καταλήγει. Ο Μ.Ε.3 τοπογράφος μηχανικός, τα προσόντα του οποίου και δεν αμφισβητήθηκαν, κατέθεσε την τεχνική του έκθεση ως Τεκμήριο
  10. Σκοπός της εν λόγω έκθεσης ήταν η αποτύπωση του πυλώνα στο επίδικο ακίνητο. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και επεξήγησε την έκθεσή του καταλήγοντας σε συμπεράσματα περί της ύπαρξης πυλώνα και καλωδίων στο ακίνητο. Η ύπαρξη των στοιχείων αυτών του επίδικου ακινήτου αποτελεί κοινό έδαφος και ως εκ τούτου η μαρτυρία του επί αυτών των σημείων δεν κρίνω ότι προσέφερε οτιδήποτε το ουσιώδες και το οποίο να τείνει να διαφωτίσει τα επίδικα ζητήματα. Μέσα από τη μαρτυρία του αποτύπωσε και αναφέρθηκε σε μετρήσεις για σκοπούς πολεοδομικών αναπτύξεων των εμβαδών που καταλαμβάνουν ο πυλώνας και τα καλώδια. Επεξήγησε αυτούς αναφέροντας ότι λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς Πολεοδομίας 15,5 μέτρα απόσταση δεξιά και αριστερά των γραμμών πλέον περαιτέρω 3 μέτρα καταλήγοντας σε συμπεράσματα επί τετραγωνικών μέτρων που ουσιαστικά αποκλείουν την οποιανδήποτε ανάπτυξη. Το εμβαδό του πυλώνα είναι 38 τ.μ ανέφερε ενώ καταγράφει τα τ.μ που καταλαμβάνουν τα καλώδια δεξιά και αριστερά ανά 15,5 τ.μ πλέον 3 σε έκαστη πλευρά. Ανέφερε ότι τα 15,5 μέτρα δεξιά και αριστερά των καλωδίων μετρώντας από το κέντρο αυτών είναι μια ζώνη προστασίας στην οποία αποκλείεται η οποιαδήποτε ανάπτυξη. Εντόπισε αυτά τα μέτρα στο διαδίκτυο ενώ αποδέχτηκε την υποβολή ότι η απαγορευτική ζώνη για σκοπούς συντήρησης των καλωδίων είναι 12,5 μέτρα και όχι 15,5 με βάση τον νόμο και ότι αυτό που θα έπρεπε να πράξει είναι να υπολογίσει τα 12,5 μέτρα που καθορίζει ο νόμος σε κάθε πλευρά και να προσθέσει τα τρία μέτρα που καθορίζει η Πολεοδομία ήτοι να καταλήξει σε τελικές μετρήσεις συνόλου 15,5 μέτρων δεξιά και αριστερά και όχι 15,5 πλέον 3 όπως έπραξε. Αποδέχτηκε ότι πράγματι χρησιμοποίησε τα 15,5 μέτρα πλέον τα 3 που επιβάλλει η Πολεοδομία αναφέροντας ότι αυτό έκανε σε άλλες περιπτώσεις αλλά εάν δεν είναι έτσι μπορούν να γίνουν αναπροσαρμογές. Στη θέση ότι πέραν του εμβαδού που καταλαμβάνουν τα καλώδια ήτοι αυτό των 619 τ.μ οι άλλες μετρήσεις είναι λανθασμένες, απάντησε ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι υπολογίστηκαν επιπλέον 3 μέτρα σε κάθε πλευρά μπορούν να αφαιρεθούν από τις μετρήσεις του, τα Ε4 και 5 ως το παράρτημα 2 του Τεκμηρίου 6 και να παραμείνει το σύνολο των 15,
  11. Ανάφερε ότι οι μετρήσεις με ενδείξεις Ε2 και Ε3 στην έκθεση του στα παραρτήματα 2 και 3 ήτοι τα 704 και 727 τ.μ δεξιά και αριστερά των καλωδίων είναι το σύνολο του εμβαδού με βάση τα 15,5 μέτρα ως η υποβολή της υπεράσπισης και όχι τα Ε4 και Ε5 που είναι τα επιπλέον 3 εκατέρωθεν που ο ίδιος προσέθεσε. Στη θέση που του υποβλήθηκε ότι για σκοπούς συντήρησης των γραμμών επιβάλλεται ο περιορισμός ανάπτυξης σε 12,5 μέτρα δεξιά και αριστερά των καλωδίων ενώ τα 3 μέτρα είναι ο περιορισμός της Πολεοδομίας που πάντα και ανεξάρτητα από την γραμμή υφίσταται ο μάρτυρας δεν το αμφισβήτησε αλλά τόνισε ότι αυτός υπολόγισε σε 15,5 πλέον τα 3 αλλά εάν εκ του νόμου είναι 12,5 τότε το αποδέχεται. Εκ της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε ότι το εμβαδό που καταλαμβάνουν τα καλώδια, ανεξάρτητα από τη ζώνη προστασίας δεξιά και αριστερά, ήτοι τα 619 τ.μ ως η μέτρηση στα παραρτήματα της έκθεσης του με σήμανση Ε1 είναι ορθή. Επιπλέον ο μάρτυρας αναγνώρισε τον διαχωρισμό του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση αναφέροντας ότι στη διαδικτυακή πύλη του Κτηματολογίου φαίνεται αυτή η αλλαγή αλλά όχι στο τοπογραφικό σχέδιο ίσως διότι δεν προχώρησε εν τέλει η απαλλοτρίωση. Ο ίδιος ως ανάφερε μελέτησε το ζήτημα των εμβαδών και όχι την τυχόν ανάπτυξη που δύναται να έχει το ακίνητο. Ο Μ.Ε.3 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο παρά το ότι η μαρτυρία του ως κατωτέρω θα αναφερθεί δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τα επίδικα ζητήματα που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει. Είχε καθήκον ως ανάφερε να καθορίσει τα εμβαδά που καταλαμβάνει ο πυλώνας και τα καλώδια. Το εμβαδό που καλύπτουν τα καλώδια ήτοι η μέτρηση Ε1 σε 619 τ.μ έγινε αποδεκτή και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και ως τέτοια μη αμφισβητούμενη θέση με δεδομένη και την πραγματογνωμοσύνη του Μ.Ε3 και την αποδοχή των μετρήσεων του γίνεται αποδεκτή. Από εκεί και πέρα αυτό που αμφισβητήθηκε είναι το σύνολο του εμβαδού που χρησιμοποιείται ως ζώνη προστασίας πέραν του εμβαδού που καταλαμβάνουν τα καλώδια. Εδώ ο μάρτυρας ως του υποβλήθηκε και δεν αμφισβητήθηκε χρησιμοποίησε ως δεδομένο ότι η ζώνη προστασίας που απαιτείται είναι τα 15,5 μέτρα ενώ πρόσθεσε σε αυτά άλλα 3 μέτρα επιπλέον σε εκάστη πλευρά ανεβάζοντας το σύνολο εκάστης πλευράς σε 18,5 μέτρα. Η θέση της υπεράσπισης επί τούτου του σημείου είναι ότι συμφώνως των κανονισμών η ζώνη προστασίας που επιβάλλεται δεξιά και αριστερά των καλωδίων είναι η απόσταση των 12,5 μέτρων και σε αυτήν προστίθεται η υποχρέωση από την Πολεοδομία των τριών μέτρων. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι επίδικες γραμμές εγκαταστάθηκαν το
  12. Με βάση τους κανονισμούς στον περί Ρυθμίσεων των περί Οδών και Οικοδομών Νόμο και ειδικότερα το Άρθρο 6 του μέρους IV 5 εδάφιο 3, καθορίζεται απόσταση 3 μέτρων από τα σύνορα οικοπέδου η οποία σύμφωνα με την εισήγηση της υπεράσπισης περιλαμβάνεται στα 15,50 μέτρα που καθορίζουν οι κανόνες μεταφοράς και διανομής που εκδόθηκαν τον Ιούνιο του 2006 ως την ελάχιστη απόσταση εναέριας γραμμής υψηλής τάσης 132 KV με δεδομένη την πρόνοια ότι οι υφιστάμενες μέχρι τον Ιούνιο του 2005 εγκεκριμένες γραμμές εξαιρούνται. Στην υποβολή των θέσεων αυτών ο μάρτυρας έδειξε άγνοια αποδεχόμενος ότι εάν υφίσταται αυτό το δεδομένο οι μετρήσεις του ως προς το εμβαδό που καταλαμβάνεται από την επίδικη γραμμή μειώνεται αφαιρουμένων των μετρήσεων Ε4 και Ε
  13. Δεν κρίνω ότι το σημείο αυτό το οποίο αποδέχεται ο μάρτυρας ότι ενδεχομένως να είναι λανθασμένο επηρεάζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του και τούτο γιατί οι λοιπές του μετρήσεις δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι ορθές ενώ προκύπτουν με ευκολία από την έκθεσή του τα τ.μ που εν τέλει επηρεάζονται. Ειδικότερα δεν αμφισβητήθηκε ότι το εμβαδό του χωματόδρομου ανέρχεται στα 230 τ.μ αλλά και ότι το εμβαδό που καλύπτουν τα καλώδια ανέρχεται στα 619 τ.μ αφαιρουμένων των σημείων Ε4 και Ε5 και στο σύνολο τους τα 15,5 μέτρα επίσης δεικνύουν τα εμβαδά. Προκύπτει επομένως ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του σε ό,τι αφορά τα εμβαδά των καλωδίων όπως επίσης και τα όσα ανέφερε για την απαλλοτρίωση και τα δύο νέα τεμάχια 593 και 594 που παρέμειναν στους Ενάγοντες. Από εκεί και πέρα η μαρτυρία του δεν κρίνω ότι προσθέτει οτιδήποτε επί των επίδικων ζητημάτων καθότι όπως και ο ίδιος ανέφερε δεν προέβη σε εκτίμηση οιασδήποτε αξίας ή επιζήμιας επίδρασης αλλά σε οριοθέτηση και εμβαδομέτρηση του πυλώνα. Τελευταίος μάρτυρας (Μ.Ε.4) εκ μέρους των Εναγόντων προσήλθε ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου Μ. Αταλιώτης ο οποίος και επιχείρησε να καταθέσει αντίγραφα αποφάσεων από αγωγές του Ε. Δ. Πάφου με ομοιότητα στα επίδικα ζητήματα. Μετά από σχετικές ενστάσεις ως προς τη σχετικότητα ουδέν έγγραφο κατέθεσε και ουδεμία αναφορά έγινε ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν χρήζει οιασδήποτε αξιολόγησης. Με τη μαρτυρία των τριών πιο πάνω προσώπων η πλευρά των Εναγόντων έκλεισε την υπόθεσή της και παρουσιάστηκε ως πρώτος μάρτυρας εκ μέρους της υπεράσπισης ο Μ.Υ.1 εκτιμητής ακινήτων και συντάκτης του Τεκμηρίου
  14. Σκοπός της έκθεσης του μάρτυρα ήταν ο υπολογισμός της καταβλητέας αποζημίωσης του επίδικου ακινήτου ενόψει της τοποθέτησης της επίδικης γραμμής. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 στο οποίο καταγράφει τις λεπτομέρειες του υπό εξέταση ακινήτου προχώρησε σε επιτόπια επιθεώρηση στις 20.4.
  15. Οι όροι εντολής καθόριζαν τον υπολογισμό αποζημίωσης κατά την ημερομηνία 1.6.
  16. Καταγράφει τα φυσικά χαρακτηριστικά ως προς τον τόπο, σχήμα, σύνδεση με εγγεγραμμένο δρόμο του επίδικου ακινήτου περιλαμβάνοντας επίσης φωτογραφίες. Περαιτέρω καταγράφει τα νομικά χαρακτηριστικά και αναλύει τις δύο πολεοδομικές ζώνες στην οποία εμπίπτει το ακίνητο. Σημειώνει την απαλλοτρίωση 5.921 δεκάριων και την δημιουργία δύο νέων τεμαχίων από την απαλλοτρίωση. Χρησιμοποίησε όπως και ο ΜΕ2 για τον υπολογισμό της ανά τ.μ αγοραίας αξίας τη συγκριτική μέθοδο αναπροσαρμόζοντας συγκριτικές πωλήσεις με 15% αύξηση που θεωρεί κατάλληλη. Υιοθετεί ο μάρτυρας επιζήμια επίδραση σε ποσοστό 36,5 %. Λαμβάνει υπόψη του ότι με βάση την πολεοδομική ζώνη ως γεωργική τα καλώδια δεν εμποδίζουν τη χρήση του. Για την κατάληξη στο πιο πάνω ποσοστό έλαβε υπόψη ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε στους Ενάγοντες στις 8.7.2005 δηλαδή μετά την τοποθέτηση του πυλώνα, για ποσό €21.
  17. Η διαφορά της αξίας πριν την τοποθέτηση του πυλώνα και της μεταγενέστερης αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για τον καθορισμό της επιζήμιας επίδρασης. Με βάση το σκεπτικό του κατά την 1.6.2002 η αγοραία αξία του ακινήτου ανερχόταν σε €1.24/ δεκ ήτοι επί συνόλου 16.704 δεκάρια η αγοραία αξία ήταν €20.500 ενώ αυτή η αξία μετά την διέλευση ανερχόταν στις €13.
  18. Αυτή η διαφορά των €7.500 αποτελεί την επιζήμια επίδραση και καταβλητέα κατά τον μάρτυρα αποζημίωση. Στην προφορική του τώρα μαρτυρία ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα προσόντα του και στην εγγραφή του στο ΕΤΕΚ ενώ επεξήγησε με λεπτομέρειες τις πολεοδομικές ζώνες και την επίδραση αυτών στις πιθανές αναπτύξεις του ακινήτου. Επεξήγησε ακολούθως με λεπτομέρεια γιατί επέλεξε τη συγκεκριμένη μέθοδο καθορισμού της αποζημίωσης κρίνοντας αυτήν ως την πιο δίκαια. Θεωρεί ότι έχοντας οι Ενάγοντες ως αγοραστές επιλέξει την αγορά του ακινήτου με τους πυλώνες και τον δρόμο που έγινε, καθόρισαν τιμή η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συγκριτική. Επεξήγησε περαιτέρω τον πίνακα Α στην έκθεση του και περιέγραψε τις αναπροσαρμογές στις οποίες προέβη τόσο αυτές που αφορούν τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά τόσο και τις χρονικές. Αναφέρθηκε περαιτέρω στην απαλλοτρίωση και στα δύο νέα τεμάχια που δημιουργήθηκαν. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 το πρώην τεκμήριο προς Αναγνώριση Β και αντίστοιχα το πρώην τεκμήριο προς Αναγνώριση Γ ως Τεκμήριο 11 και τα οποία αποτελούν τις πληροφορίες και τα χαρακτηριστικά των δύο νέων τεμαχίων μετά την απαλλοτρίωση σύμφωνα με τη διαδικτυακή πύλη του Κτηματολογίου. Σχολιάζοντας την εκτίμηση του ΜΕ2 αναφέρει ότι δεν μπορεί να προκύψει πώς ο εν λόγω μάρτυρας κατέληξε να υιοθετήσει την επιζήμια επίδραση σε ποσοστό 36,5 % επαναλαμβάνοντας ότι η δική του κατάληξη σε αυτό το ποσοστό προέρχεται από συγκεκριμένο σκεπτικό ως το ανέλυσε. Διαφωνεί με την αγοραία αξία που καθόρισε ο συνάδελφος του αναφέροντας ότι η υιοθέτηση αυτού του ποσοστού και της κατά δεκάριο αξίας στην οποία καταλήγει ο ΜΕ2 θα δώσουν ένα πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα που δεν συνάδει με την λογική. Ειδικότερα χρησιμοποιώντας το ποσοστό 36,5 με τους δικούς του αριθμούς , δηλαδή με την αγοραία αξία σε €50.112 και αφαιρώντας την αξία του ακινήτου με ενσωματωμένη τη ζημιά θα διαφοροποιούνταν ο αριθμητής και ο παρονομαστής με το αποτέλεσμα να καταλήγει σε επιζήμια επίδραση 74% που το θεωρεί παράλογο. Σε ό,τι αφορά τώρα τα συγκριτικά ακίνητα που χρησιμοποιήθηκαν αναφέρει ότι 4 εξ' αυτών είναι κοινά με τον ΜΕ
  19. Σε ό,τι αφορά τα συγκριτικά 1,2 και 3 της έκθεσης του ΜΕ2 και ειδικότερα το 1 και 3 που είναι πανομοιότυπα τα χαρακτηριστικά τους, ανέφερε ότι διαφωνεί με τη χρήση αυτών καθότι τέτοιου είδους ακίνητα κατά την επίδικη ημερομηνία ήταν περιζήτητα για σκοπούς μεμονωμένης κατοικίας. Επεξήγησε ότι τα δύο αυτά ακίνητα έχουν απρόσκοπτη θέα, εφάπτονται εγγεγραμμένου ασφαλτοστρωμένου δρόμου, είναι μικρά και επίπεδα και θεωρούνται ιδανικά για κατοικία. Έχουν διαφορά απόστασης από το επίδικο ενώ έχουν όλες τις υπηρεσίες. Αυτές οι διαφορές και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα καθιστούν ακατάλληλα για χρήση ως συγκριτικά. Το επίδικο που ήταν σχεδόν 17,500 τ.μ δεν έχει εγγεγραμμένο δρόμο, είχε υψομετρική διαφορά και δεν θα μπορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο να πάρει άδεια ανάπτυξης μεμονωμένης κατοικίας. Σε ό,τι αφορά τώρα το συγκριτικό με αριθμό 2 του ΜΕ2 δεν θεωρεί ορθό να το χρησιμοποιήσει και δεν το χρησιμοποίησε καθότι κατά πρώτο λόγο αφορά πώληση μεριδίου και σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει συμφέρον στην πώληση και δεν χρησιμοποιούνται. Περαιτέρω, βρίσκεται στην κορυφογραμμή του χωριού, έχει πανοραμική θέα στην πόλη της Πάφου και στη θάλασσα και δεν είναι συγκρίσιμο με το επίδικο που βρίσκεται μέσα σε ποταμό. Διαφώνησε με τις φωτογραφίες που κατέθεσε γι' αυτό το τεμάχιο ο ΜΕ2 αναφέροντας ότι έλαβε και ο ίδιος φωτογραφίες του ακινήτου που είναι πιο ξεκάθαρες και κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο
  20. Θεωρεί ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 4 δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική εικόνα των τεμαχίων 1,2 και 3 που χρησιμοποίησε ο ΜΕ
  21. Επεξηγώντας το Τεκμήριο 12 αναφέρθηκε στα τεμάχια αυτά, στα δέντρα που έχουν ,στην πανοραμική τους θέα, στην κοντινή τους απόσταση από άλλα αγροτεμάχια με κατοικίες αιτιολογώντας γιατί διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από το επίδικο. Επισήμανε ότι και τα τρία αυτά ακίνητα είναι πιο κοντά στις οικιστικές ζώνες ενώ κατέχουν και καλύπτονται από όλες τις υπηρεσίες. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις αναπροσαρμογές ως παρουσιάζονται στον πίνακα Α. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι επίδικες γραμμές διασταυρώνουν το ακίνητο στο σημείο με την χαμηλότερη αξία, δηλαδή στο πιο χαμηλό σημείο που βρίσκεται μέσα στο αργάκι χωρίς καμία θέα προς την περιοχή και σε σημείο που είναι πλησίον της ζώνης προστασίας Ζ
  22. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στα επαγγελματικά του και ακαδημαϊκά του προσόντα τα οποία και αμφισβητήθηκαν. Παρουσίασε ενόψει της αμφισβήτησης αυτής αντίγραφο πτυχίου του Πανεπιστημίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών αλλά και τον μεταπτυχιακό τίτλο Master of Science in Property Valuation and Management. Ανέφερε ότι είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ από το 2001 και μέλος του Royal Institute of Charter Surveyor. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι παρά την αμφισβήτηση των προσόντων του και της εμπειρογνωμοσύνης του αποδέχομαι τον μάρτυρα αυτόν ως εμπειρογνώμονα επί εκτιμήσεων ακινήτου. Κατέθεσε τα ακαδημαϊκά του προσόντα, την εμπειρία του από το 2001 και αποδέχομαι ότι είναι πρόσωπο το οποίο μπορούσε να προβεί στην εν λόγω εκτίμηση. Από εκεί και πέρα η αξιοπιστία του και τα δεδομένα στα οποία κατέληξε θα αξιολογηθούν κατωτέρω. Επέμεινε ο μάρτυρας ότι παρά το ότι διορίστηκε και έλαβε εντολές από την Εναγόμενη, εξέτασε και κατέληξε στις μετρήσεις του αντικειμενικά μέσα από συγκεκριμένο σκεπτικό. Αποδέχθηκε ότι το ακίνητο υφίσταται ζημιά από την επίδικη γραμμή και αυτή ανέρχεται στο ποσό των €7,
  23. Επέμεινε στον διαχωρισμό του ακινήτου μετά την απαλλοτρίωση αναφέροντας ότι αυτά αφορούν μεταγενέστερη περίοδο και όχι την επίδικη, δηλαδή την 1.6.
  24. Επί των αποστάσεων και χαρακτηριστικών του ακινήτου επέμεινε ότι αυτό απέχει από τον αγροτικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο σε απόσταση πέραν των 300 μέτρων και επέμεινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν εφάπτεται με την ανάπτυξη Golf καθότι μεσολαβεί αργάκι μεγάλου βάθους. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 την πολεοδομική άδεια ημερομηνίας 18.12.2000 η οποία αποτελεί και την άδεια για την τοποθέτηση της επίδικης γραμμής. Με αναφορά στον όρο 504 και τις επεμβάσεις στο περιβάλλον ανέφερε ότι ο δρόμος που χαράχθηκε για να γίνουν οι εργασίες τοποθέτησης της γραμμής είναι πολύ στενός, έγινε χάραξη με καθαρισμό από τους θάμνους με σκοπό να μπορεί να περνά ένα αυτοκίνητο. Συμφώνησε ότι λόγω της κλίσης του εδάφους μπορεί να δημιουργήθηκαν 20 μέχρι 40 εκατοστά υψομετρικές διαφορές και διαφώνησε ότι αυτές ανέρχονται στα δύο ή και τρία μέτρα. Επέμεινε ότι η χάραξη του δρόμου δεν προκάλεσε ζημιά, αντίθετα έκανε πιο προσβάσιμο το ακίνητο. Ειδικότερα δε η χάραξη του δρόμου αυτού δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την τωρινή χρήση του και σημείωσε ότι το ακίνητο δεν είναι καν καλλιεργημένο. Στην υποβολή ότι θα μπορούσε να λάβει υπόψη του το ποσό που έλαβαν οι Ενάγοντες ως αποζημίωση από την απαλλοτρίωση, επέμεινε ότι αυτό δεν αφορούσε πώληση αλλά αποζημίωση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να περιληφθεί σε συγκριτικές πωλήσεις. Σημείωσε περαιτέρω ότι οι τιμές που προσέφερε η Δημοκρατία για τις απαλλοτριώσεις ήταν για συγκεκριμένους λόγους υψηλές και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εκτίμησης της αγοραίας αξίας. Επέμεινε ότι χρησιμοποίησε περίκλειστα ακίνητα με δεδομένο ότι το επίδικο έχει μονοπάτι. Επέμεινε περαιτέρω ότι τα τεμάχια που περιλαμβάνονται και διαφοροποιούνται από τη δική του στην εκτίμηση του ΜΕ2, είτε είναι πάνω σε δρόμο ή πλησίον αυτού ή έχουν αποκτήσει δικαίωμα διάβασης και έλαβαν άδειες οικοδομικές ενώ προσφέρουν και απρόσκοπτη θέα, αυτά τα χαρακτηριστικά τα διαφοροποιούν ουσιωδώς από το επίδικο. Θεωρεί την αποζημίωση στην οποία καταλήγει αρκετά γενναιόδωρη και διαφωνεί ότι ενήργησε κατά τρόπο υποκειμενικό προς όφελος της εναγόμενης. Αξιολογώντας τον ΜΥ1 αναφέρω εξ' αρχής και επαναλαμβάνω ότι το πρόσωπο αυτό πληροί τα προσόντα του εμπειρογνώμονα και τούτο με δεδομένο ότι η πλευρά των Εναγόντων αμφισβήτησε την εμπειρογνωμοσύνη του. Ο μάρτυρας κατέθεσε τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την εμπειρία του και κρίνω ότι έχει τα εχέγγυα για να προβεί σε εκτίμηση ως οι οδηγίες που έλαβε. Το γεγονός ότι έλαβε οδηγίες για την εκτέλεση της εκτίμησης του από την Εναγόμενη δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην κρίση ότι αυτή η εκτίμηση είναι αντικειμενική ενόψει και της εικόνας που αυτός ο μάρτυρας δημιούργησε στο Δικαστήριο καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Επεξήγησε με πάσα λεπτομέρεια το σκεπτικό το οποίο χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα ποσά που υιοθετεί ενώ παράλληλα επεξήγησε γιατί θεωρεί την μέθοδο που ακολούθησε δίκαια . Σημειώνω ότι η κατάληξή του σε ποσοστό επιζήμιας επίδρασης 35,5 % δεν αμφισβητήθηκε αντίθετα υιοθετήθηκε και από τον ΜΕ
  25. Η διαφορά των δύο τώρα έγκειται στο ότι ο μάρτυρας βασίζει την κατάληξη του ποσοστού αυτού σε συγκεκριμένο σκεπτικό σε αντίθεση με τον ΜΕ2 ο οποίος υιοθέτησε το ποσοστό για σκοπούς συμβιβασμού ως ανέφερε και όχι ακολουθώντας συγκεκριμένη μεθοδολογία. Επί της ουσίας των μετρήσεων και καταλήξεων του αυτό που αποτέλεσε το σκεπτικό της αμφισβήτησης της μαρτυρίας του είναι ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε ως συγκριτικό ακίνητο και σημείο αναφοράς την πώληση του ίδιου του επίδικου ακινήτου. Τούτο σύμφωνα και με τη θέση του ΜΕ2 αλλά και την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτή μέθοδος εκτίμησης. Επί του σημείου τούτου και ξεκινώντας με τη μεθοδολογία την οποία χρησιμοποίησε ο μάρτυρας, αναφέρω ότι η επιλογή της συγκριτικής μεθόδου από αμφότερους τους μάρτυρες ΜΥ1 και ΜΕ2 κρίνεται ως ορθή και τούτο αναγνωρίζεται από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στην Κούβαρου v. Δημοκρατίας
(1993)1 Α.Α.Δ
  1. Επίσης σύμφωνα με το σύγγραμμα του Ανδρέα Νικόλα Λοίζου ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ σελίδες 148 και 149 αναφορικά με το θέμα της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, η συγκριτική μέθοδος εκτίμησης αποτελεί μια από τις συνηθέστερες και πλέον χρησιμοποιούμενες μεθόδους εκτίμησης. Ειδικότερα αναφέρεται ότι « (α) η άμεση συγκριτική μέθοδος ( direct comparable method) με την οποία γίνεται σύγκριση της τιμής πώλησης συγκρίσιμων περιουσιών με εκείνην της περιουσίας που έχει απαλλοτριωθεί. Οι τέτοιες πωλήσεις προσφέρουν την καλύτερη μαρτυρία ως προς την τιμή της αγοράς της περιουσίας που πρέπει να εξακριβωθεί. Είναι δε δυνατό να ληφθούν υπόψη και πωλήσεις που έλαβαν χώρα μετά την ημερομηνία γνωστοποίησης αν μπορούν να προσαρμοστούν στις συνθήκες της αγοράς που υπήρχαν κατά ή πριν την πιο πάνω ημερομηνία». Επομένως και χρησιμοποιώντας μια ορθή μέθοδο έπεται η ουσία του σκέλους της εκτίμησης που αφορά την κατάληξη στην επιζήμια επίδραση. Αυτό που ουσιαστικά ακολούθησε ως μεθοδολογία ο μάρτυρας, είναι ότι προχώρησε στον υπολογισμό της αγοραίας αξίας κατά την 1.6.2002 χωρίς την τοποθέτηση του πυλώνα. Προς τούτο χρησιμοποίησε 6 συγκριτικά ακίνητα, τα 4 εκ των οποίων είναι πανομοιότυπα με αυτά που χρησιμοποίησε ο ΜΕ
  2. Ως προς τον λόγο δε που απέκλεισε τα 3 ακίνητα που ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε η μαρτυρία του ήταν σαφής και επεξηγηματική. Αναφέρθηκε στα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά που διαφέρουν και τα οποία κατηγοριοποιούν τα τρία αυτά ακίνητα έχοντας καλύτερη θέση, πρόσβαση σε εγγεγραμμένο δρόμο ενώ καλύπτονται και από υπηρεσίες ως σαφώς διαφοροποιούμενα από το επίδικο. Εξήγησε μάλιστα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο γεωργικής ζώνης ακίνητα ως τα τρία πιο πάνω με τα πλεονεκτήματα που επεξήγησε ότι έχουν έναντι του επίδικου ήταν περιζήτητα για ανέγερση μεμονωμένης κατοικίας. Περαιτέρω αναφέρθηκε στη χρήση συγκριτικού το οποίο αφορούσε πώληση μεριδίου και το οποίο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακριβώς ενόψει της πώλησης μεριδίου και όχι του συνόλου αυτού. Λαμβάνοντας υπόψη μου και τη νομολογία, πωλήσεις μεριδίων δεν είναι αποδεκτό να λαμβάνονται υπόψη και ορθά ο μάρτυρας αιτιολόγησε την επιλογή του σε αντίθεση με τον ΜΕ2 που λανθασμένα χρησιμοποίησε ένα τέτοιο συγκριτικό. Συγκεκριμένα και ως αναφέρθηκε στην απόφαση Ανδρέας Νικολάου Μιχαήλ κ.α v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ 1063, «η πώληση μεριδίων επί ενός ακινήτου δεν αποτελεί ασφαλή βάση για εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων γιατί σε αυτές τις περιπτώσεις η αγορά τέτοιων μεριδίων συνήθως γίνεται στη βάση εξωγενών, ως προς την πραγματική αξία παραγόντων, η οποία ανεβάζουν την πραγματική αγοραία αξία. Η προσέγγιση του δικάσαντος Δικαστηρίου συνάδει με τη λογική και βρίσκει έρεισμα στην Moti and Another v. Republic
(1968)1 CLR
  1. Ορθά λοιπόν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο συγκριτικό αφού έδωσε ικανοποιητική αιτιολογία». Προκύπτει επομένως ότι η χρήση μεριδίων δεν είναι θεμιτή όταν μάλιστα ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε όπως αναλυτικά επεξήγησε συγκριτικά τα οποία έχουν όμοια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά ως το επίδικο. Επεξήγησε για ποιον λόγο χρησιμοποίησε περίκλειστα συγκριτικά εφόσον το επίδικο έχει πρόσβαση από μονοπάτι και όχι από δρόμο ενώ σαφής ήταν η μαρτυρία του και στις αναπροσαρμογές που έκανε λόγω φυσικών, νομικών χαρακτηριστικών αλλά και χρονικής διαφοράς. Ειδικότερα στο Παράρτημα Α της έκθεσης του αναλύει κάθε συγκριτικό ξεχωριστά με περιγραφή των αναπροσαρμογών είτε λόγω σχήματος είτε λόγω μεγέθους καταλήγοντας σε κατά τ.μ αξία προ της τοποθέτησης της επίδικης γραμμής σε 1.24 σεντς ήτοι σύνολο αξίας €20.
  2. Το επόμενο τώρα σκέλος της εκτίμησης του έχοντας καταλήξει στην αγοραία αξία πριν την τοποθέτηση της γραμμής ήταν η αγοραία αξία μετά την τοποθέτηση και η διαφορά της οποίας αποτελεί το εισηγούμενο ποσό αποζημίωσης. Την αγοραία αξία τώρα μετά την επίδικη γραμμή την καθορίζει στις €13.000 που αποτελεί την αξία του ακινήτου με ποσοστό μείωσης 36,5% έχοντας τοποθετημένη την επίδικη γραμμή καταλήγοντας στις €7.500 ως ζημιά επί του τεμαχίου διαιρώντας ουσιαστικά την αξία προ της τοποθέτησης διά της επιζήμιας επίδρασης χρησιμοποιώντας αναπροσαρμοσμένη τιμή αξίας. Η μαρτυρία του παρουσιάζει λογική η οποία συνάδει με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές εκτίμησης στη βάση συγκριτικής μεθόδου. Με δεδομένη τώρα την αρχή ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πωλήσεις ακινήτων με τα ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά αποδέχομαι ότι η χρησιμοποίηση του ίδιου του επίδικου και της μεταγενέστερης του πώλησης ως στοιχείο υπολογισμού της αξίας, είναι θεμιτή. Παραπέμπω στο σημείο αυτό στην απόφαση
  3. Εργοληπτική Εταιρεία Σταύρος Δημοσθένους Λτδ κ.α v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2012)1 Γ, Α.Α.Δ 2627, όπου ναι μεν το επίδικο ζήτημα ήταν διαφορετικό, παρόλα αυτά λήφθηκε υπόψη προς την κατάληξη ποσού αποζημίωσης η αξία που ισοδυναμούσε με την μείωση της αξίας πώλησης οικοπέδων που προέκυψαν μεταγενέστερα της εγκατάστασης από το ίδιο το επίδικο ακίνητο. Σημειώνω ότι η θέση του μάρτυρα και τα όσα ανέφερε για το τίμημα αγοράς του ακινήτου από τους Ενάγοντες αλλά και το ότι η πώληση αυτή έγινε αποδεκτή από το Κτηματολόγιο δεν αμφισβητήθηκαν. Στη βάση αξιολόγησης της μαρτυρίας των δύο ενώπιον μου εμπειρογνωμόνων επί της αξίας του ακινήτου προκύπτει θεωρώ ότι ο ΜΥ1 κατάφερε να πείσει για τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε με θέσεις και σκεπτικό το οποίο συνάδει και με τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές σε αντίθεση με τον ΜΕ2 ο οποίος από την μία δεν έπεισε κατά πρώτο λόγο για την επιλογή των συγκεκριμένων συγκριτικών και για τα οποία προανέφερα γιατί δεν δύναμαι να αποδεχτώ αλλά και κατά δεύτερο λόγο, λόγω της επιλογής του να υιοθετήσει χωρίς οποιοδήποτε αιτιολογικό ή επιστημονική εξήγηση ως ποσοστό επιζήμιας επίδρασης το 36,5%. Επομένως και λαμβάνοντας υπόψη μου όλα όσα αναφέρθηκαν για τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά του επίδικου ακινήτου, τη χρήση της συγκριτικής μεθόδου από τον ΜΥ1 στη βάση συγκριτικών με όμοια χαρακτηριστικά και ορθές αναπροσαρμογές και χωρίς να παραβλέπω τη λογική και σκεπτικό κατάληξης στα ποσά, αποδέχομαι στο σύνολό της την εκτίμηση του ΜΥ1 ως ορθή και ως βάση επί της οποίας δύναμαι να βασίσω συμπεράσματα. Προτού ολοκληρώσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας του οφείλω να αναφέρω ότι η μαρτυρία του προσώπου αυτού παρά το ότι επεκτάθηκε και σε σωρεία άλλων ζητημάτων, εντούτοις αυτή αφορούσε την κατά δεκάριο αξία και όχι οιεσδήποτε άλλες ζημιές ή κόστος αποκατάστασης ή την διάνοιξη του δρόμου. Ο ΜΥ2 είναι βοηθός διευθυντής δίκτυών, μελετών και συνδέσεων της Εναγόμενης στο γραφείο Περιφέρειας Πάφου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Σε αυτήν αναφέρεται στα γεγονότα τα οποία αφορούν την παρούσα υπόθεση και στα έγγραφα τα οποία σημειώνω αποτελούν μη αμφισβητούμενα και δεικνύουν την πορεία των γεγονότων που αποτέλεσαν κοινό έδαφος από την έναρξη της διαδικασίας μελέτης για την τοποθέτηση της επίδικης γραμμής μέχρι και την τελική τοποθέτηση της. Κατέθεσε ο μάρτυρας ως Τεκμήριο 15 αντίγραφο της πολεοδομικής άδειας ημερομηνίας 18.12.2000 που έλαβε η Εναγόμενη για την εγκατάσταση της επίδικης γραμμής από την Αγία Βαρβάρα μέχρι το Στρουμπί. Αναφέρει ότι ακολούθησε με βάση τη νομοθεσία η διαδικασία εξασφάλισης εγκρίσεων από κυβερνητικά τμήματα η οποία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2001 και ταυτόχρονα η διαδικασία λήψης εξασφάλισης από τους επηρεαζόμενους ιδιοκτήτες με βάση το Άρθρο 31 του Κεφ.
  1. Μεταξύ των επηρεαζόμενων ιδιοκτητών ήταν και η τότε ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου τόσο για το επίδικο τόσο και για άλλο στην ίδια περιοχή. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την αίτηση για λήψη συγκατάθεσης ημερομηνίας 10.9.2001 στην οποίαν αναφέρει ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε απάντηση ομού μετά του παραρτήματος ημερομηνίας 11.3.2002 που αποτελεί τη συγκατάθεση της Επάρχου Πάφου για τη διέλευση της επίδικης γραμμής πάνω από το επίδικο τεμάχιο και την εγκατάσταση πυλώνα επ' αυτού. Αναφέρει ο μάρτυρας και σημειώνω δεν αμφισβητήθηκε η θέση του αυτή ότι η κατά τον χρόνο εκείνον ιδιοκτήτρια ουδέποτε προσέβαλε την πολεοδομική άδεια αλλά ούτε και τη συγκατάθεση της Επάρχου. Ακολούθως αναφέρεται στα γεγονότα που επίσης δεν αμφισβητούνται και αποτελούν κοινό έδαφος, ήτοι ότι περί το έτος 2002 η Εναγόμενη διάνοιξε δρόμο πρόσβασης, τοποθέτησε τον πυλώνα και εγκατέστησε εναέριες γραμμές. Επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε η θέση του ότι η κατά τον χρόνο εκείνον ιδιοκτήτρια ουδέποτε υπέβαλε απαίτηση για ζημιές στο τεμάχιο λόγω των εργασιών ή για αποζημιώσεις δυνάμει του περί Πολεοδομίας Νόμου. Αναφέρθηκε στην αγορά του επίδικου ακινήτου από τους Ενάγοντες, επίσης μη αμφισβητούμενο γεγονός, στις 22.7.2005 και κατέθεσε προς τούτο πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου ως Τεκμήριο
  2. Αποτέλεσε θέση του ότι ούτε οι νυν ιδιοκτήτες- Ενάγοντες προσέβαλαν καθ' οιονδήποτε τρόπο την πολεοδομική άδεια ή την απόφαση της Αρχής αλλά ούτε και υπέβαλαν οιανδήποτε απαίτηση για αποζημιώσεις. Περαιτέρω αναφέρει ότι ομοίως οι Ενάγοντες ουδέποτε παρουσίασαν στην Εναγόμενη πριν την καταχώρηση της αγωγής οιαδήποτε άδεια διαχωρισμού, οικοδομής ή έχουν υποβάλει αιτήματα για αποζημίωση δυνάμει του περί Πολεοδομίας Νόμου ή οιοδήποτε άλλο αίτημα αποζημίωσης. Ακολούθως ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 18 και 19 την γνωστοποίηση και διάταγμα απαλλοτρίωσης αντίστοιχα του επίδικου ακινήτου. Αναφορά γίνεται και στην πολεοδομική άδεια που λήφθηκε στις 15.11.2006 λόγω της ανάγκης που προέκυψε για μετακίνηση της επίδικης γραμμής ενόψει της προτιθέμενης κατασκευής του αυτοκινητόδρομου( βλ. Τεκμήριο 20). Ακολούθως αναφέρεται στη διαδικασία εξασφάλισης συγκαταθέσεων από τους κατά τον χρόνο εκείνον ιδιοκτήτες ήτοι τους Ενάγοντες και κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 την διπλοσυστημένη επιστολή προς τον Ενάγοντα 1 και ως Τεκμήριο 22 την πιστοποίηση του Κοινοτάρχη του Κοινοτικού Συμβουλίου Τσάδας για τη δημόσια ειδοποίηση των Εναγόντων 2 και
  3. Ακολούθως κατέθεσε ως Τεκμήρια 23 την αίτηση για λήψη συγκατάθεσης του Επάρχου λόγω της μη απάντησης από οιονδήποτε εκ των Εναγόντων και ως Τεκμήριο 24 τη συγκατάθεση του Επάρχου ημερομηνίας 28.3.
  4. Ως Τεκμήριο 25 κατέθεσε την επιστολή της Εναγόμενης ημερομηνίας 7.4.2008 προς τον Ενάγοντα 1 με την οποίαν τον ενημερώνει για τη λήψη της συγκατάθεσης του Επάρχου. Τέλος αναφέρει ο μάρτυρας και αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ενόψει της απόφασης μη κατασκευής του αυτοκινητόδρομου η επίδικη γραμμή δεν μετακινήθηκε και η κατάσταση στο επίδικο ακίνητο παραμένει ως είχε αδειοδοτηθεί με την αρχική πολεοδομική άδεια του
  5. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μετέβηκε στο επίδικο ακίνητο αλλά διαφώνησε με τις υποβολές ότι κατασκευάστηκε δρόμος με τις λεπτομέρειες που επιμένουν οι Ενάγοντες. Αντεξετάστηκε επί των αναφορών του στα κυβικά μέτρα που μετακινήθηκαν εμμένοντας ότι τοποθετήθηκαν 4 σημεία στα οποία εγκαταστάθηκε ο πυλώνας και η αφαίρεση των 15 περίπου κυβικών μέτρων μπάζων για κάθε πόδι του πυλώνα είναι αυτά που απαιτούνται να αφαιρεθούν στη συνήθη διαδικασία. Ο μάρτυρας τοποθετήθηκε και σε ερωτήσεις για τη μετακίνηση του πυλώνα σε περίπτωση κατασκευής του αυτοκινητόδρομου χωρίς όμως να μπορεί να δώσει απαντήσεις για μελλοντικά πιθανά γεγονότα. Γνωρίζει ότι η Εναγόμενη καταβάλλει αποζημιώσεις στην περίπτωση τοποθέτησης πυλώνων αλλά ο ίδιος δεν είναι εκτιμητής και δεν μπορεί να τοποθετηθεί επί αυτών των ζητημάτων. Ο μάρτυρας αυτός γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο στην ολότητα του ως αξιόπιστος. Καταρχήν η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παράθεση και κατάθεση των εγγράφων που επιβεβαιώνουν τη σειρά γεγονότων από την αρχική μελέτη για εγκατάσταση της επίδικης γραμμής περί το 2000 μέχρι και τη λήψη της δεύτερης κατά σειρά πολεοδομικής άδειας η οποία και εν τέλει δεν υλοποιήθηκε ενόψει της ακύρωσης του έργου του αυτοκινητόδρομου. Τα έγγραφα που κατέθεσε δεικνύουν και το αληθές του κοινού πλαισίου γεγονότων ως αρχικά καταγράφηκαν στη παρούσα υπόθεση ενώ η μαρτυρία του ουδεμία σχέση έχει με εκτίμηση επιζήμιας επίδρασης ή πιστοποίηση οιωνδήποτε ζημιών που αποτελούν τα ειδικότερα επίδικα θέματα. Ο μάρτυρας τοποθετήθηκε και επί των κυβικών μέτρων μπάζων και χωμάτων που αφαιρέθηκαν αναφέροντας όμως ότι οι θέσεις τους αφορούν τη γενική εικόνα που έχει και δεν γνωρίζει επ' ακριβώς τη συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως παρά τη θετική εικόνα που παρουσιάζει η μαρτυρία του ελλείψει προσωπικής γνώσης για το επίδικο ακίνητο δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι αυτοί οι συγκεκριμένοι αριθμοί σε κυβικά μέτρα έχουν πράγματι αφαιρεθεί. Επομένως η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή χωρίς όμως να προσδίδω βαρύτητα στους αριθμούς που αναφέρει σε ό,τι αφορά τα κυβικά μέτρα μπάζων που μετακινήθηκαν. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και λαμβάνοντας υπόψη μου τα όσα προκύπτουν να αποτελούν κοινό έδαφος, ως ανωτέρω, υπό στοιχεία (α) - (ιγ) (συμπεριλαμβανομένων) καταγράφηκαν, και τα οποία αποτελούν πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω επιπροσθέτως ότι το επίδικο ακίνητο υπέστη ζημιά υπό μορφή μείωσης της οικονομικής του αξίας, λόγω της τοποθέτησης της επίδικης γραμμής, ύψους €7.
  6. Ενόψει της απόρριψης της σχετικής μαρτυρίας ουδέν εύρημα μπορεί να προκύψει αναφορικά με ζημιές κατά την εκτέλεση των εργασιών εγκατάστασης της επίδικης γραμμής. Των ευρημάτων του Δικαστηρίου έπεται η εξέταση της νομικής πτυχής του ζητήματος και των διάφορων νομικών ζητημάτων που εγείρονται κατά κύριο λόγο με τις προδικαστικές ενστάσεις. Έχω ανωτέρω καταγράψει τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρει η Εναγόμενη και οι οποίες θεωρώ ότι δύναται να κατηγοριοποιηθούν. - Κατά πρώτο λόγο και με αναφορά στην πρώτη προδικαστική ένσταση θα πρέπει να αποφασιστεί η βάση αγωγής των Εναγόντων και κατά δεύτερο λόγο και εάν αυτή καθοριστεί αποκλειστικά ως αγωγή στη βάση παράνομης επέμβασης, εάν δύναται να προωθηθεί στην απουσία οιωνδήποτε πράξεων προσβολής της πολεοδομικής άδειας και της απόφασης της Εναγόμενης. Έχω λάβει υπόψη μου αμφότερες τις εισηγήσεις των συνηγόρων επί του εν λόγω ζητήματος. Το κριτήριο διαπίστωσης της νομικής βάσης μίας αξίωσης δεν είναι άλλο από την έκθεση απαίτησης (βλέπε Mepa Manag. Ltd κ.α v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772, 780). Έχω μελετήσει με πάσα λεπτομέρεια την έκθεση απαίτησης των Εναγόντων ως καταχωρήθηκε στις 8.1.2015. Αποτελεί θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη παράνομα, χωρίς επίταξη και/ή απαλλοτρίωση εισήλθε στο ακίνητο, διάνοιξε και κατασκεύασε δρόμο, τοποθέτησε δε πύργο μεταφοράς ηλεκτρισμού υψηλής τάσης. Αναφέρεται σε παράνομο δρόμο, παράνομες εργασίες με την επέμβαση αυτήν να επηρεάζει ουσιωδώς την αξία του κτήματος. Πέραν των θέσεων αυτών που προκύπτουν στον ισχυρισμό της παράνομης επέμβασης τίθενται ισχυρισμοί για παράλειψη προσφοράς αποζημίωσης και πέραν των αξιώσεων στη βάση της παράνομης επέμβασης επιζητούνται αποζημιώσεις για επιζήμια επίδραση ενώ αναφορά γίνεται σε παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων ως το αιτητικό 17(Γ). Δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Εναγόμενη έλαβε το 2000 πολεοδομική άδεια για την εγκατάσταση γραμμής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος σε μια σειρά ακινήτων από το χωριό Αγία Βαρβάρα μέχρι και το Στρουμπί. Το Τεκμήριο 15 περιλαμβάνει το σχέδιο για το οποίο εκδόθηκε η πολεοδομική άδεια. Ακολούθως στη βάση του κοινού πλαισίου γεγονότων ζήτησε τη συγκατάθεση της τότε ιδιοκτήτριας και στην απουσία οιασδήποτε απάντησης έλαβε τη συγκατάθεση της Έπαρχου Πάφου (βλ. Τεκμ.16) ημερομηνίας 11.3.2002 η οποία δόθηκε υπό τους κάτωθι όρους: « Αν η επηρεαζόμενη γη μελλοντικά χρειαστεί να αναπτυχθεί οικοδομικά και οι γραμμές και εγκαταστάσεις της Αρχής αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη τούτη ή στην ανέγερση οποιωνδήποτε οικοδομών και ο ιδιοκτήτης παρουσιάσει άδεια οικοδομής/ διαχωρισμού στην επηρεαζόμενη γη, η Αρχή αναλαμβάνει με δικές της δαπάνες να μετακινήσει ή διαφοροποιήσει τις εγκαταστάσεις της με τρόπο που να μην εμποδίζεται η νόμιμη αξιοποίηση της γης. Νοείται ότι αν ικανοποιηθώ ότι τούτο είναι για λόγους τεχνικούς ανέφικτο, η Αρχή θα καταβάλει στον ιδιοκτήτη δίκαιη αποζημίωση που θα καθοριστεί από το Κτηματολόγιο και σε περίπτωση διαφωνίας από το αρμόδιο Δικαστήριο: Νοείται περαιτέρω ότι για τυχόν ζημιές( σε υφιστάμενες φυτείες κλπ) που θα υποστεί ο ιδιοκτήτης κατά τις εργασίες τοποθέτησης των εγκαταστάσεων της ΑΗΚ, η Αρχή θα καταβάλει σ' αυτόν αποζημίωση όπως αυτή θα καθοριστεί από τον Επαρχιακό Γεωργικό Λειτουργό ή σε περίπτωση διαφωνίας μέσω αρμόδιου Δικαστηρίου». Ορθώς, και δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Υ2 περί τούτου, η εναγόμενη αρχή, εισήλθε στο επίδικο ακίνητο κατά το έτος 2002 εκτελώντας εργασίες στη βάση συγκατάθεσης της Έπαρχου. Η εξουσία της αρχής προς τούτη την επέμβαση και είσοδο καλύπτεται όμως με νομοθετική πρόνοια, ήτοι το άρθρο 31
(1)του Κεφ.170. «31.-
(1)Οι ανάδοχοι δύνανται να τοποθετήσουν οποιαδήποτε ηλεκτρική γραμμή είτε πάνω είτε κάτω από το έδαφος διαμέσου οποιασδήποτε γης, άλλης από γη καλυμμένη με οικοδομές νοείται ότι πριν από την τοποθέτηση οποιασδήποτε τέτοιας γραμμής διαμέσου οποιασδήποτε γης οι ανάδοχοι επιδίδουν στον ιδιοκτήτη και κάτοχο της γης, ή αν ο ιδιοκτήτης και κάτοχος δεν είναι γνωστοί, αναρτούν στη γη μέσω πίνακα ειδοποιήσεων, ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους μαζί με περιγραφή των γραμμών που υπάρχει πρόθεση να τοποθετηθούν· και αν εντός δεκατεσσάρων ημερών μετά την επίδοση ή ανάρτηση της ειδοποίησης ο ιδιοκτήτης και κάτοχος παραλείψουν να δώσουν τη συγκατάθεση τους ή αν επισυνάψουν στη συγκατάθεση τους οποιουσδήποτε όρους ή προϋποθέσεις στους οποίους οι ανάδοχοι ενίστανται, ο Έπαρχος αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με την αρμόδια αρχή τοπικής διοίκησης δύναται να δώσει τη συγκατάθεση του για την τοποθέτηση τέτοιων γραμμών, είτε άνευ όρων ή υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις όπως θεωρεί δίκαιο.» (η έμφαση είναι δική μου). Το πιο πάνω άρθρο και δη το εδάφιο 1 που αφορά γη όπως εν προκειμένω άνευ οικοδομών, δίδει εξουσία στην αρχή - ανάδοχο όπως σε περίπτωση άρνησης του ιδιοκτήτη γης να δώσει συγκατάθεση, ή παράλειψη να απαντήσει στο σχετικό ερώτημα, να απευθυνθεί στον κατά τόπο αρμόδιο Έπαρχο και να λάβει σχετική συγκατάθεση για την τοποθέτηση γραμμών. Εν προκειμένω τα γεγονότα που αποτέλεσαν κοινό έδαφος καταδεικνύουν ότι η αρχή απευθύνθηκε στην τότε ιδιοκτήτρια του ακινήτου και η οποία παρέλειψε καθ' οιονδήποτε τρόπο να απαντήσει, είτε θετικά είτε αρνητικά. Ενόψει αυτής της έλλειψης εξουσιοδότησης και συγκατάθεσης η αρχή απευθύνθηκε στην Έπαρχο και η οποία στις 11/03/2002 παραχώρησε συγκατάθεση ως το τεκμήριο 16 ανωτέρω υπό συγκεκριμένους όρους. Έπεται επομένως ότι η αρχή ως η ανάδοχος κατά τον νόμο δεν εισήλθε στο ακίνητο εκτός νόμου και διαδικασιών με αποτέλεσμα οι ενέργειες της να μην μπορούν να κριθούν ως παράνομες. Οι εκ του Νόμου δε ενέργειες της αρχής, αποφάσεις και συγκατάθεση της Έπαρχου επίσης αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν έχουν καθ'οιονδήποτε τρόπο προσβληθεί και ακυρωθεί. Το υπόβαθρο επομένως της εισόδου των εναγόμενων παραμένει έγκυρο και ως εκ τούτου στη βάση της παράνομης επέμβασης η αγωγή δεν δύναται να έχει επιτυχία και ειδικότερα οι αξιώσεις επί διαταγμάτων άρσης μιας τέτοιας επέμβασης. Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι η απόφαση της αρχής να επέμβει σε ακίνητη ιδιοκτησία συμφώνως του άρθρου 31
(1)του Κεφ.171 είναι δεκτική προσβολής μόνο στο Ανώτατο Δικαστήριο (σήμερα στο Διοικητικό Δικαστήριο) και εντός των πλαισίων αυτών ελέγχεται και η συγκατάθεση του Επάρχου. (βλέπε Α. Λάντου κ.α ν. Γεωργίας Συμεού κ.α Πολιτική Έφεση 54/10. Ημερ.07/03/2014 όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίθηκε αναρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς εφόσον με την αγωγή τέθηκε ζήτημα νομιμότητας της απόφασης της αρχής η οποία με συγκατάθεση του Έπαρχου εισήλθε σε ακίνητο και περαιτέρω αποφασίστηκε ότι η ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι αναγκαία προϋπόθεση για αξίωση εύλογης αποζημίωσης). Στη βάση επομένως των ανωτέρω κρίνω και καταλήγω ότι εν τη ελλείψει ακυρωτικής απόφασης της επίδικης απόφασης της αρχής και συγκατάθεσης αλλά και στην ισχύ αυτών των ενεργειών η αγωγή στη βάση της παράνομης επέμβασης δεν δύναται να προωθηθεί και τα αιτητικά Α και Β απορρίπτονται. Η αγωγή στο βαθμό που προσβάλλει τις πιο πάνω αποφάσεις και συγκατάθεση δεν δύναται να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο ως καθ' ύλην αναρμόδιο να ελέγξει τη νομιμότητα τους αλλά και στο βαθμό που αφορά παράνομη επέμβαση, η χρήση και εφαρμογή του άρθρου 31
(1)άρει το υπόβαθρο οιαδήποτε παράνομης πράξης και καθιστά την αγωγή πρόωρη καθότι όλες οι ενέργειες καλύπτονταν από την συγκατάθεση η οποία παρέμεινε ισχυρή. Το πως όμως το πιο πάνω σκεπτικό και κατάληξη επηρεάζουν την πορεία της απόφασης και κατά πόσο η δικαστική διεργασία ολοκληρώνεται εδώ είναι το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Αποτελεί επομένως το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης τη μοναδική αιτία αγωγής; Αποτελεί θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι οι ενέργειες της αρχής παραβλάπτουν και περιορίζουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τους στην ιδιοκτησία (άρθρο 23 Συντάγματος) και ως εκ τούτου άρουν δικαίωμα εκ του Συντάγματος διεκδίκησης αποζημιώσεων και καθορισμού αυτών από Δικαστήριο. Επανερχόμενη στην έκθεση απαίτηση των εναγόντων προκύπτει ότι πέραν των ισχυρισμών περί παράνομης επέμβασης και συναφών αιτούμενων διαταγμάτων, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η παρουσία της επίδικης γραμμής τους προκαλεί συνεχή ζημιά και ειδικότερα, ως εξειδικεύουν στις αξιώσεις τους, μεταξύ άλλων, έχει επιζήμια επίδραση στο ακίνητο κατά παράβαση του Συντάγματος. Αξιώνουν δε συγκεκριμένα ως ζημιά την επιζήμια αυτή επίδραση. Αποτελεί αρχή της νομολογίας ότι «το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με το χαρακτηρισμό που τους αποδίδεται» (βλέπε Κυπριανού ν. Βασιλείου
(2004)1Β Α.Α.Δ.1320 στις σελίδες 1325 - 1326 όπου γίνεται αναφορά στην Χρυσάνθου ν. Παγκράτιου
(1998)1 Α.Α.Δ.675, 681 η οποία παραπέμπει με τη σειρά της στη θεμελιακή ως την χαρακτηρίζει επί του θέματος Kennedy Hotels Ltd n. Indirdjian
(1992)1 A.Α.Δ 400). Κρίνω επομένως και καταλήγω ότι στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων πέραν των ισχυρισμών για παράνομη επέμβαση και των επακόλουθων διαταγμάτων οι ενάγοντες εγείρουν θέσεις για παραβίαση συνταγματικών τους δικαιωμάτων που σχετίζονται με τον περιορισμό του δικαιώματος τους στην ιδιοκτησία και ειδικότερα λόγω επιζήμιας επίδρασης από την τοποθέτηση και ύπαρξη του πυλώνα σε συνεχή βάση μέχρι και σήμερα. Η ισχυριζόμενη δε αυτή παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων τους δίδει το δικαίωμα να αναζητήσουν αστική θεραπεία. (βλέπε Τάκης Γιάλλουρος ν. Ευγένιου Νικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558). Ως εκ των ανωτέρω η αγωγή στη βάση της κατάληξης μου με αναφορά στην πρώτη προδικαστική ένσταση δεν δύναται να κριθεί απορριπτέα και δύναται να εξεταστεί στη αξίωση αστικής θεραπείας στη βάση παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων. - Στη βάση των προδικαστικών ενστάσεων 2 και 3 ως στην έκθεση υπεράσπισης των εναγόμενων, θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσο η μή ενεργοποίηση από τους ενάγοντες των προνοιών των άρθρων 35 και επόμενα του Κεφ. 171 αλλά και του άρθρου 68 του Νόμου Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Ν. 90/72)τους αποστερεί τη δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο και καθιστά την αγωγή τους απαράδεκτη και/ή πρόωρη. Αποτελεί κύρια θέση της συνηγόρου των εναγόμενων ότι το δικαίωμα αποζημίωσης ιδιοκτήτη γη από την τοποθέτηση πυλώνα απορρέει ναι μεν από το άρθρο 23 του Συντάγματος αλλά θεσμοθετείται και ασκείται σε διαδικαστική βάση με τις διαδικασίες που καθορίζουν τα άρθρα 35 μέχρι και 37 και ως εκ τούτου η αγωγή είναι πρόωρη και/ή απορριπτέα. Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή τόσο τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων όσο και τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις. Καταρχήν θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω τα άρθρα 35 και επόμενα του κεφ. 171. «35.-
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από την Αρχή δύναται, σε οποιοδήποτε εύλογο χρόνο, να εισέρχεται σε οποιαδήποτε γη και, τηρούμενης εικοσιτετράωρης γραπτής προειδοποίησης που επιδίδεται σε κάτοχο υποστατικού, να εισέρχεται σε οποιοδήποτε υποστατικό και να προβαίνει εκεί σε τέτοιες ενέργειες που δυνατό να είναι εύλογα αναγκαίες για σκοπό χωρομέτρησης, εξέτασης ή έρευνας, προκαταρκτικής ή συναφούς προς την άσκηση οποιωνδήποτε από τις λειτουργίες της Αρχής, ως Ιδιοκτήτης του Συστήματος Διανομής ή ως Ιδιοκτήτης του Συστήματος Μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ρύθμισης της Αγοράς του Ηλεκτρισμού Νόμου του 2003.
(2)Η Αρχή καταβάλλει αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 37, για οποιαδήποτε ζημιά που προξενείται λόγω της εισόδου ή των ενεργειών που αναφέρονται στο εδάφιο
(1).» «
  1. Για τo σκoπό κατασκευής ηλεκτρικής γραμμής μεταφοράς ή διανομής, ή συvτήρησης ή επιδιόρθωσης οποιωνδήποτε τέτοιων γραμμών, oπoιoδήπoτε πρόσωπo εξoυσιoδoτημέvo από την Αρχή για τo σκoπό αυτό δύvαται, σε oπoιoδήπoτε εύλoγo χρόvo, vα εισέρχεται σε oπoιαδήπoτε γη και δύvαται vα εκτελεί όλα τα αvαγκαία έργα και επιδιoρθώσεις και δύvαται κατά τη διάρκεια αυτώv vα απoκόπτει ή κλαδεύει δέvδρα, vα απoμακρύvει βλάστηση και vα πράττει oτιδήπoτε άλλo πράγμα είvαι αvαγκαίo για τo σκoπό αυτό: Νoείται ότι η Αρχή καταβάλλει απoζημίωση για oπoιαδήπoτε ζημιά πoυ πρoξεvείται διά της εισόδoυ αυτής ή διά της διάπραξης τωv πράξεωv ή πραγμάτωv πoυ πρoαvαφέρθηκαv σύμφωvα με τις διατάξεις τoυ άρθρoυ 37.» «Απoζημίωση πληρωτέα βάσει τωv άρθρωv 35 και 36
  2. Σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνεται συμφωνία μεταξύ της Αρχής και του ιδιοκτήτη των υποστατικών, το πoσό της απoζημίωσης, αv υπάρχει, τo oπoίo πρέπει vα πληρωθεί βάσει τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 35 και 36 υπoλoγίζεται από πρόσωπo πoυ διoρίζεται από τo Υπoυργικό Συμβoύλιo: Noείται ότι καμιά περαιτέρω απoζημίωση δεv επιτρέπεται για τηv εκκoπή ή κλάδευμα δέvδρωv ή απoμάκρυvση βλάστησης όταv η εvέργεια αυτή είvαι αvαγκαία για τη διατήρηση της ηλεκτρικής γραμμής μεταφοράς ή διανομής και τα δέvδρα αυτά ή η βλάστηση αvαπτύχθηκαv ή επιτράπηκε η αvάπτυξη τoυς από τηv πληρωμή της απoζημίωσης βάσει τoυ άρθρoυ 38 κατά τέτoιo τρόπo ώστε vα εμπoδίζoυv ή επεμβαίvoυv στις εν λόγω γραμμές ή τoυς πασσάλoυς ή τις συσκευές: Νoείται περαιτέρω ότι δεv καταβάλλεται καμιά απoζημίωση από τηv Αρχή σε σχέση με oπoιαδήπoτε δέvδρα εvτός δέκα πoδώv από τηv κεvτρική γραμμή oπoιασδήπoτε oδoύ πoυ κατασκευάζεται ή συvτηρείται από τo Τμήμα Δημoσίωv Έργωv ή από oπoιαδήπoτε τoπική αρχή, εκτός αv απoδειχθεί ότι τo δέvδρo αυτό υπήρχε πριv από τηv κατασκευή της oδoύ.» Προσεκτική μελέτη των ανωτέρω προνοιών καταδεικνύει ότι αυτές καλύπτουν συγκεκριμένες περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών σε υποστατικά ή γη καθορίζοντας το πλαίσιο κάτω από το οποίο διεκδικούνται αποζημιώσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 35 αναφέρεται στην εξουσία προσώπου εκ μέρους της εναγόμενης να εισέρχεται τηρούμενης μάλιστα εικοσιτετράωρης γραπτής προειδοποίησης που επιδίδεται σε κάτοχο υποστατικού και να προβαίνει εκεί σε εύλογα αναγκαίες ενέργειες για σκοπό χωρομέτρησης, εξέτασης ή έρευνας, προκαταρκτικής ή συναφούς προς την άσκηση οποιωνδήποτε από τις λειτουργίες της Αρχής. Σε περίπτωση τώρα συμφώνως του εδαφίου 2 που στα πλαίσια των ενεργειών του εδαφίου 1 η αρχή προκαλέσει ζημιές σε υποστατικό δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις συμφώνως του άρθρου
  3. Ομοίως το άρθρο 36 δίδει εξουσία, στην περίπτωση κατασκευής ηλεκτρικής γραμμής μεταφοράς ή διανομής, ή συvτήρησης ή επιδιόρθωσης οποιωνδήποτε τέτοιων γραμμών, σε εξουσιοδοτημένα από την αρχή πρόσωπα να εισέρχονται σε γη και να εκτελούν όλα τα αvαγκαία έργα και επιδιoρθώσεις στα πλαίσια των οποίων δύνανται να απoκόπτουν ή κλαδεύουν δέντρα ή vα απoμακρύvουν βλάστηση και επιπλέον vα πράττουν oτιδήπoτε άλλo είvαι αvαγκαίo για τo σκoπό αυτό. Καθορίζεται δε διαδικασία διεκδίκησης αποζημίωσης από πρόσωπο που φέρεται να υπέστη ζημιά από τις συγκεκριμένες αυτές ενέργειες ως στο άρθρο
  4. Προκύπτει επομένως ότι οι διαδικασίες του άρθρου 37 που αφορούν τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για ζημιές που προκλήθηκαν από τις ενέργειες των άρθρων 35 και 36 (ως ο τίτλος του άρθρου 37) δεν αφορά πάσα και οιασδήποτε φύσης απαίτηση προς αποζημίωση τυχόν εγερθεί εναντίον της αρχής αλλά αποκλειστικά και περιοριστικά τις αξιώσεις στη βάση των ενεργειών αυτών καθ' εαυτών που τα άρθρα 35 και 36 αφορούν. Επί των γεγονότων τώρα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρείται ότι οι ενάγοντες πέραν της αξίωσης για διατάγματα και τα οποία απορρίφθηκαν και πέραν των αξιώσεων για επιζήμια επίδραση στη βάση συνταγματικών δικαιωμάτων, αξιώνουν ειδικές αποζημιώσεις για την δαπάνη επαναφοράς στου ακινήτου στην αρχική του θέση αλλά και κόστος χωματουργικών εργασιών, απομάκρυνσης λίθων και σκυροδέματος στη βάση των θέσεων τους ότι κατά την εκτέλεση του έργο εγκατάστασης της επίδικης γραμμής η εναγόμενη προκάλεσε ζημιές με την αποκοπή βλάστησης, κατασκευή δρόμου, απομάκρυνσης χωμάτων και δημιουργίας υψομετριών διαφορών. Οι ειδικές αυτές ισχυριζόμενες ζημιές, και τούτο ανεξάρτητα από την απόρριψη της σχετικής μαρτυρίας, κρίνω ότι πράγματι στη βάση των άρθρων 35 και 36 δεν δύναται να αξιωθούν με αγωγή πριν την ενεργοποίηση των προνοιών του άρθρου 37, ήτοι την κρίση επί απαίτησης από αρμόδιο πρόσωπο ως καθορίζεται στο άρθρο. Τούτη δε η πρόνοια δεν κρίνω ότι καθ΄ οιονδήποτε τρόπο περιορίζει το δικαίωμα του ιδιοκτήτη να προσφύγει στο Δικαστήριο εφόσον δεν απαγορεύει την πρόσβαση αλλά την οριοθετεί με υποχρέωση πρώτα υποβολής απαίτηση σε αρμόδιο όργανο και σε περίπτωση διαφωνίας ο αιτών διατηρεί ακέραιο το δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι οι οιεσδήποτε ισχυριζόμενες ζημιές επί του ακινήτου ήθελε φανεί ότι προκλήθηκαν ή αξιώνονται θα έπρεπε πρώτιστα να υποβληθούν ως απαίτηση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 37 και σε αυτό το σκέλος των αξιώσεων η 2η προδικαστική ένσταση πετυχαίνει. Αντίθετη όμως είναι η κατάληξη μου σε ότι αφορά την αξίωση αποζημίωσης στη βάση της παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος και ειδικότερα λόγω της μείωσης της οικονομικής αξίας του ακινήτου. Η αξίωση για επιζήμια επίδραση λόγω της ύπαρξης της επίδικης γραμμής ως απόρροια περιορισμού του δικαιώματος στην ιδιοκτησία δεν κρίνω ότι θεσμοθετείται και καθορίζεται διαδικαστικά από τα άρθρα 35 έως και 37 του Κεφ. 171 τα οποία καθορίζουν τον τρόπο αξίωσης επιμέρους ζημιών επί υποστατικού ή της γης κατά το στάδιο εργασιών της αρχής και δεν αφορούν το δικαίωμα αποζημίωσης στη βάση του άρθρου 23 του Συντάγματος και ειδικότερα στη βάση της μείωσης της αξίας του ακινήτου ως επιζήμια επίδραση. Σε ότι αφορά τώρα το άρθρο 68 του Ν. 90/
  5. Καταρχήν ο νόμος αυτός τέθηκε σε εφαρμογή μετά την θέσπιση του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 23
(3)του Συντάγματος: «3. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου» Αποτελεί κοινό έδαφος και απόρροια της νομολογίας ότι η τοποθέτηση πυλώνα σε ακίνητο είναι περιορισμός του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, θεμιτός και ο οποίος ρυθμίζεται εν προκειμένω από το άρθρο 31
(1)του Κεφ.170. Σε περίπτωση δε τέτοιου περιορισμού που μειώνει ουσιωδώς την αξία της ιδιοκτησίας καθορίζεται σε περίπτωση διαφωνίας το ποσό της αποζημίωσης από πολιτικό Δικαστήριο στο οποίο αποδίδεται δικαιοδοσία και εξουσία καθορισμού της αποζημίωσης. Το άρθρο 68 του Ν. 90/72 προνοεί διαδικασία έγερσης αξίωσης για αποζημίωση από ζημιά που ήθελε φανεί ότι έχει προκύψει σε σχέση με πολεοδομική άδεια. «68.-
(1)Εάν καθ' οιονδήποτε τρόπον ήθελε προκύψει ουσιώδης ζημία εις βάρος ιδιοκτησίας τινός συνεπεία της εφαρμογής των προνοιών του παρόντος Νόμου, δέον να καταβάλληται δικαία αποζημίωσις.
(2)Αποζημίωσις καταβάλλεται δυνάμει και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Μέρους, μόνον οσάκις αποδειχθή υπό του απαιτούντος αυτήν ότι, συνεπεία πολεοδομικής αποφάσεως επηρεαζούσης την ακίνητον ιδιοκτησίαν εν σχέσει προς την οποίαν υποβάλλεται η απαίτησις, επήλθεν ουσιώδης μείωσις της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας ταύτης.
(3)Για τον υπολογισμόν της αποζημίωσης για ουσιώδη μείωση της οικονομικής αξίας ακίνητης ιδιοκτησίας που επηρεάστηκε από πολεοδομική απόφαση θα λαμβάνονται υπόψη οι κανόνες που εκτίθενται στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί είναι εφαρμόσιμοι, όπως και όλα τα άλλα κατά περίπτωση περιστατικά. Οι διατάξεις του ίδιου Νόμου εφαρμόζονται επίσης σε ό,τι αφορά την καταβολή της αποζημίωσης, εφόσο οι διατάξεις αυτές δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του παρόντος Νόμου.» Στην προκειμένη τώρα περίπτωση οι Ενάγοντες ουδεμία αίτηση για πολεοδομική άδεια με σκοπό την ανάπτυξη της ακίνητης τους ιδιοκτησίας υπέβαλαν. Η μόνη πολεοδομική άδεια που υπάρχει είναι η άδεια που έλαβε στις 18.12.2000 η Εναγόμενη για την εγκατάσταση εναέριας γραμμής μεταφοράς και η οποία αφορά σωρεία ακινήτων από τα χωριά Αγία Βαρβάρα μέχρι και Στρουμπί ( Βλ. Τεκμήριο 15). Η πολεοδομική αυτή άδεια δεν αφορά ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου με αιτητές τους Ενάγοντες. Είμαι της άποψης ότι η εφαρμογή του Άρθρου 68 τυγχάνει εφαρμογής ή θα τύγχανε εφαρμογής στην περίπτωση όπου η επηρεαζόμενη γη αναπτυσσόταν οικοδομικά και προς τούτο παρουσίαζαν οι ενάγοντες άδεια οικοδομής ή διαχωρισμού και ζητούσαν μετακίνηση των πυλώνων ή περαιτέρω σε περίπτωση όπου οι Ενάγοντες αιτούνταν πολεοδομικής άδειας η οποία, σε περίπτωση αδυναμίας μετακίνησης των πυλώνων, θα επηρεαζόταν σε ό,τι αφορά τους όρους της. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση
(2012)1 Γ Α.Α.Δ 2627,
  1. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΤΔ κ.α v. ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, ημερ. 29.11.2012, Πολ. Εφ, 21/
  2. Στην περίπτωση αυτήν οι Ενάγοντες ήγειραν αγωγή εναντίον της Αρχής διεκδικώντας αποζημιώσεις για μείωση που υπέστη η ιδιοκτησία τους στην οποία είχαν ανεγερθεί πυλώνες γραμμών υψηλής τάσης ύστερα από την τήρηση της νομοθετικά προβλεπόμενης διαδικασίας. Εκεί είχε εκδοθεί άδεια από τον Έπαρχο ο οποίος προέβλεψε τη δυνατότητα αποζημίωσης των Εναγόντων υπό προϋποθέσεις. Η εισήγηση των Εναγόντων ήταν ότι ως αποτέλεσμα άδειας διαχωρισμού που εξασφάλισαν οι Ενάγοντες μειώθηκε η αξία του ακινήτου και των οικοπέδων που δημιουργήθηκαν. Πρωτόδικα το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι πυλώνες δεν αποτελούσαν εμπόδιο στην ανάπτυξη και άρα δεν υπήρξε μείωση της αξίας των κτημάτων. Κατ' έφεση τέθηκε το επιχείρημα ότι ήταν λανθασμένη η ερμηνεία που δόθηκε στην πολεοδομική άδεια και περαιτέρω λανθασμένη η ερμηνεία στην αναφορά στην συγκατάθεση του Έπαρχου σε ό,τι αφορά την έννοια «εμπόδιο στην ανάπτυξη». Αποφασίστηκε κατ' έφεση ότι το εμπόδιο στην ανάπτυξη που ανέφερε ο Έπαρχος ήταν η αναγκαία προϋπόθεση για την καταβολή αποζημίωσης ως καθορίστηκε από τον Έπαρχο στο στάδιο που παραχώρησε την άδεια εγκατάστασης των πυλώνων. Εν' ολίγοις αυτό που διαφοροποιείται στην προκειμένη περίπτωση σε αντίθεση με τα ανωτέρω είναι ότι εδώ οι Ενάγοντες δεν υπέβαλαν οποιανδήποτε αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας με σκοπό την ανάπτυξη του ακινήτου και η οποία ανάπτυξη να περιορίζεται λόγω της ύπαρξης των πυλώνων. Αντίθετα στην Δημοσθένους (ανωτέρω), οι Εφεσείοντες καταχώρησαν αγωγή αφού τήρησαν την προβλεπόμενη διαδικασία, προφανώς του Άρθρου 68, στη βάση πραγματικών γεγονότων, ήτοι ότι αιτήθηκαν άδειας διαχωρισμού για τον διαχωρισμό της περιουσίας τους σε οικόπεδα και η οποία εκδόθηκε με τέτοιους όρους εφόσον η Αρχή αρνήθηκε τη μετακίνηση των πυλώνων, και η οποία πολεοδομική άδεια τους ανάγκασε να διαφοροποιήσουν τον σχεδιασμό τους ούτως ώστε να συνάδει με τους όρους. Αυτά τα πραγματικά γεγονότα κρίθηκε ότι αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη, γεγονός που οδηγούσε στην εναλλακτική πρόνοια της άδειας από τον Έπαρχο ήτοι αυτήν της καταβολής αποζημίωσης. Επομένως καταλήγω ότι η πρόνοια του Άρθρου 68 θα τύγχανε εφαρμογής σε περίπτωση που οι Ενάγοντες επιθυμώντας ανάπτυξη του ακινήτου τους υπέβαλλαν αίτηση για μετακίνηση των πυλώνων, αυτή απορρίπτετο για λόγους τεχνικά ανέφικτους ως η Έπαρχος διευκρινίζει στους όρους παραχώρησης άδειας γεγονός που θα ενεργοποιούσε το δικαίωμα των Εναγόντων να αιτηθούν δίκαιης αποζημίωσης με διαδικασίες ως το Άρθρο 68 καθορίζει και σε περίπτωση διαφωνίας αυτή να καθοριστεί από το αρμόδιο Δικαστήριο. Θεωρώ ότι το παράρτημα του Τεκμηρίου 16 που είναι η συγκατάθεση της Επάρχου διευκρινίζει και ξεκαθαρίζει πότε ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του Άρθρου 68 και αυτό είναι στην περίπτωση που «η επηρεαζόμενη γη μελλοντικά χρειαστεί να αναπτυχθεί οικοδομικά και οι γραμμές και εγκαταστάσεις της Αρχής αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη τούτη ή στην ανέγερση οποιωνδήποτε οικοδομών και ο ιδιοκτήτης παρουσιάσει άδεια οικοδομής/ διαχωρισμού στην επηρεαζόμενη γη..». Εν προκειμένω πέραν των αξιώσεων που προέρχονται από την αιτία αγωγής της παράνομης επέμβασης και οι οποίες αποφασίστηκαν και πέραν των ειδικών ζημιών που σύμφωνα με τους Ενάγοντες έλαβαν χώρα κατά την εγκατάσταση της γραμμής και οι οποίες επίσης εξετάστηκαν στα πλαίσια της πρώτης προδικαστικής ένστασης, η αξίωση για αποζημιώσεις στη βάση περιορισμού του δικαιώματος στην ιδιοκτησία δεν κρίνω ότι εντάσσεται κάτω από το πλαίσιο του Άρθρου 68 αλλά εντάσσεται κάτω από το πρίσμα του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος. Σε περίπτωση περιορισμού δηλαδή η οποία μειώνει ουσιωδώς την αξία της ιδιοκτησίας πρέπει να καταβάλλεται δίκαιη αποζημίωση καθοριζόμενη από Πολιτικό Δικαστήριο. Με κάθε σεβασμό στην αντίθετη άποψη δεν συμφωνώ με τη θέση ότι το δικαίωμα αποζημίωσης του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος διαδικαστικά εξετάζεται κάτω από το πρίσμα του Άρθρου 68 αλλά αποτελεί ανεξάρτητο αγώγιμο δικαίωμα που απορρέει από το ίδιο το Σύνταγμα. Αυτό κρίνω ότι απορρέει και με την ανάπτυξη του νομικού τούτου ζητήματος στην απόφαση του τότε Πλήρους Δικαστηρίου στην αγωγή 5019/80 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 8.2.91 Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου κ.α v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου όπου εξετάστηκαν τα ίδια επίδικα θέματα και επιδικάστηκαν αποζημιώσεις στη βάση του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος. Σχετική ανάλυση επί του ζητήματος αυτού και ειδικότερα αναφορικά με την προσφυγή σε πολιτικό Δικαστήριο για αποζημιώσεις στο Σύγγραμμα του Α. Δ. Συμεού, «Η προστασία της Ιδιοκτησίας και η Αναγκαστική Απαλλοτρίωση της στην Κύπρο», του 2003, όπου αναγνωρίζεται ότι σε ορισμένους νόμους που επιβάλλονται περιορισμοί υπάρχει ειδική αναφορά για καταβολή αποζημίωσης. Σε μερικές περιπτώσεις υπάρχει αναφορά στη διαδικασία και τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης. «Ανεξάρτητα όμως το κατά πόσο υπάρχει ή δεν υπάρχει πρόνοια στον νόμο για καταβολή αποζημιώσεων ο ιδιοκτήτης διατηρεί ακέραιο το δικαίωμα του να απαιτήσει με βάση τον υπέρτατο Νόμο της Δημοκρατίας τέτοιες αποζημιώσεις. Η απαίτηση υποβάλλεται, καταρχήν, στην αρμόδια αρχή και στη συνέχεια, εάν δεν υπάρξει συμφωνία, στο Δικαστήριο». Παραπομπή γίνεται και στην απόφαση
(1965)3 CLR 131. Επομένως η δεύτερη και τρίτη προδικαστική ένσταση στον βαθμό που αφορά την εισήγηση ότι εφαρμογής τυγχάνει το Άρθρο 68 του Νόμου 90/72 δεν δύναται να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Στο ίδιο σημείο οφείλω βεβαίως να εξετάσω και κατά πόσο έχοντας καταλήξει στην ύπαρξη απευθείας αγώγιμο δικαιώματος στη βάση του άρθρου 23 του Συντάγματος, έχει εν προκειμένω προκύψει «διαφωνία» που να δίδει δυνατότητα στους ενάγοντες να εγείρουν την αγωγή. Σύμφωνα με το Άρθρο 23
(3)καταβάλλεται το ταχύτερο, δίκαιη αποζημίωση η οποία καθορίζεται «εν περιπτώσει διαφωνίας» από πολιτικό Δικαστήριο. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο στη βάση των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης υπήρξε διαφωνία η οποία επιτρέπει πλέον στους Ενάγοντες ως ιδιοκτήτες να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Ανατρέχοντας στο λεκτικό του εδ. 3 του Άρθ. 23 είμαι της άποψης ότι την υποχρέωση για προσφορά αποζημίωσης την έχει η Αρχή η οποία θα πρέπει το ταχύτερο μάλιστα να προσφέρει αποζημίωση και σε περίπτωση που αυτή δεν γίνει αποδεκτή, επομένως υπάρχει διαφωνία να καταχωρείται αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση καμία μαρτυρία έχει δοθεί περί του ότι η Αρχή προσέφερε είτε στην αρχική ιδιοκτήτρια είτε στους Ενάγοντες οιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η ύπαρξη της επίδικης γραμμής στο ακίνητο αποτελεί περιορισμό κάτω από το Άρθρο 23
(3)του Συντάγματος. Επομένως καταλήγω ότι η μη προσφορά οιασδήποτε αποζημίωσης από την Αρχή ως δική της υποχρέωση δεικνύει την πρόθεσή της να μην αποζημιώσει και τούτο δεν μπορεί παρά να κριθεί ως διαφωνία εν τη εννοία του εδ. 3 και η οποία νομιμοποιεί τους Ενάγοντες να εγείρουν την παρούσα αγωγή. Σχετική είναι στο σημείο αυτό και η απόφαση στην αγωγή 5019/80 Ε.Δ Λευκωσίας (ανωτέρω) όπου λέχθηκε ότι «θεωρούμε επίσης, παρά το ότι δεν έχει απασχολήσει τους συνηγόρους, ότι η υπό της Αρχής προταθείσα με το Τεκμ.5 αποζημίωση, ήταν, πέραν από την υποχρέωσή της να προσφέρει αποζημίωση με βάση τις ιδιαίτερες πρόνοιες του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, προσπάθεια διευθέτησης της οικονομικής διαφοράς, έτσι που η μη αποδοχή της να αποτελεί «διαφωνία», που επιτρέπει στις ιδιοκτήτριες να εγείρουν αυτήν την αγωγή στο Πολιτικό Δικαστήριο». - Αναφορικά με την 4η προδικαστική ένσταση και ειδικότερα τη θέση ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν αγωγή στη βάση του ότι κατά την 1.6.2002 δεν ήσαν ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου αλλά κατέστησαν μόλις το 2005. Καταρχήν αποτελεί παραδεκτό γεγονός το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ο χρόνος που οι Ενάγοντες αγόρασαν το ακίνητο. Αποτελεί περαιτέρω κοινά αποδεκτό γεγονός ότι η προηγούμενη ιδιοκτήτρια ουδέποτε υπέβαλε οποιαδήποτε αίτηση ή απαίτηση για αποζημίωση και ότι η Αρχή ουδέν ποσό κατέβαλε σε οιοδήποτε ως αποζημίωση. Το νομικό ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εν προκειμένω είναι κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα προς διεκδίκηση αποζημιώσεων δυνάμει του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί και από πρόσωπο το οποίο κατέστη μεταγενέστερα κύριος του επηρεαζόμενου ακινήτου χωρίς ο προηγούμενος ιδιοκτήτης να έλαβε οιαδήποτε αποζημίωση. Η βασική θέση των Εναγόμενων επί του θέματος αυτού είναι ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο ακίνητο μετά την εγκατάσταση της επίδικης γραμμής, σε τιμή χαμηλότερη σύμφωνα με τον ΜΥ1 της αξίας του πριν την τοποθέτηση και ως εκ τούτου έχουν ήδη επωφεληθεί, γεγονός που τους αποκλείει από τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα της αγοράς του ακινήτου σε μειωμένη αξία αυτό κρίνω ότι δεν μπορεί να έχει έρεισμα και τούτο καθότι ουδεμία μαρτυρία δόθηκε περί του ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν το επίδικο ακίνητο στην τιμή αγοράς του με την τιμή να καθορίζεται με κριτήριο την ύπαρξη της επίδικης γραμμής. Αυτό που τέθηκε ενώπιον μου είναι ότι στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς οι Ενάγοντες προέβησαν στην αγορά του ακινήτου. Ο περιορισμός τώρα που αφορά το ακίνητο και ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε ότι υφίσταται, με δεδομένο ότι αμφότεροι οι εμπειρογνώμονες ΜΕ2 και ΜΥ1 αποδέχονται την μείωση της αξίας λόγω του πυλώνα, δεν μπορεί να κριθεί ότι είναι προσωποπαγής (in personam) αλλά πραγματοπαγής (in ren). Αποτέλεσε άλλωστε και θέση του ΜΥ1 ότι η ζημιά συνοδεύει το ακίνητο αυτό καθ' εαυτό και ότι η ύπαρξη των πυλώνων μειώνει την αγοραία αξία του, περιορίζει δε τη χρήση του σε κάποιο βαθμό. Αποτελεί επομένως απόρροια του δικαιώματος στην ιδιοκτησία των Εναγόντων στη βάση του Άρθρου 23
(3)του Συντάγματος η αξίωση της μείωσης της αξίας. Ως αναφέρθηκε σχετικά και στην απόφαση στην αγωγή 5019/80 (ανωτέρω) «το δικαίωμα ή θεραπεία που προσφέρεται από το Άρθρο 23
(3)δεν περιορίζεται σε υφιστάμενες ή αναμενόμενες με βάση συγκεκριμένα σχέδια αναπτυξιακές υποδομές αλλά συσχετίζεται γενικά με τη μείωση της αξίας για τον ιδιοκτήτη που εμπεριέχει και το στοιχείο του αντικειμενικά κρινόμενου ενδεχόμενου ανάπτυξης της γης». Είμαι της άποψης επομένως ότι ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες μεταγενέστερα της εγκατάστασης της επίδικης γραμμής και με δεδομένο ότι καμία αποζημίωση δόθηκε στην προηγούμενη ιδιοκτήτρια και έχοντας υπόψη μου ότι η ζημιά ακολουθεί το ακίνητο, οι Ενάγοντες ως ιδιοκτήτες δύνανται να αξιώσουν και να λάβουν αποζημίωση ανεξάρτητα από τον χρόνο που κατέστησαν ιδιοκτήτες . Εκείνο που επιπλέον προωθήθηκε από πλευράς Εναγόμενων πέραν του ότι οι Ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες μεταγενέστερα της τοποθέτησης της επίδικης γραμμής, είναι ότι μεσολάβησαν γεγονότα από την τοποθέτηση μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής που δεικνύουν ότι αυτοί έχουν λάβει ποσά και/ή επωφελήθηκαν της μείωσης της αξίας. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζουν την πιο πάνω θέση τους είναι η απαλλοτρίωση μέρους του επίδικου ακινήτου που έλαβε χώρα με γνωστοποίηση το 2005 και κατά δεύτερο λόγο η ισχυριζόμενη μειωμένη αξία για την οποίαν αγόρασαν το επίδικο ακίνητο. Σε ό,τι αφορά την απαλλοτρίωση. Αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ότι οι Ενάγοντες συμφώνως των λεπτομερειών η και θ ανωτέρω αποζημιώθηκαν για την εν λόγω αποζημίωση. Αποτελεί θέση των Εναγόμενων ότι αυτή υπερκαλύπτει τη ζημιά που έχει υποστεί το ακίνητο. Σύμφωνα με τις Αρχές αποζημίωσης σε περιπτώσεις αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορούν να ληφθούν υπόψη υπό μορφή επιζήμιας επίδρασης στοιχεία που επηρεάζουν το ύψος της προσφερθείσας απαλλοτρίωσης, ήτοι, στην προκειμένη σε θεωρητικό επίπεδο θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη η δημιουργία δύο πλέον ακινήτων που παραμένουν στην ιδιοκτησία των Εναγόντων με το ένα εξ αυτών να φέρει επί του εδάφους του την επίδικη γραμμή. Παρόλα αυτά όμως επί του προκειμένου και στα πλαίσια της ενώπιον μου διαδικασίας καμία μαρτυρία έχει προσφερθεί που να αφορά τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης που έχει δοθεί για την αναγκαστική απαλλοτρίωση και ειδικότερα το κατά πόσο λήφθηκε υπόψιν καθ' οιονδήποτε τρόπο η ύπαρξη της επίδικης γραμμής. Αντίθετα αυτό που παρουσιάστηκε είναι ότι ενόψει της απαλλοτρίωσης και του έργου που θα λάμβανε χώρα θα υπήρχε ανάγκη μετακίνησης της επίδικης γραμμής για την οποίαν λήφθηκε πολεοδομική άδεια και ακολούθησε διαδικασία λήψης συγκαταθέσεων από τους Ενάγοντες αλλά και εξασφάλιση συγκατάθεσης από τον Έπαρχο. Λόγω δε της αναστολής των διαδικασιών του έργου της απαλλοτρίωσης, η διαδικασία μετακίνησης αναβλήθηκε. (Βλέπε στοιχεία ι, ια, ιβ, ιγ των κοινά αποδεκτών γεγονότων). Επομένως και εν τη ελλείψει οιωνδήποτε στοιχείων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση ότι η απαλλοτρίωση και η αποζημίωση επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα των Εναγόντων να διεκδικήσουν για τη μείωση της αξίας αποζημιώσεις. Σε ό,τι αφορά το τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου. Ούτε αυτό το ζήτημα θεωρώ ότι επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα λήψης αποζημίωσης. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι Ενάγοντες αγόρασαν το ακίνητο στην ελεύθερη αγορά από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια. Πέραν του στοιχείου αυτού καμία μαρτυρία έχει δοθεί που να σχετίζεται με το σκεπτικό και τις ιδιαίτερες πτυχές της συγκεκριμένης πράξης πώλησης και ειδικότερα ότι αυτό πωλήθηκε από την ιδιοκτήτρια και αγοράστηκε από τους Ενάγοντες σε τέτοια τιμή η οποία επηρεάστηκε από την ύπαρξη του πυλώνα. Το γεγονός ότι έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ1 ως προς τον τρόπο καθορισμού της επιζήμιας επίδρασης , λαμβάνοντας υπόψη και την τιμή πώλησης δεν θεωρώ ότι συνιστά αντιφατικό σκεπτικό καθότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η ύπαρξη της γραμμής μειώνει την αξία και αυτό που απομένει είναι να εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίον καθορίζεται και εκτιμάται η αποζημίωση. Το γεγονός ότι για σκοπούς εκτίμησης της αποζημίωσης λήφθηκε υπόψη η τιμή αγοράς του δεν μπορεί να οδηγήσει και στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες έχουν ήδη λάβει με τον πιο πάνω τρόπο αποζημίωση για την ουσιώδη μείωση της αξίας. Επομένως και έχοντας αναλύσει ως ανωτέρω το σκεπτικό στα πλαίσια εξέτασης των νομικών ζητημάτων που εγείρονται, αυτό που έπεται να εξεταστεί είναι ο χρόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό των αποζημιώσεων και το ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί. Αποτελεί καταρχήν κοινό έδαφος ότι αμφότεροι οι εμπειρογνώμονες- εκτιμητές των διαδίκων ΜΕ2 και ΜΥ1 κατέληξαν σε ποσά αποζημίωσης λαμβάνοντας ως ουσιώδη χρόνο υπόψη τους την ημερομηνία εγκατάστασης της επίδικης γραμμής ήτοι την 1.6.
  1. Αποτελεί στα πλαίσια των τελικών αγορεύσεων των διαδίκων εισήγηση της συνηγόρου των Εναγόμενων ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει στην επιδίκαση αποζημίωσης ο χρόνος καθορισμού θα πρέπει να είναι ο παρόν. Αποτελεί κοινό έδαφος χρόνου υπολογισμού της μείωσης της αξίας για αμφότερους τους εκτιμητές των διαδίκων η 1/6/
  2. Στην αγόρευσή της η συνήγορος των Εναγομένων για πρώτη φορά εγείρει την εισήγηση ότι ο χρόνος υπολογισμού της αποζημίωσης θα πρέπει να είναι ο παρόν. Παραπέμπει προς τούτο στην αγωγή 5019/80 (ανωτέρω) όπου με δεδομένη την πράξη της Αρχής που έλαβε χώρα προ 25 ετών και τα δεδομένα επί των οποίων βασίστηκε η έκθεση των εκεί εμπειρογνωμόνων καθορίστηκε αποζημίωση στον χρόνο ακρόασης της αγωγής. Σύμφωνα με το άρθρο 23.3 η υποχρέωση της Αρχής να καταβάλει αποζημίωση γεννάται άμεσα με την επιβολή του περιορισμού και πρέπει να αποδοθεί το ταχύτερο δυνατό. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει μεσολαβήσει για τους λόγους που έχω αναφέρει σε ό,τι αφορά την απαλλοτρίωση οιοδήποτε γεγονός που να δύναται να μεταβάλει τον χρόνο καθορισμού της αποζημίωσης και δη να τη μεταφέρει στον χρόνο που το Δικαστήριο καταλήγει επί του θέματος. Η υποχρέωση άμεσης καταβολής αποζημίωσης συνδέεται άμεσα με τη ζημιά η οποία επέρχεται στο ακίνητο κατά τον χρόνο επιβολής του περιορισμού. Ως εκ τούτου ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από την 1.6.2002 η οποία αποτελεί κοινό έδαφος τόσο των διαδίκων όσο και των μαρτύρων τους. Η επιλογή των Εναγόντων να εγείρουν την αγωγή το 2013 ενώ ήσαν γνώστες της επίδικης γραμμής από το 2005 δεν μπορεί να άρει την υποχρέωση της Αρχής που απορρέει από το Σύνταγμα να καταβάλει αποζημίωση ή να υπολογίσει αυτήν σε οιονδήποτε μεταγενέστερο χρόνο πέραν αυτού κατά τον οποίον επήλθε η μείωση. Ο όρος δίκαιη αποζημίωση συναντάται και σε άλλα νομοθετήματα και ο χρόνος καθορισμού της είναι αυτός κατά τον οποίον αποκρυσταλλώνεται η ζημιά, εν προκειμένω η μείωση της οικονομικής αξίας όπως αντίστοιχα καθορίζεται και στις περιπτώσεις αναγκαστικής απαλλοτρίωσης όπου ο χρόνος αποζημίωσης καθορίζεται ως αυτός της δημοσίευσης της ειδοποίησής της. Σε ό,τι αφορά τώρα τους τόκους αποτελεί θέση της Αρχής ότι δεν δύνανται οι Ενάγοντες να λάβουν τόκο από την καταχώρηση της αγωγής καθότι θα μπορούσαν να είχαν διεκδικήσει νωρίτερα τις αποζημιώσεις. Θα συμφωνήσω με την εισήγησή της συνηγόρου ότι ενόψει της αδράνειας των Εναγόντων από το 2005 μέχρι το 2013 να αξιώσουν οιοδήποτε ποσό αυτοί δεν μπορούν να λάβουν τόκο από το
  3. Έστω όμως και μεταγενέστερα οι Ενάγοντες ενεργοποίησαν το δικαίωμα που τους παρέχει το Σύνταγμα και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Κρίνω επομένως ότι αυτοί δύνανται να λάβουν τόκους επί των ποσών που ήθελε επιδικαστούν από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Σε ό,τι αφορά τώρα το ποσό της αποζημίωσης κρίνω ότι η εκτίμηση του ΜΥ1 έχοντας γίνει πλήρως αποδεκτή για τους λόγους που προανέφερα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ποσό των €7.500 αποτελεί τη δίκαιη και εύλογη αποζημίωση ως ποσό που καθορίζει η μείωση της αξίας του επίδικου ακινήτου λόγω της τοποθέτησης της επίδικης γραμμής. Σε ό,τι αφορά τώρα τις λοιπές αξιώσεις πέραν των διαταγμάτων ως Α και Β της έκθεσης απαίτησης και ειδικότερα στις ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να απορριφθούν. Τόσο επί νομικών σημείων όσο και επί της μαρτυρίας αξιολογούμενης τα ποσά που αφορούν τις ισχυριζόμενες ζημιές δεν μπορούν να αποδοθούν. Αυτό που θα μπορούσε να αποδοθεί στους Ενάγοντες είναι τα έξοδα των εμπειρογνωμόνων εκτιμητών που παρουσίασαν για την προώθηση της υπόθεσής τους. Παρά τη σωρεία εκθέσεων από εμπειρογνώμονες που καταχωρήσθηκαν στον φάκελο ουδείς εξ αυτών προσήλθε να μαρτυρήσει, πέραν του ΜΕ1 και ΜΕ
  4. Επιπλέον τα έξοδα εμπειρογνωμόνων αποτελούν ειδική ζημιά η οποία θα πρέπει να δικογραφείται. Εντούτοις στην έκθεση απαίτησης των Εναγόντων πέραν των εξόδων του ΜΕ1 επιζητούνται και τα έξοδα κάποιου εκτιμητή Χ. Χαραλάμπους και ο οποίος όμως δεν προσήλθε να μαρτυρήσει. Ενόψει της έλλειψης δικογράφησης επομένως των εξόδων υπό μορφή ειδικής ζημιάς των ΜΥ2 και ΜΥ3 ουδέν ποσό δύναται να επιδικαστεί υπό μορφή ειδικής ζημιάς. Σε ό,τι αφορά τώρα τον ΜΕ1 ο οποίος παρουσίασε τιμολόγιο και του οποίου η μαρτυρία ανεξάρτητα από την απόρριψη της, ήταν ουσιώδης και απαραίτητη για την προώθηση συγκεκριμένων απαιτήσεων, αλλά και σε συνδυασμό με το ότι αυτή καταγράφεται στα δικόγραφα, δύναται να επιδικαστεί. Ως εκ τούτου και έχοντας αναλύσει τα ζητήματα που η παρούσα αγωγή αφορά καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση για την ουσιώδη μείωση της αξίας του επίδικου ακινήτου συμφώνως του Άρθρου 23.3 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων για το ποσό των €7.500 πλέον νόμιμο τόκο από 20.9.2013 και μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον ποσό εκ €1190= (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α) με νόμιμο τόκο από σήμερα, πλέον τα δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα επιτυχίας της αγωγής, ήτοι στην κλίμακα €2.000 - €10.000=. (Υπ.) ................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.