Βασιλειάδη κ.α. ν. Κορακίδου ως εκτελέστρια της διαθήκης της αποβιώσασας Σάββα κ.α., Αρ. Aγωγής: 3460/2013, 31/3/2021
Βασιλειάδη κ.α. ν. Κορακίδου ως εκτελέστρια της διαθήκης της αποβιώσασας Σάββα κ.α., Αρ. Aγωγής: 3460/2013, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A28 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: X. Β. Xαραλάμπους, Π.Ε.Δ.
Αρ. Aγωγής: 3460/2013 Μεταξύ:
Ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, από τη δήλωση της εκτελέστριας για την παραχώρηση των εγγράφων διαχείρισης και την απογραφή, φαίνεται ότι η Εναγόμενη 1 θα διανείμει ισότιμα την "υπάρχουσα" περιουσία σε όλα τα τέκνα, ενέργεια για τους ίδιους παράνομη, καθότι η αποβιώσασα κατά τη διάρκεια της ζωής της απέδωσε στα υπόλοιπα τέκνα της υπό μορφή δωρεών, περιουσίες πολύ μεγαλύτερες από τη νόμιμη μοίρα.
Η Εναγόμενη 1 με την υπεράσπισή της προέβαλε ότι όλες οι ενέργειές της για τη διαχείριση ήταν εντός των πλαισίων της νομοθεσίας.
Στις 29.6.16 εξασφαλίστηκε εκ συμφώνου διάταγμα για την προσθήκη των υπολοίπων τεσσάρων τέκνων ως Εναγομένων 2‑ 5, οι οποίοι όμως, παρά τις επιδόσεις, παρέλειψαν να εμφανιστούν στην αγωγή, η οποία και προχωρά εναντίον τους για απόδειξη στη βάση σχετικής αίτησης και ένορκης δήλωσης ημερ. 25.2.21, με Τεκμήρια.
Σε σχέση με την Εναγόμενη 1, η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε δηλωθέντα παραδεκτά γεγονότα ως το Έγγραφο Α και σε κατατεθέντα από κοινού έγγραφα ως Τεκμήρια 1‑11. Τόσο τα γεγονότα όσο και τα έγγραφα ταυτίζονται, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ανάγκη για δύο ξεχωριστές αξιολογήσεις, αλλά να εξυπηρετεί η ενιαία εξαγωγή ευρημάτων.
Τα γεγονότα λοιπόν όπως αυτά έχουν δηλωθεί αλλά εξάγονται και από την ένορκη δήλωση (σε σχέση με τους Εναγόμενους 2‑5), έχουν ως εξής: "1. Οι Ενάγοντες 1 και 2 και οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 είναι τα παιδιά και οι μοναδικοί κληρονόμοι της αποβιώσασας Αναστασίας..., τέως από την.., η οποία απεβίωσε κατά την 5/7/2005.
(ί) Αριθμός Εγγραφής...τεμάχιο 555, έκταση 11372, στην διαθήκη η αποβιώσασα περιγράφει την περιουσία ως χωράφι στην τοποθεσία .. του οποίου το 1/2 είναι ήδη στο όνομα της θυγατέρας της.
Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που τα έξοδα είναι λιγότερα από €200.000, το περίσσευμα θα αποδοθεί στους κληρονόμους.
Νομική πτυχή Όπως έχει διαφανεί και μέσα από τις αγορεύσεις των διαδίκων, τα δύο θέματα τα οποία απασχολούν είναι: ‑ Κατά πόσον με τη διαθήκη της η αποβιώσασα διέθεσε περιουσία πέραν του μέρους το οποίο δικαιούτο με βάση τον Νόμο να διαθέσει (δηλαδή πέραν από το διαθέσιμο μέρος) και αν αυτό πρέπει να περικοπεί για να περιοριστεί. ‑ Κατά πόσον πρέπει κατά τον υπολογισμό των μερίδων των κληρονόμων να συνυπολογιστούν βάσει του Νόμου και οι δωρεές στις οποίες προέβη εν ζωή η αποβιώσασα προς κάποια τέκνα της.
Α. Υπέρβαση Διαθέσιμου Μέρους Ως προς το πρώτο θέμα και πριν από οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να λεχθεί πως αυστηρώς ομιλούντες δεν αποτελεί επίδικο θέμα με βάση την έκθεση απαίτησης, δεδομένου ότι το θέμα το οποίο εγείρεται εκεί αφορά τις παροχές εν ζωή. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με την υπέρβαση του διαθέσιμου μέρους και την απαιτούμενη ρύθμισή του. Για αυτό κρίνεται σκόπιμο, προς υποβοήθηση, να λεχθεί ότι το άρθρο 41 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 (όπως τροποποιήθηκε κατά το 1989), προνοεί πως όταν ο αποβιώσας καταλείπει σύζυγο και τέκνα ή μόνο τέκνα, τότε το διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς δεν θα υπερβαίνει το 1/4 της καθαρής αξίας της κληρονομιάς ("...shall not exceed...of the net value of his estate").
Στην παρούσα περίπτωση, με δεδομένο ότι η αποβιώσασα άφησε μόνο τέκνα, έπεται πως το διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς ήταν το 1/4 και πως δεν μπορούσε να διαθέσει με τη διαθήκη της περιουσία πέραν αυτού του μέρους.
Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία, κατά την ημερομηνία του θανάτου της η αποβιώσασα ήταν ιδιοκτήτρια 25 ακινήτων. Οι αξίες των ακινήτων ήταν κατά την ημερομηνία του θανάτου της αυτές που αναφέρονται στις τρεις εκτιμήσεις των Α. Δρουσιώτης και Σία Ε.Π.Ε. ημερ. 25.1.21 (Τεκμήρια 9, 10 και 11). Η Εναγόμενη 1‑εκτελέστρια δέχεται ότι η συνολική τους αξία ήταν €868.777,56 και ότι εξ αυτών η αποβιώσασα με τη διαθήκη της διέθεσε τα 18 ακίνητα συνολικής αξίας €547.390,56. Δέχομαι ότι παρέμειναν αδιανέμητα τα υπόλοιπα επτά ακίνητα συνολικής αξίας €321.387.
Τα μέρη στην παρούσα συμφωνούν ότι τα έξοδα τα οποία θα πρέπει να πληρωθούν από την κληρονομιά υπολογίζονται προκαταρκτικά στις €200.000. Στην πραγματικότητα, πρόκειται όντως για έναν υπολογισμό, για μια εκτίμηση εξόδων και ασφαλώς κανένας δεν μπορεί να πει από τώρα κάτι με απόλυτη βεβαιότητα. Είναι ενδεικτικό πως μόνο για μια περίπτωση τα έξοδα φαίνεται να είναι συγκεκριμένα (ήτοι των εκτιμητών), ενώ για τα υπόλοιπα θέματα αναμένεται να καθοριστούν ή υπολογιστούν στο μέλλον.
Όμως με δεδομένο αφενός το παραδεκτό από την εκτελέστρια της διαθήκης και αφετέρου τη διάθεση περιουσίας ύψους €547.390,56 από τη συνολική περιουσία αξίας €868.777,56, το Δικαστήριο συμφωνεί επίσης πως έχει διατεθεί περιουσία η οποία υπερβαίνει το 1/4 της καθαρής αξίας της κληρονομιάς. Αυτό εξάλλου, είναι εμφανέστατο τόσο με βάση τα πιο πάνω όσο και με βάση τα ποσά τα οποία εισηγούνται οι Ενάγοντες, τα οποία είναι ελαφρώς μικρότερα (€815.060,51 και €493.673,85 αντίστοιχα).
Το άρθρο 41 του Κεφ. 195 το οποίο απαγορεύει επιτακτικά μια τέτοια πορεία, προνοεί και τη λύση του ζητήματος επιβάλλοντας με το εδ. (2) ότι όταν με διαθήκη διατεθεί μέρος της κληρονομιάς μεγαλύτερο από το διαθέσιμο μέρος της, τότε "...η διάθεση αυτή μειώνεται και περικόπτεται αναλόγως, ώστε να περιοριστεί στο διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς ("...such disposition shall be reduced and abated proportionally so as to be limited to the disposable portion").
Πολύ ορθά λοιπόν και η εκτελέστρια μέσω του συνηγόρου της συμφώνησε, εισηγούμενη ότι εν σχέσει με την εφαρμογή του άρθρου 41 δεν υπάρχει αμφιβολία και οι πρόνοιές του θα πρέπει να εφαρμοστούν με την κατ' αναλογίαν μείωση των διαθέσεων οι οποίες έγιναν με την επίμαχη διαθήκη.
Ασφαλώς αυτό θα επιτευχθεί με ακρίβεια και με τον δέοντα τρόπο όταν θα μπορεί να διαπιστωθεί με συγκεκριμένα στοιχεία και αριθμούς η καθαρή αξία της κληρονομιάς και επ' αυτής θα υπολογιστούν αφενός τα 3/4 τα οποία πρέπει να ενταχθούν στην περιουσία και να διανεμηθούν σε όλους και αφετέρου το 1/4 το οποίο θα παραμείνει στους δικαιούχους τους οποίους είχε επιλέξει η αποβιώσασα (με ανάλογη μείωση ή περικοπή).
Δεν υπάρχει καμιά σημασία και ούτε οποιοσδήποτε λόγος να εμπλακεί τώρα το Δικαστήριο αυτό σε αριθμητικούς υπολογισμούς επί βάσης η οποία είναι μόνον καθ' υπολογισμόν και προκαταρκτική. Άλλωστε, αρμόδιο για τη δέουσα εκτέλεση της διαθήκης θα είναι το αρμόδιο Δικαστήριο Επικυρώσεως Διαθηκών, το οποίο λογικά θα έχει και τον έλεγχο για τις ενέργειες της εκτελέστριας.
Το ουσιώδες είναι πως η εκτελέστρια συμφωνεί ότι οι διαθέσεις που έγιναν με τη διαθήκη θα πρέπει να μειωθούν ή περικοπούν κατά τρόπον ώστε συνολικά να μην υπερβαίνουν το 1/4 της καθαρής αξίας της κληρονομιάς.
Β. Παροχές Εν Ζωή (advancements) Το βασικό θέμα, το οποίο ήταν και η αφορμή για την αγωγή, είναι το δεύτερο ζήτημα για το οποίο το άρθρο 51 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 προνοεί πως οποιοδήποτε τέκνο του αποβιώσαντος ή άλλος κατιών του, ο οποίος καθίσταται δικαιούχος για διαδοχή στο μη διαθέσιμο μέρος ή στο τυχόν αδιάθετο, θα λογαριάζει (προσμετρά) κατά τον υπολογισμό της μερίδας του, οποιαδήποτε περιουσία την οποία είχε λάβει καθ' οιονδήποτε χρόνο από τον αποβιώσαντα ("...shall in reckoning his share bring into account all movable and immovable property that he has at any time received from the deceased) με παροχή εν ζωή ή δυνάμει γαμικής σύμβασης ή ως προίκα ή με δωρεά αιτία θανάτου.
Το ζήτημα εγείρεται στην παρούσα διότι, ως έχει δηλωθεί και καταδειχθεί, η αποβιώσασα είχε προ του θανάτου της διαθέσει στην κόρη της Μαρία επτά ακίνητα και στον γιο της Ανδρέα ένα ακίνητο.
Το ίδιο το άρθρο 51 με σχετική επιφύλαξή του προνοεί ρητώς πως: "Νoείται ότι καμιά τέτoια κιvητή ιδιoκτησία ή ακίvητη ιδιoκτησία δεv λoγαριάζεται αv o απoβιώσας άφησε διαθήκη πoυ περιέχει ειδική διάταξη για μη υπoλoγισμό τέτoιας κιvητής ιδιoκτησίας ή ακίvητης ιδιoκτησίας".
Η Εναγόμενη 1 μέσω των συνηγόρων της δέχεται ότι η επίμαχη διαθήκη δεν περιέχει την απαιτούμενη αυτή ειδική διάταξη (special provision) για μη συνυπολογισμό των παροχών στις οποίες η αποβιώσασα είχε προβεί εν ζωή. Εκφράζει όμως τον προβληματισμό της επί τω ότι αφενός στη Μαρία αφήνεται με τη διαθήκη περιουσία αξίας €85.290 ενώ είχε λάβει εν ζωή περιουσία αξίας €332.580 και αφετέρου στον Ανδρέα αφήνεται περιουσία αξίας €117.449 ενώ είχε λάβει εν ζωή περιουσία αξίας €177.925. Από αυτά η ίδια συμπεραίνει και εισηγείται ότι η αποβιώσασα ήθελε να διαθέσει στους δύο και τις περιουσίες τις οποίες τους άφησε με τη διαθήκη παρότι είχαν λάβει τις πιο πάνω παροχές εν ζωή.
Βέβαια, ο συλλογισμός αυτός εν πρώτοις παραγνωρίζει το αδιάθετο μέρος της κληρονομιάς, ήτοι τα επτά ακίνητα τα οποία δεν συμπεριέλαβε στη διαθήκη της η αποβιώσασα, τα οποία είναι συνολικής αξίας €321.386,66 και στα οποία επίσης θα κληθούν να λάβουν μερίδιο οι Μαρία και ο Ανδρέας.
Όμως δεν είναι αυτό το πραγματικό πρόβλημα. Το πραγματικό κώλυμα για την πορεία την οποία εισηγείται η εκτελέστρια είναι αφενός η επιτακτική πρόνοια του άρθρου 51 για συνυπολογισμό των παροχών εν ζωή (ως συνάγεται από τη χρήση του "shall") και αφετέρου η σαφής και ρητή επιφύλαξη ότι για τον μη συνυπολογισμό των παροχών εν ζωή απαιτείται ειδική πρόνοια ή πρόβλεψη, από τον αποβιώσαντα, σε διαθήκη την οποία αφήνει. Η απαίτηση του Νόμου για αναγκαιότητα ύπαρξης "ειδικής" περί τούτου διάταξης δεν αφήνει περιθώρια για οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Επειδή μάλιστα πρόκειται για περίπτωση στην οποία υπήρξε διαθήκη, θα μπορούσε να λεχθεί πως με βάση τον Νόμο προκύπτει το αντίθετο συμπέρασμα. Δηλαδή ότι για να μην συμπεριλάβει η αποβιώσασα ειδική διάταξη στη διαθήκη της, σημαίνει πως επιθυμούσε να συνυπολογιστούν οι παροχές εν ζωή. Δεν υπάρχει λοιπόν οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι δωρεές, δηλαδή οι παροχές τις οποίες έλαβαν τα δύο τέκνα εν ζωή, θα πρέπει να συνυπολογιστούν από την εκτελέστρια κατά τον μελλοντικό υπολογισμό της μερίδας τους σε σχέση με το μη διαθέσιμο και το αδιάθετο μέρος.
Το Δικαστήριο επίσης συμφωνεί ότι ο χρόνος αποτίμησης της αξίας αυτών των παροχών θα πρέπει να είναι η ημερομηνία θανάτου της αποβιώσασας στη βάση των όσων έχουν επεξηγηθεί στην υπόθεση Κυριακίδης κ.ά. ν. Δικηγορόπουλου (2012) 1 Α.Α.Δ. 1164, ούτως ώστε να τύχει εφαρμογής η αρχή της ισότητας των κληρονομικών μεριδίων και να αποφευχθούν άδικα αποτελέσματα τα οποία, ως έχει λεχθεί, απαγορεύονται από τους ερμηνευτικούς κανόνες.
Οι Ενάγοντες σε αυτό το σημείο προχώρησαν να ισχυριστούν ότι οι παροχές εν ζωή στην παρούσα περίπτωση θεωρούνται ειδικές κληροδοσίες επειδή δύνανται να διαχωριστούν από την υπόλοιπη περιουσία και παραπέμποντας σε άλλη (πρωτόδικη) απόφαση, εισηγήθηκαν περαιτέρω ότι η μείωση και περικοπή θα επιτευχθεί "δια της πώλησης και διανομής του προϊόντος της πώλησης στους κληροδόχους". Η αναφορά βέβαια σε εκείνη την αγωγή είχε γίνει για κατοικία για την οποία υπήρχε ενδεχόμενο να διαφαινόταν στο μέλλον ότι υπερέβαινε την αξία του διαθέσιμου μέρους (και όχι για παροχή εν ζωή).
Την εισήγηση στήριξαν βασικά στο σύγγραμμα "Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο", 2η έκδοση, του Α. Αιμιλιανίδη (σελ. 153), όπου σε σχέση και πάλι με υπέρβαση του διαθέσιμου μέρους αναφέρεται η πιο πάνω ρύθμιση για ειδικές κληροδοσίες, δηλαδή η πώλησή τους και ο επακόλουθος διαμοιρασμός του χρηματικού ποσού (το οποίο συνιστά το προϊόν της πώλησης) μεταξύ των ειδικών κληροδόχων κατ' αναλογίαν της αξίας των αντίστοιχων κληροδοσιών τους.
Ασφαλώς όμως τα πιο πάνω είναι η έσχατη κατάληξη στις περιπτώσεις στις οποίες δεν ευρίσκεται τρόπος ισότιμης διανομής στη βάση του Νόμου και των αρχών της ισότητας. Δεν συμφωνεί το Δικαστήριο ότι η μοναδική λύση είναι η πώληση και διανομή των τυχόν εισπραχθησομένων ποσών. Σε κάθε περίπτωση, προσφέρονται και άλλες λύσεις είτε με συμφωνία μεταξύ των κληρονόμων είτε κατόπιν οδηγιών του αρμόδιου Δικαστηρίου επί διαχειρίσεων και εάν αυτές οι λύσεις αποτύχουν, θα τεθεί όντως θέμα πώλησης.
Κατάληξη Στην παρούσα περίπτωση, η ορθή σειρά είναι αυτή την οποία εισηγείται στην αγόρευσή της και η Εναγόμενη 1, βασιζόμενη στην υπόθεση Κυριακίδης (ανωτέρω), ήτοι θα πρέπει:
Πέραν των πιο πάνω επισημάνσεων, οι οποίες μεταξύ άλλων δικαιώνουν τους Ενάγοντες σε σχέση με το ζήτημα των παροχών εν ζωή, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να επιτύχει κάποια από τις ειδικότερες αξιώσεις τους, ήτοι ειδικότερα ούτε για απόδοση της εναπομείνασας περιουσίας στους ίδιους ούτε και για απόδοση αποζημιώσεων στους ίδιους, οι οποίες και απορρίπτονται, καθότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οτιδήποτε σχετικό. Το ακριβές μερίδιό τους θα υπολογιστεί στο μέλλον εντός των πιο πάνω παραμέτρων και υπ' αυτή την έννοια θεωρείται ότι δικαιώθηκαν εν μέρει και οι Εναγόμενοι (με την απόρριψη των αξιώσεων).
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνεται ως ορθότερο και δικαιότερο όπως τα έξοδα της αγωγής κατανεμηθούν εξ ημισείας με επιβάρυνση της κληρονομιάς, ως ήταν και η εισήγηση.
Ως εκ τούτου, σε σχέση με τους Ενάγοντες και την Εναγόμενη 1, επιδικάζεται προς όφελος της κάθε πλευράς το 1/2 των εξόδων στη βάση καταλόγου τον οποίο θα υποβάλει η κάθε πλευρά, ήτοι το 1/2 των εξόδων, ως αυτά θα υπολογιστούν και εγκριθούν, συν ΦΠΑ και θα είναι πληρωτέα από την κληρονομιά της αποβιώσασας. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 2-5, καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ...............
Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο