IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD ν. ΜΑΥΡΙΚΙΟ, ως διαχειριστή της περιουσίας του Smallbone κ.α., Αρ. Αγωγής: 138/12, 2/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 138/12 Μεταξύ: IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ SMALLBONE
- ΧΧΧΧ CLAYDEN Εναγομένων ............................................................................................................................ Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 15.9.2015 Μεταξύ: IPN PAFIDELEA CONSTRUCTION AND DEVELOPING LTD Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ ΜΑΥΡΙΚΙΟ, ως διαχειριστή της περιουσίας του ΧΧΧΧ Smallbone
- ΧΧΧΧ CLAYDEN Εναγομένων Αίτηση ημερ. 27.11.2020 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 2.2.2021 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ε. Κορακίδης για ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΚΟΡΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μιλτιάδου για κ. Λ. Μαυρίκιο. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους, διεκδικούν το ποσό των €84.737,80, πλέον τόκους, σαν χρέος και/ή αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλης σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή δυνάμει του δικαίου της αποκατάστασης. Η ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας της πολύ παλιάς αυτής υπόθεσης άρχισε στις 5.10.
- Εκκρεμούσης αυτής, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) μετά από μονομερή αίτηση, εξασφάλισαν στις 27.11.2020 το ακόλουθο διάταγμα: «Προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 η με οποιοδήποτε τρόπο αποξένωση ή επιβάρυνση του χρηματικού τιμήματος δηλ. του ποσού των €117.500 που έλαβαν από την πώληση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧ, τεμάχιο ΧΧΧ, Φ./Σχ. ΧΧΧΧ στην ΧΧΧΧ ή η απόσυρση του από οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό έχει αυτό κατατεθεί, μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή μέχρι εκδόσεως άλλης διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση τους βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στην Δ.48 Κ.1-13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στην Κυπριακή και Αγγλική νομολογία. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧ Χαραλάμπους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 την 1.12.2020 και στην Εναγόμενη 2 στις 12.12.
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση), παρά το ότι εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο, καταχώρησαν ξεχωριστές ενστάσεις. Ο πρώτος στις 15.12.2020 και η δεύτερη στις 23.12.
- Αμφότερες οι ενστάσεις υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η αίτηση 1 και εγείρουν τους ίδιους λόγους, οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
- Δεν συντρέχουν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η νομολογία για την έκδοση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού Διατάγματος και την συνέχιση της ισχύος του (στο εξής «το Διάταγμα»).
- Οι Αιτητές παρουσίασαν λανθασμένα και/ή ελλιπή γεγονότα και/ή απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα, παραπλανώντας το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς έκδοση του Διατάγματος.
- Το Διάταγμα είναι γενικό, αόριστο και καταπιεστικό για τους Καθ' ων η αίτηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να ακυρωθεί και απορριφθεί.
- Οι Αιτητές κωλύονται νομικά να προωθούν οιανδήποτε νομική διαδικασία υπό την ισχυριζόμενη ιδιότητα τους ως εργολήπτη, καθότι κατά τον επίδικο χρόνο υπογραφής της συμφωνίας εργολαβίας δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Εργοληπτών ως Εργολάβοι και επίσης έχουν διαγράφει από το
- Οι Αιτητές έχουν ήδη ενεργοποιήσει την ρήτρα των συμπεφωνημένων αποζημιώσεων με βάση την συμφωνία ημερ. 22.5.2007 ένεκα της ουσιώδους από μέρους τους, παράβασης παράδοσης της κατοικίας εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας.
- Οι Αιτητές δεν προσήγαγαν αποδεκτή ή ικανοποιητική μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει γιατί έπρεπε να δεσμευθεί όλο το τίμημα πώλησης του ακινήτου.
- Δεν έχει καταδειχθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του Διατάγματος στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση.
- Δεν έχει δοθεί και/ή υπογραφεί και/ή καταχωρηθεί η εγγύηση για το ποσό των €100.000, που διατάχθηκε από το Δικαστήριο ώστε να καλυφθούν τυχόν ζημίες και έξοδα που ήθελαν προκύψει από την έκδοση του Διατάγματος.
- Ο Διευθυντής των Αιτητών ήταν σε θέση να παρουσιασθεί και να υπογράψει την σχετική εγγύηση, η οποία δεν ανευρέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου, αλλά δεν ήταν σε θέση να υπογράψει την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση.
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και είναι καταπιεστική για τους Καθ' ων η αίτηση καθότι εάν το Διάταγμα παραμείνει σε ισχύ, θα προκληθεί σε αυτούς περαιτέρω ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά, εφόσον οι Αιτητές δεν θα μπορούν να τους αποζημιώσουν καθότι δεν είναι φερέγγυοι και δεν θα μπορεί να πληρωθεί η δοθείσα δήθεν εγγύηση των €100.
- Οι Αιτητές επινόησαν την αίτηση προσπαθώντας να χειραγωγήσουν τυχόν απόφαση υπέρ τους, δεσμεύοντας το τίμημα πώλησης της περιουσίας των Καθ' ων η αίτηση, δημιουργώντας και/ή προκαταβάλλοντας δήθεν μέτρο εκτέλεσης πριν την έκδοση της απόφασης την οποία προδικάζουν. Μετά την καταχώρηση της ένστασης από τον Καθ' ου η αίτηση 1, οι Αιτητές εξασφάλισαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αναφορικά με το θέμα της υπογραφής και καταχώρησης της εγγύησης που διατάχθηκε από το Δικαστήριο. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 29.12.
- Στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης, οι δύο πλευρές δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες και περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, όπου υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Odysseos v. Pieris Estates a.o.
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά την δίκη,
- Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό ο ενάγοντας να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει και μόνο για το λόγο ότι κατά την αρχική έκδοση του μετά από μονομερή αίτηση δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. The Attorney-General οf The Republic and another (No. 2) ν. Savvides
(1979)1 C.L.R. 349, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583 και Γρηγορίου κ.α. ανωτέρω). Η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο (βλ. The Timberland Co of U.S.A. ν. Evans & Sons Ltd κ. ά.
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 1179). Στην Demstar Limited v. Ζim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος «επενεργεί καταλυτικά - διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου». Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (βλ. επίσης Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1Α Α.Α.Δ. 82). Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οπόταν, στην απουσία του, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. Τέλος το βάρος είναι στον αιτητή για να δικαιολογήσει την συνέχιση της ισχύος ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Εξέταση της αίτησης Στα πλαίσια της παρούσας θα εξετάσω τα όσα σχετικά τίθενται, στην βάση πάντα και των όσων τελικά προωθούνται μέσω των αγορεύσεων των διαδίκων. Θα αρχίσω από το θέμα της αποκάλυψης. Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές, παρέλειψαν να αποκαλύψουν στην αίτηση τους κάποια γεγονότα, με αποτέλεσμα η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκήθηκε χωρίς αυτά να ληφθούν υπόψην. Εδώ να σημειωθεί ότι για να ακυρωθεί ένα προσωρινό διάταγμα στην βάση της μη αποκάλυψης, τα γεγονότα που δε αποκαλύπτονται πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. Όπως αναφέρεται στην Demstar Limited ανωτέρω, ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280). Η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη. Περαιτέρω σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για την χορήγηση θεραπείας. Ένα προσωρινό διάταγμα μπορεί λοιπόν να ακυρωθεί όταν καταδειχθεί ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού σε τέτοια περίπτωση ελλείπει το επείγον που αποτελεί τον δικαιοδοτικό όρο για την, κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, άσκηση δικαστικής εξουσίας και την παροχή θεραπείας στην απουσία του εναγόμενου (βλ. M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Resola ανωτέρω). Αρχίζοντας από το τελευταίο θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι δεν συνέτρεχε το κατ' επείγον, ώστε η αίτηση να προχωρήσει μονομερώς και το επίδικο διάταγμα να εκδοθεί στην απουσία τους. Αυτό καθότι, ως υποστηρίζουν, η υπόθεση βρίσκεται ήδη στην ακροαματική διαδικασία και το ακίνητο και άρα και η πώληση του δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής για να δεσμευθεί οποιοδήποτε ποσό από την πώληση. Ως προς την θέση αυτή θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι τα πιο πάνω είναι γνωστά ήδη, ως προκύπτοντα και από τον φάκελο της υπόθεσης και άρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος μη αποκάλυψης τους. Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού, ούτε το γεγονός ότι άρχισε η ακροαματική διαδικασία, ούτε και το ότι το ακίνητο που πωλήθηκε δεν αποτελεί αντικείμενο της αγωγής, είναι παράγοντες που καταδεικνύουν την ανυπαρξία του κατ' επείγοντος. Αντίθετα κρίνεται ότι η πώληση της εν λόγω περιουσίας, μετά από τόσα χρόνια από την έγερση της αγωγής και ενώ αυτή βρίσκεται στο στάδιο της ακρόασης, στοιχειοθετούσαν, λαμβανομένων υπόψην και των όσων άλλων σχετικών τέθηκαν, το κατ' επείγον, ως τον απαραίτητο δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση του διατάγματος στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση. Ως προς την μη αποκάλυψη είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν τα ακριβή ούτε και σημαντικά γεγονότα της υπόθεσης. Θέτουν ως μη αποκαλυφθέντα συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
- Κατά την επίδικη περίοδο που υπογράφηκε η συμφωνία ημερ. 22.5.2007, οι Αιτητές δεν ήταν εγγεγραµµένοι στο Μητρώο Εργοληπτών Κύπρου και ενεγράφησαν στις 13.6.2008 ως Εργολάβος Ε' Τάξης και έτσι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν πολλές από τις εργασίες που συμπεριλαμβάνονταν στην συμφωνία.
- Περαιτέρω οι Αιτητές έχουν διαγραφεί από το Μητρώο Εργοληπτών Κύπρου και δεν κατέχουν άδεια εξασκήσεως του επαγγέλµατος του Εργολάβου από τις 12.9.
- Στην ως άνω συµφωνία δεν προβλεπόταν ότι οιονδήποτε ολικό ποσό θα καταβαλλόταν από τους Καθ' ων η αίτηση πριν από την ολοκλήρωση των συµφωνηθέντων οικοδοµικών εργασιών.
- Οι οικοδομικές εργασίες δεν εκτελούνταν σύμφωνα με τις συμφωνίες και όσες εργασίες έχουν γίνει είναι ελλιπείς, υπάρχουν πολλές κακοτεχνίες και η ποιότητα τους δεν είναι αποδεκτή.
- Οι Αιτητές είναι οι ουσιώδεις παραβάτες των συμφωνιών, αφού κατά παράβαση τους παρέλειψαν και/ή καθυστέρησαν να ολοκληρώσουν τις οικοδομικές εργασίες.
- Οι Αιτητές υπήρξαν και αµελείς προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους κατά την ανέγερση της κατοικίας αφού εμάρκαραν και ανήγειραν την οικοδομή λανθασμένα.
- Οι Αιτητές δεν είναι φερέγγυοι και έτσι δεν θα µπορέσουν σε περίπτωση αποτυχίας της υπόθεσης τους να αποζηµιώσουν τους Καθ' ων η αίτηση. Εξετάζοντας τα πιο πάνω στην βάση όλων όσων προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των μερών αλλά και από τα λοιπά στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής, ότι η υπό κρίση θέση των Καθ' ων η αίτηση για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων δεν ευσταθεί και εξηγώ. Τα αναφερόμενα στα υπ' αρ. 1-6 ανωτέρω, αποτελούν βασικά θέσεις των Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια στήριξης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Αυτά στο μέτρο που δικογραφούνται απορρίπτονται από τους Αιτητές στο δικό τους δικόγραφο. Πρόκειται για θέματα, τα οποία εφόσον προσαχθεί αποδεκτή μαρτυρία, θα αξιολογηθούν και θα κριθούν από το Δικαστήριο μετά το πέρας της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης και όχι στα πλαίσια της παρούσας. Δεν αποτελούν λοιπόν γεγονότα που οι Αιτητές όφειλαν να αποκαλύψουν. Ούτε για το υπ' αρ. 7 ανωτέρω ευσταθεί η θέση των Καθ' ων η αίτηση, καθότι η φερεγγυότητα των Αιτητών δεν είναι σχετική με τα όσα λαμβάνονται υπόψην στα πλαίσια των θεμάτων που εγείρονται σε αιτήσεις όπως η παρούσα. Ως προς το θέμα της εγγύησης είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η απουσία από τον φάκελο της υπόθεσης του εγγυητηρίου που διατάχθηκαν να υπογράψουν οι Αιτητές, καθιστά το επίδικο διάταγμα άκυρο. Ούτε αυτή η θέση τους ευσταθεί και εξηγώ: Στην Marketrends (Capital Market Ltd)
(2002)1 A.A.Δ. 749, με αναφορά και στην Δισκοθήκη Αφρικάνα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 738, λέχθηκε ότι το άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, καθιστά επιτακτικό για το Δικαστήριο να διατάξει όπως ο αιτητής διατάγματος ex parte αναλάβει υποχρέωση για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου το διάταγμα εκδίδεται. Κρίθηκε δε στην υπόθεση εκείνη ότι ενόψει του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν διέταξε την ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης, η πιο πάνω απαραίτητη προϋπόθεση δεν είχε ικανοποιηθεί και έτσι η έκδοση του διατάγματος κατέστη παράνομη και άκυρη. Στην προκειμένη οι Αιτητές διατάχθηκαν, κατά την έκδοση του διατάγματος στις 27.11.2020, όπως υπογράψουν εγγύηση ύψους €100.000 για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του. Παρά την θέση των Αιτητών ότι τέτοια υπογράφτηκε από ένα εκ των διευθυντών αυτών, το εγγυητήριο δεν εντοπίζεται σήμερα στον φάκελο της υπόθεσης. Ως προς τούτο όμως οι Αιτητές καταχώρησαν, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, στις 29.12.2020 συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την ομνύουσα κα Κάϊζερ, Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, την 1.12.2020 ο ΧΧΧΧ Πενταράς, εκ μέρους των Αιτητών υπέγραψε εγγυητήριο για το ποσό των €100.000 σε σχέση με επίδικο διάταγμα και έθεσε την σφραγίδα των Αιτητών. Το εγγυητήριο καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεση και ακολούθως δακτυλογραφήθηκε το διάταγμα. Αργότερα, όταν το εγγυητήριο αναζητήθηκε λόγω αιτήματος της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση για χορήγηση αντιγράφου του, δεν ανευρέθηκε και παρά τις προσπάθειες του προσωπικού του Δικαστηρίου αυτό ακόμα δεν ανευρέθηκε. Τα πιο πάνω ουδόλως αμφισβητήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση και έχουν παραμείνει αναντίλεκτα. Η πιο πάνω μαρτυρία επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το ίδιο το διάταγμα, ως συντάχθηκε την 1.12.2020, αφού αυτό αναφέρει ότι οι Αιτητές υπέγραψαν εγγύηση για το ποσό των €100.000 για να καλυφθούν με αυτό τυχόν ζημιές και έξοδα που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του διατάγματος. Έχει λοιπόν καταδειχθεί ότι το εγγυητήριο έχει υπογραφεί για λογαριασμό των Αιτητών και κρίνεται ως εύλογη τόσο η μη παρουσία του σήμερα στον φάκελο όσο και η μη ύπαρξη οποιουδήποτε αντιγράφου του. Έχει λοιπόν εκπληρωθεί από πλευράς των Αιτητών ο όρος που έχει τεθεί κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος και συναφώς αυτό δεν είναι άκυρο. Το όλο δε θέμα της εγγύησης των Αιτητών ώστε να έχουν την δυνατότητα οι Καθ' ων η αίτηση να αποζημιωθούν σε περίπτωση που υποστούν ζημιές από την έκδοση του διατάγματος, μπορεί υπό τις περιστάσεις να θεραπευθεί με την επιβολή όρου όπως, σε περίπτωση που το διάταγμα οριστικοποιηθεί, αυτό συνταχθεί νοουμένου ότι προηγουμένως υπογραφεί νέο εγγυητήριο για το ίδιο ποσό. Μετά τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εξετάζοντας λοιπόν την πρώτη προϋπόθεση, κρίνω ότι από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την δίκη. Συγκεκριμένα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση, η οποία αφορά την διεκδίκηση από τους Αιτητές του ποσού των €84.737,80, πλέον τόκους, ως αποζημιώσεις ή ως ποσό μη πληρωθέν και οφειλόμενο από τους Καθ' ων η αίτηση, για την εκτέλεση από τους Αιτητές, μεγάλου μέρος των εργασιών ανέγερσης κατοικίας των Καθ' ων η αίτηση, δυνάμει συμφωνίας ημερ. 22.5.2007 και όλων των εργασιών δυνάμει επιπρόσθετης συμφωνίας ημερ. 24.7.2008 (στο εξής «οι επίδικες συμφωνίες»), οι οποίες για τον λόγο αυτό τερματίσθηκαν από τους Αιτητές στις 14.3.2011. Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για την θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Ως εκ των άνω, ως έχει αναφερθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε τέτοιες αιτήσεις να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό θα γίνει όταν το Δικαστήριο ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ό,τι πρέπει να αποκαλύπτεται από την μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας, οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Δεν απαιτείται προς τούτο η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Στην προκειμένη θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση, στην αγόρευση τους δεν υποστηρίζουν ότι δεν πληρούται η υπό εξέταση προϋπόθεση. Ανεξαρτήτως αυτού, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το θέμα. Ως προς τούτο λοιπόν σημειώνονται τα εξής: Με την αγωγή τους οι Αιτητές αξιώνουν: (Α) το ποσό των €84.737,80, (Β) τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €10.015 από 24.7.2008 μέχρι την εξόφληση, (Γ) τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των €10.015 από 14.3.2011 μέχρι την εξόφληση και (Δ) νόμιμο τόκο. Ως έχει προαναφερθεί η ακρόαση της ουσίας της υπόθεση έχει ήδη ξεκινήσει. Έχει ήδη καταθέσει ένας μάρτυρας. Έχουν δε κατατεθεί εκ συμφώνου ως τεκμήρια 1 και 2 οι συμφωνίες ημερ. 22.5.2007 και 24.7.
- Η πρώτη είναι «Constuction Agreement» μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η αίτηση, με την οποία οι Αιτητές ανέλαβαν να διορίσουν αδειούχους κτίστες, εργολάβους και υπεργολάβους για να διεξάγουν τις εργασίες που αναφέρονται στην συμφωνία, για την κατασκευή κατοικίας με πισίνα, σε ακίνητο ιδιοκτησίας των Καθ' ων η αίτηση, για το συμφωνημένο ποσό των Λ.Κ.158.000 (ισοδύναμο των €269.959,02) πλέον Φ.Π.Α. Η δεύτερη συμφωνία είναι πρόσθετη της πρώτης, για έξτρα εργασίες με συμφωνημένο ποσό €20.030 πλέον Φ.Π.Α. Οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι τους οφείλεται το αξιούμενο ποσό καθότι έχουν διεξάγει αρκετές από τις συμφωνηθείσες εργασίες και παρά ταύτα οι Καθ' ων η αίτηση δεν τους πλήρωσαν για αυτές, με αποτέλεσμα οι πρώτοι να τερματίσουν τις εν λόγω συμφωνίες. Έχουν επίσης δηλωθεί και παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα δηλώθηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση πλήρωσαν στους Αιτητές, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, συγκεκριμένα ποσά που συμποσούνται στις €186.273,64 (βλ. τεκμήριο 4). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό ότι, αναφορικά με τις εργασίες που όφειλαν, με βάση το επίδικο συμβόλαιο να κάνουν οι Αιτητές, θα πρέπει να αφαιρεθεί το συνολικό ποσό των €35.620, ως εργασίες που δεν έγιναν από αυτούς και ως κακοτεχνίες που έκαναν. Είναι δε αμφισβητούμενο μεταξύ των μερών ποιος είχε την υποχρέωση να προβεί και να επωμιστεί το κόστος κάποιων εργασιών, άλλων από τις πιο πάνω αναφερόμενες. Ως προς αυτές δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός τι αφορά και τι αξίας είναι η καθεμιά, οι οποίες συνολικά ανέρχονται στα €29.380, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το Φ.Π.Α., το οποίο κατά τους επίδικους χρόνους ήταν 15%. Μετά από τα πιο πάνω παραδεκτά παρέμεινε το θέμα του ποιος είχε την υποχρέωση να προβεί και να επωμιστεί το κόστος των αμέσως προαναφερόμενων εργασιών καθώς και το κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να καταβάλουν και τα έξοδα αρχιτεκτονικών σχεδίων που αναφέρονται σε μια εκ των συμφωνιών. Παρέμεινε επίσης η Ανταπαίτηση των Καθ' ων η αίτηση με την οποία αξιώνουν ποσό €54.333,48 ως αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης παράδοσης της κατοικίας, ποσό €1.025,16 μηνιαίως από την 21.11.2012 ως αποζημιώσεις μέχρι την παράδοση της κατοικίας συμπληρωμένης, ποσό €163.887,50 πλέον Φ.Π.Α., ως κόστος επιδιόρθωσης κακοτεχνιών καθώς και γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Οι όποιες υπερασπίσεις προβάλλουν οι Καθ' ων η αίτηση ως προς τα αμφισβητούμενα θέματα καθώς και η Ανταπαίτηση τους ασφαλώς θα απασχολήσουν το Δικαστήριο και θα αποφασισθούν μετά την περάτωση της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης, όταν θα έχει ενώπιον του όλη την μαρτυρία και κατόπιν της δέουσας αξιολόγησης της. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει την διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό ο αιτητής να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Με βάση λοιπόν τα όσα έχουν τεθεί προς τούτο κρίνεται ότι οι Αιτητές, με το περιορισμένο βάρος που έχουν στα πλαίσια της παρούσας, κατέδειξαν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους. Στα πλαίσια ελέγχου συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από την δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα. Οι Αιτητές στην παρούσα, ως έχει προαναφερθεί, ζητούν ως αποζημιώσεις ή ως υπόλοιπο οφειλόμενου χρέους συγκεκριμένο υπολογισμένο ήδη ποσό ήτοι €84.737,80 πλέον τόκους. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα δυσκολίας στον υπολογισμό του ποσού της αξιούμενης θεραπείας. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές πετύχουν στην αξίωση τους, θα αποζημιωθούν επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου μπορεί να λεχθεί ότι οι αποζημιώσεις συνιστούν στην παρούσα επαρκή θεραπεία. Ενόψει των ανωτέρω εκείνο που απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο, εάν δεν οριστικοποιηθεί το διάταγμα, οι Καθ' ων η αίτηση θα είναι σε οικονομική θέση να καταβάλουν τις αποζημιώσεις αυτές. Ως προς τούτο να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι είναι κοινώς παραδεκτό ότι οι Καθ' ων η αίτηση πώλησαν στις 23.11.2020 και μεταβίβασαν το ακίνητο που αφορά την επίδικη οικοδομή, έναντι ποσού €117.500 και ότι η αξία που εκτιμήθηκε από το Κτηματολόγιο για αυτό ήταν €150.000 (βλ. τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση). Ενόψει του πιο πάνω οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποξενώσουν τα χρήματα που έλαβαν από την πώληση, θα καταστήσουν μάταιη την εκδίκαση της αγωγής και αδύνατη την απονομή της δικαιοσύνης διότι δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη περιουσία. Οι Καθ' ων η αίτηση αντίθετα υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ των Αιτητών. Στηρίζουν δε την θέση τους στο ότι έχουν άλλη ακίνητη περιουσία. Συγκεκριμένα δηλώνουν ότι έχουν δύο ακίνητα, ένα στο χωριό ΧΧΧΧ και ένα στο χωριό ΧΧΧΧ (επισυνάπτονται οι τίτλοι ιδιοκτησίας στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις). Οι Καθ' ων η αίτηση στηρίζουν λοιπόν την θέση τους στο γεγονός ότι είναι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας. Από τους εν λόγω τίτλους ιδιοκτησίας προκύπτει ότι όσον αφορά το ακίνητο στο χωριό ΧΧΧΧ, οι Καθ' ων η αίτηση είναι συνιδιοκτήτες κατά ½ μερίδιο ο καθένας ενώ όσον αφορά το ακίνητο στην ΧΧΧΧ, αυτοί είναι ιδιοκτήτες ¼ μεριδίου ο καθένας, με το υπόλοιπο ½ να ανήκει σε τρίτο πρόσωπο. Πέραν όμως των πιο πάνω τίποτε άλλο δεν παραθέτουν. Δεν αναφέρουν δε ποια είναι η σημερινή αγοραία αξία των εν λόγω ακινήτων που είναι και το ζητούμενο εφόσον το θέμα θα πρέπει να κριθεί στην βάση των όσων ισχύουν σήμερα. Στους τίτλους ιδιοκτησίας αναφέρεται ότι η αγοραία αξία του πρώτου ακινήτου, την 1.1.2013 ήταν €22.600 ενώ του δεύτερου, κατά τον ίδιο χρόνο ήταν €24.
- Ακόμη λοιπόν και με αυτά τα δεδομένα φαίνεται ότι η συνολική αγοραία αξία των μεριδίων των Καθ' ων η αίτηση επί της ως άνω ακίνητης ιδιοκτησίας τους είναι, με τιμές της 1.1.2013, €35.600, δηλ. δεν είναι τέτοια ώστε να δύναται να ικανοποιήσει πλήρως την αξίωση των Αιτητών, σε περίπτωση που αυτή τελεσφορήσει. Να λεχθεί περαιτέρω ότι οι Καθ' ων η αίτηση στηρίζουν την εν λόγω θέση τους μόνο στην ύπαρξη ακίνητης περιουσίας. Καμία αναφορά δεν κάνουν σε άλλη περιουσία ή εισοδήματα τους ώστε να καταδειχθεί ότι είναι σε θέση να ικανοποιήσουν με άλλα μέσα οποιαδήποτε απόφαση ενδεχομένως εκδοθεί εναντίον τους (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1237 και Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1759). Εδώ να λεχθεί ότι η ύπαρξη είτε άλλων περιουσιακών στοιχείων είτε κάποιων εισοδημάτων, είναι κάτι που είναι προφανώς στην γνώση των ίδιων των Καθ' ων η αίτηση για να τα παραθέσουν. Ενόψει δε του ότι αυτοί τήρησαν σιγή ως προς τούτο και δεν υποστηρίζουν με οποιονδήποτε τρόπο ότι έχουν την απαιτούμενη οικονομική θέση για τον σκοπό αυτό, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη απόσειση του σχετικού βάρους απόδειξης από τους Αιτητές, ότι δηλ. ήταν οι τελευταίοι που απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν είναι σε τέτοια οικονομική θέση (βλ. Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1Α Α.Α.Δ. 201). Ως εκ των άνω κρίνεται ότι σε περίπτωση που δεν αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ικανοποιείται λοιπόν και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Αναφορικά δε με το κατά πόσο ενδείκνυται η δέσμευση ολόκληρου του ποσού που λήφθηκε από την πώληση του ακινήτου, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι το συνολικό τίμημα των δύο επίδικων συμφωνιών είναι, περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α., €333.487,37 (€269.959,02 + €20.030 πλέον 15% Φ.Π.Α.). Οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν στους Αιτητές το ποσό των €186.273,64 (το οποίο περιλαμβάνει το Φ.Π.Α.) και θα αφαιρεθεί και το ποσό των €35.620 (συν 15% Φ.Π.Α. δηλ. €40.963). Παραμένει ως υπόλοιπο το ποσό των €106.250,73 (περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) για το οποίο υπάρχει αμφισβήτηση. Οι Αιτητές με την αγωγή τους αξιώνουν το ποσό των €84.737,
- Πέραν τούτου όμως αξιώνουν τόκους αλλά και έξοδα. Κάποιοι τόκοι, σε μέρος του ποσού ανάγονται στο
- Ακόμη δε και στην περίπτωση που επιδικασθούν μόνο νόμιμοι τόκοι, αυτοί θα υπολογισθούν από το 2012 που καταχωρήθηκε η αγωγή ενώ, με δεδομένο ότι αυτή οδηγήθηκε σε ακρόαση, τα έξοδα με τα οποία έχει ήδη επιβαρυνθεί η παλιά αυτή η υπόθεση, αναμένεται να αυξηθούν ακόμη περισσότερο. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω κρίνεται εύλογη η δέσμευση ολόκληρου του ποσού των €117.
- Παρά το ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 το Δικαστήριο θα εξετάσει και κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία, στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, υπέρ της διατήρησης ή μη σε ισχύ του αιτούμενου διατάγματος. To ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι λανθασμένα εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα. Αποτελεί έτσι θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν εσφαλμένη (βλ. Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670, Baccardi & Co ν. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788 και Milton Investment Company Co Ltd κ.α. v. Dryden Group
(2014)1Α Α.Α.Δ. 731). Το ισοζύγιο αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα ενώπιον του στοιχεία στον ουσιώδη χρόνο (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Οι σχετικοί με την άσκηση της διακριτικής εξουσία του Δικαστηρίου παράγοντες εξετάζονται με γνώμονα τις ανάγκες της Δικαιοσύνης, όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Μεταξύ των προαναφερόμενων παραγόντων λαμβάνεται υπόψην και η δραστικότητα του αιτούμενου διατάγματος ενώ θα πρέπει να γίνεται και εξισορρόπηση των συμφερόντων των διαδίκων, υπό το φως των πραγματικών διαστάσεων του διατάγματος (βλ. Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερ. 23.3.17). Στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του «status quo ante», της διατήρησης δηλ. της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο καθ' ου η αίτηση άρχισε την δραστηριότητα, της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση (βλ. Κ. Κωσταντινίδη, Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, CORPUS DE JURE CYPRII, σελ. 179, American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504 και Parico ανωτέρω). Στην παρούσα στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της διατήρησης ή μη του διατάγματος, κρίνω ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψην τα ακόλουθα: Όσον αφορά τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη η διατήρηση ή μη σε ισχύ του διατάγματος, οι Καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζουν ότι θα υποστούν συγκεκριμένη ζημιά. Το μόνο που αναφέρουν είναι γενικά και αόριστα ότι οι Αιτητές προσπαθούν δια του διατάγματος να επιφέρουν μέτρο εκτέλεσης και/ή χειραγώγησης της υποτιθέμενης μελλοντικής εκτέλεσης της απαίτησης τους, κάτι που δεν προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Περαιτέρω αναφέρουν, και πάλι γενικά και αόριστα, ότι σε περίπτωση που παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα θα τους προκληθεί περαιτέρω ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά, κάτι που όμως αποδίδουν σε άσχετο με το εξεταζόμενο θέμα και συγκεκριμένα στο ότι οι Αιτητές δεν είναι φερέγγυοι και δεν μπορούν να τους αποζημιώσουν με χρήμα σε περίπτωση απόρριψης της υπόθεσης τους. Εδώ να λεχθεί ότι το βάρος απόδειξης ότι θα υποστεί δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις από ότι ο αιτητής, το έχει ο καθ' ου η αίτηση, ο οποίος αναμένεται να ζητήσει να ληφθούν υπόψην τέτοιες (βλ. Σιδεράς κ.α. ν. Andros Tryfonos Constructions Co Ltd
(2008)1Α Α.Α.Δ. 463). Με δεδομένο δε το ότι η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ακρόασης, ο χρόνος για αποπεράτωση της δεν είναι πλέον μεγάλος. Αντίθετα η ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές εκ της μη διατήρησης σε ισχύ του διατάγματος είναι προφανώς μεγάλη εφόσον υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσουν να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση εξασφαλίσουν. Ανάμεσα στους παράγοντες που επηρεάζουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, Διατάγματα, (Λευκωσία 2016) σελ. 147-148, και η συμπεριφορά των διαδίκων. Στην προκειμένη οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στην πώληση της κατοικίας που αφορούν οι επίδικες συμφωνίες ενώ εκκρεμεί η παρούσα αγωγή και δη μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, για το ποσό των €117.500 ενώ η εκτιμημένη από το Κτηματολόγιο αξία ήταν €150.000 και ενώ οι ίδιοι αναφέρουν ότι αγόρασαν το ακίνητο για το ποσό των Λ.Κ.70.000 και πλήρωσαν στους Αιτητές το ποσό των €186.273,64, χωρίς να ολοκληρωθεί η κατοικία. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις, αναφέρεται ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 προσπαθούσε να πωλήσει το ακίνητο από το 2015, μετά τον θάνατο του συντρόφου της καθότι για συναισθηματικούς λόγους δεν επιθυμούσε πλέον να κατοικήσει εκεί και ζητούσε ως τίμημα αυτό των €135.000 αλλά συμβιβάστηκε με το ποσό των €117.500, γνωρίζοντας τα υφιστάμενα προβλήματα της οικοδομής, που αποδίδουν πάντα στους Αιτητές. Η επιλογή όμως της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής - για την οποία δεν δόθηκε κάποια εύλογη εξήγηση - πώλησης του μεγαλύτερου σε αξία περιουσιακού τους στοιχείου σε συνδυασμό με την χαμηλότερη τιμή πώλησης από αυτήν της εκτιμημένης αξίας και λαμβάνοντας υπόψην τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση ξόδεψαν ήδη για αυτό, αποτελεί συμπεριφορά που εγείρει, κατά την κρίση μου, εύλογα ερωτήματα ως προς τις προθέσεις τους σε σχέση με την ικανοποίηση των Αιτητών σε περίπτωση που οι τελευταίοι επιτύχουν στην απαίτηση τους. Όσον αφορά την εξέταση της διατήρησης του status quo θα πρέπει να λεχθεί ότι προφανώς, υπό τα δεδομένα της παρούσας, δεν τίθεται τέτοιο θέμα εφόσον με την πώληση του ακινήτου οι Καθ' ων η αίτηση έχουν διαταράξει αυτό ανεπιστρεπτί. Ως εκ των άνω κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφώς υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του διατάγματος και ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο. Κατάληξη Εν όψει όλων των ανωτέρω η αίτηση επιτυγχάνει. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 27.11.2020 οριστικοποιείται και καθίσταται απόλυτο μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. Το ως άνω διάταγμα να συνταχθεί, νοουμένου ότι οι Αιτητές υπογράψουν προηγουμένως νέα εγγύηση ύψους €100.000, για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθεί από την έκδοση του. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο