← Κύπρος

Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ Αλεξάνδρου Λτδ ν. Ιορδάνους κ.α., Αρ. Aγωγής: 30/2013, 3/3/2021

Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ Αλεξάνδρου Λτδ ν. Ιορδάνους κ.α., Αρ. Aγωγής: 30/2013, 3/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A16 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: X. Β. Xαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 30/2013 Μεταξύ: Εργοληπτική Εταιρεία Χ.Π.Θ Αλεξάνδρου Λτδ Ενάγουσας και

  1. *******Ιορδάνους
  2. Loizos Iordanous Constructions Ltd
  3. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου
  4. Sogreah-A.F. Modinos & S.A. Vrahimis Joint Venture Εναγομένων Αίτηση υπό Εναγομένων 1 και 2 ημερ. 10.1.19 για Ασφάλεια Εξόδων 3 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Κ. Γεωργιάδης για Chrysses Demetriades & Co LLC και G. Hadjineophytou & Co LLC Για Ενάγουσα: κ. Μ. Κυριακίδης για Μάριος Ι. Κυριακίδης ΔΕΠΕ και Ε. Ερωτοκρίτου και Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτησή τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται την παροχή ασφάλειας εξόδων εκ μέρους της Ενάγουσας ύψους €40.614,43, στηριζόμενοι από νομικής πλευράς σε θεσμούς των Δ.15, 30, 39, 60, 64, στο άρθρο 382 του Κεφ. 113 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων βασίζονται σε τρεις ένορκες δηλώσεις, ήτοι στην αρχική και μια συμπληρωματική του Εναγομένου 1, καθώς και σε ακόμα μια συμπληρωματική του πρώην διευθυντή των Εναγομένων 2, του κ. Λάμπρου, ημερ. 10.1.19, 2.1.20 και 18.12.20 αντίστοιχα. Η βασική προωθούμενη θέση είναι πως η Ενάγουσα είναι ανίκανη να πληρώσει τυχόν έξοδα και ότι αυτό φαίνεται από στοιχεία και παραδοχές της ίδιας περί έλλειψης ρευστότητας, από το ότι δεν καταβάλλει σημαντικά ποσά εξόδων τα οποία τους οφείλει για άλλες αγωγές και από το ότι τα ακίνητά της είτε είναι δεσμευμένα από το Τμήμα Φορολογίας είτε είναι υποθηκευμένα στην Τράπεζα Κύπρου. Ένσταση Η Ενάγουσα προέβαλε 13 λόγους ένστασης στους οποίους θα γίνει αναφορά κατωτέρω, εάν και όπου απαιτείται. Στηρίζεται και αυτή σε τρεις ένορκες δηλώσεις, όλες του διευθυντή της, του κ. Αλεξάνδρου, ήτοι στην αρχική και δύο συμπληρωματικές του ημερ. 16.5.19, 24.11.20 και 29.12.20 αντίστοιχα. Η βασική της θέση είναι ότι διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία, ότι έχουν κατακυρωθεί υπέρ της συμβόλαια από τα οποία αναμένει εισπράξεις, ότι επιδικάστηκαν σε άλλη αγωγή έξοδα υπέρ της και εις βάρος των Εναγομένων 1 και 2 και ότι τα παλαιότερα χρέη της προς τους ίδιους ύψους €3.178 και €8.854 θα εξοφληθούν όταν εισπράξει το ποσόν των €77.000 από το Τμήμα Δημοσίων Έργων. Νομική πτυχή Οι γενικές αρχές για το θέμα της παροχής ασφάλειας εξόδων συνοψίστηκαν στην Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα

(2011)1 Α.Α.Δ.1314 ως εξής: «Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας, κάτι το οποίο πρωτίστως φαίνεται από το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Η τυχόν κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας που βρίσκεται εντός της επικράτειας και είναι ουσιαστική και μόνιμη, δυνατόν να συνηγορήσει εναντίον της παροχής ασφάλειας εξόδων υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία αυτή είναι κατά κοινή λογική διαθέσιμη προς εκτέλεση και όχι υποκείμενη σε εξανεμισμό σε οποιοδήποτε χρόνο. (Δέστε Ebrand v. Gassier [1884] 28 Ch.D.232 και In Re Apollinaris Company's Trade Marks [1891] 1 Ch.1). Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (Δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ.1170)». Βέβαια, στην παρούσα είναι σαφές από την αγόρευση των Εναγομένων πως η αίτηση προωθείται στη βάση του άρθρου 382 του Κεφ.113 αλλά έχω τη γνώμη πως οι γενικές αρχές, δηλαδή πέραν των ειδικών προϋποθέσεων της Δ.60 κ.1, τυγχάνουν εφαρμογής και στις περιπτώσεις παρόμοιων αιτημάτων, όπως το επίδικο, αφού αυτό το οποίο εξετάζεται (βάσει του άρθρου 382) είναι το κατά πόσον φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει το Δικαστήριο ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του Εναγομένου σε περίπτωση επιτυχίας του. Στην υπόθεση F.K & S (VAROSIA) Properties Ltd v Penney κ.ά.,
(2014)1 (Α) Α.Α.Δ.393, αναφέρθηκαν σχετικά με το άρθρο 382 τα εξής: «Η Αίτηση στηρίζεται επίσης στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, με το οποίο παραχωρείται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο στις περιπτώσεις που υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η ενάγουσα ή εφεσείουσα εταιρεία δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει τα έξοδα που ήδη επιδικάστηκαν ή που θα επιδικαστούν να την διατάξει να παραχωρήσει ασφάλεια για τα έξοδα. Όμως το Δικαστήριο ενεργώντας στη βάση του άρθρου 382, διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, να απορρίψει την αίτηση ακόμη και όταν αποδειχθεί η αδυναμία μιας εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου (βλ. Σχετικά Sir Lindsay Parkinson and Co Ltd v Triplan Ltd
(1973)2 All E.R.273, στη σελ.283, Annual Practice 1958, στη σελ.395 και Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 37, παρ.304). Όμως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, εκτός αν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του». Στην πιο πάνω μνημονευόμενη υπόθεση Lindsay Parkinson & Co Ltd είχε αναφερθεί (απόφαση Lord Denning) ότι: "If there is reason to believe that the company cannot pay the costs, then security may be ordered, but not must be ordered. The court has a discretion which it will exercise. The court has a discretion which it will exercise considering all the circumstances of the particular case". Εξετάζοντας τις περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης το αγγλικό δικαστήριο (Court of Appeal) ανέφερε τα εξής: "Looking at the matter quite generally, the claim of Triplan does seem to be a bona fide claim and to have a reasonable prospect of success, at least in part. And when one adds to that the fact that this application was made at a late hour on the Thursday when the arbitration was due to start on the Monday, I am quite clear that it was not a case for ordering Triplan to provide any security for costs at all" Εξ αφορμής αυτής της τελευταίας αναφοράς στην υπόθεση Union De Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v Apak Agro Industries Ltd κ.ά
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ.1170 αναφέρθηκε πως δεν αποκλείεται να υπάρχουν περιπτώσεις που η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες δυνατό να προσανατολίσει ένα δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος. Στις αιτήσεις για παροχή ασφάλειας εξόδων ο αιτητής βαρύνεται να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του περί αδυναμίας της εταιρείας να καταβάλει τα έξοδα. Στην υπόθεση Κίμωνος ν. Χρ. Ιωάννου και Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ. Έφ. 66/13, ημερ. 30.1.15, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: "Ως προς το ουσιαστικό μέρος της αίτησης, αν δηλαδή η εφεσείουσα εταιρεία είναι ικανή ή όχι να πληρώσει τα έξοδα της εφεσίβλητης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, όντως το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την παροχή ασφάλειας εξόδων προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει αποσείσει το βάρος των ισχυρισμών του περί αφερεγγυότητας της εταιρείας με αξιόπιστη μαρτυρία. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση η εφεσείουσα εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και το γεγονός αυτό αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Genemp Trading Ltd (ανωτέρω) η οποία παραπέμπει στην Northhampton Goal, Iron & Waggon Co. V. Midland Wagon Co. [1878] 7 Ch.D. 500)". Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κ. Κ. New Extra Ltd v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Πολ. Έφ. 218/16, ημερ. 18.1.18, τονίστηκε πως το γεγονός της μη πληρωμής των επιδικασθέντων εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας ήταν ένα από τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψιν κατά την εξέταση του κατά πόσον είχε αποδειχθεί ότι η εταιρεία αδυνατούσε να πληρώσει τα έξοδα της έφεσης (βλ. και Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. ν. Ρένος Παντελή, Πολ. Έφ. 229/15, ημερ. 13.2.17). Επιστρέφοντας στα γεγονότα της παρούσας και κατόπιν μελέτης όλων των ένορκων δηλώσεων, των Τεκμηρίων και των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, έχω την άποψη ότι όντως η περίπτωση προσομοιάζει κατ' αναλογίαν με την πιο πρόσφατη απόφαση επί του θέματος, ήτοι την υπόθεση Χατζηϊωάννου ν. Ellinas Finance Public Company Ltd, Πολ. Έφ. 86/15, ημερ. 13.1.20, υπό την έννοια ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέσεισαν το βάρος που οι ίδιοι είχαν. Παραθέτοντας όλα τα σχετικά γεγονότα, τα οποία εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων δεν αμφισβητούνται, κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος των ισχυρισμών τους περί αδυναμίας της Ενάγουσας με αξιόπιστη μαρτυρία, ως εξηγείται κατωτέρω. Κατ' αρχάς, η ίδια η Ενάγουσα δεν αρνείται αλλά αντιθέτως δέχεται ότι ο διευθυντής της στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 124/15 δήλωσε κατά το 2016 ότι είχε εξαντληθεί η ρευστότητα της εταιρείας και στα πλαίσια της αγωγής 204/16 δήλωσε κατά το 2018 ότι η Ενάγουσα είχε καμφθεί οικονομικά ευρισκόμενη σε αδράνεια (Τεκμήρια 1, 2 της ε/δ Ιορδάνους). Προβάλλει βέβαια και επιβεβαιώνεται από τη συνολική ανάγνωση των δηλώσεων ότι αυτές οι δυσκολίες αφορούσαν την επίμαχη περίοδο της μεταξύ τους συνεργασίας και δη το 2010, καθώς και ότι η κατάσταση αυτή αποδίδετο από τον δηλώσαντα διευθυντή σε ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 ως υπαίτιων για την οικονομική κατάσταση. Ασφαλώς δεν θα επιλυθούν οι συνολικές διαφορές των διαδίκων σε αυτό το στάδιο, πλην όμως, γεγονός παραμένει πως προκλήθηκαν και συνέχισαν να υπάρχουν προβλήματα ρευστότητας. Μάλιστα, αυτά συνέχισαν όχι μόνον μέχρι το 2018, που έγινε η δεύτερη από τις προαναφερθείσες δηλώσεις αλλά και μεταγενέστερα, όπως σαφώς διαφαίνεται από άλλες δυσκολίες πληρωμών, καθώς και ρητές παραδοχές της Ενάγουσας. Οι δυσκολίες αυτές όντως επιβεβαιώνονται από την αδυναμία εξόφλησης εξόδων σε άλλες διαδικασίες. Κατ' αρχάς, κάποιο μικρό ποσό εξόδων ύψους €2.182, σε σχέση με την αγωγή 6213/10, κατέστη δυνατό να εξοφληθεί μόλις στις 10.2.20, ήτοι εννέα έτη μετά την ψήφιση των εξόδων και μόνο μετά την καταχώριση της εκδικαζόμενης αίτησης για ασφάλεια εξόδων (Τεκμήριο 3 στην αρχική ε/δ Ιορδάνους). Πέραν αυτού, η ίδια η Ενάγουσα στην τελευταία της ένορκη δήλωση (ημερ. 29.12.20) αναγνωρίζει την οφειλή και εκκρεμότητα πληρωμής εξόδων ύψους €3.178 για την αγωγή 4045/10 και ύψους €8.854 για την αγωγή 5539/10, για τα οποία δήλωσε παράλληλα ότι είχε προγραμματίσει την πλήρη εξόφλησή τους με την είσπραξη ενός τιμολογίου της ύψους €77.000 προς τα Δημόσια Έργα, το οποίο και ανέμενε να εισπράξει πριν από το τέλος του
  1. Δεν φαίνεται όμως να έχουν επαληθευτεί οι προσδοκίες για εισπράξεις, με αποτέλεσμα να μην έχουν εξοφληθεί τα συγκεκριμένα. Η μόνη εξέλιξη αναφέρεται λεπτομερέστατα από τους Εναγόμενους οι οποίοι παραδέχονται (στην αγόρευση) ότι εισέπραξαν στις 8.2.21 το ποσό των €3.178 και έναντι του άλλου ποσού τα ποσά των €1.000 και των €500 στις 28.12.20 και 8.2.21 αντίστοιχα. Με μια μικρή διαφορά στο υπόλοιπο, η Ενάγουσα με τη σειρά της παραδέχεται ότι οφείλει το υπόλοιπο των €8.000 περίπου. Η ουσία λοιπόν και εδώ είναι πως δεν επαληθεύονται οι προσδοκίες της Ενάγουσας αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνεται η αδυναμία της να εξοφλήσει σχετικά μικρότερα ποσά εξόδων συγκριτικά με αυτά της παρούσας αγωγής. Μάλιστα, ακόμα και η ίδια (στην αγόρευση) τα χαρακτηρίζει ως "μικρά υπόλοιπα", δηλώνοντας ότι "εξοφλούνται στο πλαίσιο προγραμματισμού ρευστότητας", πράγμα το οποίο συνιστά την καλύτερη απόδειξη για την αδυναμία την οποίαν επικαλούνται οι Εναγόμενοι. Οι δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει η Ενάγουσα όντως είχαν καταγραφεί και στις εταιρικές Οικονομικές Καταστάσεις για το 2017 (Τεκμήριο Α στη σ.ε.δ. Ιορδάνους) στις οποίες οι εγκεκριμένοι λογιστές της (KPMG) είχαν συμπεριλάβει έμφαση, επισύροντας την προσοχή στο ότι μετά από την καθαρή ζημιά για το 2017 (ύψους €55.697), οι τρέχουσες τότε υποχρεώσεις υπερέβαιναν τα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία κατά €440.539 και ότι οι παράγοντες αυτοί, με τη σειρά τους, υποδήλωναν ουσιαστική αβεβαιότητα η οποία ενδέχετο να φανερώσει σημαντική αμφιβολία ως προς την ικανότητα της εταιρείας να συνεχίσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα (προφανώς εννοώντας ως δρώσα επιχείρηση). Από πλευράς ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αμφισβητείται ότι η ορθή εικόνα αποτυπώνεται στο πιστοποιητικό έρευνας ημερ. 17.10.18, Τεκμήριο
  2. Από αυτό επιβεβαιώνεται ότι η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια 1/2 μεριδίου αξίας €30.100 και εξ ολοκλήρου δύο άλλων ακινήτων συνολικής αξίας €149.
  3. Οι τιμές όντως αναφέρονται σε αξίες του 2013 αλλά παρότι διαφωνεί ως προς αυτό, εντούτοις η Ενάγουσα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε ικανή μαρτυρία με την οποία θα κατεδείκνυε ότι έχουν αυξηθεί από τότε οι τιμές. Το ουσιώδες όμως είναι πως όλα τα ακίνητα βαρύνονται με memo από το Τμήμα Φορολογίας ενώ τα δύο τελευταία ακίνητα βαρύνονται και με υποθήκη τράπεζας (Υ.8370) για συνολικό ποσό των €320.
  4. Η Ενάγουσα ρητώς αναγνωρίζει ότι αυτά τα δύο ενυπόθηκα ακίνητα δεν είναι διαθέσιμα για εκτέλεση και πέραν του ατεκμηρίωτου ισχυρισμού περί αύξησης των τιμών, προβάλλει ότι τα τυχόν μελλοντικά έξοδα εις βάρος της μπορούν να εξοφληθούν με την εκποίηση του μεριδίου της στο μη υποθηκευμένο (πρώτο) ακίνητο. Η Ενάγουσα βέβαια παραγνωρίζει ότι και αυτό το μερίδιό της είναι επιβαρυμένο με memo για φορολογία (προφανώς επιβεβαιωμένη) και ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη για το ύψος των φορολογικών αυτών απαιτήσεων. Στην πραγματικότητα, η ουσία και εδώ παραμένει ότι δεν υπάρχει ακίνητη ιδιοκτησία διαθέσιμη για εκτέλεση. Ιδιαίτερα εάν συνεκτιμηθεί και το γεγονός ότι στις Οικονομικές Καταστάσεις είχε καταγραφεί ότι τα εταιρικά δάνεια είχαν καταστεί απαιτητά και μη εξυπηρετούμενα, χωρίς (από πλευράς Ενάγουσας) να προσφερθεί εδώ κάποια διαφορετική ή αντικρουστική μαρτυρία. Ούτε βέβαια δύναται να λεχθεί πως η κατάσταση αυτή αφορά μόνο το 2017, δεδομένου αφενός ότι και αργότερα κατά το 2019 δεν κατέστη δυνατό να εκτελεστούν τα εντάλματα κινητών, οπότε καταβλήθηκαν μόνο κάποιες δόσεις (Τεκμήρια Β‑Γ στη σ. ε. δ. Εναγομένων) και αφετέρου ότι η ίδια η Ενάγουσα παραδέχεται τα προβλήματα ρευστότητας μέχρι και σήμερα, εισηγούμενη ότι προβαίνει σε προγραμματισμό για την εξόφληση με δόσεις του πολύ μικρότερου ποσού για παλαιότερα έξοδα. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τη ρητή άρνηση της Ενάγουσας να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία για την κινητή ιδιοκτησία μέσω επιστολής των δικηγόρων της (Τεκμήριο 6 στην αρχική ε/δ Εναγομένων), καθώς και τη συνακόλουθη παράλειψη καταγραφής εδώ συγκεκριμένης περιουσίας η οποία θα μπορούσε να διατεθεί προς εκτέλεση. Η Ενάγουσα προέβαλε επίσης πως η Εναγόμενη 2 αφ' εαυτής, καθώς και ως εταίρος σε συνεταιρισμό τον οποίον είχαν με την Ενάγουσα, ήγειρε αγωγή εναντίον του ΣΑΠΑ για €3.500.000 ενώ εκ μέρους του εν λόγω συνεταιρισμού, διεκδικεί και επιστροφή από τον ΦΠΑ ποσού €2.000.
  5. Παρά το ότι η θέση της Ενάγουσας είναι πως η Εναγόμενη 2 παράνομα προέβαλε τις αξιώσεις εκ μέρους του συνεταιρισμού, εντούτοις θεωρεί ότι αφού η Εναγόμενη 2 θα έχει εις χείρας της τα ποσά αυτά, δεν μπορεί σήμερα να επικαλείται ανικανότητα της ίδιας της Ενάγουσας για πληρωμή εξόδων. Όμως και πάλι η ουσία είναι πως τίποτε το συγκεκριμένο και βέβαιο δεν υπάρχει αφού πρόκειται και εδώ για αόριστες εκτιμήσεις και γενικές πιθανολογήσεις για μελλοντικές διαδικασίες, των οποίων το αποτέλεσμα κανένας δεν μπορεί να προεξοφλήσει. Άλλωστε, ακόμα και η ίδια η Ενάγουσα θεωρεί παράνομες και αντικανονικές αυτές τις αγωγές ή αξιώσεις. Κατ' αναλογίαν, τα ίδια ισχύουν και ως προς τις εισηγήσεις αφενός ότι η Ενάγουσα προσπαθεί να αυξήσει τα έσοδά της μέσω συμβολαίων ή προσφορών προς το Δημόσιο ή από εκκρεμούσες αγωγές και αφετέρου ότι ο μέτοχός της έχει εκδηλώσει την πρόθεσή του να παρέχει οικονομική βοήθεια προς την Ενάγουσα, ούτως ώστε να συνεχίσει ως δρώσα επιχείρηση και να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της, όταν αυτές καθίστανται καταβλητέες. Η αβεβαιότητα ως προς την πρώτη εισήγηση αφού αφορά εκτιμήσεις για το μέλλον και ο προβληματισμός σε σχέση με τη δεύτερη αφού δεν φαίνεται να υπήρξε τέτοια βοήθεια για τα πολύ μικρότερα ποσά, είναι στοιχεία εμφανή, τα οποία επίσης τις αποδυναμώνουν. Το μόνο έσοδο και μάλιστα κάποιας ειδικής κατηγορίας, το οποίο έχει τεκμηριώσει η Ενάγουσα, είναι τα έξοδα τα οποία έχουν επιδικαστεί προς όφελός της και εις βάρος των εδώ Εναγομένων 1 και 2 στην αγωγή υπ' αρ. 204/16 με την τελική απόφαση ημερ. 19.8.
  6. Για αυτά έχει ήδη υποβληθεί κατάλογος, πλην όμως δεν έχουν υπολογιστεί μέχρι σήμερα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν αφενός ότι αυτός υπολογίστηκε εσφαλμένα σε κλίμακα άνω των €2.000.000 και αφετέρου ότι ούτως ή άλλως αφορά τα έξοδα τριών διαδίκων και δεν ανήκουν όλα στην Ενάγουσα. Ως προς την πρώτη εισήγηση, είναι γεγονός πως αυτό ανέφερε η Ενάγουσα στη δεύτερη ένορκη δήλωσή της, πλην όμως είναι εξίσου προφανές πως η αναφορά της αυτή είναι εσφαλμένη. Ένας απλός έλεγχος των αναφερόμενων κονδυλίων καταδεικνύει ότι ο κατάλογος είναι στην ορθή κλίμακα της αγωγής (€500.000‑2.000.000), κάτι που ίσως διέφυγε την προσοχή του ενόρκως δηλούντος. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψιν ότι πρόκειται για κατάλογο μετά από ακρόαση και με εξαίρεση κάποιες περικοπές που ενδεχομένως να προκύψουν, υπολογίζεται ότι τα συνολικά έξοδα θα ανέλθουν περί τις €45.
  7. Όμως ως προς τη δεύτερη εισήγησή τους οι Εναγόμενοι έχουν δίκαιο. Ο κατάλογος υπεβλήθη από τον δικηγόρο τριών Εναγομένων και ασχέτως εάν οι άλλοι δύο Εναγόμενοι είναι προσωπικά ο διευθυντής της Ενάγουσας και ο συνεταιρισμός, και πάλι η Ενάγουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε όλα τα έξοδα η ίδια. Σίγουρα όμως δικαιούται το 1/3 των εξόδων, πράγμα που οι Εναγόμενοι δέχονται εντίμως. Ασφαλώς με δεδομένο ότι οι ίδιοι θα οφείλουν το ποσό αυτό, θεωρώ πως αυτό είναι στοιχείο το οποίο θα πρέπει να συνεκτιμηθεί σε οποιαδήποτε διαταγή τυχόν εκδοθεί στην παρούσα αγωγή, υπό την έννοια ότι θα έχουν οι ίδιοι στην κατοχή τους ένα σημαντικό ποσό το οποίο θα ανήκει στην Ενάγουσα. Όσον αφορά τα προϋπολογισθέντα για την παρούσα ως αναμενόμενα έξοδα, παρατηρώ πως όλα τα κονδύλια έχουν εκληφθεί στο υψηλότερο προβλεπόμενο ενώ αυτό δεν είναι ο κανόνας, καθώς και ότι έχουν συμπεριληφθεί κονδύλια τα οποία αφορούν εμφανίσεις ή διαβήματα μεταξύ των Εναγομένων, που δεν αφορούν δηλαδή την Ενάγουσα, όπως π.χ. αιτήσεις των Εναγομένων
  8. Εξαιτίας αυτών των δύο λόγων, θεωρώ πως το εισηγηθέν ποσόν είναι υπερβολικό και πως το ποσόν των €30.000 είναι ικανοποιητικό για να διασφαλίσει τα έξοδα των Εναγομένων 1 και
  9. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση της Ενάγουσας ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις οι οποίες επιβάλλουν την απόρριψη της αίτησης. Η Ενάγουσα προέβαλε ως πρώτη τέτοια περίσταση την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Η εισήγηση παραγνωρίζει ότι η αίτηση υπεβλήθη μετά τις δηλώσεις του διευθυντή της Ενάγουσας κατά το 2016 και το 2018, το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του 2018, την άρνηση των δικηγόρων της να δώσουν πληροφορίες για περιουσιακά στοιχεία κατά το 2018 και κυρίως μετά την αδυναμία εξόφλησης του καταλόγου εξόδων ημερ. 3.12.18 στην αγωγή υπ' αρ. 4045/10 σε συνδυασμό και με τη μη εξόφληση παλαιότερων εξόδων. Περαιτέρω, η Ενάγουσα προέβαλε ως τέτοια θέματα τις προσδοκίες που υπάρχουν για επιτυχία στις αγωγές που ήγειραν οι Εναγόμενοι εναντίον του ΣΑΠΑ και του ΦΠΑ. Πρόκειται για θέματα που έχουν τύχει σχολιασμού προηγουμένως και για τους ίδιους λόγους δεν μπορούν να αποτελούν ειδικές περιστάσεις. Άλλο επιχείρημα της Ενάγουσας είναι πως θα ήταν άδικο, παράλογο και πρόκληση του αισθήματος δικαιοσύνης να ζητά ασφάλεια εξόδων ο υπαίτιος της οικονομικής κακοδαιμονίας στην οποία βρέθηκε κατά το 2010 η Ενάγουσα. Επικαλείται προς τούτο παραβάσεις της συμφωνίας συνεταιρισμού μεταξύ τους, καθώς και της συμφωνίας με τον εργοδότη (με συνδρομή των Εναγομένων 3 και 4) και παραπέμπει στην έκθεση απαίτησης. Έχει όμως και ως προς αυτά τα θέματα ήδη λεχθεί πως άπτονται των εκατέρωθεν θέσεων στην αγωγή χωρίς να ενδείκνυται η επίλυσή τους στο παρόν στάδιο και πως, ούτως ή άλλως η αίτηση έχει εξεταστεί με βάση τη σημερινή οικονομική κατάσταση, η οποία αναμφίβολα δικαιολογεί την άποψη πως υπάρχει αδυναμία καταβολής των εξόδων. Τέλος, δεν συμφωνώ ότι αποτελεί τέτοια ειδική περίσταση το γεγονός ότι και η ίδια η Ενάγουσα αναμένει να εισπράξει από τους Εναγόμενους 1 και 2 τα έξοδα της αγωγής 204/16 και τούτο διότι δεν είναι η μόνη δικαιούχος των εξόδων εκείνων. Όμως έχει εξηγηθεί ότι η ίδια δικαιούται το 1/3 των εξόδων τα οποία εκτιμούνται μετά από ακρόαση σε €45.000, άρα το ποσό των €15.000, το οποίο θεωρώ ότι μπορεί και πρέπει να συνυπολογιστεί ως έσοδα τα οποία με βεβαιότητα δύναται να εισπράξει η Ενάγουσα και με κατάλληλες οδηγίες μπορούν να παραμείνουν στην κατοχή των Εναγομένων, ως ασφάλεια, νοουμένου ότι συναινεί και η Ενάγουσα. Δεν θεωρώ ότι μπορεί να ακολουθηθεί το ίδιο και για το μερίδιο του ενόρκως δηλούντος οικονομικού διευθυντή της ή του συνεταιρισμού χωρίς προς τούτο να υπάρξει ειδική συνεννόηση και διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο: (Α) Η Ενάγουσα διατάσσεται όπως μέχρι τις 2.4.21 παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσόν των €30.000, καταθέτοντας στον Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Πάφου είτε το πιο πάνω ποσό σε μετρητά είτε τραπεζική εγγύηση για το ισόποσο. Β) Νοείται ότι η παρούσα αγωγή σε σχέση με την Ενάγουσα και τους Εναγόμενους 1 και 2 αναστέλλεται μέχρι τις 2.4.
  10. Αιτήσεις μεταξύ των Εναγομένων δύνανται να προχωρήσουν στη βάση οδηγιών του Δικαστηρίου. Γ) Νοείται επίσης, πως εάν μέχρι τις 2.4.21 δεν παρασχεθεί η πιο πάνω ασφάλεια, τότε η αγωγή χωρίς οτιδήποτε άλλο θα θεωρείται ως αυτομάτως απορριφθείσα σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 και με έξοδα υπέρ τους και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν, συν ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από την απόρριψη. Δ) Νοείται περαιτέρω, πως η Ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα εντός 10 ημερών από σήμερα να καταθέσει γραπτή δήλωσή της στον Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Πάφου ότι δεν προτίθεται να αξιώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την είσπραξη ή την πληρωμή του 1/3 μεριδίου των εξόδων, τα οποία της αναλογούν από τον κατάλογο τον οποίον η ίδια και άλλοι υπέβαλαν στην αγωγή υπ' αρ. 204/16 του Ε. Δ. Λευκωσίας, μέχρι την τελεσίδικη εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Εάν υποβληθεί δεόντως τέτοια δήλωση, τότε η υποχρέωσή της για παροχή ασφάλειας ως ανωτέρω, θα είναι για ποσόν €15.000 διατηρουμένων όλων των υπόλοιπων προνοιών του παρόντος διατάγματος. Ε) Όσον αφορά την παρούσα αίτηση, επιδικάζονται €1.500 έξοδα, συν ΦΠΑ προς όφελος των Εναγομένων 1 και 2 και εις βάρος της Ενάγουσας. Στ) Η αίτηση των Εναγομένων 3 ημερ. 14.9.18 σε σχέση με την Ειδοποίηση Συνεναγομένων προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 ορίζεται για ακρόαση στις 11.3.21 και ώρα 9 π.μ. με γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες δύνανται να σταλούν ηλεκτρονικά, οπότε δεν απαιτείται αυτοπρόσωπη παρουσία. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.