← Κύπρος

ΠΟΖΙΔΗΣ ν. ΛΟΥΚΑ, Αρ. Αγωγής: 1401/12, 26/2/2021

ΠΟΖΙΔΗΣ ν. ΛΟΥΚΑ, Αρ. Αγωγής: 1401/12, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1401/12 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΠΟΖΙΔΗΣ Ενάγοντα και ΧΧΧΧ ΛΟΥΚΑ Εναγόμενου Ημερομηνία: 26.2.2021 Για Ενάγοντα: κ. Ν. Χρίστου για Λ. Λουκαίδου Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Κ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις πλέον τόκους, για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη στις 3.7.2010, όταν ενώ διασταύρωνε την Λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο, χτυπήθηκε από αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως τεχνίτης και/ή οικοδόμος και λάμβανε καθαρό μισθό περί τα €1.200. Στις 3.7.2010 ενώ ο Εναγόμενος οδηγούσε το ταξί αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ, στην Λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο, με κατεύθυνση προς την Κάτω Πάφο, παρέλειψε και/ή αμέλησε να οδηγεί με την δέουσα προσοχή και φροντίδα και/ή κατά παράβαση των νομικών του υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα να χτυπήσει τον Ενάγοντα, ο οποίος διασταύρωνε πεζός την Λεωφόρο από τα δεξιά προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του εν λόγω οχήματος (στο δικόγραφο παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες). Συνεπεία του δυστυχήματος ο Εναγόμενος υπέστη:

(1)κάκωση κάταγμα αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης,
(2)θλαστικά τραύματα τριχωτού κεφαλής,
(3)κεφαλαιμάτωμα αριστερά βρεγματικά,
(4)κάταγμα ινιακού οστού με υπερξάρθημα οδόντων αριστερά,
(5)μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του οδόντος,
(6)αυχεναλγία,
(7)βραχιαλγία άμφω άλγος μυών της ωμικής ζώνης και ζάλη που επιτείνεται με τις κινήσεις της κεφαλής,
(8)κηδεμόνα τύπου Philadelphia για ακινητοποίηση της αυχενικής μοίρας,
(9)ζάλη,
(10)εμμένουσα υπινιακή κεφαλαλγία,
(11)σύσπαση ιναυχενικών μυών,
(12)σύσπαση παρασπονδυλικών οσφυϊκών μυών,
(13)επιπολής αισθητικότητα άνω άκρων και
(14)επιπολής αισθητικότητα κάτω άκρων. Νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από τις 4.7.2010 μέχρι 5.7.2010 και αργότερα λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από τις 5.7.2010 μέχρι τις 9.7.2010. Υπεβλήθη σε σωρεία εξετάσεων και σε θεραπείες αποκατάστασης. Περαιτέρω έτυχε διάγνωσης και θεραπείας σε ιδιωτικό νοσοκομείο στην Πάφο. Κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής παρουσίαζε:
(1)αδυναμία εξάσκησης χειρωνακτικής εργασίας,
(2)επιδείνωση της κατάστασης με την παραμικρή άσκηση,
(3)αδυναμία άρσης βαρέων αντικειμένων,
(4)δυσκολία στην βάδιση,
(5)ανικανότητα για εργασία. Συνεπεία των τραυματισμών του, υπέφερε και/ή μέχρι την καταχώρηση της αγωγής υποφέρει από σοβαρούς πόνους, ταλαιπωρίες, δυσκαμψία, αποφεύγει τις απότομες κινήσεις και/ή δυσκολία στην βάδιση και/ή απώλεια απόλαυσης ποιότητας ζωής και/ή επηρεάστηκε η ιδιωτική και/ή προσωπική του ζωή και/ή οι ανέσεις της ζωής και/ή δεν μπορεί να ασκεί τα χόμπι του και/ή δεν μπορεί να εργαστεί και/ή δεν μπορεί να εργαστεί ικανοποιητικά και/ή είναι ολικά και/ή μερικά ανίκανος για εργασία. Χρήζει παρακολούθησης με τακτικό νευροαπεικονιστικό έλεγχο από ειδικό νευροχειρουργό και πιθανότατα θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσία στο μέλλον. Περαιτέρω από το δυστύχημα υπέστη και τις ακόλουθες ειδικές ζημιές:
(1)€1.566 για ιατρικά έξοδα,
(2)€47,84 για ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 28.7.2010,
(3)€18,79 για ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 11.4.20,
(4)€85 για αστυνομική έκθεση,
(5)€24.000 για απώλεια εισοδήματος από εργασία για την περίοδο από 4.7.2010 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και
(6)€1.200 μηνιαία ως απώλεια μελλοντικών απολαβών. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος, πλην του ότι κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης επισυνέβη δυστύχημα μεταξύ αυτού, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ και του Ενάγοντα που ήταν πεζός, αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα επισυνέβη νύχτα, ο Εναγόμενος πορευόταν στην Λεωφόρο με κανονική ταχύτητα και/ή κάτω από το ανώτερο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, έχοντας αναμμένα τα μεγάλα φώτα, στην χαμηλή στάση. Ο Ενάγοντας φορούσε ρούχα μαύρου και/ή σκούρου χρώματος και/ή δεν υπήρχε επαρκής οδικός φωτισμός και/ή καθόλου και/ή η πορεία που ακολούθησε για να διασταυρώσει δεν φωτιζόταν αρκετά και/ή καθόλου και/ή εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσε να είναι ορατός και/ή αντιληπτός από τους οδηγούς και/ή από τον Εναγόμενο. Ο Ενάγοντας συνέτρωγε με συγγενείς και φίλους σε παρακείμενο εστιατόριο και/ή είχε καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ και/ή εξήλθε από την συνεστίαση μεθυσμένος και/ή διασταύρωνε τον δρόμο απρόσεκτα και/ή βιαστικά και/ή τροχάδην. Μόλις ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε την παρουσία του στον δρόμο να τρέχει μπροστά του, έκανε αποφευκτική ενέργεια χωρίς ωστόσο η σύγκρουση να αποφευχθεί, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του να χτυπήσει ελαφριά τον Ενάγοντα και αυτός να πέσει στο οδόστρωμα. Ο Εναγόμενος αμέσως μετά την σύγκρουση προσέτρεξε στον πεζό για βοήθεια αλλά δέχτηκε επίθεση από συγγενείς και/ή φίλους του Ενάγοντα, οι οποίοι άρχισαν να τον κτυπούν βίαια και/ή να προκαλούν ζημιές στο αυτοκίνητο του, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να διαφύγει για να γλυτώσει. Όλες δε οι ζημιές που έχει υποστεί το αυτοκίνητο του και/ή οι πλείστες από αυτές προέρχονται από την επίθεση που δέχθηκε. Δεν παραδέχεται δε τις λεπτομέρειες αμέλειας που του αποδίδονται και ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα και/ή στην παράβαση των εκ του νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων αυτού (στο δικόγραφο παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες). Περαιτέρω δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που αφορούν τις σωματικές του βλάβες και την κατάσταση της υγείας του καθώς και τις ειδικές ζημιές. Τέλος αρνείται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε ικανοποίηση των αιτουμένων αξιώσεων του και/ή οποιεσδήποτε από αυτές και αιτείται απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του, κατέθεσε ο Ενάγοντας και άλλοι 3 μάρτυρες. Προς υπεράσπισης του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος και άλλος ένας μάρτυρας. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο εξεταστής του δυστυχήματος, Α/Αστ. ΧΧΧΧ Ανδρέου, του Τμήματος Διερεύνηση Οδικών Συγκρούσεων της Τροχαίας Πάφου. Αυτός στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεση επισκέφθηκε την σκηνή το ίδιο βράδυ και έκανε σχεδιάγραμμα (το κατέθεσε ως τεκμήριο 1 - στο εξής «το σχέδιο»), έλαβε φωτογραφίες και καταθέσεις. Εξήγησε κατά την μαρτυρία του τα όσα αποτυπώνονται στο σχέδιο και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις αναφορικά με την μαρτυρία που συνέλεξε, τις διάφορες αποστάσεις, την διαμόρφωση και τα χαρακτηριστικά του δρόμου, τον φωτισμό και την ορατότητα στο σημείο του δυστυχήματος. Όσον αφορά τον φάκελο της υπόθεσης είπε ότι δεν τον έχει στην κατοχή του καθότι, λόγω του ότι δεν ζητήθηκε να κρατηθεί για πολιτικές αγωγές, έχει καταστραφεί. Ανέφερε δε ότι όταν έφθασε στην σκηνή, απουσίαζε τόσο ο Ενάγοντας, ο οποίος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όσο και ο Εναγόμενος, λόγω του ότι τραυματίστηκε μετά που δέχθηκε επίθεση από συγγενικό πρόσωπο του Ενάγοντα. Στο μέρος βρήκε αυτόπτη ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος του υπέδειξε το Χ επί του σχεδίου ως το σημείο που είδε το όχημα να χτυπά τον πεζό. Αυτό το σημείο είναι κατά τον μάρτυρα το ορθότερο εφόσον ενισχύεται από την πραγματική μαρτυρία που εντοπίστηκε στον δρόμο, δηλαδή τις κηλίδες αίματος. Ανέφερε επίσης ότι το Χ1 επί του σχεδίου είναι το σημείο σύγκρουσης που του υποδείχθηκε από τον Ενάγοντα. Από την διερεύνηση του δυστυχήματος, κρίθηκε ότι ευθύνη για την πρόκληση του είχε ο Εναγόμενος, ο οποίος κατηγορήθηκε γραπτώς για αμελή οδήγηση και καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν πήγε στο Νοσοκομείο είδε ότι ο Ενάγοντας φορούσε μαύρο παντελόνι και σκούρα μπλούζα. Εξήγησε δε ότι οι ζημιές που έφερε το όχημα του Εναγόμενου δεν προκλήθηκαν από το δυστύχημα, αλλά οι περισσότερες έγιναν κακόβουλα από πρόσωπο το οποίο μετά το δυστύχημα επιτέθηκε στον Εναγόμενο. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Ενάγοντας. Σύμφωνα με αυτόν στις 3.7.2010, ήταν 46 χρονών, απολύτως υγιής και εργοδοτούμενος ως οικοδόμος με μηνιαίο μισθό €1.200 (παρουσίασε προς τούτο το τεκμήριο 5). Στις 3.7.2010 γύρω στις 23:45 εξήλθε από το κέντρο δεξιώσεων «ΧΧΧΧ» που βρίσκεται στην Λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο και αφού έλεγξε τον δρόμο για την τροχαία κίνηση και βεβαιώθηκε ότι δεν ερχόταν αυτοκίνητο ούτε από δεξιά ούτε από αριστερά, άρχισε να διασταυρώνει πεζός από τα δεξιά προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου. Φορούσε σκούρο παντελόνι και ασπρόμαυρη μπλούζα με πλατιές ρίγες. Ο Εναγόμενος κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε το ταξί αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ (εφεξής το «όχημα») στην Λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο με κατεύθυνση προς την Πάφο. Αυτός οδηγώντας αμελώς χτύπησε τον Ενάγοντα ενώ διασταύρωνε την Λεωφόρο Χλώρακας, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει σωματικές βλάβες, έξοδα και απώλειες. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να έχει επαρκή αποτελεσματικό έλεγχο του οχήματος του, παρέλειψε να τον δει ενώ βρισκόταν εντός του δρόμου, οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα, παρέλειψε να λάβει υπόψη του ότι ο Ενάγοντας ήταν πεζός και δεν χρησιμοποίησε τα φρένα του οχήματος του για να αποφύγει το δυστύχημα, ενώ είχε την ευκαιρία να το πράξει και γενικά παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για αποτροπή του δυστυχήματος. Αναφορικά με το σχέδιο του δυστυχήματος είπε ότι ο Μ.Ε.1 του το έδειξε και του εξήγησε τα σημεία που αναφέρονται εκεί. Ρωτήθηκε εάν ήθελε να μεταβεί στην σκηνή για να του υποδείξει πως έγινε το δυστύχημα αλλά λόγω κόπωσης και πολύ κακής κατάστασης της υγείας του, αδυνατούσε να πάει. Ο Μ.Ε.1 του υπέδειξε το σημείο X ως το σημείο σύγκρουσης αλλά ο Ενάγοντας του υπέδειξε το σημείο Χ1 καθότι θυμάται πολύ καλά ότι τον παρέσυρε το όχημα φθάνοντας στο τέλος του δρόμου και σχεδόν λίγο πριν πατήσει το πόδι του στην ασφάλτινη διαπλάτυνση. Από την στιγμή που χτυπήθηκε έχασε τις αισθήσεις του. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου και παρέμεινε εκεί για νοσηλεία μέχρι και τις 7.7.
  1. Περί τις 7.7.2010 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στην νευροχειρουργική κλινική όπου παρέμεινε μέχρι και τις 9.7.
  2. Είχε αφόρητους πόνους σε όλο το σώμα και ειδικότερα στην αριστερή του πλευρά. Περί τις 9.7.2010 με την βοήθεια φίλων του και καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι εξήλθε με κολάρο από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά την έξοδο του την ίδια ημέρα του δόθηκαν οδηγίες να παραμένει ακινητοποιημένος και κλήθηκε να επανεξετασθεί στις 21.7.
  3. Στις 21.7.2010 με νέες οδηγίες παρέμεινε ακινητοποιημένος και συνέχισε να χρησιμοποιεί το κολάρο και κλήθηκε για επανεξέταση μετά από 20 ημέρες. Μετά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες, έτυχε παρακολούθησης από τον Δρ. ΧΧΧΧ Θεοδοσίου, στην Κλινική Ιπποκράτειο στην Πάφο, σε διάφορες ημερομηνίες από τις 11.9.2010 μέχρι και τις 7.7.
  4. Κατά την διάρκεια των επισκέψεων του εκεί τον παρακολούθησε νευροχειρουργός, προχώρησε σε αξονική τομογραφία, του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και προχώρησε σε φυσιοθεραπείες τις οποίες διέκοπτε στην μέση λόγω αφόρητων πόνων. Κατά την παραμονή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αλλά και στην Κλινική Ιπποκράτειο οι γιατροί του συνέστησαν φαρμακευτική αγωγή, ιατρική παρακολούθηση και του απαγόρευσαν μεταξύ άλλων την άρση βαρέων αντικειμένων, την χειρωνακτική εργασία, την οδήγηση, τις κινήσεις που μπορούσαν να επιφέρουν κραδασμούς της σπονδυλικής στήλης και γενικά την στροφή, κάμψη, έκταση, πλάγια κάμψη και περιστροφή του κορμού. Λόγω του δυστυχήματος υπέστη τις σωματικές βλάβες που αναφέρει στη έκθεση απαίτησης. Προς απόδειξη των σωματικών βλαβών και των απότοκων αυτών κατέθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερ. 28.7.2010 (τεκμήριο 6), το ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερ 14.3.2011 (τεκμήριο 7), το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Θεοδοσίου ημερ. 1.7.2011 (τεκμήριο 14) και το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος Ιωάννου ημερ. 7.7.2011 (τεκμήριο 19). Συνέπεια των τραυματισμών του υπέφερε και υποφέρει μέχρι σήμερα από σοβαρούς πόνους, ταλαιπωρία, δυσκαμψία, αποφεύγει τις απότομες κινήσεις, δυσκολεύεται στην βάδιση, απώλεσε την απόλαυση της ποιότητας της ζωής, επηρεάστηκε η ιδιωτική του ζωή, δεν μπορεί να ασκεί τα χόμπι του και παρουσιάζει αδυναμία άρσης βαρέων αντικειμένων, δυσκολία στην βάδιση και ανικανότητα για εργασία. Χρήζει ιατρικής παρακολούθησης, φυσιοθεραπειών και φαρμακευτικής αγωγής. Περί το 2011 σταμάτησε όλες τις ιατρικές επισκέψεις και φυσιοθεραπείες, παρά τις συστάσεις των γιατρών του για κίνδυνο εγχείρησης.Συνέπεια του δυστυχήματος υπέστη και τις ειδικές ζημίες που αναφέρει στην έκθεση απαίτησης. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο χειρουργός ορθοπεδικός, Δρ. ΧΧΧΧ Θεοδοσίου, ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα στην Κλινική Ιπποκράτειο στην Πάφο και εξέδωσε το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 7.7.2011 (τεκμήριο 14). Περαιτέρω συνέταξε το τιμολόγιο αρ. 2722 της προαναφερόμενης Κλινικής, το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμήριο 15) και εξήγησε. Σύμφωνα με το τεκμήριο 14, εξέτασε τον Ενάγοντα, ο οποίος αιτιάτο πόνο στο αρ. γόνατο, έντονη κεφαλαλγία και αυχεναλγία και μέχρι την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού παρουσίαζε εντονότατη αυχεναλγία και κεφαλαλγία που δεν υποχωρούσαν με τα συνήθη παυσίπονα. Του έγιναν ακτινογραφίες και ήταν σε παυσίπονη αγωγή καθημερινά και με αναρρωτική άδεια λόγω ανικανότητας να εργαστεί. Του συνεστήθη μαγνητική τομογραφία, η οποία έγινε τελικά στις 22.6.2011 (κατέθεσε την έκθεση αυτής ως τεκμήριο 16). Το τεκμήριο 16 ανέδειξε πρόβλημα έλλειψης λόρδωσης αυχένος, κάταγμα οδόντος χωρίς παρεκτόπιση και bulging disc C3/4, C4/5, C6/7, C5/
  5. Σύμφωνα πάντα με το τεκμήριο 14, από την συμπτωματολογία και τα ευρήματα από τις εξετάσεις του Νοσοκομείου Πάφου καθώς και τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας ήταν δεδομένη η μετατραυματική κεφαλαλγία και αυχεναλγία που θα αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας καθώς και η πιθανή χειρουργική αποκατάσταση που μπορούσε να χρειαστεί εάν και εφόσον χειροτερεύσει ή δεν αντιμετωπιζόταν με παυσίπονη αγωγή. Με την κατάσταση του κατά την ημέρα έκδοσης του πιστοποιητικού, αδυνατούσε να εργαστεί το επάγγελμα του οικοδόμου. Ως ανέφερε κατά την μαρτυρία του, ο Μ.Ε.3 εξέτασε τον Ενάγοντα για πρώτη φορά στις 11.9.2010 ενώ τον εξέτασε και άλλες φορές. Σύμφωνα με αυτόν ο πόνος που ένιωθε ο Ενάγοντας ήταν οξύς με έντονο μυϊκό σπασμό. Σε σχέση με την αναφορά στο τεκμήριο 14 για την λόρδωση αυχένος είπε ότι στο τεκμήριο 16 αναφέρεται ότι υπάρχει ευθειασμός στην ανώτερη αυχενική και στην κατώτερη κάνει λόρδωση και εξήγησε ότι η λόρδωση στην αυχενική μοίρα είναι η φυσιολογική ανατομία και αφού υπάρχει μόνο στην κατώτερη σημαίνει ότι η ανώτερη παθολογικά είχε ευθειασμό, λόγω μυϊκού σπασμού και τραυματισμού. Ο μυϊκός σπασμός μπορεί να προκαλεί αυχεναλγία, κεφαλαλγία μαζί με τα υπόλοιπα ευρήματα της μαγνητικής και είναι φυσιολογικό ένας ασθενής να ταλαιπωρείται άσχημα από παραυχενικούς πόνους στους μυς του αυχένα και έντονες κεφαλαλγίες. Στην καθημερινότητά του δεν μπορεί να ανταπεξέλθει, χρήζει παυσίπονης αγωγής και κολάρου, φυσιοθεραπειών, ανάπαυσης κλινοστατισμού, αναλόγως της έντασης των συμπτωμάτων. Όσον δε αφορά το εύρημα στο τεκμήριο 16 για κάταγμα οδόντος χωρίς παρεκτόπιση, είπε ότι αυτό διεφάνη με την μαγνητική τομογραφία. Είπε δε ότι είχε δει τα τεκμήρια 6 και 7, αφού του τα είχε προσκομίσει ο Ενάγοντας και ότι δεν διαφωνεί με το περιεχόμενο τους γιατί δεν είδε τον Ενάγοντα τότε αλλά μήνες μετά και ότι το μόνο που είχε σαν υπόλοιπο να δει ήταν η μαγνητική τομογραφία που είναι πιο λεπτομερής εξέταση. Εξήγησε ότι οι γιατροί στα τεκμήρια 6 και 7 αναφέρουν διαταραχή προσανατολισμού του Α1 και Α2, ύποπτο για στροφικό ατλαντοαξονικό υπεξάρθρημα, που εντόπισαν με τον αξονικό και ότι με την μαγνητική τομογραφία αυτός εντόπισε το μη παρεκτοπισθέν κάταγμα. Ανέφερε δε με βάση τα πιο πάνω ότι πιθανόν το κάταγμα να προκάλεσε την διαταραχή προσανατολισμού του Α1 και Α
  6. Εξήγησε δε ότι τέτοιου είδους κατάγματα χρειάζονται κάποιους μήνες για να επουλωθούν και εάν δεν χρειαστούν χειρουργική επέμβαση φέρουν σκληρό αυχενικό κολλάρο. Μετέπειτα θέλουν αρκετό χρονικό διάστημα αποθεραπείας, αποκατάστασης και φυσιοθεραπείας. Για κάθε ασθενή θεωρείται ιδιάζουσα κατάσταση, ανάλογα με τη συμπτωματολογία αλλά και το ερέθισμα του πόνου. Ειδικά ο Ενάγοντας είχε έντονες κεφαλαλγίες με έντονους μυϊκούς σπασμούς και αυχεναλγίες, αλλά και αρκετές φορές ψηλή πίεση που το πιθανότερο ήταν απότοκο του πόνου. Έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής και πολλές φορές ο μάρτυρας αναγκάστηκε να του κάνει ενέσεις πέραν από τις μία δύο φορές που έλαβε ορούς με ισχυρά παυσίπονα. Σε σχέση με την αναφορά στο τεκμήριο 14 ότι μπορεί να χρειαστεί χειρουργική αποκατάσταση, όταν ρωτήθηκε εάν θεωρεί ότι ο Ενάγοντας έχρηζε τέτοιας, είπε ότι τον είδε μετά την μαγνητική τομογραφία και έκτοτε δεν τον έχει ξαναεξετάσει και δεν ξέρει την πορεία της νόσου του μέχρι σήμερα. Μέχρι την τελευταία φορά που τον εξέτασε κάποιες φορές ανταποκρινόταν στην παυσίπονη ενέσιμη αγωγή με την έννοια ότι ένιωθε καλύτερα, μετά επανερχόταν, του χορηγούνταν αντιφλεγμονώδη παυσίπονα ή σκέτα παυσίπονα από το στόμα. Είχε μέρες και εβδομάδες που οι πόνοι ήταν αφόρητοι, σε σημείο που ο μάρτυρας προσωπικά ζήτησε και γνώμη νευροχειρουργού για να βγάλει άκρη με το συγκεκριμένο περιστατικό. Σε σχέση με την αναφορά στο τεκμήριο 14 ότι κατά την ημερομηνία που τον εξέτασε, ο Ενάγοντας αδυνατούσε να εργαστεί ως οικοδόμος και εάν θα μπορούσε να εργαστεί άλλη δουλειά, η οποία δεν ήταν χειρωνακτική, είπε ότι επρόκειτο για κάταγμα αυχενικού σπονδύλου και ο Ενάγοντας, εξ όσων ξέρει, ασχολείται με την δομή πέτρας και έτσι ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες ως ένα με ενάμιση χρόνο θα ήταν απαγορευτικό να ασχοληθεί με βαριά χειρωνακτική εργασία. Σε ερώτηση εάν ο Ενάγοντας θα μπορούσε να ξαναεργασθεί ως οικοδόμος, είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό για ένα ασθενή που έχει να δει από τον Ιούλιο του 2011, αφού δεν ξέρει την παρούσα κατάσταση του. Μέχρι την τελευταία ημερομηνία που τον εξέτασε, δεν μπορούσε. Σε ερώτηση πόσο καιρό θα έκανε ο Ενάγοντας δεδομένου ότι δεν προχώρησε ούτε σε εγχείρηση ούτε σε φυσιοθεραπείες για να επανέλθει φυσιολογικά στην εργασία του, απάντησε ότι αυτό δεν μπορεί να το γνωρίζει. Είπε δε ως προς τούτο ότι θέλει κάποιους μήνες η επούλωση του κατάγματος και κάποιους μήνες ακινητοποίησης της αυχενικής μοίρας και εξομάλυνσης αποκατάστασης των μυών και των αποφύσεων του αυχένα για να μπορεί να εργαστεί. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε ο νευροχειρουργός Δρ. ΧΧΧΧ Ιωάννου, ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα συνολικά 3 φορές στην Κλινική Ιπποκράτειο στην Πάφο. Συγκεκριμένα τον είδε για πρώτη φορά στις 27.11.2010 όταν και του ζήτησε να κάνει μαγνητική τομογραφία και να του την προσκομίσει. Τον είδε για δεύτερη φορά μια εβδομάδα μετά αλλά ο Ενάγοντας δεν είχε κάνει την τομογραφία. Τελευταία φορά τον εξέτασε τον Ιούλιο του 2011, μετά την μαγνητική τομογραφία. Κατέθεσε ως τεκμήριο 19 και υιοθέτησε το ιατρικό του πιστοποιητικό ημερ. 7.7.2011 που συνέταξε για την περίπτωση του Ενάγοντα. Σύμφωνα με το τεκμήριο 19, ο Ενάγοντας ανέφερε από την στιγμή της κάκωσης, αυχεναλγία, βραχιαλγία άμφω μη υφιόμενη με φαρμακευτική αγωγή, άλγος μυών της ωμικής ζώνης και ζάλη που επιτείνεται με τις κινήσεις της κεφαλής και δει την περιστροφή αυτής. Επίταση των συμπτωμάτων παρά την λήψη φαρμακευτικής αγωγής ιδιαίτερα της ζάλης και της αυχεναλγίας. Εκ της ψηλαφήσεως διαπιστώθηκε σύσπαση των ιναυχενικών μυών. Κατά την στροφή της κεφαλής αναπαραγόταν το αίσθημα πόνου στον αυχένα και επιτείνετο το αίσθημα της ζάλης. Επίσης επιτείνετο το αίσθημα του πόνου κατά την κλίση της κεφαλής. Εκ της ψηλαφήσεως διαπιστώθηκε σύσπαση των παρασπονδυλικών οσφυϊκών μυών. Εκ της κλινικής εξέτασης διαπιστώθηκε έντονη αυχεναλγία ραχιαλγία υπινιακή κεφαλαλγία. Η μυϊκή ισχύς των άνω και κάτω άκρων δεν παρουσίαζε έκπτωση. Ήταν πλήρως προσανατολισμένος στον χώρο και στον χρόνο, είχε άριστη επικοινωνία και άριστη ικανότητα εκτέλεσης εντολών. Από τον νευροαπεικονιστικό έλεγχο (απλές ακτινογραφίες, αξονική τομογραφία και μαγνητική τομογραφία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης) προέκυπτε κάταγμα αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης - μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του οδόντος. Ήταν η διάγνωση του ότι, πέραν του ως άνω κατάγματος, ο Ενάγοντας είχε αυχεναλγία, βραχιαλγία άμφω άλγος μυών της ωμικής ζώνης και ζάλη που επιτείνετο με τις κινήσεις της κεφαλής και δει την περιστροφή αυτής καθώς και εμμένουσα υπινιακή κεφαλαλγία. Του συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή, ανάπαυση, αποφυγή άρσης βαρέων αντικειμένων, αποφυγή βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, οδήγησης και αποφυγή κινήσεων που θα επιφέρουν κραδασμούς της σπονδυλικής στήλης, αποφυγή στροφής, κάμψης, έκτασης, πλάγιας κάμψης και περιστροφής του κορμού. Απαιτείτο παρακολούθηση με τακτικό νευροαπεικονιστικό έλεγχο από ειδικό νευροχειρουργό και πιθανότατα, εάν υπήρχε περαιτέρω επιδείνωση της κύφωσης και κλινικής κατάστασης του, να χρειαζόταν χειρουργική επέμβαση σπονδυλοδεσία στο μέλλον. Αναφέρεται επίσης ότι δεν μπορούσε να εξασκεί χειρωνακτική εργασία γιατί η σωματική κόπωση, η άσκηση και η άρση βαρέων αντικειμένων θα επιδείνωνε την κλινική του κατάσταση. Έχρηζε δε ιατρικής παρακολούθησης, φυσιοθεραπειών και φαρμακευτικής αγωγής. Κατά την μαρτυρία του ο Μ.Ε.4 δήλωσε ότι έχει υπόψην του τα τεκμήρια 6, 7, 10, 14 και 16 και ότι συμφωνεί με αυτά. Είπε δε ότι χρησιμοποίησε και αυτά για να καταλήξει στην διάγνωση του. Εξήγησε ότι το μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του οδόντος μπορεί να προκύψει ή να συνυπάρξει με τα αναγραφόμενα των εν λόγω τεκμηρίων και παρέπεμψε στο τεκμήριο 10 και στην αναφορά για «υπεξάρθρημα Α1, Α2 σπονδύλου» και στο τεκμήριο 7 στην αναφορά για «διαταραχή προσανατολισμού Α1 και Α2, που είναι ύποπτο για στροφικό ατλαντοαξονικό υπεξάρθρημα». Είπε δε ότι η μαγνητική τομογραφία αποτελεί πιο λεπτομερή εξέταση και έτσι διαπιστώθηκε το κάταγμα του οδόντος. Εξήγησε δε ότι με τις άλλες εξετάσεις που έγιναν πριν στον Ενάγοντα, το εν λόγω κάταγμα ήταν πολύ δύσκολο να εντοπισθεί ενώ με την μαγνητική τομογραφία ανευρέθηκε και τεκμηριώθηκε. Ως εκ των άνω ήταν η θέση του ότι στα προηγούμενα πιστοποιητικά οι συνάδελφοι του υποψιάσθηκαν, αν και όχι με ακρίβεια την εν λόγω βλάβη, δηλ. αυτή δεν τεκμηριώθηκε τότε αλλά αργότερα με την μαγνητική τομογραφία. Όταν του ζητήθηκε να πει τις συνέπειες που επιφέρουν τέτοια τραύματα είπε εξ αρχής ότι τον Ενάγοντα έχει να τον δει έκτοτε και άρα δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη για το
  7. Ανέφερε δε ότι ο οδόντας είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά οστά της κίνησης της κεφαλής επί του αυχένα. Όσες φορές τον εξέτασε, ο Ενάγοντας λάμβανε παυσίπονα ή φορούσε αυχενικό κηδεμόνα. Ανταποκρινόταν δε στις θεραπείες. Μέχρι τότε που τον εξέτασε, δεν θα μπορούσε να εργαστεί ως οικοδόμος. Για αργότερα είπε ότι το κάταγμα είναι πάρα πολύ δύσκολο και άσχημο εκεί που είναι και άρα δεν θα τον εξέπληττε αν ο Ενάγοντας έχει ακόμα μετατραυματικά, πονοκεφάλους, δυσκολεύεται στην εργασία του και δεν μπορεί να αποδώσει όσα απέδιδε προ του τραυματισμού του. Είπε δε ότι ο πόνος αμέσως μετά τις ημερομηνίες που εξέτασε το Ενάγοντα, δικαιολογείται καθότι η κάκωση του οδόντος δεν είναι κάκωση ελαφρά αλλά σοβαρή. Σε ερώτηση εάν δικαιολογούν μέχρι και σήμερα την αίσθηση πόνου είπε ότι θεωρητικά και μόνο μπορεί να πει ναι, αλλά δεν έχει εξετάσει τον Ενάγοντα από τότε. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Εναγόμενος. Σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 20), για το επίδικο δυστύχημα του πήρε κατάθεση ο Μ.Ε.1 λίγες ώρες μετά, όπου είπε τα ακόλουθα τα οποία και επαναλαμβάνει. Συγκεκριμένα ότι στις 3.7.2010 και περί ώρα 23:45 οδηγούσε το ταξί με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ στην Λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο, με κατεύθυνση την Κάτω Πάφο. Ήταν μόνος στο αυτοκίνητο, οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με τη πορεία του, με χαμηλή ταχύτητα, γύρω στα σαράντα χιλιόμετρα την ώρα. Είχε αναμμένα τα ψηλά φώτα του αυτοκινήτου, στην χαμηλή στάση. Τροχαία κίνηση στον δρόμο δεν υπήρχε άλλη εκτός από το αυτοκίνητο του. Όταν κόντεψε στο σημείο του δρόμου παρά το εστιατόριο «ΧΧΧΧ», ξαφνικά είδε έναν άντρα, με σκούρα ρούχα, ο οποίος έτρεξε να διασταυρώσει το δρόμο από τα δεξιά του προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου. Αυτός αμέσως πάτησε τα φρένα και έκανε προσπάθεια να μην τον χτυπήσει αλλά λόγω της πολύ κοντινής απόστασης του αυτοκινήτου από τον πεζό, δεν κατέστη δυνατό να σταματήσει έγκαιρα, με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει ελαφρώς και εκείνος να πέσει στην άσφαλτο. Δεν πρόσεξε τον πεζό νωρίτερα, λόγω του ότι φορούσε σκούρα ρούχα και ο φωτισμός του δρόμου δεν ήταν ικανοποιητικός. Αμέσως μετά οδήγησε το αυτοκίνητο του προς τα δεξιά και στάθμευσε εκτός του δρόμου. Ήθελε να κατέβει για να δει την κατάσταση του πεζού, αλλά τότε πήγε προς το μέρος του ένας Ελληνοπόντιος, ο οποίος τον έβριζε και άρχισε να τον χτυπά και στην συνέχεια να τον σέρνει στο έδαφος. Τότε επενέβηκαν δύο - τρία άτομα και απομακρύναν το εν λόγω πρόσωπο. Ο Εναγόμενος φοβήθηκε τόσο πολύ που άρχισε να τρέχει μακριά για να προστατεύσει τον εαυτό του. Μετά δε που απομάκρυναν το εν λόγω άτομο, εκείνο διέφυγε και άρχισε να προκαλεί ζημιές στο ταξί. Στις 4.7.2010 ο Μ.Ε.1 έδειξε στον Εναγόμενο το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, του το εξήγησε, αυτός το κατάλαβε και αφού συμφώνησε, το υπέγραψε ως ορθό. Από το δυστύχημα δεν τραυματίστηκε. Ως Μ.Υ.2, κατέθεσε ο νευροχειρουργός Δρ. ΧΧΧΧ Χριστοφόρου, ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα, εκ μέρους του Εναγόμενου, στις 9.7.2019 και συνέταξε ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 18.9.2019, το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο
  8. Σύμφωνα με αυτό, κατά την κλινική εξέταση υπήρχε πλήρης επικοινωνία με το περιβάλλον και πλήρης προσανατολισμός σε τόπο, χρόνο, πρόσωπο. Η εξέταση των κρανιακών νεύρων ήταν φυσιολογική αμφοτερόπλευρα όπως και η εξέταση των άνω και κάτω άκρων. Όσον αφορά τις κινήσεις της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης αυτές ήταν πλήρεις και φυσιολογικές, η έκταση εκτελείτο αλλά με περιορισμό, η κάμψη ήταν φυσιολογική και οι πλάγιες στροφές ήταν στις 70 μοίρες. Η μαγνητική τομογραφία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης (τεκμήριο 16) αναφέρει μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του εγγύς τμήματος του οδόντα του άξονα (Α2). Ήταν η γνώμη του Μ.Υ.2, σύμφωνα με το τεκμήριο 21, ότι ο Ενάγοντας υπέστη κατά την εμπλοκή του στο επίδικο δυστύχημα, κάκωση κεφαλής και αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Η κάκωση του αυχένα συνίστατο σε κάταγμα του οδόντα του 2ου αυχενικού σπονδύλου (άξονας). Η κάκωση κεφαλής συνίστατο σε εγκεφαλική διάσειση λόγω της περιτραυματικής αμνησίας και θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής. Κατά την μελέτη ακτινογραφίας του κρανίου δεν διαπίστωσε κάταγμα ινιακού οστού. Δεν του δόθηκε πιστοποιητικό ακτινολογικής έκθεσης για τις ακτινογραφίες. Το κάταγμα του οδόντα χωρίς παρεκτόπιση και χωρίς συνοδό εξάρθρημα Α1/Α2, δεν είχε προκαλέσει ουδεμία βλάβη στον νωτιαίο μυελό, στο εγκεφαλικό στέλεχος ή στα νωτιαία νεύρα. Η κλινική κατάσταση του Ενάγοντα ήταν πολύ ικανοποιητική. Θέμα χειρουργικής αντιμετώπισης του κατάγματος του Α2, σπονδύλου δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει στο μέλλον. Μπορεί να εξασκεί το επάγγελμά του. Όσον αφορά τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας στα επίπεδα Α3/4, Α4/5, Α5/6, Α6/7 ήταν όλα προϋπάρχοντα ευρήματα ηλικιακής προέλευσης καθώς και θέμα χρήσης βλάβης. Σε σχέση με το τελευταίο, κατά την μαρτυρία του είπε ότι η μαγνητική τομογραφία (τεκμήριο 16) αναφέρει «Ήπια πολυεπίπεδη προσβολή δίσκων στα επίπεδα Α3/4, Α4/5, Α5/6 και Α6/7, χωρίς ένδειξη συμπίεσης νευρικών ρίζων». Εξήγησε ότι δεν αναφέρονται εκεί καθόλου οξέα προβλήματα, τα οποία προκύπτουν από τραυματισμούς και είπε ότι αυτή η εικόνα είναι εικόνα χρήσης και βλάβης και ηλικιακής προέλευσης, είναι η εκφυλιστική διαδικασία γήρανσης, η οποία παρουσιάζεται με αρχή το 23ο έτος. Σε ερώτηση πόσο καιρό χρειαζόταν για να αποθεραπευτεί το κάταγμα του οδόντος που παρουσίαζε ο Ενάγοντας, για να είναι ικανός να επανέλθει στην κανονική ζωή του, είπε ότι το εν λόγω κάταγμα θεωρείται κάταγμα υψηλού αυχένα σύμπλεγμα κρανίου Α1 και Α2 και ότι τέτοια κατάγματα χρειάζονται κατά μέσο όρο από 12 ως 16 εβδομάδες για να κολλήσουν. Μετά την επούλωση τους, συνήθως χρειάζεται χρόνος για φυσιοθεραπεία, για ανάπαυση, για επανένταξη στην προηγούμενη κατάσταση. Για αυτό χρειάζεται χρόνος από τρείς ως έξι μήνες. Σε ερώτηση κατά πόσο όταν περάσει όλη αυτή η χρονική περίοδος, τούτο το κάταγμα επηρέαζε τον Ενάγοντα να επιστρέψει στην εργασία του είπε ότι παρόλο που δεν τον είχε εξετάσει αμέσως αλλά το 2019, εντούτοις νομίζει ότι δεν επηρεάζει. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μαρτυρία για τις συνθήκες του δυστυχήματος Αναφορικά με την αξιολόγηση μαρτυρίας σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων, συνήθως η κάθε πλευρά προβάλλει την δική της εκδοχή και το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση, αξιολογώντας την ενώπιον του μαρτυρία, να επιλέξει ποια εκδοχή είναι η ορθή και να καταλήξει στα ευρήματα του. Έχει δε νομολογηθεί ότι πέραν από τις δικές του παρατηρήσεις όσον αφορά την αξιοπιστία των μαρτύρων, βασική βοήθεια για το Δικαστήριο είναι η πραγματική μαρτυρία, όπως το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, ιδιαίτερα όταν τα δεδομένα επί τούτου είναι κοινώς αποδεκτά (βλ. Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλλει ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση (βλ. Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 267). Εφόσον όμως δεν είναι ουδέτερη, παρέχει βάση για την κρίση τόσο της αξιοπιστίας όσο και της ακρίβειας της μαρτυρίας και διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, (βλ. Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362 και Κονναρή ανωτέρω). Ως δε έχει νομολογηθεί το Δικαστήριο μπορεί να χρησιμοποιεί γενική κοινή γνώση, αλλά δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας (βλ. Μαυρίδης ν. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Ελλείψει λοιπόν μαρτυρίας ειδικού, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήγει, για θέματα στα οποία τέτοια μαρτυρία είναι απαραίτητη, σε οποιαδήποτε συμπεράσματα, καθότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι έχει καταστήσει εαυτόν ειδικό επί του θέματος, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο (βλ. Δημητρίου κ.α. v. Sidorenko
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1095). Μπορεί όμως κατά την αξιολόγηση να αντικρίσει τα διαθέσιμα στοιχεία υπό το φως της κοινής λογικής (βλ. Κρασισμένου ν. Σωφρονίου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1152). Τα συμπεράσματα δε που μπορεί να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία, αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής (βλ. Ιορδάνου κ.α. ν. Κυριάκου κ.α.
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1364 και Σαββίδης ν. White
(1996)1 Α.Α.Δ. 567). Στην προκειμένη ο Μ.Ε.1, εξεταστής του δυστυχήματος, εξήγησε με λεπτομέρεια τα όσα αποτυπώνονται στο σχέδιο και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις αναφορικά με την μαρτυρία που συνέλεξε, τις αποστάσεις, την διαμόρφωση και τα χαρακτηριστικά του δρόμου, τον φωτισμό και την ορατότητα στο σημείο του δυστυχήματος. Όσον αφορά τον φωτισμό είπε ότι υπήρχε τέτοιος από πασσάλους της ΑΗΚ ενώ ο δρόμος φωτιζόταν και από τον φωτισμό που είχε το ίδιο το κέντρο δεξιώσεων. Στην αντεξέταση του είπε ότι η απόσταση των πασσάλων ήταν μεταξύ τους 42 μέτρα, ο ένας 23,60 μέτρα από το σημείο Χ και ο άλλος 18,40 μέτρα από το ίδιο σημείο. Εδώ να σημειωθεί ότι με δεδομένο ότι το σημείο Χ είναι στην ίδια ευθεία με το σημείο Χ1 κάθετα στον δρόμο, οι πιο πάνω αποστάσεις ισχύουν και για το σημείο Χ
  1. Επέμεινε βασικά χωρίς να κλονισθεί η θέση του κατά την αντεξέταση ότι ο φωτισμός στην σκηνή ήταν ικανοποιητικός γιατί εκτός από τους δύο πασσάλους υπήρχε και ο φωτισμός του κέντρου και έτσι μπορούσε να φανεί ο Ενάγοντας. Όσον αφορά την ορατότητα σύμφωνα με την πορεία του οχήματος, είπε ότι ήταν ικανοποιητική εφόσον ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος, δεν υπήρχε φυσικό εμπόδιο που να την εμποδίζει και υπήρχε φωτισμός. Καθόρισε δε την ορατότητα κατά την διάρκεια της νύχτας σε πέραν των 30 μέτρων. Δέχθηκε επίσης ότι η απόσταση αυτή μειώνεται όταν κάποιος φορεί σκούρα ρούχα. Όσον αφορά το αυτοκίνητο ΧΧΧΧ που ήταν σταθμευμένο στο αριστερό χωμάτινο παγκέτο της Λεωφόρου Χλώρακας με το πρόσωπο του να βλέπει προς τον Κόλπο των Κοραλλίων, είπε ότι αυτό το τοποθέτησε στο σχέδιο αφού το βρήκε στην σκηνή. Βρισκόταν εκεί σταθμευμένο (από τις αριστερές γωνιές του, μπροστινή και πισινή), σε απόσταση 40 εκατοστών από την διαπλάτυνση, 1,40 μέτρων από την αρχή του δρόμου, 4,80 μέτρων από το σημείο Χ και 7,30 μέτρα από το σημείο Χ
  2. Εδώ να λεχθεί ότι ο Ενάγοντας όταν ρωτήθηκε σχετικά στην ουσία δεν απέκλεισε το εν λόγω όχημα να βρισκόταν εκεί. Από την άλλη η ύπαρξη του εν λόγω οχήματος δεν φαίνεται να διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στο δυστύχημα εφόσον ποτέ δεν ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι δεν είδε τον Ενάγοντα λόγω της ύπαρξης αυτού ή ότι ο Ενάγοντας εξήλθε πίσω από αυτό και μπήκε στον δρόμο και για αυτό δεν τον είδε. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 ρωτήθηκε να πει, πόσο χρόνο χρειάζεται κάποιος να διανύσει την απόσταση των 4,40 μέτρων (δηλ. από την αρχή της ασφάλτινης διαπλάτυνσης μέχρι το σημείο Χ) με κανονικό βηματισμό και απάντησε ότι αυτό είναι υποκειμενικό γιατί ο διασκελισμός κάθε ανθρώπου είναι διαφορετικός. Ως εκ τούτου ανέφερε «δεν μπορώ να τοποθετηθώ να μην είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο». Παρά ταύτα ο συνήγορος υπεράσπισης επέμεινε θέτοντας εκ νέου το ερώτημα συγκεκριμένα για τον Ενάγοντα, οπόταν ο μάρτυρας παρά τα πιο πάνω ανέφερε ότι χρειάζεται 3 με 5 δευτερόλεπτα. Με βάση τα όσα τέθηκαν όμως σχετικά κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια στο πιο πάνω καθότι, από τα όσα ανέφερε αμέσως πριν ο μάρτυρας προκύπτει ότι δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα ενώ περαιτέρω δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία που να δείχνει πως γνωρίζει κάτι τέτοιο. Το μόνο υπόβαθρο που του τέθηκε ως προς την γνώση του ήταν ότι πριν ανέφερε ότι είχε κάνει κάποια «courses στην σχολή ή στην καριέρα» του. Αυτό όμως που είχε αναφέρει, χωρίς να δώσει κάποιες λεπτομέρειες, στην κυρίως εξέταση του, είναι ότι έκανε «course» αναπαράστασης τροχαίων οδικών συγκρούσεων. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτή η εν λόγω μαρτυρία, αυτή δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψην με δεδομένο το ότι, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω, η θέση του ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τα ίδια θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύουν και για την θέση του ότι ένα αυτοκίνητο που κινείται με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, καλύπτει 12,50 με 13 μέτρα το δευτερόλεπτο, με πρόσθετο δεδομένο ότι ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι η ταχύτητα του ήταν περί τα 40 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ήταν βασικά η θέση του Μ.Ε.1 ότι η σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος με τον Ενάγοντα έγινε στο σημείο το οποίο σημείωσε ως Χ στο σχέδιο. Το εν λόγω σημείο βρίσκεται σε απόσταση 3,40 μέτρων από την δεξιά άκρη του δρόμου (σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου) και 30 εκατοστών από την μέση του δρόμου, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία οδηγείτο το όχημα του Εναγόμενου. Ο μάρτυρας στήριξε την θέση του αυτή στο γεγονός ότι, ως ανέφερε, το σημείο του υπέδειξε αυτόπτης μάρτυρας αλλά και από το ότι αυτό ενισχύεται από την πραγματική μαρτυρία που εντοπίστηκε, δηλαδή κηλίδες αίματος. Προφανώς αναφερόταν στο σημείο Β1 στο σχέδιο, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 2 μέτρων δυτικότερα του σημείου Χ (σύμφωνα πάντα με την πορεία του οχήματος) και 70 εκατοστά από το κέντρο του δρόμου. Η θέση αυτή του Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή και εξηγώ. Ήταν εξ αρχής η θέση του Ενάγοντα ότι αυτός χτυπήθηκε σε άλλο σημείο και συγκεκριμένα υπέδειξε το σημείο Χ1, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 5,90 μέτρων από την προαναφερόμενη δεξιά άκρη του δρόμου, σε απόσταση 2,80 μέτρων από την μέση του δρόμου και 30 εκατοστών από την αριστερή άκρη του δρόμου. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι εκεί έγινε η σύγκρουση καθότι θυμόταν ότι χτυπήθηκε λίγο πριν ολοκληρώσει την διασταύρωση και πατήσει στην ασφάλτινη διαπλάτυνση, όπου κατευθυνόταν. Η θέση αυτού, ως θα αναφερθεί πιο κάτω, συνάδει και με την μαρτυρία του Εναγόμενου, ο οποίος βασικά είπε ότι χτύπησε τον Ενάγοντα με το αριστερό μέρος του οχήματος του, εβρισκόμενος στην κανονική για αυτόν λωρίδα κυκλοφορίας. Η δε θέση του Μ.Ε.1 στηρίχθηκε κυρίως σε εξ ακοής μαρτυρία και το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο. Εδώ να σημειωθεί ότι ούτε η κατάθεση του εν λόγω προσώπου, που ως ανέφερε ο μάρτυρας του έλαβε, παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο (προφανώς ενόψει του ότι ο φάκελος της υπόθεσης της Αστυνομίας καταστράφηκε) ενώ και ο ίδιος ο Μ.Ε.1 είπε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ανέφερε αυτή. Ενόψει των ανωτέρω η εν λόγω μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Δεν μπορεί δε να γίνεται λόγος για επιβεβαίωση της εν λόγω θέσης εκ του ότι εντοπίσθηκαν κηλίδες αίματος στο σημείο Β1 εφόσον, πέραν των πιο πάνω, δεν είναι γνωστό κατά πόσο αυτές εναποτέθηκαν εκεί κατά τον χρόνο της σύγκρουσης ή αργότερα, δηλαδή μετά τον τραυματισμό του Ενάγοντα, για τον οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία πως κινήθηκε μετά το δυστύχημα και μέχρι την μεταφορά του στο Νοσοκομείο. Με εξαίρεση λοιπόν τα προαναφερόμενα η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή. Ο δε Ενάγοντας, για τις συνθήκες του δυστυχήματος, στην κυρίως εξέταση υποστήριξε ότι εξήλθε του κέντρου δεξιώσεων και αφού έλεγξε τον δρόμο και βεβαιώθηκε ότι δεν ερχόταν αυτοκίνητο ούτε από δεξιά ούτε από αριστερά, άρχισε να διασταυρώνει πεζός. Φορούσε σκούρο παντελόνι και ασπρόμαυρη μπλούζα με πλατιές ρίγες. Ενώ διασταύρωνε τον δρόμο χτυπήθηκε από το όχημα του Εναγόμενου το οποίο κινείτο προς αυτόν. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να τον δει και να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος του καθώς και ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, είπε ότι ο Μ.Ε.1 του υπέδειξε το σημείο Χ επί του σχεδίου αλλά αυτός του υπέδειξε το σημείο Χ1 καθότι θυμάται πολύ καλά ότι παρασύρθηκε από το όχημα, όταν έφθασε στο τέλος του δρόμου και σχεδόν λίγο πριν πατήσει το πόδι του στην ασφάλτινη διαπλάτυνση. Κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι το τόξο που σημειώνεται με το γράμμα Β στο σχέδιο είναι η πορεία που ακολούθησε. Είπε δε ότι βγήκε από το κέντρο μαζί με τον φίλο του και άλλους και ότι πριν εισέλθει στον δρόμο κοίταξε αριστερά του και ότι ο φωτισμός ήταν τόσο καλός που μπορούσε να δει 150 μέτρα μακριά. Ανέφερε δε ότι όταν κοίταξε στον δρόμο αριστερά και δεξιά δεν είδε να έρχεται αυτοκίνητο και ξεκίνησε με κανονικό βήμα να διασταυρώσει. Φτάνοντας σχεδόν στην άκρη του δρόμου χτυπήθηκε από το αυτοκίνητο, το οποίο δεν ξέρει από που προέκυψε. Εδώ να λεχθεί ότι η θέση του στην κυρίως εξέταση ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο με υπερβολική ταχύτητα όχι μόνο δεν συνάδει με τα πιο πάνω εφόσον, με δεδομένο ότι δεν το είδε πριν, δεν μπορεί να υποστηρίζει κάτι τέτοιο αλλά δεν υποστηρίζεται ούτε από οποιανδήποτε άλλη μαρτυρία, ούτε και έγινε τέτοια υποβολή στον Εναγόμενο, κατά την αντεξέταση του. Άλλωστε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει με τι ταχύτητα κινείτο το όχημα. Περαιτέρω στην αντεξέταση είπε ότι δεν ξέρει από που ερχόταν το αυτοκίνητο, δεν το είδε καθόλου πριν, ούτε άκουσε θόρυβο μηχανής, ούτε τα φώτα του είδε. Ενόψει δε του ότι δεν είδε ούτε άκουσε το όχημα πριν τον χτυπήσει, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η θέση του ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματος και να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να αποφύγει το δυστύχημα. Ήταν δε κοινώς παραδεκτό από τους συνηγόρους ότι το αυτοκίνητο κινήθηκε στην σωστή λωρίδα κυκλοφορίας, ερχόμενο από αριστερά του Ενάγοντα και όχι από κάποιο άλλο σημείο. Παραδέχθηκε επίσης ότι όταν έφτασε στην μέση του δρόμου δεν ξανακοίταξε αριστερά. Ως δε υποστήριξε η ορατότητα προς την κατεύθυνση που ερχόταν το αυτοκίνητο ήταν μεγάλη ενώ δεν είπε ότι υπήρχε κάτι που να την εμποδίζει. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι, ενώ υπό τις περιστάσεις ήταν δυνατό, ο Ενάγοντας απέτυχε, κατά την προσπάθεια του να διασταυρώσει τον δρόμο, να αντιληφθεί την ύπαρξη του οχήματος και ότι αυτό κατευθυνόταν προς αυτόν. Ανέφερε δε ότι έξω από το κέντρο και στο μέρος που φαίνεται στο σχέδιο να είναι σταθμευμένο το όχημα με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ βρίσκονταν σταθμευμένα και άλλα αυτοκίνητα. Όταν όμως του υποδείχθηκε βασικά ότι εισερχόμενος στον δρόμο μέσα από αυτά τα αυτοκίνητα κρυβόταν από αυτά, είπε ότι δεν βγήκε από το σημείο εκείνο αλλά μπροστά από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα και υπέδειξε στο σχέδιο το σημείο που είναι η γωνιά που συναντιούνται η Λεωφόρος, όπου έγινε το ατύχημα και η πάροδος αυτής που φαίνεται αριστερά κάτω στο σχέδιο ενώ πρόσθεσε ότι κινήθηκαν προς τα εκεί αφού βγήκαν από το υπόγειο του κέντρου και υπέδειξε μια πορεία που φαίνεται να ξεκινά από μέσα στην πάροδο και να κατευθύνεται προς την Λεωφόρο. Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με αυτό που δέχθηκε πριν ότι δηλ. η πορεία του ήταν αυτή που φαίνεται με το τόξο που σημειώνεται με το γράμμα Β, εφόσον αυτή ξεκινά όχι από την πάροδο αλλά από το μπροστινό μέρος του προαναφερόμενου οχήματος και όχι από το πίσω μέρος του το οποίο είναι κοντά στην είσοδο της παρόδου. Υποστήριξε δε στην συνέχεια ότι το σχέδιο είναι λάθος όσον αφορά την πορεία που ακολούθησε (δηλ. το τόξο με το γράμμα Β). Όταν όμως του ζητήθηκε να υποδείξει τελικά από που διασταύρωσε, ζήτησε και επέμενε στην συνέχεια για τον σκοπό αυτό να του υποδειχθεί στο σχέδιο το κέντρο και ενόψει του ότι αυτό δεν σημειώνεται στο σχέδιο, είπε ότι δεν μπορεί να δείξει. Εδώ να σημειωθεί ότι λαμβανομένου υπόψην ότι ο ίδιος δεν ανέφερε ότι διασταύρωσε την Λεωφόρο διαγώνια αλλά και το που βρίσκεται το σημείο Χ1 που αυτός υπέδειξε και βρίσκεται σχεδόν ευθεία στην πορεία που δείχνει το τόξο με το σημείο Β, η θέση του ότι κινήθηκε από το άλλο σημείο δεν μπορεί να ευσταθεί. Αναφορικά με τα ρούχα που φορούσε είπε στην αντεξέταση ότι η μπλούζα του δεν ήταν σκούρα. Αυτό όμως διαψεύσθηκε βασικά από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ανέφερε ότι όταν τον είδε αργότερα στο Νοσοκομείο, φορούσε μαύρο παντελόνι και σκούρα μπλούζα και δεν αναφέρθηκε σε ασπρόμαυρη με πλατιές ρίγες μπλούζα. Όταν του ζητήθηκε να το εξηγήσει έδωσε την μη πειστική δικαιολογία ότι όταν τον είδε ο αστυνομικός αυτός ήταν όλο αίματα γι' αυτό δεν είδε καλά το χρώμα του πουλόβερ. Δεν δέχθηκε δε ότι όρμησε να διασταυρώσει τον δρόμο χωρίς να κοιτάξει αριστερά και είπε ότι το βήμα του ήταν κανονικό. Αναφορικά με τον Εναγόμενο θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι, ως αυτός ανέφερε, είχε υποστεί εγκεφαλικό 5 μήνες πριν την μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Το γεγονός όμως αυτό από δεν μπορεί να οδηγήσει αυτόματα στην κρίση ότι δεν θυμόταν τις ουσιώδεις περιστάσεις του δυστυχήματος είτε ότι τελούσε σε σύγχυση ως προς τούτες. Αυτό είναι αρχικά προφανές από το γεγονός ότι αυτά που είπε στην κατάθεση του τότε στην Αστυνομία τα θυμόταν αφού ως είπε διάβασε την γραπτή του δήλωση πριν και τα υιοθέτησε ενόρκως. Αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος είπε ότι ενώ οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με τη πορεία του, με χαμηλή ταχύτητα, γύρω στα σαράντα χιλιόμετρα την ώρα και με αναμμένα τα ψηλά φώτα του αυτοκινήτου, στην χαμηλή στάση και χωρίς να υπάρχει άλλη τροχαία κίνηση, καθώς προσέγγισε στο σημείο παρά το εστιατόριο «ΧΧΧΧ», ξαφνικά είδε έναν άντρα, με σκούρα ρούχα, ο οποίος έτρεξε να διασταυρώσει το δρόμο από τα δεξιά του προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου. Αυτός αμέσως πάτησε τα φρένα και έκανε προσπάθεια να μην τον χτυπήσει αλλά λόγω της πολύ κοντινής απόστασης του αυτοκινήτου από τον πεζό, δεν κατέστη δυνατό να σταματήσει έγκαιρα με αποτέλεσμα να τον χτυπήσει και εκείνος να πέσει στην άσφαλτο. Δεν πρόσεξε τον πεζό νωρίτερα, λόγω του ότι φορούσε σκούρα ρούχα και ο φωτισμός του δρόμου δεν ήταν ικανοποιητικός. Αυτά τα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, βασικά υιοθετώντας τα όσα είπε στην κατάθεση του τότε στην Αστυνομία και προφανώς φρεσκάροντας την μνήμη του. Δεν ανέφερε τότε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν κοντά στην μέση του δρόμου. Στην αντεξέταση του, όταν ρωτήθηκε εάν ο Ενάγοντας χτυπήθηκε από την πλευρά του οδηγού ή του συνοδηγού του αυτοκινήτου του, είπε αρχικά ότι δεν θυμάται. Αμέσως όμως μετά όταν του υποβλήθηκε ότι χτυπήθηκε με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, έδειξε με το χέρι του αριστερά ώστε βασικά να βεβαιωθεί ότι είναι για εκείνη την πλευρά που ερωτάτο και όταν έλαβε καταφατική απάντηση είπε, χωρίς να αποκλείσει αυτό, ότι πήγε να τον αποφύγει και τον χτύπησε χωρίς να το θέλει. Όταν μετά ρωτήθηκε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει με ποιο σημείο του αυτοκινήτου του τον χτύπησε είπε αμέσως, χωρίς αυτήν την φορά να ζητήσει διευκρίνιση «Στην αριστερή πλευρά». Ήταν δε εμφανές από τις απαντήσεις που έδωσε για το σχέδιο ότι δεν μπορούσε να δει τα όσα εκεί απεικονίζονται. Όταν ρωτήθηκε εάν τον χτύπησε από την πλευρά του οδηγού ή του συνοδηγού είπε ότι δεν θυμάται και όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν η αριστερή πλευρά που είπε είναι του οδηγού ή του συνοδηγού είπε βασικά ότι είναι του συνοδηγού, για να πει στην συνέχεια ότι «Εν στη μέση που τον ετσίλλησα». Όταν του ζητήθηκε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει «Ποια μέση;» είπε «Την ώρα που έδωκεν πάνω που τον ετσίλλησα, ήταν πολλά αριστερά, εγώ ήντα που εγίνηκεν εν ήξερα». Του υποδείχθηκε η φωτογραφία του τεκμηρίου 2 και συμφώνησε ότι εκεί φαίνεται ο δρόμος και το προαναφερόμενο κέντρο και ότι κατευθυνόταν προς την Πάφο κρατώντας την αριστερή λωρίδα του δρόμου. Είπε δε ότι χτύπησε τον Ενάγοντα στην άκρη του δρόμου. Όταν του ζητήθηκε από το Δικαστήριο να σημειώσει με στυλό ένα σταυρό στο σημείο του δρόμου που χτύπησε τον Ενάγοντα, στην φωτογραφία του τεκμηρίου 2, υπέδειξε έξω από την φωτογραφία, σημείο που βρίσκεται αριστερά της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε κατά το επίδικο βράδυ. Ενόψει τούτου και πάλι για σκοπούς διευκρίνισης ρωτήθηκε από το Δικαστήριο εάν η θέση του είναι ότι χτύπησε τον Ενάγοντα στην αριστερή πλευρά του οχήματος του στην άκρη του δρόμου απάντησε «Ναι, βέβαια. Τελειώσαμε;». Του υποδείχθηκε να κάνει λίγη υπομονή για να ολοκληρωθεί η μαρτυρία του. Εδώ να λεχθεί ότι με δεδομένο ότι η θέση του ήταν ότι οδηγούσε στην σωστή λωρίδα κυκλοφορίας (αριστερή σύμφωνα με την πορεία του) και άρα δεν εισήλθε στην αντίθετη και δεν υποστήριξε ότι χτύπησε τον Ενάγοντα με το δεξί μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου, προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης δεν μπορεί να είναι το Χ. Αντίθετα προκύπτει, ότι παρά την κατάσταση του και το ότι φαίνεται να αδημονούσε να ολοκληρωθεί η μαρτυρία του, είχε αντίληψη του τι σημαίνει αριστερά και ότι σε σχέση με το όχημα που οδηγούσε η αριστερή είναι η πλευρά του συνοδηγού και συνεπώς δεν ήταν ούτε τυχαίο, αλλά ούτε και αποτέλεσμα σύγχυσης το ότι βασικά ανέφερε ότι χτύπησε τον Ενάγοντα με την αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του. Αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι συνάδει με την μαρτυρία του Ενάγοντα και με το σημείο σύγκρουσης Χ1 ενώ για τον λόγο που προαναφέρθηκε δεν συνάδει με το σημείο Χ. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι σε αυτό συνηγορεί και το ότι στα γεγονότα που εξέθεσε η κατηγορούσα αρχή, όταν ο Εναγόμενος δήλωσε παραδοχή στην ποινική υπόθεση 6820/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, που εγέρθηκε εναντίον του για το επίδικο δυστύχημα, αναφέρθηκε και δεν αμφισβητήθηκε από αυτόν ότι «Κατά την ώρα του δυστυχήματος ανάφερε ο κατηγορούμενος ότι έστριψε από δεξιά προς αριστερά» (βλ. τα πρακτικά της διαδικασίας ημερ. 19.9.2011, τεκμήριο 13 - βλ. Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256, όπου λέχθηκε πως η παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση προς τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα). Περαιτέρω στην αντεξέταση του ήταν κατηγορηματικός ότι πάτησε φρένα και έκανε προσπάθεια να αποφύγει τον Ενάγοντα αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Δεν δέχθηκε ότι δεν είδε καθόλου τον Ενάγοντα ούτε και ότι δεν έκανε ελιγμό να τον αποφύγει ενώ είπε «Εγώ επήα να τον ποφύω τζιαί χτύπησα τον, που επήα στην άκρα, εγώ θυμούμαι καλά, εγώ». Είπε δε ότι έστριψε για να τον αποφύγει. Όταν ρωτήθηκε που έστριψε, έδειξε δεξιά αλλά πρόσθεσε «Μεν με ρωτάς πολλά πράματα εν αθυμούμαι». Η αναφορά του «επήα στην άκρα» επιβεβαιώνει όμως ότι το όχημα του χτύπησε τον Ενάγοντα στην αριστερή πλευρά του δρόμου και όχι στην μέση και συνεπώς ο ελιγμός δεν μπορούσε να είναι δεξιά. Αναφορικά με τα ρούχα που φορούσε ο Ενάγοντας, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι αυτά ήταν σκούρα κάτι που επανέλαβε στην αντεξέταση. Δεν μου διαφεύγει ότι σε υποβολή ότι ήταν μαυρόασπρη η μπλούζα του Ενάγοντα είπε ότι δεν θυμάται. Η θέση του όμως για τα σκούρα ρούχα επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του Μ.Ε.
  1. Όσον αφορά τον φωτισμό ήταν η θέση του ότι στο σημείο ο φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός. Στην αντεξέταση του είπε ότι δεν είχε φώτα από το κέντρο και έδειξε ότι είχε μια λάμπα λίγο πιο κάτω και λίγο πιο πίσω. Είπε δε ότι δεν είχε λάμπες της Ηλεκτρικής κατά μήκος του δρόμου, ότι τότε δεν είχε λάμπες και ήταν «σκοτεινά πισσούρι». Δεν δέχθηκε ότι στο σημείο του δυστυχήματος ο φωτισμός ήταν υπέρ ικανοποιητικός και είπε ότι είχε δύο λάμπες «τζιαί τζιείνες εν αμπλέπαν, ύστερα τες εβάλαν». Τελικά διευκρίνισε ότι μόνο δύο λάμπες φώτιζαν τον δρόμο και μετά έβαλαν άλλες. Η θέση του όμως για τον φωτισμό διαψεύδεται από τα όσα είπε σχετικά ο Μ.Ε.1 δηλ. από την ύπαρξη των δύο στύλων της ΑΗΚ αλλά και από το γεγονός ότι υπήρχε και φωτισμός από το κέντρο δεξιώσεων, το οποίο λειτουργούσε εκείνο το βράδυ, ως και ο ίδιος παραδέχθηκε, κάτι που έρχεται σε αντίφαση με την θέση του ότι δεν είχε φώτα από το κέντρο. Είπε μάλιστα ότι αντιλήφθηκε, από το γεγονός ότι σταματούσαν αυτοκίνητα και έπιαναν κόσμο, ότι εκεί υπήρχε γάμος. Όταν του τέθηκε ότι άρα είχε αυτοκίνητα δεξιά και αριστερά είπε ότι είχε 5-
  2. Όταν ρωτήθηκε εάν είχε κόσμο που διασταύρωνε είπε ότι είχε αλλά αυτός πρόσεχε να τον αποφύγει μιλώντας στον ενικό αριθμό και ότι μόνο τον Ενάγοντα είδε. Είπε δε ότι άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν από το κέντρο αλλά την συγκεκριμένη στιγμή μόνο ο Ενάγοντας ήταν και δεν είχε πολύ κόσμο. Όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν δηλαδή είδε τον υπόλοιπο κόσμο που διασταύρωνε αλλά τον Ενάγοντα δεν τον είδε είπε ότι δεν τον είδε καθόλου, σε αντίθεση με πριν. Ως προς το τελευταίο, από το σύνολο των όσων ανέφερε προκύπτει ότι η θέση του ήταν ότι δεν είδε τον Ενάγοντα παρά μόνο λίγο πριν την σύγκρουση. Απέδωσε τούτο στο ότι ο Ενάγοντας φορούσε σκούρα ρούχα και στον φωτισμό του δρόμου. Το ότι όμως ο φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός, ως προαναφέρθηκε, δεν ευσταθεί. Εάν δε αυτές ήταν οι περιστάσεις που μείωναν την ικανότητα του να δει τον Ενάγοντα, τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα, με δεδομένο ότι δεν έδωσε κάποια σχετική εξήγηση, πως είδε τελικά τον Ενάγοντα να τρέχει για να διασταυρώσει; Φαίνεται ότι ούτε αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι υποστήριξε τα πιο πάνω για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι απέτυχε, ενώ ήταν δυνατό, να αντιληφθεί τον Ενάγοντα παρά μόνο λίγο πριν την σύγκρουση. Αυτό προκύπτει και από το ότι σε άλλο σημείο είπε «Εκεί στον ΧΧΧΧ εγώ ελάττωσα ταχύτητα, παρόλο που εν ήθελα, τζιαί εν τον είδα τον άνθρωπο, εφόρεν ρούχα σκούρα, μαύρα, εν αθυμούμαι, το λοιπόν, εν τον είδα τζιαί ετσίλλησα τον». Προκύπτει λοιπόν ότι η κίνηση του να πατήσει φρένα και να στρίψει αριστερά δεν έγινε λόγω της απότομης εισόδου του Ενάγοντα στον δρόμο αλλά γιατί δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του εκεί παρά μόνο λίγο πριν την σύγκρουση. Μαρτυρία για τις σωματικές βλάβες και τα απότοκα αυτών Οι ιατροί Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Υ.2 Ο Μ.Ε.2 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41 και Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 746). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με την μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Στην προκειμένη, αναφορικά με το κατά πόσο οι ως άνω μάρτυρες είναι εμπειρογνώμονες γιατροί, στην ειδικότητα του έκαστος, αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Συναφώς η μαρτυρία τους θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Οι εν λόγω μάρτυρες εξέτασαν τον Ενάγοντα και έκαστος εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήρια 14, 19 και 21). Όλοι τους δε κατά την μαρτυρία τους δήλωσαν ότι σε σχέση με τα όσα αναφέρουν στα εν λόγω πιστοποιητικά στηρίχθηκαν και στα τεκμήρια 6, 7, 10 και 16 δηλ. στα ιατρικά πιστοποιητικά του Δρος ΧΧΧΧ Παπαδόπουλου, Β. Διευθυντή, Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερ. 28.7.2010 και 14.3.2011, το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρος ΧΧΧΧ Μωυσή, Α Νευροχειρουργού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερ. 6.4.2011 και στην έκθεση της μαγνητικής τομογραφίας ημερ. 22.6.
  1. Να σημειωθεί δε ότι το περιεχόμενο των τεκμηρίων 6 και 7 δηλώθηκε ως παραδεκτό ενώ αυτό του τεκμηρίου 16 δεν αμφισβητήθηκε. Όσον αφορά το τεκμήριο 10 εάν και οι συνήγοροι του Ενάγοντα κατά την κατάθεση του δήλωσαν ότι δεν αποδέχονται το περιεχόμενο του εντούτοις, πέραν του ότι οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 ανέφεραν ότι στηρίχθηκαν και σε αυτό για τα δικά τους ευρήματα, αυτό όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε ή αντικρούσθηκε από άλλη μαρτυρία αλλά ο Ενάγοντας δήλωσε ότι όσα αναφέρονται εκεί είναι αλήθεια. Σύμφωνα με τα τεκμήρια 6 και 7 ο Ενάγοντας μετά το δυστύχημα, μεταφέρθηκε στις 4.7.2010 στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Κατά την εισαγωγή του διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικά τραύματα τριχωτού κεφαλής. Η κλίμακα Γλασκώβης του ήταν 13/
  2. Βρισκόταν σε σύγχυση και άνοιγε τα μάτια κατ' εντολή. Έγινε εργαστηριακός και ακτινολογικός έλεγχος, ο οποίος έδειξε ρωγμώδες κατάγματα ινιακού ιστού αριστερά και διαταραχή προσανατολισμού Α1 και Α2, ύποπτη για ατροφικό ατλαντοαξονικό υπεξάρθρημα. Αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε κεφαλαιμάτωμα αριστερά βρεγματικά και κάταγμα ινιακού. Έγινε αξονική τομογραφία αυχένος και υπέρηχοι κοιλίας χωρίς εικόνα θλάσεως ή ρήξεως παρεγχηματικών οργάνων. Εισήχθη στην χειρουργική κλινική και παρέμεινε εκεί μέχρι τις 5.7.2010 οπόταν μεταφέρθηκε στην ορθοπεδική κλινική για τα περαιτέρω. Σύμφωνα με το τεκμήριο 10, στις 7.7.2010 ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και εισήχθη στο Νευροχειρουργικό Τμήμα. Εκεί διαπιστώθηκε ότι είχε πλήρη μυϊκή δύναμη 5/5 σε όλες τις μυϊκές ομάδες ενώ έφερε κηδεμόνα τύπου Philadelphia για ακινητοποίηση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Υποβλήθηκε σε εξειδικευμένες εξετάσεις, αξονική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης με τρισδιάσταση ανασύνθεση. Εξήλθε στις 9.7.2010 με φυσιολογική μυϊκή ισχύ και με κολάρο Philadelphia. Στις 21.7.2010 επανεξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία, έχων μυϊκή ισχύ 5/5 σε όλες τις μυϊκές ομάδες και παρέμεινε ακινητοποιημένος σε κηδεμόνα Philadelphia με οδηγίες για ακτινογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και επανεξέταση σε 20 μέρες. Το συμπέρασμα δε της εξέτασης της μαγνητικής τομογραφίας σύμφωνα με το τεκμήριο 16 ήταν «Lower degree of cervical lordosis. Old non-dislocated fracture of the proximal aspect of the dens axis. Mild multilevel bulging discs at the C3/4, C4/5, C5/6 and C6/7 levels, without evidence of nerve roots compression». Εδώ να σημειωθεί ότι η κύρια διαφωνία των διαδίκων ως προς τα τραύματα που υπέστη ο Ενάγοντας κατά το δυστύχημα, ήταν το κατά πόσο σε αυτά περιλαμβανόταν το μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου, το οποίο ανέφεραν οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 ότι εντοπίσθηκε με την μαγνητική τομογραφία (βλ. τεκμήριο 16 «Old non-dislocated fracture of the proximal aspect of the dens axis»). Οι εν λόγω μάρτυρες αντεξετάσθηκαν επί τούτου από τον συνήγορο του Εναγόμενου αλλά ως προέκυψε στην συνέχεια από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, εν τέλει και οι τρεις γιατροί συμφώνησαν ως προς τούτο ότι δηλ. ο Ενάγοντας υπέστη και το προαναφερόμενο κάταγμα συνεπεία του δυστυχήματος. Πιο συγκεκριμένα, από τα όσα ανέφεραν οι γιατροί προκύπτει ότι το κάταγμα αυτό δεν εντοπίσθηκε κατά τις εξετάσεις που έγιναν στον Ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, αμέσως μετά το δυστύχημα, καθότι δεν του έγινε η πιο εξειδικευμένη εξέταση που δείχνει τέτοιες λεπτομέρειες δηλ. αυτή της μαγνητικής τομογραφίας που του έγινε αργότερα και δη στις 22.6.
  3. Ως εξήγησαν οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, ενόψει του ότι ο Ενάγοντας συνέχιζε να έχει πόνους όταν τον εξέταζαν, έκριναν με βάση όλα τα στοιχεία που είχαν υπόψην τους μέχρι τότε, ότι έπρεπε να τύχει περαιτέρω διερεύνησης με μαγνητική τομογραφία, μέσω της οποίας εντοπίσθηκε το κάταγμα, το οποίο μέχρι τότε είχε ήδη επουλωθεί. Ως επίσης προκύπτει από την μαρτυρία και των τριών γιατρών, το ότι το κάταγμα υπήρχε κατά τον χρόνο εξέτασης του Ενάγοντα στον οποίο αναφέρονται τα τεκμήρια 6, 7 και 10, προκύπτει και από το ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 7 διαπιστώθηκε στον Ενάγοντα «διαταραχή προσανατολισμού Α1 και Α2, ύποπτη για ατροφικό ατλαντοαξονικό υπεξάρθρημα» που βασικά αποτελούσε υποψία ύπαρξης του εν λόγω κατάγματος. Ως προς τούτο ο Μ.Ε.4 ανέφερε ότι η αναστροφή του προσανατολισμού και οι υποψίες εξαρθρήματος, έδειχναν χαλάρωση των συνδέσμων μεταξύ κεφαλής και σπονδυλικής στήλης και για αυτό κατευθύνθηκε εστιασμένα εκεί, όπου ανακάλυψε το εν λόγω κάταγμα, μέσω της μαγνητικής τομογραφίας. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι, ως επίσης εξηγήθηκε, το εν λόγω κάταγμα διακρίνεται από το κάταγμα του ινιακού οστού που αναφέρεται στα τεκμήρια 6 και 7 εφόσον το πρώτο αποτελεί κάταγμα του αυχένα ενώ το δεύτερο κάταγμα του κρανίου. Όσον αφορά το γιατί το δεύτερο δεν αναφέρεται στο τεκμήριο 16, ο Μ.Ε.3 εξήγησε ότι η μαγνητική τομογραφία εξέτασε την αυχενική μοίρα του Ενάγοντα και δεν κάλυψε το κρανίο. Αναφορικά δε με τα ευρήματα και συμπεράσματα των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 στα ιατρικά τους πιστοποιητικά (τεκμήρια 14 και 19) σχετικά με την κατάσταση του Ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα που τον εξέτασαν δηλ. από τις 10.9.2010 μέχρι τις 7.7.2011, πρέπει να λεχθεί ότι αυτά αφορούν τόσο την κλινική του κατάσταση και γενικά όλα τα θέματα υγείας που αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας καθώς και την ικανότητα του να εργασθεί. Ήταν δε βασικά η γνώμη των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 ότι όλα αυτά ήταν απότοκο του κατάγματος του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου. Ως προς τα πιο πάνω και οι δύο άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο εφόσον εξήγησαν με επάρκεια και τεκμηρίωσαν επιστημονικά τις θέσεις τους, οι οποίες ουσιαστικά συνάδουν μεταξύ τους, ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση τους ή την λοιπή επιστημονική μαρτυρία που προσκομίσθηκε. Εδώ να λεχθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 δεν αντίκρουσε στην ουσία τα πλείστα όσα ανέφεραν οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, των οποίων η μαρτυρία κρίνεται ως ασφαλέστερη για να στηριχθεί το Δικαστήριο με δεδομένο και το ότι αυτοί, σε αντίθεση με τον Μ.Υ.2, είχαν την ευχέρεια να εξετάσουν τον Ενάγοντα και να διαμορφώσουν την επιστημονική τους γνώμη κατά τον κρίσιμο χρόνο που παρουσίαζε την εν λόγω κατάσταση. Άλλωστε ως παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Μ.Υ.2, η κλινική κατάσταση του Ενάγοντα που αναφέρει στο πιστοποιητικό του είναι αυτή κατά τον χρόνο που τον εξέτασε και δεν μπορεί να δώσει τέτοια για πριν. Συμφώνησε έτσι ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη για την κλινική του κατάσταση πριν 3, 5 ή 7 χρόνια, είτε κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Σε σχέση με την αναφορά των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 στα ιατρικά τους πιστοποιητικά για πιθανή χειρουργική επέμβαση - αποκατάσταση, ο μεν Μ.Ε.3 όταν ρωτήθηκε εάν θεωρεί ότι ο Ενάγοντας έχρηζε τέτοιας είπε βασικά ότι δεν μπορεί να πει, εξηγώντας ότι τον είδε μετά την μαγνητική τομογραφία και έκτοτε δεν τον έχει ξαναεξετάσει και δεν ξέρει την πορεία της νόσου του μέχρι σήμερα ενώ ο Μ.Ε.4 όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του είπε ότι δεν χρειάστηκε τέτοια επέμβαση. Ως προς την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα μετά την τελευταία του εξέταση, την σημερινή του κατάσταση και εάν αυτή αποτελεί συνέπεια των τραυμάτων του από το δυστύχημα, τόσοι ο Μ.Ε.3 όσο και ο Μ.Ε.4 ουσιαστικά δήλωσαν ότι δεν μπορούν να εκφέρουν οποιαδήποτε γνώμη εφόσον έκτοτε (από τον Ιούλιο του 2011) δεν τον ξαναεξέτασαν. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί ότι προκύπτει από την μαρτυρία αυτών και ως προς την μετέπειτα ικανότητα του να εργασθεί. Συγκεκριμένα για αυτό ο Μ.Ε.3 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες ως ένα με ενάμιση χρόνο θα ήταν απαγορευτικό να ασχοληθεί με βαριά χειρωνακτική εργασία και ότι πιθανόν να μπορούσε μετά το 6μηνο ή τον χρόνο να ασχοληθεί με ήπιο φόρτο εργασίας, πάντοτε αποφεύγοντας άρση βαριών αντικειμένων, κραδασμούς αλλά και να ανεβεί σε σκαλωσιές. Στην αντεξέταση τού ανέφερε δε ότι για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, σίγουρα όχι κάτω από ένα χρόνο από το δυστύχημα έπρεπε να αποφεύγει βαριά χειρωνακτική εργασία ή εργασία με κραδασμούς ή σε υψόμετρα και δεν ήταν σε θέση να πει εάν μπορούσε να κάνει πιο ήπια εργασία. Για το ίδιο θέμα ο Μ.Ε.4 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι μέχρι την ημέρα που τον εξέτασε, ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε να εργαστεί ως οικοδόμος. Για αργότερα είπε ότι το συγκεκριμένο κάταγμα είναι πάρα πολύ δύσκολο και άσχημο και άρα δεν θα τον εξέπληττε αν ο Ενάγοντας έχει ακόμα μετατραυματικά, πονοκεφάλους, δυσκολεύεται στην εργασία του και δεν μπορεί να αποδώσει όσα απέδιδε προ του τραυματισμού του. Στην αντεξέταση του δε ανέφερε ότι ένα κάταγμα σαν αυτό του Ενάγοντα μπορεί να αφήσει πόνο μέχρι και διετία, σοβαρό πόνο και μετά να αφήσει σοβαρές ενοχλήσεις αλλά πρόσθεσε με ειλικρίνεια ότι επειδή δεν εξέτασε τον Ενάγοντα μετά, δεν μπορεί να πει και ότι μιλά θεωρητικά. Ο δε Μ.Υ.2 ενόψει του ότι δεν εξέτασε τον Ενάγοντα πριν τις 9.7.2019, δέχθηκε βασικά ότι δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη για την κατάσταση του Ενάγοντα από τον χρόνο που τον εξέτασαν οι συνάδελφοι του μέχρι τον χρόνο που τον εξέτασε ο ίδιος. Ήταν δε γενική και όχι συγκεκριμένα για την περίπτωση του Ενάγοντα, η αναφορά του ότι τέτοια κατάγματα χρειάζονται κατά μέσο όρο από 12 ως 16 εβδομάδες για να κολλήσουν και μετά την επούλωση συνήθως χρειάζεται χρόνος για φυσιοθεραπεία, για ανάπαυση, για επανένταξη στην προηγούμενη κατάσταση και για αυτό χρειάζονται από τρείς ως έξι μήνες. Άλλωστε στην αντεξέταση του ανέφερε ότι από νευροχειρουργικής άποψης ο Ενάγοντας θα μπορούσε το «minimum» να εργαστεί έναν χρόνο μετά από το δυστύχημα, κάτι που βασικά συνάδει με την θέση των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 ότι ως την τελευταία φορά που τον εξέτασαν (που ήταν ένα περίπου χρόνο μετά το δυστύχημα) αυτός δεν ήταν σε θέση να εργασθεί. Να σημειωθεί δε ότι τα ευρήματα του Μ.Υ.2 όσον αφορά την κατάσταση του Ενάγοντα κατά τον χρόνο που τον εξέτασε, περιλαμβανομένης της ικανότητας του να εργασθεί, έμειναν ουσιαστικά χωρίς αντίκρουση από άλλη μαρτυρία. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.3, στο τεκμήριο 14 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το τεκμήριο 16 ανέδειξε πρόβλημα «bulging disc C3/4, C4/5, C5/6, C6/7», χωρίς να εξηγήσει περαιτέρω. Ο δε Μ.Ε.4 σε υποβολή ότι τα ευρήματα αυτά είναι όλα προϋπάρχοντα και ηλικιακής προέλευσης είπε ότι δεν έχει να πει κάτι για τούτο και ποτέ δεν έλεγξε τη γενικότερη κατάσταση για να πει εάν ο Ενάγοντας είχε άλλο πρόβλημα από το δυστύχημα. Σε σχέση με το ίδιο θέμα ο Μ.Υ.2 υποστήριξε ότι τα ως άνω ευρήματα είναι όλα προϋπάρχοντα ευρήματα ηλικιακής προέλευσης, είναι εικόνα χρήσης και βλάβης. Σε κάθε περίπτωση όμως ο Ενάγοντας δεν δικογραφεί κάτι σχετικό και συναφώς η εν λόγω μαρτυρία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην. Αναφορικά με την σχετική μαρτυρία του Ενάγοντα θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στην αντεξέταση του δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι όταν ήταν στο Νοσοκομείο, όλο το μέρος του αριστερού του ποδιού από το γόνατο και πάνω μέχρι την μέση ήταν χτυπημένο και για έξι μήνες λόγω της ζώνης δεν μπορούσε να περπατήσει. Σε κανένα όμως από τα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν αναφέρεται τέτοιος τραυματισμός. Όταν ρωτήθηκε εάν ανέφερε αυτό στους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν στα Νοσοκομεία Πάφου και Λευκωσίας είπε ότι αυτοί ήξεραν τα πάντα και ότι βγήκε από το νοσοκομείο με καροτσάκι. Εάν όμως έτσι είχαν τα πράγματα αυτό θα αναγραφόταν τουλάχιστον σε ένα εκ των πιστοποιητικών. Σε ερώτηση εάν οι γιατροί είχαν λόγο να μην συμπεριλάβουν αυτά στα τεκμήρια 6, 7 και 10 έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι δεν μπορεί να ξέρει και ότι ξέρουν οι γιατροί. Ως εκ των άνω η θέση του ότι υπέστη και τέτοιο τραύμα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναφορικά με την θέση του για προβλήματα στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης και συγκεκριμένα από τον τρίτο αυχενικό μέχρι τον έβδομο αυχενικό σπόνδυλο του, ως έχει προαναφερθεί, δεν δικογραφείται τέτοια βλάβη στην έκθεση απαίτησης και συνεπώς τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην. Εξαιρουμένων των ανωτέρω, αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστη από το δυστύχημα, τις συνέπειες αυτών, τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε και την θεραπεία που ακολούθησε καθώς και την σχετική κατάσταση της υγείας του μέχρι και τις αρχές Ιουλίου που εξετάσθηκε για τελευταία φορά από τους Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, με δεδομένο και στο μέτρο που η μαρτυρία των τελευταίων έγινε δεκτή, δεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Ενάγοντα, πάντα στο μέτρο που συνάδει με αυτήν των εν λόγω μαρτύρων. Το ίδιο ισχύει και για την ικανότητα του να εργασθεί. Αναφορικά με την κατάσταση του μετά τον Ιούλιο του 2011, κατά την μαρτυρία του υποστήριξε περαιτέρω ότι συνεπεία των τραυματισμών του από το δυστύχημα υπέφερε και μέχρι σήμερα υποφέρει από σοβαρούς πόνους, ταλαιπωρίες, δυσκαμψία, αποφεύγει τις απότομες κινήσεις, δυσκολεύεται στην βάδιση έχει απωλέσει την απόλαυση της ποιότητας της ζωής, επηρεάστηκε η ιδιωτική του ζωή, δεν μπορεί να ασκεί τα χόμπι του και είναι ανίκανος για εργασία. Ως προς το τελευταίο είπε ότι μέχρι και σήμερα δεν εργάζεται αφού παρουσιάζει επιδείνωση της κατάστασης του με οιαδήποτε παραμικρή άσκηση, αδυναμία άρσης βαρέων αντικειμένων και δεν μπορεί να ασκεί χειρωνακτική εργασία γιατί η σωματική κόπωση και η άρση βαρέων αντικειμένων θα επιδεινώσει την κατάσταση του. Χρήζει ιατρικής παρακολούθησης, φυσιοθεραπειών και φαρμακευτικής αγωγής. Σε ερώτηση στην αντεξέταση, τί χειρωνακτική εργασία δεν μπορεί να κάνει είπε ότι τόσες ώρες όρθιος ήδη πονά το κεφάλι και ζαλίζεται. Σε ερώτηση εάν δοκίμασε να κάνει μία συγκεκριμένη δουλειά απάντησε «Όχι, ούτε καν δοκίμασα να το πράξω και μέχρι σήμερα λαμβάνω πολλά φάρμακα». Ως προς τα πιο πάνω όμως, δηλαδή την κατάσταση της υγείας του από τις αρχές Ιουλίου 2011 μέχρι και σήμερα καθώς και την ικανότητα του να εργασθεί έκτοτε, δεν προσκόμισε καμία ιατρική μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση του ώστε να διαφανεί επιστημονικά εάν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο και αποτελεί απότοκο των τραυμάτων του από το δυστύχημα. Να υπομνησθεί δε ότι οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 δήλωσαν ότι έκτοτε δεν τον εξέτασαν και έτσι δεν μπορούσαν να διαμορφώσουν και να εκφέρουν σχετική γνώμη. Ο ίδιος δε παραδέχθηκε, ότι το 2011 σταμάτησε όλες του τις ιατρικές επισκέψεις και φυσιοθεραπείες, παρά τις συστάσεις των ιατρών του για κίνδυνο εγχείρησης, χωρίς να εξηγήσει τον λόγο. Όποιος όμως και να είναι ο λόγος, ο Ενάγοντας είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης και της εν λόγω θέσης του με την προσκόμιση κατάλληλης και αποδεκτής μαρτυρίας, κάτι που απέτυχε να πράξει. Μαρτυρία για ιατρικά έξοδα Προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα για ιατρικά έξοδα, κατατέθηκε το τεκμήριο 15 δηλ. το τιμολόγιο που συνέταξε ο Μ.Ε.
  4. Σε σχέση με αυτό να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.3 κατά την μαρτυρία του εξήγησε κάθε έξοδο που αμφισβητήθηκε και έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για όλα όσα ρωτήθηκε. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι καλύπτει την περίοδο από 11.9.2010 μέχρι τις 7.7.2011 και αφορά δύο εισαγωγές που τοποθετήθηκαν οροί στον Ενάγοντα, επισκέψεις στον μάρτυρα σαν εξωτερικός ασθενής και τρείς επισκέψεις στον νευροχειρουργό. Είπε δε ότι το MRI αυχενικής μοίρας που του έγινε, τελικά χρεώθηκε στην Κλινική. Στο ίδιο τεκμήριο χρεώνεται το ιατρικό πιστοποιητικό του ορθοπεδικού χειρουργού και το ιατρικό πιστοποιητικό νευροχειρουργού. Στην αντεξέταση του είπε, αναφορικά με την εισαγωγή και παραμονή του Ενάγοντα στην Κλινική, ότι ο Ενάγοντας πήγαινε εκεί με πόνους, έμενε για κάποιες ώρες και μετά όταν ένιωθε καλά και ήθελε να φύγει υπέγραφε και έφευγε. Ξεκαθάρισε δε ότι ποτέ ο Ενάγοντας δεν έμεινε να κοιμηθεί στην Κλινική. Όταν του τέθηκε ότι στο τεκμήριο 14 κάνει λόγο για δύο εισαγωγές στην Κλινική, είπε βασικά ότι αυτό το κατέγραψε από κεκτημένη ταχύτητα και ότι εννοούσε τις νοσηλείες του Ενάγοντα, που είχε στον φάκελο του ως και τις σημειώσεις που είχε, σαν «outpatient». Ως δε ανέφερε από τις σημειώσεις που είχε και την κάρτα νοσηλείας αλλά και τα χαρτιά που είχε τότε βρήκε ότι ο Ενάγοντας μπήκε, έβαλε τους ορούς, έμεινε στην κλινική για κάποιες ώρες, υπόγραψε και έφυγε. Αυτό, ως είπε, δεν είναι κανονική εισαγωγή αλλά «daily case» και ότι τότε δεν τα κατέγραφαν αυτές. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είδε καθόλου τον Ενάγοντα είπε ότι τον είδε πάρα πολλές φορές, πέραν από τις φορές που τιμολογούσε και μάλιστα αρκετές φορές τσακώθηκε μαζί του για να πειστεί να πάει να κάνει μαγνητική τομογραφία και να υπακούσει στα πρωτόκολλα. Ως εξήγησε επρόκειτο για έναν πολύ δύσκολο ασθενή. Αναφορικά με τις χρεώσεις του στο τεκμήριο 15 είπε ότι δεν πληρώθηκε ακόμη. Επανέλαβε ότι και το MRI είναι απλήρωτο και είναι ακόμη χρεωμένο πάνω του. Εξήγησε ότι όταν τον έβλεπε ότι «μουγκάριζε από τους πόνους» και δεν έβγαζαν άκρη, ο μάρτυρας αναγκάσθηκε να πει στο κέντρο μαγνητικής τομογραφίας να του χρεώσουν αυτού τον μαγνητικό για να το κάνουν ώστε να βγάλουν άκρη. Αναφορικά με αυτό του τέθηκε ότι στο τεκμήριο 14 γράφει ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν ήταν δυνατό να γίνει άμεσα η μαγνητική τομογραφία που συνεστήθη στον Ενάγοντα και στην συνέχεια ότι ως αποτέλεσμα της πίεσης του Μ.Ε.3 και του νευροχειρουργού, μάζεψε τα λεφτά για το MRI και αυτό έγινε στις 22.6.
  5. Σε σχέση με αυτό διερωτήθηκε εάν έπρεπε να γράψει ότι πήγε η γυναίκα του Ενάγοντα και ένας φίλος του και τον χιλιοπαρακαλούσαν να πάει να κάνει τη μαγνητική τομογραφία και ότι θα του φέρουν τα λεφτά και ότι δεν του τα έφεραν. Τον ίδιο τον πίεζε ο χρόνος να γίνει η μαγνητική τομογραφία και έπρεπε να τον στείλει να την κάνει γιατί ήταν ήδη αργοπορημένοι με αυτήν. Εδώ να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι έγινε το συγκεκριμένο MRI, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 16, ούτε και η χρέωση του. Όσον αφορά τις πρώτες δύο χρεώσεις στο τεκμήριο 15 για παραμονή για δύο μέρες για το ποσό των €160 κάθε μέρα, εξήγησε ότι είτε χρησιμοποιήσει κάποιος όλη ημέρα το δωμάτιο είτε κάποιες ώρες η χρέωση είναι η ίδια εφόσον, ως βασικά είπε, τα έξοδα που γίνονται, όπως ο καθαρισμός, τα σεντόνια, τα φάρμακα είναι τα ίδια. Ως επίσης εξήγησε αυτό ήταν αναγκαίο εφόσον χορηγήθηκε στον Ενάγοντα και ορός και αυτό παίρνει χρόνο και έτσι δεν μπορεί να γίνει σε ένα ιατρείο. Είπε επίσης ότι τοποθέτησε ορό στον Ενάγοντα για να μπορέσει να του χορηγήσει fentalyn και τις ενέσεις μήπως του «κολαψαριστεί ή χάσει τις αισθήσεις του» δηλ. ο ορός δεν ήταν η θεραπεία αλλά παράθυρο που κρατούσε μία φλέβα ανοικτή αν χρειαστεί να μπορεί να αντιδράσει. Εξήγησε επίσης ότι την χρέωση των εξετάσεων που έκανε ο ίδιος στον Ενάγοντα την αναγράφει ξεχωριστά στο τεκμήριο 15 (εκεί αναφέρει 7 τέτοιες επί €60). Ανέφερε δε ότι στο τεκμήριο 15 χρέωσε τους ορούς για το ποσό των €30, που πράγματι φαίνεται στο έγγραφο. Αναφορικά με την χρέωση που αναφέρεται για το ποσό των €180 για 3 επισκέψεις νευροχειρουργού, όταν ρωτήθηκε τι ενδιαφέρει την κλινική του αν χρέωσε και πόσα για να γράψει ένα πιστοποιητικό ο νευροχειρουργός είπε ότι πολλές φορές γίνεται παροχή υπηρεσιών, μπορεί να πρόκειται για φυσιοθεραπευτές, για χημείο ή για άλλη ειδικότητα γιατρών, οπόταν βγαίνει ενιαίο τιμολόγιο. Όταν αυτό πληρωθεί η Κλινική πληρώνει τα λεφτά για τα υπόλοιπα, βγαίνουν αποδείξεις, η Κλινική δείχνει ότι πλήρωσε για τις υπηρεσίες αυτές και φοροαπαλλάσσεται. Όσον αφορά φυσιοθεραπείες είπε ότι έστειλε τον Ενάγοντα να κάνει τέτοιες αλλά δεν άντεχε, δυσφορούσε και φώναζε. Να λεχθεί ότι στο τεκμήριο 15 αναφέρεται ότι έκανε δύο συνεδρίες για φυσιοθεραπείες αλλά τις διέκοψε λόγω πόνου ενώ δεν γίνεται οποιαδήποτε σχετική χρέωση. Διαφώνησε δε σε υποβολή ότι τα όσα κατέγραψε στο τεκμήριο 15 δεν είναι ιατρικά έξοδα τα οποία ευλόγως έπρεπε να γίνουν και πρόσθεσε ότι πιθανόν να χρειαζόταν να τιμολογήσει περισσότερα εάν το έκανε για όλες τις επισκέψεις του Ενάγοντα, κάτι που δεν έκανε. Ως εκ των άνω η υπό εξέταση μαρτυρία γίνεται δεκτή. Μαρτυρία για απώλεια απολαβών Σε σχέση με την δουλειά του ο Εναγόμενος είπε ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος εργοδοτείτο ως οικοδόμος με μηνιαίο μισθό €1.
  6. Ως προς τούτο παρουσίασε το τεκμήριο 5 δηλ. κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού για το έτος 2010 των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και επιστολή των ίδιων Υπηρεσιών ημερ. 3.9.2020 σε σχέση με τον ασφαλιστικό του λογαριασμό για τα έτη από 2004 μέχρι
  7. Σε σχέση με το τεκμήριο 5 θα πρέπει να λεχθεί ότι, από τα όσα ανέφερε σχετικά ο Ενάγοντας, προκύπτει ότι δεν αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο του ώστε να το εξηγήσει. Από το ίδιο δε το τεκμήριο και δη την Κατάσταση Ασφαλιστικού Λογαριασμού για το έτος 2010, εκείνο που προκύπτει σαφώς είναι ότι οι ασφαλιστέες αποδοχές βάσει των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ήταν €2.
  8. Φαίνεται λοιπόν ότι το εν λόγω ποσό ήταν αυτό που δηλώθηκαν ως αποδοχές του Ενάγοντα. Δεν φαίνεται δε ποιος έκανε αυτές τις δηλώσεις. Το δε ποσό των €4.170 που αναφέρεται ως εξομοιούμενες ασφαλιστέες αποδοχές δηλ. ως «Αποδοχές που πιστώνονται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων» δεν εξηγήθηκε τι ακριβώς αφορά. Από την άλλη αυτό που τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση του και ουσιαστικά δεν το αμφισβήτησε, λέγοντας ότι δεν θυμόταν, είναι ότι το ποσό των €2.693 δηλώθηκε συνολικά για δύο μήνες και συγκεκριμένα για τον Μάιο του 2010 (μισθός €1.200) και για τον Ιούνιο του 2010 (μισθός €1.280). Ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι το 2008 είχε δική του εταιρεία, την οποία έκλεισε και από το 2008 μέχρι την ημέρα του δυστυχήματος εργαζόταν ως οικοδόμος (κτίστης πέτρας) για την ανέγερση εκκλησίας σε χωριό της Λευκωσίας. Δεν συμφώνησε δε ότι το 2009 δεν εργαζόταν και είπε ότι για το χρονικό διάστημα που εργαζόταν για την ανέγερση της εκκλησίας ο εργοδότης του κάποιος Κουρτελάρης ΧΧΧΧ δεν του έβαζε Κοινωνικές Ασφαλίσεις και για αυτό υπέβαλε παράπονο στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Δεν μου διαφεύγει ότι όταν ρωτήθηκε ποιος τον δήλωσε για τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2010 αρχικά είπε ότι ήταν δύο εταιρείες (Ranikoua και Μουζουνίδης Travel). Εξήγησε όμως στην συνέχεια ότι εργαζόταν για αυτές κτίζοντας τους τζάκια μόνο τα Σαββατοκύριακα και ότι για αυτό έδωσε την πιο πάνω απάντηση. Προκύπτει λοιπόν ότι η εργασία αυτή γινόταν κατά την ίδια χρονική περίοδο με το κτίσιμο της εκκλησίας και όχι ότι εργαζόταν μόνο για αυτές τις εταιρείες. Στην συνέχεια σε ερώτηση εάν αυτή η εταιρεία τον δήλωσε ως υπάλληλό της τον Μάιο και Ιούνιο του 2010 απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι ρωτήθηκε που εργαζόταν και δήλωσε ότι εργαζόταν για αυτούς. Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι, ως επίσης του υποβλήθηκε, η δήλωση των μισθών και η πληρωμή στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2010 έγινε στις 17.11.2010 και 1.3.2011 αντίστοιχα (κάτι που επίσης δεν αμφισβήτησε). Το γεγονός όμως ότι οι δηλώσεις αυτές έγιναν μετά το δυστύχημα δεν διαψεύδει, κατά την κρίση μου, την θέση του ότι το 2010 εργαζόταν και ότι κατά τους συγκεκριμένους μήνες λάμβανε τον εν λόγω μισθό. Ως προς τούτο κρίνεται πειστική η θέση του - σε υποβολή ότι αυτές οι δηλώσεις έγιναν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ώστε να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο και να ισχυρισθεί ότι το 2010 εργαζόταν - ότι δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι θα ερχόταν στο Δικαστήριο, με δεδομένο πάντα ότι δεν καταχώρησε την παρούσα αγωγή παρά μόνο στις 20.4.2012 και δεν τέθηκε οτιδήποτε που να δείχνει βάσιμα ότι είχε προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για την καταχώρηση τέτοιας, τον Νοέμβριο του 2010 ή τον Μάρτιο του
  9. Εδώ να σημειωθεί ότι ως έχει νομολογηθεί οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα αλλά δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία για την απόδειξή τους (βλ. Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1157). Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντα ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως οικοδόμος (κτίστης πέτρας) με μηνιαίο μισθό €1.200. Νομική πτυχή Στην παρούσα αποδίδεται στον Εναγόμενο η διάπραξη του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Η αμέλεια είναι θέμα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης (βλ. Panagiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Σε υποθέσεις όπως την παρούσα αποφασίζεται πρώτα κατά πόσο έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος του εναγόμενου και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε εξετάζεται εάν ο ενάγοντας έχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως καθορίζονται τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Μαυρίδης v. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013). Η ευθύνη αποφασίζεται στην βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ανεξάρτητα εάν αυτή έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο (βλ. Fabrey a.o. v. Demetriou
(1976)1 C.L.R. 1). Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες:
(1)το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και
(2)την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας, η οποία προκύπτει (causative potency) (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420). Ως λέχθηκε στην Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218, το κριτήριο για τον καταλογισμό αμέλειας όσο και συντρέχουσας αμέλειας είναι αντικειμενικό. Από την μια λοιπόν το καθήκον επιμέλειας του οδηγού ενός οχήματος προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του. Από την άλλη η συντρέχουσα αμέλεια προσδιορίζεται κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο. Συναρτάται με το καθήκον μέριμνας του καθενός για την ασφάλεια του. Παραβίαση του καθήκοντος αυτού, η οποία συντείνει στην πρόκληση ή επαύξηση των κακώσεων, που ο έχων το καθήκον υφίσταται από σύγκρουση με αντικείμενο υπό τον έλεγχο άλλου ατόμου που φέρει ευθύνη για αμέλεια, συνυπολογίζεται στον καταλογισμό της ευθύνης για τις κακώσεις που υφίσταται. Ο καταμερισμός της ευθύνης έχει λοιπόν ως συνισταμένη την συμβολή του καθενός από τα μέρη στην πρόκληση της ζημίας. Η λογική πρόβλεψη για τις συνέπειες από την παρέκκλιση του καθήκοντος επιμέλειας, που βαρύνει οποιοδήποτε από τα μέρη, αποτελεί το μέτρο. Στον καταμερισμό της ευθύνης, υπεισέρχονται οι συνέπειες που προοιωνίζεται η παρέκκλιση από το καθήκον επιμέλειας. Προσμετρά η αντικειμενική υπόσταση των πράξεων και οι εξ αντικειμένου συνέπειες των παραλείψεων του έχοντος καθήκον επιμέλειας και όχι οι υποκειμενικοί λόγοι, στους οποίους οφείλονται οι ενέργειες ή οι παραλείψεις. Η ευθύνη επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμώνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 178). Όταν το θέμα της αμέλειας εξετάζεται στα πλαίσια οδικών δυστυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387). O δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά την λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην Αλεξάνδρου ανωτέρω εισάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι το κριτήριο για καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί τον δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το δε δικαίωμα του πεζού στην χρήση του δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού αυτοκίνητου (βλ. Αβραάμ ν. Στυλιανού
(2002)1 Α.Α.Δ. 50). Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής από τον πεζό συσχετίζεται με τις περιστάσεις και τις συνθήκες που περιστοιχίζουν το ατύχημα. Ο κανόνας που διέπει τη συμπεριφορά του πεζού είναι ότι πρέπει να φανεί ότι επέδειξε, για την δική του ασφάλεια, την προσοχή που αναμένεται από το μέσο λογικό άνθρωπο, που είναι συνυφασμένη με την έννοια της σωφροσύνης. Στην Αλεξάνδρου ανωτέρω λέχθηκε επίσης ότι δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Αυτό καθότι ενώ η ευθύνη του οδηγού και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του οδηγού. Στην Ορθοδόξου ν. Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1561, λέχθηκε βέβαια ότι από την μελέτη της πιο πάνω υπόθεσης αλλά και της αγγλικής Baker v. Willoughby [1969] 3 All ER 1528 στην οποία αυτή αναφέρεται, δεν προκύπτει ότι οι αποφάσεις αυτές θέτουν μια γενικότερη αρχή ως προς μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης του οδηγού αυτοκινήτου έναντι αυτού του πεζού, υπό όλες τις περιστάσεις και σε όλες τις περιπτώσεις. Στην Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78, λέχθηκε, με αναφορά σε αγγλική νομολογία (βλ. Nance v. The British Columbia Electric Railways Company Ltd
(1951)A.C. 601), ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν δύο μέρη κινούνται, κατά τέτοιο τρόπο ο ένας σε σχέση με τον άλλο, ώστε υπάρχει κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ τους, είτε οδηγούν και οι δύο οχήματα είτε ο ένας είναι οδηγός και ο άλλος πεζός, ο καθένας τους έχει καθήκον έναντι του άλλου να λάβει εύλογα μέτρα για να αποφύγει το δυστύχημα. Προστέθηκε όμως ότι εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψην ότι η αμέλεια είναι πάντα σχετική με τον χρόνο, τον χώρο και τις συνθήκες και η διερεύνηση θα πρέπει να γίνεται ώστε να βεβαιώνει, εάν είναι δυνατό, ποιος προκάλεσε το δυστύχημα. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι αποτυχία να δει κάποιος αυτό που είναι ξεκάθαρα ορατό συνιστά αμέλεια. Στην δε Αλεξάνδρου ανωτέρω λέχθηκε ότι το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι αμφότεροι ο οδηγός και η πεζή χρησιμοποιούσαν το δρόμο ο ένας ανεξάρτητα από την παρουσία του άλλου, αποκαλύπτει έλλειψη επιμέλειας και ότι αυτή η παράλειψη προοιώνιζε και επέφερε την σύγκρουση. Ευρήματα Από την μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 3.7.2010 το βράδυ ο Ενάγοντας βρισκόταν στο κέντρο δεξιώσεων «ΧΧΧΧ» που βρίσκεται στην Λεωφόρο Χλώρακας στην Πάφο. Περί ώρα 23:45 της ίδιας μέρας ο Εναγόμενος οδηγούσε το ταξί αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ (εφεξής το «όχημα») στην ίδια Λεωφόρο, με κατεύθυνση από Πέγεια προς Κάτω Πάφο. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, σύμφωνα με τη πορεία του, με ταχύτητα γύρω στα σαράντα χιλιόμετρα την ώρα και με αναμμένα τα ψηλά φώτα του αυτοκινήτου, στην χαμηλή στάση. Ο δρόμος (Λεωφόρο Χλώρακας) έξω από το πιο πάνω κέντρο ήταν ευθύς και επίπεδος, διαχωρίζετο σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μέσω αριστερής συνεχούς γραμμής και στα αριστερά και δεξιά υπήρχε ασφάλτινη διαπλάτυνση, πλάτους 1 μέτρου έκαστη. Το συνολικό πλάτος του δρόμου ήταν 6,20 μέτρα. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του οχήματος υπήρχε, εκτός της διαπλάτυνσης, χωμάτινο παγκέτο πλάτους 2,40 μέτρων και μετά από αυτό βρισκόταν το προαναφερόμενο κέντρο. Στο εν λόγω χωμάτινο παγκέτο βρισκόταν σταθμευμένο (από τις αριστερές γωνιές του, μπροστινή και πισινή), σε απόσταση 40 εκατοστών από την διαπλάτυνση και 1,40 μέτρων από τον δρόμο, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ. Ο δρόμος εκεί φωτιζόταν ικανοποιητικά, από δύο πασσάλους της ΑΗΚ που βρίσκονταν εκτός αυτού, στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του οχήματος (ο ένας σε απόσταση 23,60 μέτρων και ο άλλος σε απόσταση 18,40 μέτρων, από το σημείο Χ1) και από τον φωτισμό του προαναφερόμενου κέντρου δεξιώσεων. Η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία του οχήματος, ήταν ικανοποιητική εφόσον ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος, δεν υπήρχε άλλη τροχαία κίνηση και δεν υπήρχε κάποιο φυσικό εμπόδιο που να την εμποδίζει. Κατά την διάρκεια της νύχτας η ορατότητα από την πλευρά ενός οδηγού οχήματος που κατευθυνόταν ως ο Εναγόμενος ήταν πέραν των 30 μέτρων. Ικανοποιητική για τους ίδιους λόγους ήταν και η ορατότητα κάποιου που βρισκόταν στο προαναφερόμενο χωμάτινο παγκέτο έξω από το κέντρο και έβλεπε προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το όχημα. Αφού κατά τον ίδιο χρόνο ο Ενάγοντας εξήλθε του πιο πάνω κέντρου, επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο δηλ. την εν λόγω Λεωφόρο για να πάει απέναντι. Πέρασε μπροστά από το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΧΧΧΧ, αφήνοντας το στα αριστερά του και ξεκίνησε με κανονικό βήμα να διασταυρώσει τον δρόμο. Σε κανένα σημείο κατά την προσπάθεια του αυτή, ενώ ήταν δυνατό, δεν αντιλήφθηκε πριν την σύγκρουση, την παρουσία του οχήματος στον δρόμο και ότι αυτό κατευθυνόταν προς το μέρος του. Ο δε Εναγόμενος αντιλήφθηκε ότι στο εν λόγω κέντρο υπήρχε δεξίωση και ότι άνθρωποι μπαινόβγαιναν σε αυτό. Δεν αντιλήφθηκε, ενώ αυτό ήταν δυνατό, την παρουσία του Ενάγοντα στον δρόμο παρά μόνο λίγο πριν την σύγκρουση. Όταν αργά πλέον τον αντιλήφθηκε, πάτησε φρένα και έκανε ελιγμό αριστερά ώστε να τον αποφύγει, χωρίς όμως αποτέλεσμα λόγω της μικρής απόστασης μεταξύ τους. Η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ1, σε απόσταση 5,90 μέτρων από την δεξιά άκρη του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος, σε απόσταση 2,80 μέτρα από το κέντρο του δρόμου και 30 εκατοστά από την αριστερή άκρη του δρόμου. Μετά το δυστύχημα ο Ενάγοντας, μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Κατά την εισαγωγή του διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικά τραύματα τριχωτού κεφαλής. Η κλίμακα Γλασκώβης του ήταν 13/
  1. Βρισκόταν σε σύγχυση και άνοιγε τα μάτια κατ' εντολή. Εργαστηριακός και ακτινολογικός έλεγχος κατέδειξε ρωγμώδες κατάγματα ινιακού ιστού αριστερά και διαταραχή προσανατολισμού Α1 και Α2, ύποπτη για ατροφικό ατλαντοαξονικό υπεξάρθρημα. Αξονική τομογραφία εγκεφάλου έδειξε κεφαλαιμάτωμα αριστερά βρεγματικά και κάταγμα ινιακού. Έγινε αξονική τομογραφία αυχένος και υπέρηχοι κοιλίας χωρίς εικόνα θλάσεως ή ρήξεως παρεγχηματικών οργάνων. Παρέμεινε στην χειρουργική κλινική μέχρι τις 5.7.2010 οπόταν μεταφέρθηκε στην ορθοπεδική κλινική για τα περαιτέρω. Στις 7.7.2010 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και εισήχθη στο Νευροχειρουργικό Τμήμα. Εκεί διαπιστώθηκε ότι είχε πλήρη μυϊκή δύναμη 5/5 σε όλες τις μυϊκές ομάδες ενώ έφερε κηδεμόνα τύπου Philadelphia για ακινητοποίηση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Υποβλήθηκε σε εξειδικευμένες εξετάσεις, αξονική τομογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης με τρισδιάσταση ανασύνθεση. Εξήλθε του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 9.7.2010 με φυσιολογική μυϊκή ισχύ και με κολάρο Philadelphia. Στις 21.7.2010 επανεξετάσθη στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, έχων μυϊκή ισχύ 5/5 σε όλες τις μυϊκές ομάδες και παρέμεινε ακινητοποιημένος σε κηδεμόνα Philadelphia με οδηγίες για ακτινογραφία αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και επανεξέταση σε 20 μέρες. Με μαγνητική τομογραφία που έγινε στις 22.6.2011 διαπιστώθηκε ότι κατά το δυστύχημα ο Ενάγοντας είχε υποστεί και μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου, το οποίο δεν εντοπίσθηκε στα Γενικά Νοσοκομεία Πάφου και Λευκωσίας μετά το δυστύχημα. Κατά καιρούς από τις 11.9.2010 μέχρι και τις αρχές Ιουλίου του 2011 ο Ενάγοντας παρουσιαζόταν στην Κλινική Ιπποκράτειο στην Πάφο, όπου τον εξέταζε ο Μ.Ε.
  2. Είχε έντονες κεφαλαλγίες με έντονους μυϊκούς σπασμούς και αυχεναλγίες αλλά και ψηλή πίεση. Έχρηζε φαρμακευτικής αγωγής και πολλές φορές ο Μ.Ε.3 του έκανε ενέσεις, πέραν από τις τρεις φορές που έλαβε ορούς με ισχυρά παυσίπονα. Κάποιες φορές ανταποκρινόταν στην παυσίπονη ενέσιμη αγωγή όμως επανερχόταν, του χορηγούνταν αντιφλεγμονώδη παυσίπονα ή σκέτα παυσίπονα από το στόμα. Κάποιες μέρες και εβδομάδες οι πόνοι ήταν αφόρητοι. Μέχρι και τις αρχές Ιουλίου 2011 παρουσίαζε εντονότατη αυχεναλγία και κεφαλαλγία που δεν υποχωρούσαν με τα συνήθη παυσίπονα. Του έγιναν ακτινογραφίες και ήταν σε παυσίπονη αγωγή καθημερινά και με αναρρωτική άδεια. Ήταν ανίκανος να εργασθεί μέχρι και τις 7.7.
  3. Του συνεστήθη μαγνητική τομογραφία, η οποία έγινε τελικά στις 22.6.2011, η οποία κατέδειξε επούλωση του κατάγματος αλλά τα πιο πάνω συμπτώματα εξακολουθούσαν. Του συνεστήθη επίσης να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες. Προσπάθησε δε να το πράξει αλλά όσες φορές το επιχείρησε διέκοπτε στην μέση λόγω αφόρητων πόνων. Τα πιο πάνω ήταν απότοκα του μη παρεκτοπισμένου κατάγματος του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου κατάγματος. Όταν εντός της πιο πάνω περιόδου (11.9.2010 μέχρι και 7.7..2011) εξετάσθηκε από τον Μ.Ε.4, σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις, διαπιστώθηκε σύσπαση των ιναυχενικών μυών, κατά τη στροφή της κεφαλής αναπαραγόταν το αίσθημα πόνου στον αυχένα και επιτείνετο το αίσθημα της ζάλης καθώς και το αίσθημα του πόνου κατά την κλίση της κεφαλής. Διαπιστώθηκε επίσης σύσπαση των παρασπονδυλικών οσφυϊκών μυών και έντονη αυχεναλγία ραχιαλγία υπινιακή κεφαλαλγία. Η μυϊκή ισχύς των άνω και κάτω άκρων δεν παρουσίαζε έκπτωση. Ήταν πλήρως προσανατολισμένος στον χώρο και στον χρόνο, είχε άριστη επικοινωνία και άριστη ικανότητα εκτέλεσης εντολών. Πέραν από το μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του οδόντος, είχε αυχεναλγία, βραχιαλγία άμφω άλγος μυών της ωμικής ζώνης και ζάλη που επιτείνετο με τις κινήσεις της κεφαλής και δει την περιστροφή αυτής καθώς και εμμένουσα υπινιακή κεφαλαλγία. Του συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή, ανάπαυση, αποφυγή άρσης βαρέων αντικειμένων, αποφυγή βαριάς χειρωνακτικής εργασίας, στροφής, κάμψης, έκτασης, πλάγιας κάμψης, περιστροφής του κορμού, οδήγησης και κινήσεων που θα επέφεραν κραδασμούς της σπονδυλικής στήλης. Μέχρι τις αρχές Ιουλίου του 2011 που τον εξέτασε για τελευταία φορά ο Μ.Ε.4, ο Ενάγοντας ήταν ανίκανος για εργασία. Όσες φορές δε εξέτασε τον Ενάγοντα ο Μ.Ε4, ο πρώτος φορούσε αυχενικό κηδεμόνα (κολλάρο). Συμπεράσματα - Ευθύνη για το δυστύχημα Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά το επίδικο βράδυ ο Εναγόμενος κινείτο με το όχημα του, στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας (την αριστερή σύμφωνα με την πορεία του), με κανονική ταχύτητα και με τα ψηλά φώτα στην χαμηλή στάση. Στο σημείο του δυστυχήματος ο δρόμος ήταν ευθύς, δεν είχε άλλη τροχαία κίνηση, υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός και κανένα εμπόδιο που να εμποδίζει την ορατότητα του Εναγόμενου. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αντιλήφθηκε ότι υπήρχε δεξίωση στο κέντρο που βρισκόταν εκεί και ότι άνθρωποι μπαινόβγαιναν σε αυτό. Παρά ταύτα δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα ώστε να αντιληφθεί έγκαιρα τον Ενάγοντα, ο οποίος διασταύρωνε τον δρόμο και να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης, κάτι που ήταν δυνατό παρά το ότι ο τελευταίος φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα. Αντιλήφθηκε αυτόν στον δρόμο όταν ήταν πλέον αργά, ώστε παρά το ότι πάτησε τα φρένα και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, δεν απέφυγε να τον χτυπήσει ενώ αυτός είχε σχεδόν ολοκληρώσει την διασταύρωση αφού διένυσε απόσταση 6,90 μέτρων από την αρχή της ασφάλτινης διαπλάτυνσης που βρισκόταν έξω από το κέντρο και είχε σχεδόν φτάσει στην απέναντι ασφάλτινη διαπλάτυνση (μόλις 30 εκατοστά πριν από αυτήν). Στοιχειοθετείται λοιπόν αμέλεια του Εναγόμενου. Από την άλλη ο Ενάγοντας, ενώ φορούσε σκούρου χρώματος ρούχα και είχε απρόσκοπτη ορατότητα προς το σημείο του δρόμου από όπου ερχόταν το όχημα του Εναγόμενου, με τα φώτα αναμμένα και με κανονική ταχύτητα, δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα όσον αφορά την κίνηση στον δρόμο. Εάν το έπραττε θα αντιλαμβανόταν ότι το όχημα του Εναγόμενου κινείτο στον δρόμο κατευθυνόμενο προς αυτόν και θα λάμβανε μέτρα ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση τους. Αντίθετα δεν αντιλήφθηκε το όχημα παρά μόνο όταν αυτό τον χτύπησε. Η παράλειψη του να αντιληφθεί την παρουσία του οχήματος, το οποίο ερχόταν από τα αριστερά του υποδεικνύει ότι δεν είχε βεβαιωθεί ότι η κίνηση του να διασταυρώσει δεν ενείχε κινδύνους. Επέδειξε λοιπόν συντρέχουσα αμέλεια. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι η ευθύνη για το δυστύχημα θα πρέπει να επιμερισθεί κατά 50% στον καθένα τους. Ειδικές αποζημιώσεις Σύμφωνα με τη νομολογία οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρότατα (βλ. Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Eίναι πρωτίστως καθήκον του Ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για την βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον Εναγόμενο να την αντικρούσει (βλ. Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673). Στην προκειμένη ο Ενάγοντας αξιώνει ως ειδικές αποζημιώσεις τα ακόλουθα:
(1)ποσό €1.566 για ιατρικά έξοδα,
(2)ποσό €47,84 για ιατρικό πιστοποιητικό Γ.Ν. Πάφου,
(3)ποσό €18,79 για ιατρικό πιστοποιητικό Γ.Ν Λευκωσίας,
(4)ποσό €85,43 για αστυνομική έκθεση και
(5)€24.000 για απώλεια εισοδήματος από εργασία για την περίοδο από 4.7.2010 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής (στην βάση μηνιαίου μισθού €1.200). Σε σχέση με αυτές θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: · Όσον αφορά τα ιατρικά έξοδα η απαίτηση του Ενάγοντα εδράζεται στο τεκμήριο 15 και στην σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία έγινε δεκτή. Έχει λοιπόν αποδείξει το ποσό των €1.566 και ότι αυτό αποτελούσε αναγκαία ιατρικά έξοδα. · Έχει επίσης αποδειχθεί το ποσό των €47,84, εφόσον κατατέθηκε προς τούτο και δηλώθηκε ως παραδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του το τεκμήριο 8 δηλ. απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού. · Δεν έχει προσαχθεί καμία μαρτυρία όσον αφορά την απόδειξη του ποσού των €18,79 για ιατρικό πιστοποιητικό Γ.Ν Λευκωσίας και συνεπώς ο Ενάγοντας δεν δικαιούται τέτοιο. · Όσον αφορά την αξίωση για αστυνομική έκθεση ο Ενάγοντας κατέθεσε το τεκμήριο 9 που είναι επιστολή του Αρχηγού Αστυνομίας, στην οποία αναφέρεται ότι λήφθηκε η αίτηση και η απόδειξη πληρωμής για την αιτούμενη αστυνομική έκθεση και σε αυτήν επισυνάπτεται στο σχετικό έντυπο τελών για ποσό €85. Ως προς τούτο ο συνήγορος του Εναγόμενου έφερε ένσταση στην κατάθεση του υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελεί ειδική ζημιά. Το Δικαστήριο επέτρεψε την κατάθεση του αναφέροντας ότι αυτό θα αξιολογηθεί στον δέοντα χρόνο. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κατατέθηκε και δεν χρησιμοποιήθηκε τέτοια έκθεση, ώστε να καταδειχθεί ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί έξοδο στο οποίο υποβλήθηκε ο Ενάγοντας για να αποδείξει την υπόθεση του. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν δικαιούται αυτό το ποσό (βλ. Harmswoth κ.ά. ν. Salamis Glory κ.ά.
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1617). · Τέλος η απώλεια εισοδήματος μέχρι την καταχώρηση της αγωγής επιδικάζεται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων. Στη προκειμένη, με την μαρτυρία που έγινε δεκτή αποδείχθηκε ότι ο Ενάγοντας, κατέστη ανίκανος για εργασία συνεπεία του δυστυχήματος για ένα χρόνο δηλ. από την ημέρα του δυστυχήματος (3.7.2010) μέχρι και τις 7.7.
  1. Αποδείχθηκε επίσης ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος αυτός εργαζόταν ως οικοδόμος με μηνιαίο μισθό €1.
  2. Έχει αποδειχθεί λοιπόν η απώλεια απολαβών του ύψους €14.400 για το πιο πάνω χρονικό διάστημα και όχι μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Γενικές Αποζημιώσεις Ανάμεσα στις θεραπείες που ζητά ο Ενάγοντας είναι και η επιδίκαση απώλειας μελλοντικών απολαβών στην βάση του ποσού των €1.200 που λάμβανε ως μηνιαίο μισθό κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.ά.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1718, οι απώλειες των εισοδημάτων μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων ενώ ως προς μελλοντικό χρόνο υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Στην ίδια απόφαση γίνεται παραπομπή στην Fysco Constructing Co Ltd ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, όπου αναφέρεται ότι επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων σε σχέση με απώλεια απολαβών είναι μέθοδος επιτρεπτή και αποτελεί λύση ανάγκης στις περιπτώσεις που τα δεδομένα, ενώ αποκαλύπτουν απώλεια ή ουσιαστικό μελλοντικό κίνδυνο απώλειας, δεν δείχνουν ως εκ της φύσεως των πραγμάτων, άμεση επίδραση στα εισοδήματα του τραυματισμένου και επομένως δεν επιτρέπουν αριθμητικό υπολογισμό. Στην προκειμένη, ως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε η ανικανότητα του Ενάγοντα για εργασία, για χρονικό διάστημα πέραν της 7.7.2011, και συνεπώς δεν αποδείχθηκε η απώλεια μελλοντικών απολαβών ώστε να του επιδικασθούν τέτοιες στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων. Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων για τους τραυματισμούς συνεπεία του δυστυχήματος καθώς και για τον πόνο και ταλαιπωρία που υφίσταται κάποιος εξ αυτών, στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Η ίδια η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από την άλλη, ως έχει νομολογηθεί, η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Η τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας στην επιδίκαση αποζημιώσεων πρέπει να περιορίζεται εντός των σωστών πλαισίων της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης (βλ. Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1148). Η δε απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Από την σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Περαιτέρω για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Από την μελέτη λοιπόν της νομολογίας θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχω εντοπίσει απόφαση με τα ίδια χαρακτηριστικά όπως της επίδικης. Σε σχέση με βλάβες παρόμοιας φύσης όπως αυτές που υπέστη ο Ενάγοντας έχω εντοπίσει τις ακόλουθες αποφάσεις: · Στην Κίττη ν. Lawrent, Αγωγή 554/2009 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 10.11.2009, η ενάγουσα παρουσίαζε άλγος αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και δεξιού ώμου, ενώ κατά τον ακτινολογικό έλεγχο διαπιστώθηκε κάταγμα οδόντος Α2 σπονδύλου. Παρέμεινε στην ορθοπεδική κλινική του Νοσοκομείου Λεμεσού υπό παρακολούθηση και φαρμακευτική παυσίπονη αγωγή για 4 ημέρες, οπότε έγινε παραπομπή της στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Νοσοκομείου Λευκωσίας. Νοσηλεύτηκε εκεί για 5 ημέρες, έτυχε συντηρητικής αγωγής και τοποθετήθηκε σε αυχενικό κηδεμόνα τύπου Philadelphia. Έκτοτε επισκεπτόταν τα εξωτερικά ιατρεία και παραπονείτο για αυχεναλγία και αντανάκλαση στα άνω άκρα καθώς και για αιμωδίες. Κατά την αποθεραπεία της έφερε κολάρο για δύο περίπου μήνες, κατά τους οποίους επίσης δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Της επιδικάσθηκε το ποσό των €8.000 ως γενικές αποζημιώσεις. · Στην Μιχαήλ ν. Ανδρέου, Αγωγή 1650/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερ. 14.5.2010, ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση αυχένα. ΄Εφερε εκδορές δεξιάς παρειάς και θλαστικό τραύμα ινιακής χώρας όπου έγινε συρραφή. Παρουσίαζε αίμα στο δεξιό έξω ακουστικό πόρο και στους ρώθωνες. Παρουσίαζε περιτραυματική αμνησία. Αιτιάτο για αυχεναλγία και άλγος αριστερού ώμου. Υπέστη κάταγμα ακανθώδους απόλυσης του αυχενικού σπονδύλου και υπαρραχνοειδή αιμορραγία στο σκηνίδιο της παρεγκεφαλίδας αριστερά. Του τοποθετήθηκε αυχενικός κηδεμόνας τύπου Philadelphia. Παρέμεινε στην χειρουργική κλινική για 3 ημέρες και εξήλθε με οδηγίες και με κηδεμόνα για το κάταγμα του Α7 σπονδύλου. Κατά τον χρόνο εκδίκασης παρουσίαζε κινήσεις αυχένος πλήρεις με ήπιο άλγος στις ακραίες θέσεις και η κλινική του εικόνα δύνατο να αποδοθεί σε ήπιο μετατραυματικό αυχενικό σύνδρομο. Υπέφερε από πονοκεφάλους και από δυσκαμψία αλλά με τον καιρό η κατάσταση του βελτιωνόταν. Δεν αναμένονταν άλλες ιδιαίτερες λειτουργικές διαταραχές από τον αυχένα για το μέλλον. Φορούσε αυχενικό κολάρο/κηδεμόνα για 2 μήνες επί 24ώρου βάσεως. Μετά τον τραυματισμό υπέφερε από πόνους στον αυχένα, είχε δυσκαμψία, ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό και πονοκεφάλους. Έλαβε αναρρωτική άδεια για 32 ημέρες και επέστρεψε στην εργασία του. Του επιδικάσθηκε ποσό Λ.Κ.7.000 ως γενικές αποζημιώσεις. · Στην Χριστοδούλου ν. Μουζουράκη, Αγωγή 2283/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερ. 5.10.2015, η ενάγουσα υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αυχενικής, θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με εμπιεστικό κάταγμα του σώματος του Α7 και Θ2 σπονδύλου με πρόσθια σφηνοειδή παραμόρφωση. Υπέστη επίσης ευθειασμό και διάστρεμμα αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης. Και τα δύο κατάγματα που δεν ήταν σοβαρά αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά και είχαν επουλωθεί πλήρως, παρότι υπάρχει κίνδυνος αλλαγής της γραμμικότητας της σπονδυλικής στήλης, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει χρόνιο άλγος. Απότοκο του δυστυχήματος ήταν και αιμωδίες των άνω άκρων καθώς και σύσπαση των ιναυχενικών μυών ενώ κατά τη στροφή της κεφαλής αναπαραγόταν το αίσθημα πόνου στον αυχένα και επιτεινόταν το αίσθημα της ζάλης. Το αίσθημα του πόνου επιτεινόταν και κατά την κλίση της κεφαλής. Περαιτέρω απότοκο των τραυματισμών ήταν ο περιορισμός της πρόσθιας και οπίσθιας κλίσης της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης κατά 30 μοίρες και της πλάγιας κλίσης κατά 60 μοίρες. Εξαιτίας των δύο καταγμάτων αρχικά, δηλαδή αμέσως μετά το δυστύχημα και την πρώτη μετατραυματική περίοδο ένιωθε έντονο πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα, πόνο στη σπονδυλική στήλη και σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος, είχε ζάλη και πονοκεφάλους, συμπτώματα τα οποία σταδιακά αποκαταστάθηκαν. Στο νοσοκομείο όπου διακομίστηκε την ημέρα του δυστυχήματος τής τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο το οποίο της αφαιρέθηκε σε ιδιωτική κλινική. Εκεί της τοποθετήθηκε νάρθηκας, τον οποίο έφερε περίπου για περίοδο τριών μηνών, με τον οποίο ακινητοποιήθηκε ο αυχένας και ο θώρακας. Παρέμεινε για νοσηλεία στο νοσοκομείο για 4 μέρες και ακολούθως για 10 μέρες σε κλινική. Τέλος της δόθηκε αναρρωτική άδεια για περίοδο τριών μηνών. Δεν μπορούσε να εξασκεί χειρονακτική εργασία γιατί η σωματική κόπωση και άσκηση και η άρση βαρέων αντικειμένων θα επιδείνωνε την κλινική της κατάσταση. Έχρηζε δε ιατρικής παρακολούθησης, φυσιοθεραπειών και φαρμακευτικής αγωγής. Της επιδικάσθηκε ποσό €23.000 ως γενικές αποζημιώσεις. · Στην Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1373, ο εφεσίβλητος υπέστη σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση. Του χορηγήθηκαν αυχενικό κολλάρο, αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Οι ακτινογραφίες της αυχενικής μοίρας έδειξαν ευθειασμό της σπονδυλικής στήλης και σπονδυλοαρθριτικές αλλοιώσεις στους Α5 και Α6 σπονδύλους. Επειδή η κατάσταση του δεν παρουσίαζε βελτίωση με τα φάρμακα και τον κολάρο, συνεστήθη αγωγή φυσιοθεραπείας την οποία ακολούθησε. Παρόλες τις θεραπείες παραπονείτο για έντονους πονοκεφάλους, αδυναμία συγκέντρωσης, έντονο πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα με πόνο και μούδιασμα στα άνω άκρα. Εξακολουθούσε να παραπονείται για πονοκεφάλους, οι οποίοι φαίνονταν έντονοι μετά από εργασία 2-3 ωρών. Αισθανόταν επίσης πόνο και δυσκαμψία στον αυχένα, γεγονός που του προκαλούσε δυσκολία στην εξάσκηση του επαγγέλματος του. Στο μεταξύ, στους 14 μήνες μετά το δυστύχημα, όλα τα συμπτώματα είχαν εκλείψει και είχε ήδη επιστρέψει στην εργασία του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επιδίκασε ποσό Λ.Κ.6.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Κρίθηκε κατ΄ έφεση ότι αυτό ήταν πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης, όμως κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για παρέμβαση για την μείωση του ποσού καθώς δεν υπερέβαινε τα όρια της δίκαιης αποζημίωσης. · Στην Μιχαήλ ν. Ιωάννου & Παρασκευαϊδης Λτδ κ.ά.
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1494, ο εφεσείων υπέστη απώλεια συνείδησης για μερικές ώρες, σοβαρό τραυματισμό στον αυχένα, μεγάλη ταλαιπωρία τους πρώτους μήνες μετά τον τραυματισμό. Ιδιαίτερα επώδυνη ήταν η κατάσταση του στην αρχική περίοδο της νοσηλείας του στο νοσοκομείο. Για περίοδο δύο μηνών ήταν υποχρεωμένος να φορεί γύψινο περίβλημα και αργότερα αυχενικό κολάρο. Η μετατραυματική κατάσταση του τον κατέστησε ανίκανο για εργασία για οκτώ μήνες. Για ολόκληρη σχεδόν την περίοδο των οκτώ μηνών είχε έντονους πόνους στο σημείο του τραύματος. Σταδιακά ο πόνος μετριάστηκε, το τραύμα επουλώθηκε και αποκαταστάθηκε η υγεία του ώστε να επιστρέψει «στο φυσιολογικό τρόπο ζωής του ως και πριν από το δυστύχημα». Το πρωτόδικο Δικαστήριο του επιδίκασε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των Λ.Κ.4.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό το πρίσμα του σοβαρού τραυματισμού του, της ταλαιπωρίας που υπέστη, των δυσχερειών που αντιμετώπισε κατά τη θεραπευτική αγωγή και του έντονου πόνου που δοκίμασε για μεγάλη χρονική περίοδο, έκρινε την εν λόγω αποζημίωση ανεπαρκή και την αύξησε σε Λ.Κ.8.
  2. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν πλήρως, ως προς τα τραύματα και τις συνέπειες αυτών, με την παρούσα ενώ πρόκειται για αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από 6 - 22 χρόνια. Στα πλαίσια υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα λαμβάνω υπόψη το είδος και την έκταση των βλαβών που έχει υποστεί ο Ενάγοντας καθώς και τον πόνο και την διάρκεια αυτού. Λαμβάνω δε ιδιαίτερα υπόψη μου το ότι έφερε θλαστικά τραύματα τριχωτού κεφαλής και υπέστη ρωγμώδες κατάγματα ινιακού οστού αριστερά, κεφαλαιμάτωμα αριστερά βρεγματικά, μη παρεκτοπισμένο κάταγμα του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου και διαταραχή προσανατολισμού Α1 και Α2, ύποπτη για ατροφικό ατλαντοαξονικό υπεξάρθρημα. Παρέμεινε για συνολικά 6 μέρες στα Γενικά Νοσοκομεία Πάφου και Λευκωσίας και του τοποθετήθηκε αυχενικός κηδεμόνας (κολλάρο) τύπου Philadelphia για ακινητοποίηση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Παρά τα πιο πάνω και την επούλωση του κατάγματος του οδόντος του 2ου αυχενικού σπονδύλου, μέχρι και τις αρχές Ιουλίου 2011 δηλ. για ένα περίπου χρόνο είχε έντονες κεφαλαλγίες με έντονους μυϊκούς σπασμούς και αυχεναλγίες και φορούσε αυχενικό κηδεμόνα. Κατά την εξέταση του στην πιο περίοδο διαπιστώθηκε σύσπαση των ιναυχενικών μυών, κατά τη στροφή της κεφαλής αναπαραγόταν το αίσθημα πόνου στον αυχένα και επιτείνετο το αίσθημα της ζάλης καθώς και το αίσθημα του πόνου κατά την κλίση της κεφαλής. Διαπιστώθηκε επίσης σύσπαση των παρασπονδυλικών οσφυϊκών μυών και έντονη αυχεναλγία ραχιαλγία υπινιακή κεφαλαλγία, βραχιαλγία άμφω άλγος μυών της ωμικής ζώνης και ζάλη που επιτείνετο με τις κινήσεις της κεφαλής και δει την περιστροφή αυτής καθώς και εμμένουσα υπινιακή κεφαλαλγία. Προς αντιμετώπιση των συμπτωμάτων αυτών που δεν υποχωρούσαν, μέχρι και τις αρχές Ιουλίου 2011 του χορηγούνται παυσίπονα, κάποιες φορές ισχυρά, μέσω ορών. Κάποιες φορές ανταποκρινόταν στην αγωγή αλλά υπήρχαν περίοδοι που οι πόνοι ήταν αφόρητοι. Προσπάθησε δε να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες, ως του συνεστήθη, αλλά όσες φορές το επιχείρησε διέκοπτε στην μέση λόγω αφόρητων πόνων. Η κατάσταση του τον κατέστησε ανίκανο για εργασία για 12 μήνες. Δεν αποδείχθηκε ποια ήταν η κατάσταση της υγείας του μετά τις αρχές Ιουλίου 2011 και συναφώς η ύπαρξη οποιονδήποτε μόνιμων ή άλλων καταλοίπων. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω πως ένα ποσό της τάξης των €25.000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο για να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες, τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη. Τόκος Όσον αφορά το θέμα του τόκου το άρθρο 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, προβλέπει την επιδίκαση συγκεκριμένου τόκου αναφορικά µε ολόκληρο ή µέρος του ποσού των αποζηµιώσεων που έχουν επιδικαστεί, για ολόκληρη ή για µέρος της περιόδου µεταξύ της ηµεροµηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιµο δικαίωµα και της ηµεροµηνίας καταχώρησης της αγωγής, εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Στην παρούσα, αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να λεχθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών (απώλεια απολαβών και ιατρικά έξοδα) αποκρυσταλλώθηκαν στις 7.7.2011 (βλ. ανωτέρω και τεκμήριο 15). Με γνώμονα λοιπόν όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991), 1 Α.Α.Δ. 475, Miller v. Petek
(1999)1 Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134) επιδικάζω επί του συνολικού ποσού των ειδικών αποζημιώσεων, νόµιµο τόκο από τις 7.7.
  1. Δεν μου διαφεύγει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.4.2012, δηλ. 21 μήνες μετά το δυστύχημα. Παρά ταύτα με δεδομένο ότι τα θέματα που αφορούν τις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα φαίνεται ότι ξεκαθάρισαν τον Ιούλιο 2011 (βλ. μαρτυρία Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4), κρίνω ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Ως εκ τούτου θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω νόμιμο τόκο επί του συνολικού ποσού των γενικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία του δυστυχήματος. Κατάληξη Εν κατακλείδι η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για τα ποσά των:
  2. €8.006,92, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 7.7.2011 μέχρι σήμερα.
  3. €12.500, ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 3.7.2010 μέχρι σήμερα. Νοείται ότι από σήμερα ολόκληρα το ποσά της απόφασης θα φέρουν νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού της απόφασης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.