Αντωνίου ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3517/12, 26/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3517/12 Μεταξύ: χχχ Αντωνίου Ενάγοντας και
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
- χχχ Τζιακουρή
- χχχ Σωκράτους
- χχχ Αντωνίου
- χχχ Ιωάννου Εναγόμενοι ............... Αίτηση Τροποποίησης ημερ. 26.2.2021 26 Μαρτίου, 2021 Για τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή: κ. Στ. Ερωτοκρίτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα Μ. Κάιζερ για Λουκή Γ. Λουκαΐδη & Σια ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους 2-5: κ. Χ. Τιμοθέου για Χ. ΤΙΜΟΘΕΟΥ & Λ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε στις 5.11.2012, ο ενάγοντας αξιώνει ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση από μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου (εναγόμενους 2-5) που φέρεται να συντελέστηκε με την επίθεση και τον ξυλοδαρμό που δέχθηκε από τους εν λόγω αστυνομικούς και που είχε ως συνέπεια να υποστεί σωματική βλάβη, ψυχολογικά προβλήματα και κατάθλιψη κατά παράβαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Το περιστατικό στο οποίο εδράζεται η αγωγή έλαβε χώρα στις 9.8.2008 όταν ο ενάγοντας συνελήφθη υπό τις συνθήκες που περιγράφει στην Έκθεση Απαίτησης και μεταφέρθηκε ως ύποπτος διάπραξης ποινικών αδικημάτων στους αστυνομικούς σταθμούς Πέγειας και Πάφου. Ο εναγόμενος 1 - ο οποίος ενάγεται υπό την ιδιότητα του καθ' ύλη και κατά Νόμο υπεύθυνου των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων 2-5 - καταχώρησε την Υπεράσπιση του στις 24.9.
- Οι εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση στις 3.9.2013 και οι εναγόμενοι 4 και 5 επίσης καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση στις 12.11.
- Στη συνέχεια έγινε αίτηση ορισμού και η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στις 28.1.
- Έκτοτε - για 7 και πλέον χρόνια δηλαδή - η υπόθεση πηγαίνει από αναβολή σε αναβολή. Δεν είναι βέβαια του παρόντος να σχολιασθεί η κάθε περίσταση που η υπόθεση αναβαλλόταν. Είναι αρκετό να επισημανθεί ότι όλοι οι παράγοντες της δίκης φέρουν ευθύνη για τη συντελεσθείσα καθυστέρηση, άλλοι πιο ενεργά και άλλοι πιο παθητικά. Πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης πάντως έχει και η πλευρά του εναγόμενου 1 που επανειλημμένως ζήτησε αναβολές, οι οποίες βέβαια, τύγχαναν της έγκρισης του Δικαστηρίου. Φτάνουμε στη δικάσιμο της 2.3.2021, η οποία ορίστηκε από το παρόν Δικαστήριο, με ρητή και σαφή υπόδειξη προς τα διάδικα μέρη, ότι θα έπρεπε την ημερομηνία αυτή η υπόθεση να προχωρήσει και τούτο παρά το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Το Δικαστήριο αναγκάστηκε μάλιστα να υποδείξει προς την πλευρά του ενάγοντος πως, αν τα προβλήματα υγείας του συνηγόρου συνέχιζαν να τον ταλαιπωρούν και να τον κρατούν μακριά από το Δικαστήριο, θα έπρεπε να γίνει διευθέτηση ώστε να τον εκπροσωπήσει άλλος δικηγόρος και η υπόθεση να προχωρήσει. Παρόλα ταύτα, λίγες μέρες πριν τη δικάσιμο και συγκεκριμένα στις 26.2.2021, καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση Τροποποίησης από μέρους του εναγόμενου 1 (εφεξής ο αιτητής) - η οποία εκ των πραγμάτων - προκάλεσε νέα αναβολή της ακρόασης για να προηγηθεί η εκδίκαση της. Με την Αίτηση, ο αιτητής επιδιώκει την τροποποίηση της Υπεράσπισης δια της προθήκης της ακόλουθης παραγράφου ως παραγράφου 1 της Υπεράσπισης:
- Ο εναγόμενος 1 εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο καθότι έχει εγερθεί κατά παράβαση των χρονικών περιορισμών και/ή χρόνου παραγραφής που προνοείται δια σχετικής νομοθεσίας και/ή δια του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ήτοι μετά την παρέλευση 3 και πλέον ετών από την ημερομηνία κατά την οποία προκλήθηκε και/ή έλαβε χώρα η επίθεση και ως εκ τούτου το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα για καταχώρηση αγωγής έχει παραγραφεί σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και/ή τη Νομολογία και/ή τους Κανονισμούς.» Η Αίτηση εδράζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο και πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση της κας χχχ Εθελοντή - λειτουργού στο τοπικό γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στην Πάφο. Η ενόρκως δηλούσα, αφού καταπιάνεται με τους λόγους και τη δικαιοδοτική σημασία της αιτούμενης τροποποίησης, αναφέρει ότι, εξ όσων την πληροφορεί ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, κατά τη μελέτη αυτής και τη μελέτη των δικογράφων στις 26.2.2021, διαπίστωσε ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος είχε παραγραφεί, εξ ου και η ανάγκη για τροποποίηση (παράγραφος 2 της Ε/Δ ημερ. 26.2.2021). Οι εναγόμενοι 2-5 δήλωσαν μέσω των δικηγόρων τους ότι δεν φέρουν ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση. Τουναντίον συμμερίζονται τις θέσεις του αιτητή. Ο ενάγοντας όμως (εφεξής ο καθ' ου η αίτηση) μέσω του δικού του δικηγόρου έφερε ένσταση καταχωρώντας Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως στις 10.3.2021 (εφεξής η Ένσταση). Στην Ένσταση προβάλλονται οι εξής 5 ειδικοί λόγοι ένστασης:
- Ο Νόμος παραγραφής αγωγών δεν ισχύει για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων βάσει του Συντάγματος ή της Ευρωπαϊκής Συνθήκης. Ούτε το Σύνταγμα, ούτε η Συνθήκη, ούτε καν ο Νόμος καθορίζουν όριο πέραν του οποίου απαγορεύεται αγωγή παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προβλέπονται στο Σύνταγμα ή και σε οποιανδήποτε Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα δικαστήρια δεν μπορούν να νομοθετήσουν παραγραφή οιασδήποτε αγωγής πέραν εκείνων που προβλέπονται ρητώς στον Νόμο.
- Η παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων βάσει του Συντάγματος και κυρίως βάσει της Σύμβασης δεν είναι αστικό αδίκημα. Είναι αυτόνομη παραβίαση της Συνθήκης ή του Συντάγματος. Θα είναι σχήμα οξύμωρο να έχουμε αποδεχτεί την Συνθήκη η οποία απαγορεύει παραβιάσεις των δικαιωμάτων της και προβλέπει ότι πρέπει να δίνεται αποτελεσματική θεραπεία για παραβιάσεις και συγχρόνως να δίνει την δυνατότητα διακοπής μιας δικαστικής θεραπείας, όπως προβλέπει το άρθρο 6 αυτής.
- Εν πάση περιπτώσει η υπόθεση του Ενάγοντα με βάση τα γεγονότα της, ανήκει συγχρόνως και στην κατηγορία των ποινικών αδικημάτων και συνεπώς εκφεύγει της παραγραφής.
- Είναι άδικο οι Εναγόμενοι την τελευταία στιγμή, δηλαδή 26/2/21 ημέρα Παρασκευή να ζητούν τροποποίηση της υπόθεσης τους για να καταργήσουν τη δίκη η οποία ήταν ορισμένη 2/3/21 ημέρα Τρίτη. Βεβαίως δεν δικαιολογείται η ουσία της τροποποίησης όπως εξήγησα πιο πάνω. Επίσης, η αναβολή δεν εξηγεί τους λόγους της τροποποίησης και της καθυστέρησης (βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd v. Πελεκάνου, Πολιτική Έφεση 1103/20.12.2001) παρόλο που και η ουσία του αιτήματος είναι εντελώς αβάσιμη. Οι αιτήσεις για τροποποιήσεις πρέπει να γίνονται το συντομότερο, μετά την καταχώρηση της αγωγής και της υπεράσπισης. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφασίστηκε ότι σε περίπτωση κωλυσιεργίας (και αυτό συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση) δεν επιτρέπεται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση (βλ. Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Πολ. Εφ. 10214/12.1.99).
- Ενόψει των πιο πάνω λόγων είναι πρόσφορο και δίκαιον στην παρούσα περίπτωση όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της εν λόγω αίτησης με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση
- Η Ένσταση που επίσης στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο, πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντος. Ο ενόρκως δηλών, αφού επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, επισυνάπτοντας μάλιστα και σχετικά αποδεικτικά έγγραφα ως τεκμήρια, στέκεται ειδικά στο θέμα της καθυστέρησης και της τακτικής κωλυσιεργίας - που κατά τον ισχυρισμό του - ακολουθεί η πλευρά των εναγομένων και στην οποία εντάσσεται και η παρούσα Αίτηση. Κατά την ακρόαση δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, με αποτέλεσμα προς συμπλήρωση της διαδικασίας εκδίκασης της Αίτησης οι διάδικες πλευρές να καταχωρήσουν γραπτές αγορεύσεις. Κατ' ακρίβεια μόνο η πλευρά του αιτητή το έπραξε, αφού η πλευρά του καθ' ου η αίτηση - απολύτως δικαιωματικά βέβαια - επέλεξε απλά να υιοθετήσει τα όσα αναφέρονται στην Ένσταση. Όπως και να έχει το σύνολο του γραπτού υλικού που συναποτελεί την παρούσα Αίτηση, έχει μελετηθεί με κάθε λεπτομέρεια από το Δικαστήριο και στοχευμένη αναφορά θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται προς επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς. Προτού όμως καταπιαστώ με την επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς, είναι πιστεύω χρήσιμο να τεθούν επιγραμματικά οι εφαρμοστέες νομικές αρχές. Εννοείται ότι οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται είναι εκείνες που ίσχυαν πριν τις πρόσφατες τροποποιήσεις των Διαταγών 25 και 30, αφού "ο ουσιώδης χρόνος" είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής, ήτοι το
- Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων απασχολεί τα Δικαστήρια εδώ και δεκαετίες, με αποτέλεσμα η σχετική επί του θέματος νομολογία να είναι πλούσια και οι εφαρμοστέες αρχές πλήρως αποκρυσταλλωμένες. Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION,
(2013)1 Α.Α.Δ 543, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση ΙKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α.
(2014)1 Α.Α.Δ.663, το Ανώτατο Δικαστήριο, επεσήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών....Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Τέλος στην υπόθεση Αρεκελιάν v. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολ. Έφεση 51/12, ημερ. 11.2.2016 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss
(1899)32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D.
(1936)3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ.627).» Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 και Ιωσηφίδης v. BERNHARD SCHULTE SHIPMANAGEMENT (CYPRUS) LTD, 2013 1(Γ) Α.Α.Δ.
- Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, κρίνω, χωρίς δισταγμό, ότι η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της τροποποίησης. Η καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται η Αίτηση δεν είναι μόνο ασύγγνωστα μεγάλη σε έκταση αλλά είναι και εντελώς αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη. Όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή μιας ορθολογιστικής εξήγησης ή αιτιολόγησης. Το μόνο που αναφέρεται στην Ε/Δ είναι πως ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση κατά τη μελέτη των δικογράφων και της υπόθεσης ευρύτερα, διαπίστωσε στις 26.2.2021 ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος είχε παραγραφεί. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση και με καμία συλλογιστική. Η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (5.11.2012) φαίνεται στο κλητήριο ένταλμα που είναι το πρώτο έγγραφο που κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η ημερομηνία του κατ' ισχυρισμό συμβάντος (9.8.2008) φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης ημερ.8.1.2013, η οποία είναι ιδιαιτέρως σύντομη, συνοπτική και ευκόλως κατανοητή. Ο εναγόμενος 1 καταχώρησε την Υπεράσπιση του 9 μήνες αργότερα, στις 24.9.2013, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για παραγραφή. Έκτοτε πέρασαν 7½ χρόνια κατά τα οποία η υπόθεση ορίστηκε γύρω στις 20 φορές ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς και πάλι να γίνει η παραμικρή νύξη για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντος από πλευράς εναγομένου
- Ως εκ τούτου, η θέση περί διάγνωσης παραγραφής στις 26.2.2021, επαναλαμβάνω, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή. Δεν πρόκειται για κάποιο πραγματικό γεγονός που δυνατό να διαπιστώθηκε κατά τη μελέτη εγγράφων ή μαρτυρίας ενόψει της επικείμενης ακρόασης. Ούτε για κάποια νομική αρχή - εξ εκείνων που θα πρέπει να προαναγγέλλονται δικογραφικά - και που δυνατό να έτυχε νοητικής διαμόρφωσης και επεξεργασίας πρόσφατα, πάλι ενόψει της επικείμενης ακρόασης. Πρόκειται για γεγονός που εμφαίνεται από μια απλή ανάγνωση του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης. Μιας Έκθεσης Απαίτησης που έτυχε ειδικής απάντησης από τον εναγόμενο 1 με την Έκθεση Υπεράσπισης πριν από 7 ½ χρόνια. Συνεπώς η περίπτωση δεν αφορά συγχωρητέα αμέλεια, αβλεψία ή δικαιολογημένη για κάποιον άλλο λόγο, καθυστέρηση. Αφορά αδικαιολόγητα ετεροχρονισμένο διάβημα που θα περιπλέξει τη διαδικασία, προκαλώντας περαιτέρω καθυστέρηση, με αποτέλεσμα η ίδια η υπόθεση να κινδυνεύει πλέον να ξεφύγει από τα συνταγματικά θέσμια, τα οποία βρίσκονται στο επίκεντρο των επιδίκων θεμάτων της. Αυτό αναμφίβολα θα επηρεάσει έτι περαιτέρω τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Επί τούτου - εντελώς παρενθετικά - και χωρίς να σχετίζεται υπό τη στενή έννοια με το αντικείμενο της παρούσας Αίτησης - επισημαίνω ότι είναι πρόδηλο από το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης ότι ο ενάγοντας στηρίζει την απαίτηση του και στην παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων προσδίδει στο θύμα αφ εαυτού αγώγιμο δικαίωμα, επιπρόσθετο και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο αστικό ή ποινικό αδίκημα που δυνατό να συναποτελεί η πράξη βάσει του ημεδαπού δικαίου (βλ. Γιάλλουρος v. Νικολάου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 558). Κατ' επέκταση η τυχόν παραγραφή ημεδαπού αστικού αδικήματος δεν οδηγεί σε παραγραφή αναπαλλοτρίωτων και αυτοτελώς προστατευόμενων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στη βάση όλων των πιο πάνω λοιπόν, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή. (Υπ.) .......... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο