← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1672/13, 12/4/2021

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1672/13, 12/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1672/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. ΧΧΧΧ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ
  2. I.C.E. DEVELOPERS LIMITED Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 15.2.2021 Ημερομηνία: 12.4.2021 Για Εναγόμενο 1-Αιτητή: κ. Α. Χ. Παπαχαραλάμπους. Για Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση: κ. Ι. Τηλεμάχου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν, δυνάμει συμφωνίας δανείου, το ποσό των €101.640,34, πλέον τόκους, την πώληση τριών ενυπόθηκων ακινήτων του Εναγόμενου 1 καθώς και διατάγματα στην βάση συμφωνίας εκχώρησης σύμβασης αγοραπωλησίας ακινήτου που συνήφθη μεταξύ των Εναγομένων. Να σημειωθεί εδώ ότι η αγωγή έχει αποσυρθεί όσον αφορά την Εναγόμενη 2 και έτσι παραμένει μόνο για τον Εναγόμενο
  3. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε από τον Εναγόμενο 1 (στο εξής ο Αιτητής) στις 15.2.2021 και με αυτήν επιζητείται η τροποποίηση της παραγράφου 6 της έκθεσης υπεράσπισης. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 Κ.1

(3), 2, 3, 4, 5 και 9, στην Δ.30 και στην Δ.48 Κ.2 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Η Ενάγουσα (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) αντέδρασε με την καταχώρηση ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της υπαλλήλου αυτών, κας ΧΧΧΧ Γεωργίου. Στην ένσταση περιέχονται 14 λόγοι, με τους οποίους εγείρονται θέματα παρατυπίας της αίτησης, κατάχρησης διαδικασίας και ότι, επί της ουσίας, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις θέσεις τους, παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Οι εν λόγω θέσεις έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψην στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή Η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το θέμα είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Επαφίεται δε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες. Ο κρίσιμος όμως τελικά παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς (των επίδικων θεμάτων) μεταξύ των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας στον καθένα τους να διατυπώσει και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών τους διαφορών (βλ. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 817). Εφόσον συντρέχει κάτι τέτοιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή όπου ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Αναγνωρίζονται από τη νομολογία και άλλοι σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα πάντα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156). Άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Τέλος το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της αίτησης και της όποιας καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Εξέταση της αίτησης Πριν προχωρήσω στην ουσία της αίτησης, θα εξετάσω την θέση της Καθ' ης η αίτηση περί «εσφαλμένης νομικής βάσης». Η θέση αυτή εδράζεται στο ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στην παράγραφο 3 του Κανονισμού 1 αλλά και στον Κανονισμό 9 της Δ.25 δηλαδή σε διατάξεις που δεν υφίσταντο πριν την τροποποίηση που επέφερε στην Δ.25 ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2014 (ημερομηνίας 26.9.2014) και οι έκτοτε σχετικοί Τροποποιητικοί Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Αυτό είναι αποδεκτό από τον Αιτητή, ο οποίος το υποδεικνύει στην αγόρευση του, υποστηρίζει ότι πρόκειται για απλή παρατυπία και ζητά την θεραπεία της δυνάμει της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο αυτή αποφασίζεται αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της. Παράλειψη αναγραφής στην αίτηση της ορθής νομικής της βάσης αποτελεί μη συμμόρφωση (παρατυπία) με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα με την Δ.48 Κ.1 (βλ. Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A Α.Α.Δ. 366 και David κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολ. Έφεση Αρ. 208/2012, ημερ. 24.11.2017). Στην παρούσα, με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2013 και είναι κλίμακας άνω των €10.000, η ορθή νομική βάση είναι η Δ.25 Κ.1, ως ίσχυε πριν την εν λόγω τροποποίηση. Αυτό άλλωστε, ως προκύπτει από τις αγορεύσεις των διαδίκων, αποτελεί κοινό έδαφος. Η περίληψη δε στο σώμα της αίτησης και της παραγράφου 3 στην «Δ.25 Κ.1» ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι καθιστά τη νομική βάση λανθασμένη, δεν αποτελεί κατά την κρίση μου θεμελιώδη παραβίαση αλλά απλά μη συμμόρφωση (παρατυπία) με τους Θεσμούς και συγκεκριμένα με την Δ.48 Κ.1. Τέτοια παρατυπία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και την διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία είναι διατυπωμένη έτσι ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει Δικαιοσύνη (βλ. Wunderlich κ.α. ανωτέρω). Το Δικαστήριο διατηρεί λοιπόν διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί ακόμη και αυτεπαγγέλτως σε θεραπεία της παρατυπίας, λαμβάνοντας υπόψην το μέγεθος της, το κατά πόσο υπήρξε δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς και την αδικία που μπορεί να προκληθεί στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (βλ. και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1Α Α.Α.Δ. 113). Στην προκειμένη η πλευρά του Αιτητή αποδέχεται την παρατυπία, δηλώνει ποια είναι η ορθή νομική βάση και αιτείται την έκδοση διαταγής για διόρθωση της παρατυπίας. Η Καθ' ης αίτηση συμφωνεί ως προς το ποια είναι η ορθή νομική βάση και είχε την ευχέρεια και προέβαλε τις θέσεις της τόσο επί της ουσίας της αίτησης όσο και επί της παρατυπίας. Δεν φαίνεται δε να έχει υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα σε περίπτωση μη θεραπείας της παρατυπίας η αδικία που θα προκληθεί στον Αιτητή θα είναι ασφαλώς πολύ μεγάλη. Το μέγεθος δε της παρατυπίας είναι μικρό. Το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την σχετική νομολογία, να έχει την ευχέρεια να απονέμει Δικαιοσύνη επί της ουσίας και όχι να απορρίπτονται διαδικασίες με την διαπίστωση απλών παρατυπιών. Ως εκ των άνω κρίνω λοιπόν ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοσης διατάγματος απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία. Ως προς την ουσία της αίτησης, το πρώτο που πρέπει να εξετασθεί, ως το κύριο και ουσιώδες, είναι το κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Με μια έκαστη των παραγράφων 3 - 5 της έκθεσης απαίτησης της η Ενάγουσα προβάλλει ότι, στην βάση τριών διαφορετικών συμβάσεων και δηλώσεων υποθήκευσης ακινήτων ημερομηνίας 6.12.2005, 15.5.2008 και 12.6.2008, ο Αιτητής (Εναγόμενος 1) της παραχώρησε τις υποθήκες με αριθμούς ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ και ΧΧΧΧ του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, επί τριών διαφορετικών ακινήτων του (παρ. 3, 4 και 5 αντίστοιχα), συμφωνώντας όπως αυτές καλύπτουν - εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις του από το επίδικο δάνειο. Είναι σε αυτές τις δικογραφημένες θέσεις που απαντά η επιζητούμενη να τροποποιηθεί, παράγραφος 6 της έκθεσης υπεράσπισης, η οποία έχει ως εξής: «6. Οι εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους
(3),
(4),
(5)της Ε/Α και όλες τις υποπαραγράφους αυτών και ισχυρίζονται ότι οι κατ' ισχυρισμόν υποθήκες, εάν αποδειχθούν ότι υφίστανται, συστάθηκαν και/ή ενεγράφησαν χωρίς τη δέουσα ενημέρωση του εναγομένου
(1). Περαιτέρω οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι η υποθήκη, που περιγράφεται στην παράγραφο
(3)της Ε/Α είναι προγενέστερη της συμφωνίας δανείου και συνεπώς δεν μπορεί να την εξασφαλίζει, ενώ η υποθήκες περί των οποίων γίνεται λόγος στις παραγράφους
(4)και
(5)της Ε/Α είναι μεταγενέστερες και συνεστήθησαν μετά που είχε δοθεί το δάνειο». Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής ζητά όπως προστεθούν στο τέλος της παραγράφου 6 της υπεράσπισης του τα ακόλουθα, τα οποία περιέχονται βασικά σε τρεις νέες υποπαραγράφους: «Περαιτέρω, άνευ βλάβης των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ο εναγόμενος
(1)ισχυρίζεται ότι η υποθήκη με αριθμό ΧΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου που οι ενάγοντες επικαλούνται στην παράγραφο
(5)της Ε/Α δεν καλύπτει και/ή ούτε μπορεί να καλύπτει και/ή εξασφαλίζει το επίδικο Δάνειο ημερ. 18/04/2008 (στο εξής «το Δάνειο») και/ή οποιεσδήποτε διευκολύνσεις σχετικά με τις ισχυριζόμενες τροποποιητικές συμφωνίες ημερ.8/12/2009, 8/6/2010 και 23/7/2010 που αναφέρονται στην Ε/Α (στο εξής «οι τροποποιητικές συμφωνίες»). Η εν λόγω υποθήκη με αριθμό ΧΧΧΧ ουδεμία σχέση έχει και/ή ούτε μπορεί να έχει με το Δάνειο και/ή τις τροποποιητικές συμφωνίες και περαιτέρω δεν αποτελεί και/ή ούτε μπορούσε να αποτελεί αντάλλαγμα της χορήγησης από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο
(1)του Δανείου και εξασφάλιση και εγγύηση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων του τυχόν αποδειχθούν προς τους ενάγοντες που απορρέουν από το Δάνειο και/ή τις τροποποιητικές συμφωνίες. Επιπρόσθετα και άνευ βλάβης των ανωτέρω οι ενάγοντες εμποδίζονται να αξιώνουν εκποίηση της υποθήκης με αριθμό ΧΧΧΧ λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, δεν ενημέρωσαν δεόντως τον εναγόμενο
(1)πριν και/ή κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών παραβιάζοντας τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και/ή το επαγγελματικό τους καθήκον έναντι του εναγομένου
(1)και περαιτέρω λόγω του ότι διαφοροποίησαν ουσιαστικά τις επίδικες συμφωνίες χωρίς την δέουσα ενημέρωση του εναγομένου
(1)». Είναι προφανές ότι οι επιδιωκόμενες προσθήκες αφορούν μόνο την μια εκ των τριών υποθηκών και συγκεκριμένα αυτήν που δικογραφείται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Με τις δύο πρώτες υποπαραγράφους, αυτό που στην ουσία επιχειρείται να τεθεί στην υπεράσπιση είναι ότι η εν λόγω υποθήκη ουδεμία σχέση έχει και/ή δεν καλύπτει και/ή δεν εξασφαλίζει το δάνειο. Το ίδιο όμως προβάλλεται κατ' ουσία και δεν προσθέτει κάτι καινούριο, στην υφιστάμενη παράγραφο 6, όπου αφού προηγείται ο ισχυρισμός ότι η υποθήκη της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης είναι προγενέστερη της συμφωνίας δανείου και συνεπώς δεν την εξασφαλίζει, αναφέρεται ότι η υποθήκη της παραγράφου 5 είναι μεταγενέστερη και συνεστήθη μετά που είχε δοθεί το δάνειο, γεγονός που υποστηρίζει την θέση ότι αυτή δεν έχει σχέση με το δάνειο και δεν αποτελεί εξασφάλιση αυτού. Δεν επιχειρείται λοιπόν να εισαχθεί ούτε καινούριος ισχυρισμός αλλά ούτε και να συγκεκριμενοποιηθεί υφιστάμενος γενικός ισχυρισμός. Δια της τρίτης υποπαραγράφου επιχειρείται να τεθεί ότι η Ενάγουσα δεν ενημέρωσε δεόντως τον Εναγόμενο 1 πριν και/ή κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και ότι διαφοροποίησε ουσιαστικά τις επίδικες συμφωνίες χωρίς την δέουσα ενημέρωση του. Ούτε όμως αυτό αποτελεί καινούριο ισχυρισμό ή διευκρίνιση υφιστάμενου καθώς στην παράγραφο 5Γ της έκθεσης υπεράσπισης, αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ενημερώθηκαν για τις εν λόγω συμφωνίες και/ή ουδέποτε τις ενέκριναν και ότι εάν αποδειχθεί η ύπαρξη των συμφωνιών αυτών και/ή οιωνδήποτε άλλων τροποποιητικών συμφωνιών, καθίστανται άκυρες οι όποιες εγγυήσεις και/ή εξασφαλίσεις δόθηκαν. Κρίνεται λοιπόν ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει η κύρια και ουσιώδης προϋπόθεση για έγκριση της αίτησης ήτοι ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Αυτό κρίνει μοιραία την τύχη της αίτησης και καθιστά εκ του περισσού την εξέταση των λοιπών θεμάτων που εγείρονται με την ένσταση. Κατάληξη Καταληκτικά η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ...................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.