← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2977/2013, 5/4/2021

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2977/2013, 5/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2977/2013 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγουσες και ΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΘΕΟΦΙΛΟΥ Εναγόμενοι ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 10.11.2020 Ημερομηνία: 5 Απριλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Γιολάντα Ζυμπουλάκη Για Ενάγουσες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης -------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, οι εναγόμενοι 1 και 2 - αιτητές, ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 11/9/2020 και συγκεκριμένα το μέρος της απόφασης όπου εκδόθηκε Διάταγμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 με το οποίο διατάσσονταν εντός 60 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος άρουν την παράνομη επέμβαση η οποία προκαλείται στο ακίνητο που περιγράφεται στην απόφαση και στην αίτηση, απομακρύνοντας τα δύο υποστατικά με τσίγγους και ένα υποστατικό το οποίο βρίσκεται περιφραγμένο με πράσινο υλικό, όπως φαίνονται στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 14 σελ. 14 και

  1. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσαν τα άρθρα 32 και 47 του Ν. 14/60, στην Δ.40 θ. 7(β) και Δ.48 θ. 1 -
  2. Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρει ότι είναι νομική σύμβουλος στο δικηγορικό γραφείο που χειρίζεται την υπό εξέταση έφεση, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από ιδία πείρα και μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και από πληροφορίες που της δίνουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι από τους εναγόμενους όπως προβεί στην ένορκη της δήλωση, οι οποίοι δεν μπορούσαν να προσέλθουν στο Δικαστήριο για να υπογράψουν την ένορκη τους δήλωση, διότι βρίσκονται σε απομόνωση διότι ήρθαν σε επαφή με επιβεβαιωμένο κρούσμα κορωνοϊού. Ακολούθως κάνει αναφορά στο περιεχόμενο της απόφασης ημερομηνίας 11/9/2020, στην οποία καταχωρήθηκε έφεση στις 10/11/2020 και με την οποία ζητείται η ακύρωση της απόφασης στο μέρος εκείνο που ζητείται και η αναστολή της, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Είναι η θέση της ότι εάν η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/9/2020 εκτελεστεί, η έφεση θα καταστεί άνευ περιεχομένου και αντικειμένου, διότι θα έχουν ήδη υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι θα αναγκαστούν να κατεδαφίσουν και/ή να απομακρύνουν τα υποστατικά τους και συνεπώς είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος για να διατηρηθεί το αντικείμενο της έφεσης. Τυχόν αναστολή της απόφασης δεν θα επιφέρει οποιανδήποτε βλάβη στους ενάγοντες που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την καταβολή των εξόδων της παρούσας αίτησης. Είναι επίσης η θέση της και όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην έφεση και αυτός είναι ο λόγος που ζητούν την έκδοση του Διατάγματος για να διασφαλιστεί η κατάσταση πραγμάτων μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης. Είναι η θέση της ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε και / ή κατέληξε σε εύρημα ότι δεν διαφάνηκε με την απαιτούμενη καθαρότητα στο τεκμήριο 20 σε ποιο μέρος του ακινήτου που περιγράφεται αντιστοιχεί στο μέρος Α το οποίο δίδεται από τους διαχειριστές στον εναγόμενο
  3. Το Δικαστήριο στην σελίδα 22 της απόφασης αναφέρει εσφαλμένα ότι στο τεκμήριο 20, δηλαδή στην έγγραφη συγκατάθεση των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα που περιγράφεται, δεν διαφάνηκε με την απαιτούμενη καθαρότητα, σε ποιο μέρος του ακινήτου που περιγράφεται αντιστοιχεί στο μέρος Α. Η Μ.Υ 7 παρέπεμψε στο τοπογραφικό που βρίσκεται εντός του φακέλου του διαχωρισμού στο οποίο αναφέρεται το τεκμήριο
  4. Υπάρχουν στο φάκελο διαχωρισμού δύο τοπογραφικά. Το ορθό τοπογραφικό είναι αυτό που δείχνει το μέρος Α στο σημείο που αναφέρεται ότι βρίσκεται και το μέρος του λάκκου ως αναφέρεται και στο τεκμήριο
  5. Το δεύτερο τοπογραφικό είναι αυτό που δείχνει το σημείο Α αντίθετα όμως είναι αυτό που δημιούργησε το κτηματολόγιο για δικούς του σκοπούς για τον διαχωρισμό, ο οποίος τελικά απορρίφθηκε και το συγκεκριμένο τοπογραφικό φέρει ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 1989 στην σφραγίδα του κτηματολογίου, ενώ η έγγραφη συγκατάθεση συντάχτηκε στις 10 Σεπτεμβρίου
  6. Άρα φαίνεται ξεκάθαρα ποιο είναι το τοπογραφικό στο οποίο παρέπεμψε η Μ.Υ 7 στο οποίο παραπέμπει το τεκμήριο
  7. Είναι επίσης η θέση της ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα κατέληξε στο πιο πάνω εύρημα, διότι στο τεκμήριο 20 στο σημείο β) στην δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου αναφέρεται ξεκάθαρα ότι στο όνομα συγκεκριμένου προσώπου εγγραφή το Α μέρος από το κτήμα που περιγράφεται και σημειώνεται στο στοιχείο Α του επισυναπτόμενου τοπογραφικού σχεδίου με το 1/3 του λάκκου όπως είναι διαχωρισμένο σήμερα. Στο τεκμήριο 20 δεν υπήρχε τοπογραφικό επισυνημμένο, όμως όταν η Μ.Υ 7 αρμόδια λειτουργός του κτηματολογίου ερωτήθηκε κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης αν παραπέμπει στον προηγούμενο φάκελο διαχωρισμού του ακινήτου, απάντησε ότι παραπέμπει. Στον φάκελο διαχωρισμού ο οποίος κατατέθηκε ως τεκμήριο υπάρχει συνημμένο το τοπογραφικό που κατέθεσαν οι διαχειριστές και / ή οι κληρονόμοι όπου δείχνει ξεκάθαρα το σημείο Α του ακινήτου που περιγράφεται με το σημείο του λάκκου αφού το συγκεκριμένο μέρος του ακινήτου που φαίνεται στο τοπογραφικό είναι διαχωρισμένο από το μέρος β του ακινήτου, είναι σημειωμένο με το σημείο Α και γράφει ξεκάθαρα λάκκος και είναι το μέρος που χρησιμοποιεί και κατέχει ο εναγόμενος 2, άρα το Δικαστήριο έπρεπε να εξάξει ασφαλές συμπέρασμα πιο ακριβώς μέρος του ακινήτου που περιγράφεται αντιστοιχούσε το μέρος Α του ακινήτου που οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα ενέγραψαν στο όνομα του εναγομένου 1 κατά την μεταβίβαση του 1/
  8. Το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η Μ.Υ 7 παρέπεμψε στο τοπογραφικό που βρίσκεται εντός του φακέλου διαχωρισμού το οποίο είναι όντως σημειωμένο με το στοιχείο Α και με την ένδειξη λάκκος και άρα φαίνεται ξεκάθαρα η βούληση των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα να κληροδοτηθεί στο όνομα του εναγομένου 1 το συγκεκριμένο μέρος του τεμαχίου που περιγράφεται. Η εν λόγω έγγραφη συγκατάθεση των διαχειριστών από το περιεχόμενο της παραπέμπει στην προφορική συμφωνία διανομής του ακινήτου μεταξύ των κληρονόμων την οποία οι εναγόμενοι επικαλούνται. Το τεκμήριο 20 βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο της διανομής της περιουσίας του αποβιώσαντα από τους διαχειριστές στους κληρονόμους στο κτηματολόγιο με συγκεκριμένο αριθμό φακέλου. Οι ενάγουσες καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η Δ. 35 Θ 18, Δ. 40 Θ. 7 και Δ. 48 Θ.1 έως 13, στον περί Δικαστηρίων νόμο 14 / 60 άρθρα 32,47 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 8 λόγοι ενστάσεων και πιο συγκεκριμένα ότι η αίτηση είναι παράτυπη και / ή ανεπίτρεπτη και / ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου και δεν αποκαλύπτει τα απαραίτητα στοιχεία για την εξέταση της, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης οποιουδήποτε μέρους της απόφασης ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου 2020, η έφεση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, η έφεση δεν μπορεί να ανατρέψει την κατάληξη του πρωτοδίκου Δικαστηρίου διότι δεν προσβάλλονται με την έφεση, ούτε η αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ούτε η απόρριψη της ανταπαιτήσεως, η εκτέλεση της απόφασης δεν θα αφήσει την έφεση χωρίς αντικείμενο, η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας διότι λείπει το στοιχείο της καλής πίστης, με την αίτηση τους οι εναγόμενοι προσπαθούν να καθυστερήσουν και / ή περιπλέξουν την απονομή Δικαιοσύνης, δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία και δεν προσφέρεται καμία εξασφάλιση για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των εναγουσών, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την προώθηση της αγωγής και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τις ενάγουσες να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Ακολούθως προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, εκτός από εκείνους που ρητά παραδέχεται στην ένορκη της δήλωση. Ακολούθως αναφέρει και επισημαίνει ότι στην αίτηση των εναγομένων δεν επισυνάπτεται ούτε το κείμενο της απόφασης ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου 2020 που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή, ούτε η ειδοποίηση έφεσης και έτσι είναι αδύνατο να διαπιστωθεί η βασιμότητα της έφεσης. επισύναψε στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήριο Α την πλήρη ειδοποίηση έφεσης με συνημμένους τους λόγους έφεσης και κάποια έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται κατά απαράδεκτο τρόπο και με την δικαιολογία ότι αυτά δεν είχαν βρεθεί κατά την ακρόαση της αγωγής και την απόφαση ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου
  9. Επισημαίνει ότι σύμφωνα με την ειδοποίηση έφεσης, έφεση υποβάλλεται από κάποιον αιτητή και περιορίζεται στην προσβολή του μέρους της απόφασης με την οποία διατάσσεται η άρση της επέμβασης των εναγομένων στο ακίνητο που περιγράφεται και προκύπτει συνεπώς ζήτημα εγκυρότητας της έφεσης εφόσον δεν δηλώνεται με καθαρότητα και ορθότητα ποιος εφεσιβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Επισημαίνει ότι με τους λόγους έφεσης γίνεται παραδεκτό ή τουλάχιστον δεν προσβάλλεται ότι οι εναγόμενοι ήταν οι υπεύθυνοι της επέμβασης στο ακίνητο που περιγράφεται. Εκείνο το οποίο φαίνεται να υποστηρίζεται με τους λόγους έφεσης είναι ότι ο εναγόμενος 1 είναι δικαιούχος και ιδιοκτήτης του μέρους του ακινήτου εντός του οποίου έγινε η επέμβαση και ότι τα υποστατικά των οποίων ζητείται η απομάκρυνση βρίσκονται σε αυτό το μέρος. Σημειώνει ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και τα ευρήματα του δεν προσβάλλονται με την έφεση. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρατίθενται στις σελίδες 27 έως 29 της απόφασης του. Οι εναγόμενοι τόσο με την έφεση τους όσο και με την αίτηση τους ημερομηνίας 10 Νοεμβρίου 2020 επιχειρούν να παραπλανήσουν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του διαπιστώνει ότι κατά το 1985 έγινε προσπάθεια διαχωρισμού του ακινήτου που περιγράφεται χωρίς την συγκατάθεση των εναγουσών η οποία απορρίφθηκε κατά το 1995 και τελικά το ακίνητο μεταβιβάστηκε στις ενάγουσες και τον εναγόμενο 1 σε εξ αδιαίρετου μερίδια 1/7 μερίδιο ο εναγόμενος 1 και τα υπόλοιπα μερίδια οι ενάγουσες. Οι εναγόμενοι δεν προβάλουν κάτι διαφορετικό αλλά επιμένουν παράλογα ότι η προσπάθεια διαχωρισμού που είχε γίνει χωρίς την συγκατάθεση των εναγουσών δίνει δικαίωμα στον εναγόμενο 1 αποκλειστική κατοχή ενός μέρους του ακινήτου. Τίποτα δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης. Αντίθετα καταδεικνύεται το αβάσιμο της έφεσης. Επισημαίνει επίσης ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 με την ανταπαίτηση τους αξίωναν αναγνωριστική απόφαση ότι μεταξύ των εναγουσών και του εναγομένου 1 υπάρχει συμφωνία διανομής του ακινήτου που περιγράφεται και το μέρος που αντιστοιχεί στο ένα έβδομο μερίδιο του εναγομένου 1 είναι εκείνο που υπάρχει υποστατικό κατά τον χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στα ανωτέρω αναφερόμενα μέρη. Η ανταπαίτηση απορρίφθηκε και η απόφαση για την απόρριψη της δεν εφεσιβλήθηκε. Επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση ως τεκμήριο Β την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και
  10. Εκείνο που επίσης πρέπει να λεχθεί κατά την ίδια είναι ότι με το εκδοθέν Διάταγμα διατάσσεται η απομάκρυνση τριών παράνομων υποστατικών, τα δύο είναι πρόχειρες μάντρες με τσίγκους ενώ το τρίτο είναι ένα μικρό πρόχειρο υποστατικό που οι εναγόμενοι χαρακτήριζαν ως αποθήκη. Η εκτέλεση του Διατάγματος δεν θα καταστήσει την έφεση άνευ αντικειμένου εφόσον με την έφεση μπορεί να συνεχίσει η διεκδίκηση του μέρους που υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος 1 έχει αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής ή / και ιδιοκτησίας. Η εκτέλεση του διατάγματος θα προσφέρει στις ενάγουσες τους καρπούς της επιτυχίας τους μετά από μία μακρόχρονη διαδικασία στην αγωγή χωρίς να καταστήσει την έφεση άνευ αντικειμένου. Εκείνο που θα πρέπει επίσης να επισημανθεί κατά την ίδια είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπιση τους υποστήριζαν ότι είχαν απομακρύνει όλα τα υποστατικά και παραδέχονταν κατά τρόπο αντιφατικό την ύπαρξη μόνο του ενός υποστατικού. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν την ύπαρξη των δύο υποστατικών με τσίγκους και σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίχθηκε ότι αυτά βρίσκονται σε μέρος που ο εναγόμενος 1 υποστήριζε ότι είχε αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής. Σε ό,τι αφορά το περιφραγμένο υποστατικό, οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν σαφή θέση, υποστήριζαν ότι δεν υπήρχε ή ότι αν υπήρχε, αυτό υπήρχε από προηγουμένως. Περαιτέρω οι εναγόμενοι προσπάθησαν να παρουσιάσουν ότι δεν ασκούσαν πλέον κτηνοτροφικές εργασίες εντός του ακινήτου και το Δικαστήριο είχε απορρίψει την αξίωση που βασιζόταν στο αστικό αδίκημα της οχληρίας, διότι οι εναγόμενοι είχαν παύσει να χρησιμοποιούν το ακίνητο για κτηνοτροφικούς σκοπούς. Με ποια λοιπόν δικαιολογία ζητούν να μην απομακρυνθούν οι μάντρες και η αποθήκη που αποτελούν παράνομες οικοδομές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση απομάκρυνσης σύμφωνα και με τη νομοθεσία. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε υποστήριξαν την νομιμότητα των υποστατικών και ουδέποτε υποστήριξαν οποιοδήποτε δικαίωμα ανέγερσης τους. Συνεπώς πιστεύει ότι όχι μόνο δεν θα ήταν δίκαιο να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 11 Σεπτεμβρίου 2020, αλλά η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα δώσει την ευκαιρία στους εναγομένους 1 και 2 να συνεχίσουν το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης και να επανεκκινήσουν το αστικό αδίκημα της οχληρίας με την χρήση του ακινήτου για κτηνοτροφικούς σκοπούς. Σημειώνει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν προσφέρουν καμιά εξασφάλιση για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, δηλαδή για την συνέχιση της παράνομης επέμβασης τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το δίκαιο και τη νομολογία μας το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της εναντίον της έφεσης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά αντιπαραβάλλοντας δύο ουσιαστικούς παράγοντες, με σκοπό την καλύτερη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Οι δύο αυτοί παράγοντες είναι, από τη μια, η διασφάλιση της τελεσιδικίας των αποφάσεων με παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του επιτυχόντος διαδίκου, ο οποίος δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, τους καρπούς της επιτυχίας του, και από την άλλη, το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο συνιστά δικαίωμα του αποτυχόντος διαδίκου, δεν πρέπει να αποστερείται του αντικειμένου και της αποτελεσματικότητας του και να καθίσταται κενό περιεχομένου, ένεκα της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης πριν την έκδοση της απόφασης κατ' έφεση (Δέστε, μεταξύ άλλων, Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd

(2001)1 ΑΑΔ 1978 και Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Κλουκίνα κ.α.
(2011)1 ΑΑΔ, 1921). Μεταξύ των στοιχείων που συνυπολογίζονται κατά την εξέταση αίτησης αναστολής είναι και το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης αδικίας στο ένα ή στο άλλο μέρος αν το δικαστήριο χορηγήσει ή αρνηθεί να χορηγήσει διάταγμα αναστολής. Στη Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 A.A.Δ 1978 λέχθηκαν τα εξής: «Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης». Ούτως ή άλλως μέσα από το γράμμα της Δ.35 Θ. 18 ρητά γίνεται πρόνοια για παράσχεση εγγύησης από το μέρος που επιτυγχάνει έκδοση Διατάγματος αναστολής εκτέλεσης και η εγγύηση να δίνεται προς όφελος του επιτυχόντα διάδικου και η συνήθης πρακτική είναι η παράσχεση τραπεζικής εγγύησης. Στην VOUROS HEALTHCARE LTD - v - D.E.K.S.A. LTD, ECLI:CY:AD:2018:A12, Πολιτική Έφεση 207/2015 ημερ. 12/1/2018, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω, από όπου το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση: ΄΄ «
  1. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order, and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given.
  2. Wherever under these rules an application may be made either to Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below." Και σε δική μας μετάφραση:
  3. Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση (αν υπάρχει) που θα διαταχθεί. Αν η ασφάλεια θα δοθεί υπό τύπο γραμματίου, το γραμμάτιο θα γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου η υπό έφεση απόφαση εδόθη.
  4. Οποτεδήποτε μια αίτηση βασιζόμενη σ' αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο ή στο Εφετείο ή σε ένα Δικαστή των ανωτέρω Δικαστηρίων, πρέπει πρώτα γίνεται στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή του κατωτέρου Δικαστηρίου.» Στην Penderhill Holdings Limited και Άλλοι ν. Ιωάννη Κλουκινά και Άλλων
(2011)1 Α.Α.Δ. 1921 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Με βάση τη νομολογία που ερμήνευσε την πιο πάνω διάταξη (βλ. μεταξύ άλλων Katarina Shipping Inc. v. The Cargo on Board the Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 355, Essex Overseas Trade Services Ltd v. Legend Shipping Co. Ltd. a.o.
(1981)1 C.L.R.263,"Phoenix" Greek General Insurance Co. S.A. v. Al Khalaf Exhibition
(1981)1 C.L.R. 673. Mavrochanna a.o. v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, E.Y.R.I.K. a.o v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, Ιωσηφάκης ν. Αρτιστοδήμου
(1990)1. Α.Α.Δ. 284, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Α.Β.Ρ. Holdings Ltd. κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 1)
(1994)1. Α.Α.Δ. 287, Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 797 και Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης (αρ. 1)
(2002)1 Α.Α.Δ. 195) το όλο θέμα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση τους εξής παράγοντες που θα πρέπει να εξισορροπηθούν με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης: (α) Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεση του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του. (β) Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης αλλά αυτές είναι μόνο οριακής σημασίας (Βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου πιο πάνω). Στην υπόθεση Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου, πιο πάνω, σελ. 288, ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Πικής διατύπωσε τους πιο κάτω παράγοντες ως εξής: «Δύο είναι οι παράγοντες που κατά κύριο λόγο διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την αναστολή πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Πρώτο, η διασφάλιση της οριστικότητας (finality) των αποφάσεων του πρωτόδικου δικαστηρίου και την παράλληλη κατοχύρωση των δικαιωμάτων του διάδικου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση και δεύτερο, η εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι δυο αυτοί παράγοντες εξισορροπούνται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.» ....................................... Όπως λέχθηκε στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland ν. Του πλοίου S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955 η «αναζήτηση της χρυσής τομής μεταξύ της άμεσης συγκομιδής των καρπών της δικαστικής νίκης και της ανάγκης να μη καταστεί μάταιη η κατ' έφεση δικαίωση γίνεται βήμα προς βήμα με οδηγό την παρατήρηση των φαινομένων της δικαστικής ζωής". .................................. Όπως έχει νομολογηθεί, οι προοπτικές επιτυχίας μιας έφεσης είναι παράγοντας αποφασιστικής σημασίας και σπουδαιότητας μόνο στις περιπτώσεις όπου με βεβαιότητα είναι δυνατή η πρόγνωση ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της Έφεσης, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται περαιτέρω συζήτηση του θέματος (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147). Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν συμβαίνει αυτό. ΄΄ Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ - ν - ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΟΛΩΜΟΝΙΔΗΣ ΜΩΣΑΪΚΑ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2021:A14, Πολιτική Έφεση 435/2019 ημερ. 20/1/
  1. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ -ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω δικονομικό και νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας υπ΄ όψη τις θέσεις αμφοτέρων πλευρών, ως επίσης και το ιστορικό του φακέλου της διαδικασίας, προβαίνει στις πιο κάτω επισημάνσεις, διαπιστώσεις και αξιολόγηση. Χωρίς το Δικαστήριο να διαφεύγει της προσοχής του ότι οι προοπτικές επιτυχίες ή αποτυχίας μιας έφεσης είναι οριακής σημασίας και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις που με βεβαιότητα μπορεί να προβλεφθεί η επιτυχία ή αποτυχία αυτής και χωρίς βεβαίως το παρόν Δικαστήριο να αξιολογεί την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης και την τύχη της έφεσης που καταχωρήθηκε, διότι αυτό είναι έργο που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας τους, εν τούτοις, επειδή και οι δύο πλευρές ανάλωσαν αρκετό μέρος της επιχειρηματολογίας τους, το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί σε συγκεκριμένα μόνο σημεία, τα οποία κρίνει ότι είναι ξεκάθαρα, μέσα από την δικογραφία, την εκδοθείσα απόφαση και την ειδοποίηση έφεσης. Το Δικαστήριο απομονώνει και επικεντρώνεται στον πυρήνα του αιτήματος. Αυτό που ζητείται είναι η αναστολή της εκτέλεσης του μέρους εκείνου της απόφασης με το οποίο οι εναγόμενοι διατάζονταν να απομακρύνουν τα συγκεκριμένα υποστατικά, τρία στον αριθμό. Δεν έχει διαφανεί, ούτε προβληθεί και κυρίως ούτε αποδειχθεί, ότι τα εν λόγω υποστατικά ανηγέρθησαν νόμιμα με την εξασφάλιση των αιτούμενων από τον νόμο αδειών. Συνεπώς, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, ουσιαστικά το Δικαστήριο θα παγίωνε μια παράνομη κατάσταση, πράγμα ανεπίτρεπτο και πέραν των πιο πάνω εκτεθέντων νομολογιακών κριτηρίων και σκοπών, πέραν βεβαίως ότι θα αποστερούνταν οι ενάγουσες από του να δρέψουν τους καρπούς της επιτυχίας τους που δεν είναι άλλοι από την αποκατάσταση της νομιμότητας με την άρση της παρανομίας και της αποκατάστασης της χρήσης και κάρπωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εξ΄ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες. Οι εναγόμενοι στηρίζουν την θέση τους ότι η έφεση έχει πιθανότητες επιτυχίας, αναλώνοντας μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας τους αναφορικά με την λανθασμένη, κατά τους ίδιους, προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Υ.
  2. Από την μαρτυρία όμως της Μ.Υ. 7 και γενικά μέσα από την μαρτυρία όπως αυτή αξιολογήθηκε και κυρίως στα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και ιδίως στο συμπέρασμα ότι η αίτηση διαχωρισμού δεν καρποφόρησε, προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι ενάγουσες ως συνιδιοκτήτριες δεν έχουν δώσει την σχετική συγκατάθεση, εξ΄ ου και ο πυρήνας του αγώγιμου δικαιώματος που οδήγησε και την έκδοση του σχετικού Διατάγματος, η αναστολή του οποίου επιδιώκεται, πέραν βεβαίως της μεταβίβασης στο όνομα του εναγόμενου 1 του 1/7 μεριδίου, χωρίς οποιανδήποτε άλλη διευθέτηση ή συμφωνία, όπως φαίνεται και στην σελίδα 41 της πρωτόδικης απόφασης και αυτό που προκύπτει από αυτά είναι η επιβεβαίωση ότι οι ενάγουσες ως συνιδιοκτήτριες εξ΄ αδιαιρέτου δικαιούνται στην έκδοση του υπό αμφισβήτηση Διατάγματος. Από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει εφεσιβληθεί ευθέως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που απέρριψε την ανταπαίτηση τους που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη η επιτυχία της ανταπαίτησης με την αντίστοιχη απόρριψη του αγώγιμου δικαιώματος, που τελικώς πέτυχαν οι ενάγουσες και εκδόθηκε το αμφισβητούμενο δικαίωμα και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους προέβαλλαν την θέση ότι έχουν μετακινήσει τα σχετικά υποστατικά, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αυτή η αντινομική και αντιφατική προσέγγιση των εναγομένων, στερεί προδήλως την βασιμότητα της έφεσης, διότι είναι πραγματικά απορίας άξιο, πως οι εναγόμενοι από την μια να προβάλλουν στο δικόγραφο τους την θέση ότι μετακίνησαν τα εν λόγω υποστατικά και από την άλλη να προβάλλουν την θέση στην παρούσα αίτηση ότι σε περίπτωση εκτέλεσης του εν λόγω Διατάγματος θα καθιστά την έφεση άνευ αντικειμένου και περιεχομένου. Η πιο πάνω αξιολόγηση έγινε, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καθιστά τον εαυτό του σε ρόλο Εφετείου, αλλά η αξιολόγηση αυτή έγινε, λόγω ακριβώς ότι και οι δύο πλευρές προέβησαν σε αυτές τις αναφορές και κάλεσαν το Δικαστήριο να τις αξιολογήσει, στα πλαίσια πάντα της εξέτασης των νομολογιακών προϋποθέσεων για την επιτυχία ή όχι της υπό εξέτασης αίτησης και χωρίς βεβαίως να καλούν το παρόν Δικαστήριο να τις αξιολογήσει ως Εφετείο. Οι εναγόμενοι στηρίζουν, μεταξύ άλλων, την θέση τους ότι η έφεση έχει πιθανότητες επιτυχίας, έχοντας υπ΄ όψη ότι εξασφαλίστηκε μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 11/9/2020 σχετική μαρτυρία που υποστηρίζει τις θέσεις τους. Το Δικαστήριο αδυνατεί βεβαίως να αξιολογήσει μια τέτοια μαρτυρία, διότι αυτό θα ήταν πέραν της εξουσίας του και των νομολογιακών κριτηρίων, όπως αυτά τέθηκαν πιο πάνω. Οι εναγόμενοι, εάν επιθυμούν να προσκομίσουν μαρτυρία επιπρόσθετη στο Εφετείο επειδή αυτή εξασφαλίστηκε μετά την έκδοση της απόφασης, θα πρέπει να υποβάλουν σχετικό αίτημα στο Εφετείο και αυτό το αίτημα θα αξιολογηθεί με βάση τους γνωστούς και παγιομένους νομολογιακούς κανόνες και όχι βεβαίως με την επισύναψη μαρτυρίας στην ειδοποίηση έφεσης, όπως έπραξαν δηλαδή οι εναγόμενοι στην παρούσα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγουσών και εναντίον των εναγομένων, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.