← Κύπρος

ΛΕΟΝΤΙΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγ. Αρ.: 2026/2011, 26/2/2021

ΛΕΟΝΤΙΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγ. Αρ.: 2026/2011, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2026/2011 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΛΕΟΝΤΙΟΥ, από την Πάφο Ενάγοντα και

  1. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΗΕ165), από την Λευκωσία.
  2. Μ. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ (ΗΕ 44751), από την Πάφο. Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 26/02/
  3. Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα. Ειρ. Θεοχάρους για κ.κ. Σωτήρης Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους αρ. 1: κα. Χρ. Ππεκρή για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.ΕΠ.Ε. Για τους εναγόμενους αρ. 2: κα Α. Κακογιάννη για κ.κ. Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει με την παρούσα αγωγή αποζημιώσεις και διάφορα διατάγματα, τα οποία προκύπτουν από κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 η οποία σχετίζεται με την αγοραπωλησία ενός φορτηγού οχήματος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 08/11/2007 συμφώνησε να αγοράσει από την εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία, ένα όχημα FLAT LORRY, μάρκας VOLVO, τύπου Tipper, με Chasis No. XXXXX2832, έναντι του ποσού των £42.550 (€72.700.99). Κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην εναγόμενη αρ. 2 το ποσό των £5000 (€8.543) ως δόση και/ή προκαταβολή. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα, στις 19/11/2007 συνάφθηκε συμφωνία ενοικιαγοράς για το ποσό των £32.550 (€55.614,98) με τους εναγόμενους αρ. 1, ποσό το οποίο καταβλήθηκε στις 22/11/2007 από τους εναγόμενους αρ. 1 στους εναγόμενους αρ. 2 για εξόφληση του επίδικου οχήματος. Αποτελεί θέση και περαιτέρω ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το πιο πάνω ποσό της ενοικιαγοράς καταβλήθηκε από τους εναγόμενους αρ. 1 προς τους εναγόμενους αρ. 2 χωρίς να ενημερωθεί ο ίδιος και χωρίς οι εναγόμενοι αρ. 1 να μεριμνήσουν να εγγραφεί ο ενάγοντας και/ή οι εναγόμενοι αρ. 1 ως ενοικιαστές και/ή μισθωτές και/ή ιδιοκτήτες του πιο πάνω οχήματος, ως οι πρόνοιες της μεταξύ τους συμφωνίας. Επίσης, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ουδέποτε κατέστη ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. Ως αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατέστη αδύνατο να χρησιμοποιήσει το εν λόγω όχημα και εξακολουθεί να είναι αδύνατο να το πράξει καθότι πρόκειται για επαγγελματικό όχημα. Όσον αφορά τους εναγόμενους αρ. 2, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αυτοί έχουν εξοφληθεί πλήρως για το τίμημα πώλησης του οχήματος, εντούτοις όμως δεν μεταβίβασαν την κυριότητα του στον ίδιο και/ή στους εναγόμενους αρ. 1, κατά παράβαση των προνοιών της συμφωνίας τους ημερομηνίας 19/11/
  4. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται επίσης ότι με επιστολή του ημερομηνίας 29/01/2010 τερμάτισε τη συμφωνία ενοικιαγοράς και αξίωσε την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Στην βάση των πιο πάνω, ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των £32.736 (€55.950) πλέον καταβληθέντες τόκους προς την εναγόμενη αρ. 1, δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση των όρων της σύμβασης ενοικιαγοράς, το ποσό των £5000 (€8.543) που κατέβαλε προς την εναγόμενη αρ. 2 ως προκαταβολή για την αγορά του επίδικου φορτηγού, ποσό €40.456,99 ως ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη ένεκα της παράβασης από πλευράς των εναγόμενων αρ. 1 και/ή 2 των συμβατικών τους υποχρεώσεων και επαυξημένες ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Περαιτέρω, αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει την εναγόμενη αρ. 1 να επιστρέψει και/ή να καταβάλει στον ενάγοντα το όποιο χρηματικό ποσό οικειοποιήθηκε και/ή μετέφερε από άλλους λογαριασμούς του ενάγοντα προς πληρωμή του υπολοίπου της συμφωνίας ενοικιαγοράς και διάταγμα ή δήλωση του Δικαστηρίου που να διατάττει την ακύρωση της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Οι εναγόμενοι αρ. 1 με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και απορρίπτουν την αξίωση του. Παραδέχονται τη σύναψη του συμβολαίου ενοικιαγοράς ημερομηνίας 19/11/2007 και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται από το να προβάλλει ισχυρισμούς πέραν των όσων συμφωνήθηκαν στο εν λόγω έγγραφο (estoppel by deed). Επίσης, οι εναγόμενοι αρ. 1 ισχυρίζονται ότι το υπό κρίση όχημα ουδέποτε μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα καθότι αυτό ουδέποτε εξοφλήθηκε και σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου δεν θα μπορούσε να μεταβιβαστεί χωρίς να εξοφληθεί. Συμπληρωματικά, οι εναγόμενοι αρ. 1 ισχυρίζονται ότι το επίδικο όχημα ήταν δημοσίας χρήσης (επαγγελματικό) και απαιτούσε την έκδοση σχετικής άδειας πριν την μεταβίβαση του, την οποία ο ενάγοντας ουδέποτε εξασφάλισε. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρ. 1, ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας εξακολουθεί να τους οφείλει το ποσό των €9.382 το οποίο ανταπαιτούν. Οι εναγόμενοι αρ. 2, με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, παραδέχονται τη συμφωνία πώλησης του επίδικου οχήματος και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας τους κατέβαλε το ποσό των £5000 με μεταχρονολογημένη επιταγή ως πληρωμή μέρους της προκαταβολής. Η εν λόγω επιταγή δεν εξαργυρώθηκε λόγω της εισόδου της Κύπρου στην ευρωζώνη και ο ενάγοντας ενημερώθηκε γι αυτό και του ζητήθηκε η καταβολή του ποσού αυτού σε μετρητά για την ολική εξόφληση του τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος. Ο ενάγοντας ουδέν ποσό κατέβαλε στους εναγόμενους αρ. 2 γι αυτό καταχωρήθηκε εναντίον του η Αγ. Αρ. 470/2009 Ε.Δ. Πάφου στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον του στις 13/05/
  5. Στις 30/03/2012 επίσης, εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων ύψους €100 έκαστη από 01/06/2012 μέχρι εξόφλησης της πιο πάνω απόφασης. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρ. 2, ισχυρίζονται ότι δεν ήταν δυνατό να μεταβιβαστεί το επίδικο όχημα επ' ονόματι του ενάγοντα καθότι δεν είχε εξοφληθεί το τίμημα πώλησης του και επιπλέον αυτό ήταν υπό καθεστώς ενοικιαγοράς στην εναγόμενη αρ. 1, η οποία δεν είχε εξοφληθεί. Ο ενάγοντας με την Απάντηση του στις Υπερασπίσεις των εναγόμενων και στην Υπεράσπιση του στην Ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1, εμμένει στους ισχυρισμούς του και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι αρ.1, αμελώς και γνωρίζοντας ότι παράτυπα πλήρωσαν τους εναγόμενους αρ. 2 και ενώ ο ενάγοντας και/ή οι αντιπρόσωποι του κατάθεταν χρήματα για εξόφληση άλλου δανείου, κατάθεταν τα χρήματα αυτά στο λογαριασμό που αφορούσε το παρών δάνειο για να καλύψουν την αμέλεια τους. O ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι είχε άμεση ανάγκη το επίδικο όχημα, κατείχε επαγγελματική άδεια την οποία αγόρασε έναντι υπέρογκου ποσού και λόγω της αμέλειας των εναγόμενων αρ. 1 ουδέποτε του μεταβιβάστηκε. Ισχυρίζεται επίσης ότι το επίδικο όχημα εξοφλήθηκε προ πολλού. Άνευ βλάβης του πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δεν εξόφλησε το παρών δάνειο διότι υπήρξαν παρατυπίες και λόγω της συμπεριφοράς των εναγόμενων αρ. 1 δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Σε σχέση με τους εναγόμενους αρ. 2, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι τους έχει εξοφλήσει πλήρως και η επιταγή την οποία ισχυρίζονται ότι έχουν στην κατοχή τους αποτελεί επιταγή που παρανόμως την κατέχουν και ουδέποτε του την επέστρεψαν. Την επιταγή αυτή, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι την εξόφλησε έναντι επιδιορθώσεων και/ή αλλαγών και/ή μετατροπών που έκανε στο επίδικο όχημα με οδηγίες του τότε υπαλλήλου και/ή διευθυντή των εναγόμενων αρ. 2 κ. Μ. Δημοσθένους αφού αυτό δεν μπορούσε να εγγραφεί χωρίς αυτές τις μετατροπές. Όσον αφορά την αγωγή που αναφέρουν στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι αρ. 2, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έλαβε το κλητήριο ένταλμα αυτής, αλλά επειδή δεν είχε σχέση με τα δικαστήρια θεώρησε ότι δεν ήταν κάτι το σημαντικό αφού είχε ήδη εξοφλήσει την επιταγή και δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Για σκοπούς απόδειξη στης υπόθεσης του ενάγοντα, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις

(3)μάρτυρες και συγκεκριμένα ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.1), ο κ. XXXXX Αναστάση (Μ.Ε.2) και ο κ. XXXXX Παπαμηνά (Μ.Ε.3). Για λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 1 κατέθεσαν δύο
(2)μάρτυρες και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Μουρελάτος (Μ.Υ.1 εναγόμενων αρ. 1) και η κα XXXXX Αταλιώτου (Μ.Υ.2 εναγόμενων αρ. 1) ενώ για λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 2 κατέθεσε ο κ. Μ. Δημοσθένους (Μ.Υ.1 εναγόμενων αρ. 2), ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Υ.2 εναγόμενων αρ. 2) και ο κ. XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Υ.3 εναγόμενων αρ. 2). Κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου 26 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί. Θα αναφερθώ κατωτέρω σε αυτή που σχετίζεται με τα αμφισβητούμενα δικογραφημένα γεγονότα για να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις των μερών. Εκείνο το οποίο όμως προκύπτει να αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία και τα σχετικά τεκμήρια που δεν έτυχαν αμφισβήτησης αλλά και από τα δικόγραφα είναι τα κάτωθι: Κατά τις 08/11/2007 συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενων αρ. 2 η αγορά και πώληση του επίδικου φορτηγού έναντι του αναφερόμενου στην Έκθεση Απαίτησης τιμήματος. Στις 19/11/2007 συνάφθηκε συμφωνία ενοικιαγοράς για το ποσό των £32.550 μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης αρ. 1, ποσό το οποίο καταβλήθηκε στην εναγόμενη αρ. 2 στις 19/11/
  1. Η συμφωνία ενοικιαγοράς συνάφθηκε αφού προηγουμένως ο ενάγοντας παρουσίασε στους εναγόμενους αρ. 1 απόδειξη πληρωμής της προκαταβολής ύψους £10,000 η οποία του δόθηκε από τους εναγόμενους αρ.
  2. Το ποσό της προκαταβολής προς τους εναγόμενους αρ. 2 καταβλήθηκε από τον ενάγοντα αρ. 1 κατά ή περί τις 08/11/2007 με επιταγή της ίδιας μέρα ύψους £5000, η οποία εξαργυρώθηκε και με μεταχρονολογημένη επιταγή ύψους £5000 πληρωτέα στις 08/04/
  3. Το επίδικο φορτηγό είχε εισαχθεί από την Αγγλία και δεν ήταν εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία. Ο ενάγοντας έλαβε την κατοχή του επίδικου οχήματος από τους εναγόμενους αρ. 2, πλην όμως αυτό ουδέποτε ενεγράφηκε και μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του ενάγοντα και/ή των εναγόμενων αρ. 1 κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας ενοικιαγοράς και/ή μεταγενέστερα και μέχρι σήμερα. Εκείνα τα οποία προβάλλουν να αποτελούν τα κύρια σημεία αμφισβήτησης πραγματικών γεγονότων είναι οι όροι της συμφωνίας αγοράς του οχήματος μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενων αρ. 2 και κατά πόσο εξοφλήθηκε ολόκληρη η προκαταβολή από τον ενάγοντα προς τους εναγόμενους αρ.
  4. Αμφισβητούμενα επίσης είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με τους λόγους που το επίδικο φορτηγό δεν ενεγράφηκε επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 ως ιδιοκτητών και/ή του ενάγοντα, ως ενοικιαγοραστή καθώς επίσης και κατά πόσο ο ενάγοντας τηρούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και/ή εξόφλησε το ποσό της ενοικιαγοράς ή υπάρχει ακόμη οφειλόμενο υπόλοιπο και ποιο είναι αυτό. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα για να καταλήξω σε ολοκληρωμένα ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Για σκοπούς ολοκληρωμένης αντίληψης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και την εκδοχή εκάστου διαδίκου, θα παραθέσω συνοπτικά τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί. Ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανάφερε ότι το επίδικο φορτηγό δεν είχε τα απαραίτητα προστατευτικά στο πλάι και έπρεπε να γίνουν και κάποιες άλλες επιδιορθώσεις έτσι ώστε να δύναται να εγγραφεί και να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια. Ο κ. XXXXX Δημοσθένους, διευθυντής των εναγόμενων αρ. 2 συμφώνησε όπως οι εναγόμενοι αρ. 2 προβούν στις αναγκαίες επιδιορθώσεις προτού παραδώσουν την κατοχή του φορτηγού στον ίδιο. Σε μεταγενέστερο χρόνο οι εναγόμενοι αρ. 2 δεν προέβηκαν στις αναγκαίες επιδιορθώσεις του φορτηγού και η προφορική τους συμφωνία διαφοροποιήθηκε και συμφωνήθηκε ότι από το τίμημα πώλησης θα αποκοπτόταν το κόστος των επιδιορθώσεων και αυτό θα γινόταν από το ποσό των £5000 το οποίο είχε δοθεί με μεταχρονολογημένη επιταγή,. Στη συνέχεια, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι παρουσίασε προς τους εναγόμενους αρ. 1 το τιμολόγιο αγοράς του επίδικου φορτηγού μαζί με αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου οχήματος από το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία του είχαν δοθεί από τους εναγόμενους αρ. 2 για σκοπούς δανειοδότησης του τιμήματος αγοράς (βλ. τεκμήρια 2 και 3). Ο αρμόδιος υπάλληλος των εναγόμενων αρ. 1, του είχε αναφέρει ότι για να τον δανειοδοτήσουν, θα έπρεπε να καταβάλει ο ίδιος το ποσό των £10,000 και να του χρηματοδοτηθεί το ποσό των £32,500 και επίσης να του παρουσιάσει σχετική άδεια τύπου «Α», που είναι απαραίτητη για σκοπούς οδικής χρήσης του οχήματος, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η εγγραφή του. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι παρουσίασε προς τον εν λόγω υπάλληλο, αντίγραφο τιμολογίου με αριθμό 54161 από τον κ. XXXXX Στυλιανού που αφορούσε την πώληση οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX11 καθώς και της άδειας χρήσης τύπου «Α», τα οποία είχε αγοράσει για το ποσό των £9,200 (βλ. τεκμήρια 4, 5, 6 και 7). Ο ενάγοντας επίσης ισχυρίστηκε ότι ήδη από τον Ιούλιο του 2006 κατείχε πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας για εσωτερικές οδικές μεταφορές εμπορευμάτων (βλ. τεκμήριο 8). Μετά από τα πιο πάνω, προέβηκε στην καταβολή ποσού ύψους £5,000 με επιταγή της ημέρας και παράδωσε στους εναγόμενους αρ. 2 και άλλη μεταχρονολογημένη επιταγή έξι μηνών ύψους £5000 για την αγορά του επίδικου οχήματος. Ο ενάγοντας σημείωσε ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε αρχικά διότι οι εναγόμενοι αρ. 2 είχαν συμφωνήσει να προβούν στις αναγκαίες επιδιορθώσεις στο επίδικο όχημα. Επειδή όμως οι εναγόμενοι δεν προέβηκαν στις αναγκαίες επιδιορθώσεις, λόγω έλλειψης χρόνου όπως του αναφέρθηκε από τον διευθυντή των εναγόμενων αρ. 2, ανέλαβε ο ίδιος να τις κάνει και με την συμφωνία ότι θα αποκόπτονταν από την μεταχρονολογημένη επιταγή, κάτι το οποίο όμως δεν έγινε αλλά αντιθέτως αποτέλεσε και την αφορμή για την έγερση αγωγής. Κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετική απόδειξη είσπραξης του ποσού των £10,000 η οποία του δόθηκε από τους εναγόμενους αρ. 2 ημερομηνίας 08/11/2007 (βλ. τεκμήριο 9). Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας αναφέρθηκε στη σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς, αντίγραφο της οποίας κατάθεσε ως τεκμήριο 10 και ισχυρίστηκε ότι καταβλήθηκε στις 19/11/2007 το ποσό των £32,500 προς τους εναγόμενους αρ. 1 με τραπεζική επιταγή (βλ. τεκμήριο 11) προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος. Με την καταβολή του πιο πάνω ποσού, οι εναγόμενοι αρ. 2 με γραπτή επιστολή τους προς τους εναγόμενους αρ. 1 αναλάμβαναν τη δέσμευση τους όπως εντός 15 ημερών τους παρουσιάσουν τίτλους ιδιοκτησίας του επίδικου οχήματος που να δεικνύουν ως ιδιοκτήτη την Τράπεζα και ως ενοικιαγοραστή τον ίδιο και προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο
  5. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρ. 2 αναλάμβαναν όπως σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των πιο πάνω, να επιστρέψουν προς τους εναγόμενους αρ. 1 το ποσό των £32,500 καθώς επίσης και οποιουσδήποτε τόκους και έξοδα προκύψουν. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 κατέβαλαν το τίμημα πώλησης προς τους εναγόμενους αρ. 2 χωρίς την έγκριση του και ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 αρνήθηκαν να προβούν στην μεταβίβαση του οχήματος. Περαιτέρω, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι μετά την καταβολή του τιμήματος προς τους εναγόμενους αρ. 2, ο ίδιος παρέλαβε την κατοχή του επίδικου οχήματος, αφού προηγουμένως είχε προβεί σε συγκεκριμένες επιδιορθώσεις που ανάφερε κατά τη μαρτυρία του και κατέβαλε το τίμημα τους με την προϋπόθεση ότι θα αφαιρούνταν από το ποσό της μεταχρονολογημένης επιταγής. Τα εν λόγω ποσά μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν ανέλθει σε £5.752,45, κάτι για το οποίο ενημέρωσε το διευθυντή των εναγόμενων αρ.
  6. Στη συνέχεια, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι προέβηκε και σε άλλες επιδιορθώσεις, το κόστος των οποίων ανήλθε €6.703,35 και συνολικά αυτές υπερέβαιναν κατά πολύ το ποσό της μεταχρονολογημένης επιταγής. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε εκ νέου με τον κ. XXXXX Δημοσθένους, με τον οποίο διευθέτησαν συνάντηση για τις 02/03/2008 στα γραφεία της Αρχής Αδειών για να πραγματοποιηθεί ο σχετικός έλεγχος και οι εναγόμενοι αρ. 2 να μεταβιβάσουν το επίδικο όχημα, χωρίς όμως να παρουσιαστεί και να επικοινωνήσει μαζί του καθοιονδήποτε τρόπο. Το επίδικο όχημα, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι παρουσίασε και άλλο πρόβλημα αφού δεν εκκινούσε και χρειάστηκε να ξοδέψει περαιτέρω €5.566 για να το επιδιορθώσει. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος έχει τηρήσει στο έπακρο τα συμφωνηθέντα και είχε συμφωνηθεί ότι οι δαπάνες επιδιόρθωσης του οχήματος θα αποκόπτονταν από την μεταχρονολογημένη επιταγή. Παρά ταύτα οι εναγόμενοι αρ. 2 δεν τήρησαν την υπόσχεση τους αυτή και κίνησαν την Αγ. Αρ. 470/2009 Ε.Δ. Πάφου για την επιταγή των £5,000 και ουδέποτε του επιστράφηκαν τα χρήματα που δαπάνησε για τις επιδιορθώσεις αλλά ούτε και το επίδικο όχημα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του. Στη συνέχεια ο ενάγοντας αναφέρεται σε αλληλογραφία που έγινε μέσω των δικηγόρων του και του δικηγόρου των εναγόμενων αρ. 2 (βλ. τεκμήρια 13 και 14). Επίσης, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι στις 29/01/2010 οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή προς τους εναγόμενους αρ. 1, την οποία όμως δεν κατάφεραν να εντοπίσουν για να κατατεθεί στο Δικαστήριο. Όσον αφορά την πληρωμή και εξόφληση του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι είχε δώσει οδηγίες όπως η μηνιαία δόση αποκόπτεται από άλλο τρεχούμενο λογαριασμό του και αποσύρθηκε η πρώτη δόση τις 19/12/
  7. Σε διάφορα διαστήματα, οι εναγόμενοι αρ. 1 προέβαιναν σε μεταφορές από τον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε ποσών ύψους £12,894.02 στις 28/08/08, ύψους £1.910 στις 29/01/2009 και €13.203,48 και στις 30/06/2009 ποσό ύψους €33.188,96 που αποτελούσε γραμμάτιο του εγγυητή πατέρα του με αποτέλεσμα το δάνειο 1 ½ χρόνο μετά, στις 03/06/2009 να παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο μόλις €3.741,
  8. Κατάθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο
  9. Οι πιο πάνω ενέργειες των εναγόμενων αρ. 1 έγιναν, αναφέρει ο ενάγοντας, σε μια προσπάθεια τους να εξοφλήσουν όσο το δυνατό συντομότερα το δάνειο γνωρίζοντας ότι έσφαλλαν και ενέργησαν αμελώς. Σε σχέση με την Αγ. Αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου, είπε ότι λανθασμένα θεώρησε ότι ήταν μια επιστολή και δεν έδωσε καμία σημασία. Ο λόγος, επίσης αναφέρει, που δεν έδωσε καμία σημασία ήταν διότι ουδέν ποσό όφειλε στους εναγόμενους αρ. 2 αλλά αντιθέτως ήταν οι εναγόμενοι αρ. 2 που του όφειλαν χρήματα για τις επιδιορθώσεις που είχε προβεί ώστε να δύναται να εγγραφεί το επίδικο όχημα επ' ονόματι του. Αναφέρθηκε περαιτέρω στις ενέργειες που έκανε για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην πιο πάνω υπόθεση και στην αίτηση μηνιαίων δόσεων (βλ. τεκμήρια 17 και 18). Τέλος, ο ενάγοντας στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι το επίδικο όχημα έχει καταστραφεί αφού βρίσκεται ακινητοποιημένο εδώ και 13 χρόνια χωρίς αυτό να του έχει μεταβιβασθεί από τους εναγόμενους αρ. 2 και να μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1, ο ενάγοντας είπε ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 κατέβαλαν το ποσό του συμβολαίου ενοικιαγοράς προς τους εναγόμενους αρ. 2, χωρίς όμως να λάβουν υπόψη τους ότι το όχημα δεν ενεγράφηκε και δεν ήταν σε θέση να «δουλέψει». Δεν ήταν σε θέση όμως να υποδείξει στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς κατά πόσο οι εναγόμενοι αρ. 1 όφειλαν πριν την καταβολή του τιμήματος να μεταβιβαστεί το όχημα. Είπε επίσης ότι υπογράφτηκε σύμβαση εγγύησης από τους γονείς του και είναι αυτή που ρευστοποιήθηκε για πληρωμή του δανείου. Το παράπονο του όμως ήταν ότι ακόμη και να μην είχε ο λογαριασμός του χρήματα για να πληρωθεί η δόση, όφειλαν οι εναγόμενοι αρ. 1 να πάρουν €15,000 που ήταν οι καθυστερημένες δόσεις προφανώς και όχι €63,760 τη στιγμή που του έδωσαν το ποσό των €55,
  10. Του υποβλήθηκε ότι η πρακτική των εναγόμενων αρ. 1 ήταν να εξασφαλίζουν τη δέσμευση του εμπόρου για μεταβίβαση του ενοικιαγορασθέντος αντικειμένου, όπως έγινε και εδώ με το τεκμήριο 12 και να προχωρούν με την καταβολή του τιμήματος. Ο ενάγοντας είπε ότι ο ίδιος γνώριζε ότι για να πληρωθεί ο πωλητής έπρεπε πρώτα να παρουσιαστεί τίτλος ιδιοκτησίας στην τράπεζα και στον ενοικιαγοραστή. Όσον αφορά τις μηνιαίες δόσεις που έχει διαταχθεί από το Δικαστήριο για να καταβάλλει για την εξόφληση της οφειλής του προς τους εναγόμενους αρ. 2, ανάφερε ότι δεν τις πληρώνει και δεν πρόκειται να τις πληρώσει παρά μόνο εκδίδονται εντάλματα είσπραξης και έχει προβεί σε διακανονισμό με το κράτος για να τα πληρώνει. Η θέση του ουσιαστικά είναι ότι παρά την απόφαση εναντίον του, αυτός δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ακόμη όμως και να οφείλει υπάρχει το διάταγμα μηνιαίων δόσεων και είναι εξασφαλισμένοι οι εναγόμενοι αρ. 2, γι αυτό έπρεπε να του μεταβιβάσουν. Ο ενάγοντας περαιτέρω είπε ότι αξιώνει από τους εναγόμενους αρ. 1 τα χρήματα που πήραν και ότι έκανε και επιστολή από τότε για να τους παραδώσει το όχημα, αρνούμενος ότι εξακολουθεί να έχει οφειλή προς την τράπεζα. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των εναγόμενων αρ. 2, ο ενάγοντας είπε ότι το φορτηγό είχε κάποια προβλήματα που έπρεπε να επιδιορθωθούν αλλά δεν το επέστρεψε πίσω αφού γνώριζαν αυτά τα προβλήματα και είχαν συμφωνήσει να επιδιορθωθούν. Δεν κατέβαλε ποσό £10,000 ως προκαταβολή στους εναγόμενους αρ. 2, ως η απόδειξη που παρουσίασε στην Τράπεζα για να χρηματοδοτηθεί η αγορά του οχήματος αλλά £5000 με επιταγή της ημέρας και άλλες £5000 με μεταχρονολογημένη επιταγή, τα οποία κατέβαλε στα συνεργεία που τον έστελνε ο κ. Δημοσθένους και για αυτό του δόθηκε η απόδειξη. Αρνήθηκε ότι όφειλε ή οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους εναγόμενους αρ. 2 για το τίμημα αγοράς του επίδικου φορτηγού και ο λόγος που εκδόθηκε απόφαση εναντίον του ήταν διότι δεν γνώριζε από δικαστικές διαδικασίες και γι αυτό δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο να αμφισβητήσει την αξίωση. Ο ενάγοντας περαιτέρω αρνήθηκε ότι το επίδικο όχημα το «δούλευε» κατά τη διάρκεια που το είχε στην κατοχή του. Είπε επίσης ότι έχει επιστολή που ζήτησε από την τράπεζα να παραλάβει το επίδικο φορτηγό χωρίς να το έχουν πράξει με αποτέλεσμα αυτό να είναι εγκαταλελειμμένο σε ένα χωράφι, όπου το άφησε. Ούτε στους εναγόμενους αρ. 2 το επέστρεψε. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι είναι ο διευθυντής της εταιρείας ΜΑ Αναστασίου Λτδ η οποία μεταξύ άλλων παρέχει υπηρεσίες ενοικίασης επαγγελματικών οχημάτων και φορτηγών. Ο ενάγοντας είχε αποταθεί στην εταιρεία του για ενοικίαση επαγγελματικών φορτηγών και η συνεργασία τους άρχισε από το 2008 και συνεχίστηκε και μετά αφού ο ενάγοντας ενοικίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα φορτηγά για την εκτέλεση των εργασιών του. Ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ότι όταν ρώτησε τον ενάγοντα γιατί ενοικιάζει φορτηγά και δεν προβαίνει σε αγορά για κάλυψη και εξυπηρέτηση των αναγκών του, του είχε αναφέρει ότι είχε προβεί στην αγορά φορτηγού από την εναγόμενη αρ. 2 περί τα τέλη του 2007, η οποία όμως ουδέποτε του μεταβίβασε έτσι ώστε να είναι σε θέση να το χρησιμοποιήσει. Θυμάται επίσης ότι του ανάφερε ότι η εναγόμενη αρ. 2 είχε εισπράξει το λαβείν της αφού της είχε καταβάλει σχετική προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό το πληρώθηκε μέσω δανειοδότησης από την εναγόμενη αρ.
  11. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι τα εισαγόμενα φορτηγά για να δύναται να εγγραφούν στην Κύπρο θα πρέπει να πραγματοποιηθούν προηγουμένως κάποιες επιδιορθώσεις έτσι ώστε να συνάδουν με τις απαιτήσεις και προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο και τους κανονισμούς. Αν δεν εγγραφούν στην Κυπριακή Δημοκρατία, δεν δύναται να χρησιμοποιηθούν αφού δεν μπορεί ούτε να μεταβιβασθούν ούτε να εκδοθεί η άδεια Τύπου «Α» αλλά ούτε και να ασφαλισθούν. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1, ο μάρτυρας είπε ότι συνεργαζόταν με τον ενάγοντα, ο τελευταίος του ενοικίαζε φορτηγά για τις διάφορες εργασίες και το ίδιο έπραττε και ο ίδιος προς τον ενάγοντα. Σε σχέση με τις αναφορές του που σχετίζονται με την συμφωνία του ενάγοντα με τους εναγόμενους αρ. 2, είπε ότι δεν αφορά τον ίδιο και το μόνο που έκανε ήταν να στέλνει φορτηγά στον ενάγοντα όταν τον καλούσε. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των εναγόμενων αρ. 2, είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο πληρώθηκε το τίμημα αγοράς του επίδικου οχήματος. Ο Μ.Ε.3 ανάφερε ότι ήταν παρόντας κατά τη σύναψη της συμφωνίας του ενάγοντα με τους εναγόμενους αρ. 2 για την αγορά του επίδικου φορτηγού η οποία έγινε περί τα τέλη του
  12. Οι εναγόμενοι αρ. 2, μέσω του κ. Μ. Δημοσθένους, συμφώνησαν όπως αναλάβουν όλες τις απαραίτητες επιδιορθώσεις του επίδικου φορτηγού πριν την παράδοση του στον ενάγοντα. Ο ενάγοντας εξέδωσε δύο επιταγές προς τους εναγόμενους αρ. 2, μια της ημέρας για το ποσό των £5000 και μια μεταχρονολογημένη για το ποσό επίσης των £5000, οι οποίες αποτελούσαν την προκαταβολή για την αγορά του επίδικου φορτηγού. Με την καταβολή των πιο πάνω ποσών, δόθηκαν στον ενάγοντα κάποια έγγραφα τα οποία ήταν απαραίτητα έτσι ώστε να αιτηθεί δανειοδότησης καθώς και σχετική απόδειξη είσπραξης της προκαταβολής. Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι σε μεταγενέστερο χρόνο, οι συμφωνηθείσες επιδιορθώσεις δεν έγιναν εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 2, το επίδικο όχημα δεν του μεταβιβάστηκε και ουδέποτε ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1, ο μάρτυρας είπε ότι ο ενάγοντας είναι γιος του αδελφού του και δεν θυμάται ποιες επιδιορθώσεις ακριβώς χρειάζονταν να γίνουν στο φορτηγό, ούτε αν αυτές το καθιστούσαν μη χρησιμοποιήσιμο. Δεν θυμόταν να πει αν το τιμολόγιο τεκμήριο αρ. 2 ήταν μέσα στα έγγραφα που δόθηκαν στον ενάγοντα για σκοπούς δανειοδότησης ούτε γνωρίζει ποια διαδικασία έγινε. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο των εναγόμενων αρ. 2, ο μάρτυρας είπε ότι είναι αγελαδοτρόφος αλλά έχει άδεια μηχανοδηγού και γνωρίζει πολύ καλά από μηχανήματα. Πήγε μαζί με τον ενάγοντα όμως ως συγγενής του διότι είναι πολύ δεμένη οικογένεια. Είδαν το επίδικο φορτηγό «εμφανισιακά» αλλά δεν θυμάται τί έπρεπε να επιδιορθωθούν. Είπε επίσης ότι νομίζει ότι ο ενάγοντας εξόφλησε το τίμημα αγοράς μέσω της τράπεζας. Νομίζει επίσης ότι η μια επιταγή που έδωσε στους εναγόμενους αρ. 2 ήταν μεταχρονολογημένη. Νομίζει περαιτέρω ότι η επιταγή αυτή «δεν πέρασε» διότι δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία από πλευράς του πωλητή να μεταβιβάσει το όχημα στον ενάγοντα για να μπορεί να εργαστεί. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ο ενάγοντας δεν αρνήθηκε την οφειλή του αυτή νοούμενού ότι ο πωλητής έπρεπε να τηρήσει την αρχική του συμφωνία. Ο Μ.Υ.1 για τους εναγόμενους αρ. 1 ανάφερε ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος των εναγόμενων αρ. 1, εργαζόταν στο κατάστημα των εναγόμενων αρ. 1 στο οποίο βρισκόταν ο επίδικος λογαριασμός του ενάγοντα και είχε την εποπτεία και έλεγχο του. Αναφέρθηκε στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, τεκμήριο 10 και στους όρους αυτού. Προς εξασφάλιση των εναγόμενων αρ. 1 για την χρηματοδότηση δεσμεύτηκε το επίδικο φορτηγό, οι καταθέσεις επ' ονόματι της μητέρας του ενάγοντα και υπήρχαν οι προσωπικές εγγυήσεις της μητέρας και πατέρα του ενάγοντα. Επίσης, ανάφερε ότι οι εγγυητές υπέγραψαν έγγραφο με το οποίο παραχώρησαν δικαίωμα κατάσχεσης και συμψηφισμού οποιουδήποτε ποσού βρίσκεται σε πίστη τους από οποιοδήποτε λογαριασμό, το οποίο κατάθεσε ως τεκμήριο
  13. Περαιτέρω, ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 16 που κατάθεσε ο ενάγοντας και είπε ότι ο ενάγοντας δεν τήρησε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, είπε ότι δεν υπήρχε υπόλοιπο στον λογαριασμό που είχε υποδείξει στην εναγόμενη αρ. 1, ώστε να καταβάλλονται οι συμφωνηθείσες δόσεις. Ο λογαριασμός του ενάγοντα μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών και επικοινώνησαν μαζί του τηλεφωνικώς αρμόδιοι λειτουργοί, χωρίς όμως καμία ανταπόκριση από αυτόν. Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι αρ. 1 ενεργοποίησαν τα δικαιώματα τους με βάση τις εγγυήσεις που είχαν λάβει κατά τη σύναψη του συμβολαίου ενοικιαγοράς και πήραν τα ποσά που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
  14. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η οποία καταδεικνύει ότι οφείλεται το ποσό των €1,839.88, το οποίο και αξιώνει. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του ενάγοντα, ο μάρτυρας είπε ότι καταβλήθηκε μόνο μία δόση από τον ενάγοντα έναντι της οφειλής του και αυτό έγινε ένα μηνά μετά την σύναψη της συμφωνίας, δηλαδή στις 19/12/
  15. Οι υπόλοιπες πληρωμές έγιναν με συμψηφισμό των καταθέσεων οι οποίες είχαν δοθεί ως εξασφάλιση. Δεν είχε στην κατοχή του οποιεσδήποτε επιστολές με τις οποίες να ενημερωνόταν ο ενάγοντας για τις καθυστερήσεις αλλά θυμάται ότι επικοινώνησε ο ίδιος με τον ενάγοντα για το θέμα αυτό. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 12, το οποίο είναι η δέσμευση των εναγόμενων αρ. 2 για μεταβίβαση του επίδικου φορτηγού επ΄ ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 εντός 15 ημερών και είπε ότι αυτό πιθανότατα να ετοιμάστηκε από την Υπηρεσία Ενοικιαγοράς και δεν ήταν στα καθήκοντα του. Όσον αφορά την εντολή συμψηφισμού, τεκμήριο 20 είπε ότι αυτή είναι μια γενική εντολή και ήταν το σύνηθες έγγραφο που υπέγραφαν οι εγγυητές για δέσμευση των καταθέσεων τους. Είπε επίσης ότι πριν να προχωρήσουν με συμψηφισμό προηγήθηκε η διαδικασία ειδοποίησης. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 16, για να μην καταβάλλονται οι μηνιαίες δόσεις σημαίνει ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός του ενάγοντα δεν είχε χρήματα. Επίσης, ο μάρτυρας είπε ότι δεν θυμάται κατά πόσο ο ενάγοντας επισκέφθηκε το κατάστημα τους και τους ανάφερε ότι το επίδικο φορτηγό δεν είχε μεταβιβαστεί αλλά αυτό δεν αναιρεί, είπε, την υποχρέωση του να πληρώνει τις δόσεις του. Τέλος, ο μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό του ενάγοντα προς εξόφληση των δανειακών του υποχρεώσεων αλλά παρέλειψε να τα αποσύρει καθότι δεν είχε φροντίσει να εξασφαλίσει την εγγραφή του επίδικου οχήματος επ' ονόματι του. Επανεξεταζόμενος, είπε ότι με βάση το τεκμήριο 20 ο συμψηφισμός μπορεί να γίνει χωρίς ειδοποίηση, υπάρχει όμως η πρακτική από την τράπεζα οι πελάτες να ειδοποιούνται προτού προβούν σε οποιαδήποτε συναλλαγή. Η Μ.Υ.2 των εναγόμενων αρ. 1, ανάφερε ότι εργάζεται στην υπηρεσία των εναγόμενων αρ. 1 από την 01/10/1992 και εργάστηκε στην υπηρεσία ενοικιαγοράς της Τράπεζας. Προσήλθε στο Δικαστήριο για να περιγράψει την ακολουθητέα διαδικασία σε σχέση με τη σύναψη συμβάσεων ενοικιαγοράς. Συγκεκριμένα, είπε ότι προσκομιζόταν στην Τράπεζα απόδειξη πληρωμής της προκαταβολής και δέσμευση μεταβίβασης του οχήματος από τον πωλητή εντός 15 ημερών, κάτι που έγινε στην παρούσα παραπέμποντας στα τεκμήρια 9 και
  16. Ακολούθως, υπογραφόταν η συμφωνία ενοικιαγοράς και προχωρούσε η υλοποίηση της. Δεν γινόταν πρώτα η μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα των εναγόμενων αρ. 1 και μετά η πληρωμή του τιμήματος. Αντιθέτως, πρώτα καταβαλλόταν το τίμημα πώλησης στον πωλητή και μετά η μεταβίβαση. Η συνήθης πρακτική ήταν να διευθετούν την μεταξύ τους οφειλή ο ενοικιαστής με τον έμπορο και ακολούθως ο τελευταίος προέβαινε σε μεταβίβαση του οχήματος επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1, αφού λάμβανε το τίμημα πώλησης. Η μάρτυρας παραπέμποντας στους όρους του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς ανάφερε ότι πουθενά δεν υπάρχει όρος που να αναγκάζει τους εναγόμενους αρ. 1 για να προχωρήσουν με την καταβολή του τιμήματος πώλησης αφότου γίνει η μεταβίβαση του οχήματος επ΄ ονόματι τους ή να ενημερώσει πρώτα τον ενάγοντα ή να λάβει την σύμφωνη γνώμη του, από τη στιγμή που υπέγραψε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και την ίδια μέρα έγινε η καταβολή των χρημάτων. Προκύπτει όμως στην παρούσα ότι το τίμημα πώλησης καταβλήθηκε στις 19/11/2007 που υπογράφηκε η συμφωνία ενοικιαγοράς και η όλη η συναλλαγή ήταν σε γνώση του ενάγοντα. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας είπε ότι δεν ήταν η ίδια που εξυπηρέτησε τον ενάγοντα αλλά άλλη συνάδελφος της την οποία κατονόμασε και η οποία αφυπηρέτησε. Είπε ότι από την στιγμή που ο πωλητής υπέγραφε υπεύθυνη δήλωση ότι θα μεταβίβαζε το όχημα στην τράπεζα εντός 15 ημερών, αυτό ήταν αρκετό για την τράπεζα για να προχωρήσει στην υλοποίηση της σύμβασης. Ο Μ.Υ.1 για λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 2 ήταν ο διευθυντής τους και ο άμεσα εμπλεκόμενος με την επίδικη αγοραπωλησία. Αναφέρθηκε στη συμφωνία πώλησης του επίδικου οχήματος από τους εναγόμενους αρ. 2 η οποία έγινε στις 08/11/2007 και στην προκαταβολή των £5000 που δόθηκε την ίδια μέρα με σχετική επιταγή. Για σκοπούς κάλυψης της προκαταβολής όμως των £10,000 για να χρηματοδοτηθεί ο ενάγοντας δόθηκε απόδειξη πληρωμής για το εν λόγω ποσό θεωρημένης της μεταχρονολογημένης επιταγής ως καλή προκαταβολή για κάλυψη του ποσού αυτού, επιταγή την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  17. Η επιταγή αυτή θα ήταν πληρωτέα στις 08/04/2008 και δόθηκε στις 08/11/
  18. Η παράδοση επίσης του επίδικου οχήματος στον ενάγοντα έγινε κατά ή περί τις 08/11/
  19. Λόγω της ένταξης της Κύπρου στην ευρωζώνη από την 01ην/01/2008 και ότι ουδείς τραπεζικός οργανισμός θα αποδεχόταν επιταγές σε λίρες Κύπρου, ειδοποιήθηκε ο ενάγοντας να καταβάλει το ποσό της επιταγής σε μετρητά χωρίς να το έχει πράξει. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολούθησαν οι εναγόμενοι αρ. 2 και συγκεκριμένα σε επιστολή τους ημερομηνίας 08/10/2008 με την οποία καλούσαν τον ενάγοντα σε εξόφληση του ποσού των £5000 (βλ. τεκμήριο 23), στην Αγωγή Αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου που καταχώρησαν εναντίον του (βλ. τεκμήριο 24), στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του ενάγοντα (βλ. τεκμήριο 25) και στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων (βλ. τεκμήριο 26). Επίσης, έγινε αναφορά από το μάρτυρα στα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα χωρίς όμως να έχει ακόμη εξοφληθεί η απαίτηση των εναγόμενων αρ.
  20. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο λόγος που δεν μεταβιβάστηκε το όχημα στο όνομα του ενάγοντα ήταν διότι αυτός δεν είχε και έχει εξοφλήσει το τίμημα πώλησης. Αναφέρει επίσης ότι η οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των εναγόμενων αρ. 2 για μεταβίβαση του οχήματος θα έπρεπε να προερχόταν από την εναγόμενη αρ. 1 και όχι τον ενάγοντα αφού αυτή είναι η ιδιοκτήτρια του οχήματος δυνάμει της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς. Ο μάρτυρας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα όσα ο ενάγοντας αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του αλλά και στην μαρτυρία του στο Δικαστήριο δεν αφορούν την εναγόμενη αρ.
  21. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας είπε ότι συμφώνησαν την πώληση του επίδικου φορτηγού ως ήταν, με τη δέσμευση αυτό να εγγραφεί. Δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα το πωλούμενο και απλώς έπρεπε να περάσει από επιθεώρηση από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και την Αρχή Αδειών για να εγγραφεί στην Κύπρο αφού ο τίτλος του ήταν του Ηνωμένου Βασιλείου. Έπρεπε επίσης να παρουσιαστεί Άδεια Τύπου Α από τον ιδιοκτήτη. Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι ο ενάγοντας εξασφάλισε Άδεια Τύπου Α στις 03/11/2008 και το φορτηγό δεν μπορούσε να εγγραφεί επ' ονόματι του πριν την ημερομηνία εκείνη. Το τεκμήριο 4 αφορά ένα απλό τιμολόγιο αγοράς της εν λόγω άδειας και έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση επ' ονόματι του η οποία χρειάζεται χρόνο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι συμφωνήθηκε να γίνουν επιδιορθώσεις στο φορτηγό από τον ενάγοντα και να αποκοπτόταν το ποσό της αξίας τους από την μεταχρονολογημένη επιταγή και απέρριψε τη θέση ότι το όχημα είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι έδωσε την απόδειξη είσπραξη των £10,000 ενώ δεν είχε εξοφληθεί πλήρως το ποσό αυτό για να βοηθήσει τον ενάγοντα να λάβει χρηματοδότηση από την τράπεζα. Παραδέχθηκε την πληρωμή του ποσού του συμβολαίου ενοικιαγοράς και την ανάληψη της ευθύνης των εναγόμενων αρ. 2 για να μεταβιβάσουν το όχημα προς την τράπεζα εντός 15 ημερών. Είπε όμως ότι αυτό δεν μεταβιβάστηκε εντός 15 ημερών ένεκα του ενάγοντα ο οποίος δεν είχε άδεια τύπου Α και η οποία εξασφαλίστηκε στις 03/11/
  22. Μετά από αυτό δεν προχώρησε με τη μεταβίβαση του φορτηγού επ' ονόματι του ενάγοντα καθότι δεν είχε εξοφλήσει το τίμημα. Ο Μ.Υ.2 για τους εναγόμενους αρ. 2, ανάφερε ότι γνωρίζει τόσο τον κ. XXXXX Δημοσθένους, για τον οποίο εργάστηκε για 3 - 4 χρόνια από το τέλος του 2010 - 2011 και τον ενάγοντα, ο οποίος είναι φίλος του. Είπε ότι με τον ενάγοντα εργάστηκαν μαζί εκτελώντας χωματουργικές εργασίες στην Χλώρακα την περίοδο 2009 -
  23. Εργοδοτείτο από τον ενάγοντα και την περίοδο εκείνη οδηγούσε το επίδικο φορτηγό. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι γνωρίζει το επίδικο φορτηγό και ότι ήταν αυτό που οδηγούσε κατά την εκτέλεση των πιο πάνω αναφερόμενων εργασιών. Αρνήθηκε ότι χρησιμοποιούσε άλλο φορτηγό κατά την περίοδο εκείνη και συγκεκριμένα το φορτηγό με αρ. εγγραφής XXXXX
  24. O Μ.Υ.3 για τους εναγόμενους αρ. 2 ανάφερε ότι είναι μηχανοδηγός και γνωρίζει τόσο τον ενάγοντα όσο και τον κ. XXXXX Δημοσθένους. Κατά τα έτη 2007 - 2008 συνεργαζόταν με τον ενάγοντα και ο τελευταίος για τις εργασίες του χρησιμοποιούσε το επίδικο όχημα. Αυτό το γνωρίζει καθότι πήγε μαζί με τον ενάγοντα και το είδαν πριν ο τελευταίος το αγοράσει και το περιέγραψε. Αντεξεταζόμενος είπε ότι όταν πήγε με τον ενάγοντα και είδαν το όχημα, αυτό δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Απλώς θυμάται ότι ο ενάγοντας θα έβαλλε πάτωμα σιδερένιο στην «κάσια», η οποία ήταν από αλουμίνιο, για τις πέτρες, διότι θα το χρησιμοποιούσε για σκοπούς εργασιών του αποχετευτικού. Είπε επίσης ότι όταν εργαζόταν μαζί με τον ενάγοντα, το επίδικο όχημα έφερε τους Αγγλικούς αριθμούς εγγραφής. Επέμενε επίσης ότι το όχημα που χρησιμοποιούσε ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν το επίδικο. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou 1 CL.R. 257, 263 και Ιωάννου v. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο ενάγοντας επιχείρησε κατά τη μαρτυρία του να καταδείξει ότι ενώ οι εναγόμενοι αρ. 2 είχαν πληρωθεί πλήρως την προκαταβολή για την αγορά του επίδικου οχήματος από τον ίδιο και/ή ότι δεν θα έπρεπε να είχαν οποιαδήποτε απαίτηση από τον ίδιο, παρέλειψαν να εγγράψουν και να μεταβιβάσουν το επίδικο όχημα στο όνομα του και στους εναγόμενους αρ. 1, με αποτέλεσμα αυτός να μην μπορεί να το χρησιμοποιεί για να ασκεί τις εργασίες του. Eκφράζει επίσης παράπονο εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 για το γεγονός ότι δεν μερίμνησαν να εγγραφούν ως οι ιδιοκτήτες του επίδικου φορτηγού, ως είχαν υποχρέωση με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς και παρά την πιο πάνω παράλειψη τους, προχώρησαν και μετέφεραν σημαντικά ποσά από τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις του πατέρα του αντί να τα διεκδικήσουν από τους εναγόμενους αρ.
  1. Οι πιο πάνω βασικές του θέσεις και οι υπόλοιπες θέσεις που ανάφερε στο Δικαστήριο παρουσιάζουν σοβαρές αδυναμίες, δεν συνάδουν με τα σχετικά τεκμήρια όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, ούτε και με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Επίσης, ο ενάγοντας δεν με έχει πείσει για το γνήσιο της απαίτησης του, όπως επίσης θα εξηγηθεί κατωτέρω. Είναι κοινό έδαφος ότι ο ενάγοντας ζήτησε χρηματοδότηση από τους εναγόμενους αρ. 1 για την αγορά του επίδικου οχήματος, κάτι το οποίο οι τελευταίοι αποδέχτηκαν και υπογράφηκε η συμφωνία ενοικιαγοράς, τεκμήριο
  2. Είναι αποδεκτό επίσης ότι το επίδικο φορτηγό παραδόθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος το κατείχε και ουδέποτε αυτός το παράδωσε πίσω στους εναγόμενους αρ. 1, παρά το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας κατά την αντεξέταση του επιχείρησε να καταδείξει ότι έκανε προσπάθειες να επιστρέψει το εν λόγω φορτηγό στους εναγόμενους αρ. 1, χωρίς κάτι τέτοιο να τεκμηριώνεται επαρκώς και ούτε να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ή μαρτυρία. Όσον αφορά την απαίτηση του να εγγραφεί επ' ονόματι του το επίδικο όχημα και/ή των εναγόμενων αρ. 1 πριν ή κατά την καταβολή του τιμήματος αγοράς προς τους εναγόμενους αρ. 2, δεν ήταν σε θέση να υποδείξει αυτήν την υποχρέωση των εναγόμενων αρ. 1 στο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Ούτε ανάφερε ότι είχε προβεί σε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με τους εναγόμενους αρ. 1 γι αυτό το ζήτημα ή ότι τους ανάφερε καθοιονδήποτε τρόπο ή χρόνο πριν την σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς ότι θα έπρεπε να εγγραφεί το επίδικο φορτηγό και να μεταβιβαστεί ο τίτλος ιδιοκτησίας του. Εκείνο το οποίο αναφέρει στη μαρτυρία του είναι την πεποίθηση του και την γνώση του ότι αυτό έπρεπε να γίνει, κάτι το οποίο όμως θα εξεταστεί κατωτέρω στη βάση των όρων της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Όσον αφορά την τήρηση των όρων του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς από τον ίδιο, προκύπτει από τη μαρτυρία του αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι αυτό δεν έγινε, παρά τη προσπάθεια του να επιρρίψει ευθύνες γι αυτό στους εναγόμενους αρ.
  3. Συγκεκριμένα, ο ίδιος έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την κατάσταση τεκμήριο 16 του λογαριασμού ενοικιαγοράς και βασίστηκε σε αυτή για να καταδείξει την κίνηση του λογαριασμού του και την μεταφορά χρημάτων σε αυτόν. Από αυτήν προκύπτει ότι ο ενάγοντας δεν τηρούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και δεν είχε εξοφλήσει το ποσό της χρηματοδότησης κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Ο ίδιος είπε ότι καταβλήθηκε η πρώτη δόση και αυτό είναι κοινό έδαφος. Στην συνέχεια, παρά το ότι ανάφερε ότι ο τρεχούμενος του λογαριασμός είχε επαρκή υπόλοιπα για να πληρώνονται και οι επόμενες δόσεις, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία ή σχετική κατάσταση του λογαριασμού του αυτού που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Στην πορεία ο ίδιος προκύπτει να μην επιμένει σε αυτό και να εστιάζει το παράπονο του στο γεγονός ότι όταν οι εναγόμενοι αρ. 1 προχώρησαν με την ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων που είχαν, πήραν περισσότερα χρήματα από τις καθυστερημένες δόσεις που είχε. Πέραν των πιο πάνω, ενώ αναφέρει ότι κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας ενοικιαγοράς αυτός ήταν κάτοχος Άδειας Τύπου Α, η οποία ήταν απαραίτητη για να εγγραφεί το επίδικο φορτηγό στον ιδιοκτήτη του και κατ' επέκταση στη Δημοκρατία, τούτο δεν τεκμηριώνεται με βάση τα στοιχεία που κατάθεσε στο Δικαστήριο και έχοντας υπόψη μου και την υπόλοιπη μαρτυρία. Εκείνο το οποίο παρουσίασε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο είναι ένα τιμολόγιο αγοράς του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX11 και την άδεια οδικού μεταφορέα ημερομηνίας 07/11/2007 από κάποιο XXXXX Στυλιανού, ο οποίος ήταν κάτοχος τέτοιας άδειας (βλ. τεκμήρια 4 και 5). Ο ίδιος δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε Άδεια Τύπου Α εκδομένη στο όνομα του από την αρμόδια αρχή, παρά μόνο τον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος με αρ. εγγραφής XXXXX11, ο οποίος εκδόθηκε στις 03/11/
  4. Αν θεωρηθεί ότι για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του εν λόγω οχήματος στο όνομα του κατά την πιο πάνω ημερομηνία, αυτός κατείχε τη σχετική Άδεια, δεν προκύπτει και ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ότι κατείχε τέτοια άδεια πριν την ημερομηνία εκείνη, πέραν του ότι αυτός κατείχε πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας για τις εσωτερικές οδικές μεταφορές εμπορευμάτων. Επομένως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι τουλάχιστον μέχρι τις 03/11/2008 δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί η εγγραφή του επίδικου οχήματος στην αρμόδια αρχή και είναι προφανές ότι ο ενάγοντας γνώριζε το γεγονός αυτό. Παρά ταύτα, ο ίδιος παρέλαβε και εξακολουθούσε να κατέχει το επίδικο όχημα χωρίς να έχει στοιχειοθετηθεί από τη μαρτυρία του ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε διαβήματα για να εγγραφεί το επίδικο όχημα ή να μπορεί να γίνουν αποδεκτές οι θέσεις του περί τούτου. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας ανάφερε ότι στις 02/03/2008 είχε διευθετήσει συνάντηση με τον διευθυντή των εναγόμενων αρ. 2 στην Αρχή Αδειών για να γίνει η μεταβίβαση του οχήματος στο όνομα του, αλλά ο τελευταίος δεν παρουσιάστηκε. Διερωτώμαι πως μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου οχήματος επ' ονόματι του ενάγοντα τη στιγμή που αυτό ουσιαστικά πωλήθηκε στους εναγόμενους αρ. 1 από τους εναγόμενους αρ. 2 και ενοικιάστηκε στον ενάγοντα χωρίς μέχρι τη στιγμή εκείνη να είχε εξοφληθεί το τίμημα. Και πώς είναι δυνατό να έγινε τέτοια διευθέτηση μεταξύ ενάγοντα και του διευθυντή των εναγόμενων αρ. 2 χωρίς την εμπλοκή των εναγόμενων αρ. 1 και πώς θα μπορούσαν οι εναγόμενοι αρ. 2 να είχαν προβεί σε μια τέτοια μεταβίβαση, αφού η υποχρέωση τους ήταν να το μεταβιβάσουν, τουλάχιστον και στους εναγόμενους αρ.
  5. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι μετά από τα πιο πάνω, προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον διευθυντή των εναγόμενων αρ. 2 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2009 χωρίς αποτέλεσμα ενώ ο αρμόδιος υπάλληλος των εναγόμενων αρ. 1, τον οποίο επισκεπτόταν συστηματικά για να ενημερωθεί κατά πόσο μεταβιβάστηκε το όχημα του απαντούσε αρνητικά. Η πιο πάνω θέση του ενάγοντα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αφού ο ενάγοντας είχε ανάγκη να χρησιμοποιεί το επίδικο όχημα για την εκτέλεση των εργασιών του όπως ανάφερε και δεν μπορούσε να το πράξει, διότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 παρέβηκαν, κατά τη θέση του, τις υποχρεώσεις τους γιατί κατ' αρχάς περίμενε μέχρι τις 02/03/2008 να αρχίσει να προβαίνει σε ενέργειες και απαίτηση εγγραφής του έστω και επ' ονόματι του, όπως ισχυρίστηκε και κατά δεύτερο αφού κανένας από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 επιδείκνυε ενδιαφέρον γιατί ανάμενε μέχρι τον Αύγουστο του 2009, οπόταν όπως προκύπτει επισκέφθηκε δικηγόρο και απαιτούσε από τους εναγόμενους αρ. 2 την εγγραφή του φορτηγού επ' ονόματι του; Γιατί δεν έλαβε ενωρίτερα οποιαδήποτε μέτρα; Και γιατί ο ενάγοντας δεν προέβηκε άμεσα σε διαβήματα για τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς και να επιστρέψει το επίδικο φορτηγό στους εναγόμενους αρ. 1; Στην Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι στις 29/01/2010 τερμάτισε τη συμφωνία ενοικιαγοράς και αξίωσε επιστροφή των χρημάτων που καταβλήθηκαν δυνάμει αυτής από τους εναγόμενους αρ.
  6. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός του αποδεικνύεται από τη μαρτυρία του. Αναφέρθηκε απλώς στο γεγονός ότι κατά τις 29/01/2010 αποστάληκε επιστολή προς τους εναγόμενους αρ. 1 χωρίς οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες του περιεχομένου της ή να προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό για τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επιστολή αυτή απωλέσθηκε γι αυτό και δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Ακόμη και έτσι να είναι όμως, δεν δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αυτής σε σχέση με το περιεχόμενο της και κατά πόσο όντως αποτελούσε τερματισμό του επίδικου συμβολαίου και σε ποια βάση. Δεν έχει καταδειχθεί ότι πράγματι ο ενάγοντας προχώρησε με τον τερματισμό του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς και σε ποια βάση. Ο ενάγοντας παρουσιάζει τον εαυτό του αδικημένο και ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 τον έχουν καταστρέψει διότι δεν ενέγραψαν το επίδικο φορτηγό και ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 πήραν μεγάλα χρηματικά ποσά για να εξοφλήσουν το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς από τις καταθέσεις του πατέρα του αντί από τους εναγόμενους αρ.
  7. Κατ' αρχάς προκύπτει ότι ο ενάγοντας πέραν της πρώτης δόσης δεν έχει καταβάλει οποιαδήποτε άλλη δόση και ο ίδιος παραδέχεται ότι τα υπόλοιπα χρήματα που μεταφέρθηκαν στο λογαριασμό της ενοικιαγοράς προέρχονται από τις εξασφαλίσεις που είχαν οι εναγόμενοι αρ. 1 και συγκεκριμένα από κατάθεση του πατέρα του. Κατά την αντεξέταση του προκύπτει να εστιάζει το παράπονο του σε αυτό το μέρος και ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 πήραν περισσότερα χρήματα από όσα έπρεπε κατά το χρόνο που τα πήραν και τα οποία ζητά πίσω. Εκτός του ότι η αγωγή του δεν εδράζεται σε αυτή την βάση και ούτε υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης τέτοιοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί, ο ενάγοντας προκύπτει να απαιτεί χρήματα που καταβλήθηκαν από τρίτο πρόσωπο και όχι από τον ίδιο. Σε σχέση με τους εναγόμενους αρ. 2, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι δεν τους όφειλε οποιοδήποτε ποσό και ότι το ποσό της μεταχρονοληγημένης επιταγής συμφωνήθηκε να αποκοπεί από τις επιδιορθώσεις που ο ίδιος προέβηκε στο επίδικο φορτηγό. Η θέση αυτή όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχάς υπάρχει σχετική απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγ. Αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου εναντίον του για το ποσό αυτό και οι λόγοι που ανάφερε ότι δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία δεν μπορεί να κριθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Άλλωστε αυτό προβλήθηκε σε εκείνη την αγωγή στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης και δεν έγινε αποδεκτό (βλ. τεκμήριο 17 και την απόφαση του Δικαστηρίου). Είναι δεδομένο λοιπόν ότι τελεσιδίκησε το ζήτημα αυτό και δεν θα μπορούσε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να γίνουν αποδεκτοί οποιοιδήποτε άλλοι ισχυρισμοί περί του αντιθέτου που θα είχε ως αποτέλεσμα να ακυρώνεται η απόφαση εκείνη του Δικαστηρίου με έμμεσο τρόπο. Ουσιαστικά κρίνω ότι υπάρχει δεδικασμένο στο ζήτημα αυτό και ο ενάγοντας εμποδίζεται από το να προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (βλ. Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 και K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Σε κάθε περίπτωση όμως οι ισχυρισμοί περί συμφωνίας εξόφλησης της επιταγής στη βάση του ότι προέβηκε σε επιδιορθώσεις του φορτηγού ο ενάγοντας για να καταστεί εφικτή η εγγραφή του δεν φαίνεται να υποστηρίζονται επαρκώς. Επίσης, ο ενάγοντας στην αγωγή του ουδέποτε αναφέρθηκε στο ζήτημα της επιταγής αυτής ως μέρος της προκαταβολής. Ο ίδιος στην αγωγή του ισχυρίζεται ότι κατέβαλε ως προκαταβολή μόνο το ποσό των £5000 και όταν εγέρθηκε το ζήτημα αυτό από την υπεράσπιση των εναγόμενων αρ. 2, τότε αυτός προβαίνει σε ισχυρισμούς περί εξόφλησης και αυτής της επιταγής με τον τρόπο που επιχείρησε να καταδείξει στο Δικαστήριο, παρουσιάζοντας το επίδικο φορτηγό στην ουσία ιδιαίτερα ελλαττωματικό. Περαιτέρω, ενώ αναφέρει ότι η συμφωνία τους για τις επιδιορθώσεις από τον ίδιο έγινε μεταγενέστερα της παράδοσης της εν λόγω επιταγής, κατά την αντεξέταση του σε κάποιο στάδιο είπε ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 του έδωσαν απόδειξη είσπραξης του ποσού των £10,000 διότι γνώριζαν ότι οι επιδιορθώσεις θα στοίχιζαν περισσότερα, κάτι που προκύπτει όμως να έγινε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα με την καταβολή της εν λόγω επιταγής. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τους ισχυρισμούς του ενάγοντα με τον τρόπο που τους έχει παρουσιάσει. Η μαρτυρία του παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες και δεν υποστηρίζεται από τα σχετικά έγγραφα και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Προκύπτει επίσης από την ίδια την κατάσταση λογαριασμού που ο ίδιος κατάθεσε και προέρχεται από τους εναγόμενους αρ. 1 ότι, εκτός από την πρώτη δόση του συμβολαίου ενοικιαγοράς, ουδεμία άλλη δόση έχει καταβληθεί εκτός των ποσών που λήφθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 1 από τις εξασφαλίσεις που κατείχαν. Μετά και από αυτό, προκύπτει ο ενάγοντας να προβαίνει σε διεκδίκηση εγγραφής του επίδικου οχήματος στο όνομα του από τους εναγόμενους αρ. 2 και να προβάλλει ισχυρισμούς ότι κακώς οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν μερίμνησαν να εγγραφεί και ο ίδιος ως ιδιοκτήτης. Απορρίπτεται η μαρτυρία πλην των μερών αυτής που αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Ο Μ.Υ.2 κατάθεσε για να καταδείξει ότι ο ενάγοντας είχε με την εταιρεία του συνεργασία από το 2008 ενοικιάζοντας οχήματα - φορτηγά από αυτήν. Η θέση του αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους και την αποδέχομαι. Παρόλα αυτά θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός αυτό και μόνο δεν είναι ικανό να καταδείξει ή να υποστηρίξει τη θέση του ενάγοντα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός δεν χρησιμοποιούσε το επίδικο φορτηγό. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του μάρτυρα αυτού που σχετίζονται με το επίδικο φορτηγό, ο ίδιος είπε ότι δεν τον αφορά το ζήτημα και δεν διευκρίνισε ή έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τους ισχυρισμούς που εξέφρασε κατά την κυρίως εξέταση του. Σε κάθε περίπτωση οι αναφορές του αυτές αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία προερχόμενη από όσα ο ενάγοντας του ανάφερε και δεν θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο ενάγοντας προσήλθε στο Δικαστήριο και κατάθεσε και η μαρτυρία του έχει αξιολογηθεί ανωτέρω. Ο Μ.Υ.3 δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντα, χωρίς επιτυχία όμως. Αυτός είναι στενό συγγενικό πρόσωπο του ενάγοντα και κατά την αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να στηρίξει τα όσα κατά την κυρίως εξέταση του ανάφερε ή να επεξηγήσει τί έγινε κατά τις 08/11/2007 που ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών κατά τη σύναψη της συμφωνίας αγοράς του επίδικου φορτηγού από τους εναγόμενους αρ.
  1. Ειδικότερα σε σχέση με τις αναφορές του ότι το φορτηγό δεν είχε τα απαραίτητα προστατευτικά στο πλάι και ότι θα έπρεπε να γίνουν και κάποιες άλλες επιδιορθώσεις έτσι ώστε να δύναται να εγγραφεί, αυτές δεν μπορούσαν να υποστηριχθούν κατά την αντεξέταση του. Είπε ότι δεν θυμάται τί έλειπε και τί δεν έλειπε, έχει περάσει πολλής καιρός και ότι είχε κάποια πράγματα που έπρεπε να μπουν και να επιδιορθωθούν. Δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την αναφορά του ότι ο ενάγοντας εξόφλησε το τίμημα. Αναφορικά με την μεταχρονολογημένη επιταγή είπε ότι δεν εξοφλήθηκε διότι δεν μπορούσε να δουλέψει το αυτοκίνητο και ότι παράβηκε τα συμφωνηθέντα ο πωλητής. Επίσης, είπε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του ενάγοντα και ότι αυτός δεν αρνήθηκε το υπόλοιπο του, θέση που συγκρούεται με τα όσα ο ενάγοντας επιχείρησε να παρουσιάσει για το ζήτημα αυτό. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού απορρίπτεται στην ολότητα της. Ο Μ.Υ.1 των εναγόμενων κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και τα γεγονότα που περιβάλλουν, κυρίως, την κίνηση του επίδικου λογαριασμού ενοικιαγοράς. Αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο κατάστημα των εναγόμενων αρ. 1 στο οποίο παραχωρήθηκε η επίδικη χρηματοδότηση και είχε την εποπτεία του λογαριασμού, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Ο μάρτυρας για την κίνηση του επίδικου λογαριασμού παράπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 16, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ο ενάγοντας και εξήγησε ότι με βάση αυτή προκύπτει ότι πέραν της πρώτης δόσης που καταβλήθηκε στις 19/12/2007, ουδεμία άλλη δόση έχει καταβληθεί από τον ενάγοντα, θέση που δεν έτυχε ουσιαστικά αμφισβήτησης και την αποδέχομαι. Η θέση επίσης του μάρτυρα ήταν ότι οι δόσεις θα πληρώνονταν από τον τρεχούμενο λογαριασμό του ενάγοντα, πλην όμως πέραν της πρώτης δόσης δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα υπόλοιπα για τις μετέπειτα δόσεις. Το γεγονός αυτό δεν προκύπτει να συγκρούεται με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ο ενάγοντας κατά τη μαρτυρία του δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο τρεχούμενος του λογαριασμός είχε επαρκή υπόλοιπα και οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν τα χρησιμοποιούσαν για εξόφληση των δόσεων ενοικιαγοράς. Ο μάρτυρας εξήγησε περαιτέρω ότι οι δόσεις θα πληρώνονταν αυτόματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό του ενάγοντα και αν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια αυτό θα γινόταν. Από τη στιγμή που δεν γινόταν είπε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν τέτοια διαθέσιμα υπόλοιπα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι τα ποσά των €12.894,02 και €1.910,00 με τα οποία πιστώθηκε ο επίδικος λογαριασμός κατά τις 18/08/2008 και 01/09/2008 αν και δεν φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 16 κατά πόσο προήλθαν από τον τρεχούμενο λογαριασμό του ενάγοντα, εξήγησε ότι αυτά δεν θα μπορούσαν να ήταν από τον εν λόγω λογαριασμό αλλά από τις εμπρόθεσμες καταθέσεις που ήταν δεσμευμένες. Και τούτο, διότι τεχνικά δεν γίνεται να μεταφερθεί από εμπρόθεσμο κατάθεση μέσα σε δάνειο ποσό αλλά θα πρέπει να γίνει μέσω άλλου λογαριασμού, όπως ο τρεχούμενος. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ όλα τα πιο πάνω που ο μάρτυρας ανάφερε και τη βασική του θέση ότι ο τρεχούμενος λογαριασμό του ενάγοντα δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να καταβάλλονται οι δόσεις της ενοικιαγοράς. Περαιτέρω, προκύπτει ότι κατά την αντεξέταση του μάρτυρα δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι σχετικές καταχωρήσεις επί του τεκμηρίου
  2. Αντιθέτως, η πλευρά του ενάγοντα βασίστηκε σε αυτές και ειδικότερα στις καταθέσεις που προκύπτει να έγιναν στον επίδικο λογαριασμό με συμψηφισμό. Αντεξετάστηκε ο μάρτυρας στο κατά πόσο είχε στην κατοχή οποιαδήποτε ειδοποίηση για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός προς τον ενάγοντα και τους εγγυητές για να πει ότι αυτή είναι η πρακτική που ακολουθούσε η τράπεζα αλλά δεν είχε οποιεσδήποτε επιστολές για να καταθέσει. Ειδικότερα για την επιστολή τερματισμού ανάφερε ότι αυτή αποστέλλεται από την Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών, που είναι άλλο τμήμα όπου μεταφέρεται ο λογαριασμός στην περίπτωση καθυστερήσεων. Ανάφερε όμως ότι ο ίδιος επικοινώνησε προσωπικά τόσο με τον ενάγοντα όσο και με τους εγγυητές ενημερώνοντας τους για τις καθυστερήσεις, θέση που αποδέχομαι. Δεν έχει διαφανεί ο μάρτυρας να έλεγε ψέματα περί τούτου. Ο λογαριασμός προκύπτει επίσης να παρουσίαζε καθυστερήσεις και αυτή ήταν η πρακτική που ακολουθείτο προτού παραπεμφθεί στο Τμήμα Ανάκτηση Χρεών. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 21, στην οποία ουσιαστικά περιορίζεται η αξίωση των εναγόμενων αρ.
  3. Σημειώνεται ότι ο ίδιος ο ενάγοντας κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 16 στο οποίο βασίστηκε για να καταδείξει την κίνηση του επίδικου λογαριασμού. Ο μάρτυρας επιχειρήθηκε να αντεξεταστεί επί του ζητήματος των τόκων που χρεώνονται στο τεκμήριο 21, που είναι όμως εκτός των δικογράφων. Αποδέχομαι το τεκμήριο 21 ως την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού του τεκμηρίου
  4. Το κατά πόσο όμως υπό τις περιστάσεις είναι ικανή να αποδείξει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 δικαιούνται το υπόλοιπο που καταδεικνύει, είναι κάτι που θα αποφασιστεί κατωτέρω. Η Μ.Υ.2 των εναγόμενων αρ. 2, αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται κατά τη σύναψη μια συμφωνίας ενοικιαγοράς και δεν διακρίνω κάτι το μεμπτό στα όσα ανάφερε, που εν πάση περιπτώσει αποτελούν και νομικά ζητήματα. Όσον αφορά τα επίδικα ζητήματα όμως η μάρτυρας αυτής δεν ήταν σε θέση να προσθέσει οτιδήποτε καθότι δεν ήταν η άμεσα εμπλεκόμενη με την επίδικη ενοικιαγορά και ούτε είχε οποιαδήποτε γνώση για αυτά. Ειδικότερα, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει σε ποιες ενέργειες οι εναγόμενοι αρ. 1 προέβηκαν προς τον πωλητή για να τους μεταβιβάσει το επίδικο φορτηγό, πέραν από τη γενική της αναφορά ότι πιστεύει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 ασκούσαν πίεση προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο Μ.Υ.1 των εναγόμενων αρ. 2, αναφέρθηκε στη μαρτυρία του ουσιαστικά στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι αρ. 2, δεν προέβηκαν στην εγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου φορτηγού λόγω του ότι δεν είχε εξοφληθεί η μεταχρονολογημένη επιταγή, τεκμήριο
  5. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών αναφέρθηκε στις διαδικασίες που οι εναγόμενοι αρ. 2 προέβηκαν για την είσπραξη της εν λόγω επιταγής, οι οποίες δεν προκύπτει να αμφισβητούνται. Υπάρχει επίσης η τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγ. Αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου με την οποία αποφασίστηκε ο ενάγοντας να καταβάλει στους εναγόμενους αρ. 2 το ποσό της επιταγής αυτής καθώς επίσης και το διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Προκύπτει επίσης να αποτελεί κοινό έδαφος ότι η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει εξοφληθεί ακόμη από τον ενάγοντα. Όλα τα πιο πάνω που ανάφερε είναι αποδεκτά από το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ και τη θέση του ότι κατά τις 08/11/2007 οι εναγόμενοι αρ. 2 εξέδωσαν την απόδειξη είσπραξης, τεκμήριο 9 για το ποσό των £10,000 η οποία παρουσιάστηκε στους εναγόμενους αρ.1 για σκοπούς χρηματοδότησης της αγοράς του επίδικου φορτηγού από τον ενάγοντα. Η εν λόγω απόδειξη αντιστοιχούσε στις δύο επιταγές που οι εναγόμενοι αρ. 2 έλαβαν από τον ενάγοντα. Άλλωστε δεν προβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη θέση από τον ενάγοντα για τον τρόπο που προέκυψε η εν λόγω απόδειξη. Σημειώνεται όμως η θέση του μάρτυρα αυτού ότι η απόδειξη αυτή δόθηκε με σκοπό να καταφέρει ο ενάγοντας να εξασφαλίσει χρηματοδότηση και ότι στην ουσία δεν είχε εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό της εν λόγω προκαταβολής. Περαιτέρω, κρίνεται ορθή η θέση του ότι η εγγραφή του οχήματος που ο ενάγοντας αγόρασε και της άδειας τύπου Α ενεγράφησαν επ' ονόματι του στις 03/11/2008 (βλ. τεκμήρια 5 και 6) και ότι πριν από την πιο πάνω ημερομηνία το επίδικο φορτηγό δεν μπορούσε να εγγραφεί διότι ο ενάγοντας δεν είχε τέτοια άδεια. Αυτό προκύπτει από τα τεκμήρια 5 και 6 και από την μη παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι ο ενάγοντας θα μπορούσε να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης και/ή συνιδιοκτήτης του επίδικου φορτηγού με την αγορά και μόνο μιας τέτοιας άδειας. Επίσης, δεν παρουσιάστηκε τέτοια άδεια από τον ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου, τουλάχιστον πριν τις 03/11/
  6. Αποδέχομαι περαιτέρω τις θέσεις του ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 εισέπραξαν το υπόλοιπο του τιμήματος από τους εναγόμενους αρ. 1 και ότι οι τελευταίοι παρέδωσαν προς την Τράπεζα το τεκμήριο 12 που ήταν η ανάληψη ευθύνης μεταβίβαση του επίδικου φορτηγού εντός 15 ημερών. Επίσης, αποδέχομαι τη θέση του ότι δεν μεταβίβασε το όχημα στην προθεσμία αυτή λόγω της μη παρουσίασης και κατοχής άδειας Α από τον ενάγοντα, ως προκύπτει και από τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν. Επίσης, αποδέχομαι ότι ούτε μετά τις 03/11/2008 οι εναγόμενοι αρ. 2 προέβηκαν σε μεταβίβαση του επίδικου φορτηγού καθότι ο ενάγοντας δεν είχε τιμήσει την μεταχρονολογημένη επιταγή και ότι η συμφωνία τους ήταν να εγγράψει και μεταβιβάσει το όχημα ότι αυτή θα εξοφλείτο. Δεν έχει προκύψει οποιοσδήποτε άλλος λόγος για το ζήτημα αυτό και την μη εν τέλει εγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου φορτηγού. Όσον αφορά τις θέσεις του ότι η παρούσα αγωγή δεν αφορά τους εναγόμενους αρ. 2 και ότι η απαίτηση για εγγραφή του οχήματος θα έπρεπε να ήταν από τους εναγόμενους αρ. 1 και όχι από τον ενάγοντα, αυτές αποτελούν νομικά ζητήματα στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Ο Μ.Υ.2 των εναγόμενων αρ. 2 κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και τη δική του εμπλοκή και σχέση με την παρούσα υπόθεση. Δεν παραγνωρίζω ότι ο μάρτυρας αυτός συνεργάζεται και/ή εργάζεται για λογαριασμό του Μ.Υ.1 των εναγόμενων αρ. 2 και/ή των εναγόμενων αρ. 2 και εργάστηκε και στο παρελθόν μαζί τους και ότι ενδεχομένως να έχει συμφέρον στο να δώσει μαρτυρία υπέρ τους. Ο ίδιος όμως την ίδια ώρα είπε ότι είναι και φίλος με τον ενάγοντα, θέση που δεν αμφισβητήθηκε και ότι είχε και με αυτόν συνεργασία κατά την περίοδο 2009 -
  7. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός κατά τον πιο πάνω αναφερόμενο χρόνο εργάστηκε για λογαριασμό του ενάγοντα οδηγώντας φορτηγό δεν έτυχε αμφισβήτησης από την πλευρά του ενάγοντα. Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης από τη μαρτυρία του ήταν ότι δεν ήταν το επίδικο φορτηγό που οδηγούσε και ο ενάγοντας χρησιμοποιούσε για τις εργασίες του. Ο μάρτυρας επί τούτου έδωσε πλήρη περιγραφή του φορτηγού και ήταν σταθερός στη θέση του ότι είναι το επίδικο φορτηγό που οδηγούσε. Το γνώριζε είπε διότι ο ενάγοντας το αγόρασε από τον XXXXX Δημοσθένους και γνώριζε τα χαρακτηριστικά του. Απέρριψε κατηγορηματικά ότι κατ' εκείνο το χρόνο οδηγούσε το φορτηγό με αρ. εγγραφής XXXXX57 ή το XXXXX
  8. Δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του και ούτε προκύπτει να τίθεται ζήτημα λάθους από τον ίδιο αναφορικά με το φορτηγό που χρησιμοποιούσε για λογαριασμό του ενάγοντα τους επίδικους χρόνους. Ο Μ.Υ.3 των εναγόμενων αρ. 2 κρίνω επίσης ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε. Ο μάρτυρας αυτός ανάφερε ότι γνωρίζει τόσο τον ενάγοντα όσο και τον XXXXX Δημοσθένους και ότι είναι φίλος με τον ενάγοντα. Πήγε μαζί με τον ενάγοντα και είδαν το επίδικο όχημα στο χώρο του XXXXX είπε και μετά που ο ενάγοντας το αγόρασε το χρησιμοποιούσε για τις εργασίες του, στις οποίες συνεργάζονταν. Ανάφερε τα χαρακτηριστικά του εν λόγω οχήματος τα οποία συνάδουν με αυτά που ανάφερε και ο Μ.Υ.2 των εναγομένων αρ. 2 ανωτέρω. Ο μάρτυρας αυτός ήταν σταθερός στη μαρτυρία του και σε κανένα στάδιο κλονίστηκε η αξιοπιστία του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία που αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή δεν έτυχε αμφισβήτησης και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτή, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Ο ενάγοντας κατά το έτος 2007 ήταν επαγγελματίας μηχανοδηγός και στις 08/11/2007 συμφώνησε να αγοράσει από τους εναγόμενους αρ. 2 ένα φορτηγό όχημα FLAT LORRY, μάρκας Volvo, τύπου Tipper με Chassis No. XXXXX2832 έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των £42,550 (€72,760.50) συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό των £5000 στους εναγόμενους αρ. 2 με επιταγή της ημέρας και ακόμη £5000 με μεταχρονολογημένη επιταγή, πληρωτέα στις 08/04/2008, ως προκαταβολή. Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος θα χρηματοδοτείτο από τους εναγόμενους αρ.
  9. Παρουσιάστηκαν προς τους εναγόμενους αρ. 1 απόδειξη είσπραξης των εναγόμενων αρ. 2 για το ποσό των £10,000 που αποτελούσε την προκαταβολή και τιμολόγιο εκδομένο στο όνομα των εναγόμενων αρ.
  10. Το ποσό των £5000 όμως της προκαταβολής δεν είχε εξοφληθεί και αποτελούσε συμφωνία του ενάγοντα και των εναγόμενων αρ. 2 ότι η εγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου φορτηγού θα γινόταν όταν εξοφλείτο και αυτό το ποσό. Στις 19/11/2007 καταρτίστηκε Συμβόλαιο Ενοικιαγοράς (βλ. τεκμήριο 10) για το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, ήτοι για τις £32,
  11. Η συμφωνία αυτή υπογράφεται από τους εναγόμενους αρ. 2, κάτω από την παράγραφο «ΔΗΛΩΣΗ ΕΜΠΟΡΟΥ», από τον ενάγοντα ως Ενοικιαστή και από τους Εναγόμενους αρ.
  12. Το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης ανήλθε στις £32,736.00 πλέον τα δικαιώματα ενοικιαγοράς και η διάρκεια ενοικίασης θα ήταν για 84 μήνες. Θα αποπληρωνόταν από τον ενάγοντα με 84 μηνιαίες δόσεις των £530,11 η κάθε μια, αρχής γενομένης τις 19/12/
  13. Την πιστή τήρηση των όρων του πιο πάνω συμβολαίου και την ανάληψη ευθύνης για αποζημίωση των εναγόμενων αρ. 1 για οποιαδήποτε ζημιά, εγγυήθηκαν ο XXXXX Μηνά και η XXXXX Λεοντίου, γονείς του ενάγοντα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της πιο πάνω χρηματοδότησης, ο εν λόγω XXXXX Μηνά και η εν λόγω XXXXX Λεοντίου, στις 18/11/2007 υπέγραψαν προς όφελος των εναγόμενων αρ. 1, Εντολή Συμψηφισμού (βλ. τεκμήριο 20). Οι εναγόμενοι αρ. 2 στις 19/11/2007 με τραπεζική επιταγή των εναγόμενων αρ. 1 πληρώθηκαν και εισέπραξαν ολόκληρο το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του επίδικου φορτηγού δηλαδή το ποσό των £32,500 και υπέγραψαν και παράδωσαν προς τους εναγόμενους αρ. 1 δέσμευση και υποχρέωση όπως σε 15 μέρες παρουσιάσουν προς τους τελευταίους τίτλο ιδιοκτησίας του φορτηγού που να δεικνύουν ως ιδιοκτήτη τους εναγόμενους αρ.1 και ως ενοικιαγοραστή των ενάγοντα. Σε αντίθετη περίπτωση, οι εναγόμενοι αρ. 2 αναλάμβαναν την ευθύνη να επιστρέψουν προς τους εναγόμενους αρ. 1 το ποσό των £32,550 καθώς επίσης και οποιουσδήποτε τόκους και έξοδα προκύψουν. Επίσης, έχει προκύψει ότι επίδικο φορτηγό εισήχθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο και ο τίτλο ιδιοκτησίας του ήταν της χώρας αυτής. Για να μπορούσε να κυκλοφορήσει νόμιμα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, έπρεπε να εγγραφεί στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, αφού ικανοποιούσε τους απαραίτητους ελέγχους. Περαιτέρω, για να γινόταν η εγγραφή του έπρεπε να παρουσιαστεί Άδεια Οδικού Μεταφορέα Τύπου Α από τον προτεινόμενο ιδιοκτήτη και/ή συνιδιοκτήτη. Ο ενάγοντας στις 07/11/2007 αγόρασε από κάποιο XXXXX Στυλιανού το βαρύ φορτηγό με αρ. εγγραφής XXXXX11 μαζί με την Άδεια Οδικού Μεταφορέα Τύπου Α έναντι του ποσού των £9,
  14. Η εν λόγω Άδεια ήταν στο όνομα του εν λόγω XXXXX Στυλιανού και έληγε στις 30/06/
  15. Η μεταβίβαση του οχήματος με αρ. εγγραφής GL 511 έγινε επ' ονόματι του ενάγοντα στις 03/11/
  16. Ο ενάγοντας κατείχε Πιστοποιητικό Επαγγελματικής Επάρκειας για τις Εσωτερικές Οδικές Μεταφορές Εμπορευμάτων ημερομηνίας 13/07/
  17. Ο ενάγοντας παρέλαβε το επίδικο φορτηγό άμεσα από τους εναγόμενους αρ. 2 και το κατείχε και το χρησιμοποιούσε για την άσκηση των εργασιών του, χωρίς αυτό να είχε εγγραφεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο ενάγοντας κατέβαλε προς τους εναγόμενους αρ. 1 τη δόση ημερομηνίας 19/12/2007, δηλαδή την πρώτη δόση με βάση το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και δεν καταβλήθηκε οποιαδήποτε άλλη δόση καθότι ο τρεχούμενος λογαριασμός του από τον οποίο αυτόματα θα αποκοπτόταν η δόση, δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Τόσο ο ενάγοντας όσο και οι εγγυητές του ειδοποιήθηκαν από τον Μ.Υ.1 των εναγόμενων αρ. 1 για τις καθυστερήσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός της ενοικιαγοράς χωρίς ανταπόκριση με αποτέλεσμα αυτός να μεταφερθεί στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των εναγόμενων αρ.
  18. Με βάση το τεκμήριο 16, στις 14/08/2008 ο λογαριασμός ενοικιαγοράς πιστώθηκε με το ποσό των €12.894,02 και στις 28/08/2008 με το ποσό των €1,910.
  19. Επίσης, ο εν λόγω λογαριασμός στις 29/01/2009 πιστώθηκε με το ποσό των €13,203.48 και στις 03/06/2009 με το ποσό των €33,188.
  20. Τα εν λόγω ποσά λήφθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 1 από τις δεσμευμένες καταθέσεις των εγγυητών του ενάγοντα και δυνάμει της εντολής συμψηφισμού. Ο ενάγοντας στις 04/08/2009 με επιστολή του δικηγόρου του απαίτησε από τους εναγόμενους αρ. 2 την εγγραφή του επίδικου φορτηγού επ' ονόματι του, καθότι αμελούσαν, σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή να το πράξουν. Οι εναγόμενοι αρ. 2 με επιστολή τους ημερομηνίας 06/08/2009 απάντησαν ότι ήταν έτοιμοι να το πράξουν νοουμένου ότι ο ενάγοντας εξοφλούσε το τίμημα της μεταχρονολογημένης επιταγής για το οποίο είχε εκδοθεί δικαστική απόφαση στην Αγ. Αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου. Επίσης, ενημέρωναν ότι ουδέποτε ο ενάγοντας τους είχε ειδοποιήσει ότι ήταν έτοιμος για εγγραφή του φορτηγού νοουμένου ότι η εν λόγω εγγραφή απαιτούσε την κατοχή άδειας «Α» στο όνομα του. Πέραν των πιο πάνω έχει προκύψει ότι η απόφαση στην Αγ. Αρ. 470/09 Ε.Δ. Πάφου δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα και λαμβάνονται μέτρα εκτέλεσης. Επίσης, έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 ουδέποτε μέχρι και σήμερα έχουν προχωρήσει στο να εγγράψουν και μεταβιβάσουν το όχημα επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και/ή του ενάγοντα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα πραγματικών γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2, στον απαιτούμενο βαθμό. Το παράπονο του ενάγοντα, ως αυτό προκύπτει από τις δικογραφημένες στην Έκθεση Απαίτησης του θέσεις, είναι ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αρνήθηκαν να του μεταβιβάσουν το επίδικο φορτηγό επ' ονόματι του και/ή να μεριμνήσουν να εγγραφεί επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και/ή του ιδίου. Είναι γεγονός και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο φορτηγό αγοράστηκε και ενοικιάστηκε στον ενάγοντα μέσω του συστήματος ενοικιαγοράς. Είναι χρήσιμο λοιπόν στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στον τρόπο που λειτουργεί η ενοικιαγορά για να διαφανεί στο τέλος και το βάσιμο της απαίτησης και αγωγής του ενάγοντα, τόσο εναντίον των εναγόμενών αρ. 1 όσο και εναντίον των εναγόμενων αρ.
  21. Είναι πολύ καλά γνωστό και νομολογημένο ότι μια σύμβαση ενοικιαγοράς είναι συνήθως τριμερής. Στην Νικήτας Νικήτα κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 91 λέχθηκε ότι «Με την πρώτη συμφωνία, τα εμπορεύματα πωλούνται από τον έμπορο έναντι ανταλλάγματος στον χρηματοδοτικό οργανισμό στον οποίο μεταβιβάζεται και η κυριότητα τους, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να καθίσταται ο νέος ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων. Σ' αυτή την πρώτη συμφωνία, δεν εμπλέκεται ο ενοικιαγοραστής. Η δεύτερη συμφωνία, συνομολογείται μεταξύ του χρηματοδοτικού οργανισμού, ως νέου πλέον ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων, και του ενοικιαγοραστή. Με τη συμφωνία αυτή, παραχωρείται η κατοχή της χρήσης των εμπορευμάτων στον ενοκιαγοραστή, ο οποίος στην ουσία τα ενοικιάζει, με δικαίωμα να τα αγοράσει, αν επιθυμεί, κατά τη λήξη της σύμβασης, αφού βέβαια καταβάλει το σχετικό δικαίωμα αγοράς. Υπάρχουν περιπτώσεις όμως που μπορεί να μην εμπλέκεται ο έμπορος και ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της ενοικιαγοράς να μην είναι ουσιώδους σημασίας για την φύση της συναλλαγής. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κώστα Σταύρου Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1432, στις 1436-1437 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημα του, πλην της προκαταβολής όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να ανήκε αρχικά το αυτοκίνητο στον ίδιο τον ενοικιαγοραστή. Όπως στην περίπτωση της Yorkshire Railway Wagon Company v. Maclure [1872] 21 C.H.D 309: εταιρεία πώλησε περιουσιακά στοιχεία της σε άλλη, είσπραξε το τίμημα για να καλύψει τις ανάγκες της και συνήψε μαζί της σύμβαση ενοικιαγοράς με την οποία ενοικίασε τα ίδια περιουσιακά στοιχεία, προς επαναγορά τους στο τέλος. Αποφασίστηκε πως η αρχική πώληση που οδήγησε στην μεταβίβαση της κυριότητας ήταν πραγματική και πως, συνεπώς, η σύμβαση ενοικιαγοράς που συνάφθηκε στη συνέχεια, ήταν γνήσια. Όπως δε εξηγήθηκε στην Eastern Distributors v. Golderinga [1957] 2 All E.R. 525, δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εμποδίζει ιδιοκτήτη οχήματος από του να το πωλήσει σε χρηματοδοτικό οργανισμό, να εισπράξει το τίμημα και να το επιστρέψει με δόσεις. Και νοουμένου ότι η πώληση είναι γνήσια και όχι πλασματική απολήγει ισχυρή η σύμβαση ενοκιαγοράς που την ακολουθεί. Εννοείται, όσο και αν στόχος ήταν, σε τελική ανάλυση, ο δανεισμός χρημάτων με ασφάλεια το αντικείμενο της πώλησης- ενοικιαγοράς.» Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η πληρωμή ή όχι της προκαταβολής από τον μετέπειτα ενοικιαγοραστή αποτελεί μέρος της συμφωνίας του ιδίου με τον έμπορο και προηγείται της συμφωνίας για τη χρηματοδότηση. Δεν αποτελεί μέρος της (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χριστάκης Χρίστου Παντελή κ.α.
(2004)1Β Α.Α.Δ. 854). Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η συμφωνία ενοικιαγοράς, υπό την τριμερή της μορφή, όπως στην προκείμενη περίπτωση, εμπεριέχει στην πραγματικότητα δύο συμφωνίες. Η πρώτη συμφωνία αναφέρεται στη σχέση του εμπόρου με το χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία των εμπορευμάτων στο χρηματοδότη έναντι του ανταλλάγματος το οποίο, αντάλλαγμα, είναι το ποσό της χρηματοδότησης. Σ' αυτή τη συμφωνία δεν εμπλέκεται καθόλου ο ενοκιαγοραστής. Η πληρωμή ή όχι της προκαταβολής από το μετέπειτα ενοικιαγοραστή αποτελεί μέρος της συμφωνίας του ίδιου με τον έμπορο και προηγείται της συμφωνίας για τη χρηματοδότηση. Δεν αποτελεί μέρος της. Η δεύτερη συμφωνία αναφέρεται στη σχέση χρηματοδότη - ενοικιαγοραστή και εμπεριέχει δύο στοιχεία. Την παραχώρηση της κατοχής και της χρήσης των αντικειμένων της ενοικιαγοράς στον ενοικιαγοραστή, αφενός, και την υποχρέωση του ενοικιαγοραστή να επιστρέψει την κατοχή των εμπορευμάτων στο χρηματοδότη (ιδιοκτήτη) εάν και εφόσον δεν ασκήσει το δικαίωμα αγοράς, αφετέρου. (Βλ., μεταξύ άλλων, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432). Επομένως, η πληρωμή ή όχι προκαταβολής δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την εγκυρότητα της συμφωνίας ενοικιαγοράς, εφόσον δεν απαιτείται από το νόμο, και, κατά συνέπεια, η απόδειξη ή όχι της πληρωμής της προκαταβολής είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας και, εν πάση περιπτώσει, δε συνδέεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο με το δικαίωμα αγοράς.» Παραπέμπω επίσης στην Γεώργιος Σολωμού κ.α. v. Μarfin Popular Bank Public Ltd
(2011)1 A A.A.Δ. 36 όπου έγινε ανάλυση της φύσης και λειτουργίας μια σύμβασης ενοικιαγοράς με αναφορά στο Αγγλικό Δίκαιο. Στην παρούσα περίπτωση ο ενάγοντας εδράζει την αγωγή του στην παράβαση της σύμβασης ενοικιαγοράς από τους εναγόμενους αρ. 1 και ζητεί αποζημιώσεις. Ταυτόχρονα στο αιτητικό της αγωγής ζητεί και ακύρωση της συμφωνίας αυτής και επιστροφή όλων των χρημάτων που κατέβαλε εστιάζοντας, με βάση πάντα τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του στο ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν μερίμνησαν να εγγραφούν ως οι ιδιοκτήτες του επίδικου φορτηγού. Παρόλα αυτά δεν προκύπτει να υπάρχει ισχυρισμός ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς είναι άκυρη εξ' υπαρχής διότι οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν ήταν οι ιδιοκτήτες του επίδικου φορτηγού όταν του το ενοικίασαν και ούτε προκύπτει ο ενάγοντας να αμφισβητεί ότι υπήρξε μια καθόλα έγκυρη σύμβαση ενοικιαγοράς μεταξύ του ιδίου και των εναγόμενων αρ.
  1. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι συνομολογήθηκε μια καθόλα έγκυρη συμφωνία ενοικιαγοράς προκύπτει από τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου και την ίδια την συμφωνία ενοικιαγοράς, τεκμήριο
  2. Το επίδικο φορτηγό ήταν υπαρκτό και αυτό είχε παραδοθεί στον ενάγοντα κατά την σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ο οποίος το κατείχε. Αυτό άνηκε στους εναγόμενους αρ. 2, οι οποίοι είναι ο έμπορος και οι οποίοι υπογράφουν το τεκμήριο
  3. Οι εναγόμενοι αρ. 2 εξέδωσαν τιμολόγιο προς τους εναγόμενους αρ. 1 για την πώληση του φορτηγού και οι τελευταίοι κατέβαλαν το τίμημα αυτού, αφού είχε προηγηθεί η προκαταβολή και η παρουσίαση απόδειξης καταβολής της από τον ενάγοντα προς τους εναγόμενους αρ.
  4. Από της καταβολής του τιμήματος προς τους εναγόμενους αρ. 2, που έγινε την ίδια μέρα με την υπογραφή της συμφωνίας, οι εναγόμενοι αρ. 1 κατέστησαν οι κύριοι και ιδιοκτήτες του επίδικου φορτηγού (βλ. Ηλίας Τριανταφυλλίδης v.
  5. Filios Motor Agency Ltd
  6. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2010)1Α Α.Α.Δ. 358 και οι δικαιούμενοι σε εγγραφή του επ' ονόματι τους. Ακολούθως, αυτοί το ενοικίασαν στον ενάγοντα με τους όρους που περιέχονται στο τεκμήριο
  1. Η μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου φορτηγού στους εναγόμενους αρ.1 και/ή η ιδιοκτησία αυτού έγινε με την εξόφληση του τιμήματος αγοράς προς τους εναγόμενους αρ.
  2. Αυτή ήταν η πρόθεση των μερών και η οποία καταγράφεται ρητώς στη «ΔΗΛΩΣΗ ΕΜΠΟΡΟΥ» στο τεκμήριο
  3. Η εγγραφή του οχήματος στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών με σκοπό αυτό να δύναται να κυκλοφορεί νόμιμα στους δρόμους της Δημοκρατίας και η εγγραφή επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 είναι ζήτημα διαφορετικό από την κυριότητα και την ιδιοκτησία. Δεν προβλήθηκε οποιοδήποτε επιχείρημα αναφορικά με το ποιος είναι ο κύριος και/ή ο ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος κατά την σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς και/ή ότι δεν ήταν οι εναγόμενοι αρ.
  4. Το τιμολόγιο αγοράς εκδόθηκε στο όνομα τους και εξοφλήθηκε πλήρως κατά τη σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς και αυτοί κατέστησαν κύριοι και/ή ιδιοκτήτες του κατά το χρόνο εκείνο (βλ. Mercantile Union Guarantee Corporation Limited v. Wheatley [1938] 1 K.B. 490). Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας επικαλείται παράβαση ρητών ή εξυπακουόμενων όρων της επίδικης συμφωνίας από το γεγονός ότι δεν μερίμνησαν να εγγραφεί το επίδικο φορτηγό και να μεταβιβαστεί στο όνομα τους και/ή του ενάγοντα με σκοπό να μπορεί να το χρησιμοποιεί. Η υποχρέωση των εναγόμενων αρ. 1, η οποία προκύπτει από τη σύμβαση ενοικιαγοράς όμως είναι να μεταβιβάσουν το επίδικο φορτηγό στον ενάγοντα, όταν αυτός εξοφλήσει το συνολικό ποσό και ασκήσει το δικαίωμα αγοράς του, το οποίο καθορίστηκε, στην παρούσα συμφωνία, στις £
  5. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς η οποία κατατέθηκε ενώπιον μου από τον ενάγοντα είναι φωτοαντίγραφο και φαίνεται να μην είναι ολόκληρη η συμφωνία και να απουσιάζουν σελίδες από αυτή, στις οποίες να περιλαμβάνονται λεπτομερώς οι όροι αυτής. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει υποδειχθεί από την πλευρά του ενάγοντα ότι πέραν της πιο πάνω γενικής υποχρέωσης των εναγόμενων αρ. 1, προκύπτει οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση των εναγόμενων αρ. 1 σε σχέση με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου φορτηγού επ' ονόματι του ενάγοντα. Επομένως, ο ενάγοντας για να είχε οποιαδήποτε βάσιμη απαίτηση θα έπρεπε να είχε αποδείξει ότι αυτός έχει εξοφλήσει πλήρως το τίμημα της ενοικιαγοράς και έχει ασκήσει το δικαίωμα αγοράς του επίδικου φορτηγού και οι εναγόμενοι αρ. 1 αρνήθηκαν να του μεταβιβάσουν την κυριότητα του ή να το εγγράψουν επ' ονόματι του. Και τότε θα είχε δικαίωμα επιστροφής των ποσών που είχε καταβάλει. Ουδέποτε ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι κατά τους επίδικους χρόνους που ο ίδιος αξίωνε την εγγραφή του επίδικου φορτηγού επ' ονόματι του είχε συμμορφωθεί με τα πιο πάνω έτσι ώστε να αποκτήσει δικαίωμα εγγραφής του φορτηγού επ' ονόματι του. Ακόμη και μέχρι σήμερα φαίνεται να υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο. Και ούτε είναι αυτό που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Από τις πρόνοιες του τεκμηρίου 10, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω δεν προκύπτει υποχρέωση των εναγόμενων αρ. 1, να εγγράψουν έστω και επ' ονόματι του ενάγοντα το επίδικο φορτηγό κατά τη σύναψη της συμφωνίας και/ή καθόλη τη διάρκεια της ισχύς της. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε θέση και ισχυρισμός ότι ο ίδιος συμφώνησε με τους εναγόμενους αρ. 1 να προβούν σε μια τέτοια μεταβίβαση και εγγραφή του οχήματος πριν την εξόφληση του τιμήματος με σκοπό ο ίδιος να μπορεί να το χρησιμοποιεί για σκοπούς της εργασίας του. Είναι νομολογημένο ότι σε μια σύμβαση ενοικιαγοράς εμπεριέχονται και οι εξυπακουόμενοι όροι που περιλαμβάνονται σε μια συμφωνία πώλησης αγαθών. Συγκεκριμένα, εμπεριέχονται όροι για την καταλληλόλητα των εμπορευμάτων που ενοικιάζονται και για τον σκοπό για τον οποίο χρειάζονται, όταν αυτός κοινοποιείται στον ιδιοκτήτη (βλ. CHITTY ON CONTRACTS, Specific Contracts, Twenty - Fifht edition, para. 3252 και 3255). Eπίσης, περιλαμβάνεται εξυπακουόμενος όρος εκ μέρους του ιδιοκτήτη ότι θα έχει δικαίωμα να πωλήσει τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς, κατά το χρόνο που η κυριότητα τους θα πρέπει να μεταβιβαστεί στον ενοικιαγοραστή (βλ. Halsbury' Laws of England, fourth edition, Vol. 22 para. 243). Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει τεθεί από τον ενάγοντα ότι το επίδικο φορτηγό ήταν ελαττωματικό ή ότι δεν ήταν σε θέση να το χρησιμοποιήσει λόγω αυτή τους της ελαττωματικότητας. Ούτε έχει προκύψει κάτι τέτοιο από την προσκομισθείσα αξιόπιστη μαρτυρία. Ο ίδιος επίσης στην παράγραφο 3 στο τεκμηρίου 10, κάτω από τον τίτλο «ΔΗΛΩΣΗ ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΗ» δηλώνει ότι το ενοικιαγορασθέν αντικείμενο είναι απαλλαγμένο από ελαττώματα και είναι κατάλληλο για τον σκοπό που χρειαζόταν. Επίσης, ο ίδιος δεν έχει εξοφλήσει το τίμημα ενοικιαγοράς και ούτε άσκησε το δικαίωμα αγοράς του επίδικου φορτηγού έτσι ώστε να προέκυπτε η υποχρέωση των εναγόμενων αρ. 1 να του μεταβιβάσουν την κυριότητα του και τον τίτλο ιδιοκτησίας του και αυτοί να αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσαν να το πράξουν. Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία ή εξυπακουόμενος όρος στη συμφωνία ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 θα μεριμνούσαν να εγγράψουν το επίδικο φορτηγό με σκοπό ο ενάγοντας να δύναται να το χρησιμοποιεί νόμιμα για σκοπούς της εργασίας του, προκύπτει να υπήρχε αδυναμία να γίνει τούτο, κάτι για το οποίο όμως δεν ευθύνονται οι εναγόμενοι αρ.
  6. Ο ίδιος ο ενάγοντας γνώριζε ότι για να χρησιμοποιηθεί το φορτηγό έπρεπε να εγγραφεί στη Δημοκρατία καθώς επίσης και το γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι για να διενεργηθεί η εγγραφή του αποτελούσε προϋπόθεση η κατοχή και παρουσίαση άδεια οδικών μεταφορών τύπου Α. Είναι προφανές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι μια τέτοια άδεια ο ίδιος δεν κατείχε κατά τη σύναψη της επίδικης ενοικιαγοράς. Αυτός προχώρησε και αγόρασε την εν λόγω άδεια στις 07/11/2007 από τρίτο άτομο χωρίς όμως να έχει προκύψει να μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του, τουλάχιστον πριν τις 03/11/
  7. Πέραν τούτου, εκείνο το οποίο αναφύεται στην παρούσα υπόθεση είναι ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 αρνήθηκαν να προχωρήσουν με την εγγραφή του επίδικου φορτηγού και μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του καθότι είχαν προκύψει διαφορές με τον ενάγοντα σε σχέση με την προκαταβολή. Η συμφωνία όμως των εναγόμενων αρ. 2 με τον ενάγοντα, προηγήθηκε της σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς, δεν αποτελεί μέρος της και ούτε μπορεί να επηρεάζει την εγκυρότητα της ή τις υποχρεώσεις των εναγόμενων αρ. 1 που πηγάζουν από αυτήν. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει προκύψει οι εναγόμενοι αρ. 1 να είχαν γνώση για την μεταξύ των εναγόμενων αρ. 2 και του ενάγοντα συμφωνία ή σχέση πριν την σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ούτε οι εναγόμενοι αρ. 1 προκύπτει να γνώριζαν ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 θα αρνούνταν να προχωρήσουν με την εγγραφή και μεταβίβαση του τίτλου στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στο όνομα τους, έτσι ώστε και οι ίδιοι με την ολοκλήρωση της συμφωνίας ενοικιαγοράς να ήταν σε θέση να το μεταβιβάσουν στον ενάγοντα, αν αυτός ασκούσε το δικαίωμα αγοράς. Αντιθέτως, μερίμνησαν όπως λάβουν και εγγράφως τη δέσμευση των εναγόμενων αρ. 2 για την εν λόγω μεταβίβαση έστω και επ' ονόματι του ενάγοντα πριν την εξόφληση του τιμήματος, κάτι το οποίο όμως δεν κατέστη εφικτό λόγω της διάρρηξης των σχέσεων των εναγόμενων αρ. 2 με τον ενάγοντα και/ή λόγω της συμφωνίας που οι ίδιοι είχαν μεταξύ τους χωρίς οι εναγόμενοι αρ. 2 να γνωρίζουν γι αυτήν. Ούτε προκύπτει από τους όρους του τεκμηρίου 10 ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 όφειλαν προτού καταβάλλουν το τίμημα της ενοικιαγοράς προς τους εναγόμενους αρ. 2 να έπρεπε να μεριμνήσουν όπως το επίδικο φορτηγό εγγραφεί και μεταβιβαστεί στο όνομα τους. Ο ενάγοντας περαιτέρω στη μαρτυρία του επικαλέστηκε το τεκμήριο 12 και εξέφρασε παράπονο εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 ότι δεν στράφηκαν εναντίον των εναγόμενων αρ. 2 για να εισπράξουν το ποσό που τους κατέβαλαν αλλά προχώρησαν με την ρευστοποίηση των καταθέσεων του πατέρα του χωρίς να τους ειδοποιήσουν παίρνοντας μάλιστα περισσότερα χρήματα από ότι ήταν τα καθυστερημένα ενοίκια. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1, ο ενάγοντας επικαλείται υπέρβαση της εξουσίας των εναγόμενων αρ. 1 στις ενέργειες τους αυτές και παράβαση των συμφωνηθέντων και αμέλεια, χωρίς να παρατίθενται και οποιεσδήποτε λεπτομέρειες μια τέτοιας αμέλειας ή αυτή της υπέρβασης ή παράβασης των συμφωνηθέντων που επικαλείται. Ουσιαστικά όμως ο ενάγοντας επιχείρησε κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο να αναφερθεί στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι αρ. 1, παρά το ότι δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες του δόσεις, δεν είχαν δικαίωμα να αποσύρουν από το λογαριασμό του πατέρα του, περισσότερα χρήματα από αυτά που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν το ποσό των καθυστερημένων δόσεων. Δεν έτυχε αμφισβήτησης το τεκμήριο 20 και το δικαίωμα επίσχεσης των εναγόντων το οποίο παραχώρησε ο εν λόγω πατέρας του ενάγοντα αλλά και η μητέρα του. Επίσης, έχει προκύψει ότι ο Μ.Υ.1 των εναγόμενων αρ. 1 τους ειδοποίησε για τις καθυστερήσεις πριν ενεργοποιήσει το δικαίωμα αυτό των εναγόμενων αρ.
  8. Εκείνο το οποίο όμως ο ενάγοντας επικαλείται με τους πιο πάνω ισχυρισμούς είναι την παράβαση των όρων εγγύησης και του δικαιώματος επίσχεσης το οποίο ο πατέρας και η μητέρα του παραχώρησαν προς τους εναγόμενους αρ. 1 και τη λήψη των δικών τους χρημάτων. Ο ενάγοντας δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από τις πιο πάνω ενέργειες των εναγόμενων αρ. 1 και ο ίδιος δεν έχει δικαίωμα να αξιώνει οποιαδήποτε θεραπεία σε αυτή μάλιστα τη βάση και στα πλαίσια της Απάντησης και Υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Η επίσχεση των χρημάτων αυτών από τους εναγόμενους αρ.1 έγινε από λογαριασμό του πατέρα του ενάγοντα, ως εγγυητή και αν αυτό έγινε κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, εκείνος που θα έπρεπε να είχε παράπονο και αγώγιμο δικαίωμα ήταν ο πατέρας του και εγγυητής και όχι ο ίδιος ο ενάγοντας. Περαιτέρω, δεν είχε προκύψει ότι ο ενάγοντας σε κάθε περίπτωση υπέστη και οποιαδήποτε ζημιά στην παρούσα υπόθεση, αφού όπως έχει προκύψει αυτός είχε καθόλον τον ουσιώδη χρόνο το επίδικο φορτηγό στην κατοχή του και μάλιστα το χρησιμοποιούσε και παράνομα όπως φαίνεται. Ούτε έχει προκύψει να τερμάτισε καθοιονδήποτε τρόπο τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Όσον αφορά τους εναγόμενους αρ. 2, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι η αγωγή του ενάγοντα δεν μπορεί να έχει επιτυχία, ούτε εναντίον και αυτών. Η πώληση του επίδικου φορτηγού από τους εναγόμενους αρ. 2, στην ουσία έγινε προς τους εναγόμενους αρ. 1 οι οποίοι το ενοικίασαν στην συνέχεια στον ενάγοντα. Το τιμολόγιο εκδόθηκε προς τους εναγόμενους αρ. 1, είναι σε αυτούς που πώλησαν το επίδικο φορτηγό και είναι από αυτούς που εισέπραξαν το τίμημα πώλησης του. Οι υποχρεώσεις των εναγόμενων αρ. 2 είναι πλέον προς τους εναγόμενους αρ. 1, αναφορικά με την εγγραφή και μεταβίβαση του επίδικου φορτηγού και όχι προς τον ενάγοντα (βλ. Ηλίας Τριανταφυλλίδης v.
  9. Filios Motor Agency Ltd
  10. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω). Πέραν τούτου, θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα περίπτωση, είχε συμφωνηθεί μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου η καταβολή του ποσού των £10,000 ως προκαταβολή. Η συμφωνία τους επίσης προέβλεπε ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 θα ενέγραφαν το φορτηγό με την εξόφληση ολόκληρης της προκαταβολής, κάτι που όπως έχει προκύψει δεν έλαβε χώρα ακόμη και μέχρι σήμερα. Το κατά πόσο όμως οι εναγόμενοι αρ. 2 είχαν δικαίωμα να μην προχωρήσουν να εγγράψουν και μεταβιβάσουν το όχημα προς τους εναγόμενους αρ. 1, δεν είναι ζήτημα που απασχολεί την παρούσα αγωγή, αλλά ζήτημα μεταξύ εναγόμενων αρ. 1 και
  11. Η ουσία είναι ότι ο ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με τα συμφωνηθέντα με τους εναγόμενους αρ. 2 και δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε απαίτηση ούτε από αυτούς, ανεξάρτητα των πιο πάνω που αναφέρθηκαν σε σχέση με το έναντι ποιου είναι η υποχρέωση των εναγόμενων αρ.
  12. Προχωρώντας να εξετάσω την ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι προκύπτει να υπάρχει οφειλόμενο ποσό, έχοντας υπόψη μου τις καταστάσεις λογαριασμού. Παρόλα αυτά, η επίδικη συμφωνία αφορά συμφωνία ενοικιαγοράς και η ζημιά που δύναται να ανακτηθεί από τον ιδιοκτήτη ποικίλει ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Ο μη τερματισμός μια τέτοιας συμφωνίας και η συνέχιση της επηρεάζει το μέτρο των αποζημιώσεων που δικαιούται ο ιδιοκτήτης (βλ. CHITTY, ON CONTRACTS, Specific Contracts, Twenty fifth edition, para. 3209 και
  13. Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.α. v. Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1 Α Α.Α.Δ. 246). Το δικαίωμα τερματισμού μιας συμφωνίας ενοικιαγοράς παρέχεται από τους όρους και πρόνοιες αυτής. Η παράλειψη καταβολής των μηνιαίων ενοικίων παρέχει ένα τέτοιο δικαίωμα τερματισμού εφόσον προνοείται στη σύμβαση και η σύμβαση σε αυτή την περίπτωση μπορεί να τερματιστεί από τον ιδιοκτήτη ακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται σε αυτήν ότι πρέπει να γίνει ο τερματισμός. Σε περίπτωση δε που παρά την παράβαση της σύμβασης, ο ιδιοκτήτης δεν ασκήσει το δικαίωμα του να την τερματίσει, τότε αυτή συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ. Στην παρούσα περίπτωση, αν και έχει καταδειχθεί ότι ο ενάγοντας δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες του δόσεις, εντούτοις δεν έχει αποδειχθεί ούτε υπάρχει δικογραφημένη θέση ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 προχώρησαν με τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς καθοιονδήποτε τρόπο. Από τη συμφωνία ενοικιαγοράς που κατατέθηκε ενώπιον μου, δηλαδή το τεκμήριο 10, το οποίο δεν είναι ολοκληρωμένο όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, δεν προκύπτει κατ' αρχάς πότε οι εναγόμενοι αρ. 1 θα είχαν δικαίωμα τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και με ποιο τρόπο αυτός ο τερματισμός θα πραγματοποιείτο. Δεν μπορεί λοιπόν να ευσταθεί η θέση που προβάλλει η συνήγορος των εναγόμενων αρ. 1 στην αγόρευση της ότι με την καταχώρηση της ανταπαίτησης στην παρούσα υπόθεση επήλθε και ο τερματισμός της συμφωνίας ενοικιαγοράς και το υπόλοιπο κατέστη απαιτητό. Εκείνο το οποίο παρατηρείται και έχει προκύψει από την ενώπιον μου μαρτυρία είναι ότι παρά την μη καταβολή των μηνιαίων ενοικίων, οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν έχουν αποδείξει ότι προχώρησαν με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και απαίτησαν από τον ενάγοντα την επιστροφή του ενοικιαγορασθέντος φορτηγού. Τούτο επηρεάζει τις αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικήσουν. Στην περίπτωση που μια συμφωνία ενοικιαγοράς δεν τερματιστεί ή κριθεί ικανοποιητικός ο τερματισμός, τότε ο ιδιοκτήτης δικαιούται στην ανάκτηση των μην καταβληθέντων οφειλόμενων δόσεων (βλ. 1. Όλγα Ιωάννου Πολυκάρπου κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1688). Στην παρούσα ο ενάγοντας, είναι εύρημα του Δικαστηρίου, ότι κατέβαλε μόνο την πρώτη δόση. Παρά ταύτα, στη συνέχεια οι ενάγοντες προέβηκαν σε ανάκτηση διαφόρων ποσών από την εντολή συμψηφισμού των εγγυητών που φαίνεται να ξεπερνούν τα οφειλόμενα ενοίκια κατά το χρόνο καταχώρησης της παρούσας ανταπαίτησης. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχουν επεξηγηθεί με λεπτομέρεια και επάρκεια οι καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τον τρόπο που προκύπτει το αξιούμενο υπόλοιπο. Σημειώνεται ότι αν και προκύπτει να υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο δεν έχει επεξηγηθεί δεόντως σε συσχετισμό με τις πρόνοιες της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Προκύπτει ότι πέραν του ποσού του συμβολαίου που αναγράφεται ως «Σύνολο Επένδυσης», σε αυτό θα υπολογίζονταν και δικαιώματα ενοικιαγοράς, τα οποία όμως λόγω του ότι η συμφωνία που τέθηκε ενώπιον μου δεν είναι ολόκληρη, αυτά δεν μπορεί να προκύψουν και ούτε έχουν επεξηγηθεί. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1 δεν μπορεί να έχουν επιτυχία και θα πρέπει να απορριφθούν. Κατά συνέπεια η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1 επίσης απορρίπτεται με έξοδα υπέρ τoυ ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν για την αγωγή και την ανταπαίτηση αφού αυτές συνεκδικάστηκαν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.