Ιεζεκιήλ ν. Iordan, Αρ. αγωγής: 13/2021, 19/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 13/2021 ΧΧΧΧΧΧ Ιεζεκιήλ Ενάγοντα εναντίον ΧΧΧΧΧΧΧ Iordan Εναγόμενου ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 8/3/2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/4/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης για Επαμεινώνδας Κορακίδης ΔΕΠΕ Για εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση : κα Λουκία Λάμπρου για Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης ΔΕΠΕ ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της υπό εξέταση αιτήσεως είναι η οριστικοποίηση του προσωρινού Διατάγματος που εκδόθηκε στις 9 Μαρτίου 2021 με το οποίο διατασσόταν ο εναγόμενος όπως να μην προβεί σε αποξένωση το ακίνητο που περιγράφεται στο κείμενο της αίτησης μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης. Ως προς την νομική βάση τις αιτήσεως, αποτέλεσε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων νόμου 14/60, τα άρθρα 4,5,7,8, και 9 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου Κεφ.6 και η Δ.
- Ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση για να υποστηρίξει την αίτηση του κάνει αναφορά στην ιδιότητα του ως εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του ακινήτου που αναφέρεται στην αρχική δήλωση, εντός του οποίου υπήρχε και υπάρχει μία υπό ανέγερση κατοικία με διάφορα προσαρτήματα και υλικά, περιλαμβανομένου ενός σε λειτουργία φωτοβολταϊκού συστήματος. Ο εναγόμενος στις 26 Ιανουαρίου 2021 συνελήφθηκε από την αστυνομία στην παρουσία του ενάγοντα, ενώ επιχειρούσε να συνεχίσει τις κλοπές του στην υπό ανέγερση κατοικία του ενάγοντα. Κατά τον Ιανουάριο 2021 σε μία ή περισσότερες περιπτώσεις, ο εναγόμενος εισήλθε παράνομα εντός του ακινήτου του ενάγοντα και απέσπασε και / ή έκλεψε και / ή ιδιοποιήθηκε διάφορα αντικείμενα και προσαρτήματα ιδιοκτησίας του ενάγοντα και προκάλεσε διάφορες ζημιές στην ανεγειρόμενη κατοικία ή / και στα προσαρτήματα που ήταν τοποθετημένα σε αυτήν. Στις 26 Ιανουαρίου 2021 ο εναγόμενος μετά την σύλληψη του ομολόγησε τα πιο πάνω αδικήματα που διέπραξε, ενώ η πλειοψηφία των αντικειμένων που κλάπηκαν ανεβρέθηκαν στην κατοικία του εναγομένου στην Άρμου, τα οποία με την άδεια της αστυνομίας αναγκάστηκε ο ενάγοντας να μεταφέρει πίσω στην ανεγειρόμενη κατοικία του, καταβάλλοντας το ποσό των € 300 για την ενοικίαση ημιφορτηγού για 6 μέρες. Μεταξύ των αντικειμένων ή / και προσαρτημάτων που υπήρχαν στην ανεγειρόμενη κατοικία του, ήταν σε λειτουργία φωτοβολταϊκό σύστημα, το οποίο αφαιρέθηκε από τον εναγόμενο καταστρέφοντας το και προκαλώντας ζημιά σε αυτό ύψους €
- Επιπρόσθετα με την πιο πάνω ζημιά, η καταστροφή του φωτοβολταϊκού συστήματος είχε προκαλέσει απώλεια εισοδήματος ύψους τουλάχιστον €250 για την περίοδο από την καταστροφή του μέχρι την αντικατάσταση και επαναλειτουργία του και επισύναψε προς αυτόν το σκοπό σχετική έκθεση συγκεκριμένου ατόμου ως τεκμήριο Α. Μεταξύ των προσαρτημάτων που υπήρχαν στην ανεγειρόμενη κατοικία του ήταν η ηλεκτρολογική εγκατάσταση, η οποία αφαιρέθηκε από τον εναγόμενο στον δεύτερο και τρίτο όροφο της κατοικίας, περιλαμβανομένων καλωδίων, σωλήνων και επιτοίχιων διακοπτών και καταστράφηκε εξ΄ ολοκλήρου, προκαλώντας ζημιά ύψους € 10.000 και προς αυτόν το σκοπό επισύναψε σχετική έκθεσ απόη συγκεκριμένο άτομο. Από τις πιο πάνω παράνομες ενέργειες του εναγομένου έχουν προκληθεί ζημιές στα παράθυρα, τις θύρες και τα τζάμια της ανεγειρόμενης κατοικίας, των οποίων απαιτείται η αντικατάσταση με κόστος € 14.059,85 και επισύναψε προς αυτόν το σκοπό σχετική έκθεση από συγκεκριμένη εταιρεία. Ακολούθως, καταγράφει τα αντικείμενα που είναι ιδιοκτησίας του που ήταν στην ανεγειρόμενη κατοικία και έχουν κλαπεί από τον εναγόμενο και δεν έχουν ανευρεθεί και είναι συνολικής αξίας € 4.
- Περαιτέρω, με τις παράνομες ενέργειες του ο εναγόμενος έχει προκαλέσει ζημιές στους τοίχους και δάπεδα της ανεγειρόμενης κατοικίας ύψος τουλάχιστον €
- Εγείρει την παρούσα αγωγή, όπου αξιώνει το ποσό των €39.230,85, παραδειγματικές ή / και τιμωρητικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Αμέσως μετά την καταχώριση της αγωγής, ο ενάγοντας υπέβαλε μέσω των δικηγόρων του έρευνα για την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του εναγομένου και εξασφάλισε σχετικό πιστοποιητικό που καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε προσωρινό Διάταγμα παγοποίησης του. Από τα όσα καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και από τα όσα πληροφορείται από τους δικηγόρους του, έχει καλή βάση αγωγής και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα το συντομότερο, υπάρχει άμεσος κίνδυνος ο εναγόμενος να αποξενώσει ή επιβαρύνει το ακίνητο, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να απονεμηθεί πλήρης Δικαιοσύνη μετά το πέρας της αγωγής. Πιστεύει ότι η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος έχει επείγοντα χαρακτήρα και ο εναγόμενος είναι αλλοδαπός, χωρίς γνωστό σταθερό επάγγελμα και όπως καταδεικνύεται από τα γεγονότα επιδίδεται σε κλοπές. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση και στην συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος. Η νομική βάση της ένστασης ήταν πανομοιότυπη με αυτήν της αιτήσεως, με εξαίρεση το άρθρο 7 και 8 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου Κεφ. 6 και το άρθρο 23 του Συντάγματος. Προέβαλε συνολικά τέσσερις λόγους ενστάσεως και πιο συγκεκριμένα ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και / ή παρουσίασε στο Δικαστήριο λανθασμένα και / ή απέκρυψε σχετικά γεγονότα και / ή ενέργησε κακόπιστα και / ή η αίτηση για την έκδοση του Διατάγματος είναι καταχρηστική. Επίσης προβάλλει την θέση ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγοντας στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του και εναντίον του εναγομένου, διότι ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, σε περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό Διάταγμα δεν θα υπάρχει πρόβλημα απονομής της Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και επιπρόσθετα προβάλλει την θέση ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποσείσει το βάρος ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Στην ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος αναφέρει ότι ο ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση παρουσίασε στο Δικαστήριο λαθασμένα τα γεγονότα, απέκρυψε σχετικά γεγονότα και ενέργησε χωρίς καλή πίστη. Ως προς τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως, ο εναγόμενος αναφέρει τα πιο κάτω. Πράγματι, στις 26 Ιανουαρίου 2021 συνελήφθηκε από την αστυνομία και ακολούθως κατηγορήθηκε για κλοπή διαφόρων αντικειμένων από το ακίνητο του ενάγοντα. Ουδέποτε όμως παραδέχτηκε στην αστυνομία ή στον όποιονδήποτε τα αδικήματα της κλοπής και προκλήσεως ζημιάς όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Είναι καθαρό πως ο ενάγοντας προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να δημιουργήσει λάθος εντυπώσεις. Αυτό που παραδέχτηκε στην αστυνομία είναι ότι πήρε από το ακίνητο του ενάγοντα συγκεκριμένα αντικείμενα, χωρίς πρόθεση να τα κλέψει. Όπως κατέθεσε στην αστυνομία, δύο βδομάδες πριν την σύλληψη του, μάζευε μανιτάρια στην εκεί περιοχή με τον γιο του, είδε έξω από το ακίνητο ένα άγνωστο άντρα με τον οποίο συνομίλησε. Ο εναγόμενος τον ρώτησε για το ακίνητο το οποίο ήταν εγκαταλελειμμένο και σε άθλια κατάσταση και αυτός του είπε ότι μπορεί να πάρει ότι θέλει από αυτό. Νομίζοντας ότι δεν έκανε κάτι κακό, πήρε συνολικά τα αντικείμενα που καταγράφει, δηλαδή 5 είδη αλουμινένιες πόρτες με τα πλαίσια τους 5 αλουμινένια παράθυρα με τα πλαίσια τους, 3 τουαλέτες και 26 πάνελ φωτοβολταϊκών και επισύναψε στην ένορκη του δήλωση την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία. Δεν ενήργησε με σκοπό να κλέψει τα πιο πάνω αντικείμενα. Μόλις του εξήγησε η αστυνομία πως ο ιδιοκτήτης του ακινήτου είχε παράπονο, απολογήθηκε αμέσως και υπέδειξε στην αστυνομία που είχε τα αντικείμενα που πήρε για να επιστραφούν στον ιδιοκτήτη. Ο ενάγοντας παραπλανητικά παρέλειψε να πει στην ένορκη του δήλωση πως η αστυνομία βρήκε τα εν λόγω αντικείμενα μετά από δική του υπόδηξη. Δεν αποδέχεται πως τα αντικείμενα που πήρε έχουν καταστραφεί. Τα πήρε με μεγάλη προσοχή, χωρίς να τους προκαλέσει ζημιά για να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει. Ούτε αποδέχεται ότι πήρε όλα τα παράθυρα και πόρτες ή άλλα αντικείμενα ή έκανε άλλες ζημιές στο ακίνητο. Πιστεύει ότι ο ενάγοντας προσπαθεί να επωφεληθεί οικονομικά από την όλη κατάσταση εις βάρος του. Κατάγεται από την Ρουμανία, αλλά ζει στην Κύπρο με την σύζυγό του και τα δύο τους παιδιά, τα οποία είναι ανήλικα. Αγαπούν την Κύπρο και δεν έχουν καμία πρόθεση να φύγουν. Μετακόμισε μόνιμα στην Κύπρο από το 2007 και από τότε εργάζεται στην Κύπρο ανελλιπώς. Ουδέποτε είχε πρόβλημα με την αστυνομία ή με όποιονδήποτε άλλο. Σε κάθε περίπτωση είναι φερέγγυος, εργάζεται σαν ιδιωτικός υπάλληλος και θα είναι σε θέση να πληρώσει το οποιοδήποτε ποσό που μπορεί να επιδικαστεί εναντίον του. Είχε επισυνάψει ως τεκμήριο Β κατάσταση από τις υπηρεσίες κοινωνικών ασφαλίσεων για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2020 μέχρι 28 Φεβρουαρίου 2021 που φαίνεται πως ο σταθερός του μηνιαίως μεικτός μισθός είναι €
- Επιπρόσθετα λαμβάνει 13ο μισθό, μπόνους και υπερωρίες. Αυτό επίσης φαίνεται από το τεκμήριο που επισύναψε. Ο μέσος όρος των μηνιαίων μεικτών εισοδημάτων του τους τελευταίους 14 μήνες σε μία περίοδο που μαστίζει η ανεργία λόγω της πανδημίας είναι € 2.
- Επιπρόσθετα, δεν σηκώνει μόνος του τα οικονομικά βάρη της οικογένειας του, διότι η σύζυγος του εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος με αξιοπρεπή μισθό. Επισύναψε κατάσταση των κοινωνικών ασφαλίσεων που φαίνεται ότι ο μέσος όρος των μεικτών μηνιαίων εισοδημάτων της συζύγου του τους τελευταίους 14 μήνες είναι €
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την οριστικοποίηση του Διατάγματος ως το παρακλητικό A της αίτησης, ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: - ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και - ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέτο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, όπως αυτές αναφέρθηκαν πιο πάνω.. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Τέθηκε από πλευράς εναγομένου ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και έχοντας υπ΄ όψη τις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση, αμιγώς βεβαίως για να εξεταστεί κατά πόσο το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα θα οριστικοποιηθεί ή όχι και χωρίς βεβαίως η αξιολόγηση που θα γίνει να ισοδυναμεί με προδικασμό οποιωνδήποτε επίδικων ζητημάτων. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, προκύπτει ξεκάθαρα μέσα από το δικόγραφο του ενάγοντα το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου που συνίσταται στην αξίωση ποσών από κλοπή περιουσίας και ζημιάς που προκλήθηκε σε αυτήν, ιδιοκτησίας του ενάγοντα. Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, αναμφίβολα και αυτή στοιχειοθετείται. Ο λόγος είναι πασίδηλος. Ο εναγόμενος, όπως και ο ίδιος αναφέρει, έχει πάρει στην κατοχή του ξένη περιουσία, που όπως διαφάνηκε ήταν του ενάγοντα, χωρίς την συγκατάθεση του και αυτό αναμφίβολα είναι κλοπή. Δεν έχει σημασία εάν δεν παραδέχεται ότι έχει λάβει όλη την περιουσία που ο ενάγοντας αναφέρει ότι του έχει κλαπεί, διότι ο εναγόμενος ρητά αναφέρει έστω και μέρος αυτής. Ακόμα και να ισχύει ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ρώτησε κάποιον άγνωστο άνθρωπο αναφορικά με την περιουσία του ενάγοντα και ό άγνωστος αυτός άνθρωπος του είπε να πάρει ότι θέλει, έστω και να ισχύει ο ισχυρισμός του ότι το ανέφερε και σε άλλα άτομα του χωριού, αυτό πάλι συνιστά κλοπή. Ο λόγος είναι επίσης πασίδηλος, διότι πολύ απλά δεν έχει αναζητήσει και βεβαίως δεν έχει λάβει την συγκατάθεση του νόμιμου ιδιοκτήτη που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο εναγόμενος. Υιοθέτηση της θέσης του εναγόμενου ότι δεν συνιστά κλοπή και ότι δεν είχε πρόθεση να τα κλέψει κάτω από τις συνθήκες που έχει περιγράψει ο εναγόμενος, αναμφίβολα θα οδηγούσε σε ανορθόδοξα αποτελέσματα, έξω από κάθε πνεύμα, αίσθημα και σκοπό Δικαίου. Ακόμα και να είχε εγκαταλειφθεί η κατοικία του ενάγοντα, ουδέν νόμιμο δικαίωμα είχε ο εναγόμενος να προβεί στις εν λόγω ενέργειες. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο επίσης κρίνει ότι πληρείται. Πράγματι, διαφαίνεται ότι εάν δεν συνεχιστεί η ισχύς του εκδοθέντος Διατάγματος, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο λόγος είναι επίσης προφανής. Από την στιγμή που ο εναγόμενος έχει να αντιμετωπίσει από την μια ποινική υπόθεση με αυτά τα δεδομένα και γραμμή υπεράσπισης, που ακόμα και να αθωωθεί στην κατηγορία της κλοπής, πολύ πιθανό θα καταδικαστεί για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχει να αντιμετωπίσει και την παρούσα διαδικασία, με προφανή αδύναμη νομικά και ουσιαστικά υπεράσπιση, εάν δεν εκδίδετο και εάν δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν Διάταγμα, είναι αναμενόμενο ο εναγόμενος να αποξενώσει το ακίνητο που παγοποιήθηκε για να αποποιηθεί των ευθυνών του. Σε αυτό προστίθεται και ο κίνδυνος να διαφύγει από την Κύπρο, έχοντας υπ΄ όψη την ποινική δίωξη εναντίον του που τουλάχιστον άρχισε με την διερεύνηση εναντίον του υπόθεσης. Το γεγονός ότι βρίσκεται στην Κύπρο από το 2007 με την σύζυγο του και τα δύο του ανήλικα παιδιά και με τα, κατά τα άλλα, σεβαστά ποσά που λαμβάνουν από την εργασία τους δεν θεωρούνται στοιχεία ικανά στο να αντιστρέψουν προς όφελος του το ισοζύγιο της ευχέρειας και της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, διότι μια αποξένωση της περιουσίας του εναγομένου και τυχόν φυγοδικία του, θα είχε για αυτόν περισσότερα οφέλη. Η συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος, ουδεμία ζημιά θα επιφέρει στον εναγόμενο, ενώ τυχόν ακύρωση του θα εξέθετε σε μεγαλύτερο κίνδυνο και αδικία τον ενάγοντα με βάση τα όσα αξιολογήθηκαν ανωτέρω. Η θέση του εναγόμενου ότι ο ενάγοντας προέβη σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ότι δεν έχει προβεί σε ειλικρινή αποκάλυψη, αποκρύβοντας το τι πραγματικά ανέφερε ο εναγόμενος στην αστυνομία και ότι ο ίδιος ο εναγόμενος έχει προβεί σε υπόδειξη της περιουσίας του ενάγοντα, ουδόλως θεωρείται από το Δικαστήριο ως απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Ο λόγος είναι επίσης πασιφανής. Ακόμα και να έχει προβεί ο εναγόμενος σε υπόδειξη των κλοπιμαίων, δεν αναιρούν τα όσα το Δικαστήριο αξιολόγησε πιο πάνω αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και της αδύνατης νομικά και ουσιαστικά υπερασπιστικής γραμμής. Ούτως ή άλλως δεν έχει καταδειχθεί ότι ο ενάγοντας γνώριζε επακριβώς το περιεχόμενο της κατάθεσης του εναγόμενου. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος στην κατάθεση του δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν επαρκή υπεράσπιση, ακριβώς της μη αναζήτησης συγκατάθεσης από τον νόμιμο ιδιοκτήτη, αφού αρκέστηκε στα λεγόμενα ενός άγνωστου ανθρώπου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 9/3/2021 οριστικοποιείται μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ)............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο