GORDIAN HOLDINGS LTD ν. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD κ.α., Αρ. Aγωγής: 2388/2013, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A46 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: X. Β. Xαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 2388/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και
- SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
- *******ΣΑΒΒΑ
- *******ΣΑΒΒΑ (άλλως ΝΙΚΗ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- *******ΠΥΡΓΟΥ (άλλως ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΝΙΚΟΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ)
- *******ΣΑΒΒΑ
- *******ΠΑΝΑΓΗ
- K. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED Εναγομένων Και δυνάμει ειδοποίησης υποκατάστασης ημερ. 11.9.19 GORDIAN HOLDINGS LTD Ενάγοντες και
- SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
- *******ΣΑΒΒΑ
- *******ΣΑΒΒΑ (άλλως ΝΙΚΗ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝΟΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
- *******ΠΥΡΓΟΥ (άλλως ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΝΙΚΟΛΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ)
- *******ΣΑΒΒΑ
- *******ΠΑΝΑΓΗ
- K. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED Εναγομένων 28 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Κ. Ανδρέου για Ηλίας Νεοκλέους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-5: κ. Α. Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 7: κ. Ν. Μάντης για Μάντης και Αθηνοδώρου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, η αρχική Ενάγουσα Τράπεζα Κύπρου αξίωσε: (α) €528.112,63 συν τόκους εναντίον της Εναγόμενης 1, βάσει πιστωτικών διευκολύνσεων, (β) €180.000 συν τόκους εναντίον των Εναγομένων 2‑5, βάσει εγγυήσεων, (γ) διατάγματα εκποίησης υποθηκών εναντίον των Εναγομένων 2‑7 και (δ) διάφορες αναγνωριστικές αποφάσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 με κοινή υπεράσπιση αρνήθηκαν τις αξιώσεις και ανταπαιτητικώς αξίωσαν αναγνωριστικές δηλώσεις περί ακυρότητας των εγγυήσεων, των υποθηκών οι οποίες τους αφορούσαν, του ομολόγου επιβάρυνσης και των συμφωνιών. Οι Εναγόμενοι 3 και 7 αρνήθηκαν τις αξιώσεις με δικές τους ξεχωριστές υπερασπίσεις. Ο Εναγόμενος 6 παρέλειψε να εμφανιστεί και στις 25.6.14 εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα εκποίησης της υποθήκης η οποία τον αφορούσε. Στις 11.9.19 οι συνήγοροι της τράπεζας καταχώρισαν Ειδοποίηση βάσει του άρθρου 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Ν.169
(1)/15 και του δικαστικού διατάγματος Ε Δ. Λευκωσίας ημερ. 23.5.19, περί υποκατάστασης της τράπεζας από την Gordian Holdings Ltd, εκ μέρους της οποίας επισύναψαν και διοριστήριο (εφεξής αναφερόμενες ως "η Τράπεζα" και "η Gordian" αντίστοιχα). Στις 29.10.20 οι Εναγόμενοι 1‑5 προέβησαν σε αλλαγή δικηγόρου, διορίζοντας όλοι την εταιρεία Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σία ΔΕΠΕ. Στις 16.12.20 και στη βάση εξώδικης διευθέτησης σε σχέση με την Εναγόμενη 7, εκδόθηκε και για την ίδια διάταγμα εκποίησης για την υποθήκη η οποία την αφορούσε, ενώ περαιτέρω, καταγράφηκε και η δήλωσή της ότι δεν φέρει ένσταση και δέχεται διατάγματα ως η παράγ. 28.8 Α‑Η της έκθεσης απαίτησης εάν κριθεί κάτι τέτοιο ορθό κατά την εξέτασή του θέματος σε σχέση με τους Εναγόμενους 1‑
- Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία, τα μέρη κάλεσαν από έναν μάρτυρα προς υποστήριξη των θέσεών τους. Ο Μ.Ε. κ. Χωραΐτης, πρώην υπάλληλος της τράπεζας και νυν της Gordian, υιοθέτησε τη γραπτή δήλωσή του, Έγγραφο Α. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στο ιστορικό σύναψης των πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων, στην αλληλογραφία, στη μεταφορά του ηλεκτρονικού αρχείου από την τράπεζα στην Gordian και τέλος, στις αναλυτικές καταστάσεις και αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού ...
- Μέσω της δήλωσής του παρουσίασε και τα αναφερόμενα έγγραφα ως Τεκμήρια 1‑
- Μεταξύ αυτών, τις αναλυτικές καταστάσεις με πιστοποιητικό ως Τεκμήρια 37Α και 37Β, καθώς και αναδομημένες ως Τεκμήρια 38 και ειδικά για αφαιρέσεις ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος είπε, μεταξύ άλλων, πως η αξίωση της Gordian είναι ως το Τεκμήριο 38, ότι στο Τεκμήριο 39 περιέχονται μόνον οι χρεώσεις από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό του (ύψους €55.109,11), οι οποίες και πιστώθηκαν στο Τεκμήριο 38, ενώ οι άλλες πιστώσεις της Εναγόμενης 1 φαίνονται στο Τεκμήριο 37, εξήγησε το πώς εντόπιζαν το ποσοστό Euribor και κατέθεσε ως Τεκμήριο 40 κατάσταση με διακυμάνσεις του εν λόγω επιτοκίου. Ανέλυσε ως τέτοιο παράδειγμα την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 19.6.08, Τεκμήριο 5 και την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 8.9.08, Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι στις 11.5.09 το επιτόκιο έγινε βασικό με τη συμφωνία Τεκμήριο
- Σε σχέση με τις υποθήκες διαφώνησε ότι δεν μπορούν να εξακριβωθούν τα ποσά που οφείλονται βάσει αυτών. Σε σχέση με τη μεταφορά στην Gordian, είπε πως το αρχείο μεταφέρθηκε σε αυτήν ηλεκτρονικά από την Τράπεζα Κύπρου. Ο Μ.Υ κ. Χαραλάμπους, λειτουργός Κτηματολογίου, εξήγησε τη διαδικασία μεταβίβασης των έξι υποθηκών από την τράπεζα στην Gordian, λέγοντας ότι στο Τμήμα ακολούθησαν το άρθρο 32 του Ν.9/65 και ότι στις συγκεκριμένες δεν υπήρχε απαγόρευση μεταβίβασης χωρίς τη γνώση του ενυπόθηκου οφειλέτη. Παρουσίασε τη σχετική αίτηση της Τράπεζας ως Τεκμήριο 41, λέγοντας ότι σε αυτήν είχε συνυπογράψει και η Gordian. Αξιολόγηση Μαρτυρίας‑Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και πρέπει να σημειώσω εξαρχής ότι και για τους δύο σχημάτισα γενικά καλή εικόνα. Ασφαλώς, κανένας από τους δύο δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Αντιθέτως και οι δύο κλήθηκαν ως μάρτυρες λόγω της εργασίας τους μέσω της οποίας και είχαν την όποια εμπλοκή, γνώση και ανάμιξη στα γεγονότα. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι ο Μ.Ε. εργοδοτείται σήμερα στην Gordian και ένεκα τούτου, έχω εξετάσει τη μαρτυρία του με αυξημένη προσοχή προς αποκλεισμό της όποιας πιθανότητας να έχει αλλοιώσει μαρτυρία προς υποστήριξη των εργοδοτών του. Δεν έχω όμως διαπιστώσει τέτοια πρόθεση ή προσπάθεια. Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις χωρίς δισταγμούς ή υπεκφυγές, μη προσπαθώντας να ωραιοποιήσει καταστάσεις ή να διαφοροποιήσει στοιχεία προς όφελος των εργοδοτών του. Ούτως ή άλλως, το πλείστο μέρος της μαρτυρίας προέρχεται από έγγραφα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί είτε ως προς τη γνησιότητά τους είτε ως προς το περιεχόμενό τους είτε ως προς την ορθή εκτέλεσή τους. Όπως και οι Εναγόμενοι κατέγραψαν στην αγόρευσή τους, οι θέσεις τους είναι ότι: "
- Δεν έχει αποδειχθεί τυχόν οφειλόμενο πραγματικό υπόλοιπο καθότι οι καταστάσεις λογαριασμών ΔΕΝ πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 και δεν αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως τις αρχικές καταχωρίσεις.
- Δεν υπάρχουν καταστάσεις λογαριασμών ενώπιον του Δικαστηρίου με τις οποίες να αποδεικνύεται τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο βάσει του συμφωνηθέντος επιτοκίου, ενώ οι ενάγοντες επέβαλαν λανθασμένες τιμές του euribor 6 μηνών.
- Δεν έχει ακολουθηθεί η εκ της νομολογίας αναγνωρισμένη διαδικασία για απόκτηση δικαιωμάτων από εκκρεμούσα αγωγή.
- Δεν έχει ακολουθηθεί ορθώς η προβλεπόμενη διαδικασία του άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου.
- Άκυρες Εγγύησεις λόγω μη συμμόρφωσης των εναγόντων με τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 12 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών νόμου ως επίσης και του άρθρου 91 του Περί Συμβάσεων Νόμου.
- Δεν ακολουθήθηκε η ρητή διαδικασία που προνοείται στο Νόμο 9/65 για μεταβίβαση της υποθήκης και κατ'επέκταση δεν έχει αποδειχθεί με βάση τις πρόνοιες του Ν.9/65 ότι οι ενάγοντες απέκτησαν οποιαδήποτε δικαιώματα επί των υποθηκών.
- Άκυρες υποθήκες λόγω εγγραφής τους κατά παράβαση των προνοιών του Ν.9/65 ή και λόγω του ότι οι όροι της παραβιάζουν τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(γ) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65, λόγω της αοριστίας στο ποσό που η υποθήκη εξασφαλίζει, λόγω της ακύρωσης του δικαιώματος εξάλειψης της υποθήκης βάσει του δόγματος του Equity of Redemption". Παρατηρείται λοιπόν, πως από πλευράς ουσίας εγείρονται ζητήματα μόνο σε σχέση με τις παρουσιασθείσες καταστάσεις λογαριασμού και δη τα Τεκμήρια 37, 38 και 39, ενώ οι υπόλοιπες εισηγήσεις αφορούν τη νομική πτυχή της υπόθεσης στη βάση γεγονότων τα οποία δεν αμφισβητούνται. Μεταξύ των γεγονότων τα οποία δεν αμφισβητούνται και στην πραγματικότητα συνιστούν κοινό υπόβαθρο, είναι η σύναψη των διαφόρων συμφωνιών και η σύσταση των υποθηκών όπως τις έχει περιγράψει ο Μ.Ε. Συνιστούν λοιπόν ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής:
- Στις 17.12.07 υπεγράφη μεταξύ Τράπεζας και Εναγόμενης 1 συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού, ήτοι το Τεκμήριο 4 για όριο Λ.Κ.10.000 με εγγύηση του Εναγομένου 2 μέχρι Λ.Κ.12.000, διατηρουμένων των όποιων παλαιότερων εξασφαλίσεων. Στη βάση αυτής της πρώτης συμφωνίας, η Ενάγουσα άνοιξε τον λογαριασμό υπ' αρ. ...0344 (Α Συμφωνία Ορίου).
- Στις 19.6.08, κατόπιν αίτησης και έγκρισης, υπεγράφη συμφωνία, ήτοι το Τεκμήριο 5, για αύξηση του ορίου σε €80.000, με εγγραφή Α' ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί του ενεργητικού της εταιρείας, αύξηση της εγγύησης του Εναγομένου 2 και δέσμευση κατάθεσης υπ' αρ. ...1832 του Εναγομένου 2 (Β Συμφωνία Ορίου).
- Στις 8.9.08, κατόπιν αίτησης και έγκρισης, υπεγράφη συμφωνία, ήτοι τα Τεκμήρια 6, 7 και 8 για προσωρινή αύξηση του ορίου σε €130.000 (έως 15.11.08), με δέσμευση καταθέσεων υπ' αρ. ...1913 και ...2006 του Εναγομένου 2 (Γ Συμφωνία Ορίου). Παρότι στην έγκριση γίνεται αναφορά για εγγυήσεις των Εναγομένων 2 και 5, εντούτοις, δεν έχει παρουσιαστεί κάποια υπογραφείσα τέτοια εγγύηση. Ούτε στη συμφωνία, Τεκμήριο 7, φαίνονται τέτοιες υπογραφές.
- Στις 11.5.09, κατόπιν αίτησης και έγκρισης, υπεγράφη συμφωνία, ήτοι το Τεκμήριο 9 για επανέγκριση του ορίου των €80.000 και για αλλαγή τιμολόγησης από 6μηνιαίο Euribor σε βασικό επιτόκιο της τράπεζας, ενώ χορηγήθηκε και προσωρινή υπέρβαση ύψους €260.000 μέχρι τις 30.10.09 πέραν των €80.000 με Α' υποθήκη επί 1/3 μεριδίου γης της Εναγόμενης 3 και των παλαιότερων εξασφαλίσεων, ήτοι δέσμευσης των καταθέσεων υπ' αρ. ...1832, .2006 και ...1913 του Εναγομένου 2, προσωπικής εγγύησης του ιδίου μέχρι €80.000, της Α' υποθήκης της Εναγόμενης 7 για €370.000, του Α' ομολόγου για €10.000 της Εναγόμενης 1, εκχώρηση δικαιωμάτων αγοραπωλητηρίου ημερ. 22.10.08 της Εναγόμενης 7 για €474.000 και προσωπική εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 ύψους €300.000 (Δ και Ε Συμφωνία Ορίου). Το Τεκμήριο 10 είναι ο σχετικός ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων της Τράπεζας, τον οποίον υπέγραψε η Εναγόμενη 1, επίσης στις 11.5.
- Το Τεκμήριο 11 είναι η σχετική απόφαση του Δ. Σ. της Εναγόμενης
- Το Τεκμήριο 12 είναι η σχετική ενημερωτική επιστολή και εξουσιοδότηση της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα. Το Τεκμήριο 27 είναι τα έγγραφα σύστασης της υποθήκης υπ' αρ. Υ.15../09 την οποία παραχώρησε η Εναγόμενη 3 για €250.000 συν τόκους στις 14.5.
- Στις 21.8.09, κατόπιν αίτησης και έγκρισης, υπεγράφη συμφωνία, ήτοι το Τεκμήριο 13 για αύξηση του ορίου από €80.000 σε €325.000, με προσωπική εγγύηση της Εναγόμενης 3 ύψους €390.000, εγγραφή Β' υποθήκης επί του 1/3 μεριδίου γης της Εναγόμενης 3 για ποσό €225.000, διατηρουμένων των παλαιότερων πρώτων υποθηκών, του ομολόγου, της εκχώρησης πωλητηρίου και εγγύησης του Εναγομένου 2, ενώ οι τρεις καταθέσεις αποδεσμεύτηκαν και κατατέθηκαν στον τρεχούμενο (ΣΤ Συμφωνία Ορίου). Το Τεκμήριο 14 είναι ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων τον οποίο υπέγραψε η Εναγόμενη 1 στις 21.8.
- Το Τεκμήριο 15 είναι η σχετική απόφαση του Δ.Σ. Της Εναγόμενης
- Το Τεκμήριο 28 είναι τα έγγραφα σύστασης της υποθήκης υπ' αρ. Υ.29../09, την οποία παραχώρησε η Εναγόμενη 3 στις 21.8.09 για €225.000 συν τόκους. Το Τεκμήριο 29 είναι τα έγγραφα σύστασης της υποθήκης υπ' αρ. Υ.45../09, την οποία παραχώρησε η Εναγόμενη 4, την
- 09, για ποσό €385.000 συν τόκους.
- Στις 13.4.10, κατόπιν αίτησης και έγκρισης, υπεγράφη συμφωνία, ήτοι το Τεκμήριο 16 για προσωρινή αύξηση του ορίου από €325.000 σε €425.000, με προσωπικές εγγυήσεις των Εναγομένων 2‑5 και με τις παλαιότερες εγγυήσεις και υποθήκες (Ζ Συμφωνία Ορίου). Το Τεκμήριο 17 είναι ο σχετικός Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων που υπέγραψε η Εναγόμενη
- Το Τεκμήριο 18 είναι η σχετική απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης
- Στις 4.6.10, κατόπιν αίτησης και έγκρισης, υπεγράφη συμφωνία, ήτοι τα Τεκμήρια 19, 20 για μείωση του ορίου από €325.000 σε €150.000 και αλλαγής του επιτοκίου σε Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων της τράπεζας συν προσαύξηση, με επιπρόσθετη υποθήκη επί ακινήτου του Εναγομένου 6, με εγγυήσεις των Εναγομένων 2‑5 και με τις παλαιότερες εξασφαλίσεις (Η Συμφωνία Ορίου). Το Τεκμήριο 21 είναι η σχετική απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης
- Το Τεκμήριο 26 αποτελεί το εγγυητήριο μέχρι ποσού €180.000 το οποίο υπέγραψαν την ίδια μέρα, 4.6.10, οι Εναγόμενοι 2‑
- Το Τεκμήριο 30 είναι τα έγγραφα σύστασης της υποθήκης υπ' αρ. Υ.283../10, την οποία παραχώρησε ο Εναγόμενος 2, στις 17.6.10, για €100.000 συν τόκους. Το Τεκμήριο 31 είναι τα έγγραφα σύστασης της υποθήκης υπ' αρ. Υ.63../10, την οποία παραχώρησε ο Εναγόμενος 2 στις 17.6.10 για €15.000 συν τόκους. Το Τεκμήριο 33 είναι το Ομόλογο Επιβαρύνσεως το οποίο παραχώρησε η Εναγόμενη 1 στις 19.6.10 για ποσό €10.000 συν τόκους και έξοδα.
- Στις 28.11.11, κατόπιν αίτησης και έγκρισης, υπεγράφη συμφωνία, ήτοι τα Τεκμήρια 22, 23 για δάνειο ύψους €250.000, με επιπρόσθετη υποθήκη επί ακινήτου του Εναγομένου 2 και με τις παλαιότερες εξασφαλίσεις (Γενική Συμφωνία). Το Τεκμήριο 24 είναι η σχετική απόφαση του Δ.Σ. της Εναγόμενης
- Το Τεκμήριο 25 είναι επιστολή της Εναγόμενης 1 ημερ. 23.11.11 με την οποία ενημέρωσε την Τράπεζα για τις αποφάσεις της. Το Τεκμήριο 32 είναι τα έγγραφα σύστασης της υποθήκης υπ' αρ. Y.34../11, την οποία παραχώρησε ο Εναγόμενος 2 στις 28.11.11 για ποσό €550.000 συν τόκους.
- Εκτός των πιο πάνω συμφωνιών, υποθηκών, ομολόγων, επιστολών ή άλλων εγγράφων που τα συνοδεύουν, είναι σαφές πως δεν έχει αμφισβητηθεί από τη μαρτυρία του Μ.Ε. η αποστολή των επιστολών ημερ. 25.10.12 και 18.12.12 (τερματισμός) προς όλους τους Εναγόμενους, δηλαδή τα Τεκμήρια 34, 35 και στις 4.3.13 το Τεκμήριο 36 προς τους Εναγόμενους 6 και 7 αντίστοιχα. Καθίσταται λοιπόν εύρημα πως αυτές έχουν σταλεί και παραληφθεί από τους αναφερόμενους σε αυτές παραλήπτες τους, ήτοι από τους Εναγόμενους 1‑5 οι πρώτες και από τους Εναγόμενους 6 και 7 η τελευταία. Είναι γεγονός πως ο Μ.Ε. παρουσίασε τις αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού ως Τεκμήριο 37Β υπό την ιδιότητά του ως λειτουργός της Gordian. Οι Εναγόμενοι με την αγόρευσή τους συνέδεσαν το θέμα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και βασικά με την προϋπόθεση του εδ.
(3), εισηγούμενοι ότι με δεδομένο ότι ο Μ.Ε. δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία μεταφοράς του τραπεζικού βιβλίου από την Τράπεζα στην Gordian, έπεται πως δεν μπορεί να δώσει θετική, ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δείχνουν την αληθή και πραγματική εικόνα των αρχικών καταχωρίσεων. Κατά τη γνώμη τους, δεν μπορεί να βεβαιώσει ούτε ότι το έγγραφο (Τεκμήριο 37Β) έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση αλλά ούτε και ότι διαπιστώθηκε πως είναι ορθό. Αυτό, ως εξηγούν, συμβαίνει επειδή οι αρχικές καταχωρίσεις έγιναν στην τράπεζα ενώ ο Μ.Ε. εκτύπωσε καταστάσεις όταν πλέον ήταν υπάλληλος της Gordian χωρίς να μπορούσε οποτεδήποτε να συγκρίνει τις αρχικές καταχωρίσεις με τα στοιχεία που παρέλαβε η Gordian (και τα οποία ο ίδιος εκτύπωσε), καθότι δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία μεταφοράς. Παρά την αναφορά του Μ.Ε. εμμέσως σε προϋποθέσεις του άρθρου 22, εντούτοις, η πραγματικότητα είναι πως η Gordian δεν είναι τράπεζα αλλά εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων και ο Μ.Ε. δεν επικαλέστηκε ρητώς το άρθρο 22 του Κεφ. 9 αλλά το άρθρο 35, παρουσιάζοντας προς τούτο το προβλεπόμενο εκεί πιστοποιητικό, ήτοι το Τεκμήριο 37Α. Το πιστοποιητικό αυτό δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί και δυνάμει του άρθρου 35
(3)(α), τεκμαίρεται ότι έγινε και υπεγράφη δεόντως από τον αρμόδιο λειτουργό. Αναπόφευκτα λοιπόν, το Τεκμήριο 37Β, ως προνοείται στο εδ.
(3), θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου της Gordian ως ξεχωριστής επιχείρησης. Στο ίδιο το Τεκμήριο 37Α (πιστοποιητικό), αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: "Η Τράπεζα καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο και ειδικότερα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι και τις 30/05/2019, ημερομηνία κατά την οποία ο επίδικος λογαριασμός και το εν λόγω αρχείο μεταφέρθηκαν στους Ενάγοντες. Στα πλαίσια συμφωνίας που υπεγράφη μεταξύ της Τράπεζας και των Εναγόντων, η Τράπεζα παρέχει στους Ενάγοντες υπηρεσίες διαχείρισης του ηλεκτρονικού αρχείου των Εναγόντων, ως εκ τούτου ο επίδικος λογαριασμός εμπίπτει στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας και πιστοποιείται ότι από το εν λόγω αρχείο παρήχθησαν οι επισυνημμένες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου και στις οποίες γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό των Εναγομένων 1 στην αγωγή 2388/13 του Ε. Δ. Πάφου". Προς την ίδια κατεύθυνση είναι και η γραπτή αναφορά του Μ.Ε. (στην παράγ. 12 της δήλωσής του), ότι το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί η Gordian και ότι από τις 30.5.19 αυτό βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Gordian, εξακολουθώντας να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της. Διαπιστώνεται λοιπόν εν πρώτοις, ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε ζήτημα για την αποδεκτότητα των εν λόγω καταστάσεων, οι οποίες προσκομίστηκαν βάσει του άρθρου 35, ως μέρος αρχείου επιχείρησης και ‑ας σημειωθεί ίσως εκ του περισσού‑ χωρίς ένσταση κατά την κατάθεσή τους στο Δικαστήριο. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα ελέγχου συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 22 του Κεφ.
- Άλλωστε, ούτε η Gordian παρουσίασε τον Μ.Ε. ως πρόσωπο το οποίο ήλεγξε τα αντίγραφα με τις αρχικές καταχωρίσεις. Αυτό το οποίο επιβεβαίωσε η ίδια και γίνεται δεκτό, είναι πως οι αναλυτικές αυτές καταστάσεις είναι όπως ακριβώς είχαν παραληφθεί από την Τράπεζα χωρίς αλλοίωση ή επέμβαση από την ίδια την Gordian, κάτι το οποίο επίσης γίνεται δεκτό, στη βάση του προσαχθέντος πιστοποιητικού, έστω και αν, όπως ο Μ.Ε. δήλωσε εντίμως, ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία μεταφοράς του εν λόγω αρχείου. Ουσιαστικά, τα γεγονότα και ενέργειες που καταγράφονται στις καταστάσεις συνιστούν δηλώσεις σε έγγραφο εν τη εννοία του άρθρου 2 του Κεφ. 9 και αξιολογούνται βάσει του άρθρου 27 του ιδίου Νόμου, ως προς τη βαρύτητα και την αποδεικτική τους αξία: 1) Καταρχάς, λαμβάνεται υπόψιν το σύνολο των περιστάσεων, όπως έχουν αναλυθεί από τον Μ.Ε. στη γραπτή δήλωσή του, στην προφορική μαρτυρία του και στο πιστοποιητικό, Τεκμήριο 37Α. 2) (α) Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψιν το ότι δεν θα ήταν τόσο εύκολο ή εφικτό για την Ενάγουσα να κλητεύσει στη διαδικασία όλους αυτούς τους υπαλλήλους της Τράπεζας οι οποίοι έχουν κατά καιρούς εμπλακεί στη λειτουργία του λογαριασμού με διάφορες καταχωρίσεις και συνομολόγηση εγγράφων. Υπενθυμίζεται ότι οι καταστάσεις αφορούν τη χρονική περίοδο 2007 έως 30.10.
- (β) Δεν παραγνωρίζω ότι οι καταχωρίσεις αναφέρονται σε ενέργειες και πράξεις που έγιναν προ πολλού, πλην όμως πρόκειται για ενέργειες οι οποίες καταγράφονται και καταχωρούνται ταυτόχρονα με τη διενέργειά τους, όπως υποδηλοί και η συνήθης φύση ενός τρεχούμενου λογαριασμού αλλά και η τραπεζική πρακτική την οποία εξήγησε ο Μ.Ε. έχοντας και ο ίδιος υπηρετήσει για πάρα πολλά χρόνια στην Τράπεζα. (γ) Με δεδομένο ότι οι ενέργειες καταχωρούντο σε αρχείο το οποίο έχει μεταφερθεί υπό μορφή αναλυτικών καταστάσεων, κρίνω πως σε αυτές δεν περιλαμβάνεται εξ ακοής πέραν του πρώτου βαθμού αφού εμπλεκόμενοι είναι ο καταχωρήσας την πράξη και το έγγραφο που έχει παρουσιαστεί (Τεκμήριο 37Β). (δ) Ούτε έχει καταδειχθεί ή έστω παρασχεθεί κάποια ένδειξη ότι οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει καταχωρίσεις στον λογαριασμό. Υπενθυμίζω πως καμιά υποβολή ή εισήγηση δεν υπήρξε για συγκεκριμένη εσφαλμένη καταγραφή ή στοιχεία ή πληροφορία στις εν λόγω καταστάσεις. Άλλωστε, ήταν και θέση της υπεράσπισης ότι κάποιος υπάλληλος "θέτει τα δεδομένα στο σύστημα" χωρίς οποιοσδήποτε να μπορεί να επέμβει και να τα αλλάξει. (ε) Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι έχουν αλλοιωθεί ή διαφοροποιηθεί οι αρχικές καταχωρίσεις. Αντιθέτως, διαπιστώνεται αφενός ότι όλες οι πιο πάνω παραδεκτές συμφωνίες και τα ποσά που τις αφορούν συνάδουν απολύτως με τις καταχωρίσεις και αφετέρου ότι δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα ούτε υπάρχει εισήγηση ότι έγινε κάποιο λάθος ή απάτη ή ότι ο λογαριασμός δεν τηρείτο κανονικά. Εξαίρεση βέβαια αποτελούν οι ισχυρισμοί για υπερχρεώσεις, αλλά ακόμα και ως προς αυτό το θέμα, το ίδιο το γεγονός ότι παρουσιάζονται οι αρχικές καταστάσεις οι οποίες τις περιέχουν, συνιστά επιβεβαίωση ότι προσκομίστηκαν τα στοιχεία όπως είχαν τηρηθεί και ότι κανένας δεν επιχείρησε επέμβαση σε αυτά. Ας σημειωθεί, πως για μια μεμονωμένη καταχώριση (ημερ. 31.3.08 για €25) για την οποία υπήρξε αντεξέταση, διαπιστώνεται εν τέλει πως περιλαμβάνεται και αυτή στο Τεκμήριο 39, δηλαδή στις χρεώσεις οι οποίες αφαιρέθηκαν και δεν αξιώνονται. (στ) Οι αρχικές δηλώσεις, δηλαδή όλες οι καταχωρίσεις στο Τεκμήριο 37Β, έγιναν από λειτουργούς της Τράπεζας στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, καθώς και στα πλαίσια της νομοθεσίας και της τραπεζικής πρακτικής για τήρηση λεπτομερών λογαριασμών για κάθε μεταβολή. Άλλωστε, το γεγονός ότι μέχρι και το 2011 υπογράφοντο οι προαναφερθείσες συμφωνίες στη βάση των τότε υφιστάμενων υπολοίπων και το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμιά αντίδραση ή διαφωνία κατά τη λήψη των διαφόρων επιστολών, με τελευταίες αυτές του 2012, συνιστά επιβεβαίωση ότι οι Εναγόμενοι είχαν υπόψιν τα αναφερόμενα σε αυτές υπόλοιπα, τα οποία βέβαια προέκυπταν από τις συζητούμενες καταχωρίσεις στην κατάσταση λογαριασμού. (ζ) Δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικότητας των αρχικών καταχωρίσεων καθότι έχουν μεταφερθεί γραπτώς στο Δικαστήριο και, όπως έχει λεχθεί, αφορούν την κίνηση λογαριασμού επί του οποίου στηρίχθηκαν και οι Εναγόμενοι για ενέργειές τους μέχρι και το
- (η) Οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει προσαχθεί η αναλυτική κατάσταση δεν δυσκολεύουν καθόλου την αξιολόγηση της βαρύτητας αυτής της μαρτυρίας, ούτε και έχει διαπιστωθεί προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησής της. Ως προς το κατά πόσον θα μπορούσε να προσαχθεί καλύτερη μαρτυρία, δεν παραγνωρίζω ότι ενδεχομένως θα μπορούσε να κληθεί υπό άλλες περιστάσεις διευθυντής ή υπάλληλος της Τράπεζας ή άλλο πρόσωπο προς στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Κεφ.
- Όμως ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν απαραίτητο να καταδειχθεί βάσει του εδ.
(2)ότι η κατάσταση "βρίσκεται υπό τη φύλαξη της τράπεζας". Πράγμα το οποίο βεβαίως δεν θα μπορούσε να λεχθεί από οποιονδήποτε λειτουργό της τράπεζας αφού τα στοιχεία αυτά έχουν μεταφερθεί, ως μέρος του αρχείου, στην Gordian. Μια άλλη πιθανότητα θα ήταν να αναζητηθούν οι δεκάδες λειτουργοί οι οποίοι είχαν προβεί στις διάφορες καταχωρίσεις και να κληθούν όλοι να καταθέσουν, πράγμα βεβαίως αδύνατο, εκτός εάν υπήρχαν συγκεκριμένες καταχωρίσεις για τις οποίες εγείρετο αμφισβήτηση από την άλλη πλευρά. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ πως δεν ήταν εύκολα εφικτή η προσκόμιση καλύτερης μαρτυρίας. Λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, τη φύση της υπόθεσης, τα ζητήματα που είχαν εγερθεί, το είδος της προσαχθείσας μαρτυρίας, τις θέσεις εκατέρωθεν και ιδιαίτερα το ότι δεν αμφισβητείται οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώριση, καταλήγω ότι οι αναλυτικές καταστάσεις Τεκμήριο 37Β είναι αποδεκτή μαρτυρία και ως προς το περιεχόμενό τους και ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι αποτυπώνουν με ακρίβεια και λεπτομέρεια όλα τα διαδραματισθέντα και την κίνηση του λογαριασμού κατά την περίοδο την οποίαν αφορούν. Το Τεκμήριο 38 είναι κάτι διαφορετικό από το Τεκμήριο 37Β και ασφαλώς δεν μπορεί να προβάλλονται οι ίδιες ενστάσεις. Το Τεκμήριο 38 είναι αναδομημένη κατάσταση, την οποίαν ετοίμασε ο ίδιος ο Μ.Ε. αφαιρώντας χρεώσεις και έξοδα στα οποία δεν επιμένει πλέον η Gordian. Το συνολικό ποσό το οποίο αφαίρεσε είναι €55.109,11, το οποίο έχει εξεύρει ετοιμάζοντας μια άλλη κατάσταση, ήτοι το Τεκμήριο 39, ως εξηγείται κατωτέρω. Βασικά, στο Τεκμήριο 39 ο Μ.Ε. συγκέντρωσε όλες τις παλαιότερες χρεώσεις (για την περίοδο από 17.12.07 μέχρι τον τερματισμό στις 17.12.12), οι οποίες πλέον δεν διεκδικούνται. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τραπεζικά δικαιώματα, έξοδα καταστάσεων, έξοδα υπερβάσεων, τόκους υπερημερίας κλπ (bank charges, statement charges, excess expenses). Το σύνολο των προς αφαίρεση χρεώσεων ανήλθε σε €55.109,11 με υπολογισθέν επιτόκιο ύψους 9% διότι αυτό ήταν το υψηλότερο με το οποίο είχε χρεωθεί ποτέ ο λογαριασμός κατά τη λειτουργία του, κάτι το οποίο όντως είναι προς όφελος του χρεώστη. Αυτό έγινε λόγω της δυσκολίας που θα υπήρχε εάν κάθε φορά για κάθε χρέωση αναζητείτο ο τόκος με τον οποίο πράγματι είχε χρεωθεί κατά τον αρχικό επίδικο χρόνο. Η ουσία είναι πως με αυτόν τον τρόπο εντοπίστηκε το πιο πάνω ποσό το οποίο και αφαιρέθηκε, δηλαδή πιστώθηκε προς όφελος των Εναγομένων στην αναδομημένη κατάσταση, ήτοι στο Τεκμήριο 38 με ημερομηνία 17.12.12 (δηλαδή πιστώθηκε εκ των υστέρων στην ημερομηνία τερματισμού, κατά την αναδόμηση). Έτσι, η αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 38, αρχίζει μεν με το υπόλοιπο των €436.653,49, το οποίο ήταν το υπόλοιπο βάσει της τελευταίας κεφαλαιοποίησης πριν τον τερματισμό (ο οποίος έγινε στις 18.12.12), αλλά στη συνέχεια, πριν την επόμενη κεφαλαιοποίηση και συγκεκριμένα στις 17.12.12, οι Εναγόμενοι πιστώνονται με τις αφαιρέσεις οι οποίες αφορούσαν όλη την περίοδο λειτουργίας του λογαριασμού, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο στις 17.12.12 να μειωθεί από €490.116,51 σε €435.007,40. Το τελευταίο αυτό ποσό τοκιζόμενο με 7.5%, ανέρχεται στις 8.12.20 σε €729.806,15 συν τόκους, το οποίο συνιστά και την αξίωση της Gordian. Τα διάφορα επιτόκια με τα οποία χρεώθηκε ο λογαριασμός και ιδιαίτερα αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για την εξαγωγή του αξιούμενου ποσού, προκύπτουν αφενός για την περίοδο προ του 2012 από το Τεκμήριο 37Β και αφετέρου για τη μεταγενέστερη περίοδο από την αναδομημένη κατάσταση Τεκμήριο 38. Για κάποια εγείρονται ενστάσεις από πλευράς υπεράσπισης, αλλά τόσον αυτές όσον και τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία ήγειραν οι Εναγόμενοι 1‑5 ως προς το θέμα καθώς και άλλα, αφορούν τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Όσον αφορά τις διακυμάνσεις Euribor, ο Μ.Ε. ήταν σαφέστατος ότι είχαν αυτές τις τιμές μέσω του αρμόδιου Τμήματος της Τράπεζας (Treasury) και ότι αργότερα, για σκοπούς Δικαστηρίου, αναζήτησε και εκτύπωσε ο ίδιος τέτοια ποσοστά για κάποιες ημερομηνίες (18.6.08 έως 30.6.08\). Δέχομαι τη μαρτυρία του ότι τα ποσοστά στο Τεκμήριο 40 αντικατοπτρίζουν τα ποσοστά που ίσχυαν τότε. Μοναδική διευκρίνιση ότι το ποσοστό 5.125% αφορά την ημερομηνία 25.6.08 και όχι τις 26.6.08 που είχε αναφέρει ο Μ.Ε. Νομική Πτυχή Α. Υποκατάσταση της Gordian Προέχει η εξέταση των εισηγήσεων και δη των ενστάσεων σε σχέση με τη νομότυπη υποκατάσταση της Gordian στη θέση της Τράπεζας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις 11.9.19 καταχωρίστηκε στον δικαστικό φάκελο Ειδοποίηση με βάση το άρθρο 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Ν.160
(1)/15, το οποίο, για ό, τι ενδιαφέρει, έχει ως εξής: "
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που (μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος". Ας σημειωθεί, σε σχέση με την παρούσα, ότι το Τεκμήριο 1 είναι οι επιστολές της Τράπεζας ημερ. 30.10.18 με τις οποίες είχε καλέσει βάσει του άρθρου 18
(1)(β) τους Εναγόμενους να υποβάλουν αν ήθελαν σχετική πρόταση εξαγοράς, ενώ το Τεκμήριο 2 είναι οι επιστολές της Τράπεζας ημερ. 31.5.19 με τις οποίες είχε ενημερώσει τους Εναγόμενους βάσει του άρθρου 19 ότι στις 30.5.19 οι πιστωτικές διευκολύνσεις και οι εξασφαλίσεις τους είχαν μεταφερθεί στην Gordian. Οι λεπτομέρειες των πιο πάνω ενεργειών περιέχονται στην αποδεκτή γραπτή μαρτυρία του Μ.Ε. και δεν έχουν επίσης αμφισβητηθεί. Όπως δεν αμφισβητείται το ότι είχαν σταλεί κανονικά οι ειδοποιήσεις εξαγοράς και το ότι δεν υπήρξε πρόταση εξαγοράς από πλευράς Εναγομένων. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση των Εναγομένων ότι απαιτείτο τροποποίηση της αγωγής ούτως ώστε να αποδείξει η Gordian ότι απέκτησε τα δικαιώματα επί της αγωγής. Ο ίδιος ο Νόμος στο πιο πάνω άρθρο 18
(4)περιέλαβε διάταξη δικονομικής φύσης ως προς το ζήτημα, η οποία ασφαλώς και υπερισχύει οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού όπως η Δ.12, σε αντίθεση με τα όσα προέβαλαν οι Εναγόμενοι. Έχω την άποψη πως όταν στην επιφύλαξη του εδ.
(4)αναφέρεται η φράση "ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου", σαφώς εννοείται και άλλη δικονομική διάταξη, όπως ήταν και ο σκοπός της πρόνοιας. Θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτό ότι από τη μια πλευρά εννοείτο πως δεν απαιτείται οτιδήποτε εκτός της ειδοποίησης και από την άλλη ότι απαιτείται τροποποίηση με βάση τους Θεσμούς. Ούτε βέβαια ισχύει το επιχείρημα ότι η Ειδοποίηση δεν είχε καταχωριστεί από τον ίδιο τον εκχωρητή. Αυτή καταχωρίστηκε μεν από δικηγορική εταιρεία, η οποία όμως ήταν η δικηγόρος της Τράπεζας μέχρι εκείνη τη μέρα και σαφώς οι ενέργειες και οι δηλώσεις της δεσμεύουν τη μέχρι τότε Ενάγουσα Τράπεζα, στο πλαίσιο του αρχικού διορισμού και εξουσιοδότησής της προς δικηγόρους η οποία δεν είχε ανακληθεί. Β. Εγγυήσεις Σε σχέση με τους Εναγόμενους 3, 4 και 5, έχει προβληθεί ότι η εγγύησή τους είναι άκυρη εξ υπαρχής διότι κατ' ισχυρισμόν δεν είχαν τηρηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Ν.197
(1)/03 και συγκεκριμένα, ότι η Τράπεζα δεν τους είχε παραδώσει την προβλεπόμενη Επιστολή με πληροφορίες για το δάνειο και τη Γραπτή Δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας. Η εισήγηση αφορά τη σύμβαση εγγύησης ημερ. 4.6.10, Τεκμήριο 26. Είναι γεγονός πως αυτή υπερέβαινε το όριο των Λ.Κ. 5.000, το οποίο θέτει ο πιο πάνω Νόμος και συνεπώς, εμπίπτει όντως στο πεδίο εφαρμογής του για τα πιο πάνω φυσικά πρόσωπα, τα οποία δεν ήταν διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας (όπως ήταν ο Εναγόμενος 2), τους οποίους εξαιρεί ο Νόμος από την εφαρμογή του. Η αλήθεια όμως είναι πως δεν μπορούσε και δεν έχει εξαχθεί τέτοιο θετικό εύρημα από το Δικαστήριο, δηλαδή περί του ότι δεν είχαν παραδοθεί η Επιστολή και η Δήλωση. Καταρχάς, δεν υπεβλήθη σαφής ερώτηση για το θέμα της χορήγησης τέτοιων εγγράφων. Ο Μ.Ε. ρωτήθηκε (με την τελευταία ερώτηση) στην αντεξέτασή του εάν αυτοί οι Εναγόμενοι είχαν ενημερωθεί για όλα όσα αφορούσαν τη συμφωνία, δηλαδή για το ποσό, τα επιτόκια και τον χρόνο αποπληρωμής, οπότε απάντησε ότι δεν ήταν παρών. Δεν δόθηκε όμως άλλη συνέχεια στο ζήτημα αυτό. Όμως θα πρέπει να σημειωθεί πως ακόμα και να είχε προκύψει μια τέτοια διαπίστωση, οι συνέπειες δεν θα ήταν αυτές που εισηγείται η υπεράσπιση. Ο λόγος είναι το ότι, ως συνάγεται από τον Ν.197
(1)/03, εκεί που ο νομοθέτης θέλησε να ορίσει ως συνέπεια κάποιας παρατυπίας ή παράλειψης την εξ υπαρχής ακυρότητα ή ακόμα και την απαλλαγή του εγγυητή, το δήλωσε σαφώς, όπως π.χ. με το άρθρο 4, όπου η σύμβαση καθίσταται άκυρη και μη εκτελεστή αν δεν είναι γραπτή και υπογεγραμμένη ή με το άρθρο 12 όπου ο εγγυητής απαλλάσσεται εάν λόγω μη ενημέρωσής του (για καθυστερήσεις στην εξόφληση) παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Ενδεχομένως, μια τέτοια παράλειψη (χορήγησης της Επιστολής και της Γραπτής Δήλωσης) να συνιστούσε παραβίαση ουσιώδους όρου ή τύπου, η οποία θα έδιδε τα άλλα δικαιώματα (π.χ. τερματισμού), αλλά δεν συμφωνώ ότι θα καθιστούσε τη σύμβαση ως εξ υπαρχής άκυρη (void ab initio). Άλλωστε, τόσο η νομολογία όσο και τα συγγράμματα που παρατίθενται από τους Εναγόμενους, αναφέρονται ακριβώς σε δημιουργούμενο αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις ή και προς επιβολή του θεσμοθετημένου καθήκοντος (βλ. Winfield and Jolowise on Tort, 11η έκδοση, σελ. 154, Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazou
(1970)1 CLR 196, Αστικά Αδικήματα, Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, σελ. 69, Επίσημος Παραλήπτης ν. Δημητρίου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 936). Το επιχείρημα ότι αυτό έπραξαν οι Εναγόμενοι διεκδικώντας ανταπαιτητικώς την κήρυξη της εγγύησης ως άκυρης, ασφαλώς δεν υποστηρίζεται από τις πιο πάνω αυθεντίες, οι οποίες αναφέρονται, ως έχει λεχθεί, σε εντελώς διαφορετικές θεραπείες (και όχι σε διεκδίκηση ακυρότητας). Ούτε συμφωνώ ότι τίθεται ζήτημα εφαρμογής των άρθρων 91 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 λόγω κατ' ισχυρισμόν ουσιώδους μεταβολής της φύσης της εγγύησης ή των όρων της. Όπως ρητώς αναφέρεται στο Τεκμήριο 26 (εγγυητήριο), η εν λόγω εγγύηση από τους Εναγόμενους 2‑5 ήταν μια συνεχής εγγύηση για όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 είτε αυτές ήταν παρούσες είτε μελλοντικές και η εγγύηση ίσχυε για το τελικό υπόλοιπο κεφαλαίου που δυνατόν να καθίστατο πληρωτέο αλλά μέχρι €180.000. Κατ' ανάλογον τρόπο και πάλι οι αναφερόμενες αυθεντίες διαφοροποιούνται σαφώς από την παρούσα αφού όντως εκεί υπήρξαν ουσιώδεις μεταβολές όπως η εξόφληση του τρεχούμενου και η μεταγενέστερη σύναψη δανείου ή και η παραχώρηση δανείων για άλλους σκοπούς από αυτούς που είχε εγγυηθεί το Κράτος (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T. G. And Sons Importing Ltd κ.Α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Γ. Υποθήκες Σε σχέση με τις υποθήκες, οι Εναγόμενοι προέβαλαν δύο εισηγήσεις. Πρώτον, ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η Gordian απέκτησε οποιαδήποτε δικαιώματα επί των υποθηκών και δεύτερον, ότι αυτές είναι άκυρες λόγω αοριστίας του ποσού που εξασφαλίζουν, καθώς και λόγω της ακύρωσης του δικαιώματος εξάλειψης της υποθήκης βάσει του δόγματος equity of redemption. Σε σχέση με την πρώτη εισήγηση, επικαλούνται τα άρθρα 5 και 32 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/
- Δεν αμφισβητείται βέβαια ότι ήταν επιτρεπτή βάσει του άρθρου 32 η μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών, αφού όντως οι επίμαχες συμβάσεις δεν περιλαμβάνουν "ρήτραν περί του εναντίου". Αυτό το οποίο ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, είναι ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και άρα οι υποθήκες ουδέποτε μεταβιβάστηκαν. Με τη μαρτυρία όμως την οποίαν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι παρουσίασαν μέσω του Μ.Υ., δηλώθηκε ότι έχουν ακολουθηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 32 και ότι έχουν επιτευχθεί οι μεταβιβάσεις (στη βάση του Τεκμηρίου 41). Αυτή ήταν η ρητή απάντηση του Μ.Υ. όταν ρωτήθηκε εάν έχουν τηρηθεί οι διατάξεις του άρθρου αυτού. Είναι λοιπόν σαφές, ότι ο Διευθυντής Κτηματολογίου ενήργησε στη βάση του Τεκμηρίου 41 και προέβη στη μεταβίβαση. Έλαβε δηλαδή απόφαση. Το γεγονός αυτό έχει δύο συνέπειες. Πρώτον, το ότι ο κάθε επηρεαζόμενος έχει το δικαίωμα να εφεσιβάλει μια τέτοια απόφαση και δεύτερον, πολύ σημαντικότερο, το ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία ή δικαιοδοσία να ελέγξει τη συγκεκριμένη απόφαση στα πλαίσια αγωγής αλλά μόνο στα πλαίσια μιας τέτοιας έφεσης. Όπως προνοείται στο άρθρο 51: "51.
(1)Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω. ...........................................
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν Δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ' οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ' ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω
(1)". Δεν τίθεται συνεπώς θέμα ενασχόλησης ενός Δικαστηρίου με την ορθότητα ή εγκυρότητα απόφασης του Διευθυντή Κτηματολογίου παρά μόνον εάν καταχωριστεί το απαιτούμενο από τον Νόμο ένδικο μέσο της έφεσης εναντίον τέτοιας απόφασης. Ως προς το δεύτερο ζήτημα σε σχέση με τις υποθήκες, οι Εναγόμενοι εισηγούνται βασικά ότι υπήρχε αοριστία στα ποσά η οποία ακύρωνε το δικαίωμα του οφειλέτη "ανά πάσα στιγμή να μεταβεί στο Κτηματολόγιο και να εξαλείψει την υποθήκη, λαμβάνοντας έτσι το ακίνητό του και εξασκώντας το δικαίωμά του που προστατεύεται από το δόγμα του Equity of Redemption". Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2005 reisuue, Τόμος 32 (παράγ. 307, 502, 517), οποιοσδήποτε όρος σε συμφωνία ο οποίος αποκλείει την εξόφληση, συνιστά πέδη ή δέσμά (clog or fetter), δηλαδή εμπόδιο ή κώλυμα στο δικαίωμα αποδέσμευσης και κατά συνέπεια είναι άκυρος ("...a clog or fetter on the Equity of Redemption is void", παράγ. 517). Οι Εναγόμενοι παρέθεσαν την υπόθεση Samuel v. Jarrah Timper Core
(1904)AC 323, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση που κάποια σύμβαση υποθήκευσης (ή όρος αυτής) στερεί τον οφειλέτη του δικαιώματος να λάβει πίσω την περιουσία του έναντι καταβολής της οφειλής, τότε είναι άκυρη ("no contract...can be valid if it prevents the mortgager from getting back his property on paying off what is due on his security"). Η υπόλοιπη νομολογία την οποία παρέθεσαν, όντως αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου είτε οι συμβάσεις υποθήκευσης είτε κάποιοι όροι σε αυτές απαγόρευαν ή εξουδετέρωναν το δικαίωμα ανάκτησης της ενυπόθηκης ιδιοκτησίας (βλ. Reeve v. Lisle
(1902)AC461, Fairclough v. Swan Brewery
(1912)AC 565, Cityland and Property Ltd v. Dabrah
(1968)CH 166, Noakes and Co Ltd v. Rice
(1902)AC 24). Αυτό όμως το οποίο διαπιστώνεται, είναι ότι στις πιο πάνω περιπτώσεις υπήρχαν στις συμβάσεις συγκεκριμένοι ρητοί όροι οι οποίοι όντως εμπόδιζαν την ανάκτηση της υποθηκευθείσας ιδιοκτησίας. Τέτοιοι όροι όμως δεν υπάρχουν στις επίδικες συμβάσεις υποθήκευσης, Τεκμήρια 28‑32, πράγμα το οποίο διαφοροποιεί την παρούσα περίπτωση. Προχωρώντας περαιτέρω, οι Εναγόμενοι εισηγήθηκαν πως συγκεκριμένοι όροι στα Τεκμήρια 28‑32, ήτοι οι όροι 4 και 12 στα Έγγραφα Υποθήκης, καθιστούν τα ποσά ως μη δυνάμενα να υπολογιστούν και είναι με αυτόν τον τρόπο που ακυρώνουν το δικαίωμα επανάκτησης. Η εισήγηση όμως παραγνωρίζει ότι όλες οι υποθήκες συνεστήθησαν προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό προς την πρωτοφειλέτιδα (Εναγόμενη 1). Ως αναφέρεται στον όρο 2 των εγγράφων, οι υποθήκες αποτελούσαν πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, κάτι το οποίο ήταν συγκεκριμένο και εξακριβώσιμο, δεδομένου ότι αυτές οι υποχρεώσεις προέκυπταν από τον συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι είχαν πάντοτε εκ του Νόμου και το δικαίωμα, σε περίπτωση άρνησης της Τράπεζας να αποδεχθεί συγκεκριμένη πληρωμή προς εξάλειψη της υποθήκης, να αποταθούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο και να ζητήσουν την έκδοση ακυρωτικών των υποθηκών διαταγμάτων [άρθρο 36
(1)(β)]. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν συμφωνώ ότι υπήρχε στην παρούσα περίπτωση στέρηση του δικαιώματος ανάκτησης. Δ. Υπερχρεώσεις‑Επιτόκιο Έχοντας υπόψιν τις σχετικές εισηγήσεις των Εναγομένων, δεν συμφωνώ ότι έχουν καταδειχθεί αδικαιολόγητες χρεώσεις ή χρεώσεις οι οποίες να μην καλύπτονται από τις συμβάσεις. Έχει ήδη προηγουμένως εξηγηθεί πως οποιαδήποτε τυχόν χρέωση η οποία δυνητικά θα μπορούσε να τύχει εξέτασης ως αδικαιολόγητη, έχει αφαιρεθεί και δεν εντοπίζεται κάτι σχετικό στην αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο
- Αυτό το οποίο εγείρουν οι Εναγόμενοι και χρήζει εξέτασης, είναι ότι η Τράπεζα εσφαλμένα και κατά παράβαση των συμβατικών όρων επέβαλλε στον λογαριασμό μη συμφωνηθέν επιτόκιο και ειδικότερα, ότι επέβαλλε λανθασμένο 6μηνιαίο Euribor. Οι εισηγήσεις των Εναγομένων αφορούν και εστιάζονται στις δύο χρονικές περιόδους που καλύπτουν τα Τεκμήρια 5 και 6‑8, ήτοι στις περιόδους που άρχιζαν στις 19.6.08 και 8.9.08, ημερομηνίες της Β' και Γ' Συμφωνίας αντίστοιχα. Βέβαια, δεν θεωρώ ότι τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα για την τρίτη συμφωνία, Τεκμήρια 6‑
- Αυτή ήταν μια συμφωνία για προσωρινή αύξηση ορίου από €80.000 σε €130.000, εξ ου και έληγε στις 15.11.
- Η συμφωνία αυτή επηρέασε το Euribor το οποίο ίσχυε κατά την εξαμηνία που είχε αρχίσει βάσει του Τεκμηρίου 5 μόνο σε σχέση με την προσαύξηση. Ειδικότερα, αυτό το οποίο είχε αυξηθεί ήταν η προσαύξηση σε 3.572%, οπότε το σύνολο έγινε 8.697% μέχρι τις 23.12.08 (5.125 + 3.572). Τότε μειώθηκε πιο κάτω και από το προηγούμενο Euribor, ήτοι σε 6.735%. Εξ ου άλλωστε και το ότι δεν έχει αναδειχθεί οποιοδήποτε ζήτημα είτε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε. είτε κατά την αγόρευση των Εναγομένων, εκτός σε όποιο βαθμό αυτή η περίοδος συμπλέκεται με την αμέσως προηγούμενη συμφωνία. Σε σχέση με το Τεκμήριο 5, οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι σημείο έναρξης για τις μεταβολές τόκου έπρεπε να αποτελεί η ημερομηνία καταρτισμού της σύμβασης, δηλαδή η 19.6.
- Δεν θεωρώ ότι απαιτείται ιδιαίτερη ανάλυση δεδομένου ότι εν τέλει, αυτό το οποίο διαπιστώνεται, είναι πως στο σύστημα η αλλαγή πέρασε στις 26.6.08 μεν αλλά αυτό ήταν προς όφελος των Εναγομένων αφού το Euribor ήταν χαμηλότερο. Ως διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 40, στις 19.6.08 ήταν 5.127% ενώ στις 25.6.08 ήταν 5.125% με το οποίο και χρεώθηκε ο λογαριασμός. Ήταν με βάση αυτή την ημερομηνία που η επόμενη μεταβολή έγινε στους έξι μήνες, ήτοι στις 23.12.08 (σε 5.163 ήτοι 6.735‑1.572). Βασικά, αυτό το οποίο διαπιστώνεται από το Τεκμήριο 37Β είναι πως ο λογαριασμός χρεώθηκε ως εξής: ‑ 8.500% από το άνοιγμά του ‑ 6.697% από 26.6.08 - 8.697% από 10.9.08 ‑ 6.735% από 23.12.08 ‑ 8.500% από 20.5.09 ‑ 7.000% από 18.6.10 ‑ 7.500% από 15.6.11 Διαπιστώνεται επίσης, πως δεν χρεώθηκε ποτέ με το επιτόκιο 10.5% που προέβλεπε η Ζ' Συμφωνία Ορίου, Τεκμήρια 16‑
- Όπως ούτε και με ποσοστό 8.750% το οποίο προέβλεπε η Γενική Συμφωνία ημερ. 23.11.11, αλλά αντιθέτως, στις 30.11.11 επαναβεβαιώθηκε το προηγούμενο ποσοστό 7.50%. Ούτε υπήρξε μεταβολή του επιτοκίου κατά τον τερματισμό στις 23.12.12 με το Τεκμήριο
- Η δε προσθήκη τότε επιτοκίου υπερημερίας 3% δεν διεκδικείται με την αναδομημένη κατάσταση ή την αγωγή. Κατά συνέπειαν, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε παρατυπία ή υπερχρέωση σε σχέση με το επιτόκιο, το οποίο παρέμεινε μέχρι τέλος εντός των συμβατικών πλαισίων. Θεωρώ πως σε αυτό το επιτόκιο θα πρέπει να περιοριστεί και η αξίωση εναντίον των εγγυητών. Η οποία βέβαια περιορίζεται επίσης μέχρι τις €180.000 και όχι σε όλο το ποσόν (σε αντίθεση με ό,τι εισηγήθηκαν ο Μ.Ε. και οι συνήγοροι Ενάγουσας). Είναι αυταπόδεικτο από τα πιο πάνω πως δεν μπορεί να επιτύχει οποιαδήποτε από τις αξιώσεις της ανταπαίτησης. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση και διατάγματα ως εξής: Α. Εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €729.806,15 συν τόκο προς 7.5% ετησίως επί του ποσού των €706.497,52 από 8.12.20 μέχρι τελικής εξόφλησης και με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δις ετησίως, ήτοι στις 30.6 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης. Β. Εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 για το ποσόν των €180.000, με τόκο προς 7.5% από 18.12.12 μέχρι πλήρους εξόφλησης και με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δις ετησίως, ήτοι στις 30.6 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως μεταξύ τους (καθώς και με την Εναγόμενη 1 σε σχέση με το μεγαλύτερο ποσό). Γ. Διατάγματα εκποίησης υποθηκών εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 ως οι παράγ. 28.3Α, 28.3Β, 28.3Γ, 28.4Α και 28.5Α αντίστοιχα. Δ. Διατάγματα και ή αποφάσεις και ή δηλώσεις ως οι παράγ. 28.8Α έως Η εναντίον των Εναγομένων 1 και 7, με μόνη διαφοροποίηση την προσθήκη στο τέλος της υποπαρ. 28.8Ε της φράσης ".εντός 45 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος". Ε. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. ΣΤ. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψιν ότι αγωγή και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί, επιδικάζονται ενιαία έξοδα (ένα σετ) υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος των Εναγομένων 1 έως 5 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν με νόμιμο τόκο από σήμερα συν Φ.Π.Α. Για την Εναγόμενη 7 καμιά διαταγή εξόδων, στη βάση των συμφωνηθέντων. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο