← Κύπρος

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1325/13, 11/2/2021

GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1325/13, 11/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1325/13 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Ενάγουσας και

  1. SAEM ELECTRICAL-MECHANICAL SERVICES LIMITED
  2. χχχ χχχ Αναστασίου
  3. χχχ χχχ Αναστασίου
  4. N.ARESTI INVESTMENTS LIMITED
  5. D.STAVRINOS ESTATES LIMITED
  6. χχχ χχχ Γρηγορίου Εναγομένων 11 Φεβρουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα Α. Κορακίδου για ARISTI KORAKIDOU MAKRIDOU LLC. Για τους εναγομένους 1-3: κ. Ν. Τσιαπαλής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε στις 21.5.2013, η ενάγουσα (Gordian Holdings Ltd), στη βάση δύο πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 31.3.2011 διεκδικεί από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 ποσά €722.839,09 και €135.745,19 αντίστοιχα πλέον τους αναλογούντες τόκους από 23.4.
  7. Τα εν λόγω ποσά ήταν τα χρεωστικά υπόλοιπα στις 23.4.2013 των δύο δανείων αρχικού ύψους €600.000 και €190.000 αντίστοιχα που παραχωρήθηκαν από την προκάτοχο της ενάγουσας για σκοπούς είσπραξης, Τράπεζα Κύπρου (εφεξής η Τράπεζα), στην εναγόμενη 1 εταιρεία υπό την εγγύηση των εναγόμενων 2 και
  8. Ως επιπλέον εξασφάλιση των εν λόγω δανείων υπάρχουν οκτώ συνολικά υποθήκες - όλες προγενέστερες των δανείων - που εκτείνονταν όμως και σε μελλοντικές υποχρεώσεις των ενυπόθηκων οφειλετών. Επί τούτου, οι εναγόμενοι φέρονται να συμφώνησαν και ειδικά. Οι εξασφαλίσεις των εν λόγω δανείων δεν εξαντλούνται στα πιο πάνω. Υπάρχει και μια εκχώρηση πωλητηρίου εγγράφου σε σχέση με ένα διαμέρισμα στην Πάφο που η εναγόμενη 1 αγόρασε από τους εναγόμενους 4, 5 και
  9. Σημειώνεται ότι εναντίον των εναγόμενων 4, 5 και 6 έχουν ήδη εκδοθεί, σχετικές αναγνωριστικές αποφάσεις στις 24.9.2013 (για εναγόμενους 4 και 6) και 8.2.2018 (για εναγόμενο 5). Επιπλέον γίνεται λόγος στην Έκθεση Απαίτησης (εφεξής η Ε/Α) για δύο ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί περιουσίας της εναγόμενης 1 και για μια εκχώρηση ασφάλειας ζωής του εναγόμενου
  10. Σε σχέση με αυτές τις εξασφαλίσεις όμως, η ενάγουσα επιφυλάσσει απλά τα δικαιώματα της, χωρίς να διεκδικεί την απόδοση κάποιας θεραπείας. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (εφεξής η Υ/Α) που καταχωρήθηκε από πλευράς εναγόμενων 1-3 στις 27.2.2014 είναι κάπως ιδιαίτερη και θα εξηγήσω γιατί. Ξεκινά με μια γενική άρνηση (general traverse) της Ε/Α στο σύνολο της. Στη συνέχεια διατυπώνεται άγνοια, άρνηση και/ή απόρριψη της παραγράφου 1 της Ε/Α όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η τότε ενάγουσα (Τράπεζα Κύπρου) είναι τράπεζα και διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Παρά ταύτα - χωρίς ειδική επιφύλαξη, γίνεται στη συνέχεια παραδοχή αναφορικά με (α) τις συμφωνίες των δύο δανείων (β) τις παραχωρηθείσες εγγυήσεις (γ) τα συμφωνηθέντα επιτόκια (δ) τις υποθήκες (ε) τις εκχωρήσεις δικαιωμάτων (στ) τα ομόλογα κυμαινόμενης επιβάρυνσης και (ζ) την αποστολή όλων των επιστολών που αναφέρονται στην Ε/Α. Το υπόλοιπο δικόγραφο, σε κανένα άλλο σημείο, δεν απαντά συγκεκριμένα ούτε και καταπιάνεται ειδικά με οποιανδήποτε άλλη παράγραφο ή ισχυρισμό που αναφέρεται στην Ε/Α. Προβάλλονται βέβαια οι επί μέρους ισχυρισμοί των εναγόμενων 1-
  11. Συγκεκριμένα προβάλλεται ισχυρισμός ότι η Τράπεζα παραβίασε (γενικά) όρους των δανειακών συμφωνιών, δυνάμει των οποίων, όφειλε να ενεργούσε στα πλαίσια της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας και πελάτη και να μην προέβαινε σε οποιεσδήποτε πράξεις που θα προκαλούσαν ζημιά στην εναγόμενη 1 και θα καθιστούσαν αδύνατη την εκ μέρους της εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ζητείται ως προς τούτο και η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης στα πλαίσια της Ανταπαίτησης. Έπειτα γίνεται λόγος για παράνομη χρέωση εξόδων διευθέτησης ύψους €4.000, ποσό το οποίο διεκδικείται ανταπαιτητικώς. Για ζημιά ύψους €2.000.000 που υπέστη η εναγόμενη 1 συνεπεία ενεργειών της Τράπεζας, για δύο διαφορετικούς λόγους. Πρώτον, λόγω της καταχρηστικής μείωσης του ορίου παρατραβήγματος της εναγόμενης 1 που είχε αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες για την εναγόμενη 1 και δεύτερον, λόγω των εν γένει πρακτικών και ενεργειών της Τράπεζας. Στο πλαίσιο αυτό καυτηριάζεται, μεταξύ άλλων, η από μέρους της Τράπεζας αγορά ελληνικών ομολόγων. Η προνομιακή παραχώρηση και/ή διαγραφή δανείων και/ή η παραχώρηση φιλοδωρημάτων σε αξιωματούχους, μέλη του Δ.Σ, σε πολιτικούς και σε κομματικούς παράγοντες. Οι ενέργειες αυτές, συνεχίζει το δικόγραφο, είχαν ως συνέπεια να επηρεασθεί ο τομέας των κατασκευών και άλλοι συναφείς κλάδοι, όμοιοι με αυτούς στους οποίους δραστηριοποιείτο η εναγόμενη 1 και να υποστεί έτσι την πιο πάνω ζημιά, την οποία επίσης διεκδικεί ανταπαιτητικώς. Επικαλείται ως προς τούτο την ετοιμασία μελέτης, δηλώνοντας μάλιστα ότι λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Περαιτέρω γίνεται λόγος για παράνομο, παράτυπο και καταχρηστικό τερματισμό της συμφωνίας [προφανώς εννοεί τη δανειακή σύμβαση των €600.000] με αποτέλεσμα την επιπλέον επιβολή τόκου συνολικού ύψους €55.877, ποσό που επίσης διεκδικείται ανταπαιτητικώς. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 31.5.2018 οι εναγόμενοι 1-3 καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με την οποία επιζητούσαν ουσιαστική και/ή ευρεία διαφοροποίηση και/ή επέκταση των διαλαμβανόμενων στο εν λόγω δικόγραφο, ισχυρισμών. Μεταξύ πολλών άλλων, επιχείρησαν να εισαγάγουν στο δικόγραφό τους λεπτομέρειες δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της Τράπεζας. Η εν λόγω αίτηση, κατόπιν ακρόασης, απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ημερ.16.1.2019, με αποτέλεσμα το δικόγραφο να παραμείνει αναλλοίωτο - όπως το έχω σκιαγραφήσει ανωτέρω. Με προμετωπίδα λοιπόν αυτό το δικόγραφο έλαβαν μέρος στην ακρόαση οι εναγόμενοι 1-
  12. Κατά την ακρόαση, η ενάγουσα κάλεσε ένα και μόνο μάρτυρα, τον λειτουργό της, κ. χχχ Τσαγγάρη (ΜΕ1). Μια μάρτυρα - η οποία φρονώ - θα μπορούσε και θα έπρεπε να γίνει παραδεκτή, κάλεσαν και οι εναγόμενοι πρόκειται για την κα χχχ Μαραγκάκη, πρωτοκολλητή του Ε.Δ.Λευκωσίας (ΜΥ1). Ο ΜΕ1 - μετά την απόρριψη κάποιων ενστάσεων του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόμενων που αφορούσαν επιμέρους πτυχές της μαρτυρίας του - υιοθέτησε και κατάθεσε ως την κυρίως του εξέταση τη γραπτή δήλωση (έγγραφο 1), στην οποία αναφέρεται με πάσα λεπτομέρεια στο χρονικό των πιστωτικών διευκολύνσεων από την αρχή μέχρι το τέλος. Παράλληλα, χωρίς ένσταση, κατάθεσε τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Το διάταγμα στην Αίτηση 372/19, ημερομηνίας 23.05.2019 και μέρος παραρτημάτων του σχεδίου διακανονισμού που αφορούν ειδικά στην παρούσα υπόθεση. Τεκμήριο 2Α - Πιστοποιητικό σύστασης της Bank of Cyprus Ltd Τεκμήριο 2Β - Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της Bank of Cyprus Ltd σε Bank of Cyprus Public Company Ltd. Τεκμήριο 2Γ - Πιστοποιητικό σύστασης της ενάγουσας. Τεκμήριο 2Δ - Πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της ενάγουσας. Τεκμήριο 2Ε - Άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων της ενάγουσας. Τεκμήριο 3Α - Έρευνα που αφορά στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών για την εναγόμενη
  13. Τεκμήριο 3Β - Έρευνα που αφορά στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών για την εναγόμενη 5 Τεκμήριο 4 - Τέσσερις επιστολές ημερομηνίας 30.10.
  14. Τεκμήριο 5 - Επιστολές αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων. Τεκμήριο 6 - Δέσμη επιστολών ημερομηνίας 31.05.
  15. Τεκμήριο 7Α - Απόφαση ημερομηνίας 30.03.2011 της εναγόμενης
  16. Τεκμήριο 7Β - Απόφαση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία LTD, ημερομηνίας 22.03.
  17. Τεκμήριο 7Γ - Συμφωνία δανείου ημερομηνίας 31.03.
  18. Τεκμήριο 8 - Δήλωση ημερομηνίας 31.03.2011 της εναγόμενης 3 και του δικηγόρου της. Τεκμήριο 9 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  19. Τεκμήριο 10 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  20. Τεκμήριο 11 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  21. Τεκμήριο 12 - Επιστολή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 26.06.
  22. Τεκμήριο 13 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  23. Τεκμήριο 14 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  24. Τεκμήριο 15 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  25. Τεκμήριο 16 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  26. Τεκμήριο 17 - Έγγραφα της υποθήκης XXXXX/
  27. Τεκμήριο 18 - Συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 30.05.2007 μαζί με πωλητήριο έγγραφο. Τεκμήριο 19 - Τρεις επιστολές ημερομηνίας 18.08.
  28. Τεκμήριο 20 - Τρεις επιστολές ημερομηνίας 15.09.
  29. Τεκμήριο 21 - Δύο επιστολές ημερομηνίας 23.04.
  30. Τεκμήριο 22 - Συμφωνία δανείου ημερομηνίας 31.03.
  31. Τεκμήριο 23 - Δήλωση ημερομηνίας 31.03.2011 της εναγόμενης 3 και του δικηγόρου της. Τεκμήριο 24 - Τρεις επιστολές ημερομηνίας 15.09.
  32. Τεκμήριο 25 - Δύο επιστολές ημερομηνίας 23.04.
  33. Τεκμήριο 26 - Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου και κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Τεκμήριο 26Α - Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που αφορά τον λογαριασμό χχχχχχχ
  34. Τεκμήριο 27 - Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου και κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Τεκμήριο 27Α - Αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που αφορά τον λογαριασμό χχχχχχχ
  35. Τεκμήριο 28 - Τρεις δημοσιεύσεις που αφορούν στην μεταβολή του επιτοκίου. Τεκμήριο 29 - Επιστολή ημερομηνίας 05.10.
  36. Κατά την αντεξέταση, του υποβλήθηκαν σωρεία ερωτήσεων επί διαφόρων ζητημάτων, πολλές εκ των οποίων αφορούσαν την αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την ενάγουσα και την εξαγορά των χρεών των εναγόμενων. Απ' εκεί και πέρα ρωτήθηκε για τις αποφάσεις τόσο της εναγόμενης 1 όσο και της Τράπεζας (τεκμήρια 7Α και 7Β) που οδήγησαν στη συνομολόγηση της δανειακής σύμβασης (τεκμήριο 7Γ). Σε σχέση με το τεκμήριο 7Α απέρριψε υποβολή ότι οι τελευταίες σελίδες της απόφασης, ήταν ¨μαγειρεμένες¨ από την Τράπεζα, αφού προσκολλήθηκαν για να νομιμοποιήσει αυτά που ήθελε. Για το τεκμήριο 7Γ του υποβλήθηκε ότι υπογράφηκε χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, θέση την οποία απέρριψε ο μάρτυρας, υποδεικνύοντας ότι υπήρχε η δυνατότητα τροποποίησης ή ακόμα και υπαναχώρησης και μη υπογραφής από μέρους των εναγόμενων, αν δεν συμφωνούσαν. Σε σχέση με τις επιστολές (τεκμήριο 19) απέρριψε υποβολή ότι [η Τράπεζα] όφειλε να βεβαιωθεί ότι παραλήφθηκαν, προτού προχωρήσει σε τερματισμό της συμφωνίας. Επί τούτου επισημάνθηκε από τον συνήγορο ότι ο Αύγουστος είναι μήνας διακοπών του κατασκευαστικού τομέα και του συναφούς τομέα όπου δραστηριοποιείτο η εναγόμενη
  37. Περαιτέρω, απέρριψε υποβολές ότι ο τερματισμός ήταν πρόωρος και καταχρηστικός, όπως και ότι η Τράπεζα όφειλε να ρευστοποιήσει την Επιστολή Διάθεσης (letter of allocation) και να τη διαθέσει έναντι του μεγάλου δανείου και όχι να την κρατήσει, να τερματίσει και να την ρευστοποιήσει μετά, έναντι του μικρότερου δανείου. Για τις υποθήκες, ανέφερε ότι ήταν μεν προγενέστερες, αλλά αναφέρονται ρητά στις αποφάσεις (τεκμήρια 7Α και 7Β) που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του τεκμηρίου 7Γ. Δεν υπήρξε νέα εγγραφή στο Κτηματολόγιο για να μην επιβαρυνθούν οι πελάτες με νέα υποθηκευτικά τέλη. Απέρριψε ότι η Τράπεζα προχώρησε στην παράνομη χρέωση τόκων, εξηγώντας ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 26Α και 26Β), αφαιρέθηκαν οι τόκοι υπερημερίας. Επί τούτου διευκρίνισε ότι η επιστολή (τεκμήριο 29) που απεστάλη άνευ βλάβης αφορούσε τα υπόλοιπα με βάση το Κλητήριο Ένταλμα, αλλά στη συνέχεια αφαιρέθηκαν οι τόκοι υπερημερίας (όπως και διάφορα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν αρχικά οι λογαριασμοί). Ο τόκος στους αρχικούς λογαριασμούς - δυνάμει των τεκμηρίων 7Γ και 22 - υπολογίστηκε με βάση το ¨εμπορικό έτος¨ των 360 ημέρων αλλά στις αναδομημένες καταστάσεις υπήρξε αναπροσαρμογή. Τέλος ανέφερε ότι ετοιμάζοντας τα πιστοποιητικά (τεκμήρια 26 και 27) έλεγξε ότι οι αναγραφείσες πράξεις ήταν συνάδουσες με τις καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα. Η δεύτερη και τελευταία μάρτυρας της υπόθεσης (ΜΥ1) αποδείχτηκε μάρτυρας κοινής αποδοχής αφού δεν της υποβλήθηκε καμία ερώτηση στην αντεξέταση. Κατάθεσε απλά ως τεκμήριο 30 αντίγραφο του φακέλου της Αίτησης 372/19 του Ε.Δ. Λευκωσίας στον οποίο περιλαμβάνεται και η αίτηση ημερ.21.5.2019 που ενδιέφερε την πλευρά της Υπεράσπισης. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους για να ετοιμάσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι ετοίμασαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Η αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας, κας Κορακίδου, κινήθηκε στο αναμενόμενο πλαίσιο θα έλεγα, αφού υποστηρίχθηκε η απόδειξη της υπόθεσης της, με αναφορά στις εφαρμοστέες νομικές αρχές και την προσκομισθείσα μαρτυρία (προφορική και γραπτή). Εξέταση της θέσης αυτής θα ακολουθήσει στη συνέχεια. Εκείνο το οποίο αξίζει ίσως να σημειωθεί σε αυτό το στάδιο, είναι ότι ζητείται η έκδοση διατάγματος εκποίησης μόνο σε σχέση με τις 7 από τις 8 υποθήκες που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα δεν ζητείται η έκδοση διατάγματος σε σχέση με την υποθήκη που αναφέρεται στην παράγραφο 45(στ) του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης, τα σχετικά έγγραφα της οποίας κατατέθηκαν ως τεκμήριο
  38. Η θέση αυτή της συνηγόρου συνάδει με την αντίστοιχη θέση του ΜΕ1, ο οποίος στις σελ.13-14 της γραπτής του δήλωσης (έγγραφο 1) επίσης αναφέρεται σε αξίωση της ενάγουσας για εκποίηση 7 και όχι 8 υποθηκών. Εξαιρεί δηλαδή την προαναφερθείσα. Ο λόγος προφανώς είναι εκείνος που αναφέρεται στην παράγραφο 23 του έγγραφου 1, ότι δηλαδή η υποθήκη αυτή δεν μεταφέρθηκε στην ενάγουσα. Η ενδιαφέρουσα ομολογουμένως αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόμενων 1-3 - παρά τη στενότητα ισχυρισμών της Υ/Α - (θέμα στο οποίο θα επανέλθω στη συνέχεια), καλύπτει ευρύτητα ζητημάτων. Τα κύρια ζητήματα που εγείρει ο ευπαίδευτος συνήγορος μπορεί, πιστεύω, να διαχωριστούν σε οκτώ θεματικές, αν και υπό τη σκέπη κάθε θεματικής, υπάρχει επιχειρηματολογία επί διαφόρων επιμέρους σημείων. Τις καταγράφω εδώ επιγραμματικά (όχι εξαντλητικά) και στη γενικότητα τους. Η πρώτη αφορά το διάταγμα αντικατάστασης της Τράπεζας από την ενάγουσα. Υπό τη σκέπη αυτού του ζητήματος εγείρονται πολλοί ισχυρισμοί, όπως για παράδειγμα ότι το διάταγμα συγκρούεται με νομοθετικές διατάξεις. Ότι η ειδοποίηση που καταχωρήθηκε από τη συνήγορο της ενάγουσας, δεν συνοδεύεται με το απαραίτητο έντυπο διορισμού (retainer) και άρα είναι παράτυπη. Ότι η αντικατάσταση δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να θεωρηθεί αυτόματη αλλά θα έπρεπε να υποβληθεί προηγουμένως σχετική αίτηση και να εκδοθεί διάταγμα από το Δικαστήριο δυνάμει της Διαταγής 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ότι η εναγόμενη 1 είναι μικρή επιχείρηση και το συνολικό χρέος κατά τη μεταβίβαση ήταν πέραν του ενός εκατομμυρίου και έτσι δεν τύγχαναν καν εφαρμογής οι πρόνοιες του Νόμου 169

(1)/2015. Η δεύτερη αφορά στην αμφισβήτηση της ιδιότητας της Τράπεζας Κύπρου, τόσο ως νομικής οντότητας, δηλαδή εταιρείας (θέμα που εγέρθηκε και αποφασίστηκε κατά την ακρόαση) όσο και ως τραπεζικό ίδρυμα υπό την έννοια του Νόμου. Η τρίτη αφορά ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Νόμου 169
(1)/2015 με ιδιαίτερη αναφορά στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ¨συμβάλλεσθαι ελευθέρως¨. Η τέταρτη αφορά στις υποθήκες με ειδική αναφορά στο ότι δεν ενεγράφησαν εκ νέου κατά τη στιγμή συνομολόγησης των δανείων. Η πέμπτη αφορά στην αμφισβήτηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 σε σχέση με τη μεταφορά των αρχείων από την Τράπεζα στην ενάγουσα. Τονίστηκε ότι αυτό έγινε πριν την πρόσληψη του μάρτυρα στην ενάγουσα και άρα εκτός της προσωπικής του γνώσης. Τέθηκε εδώ και θέμα σχετικά με τα πιστοποιητικά τεκμήρια 26 και
  1. Επιβεβαιώθηκε κατά τον συνήγορο, η ομοιότητα με τις καταχωρήσεις στο ηλεκτρονικό σύστημα και όχι η ορθότητα αυτών καθαυτών των καταχωρήσεων. Η έκτη αφορά στην εγκυρότητα των δανειακών συμβάσεων και εγγυήσεων. Τέθηκε εδώ θέμα ετεροχρονισμένων υπογραφών. Η έβδομη αφορά θέμα καταχρηστικών ρητρών. Στο πλαίσιο αυτό τέθηκε ζήτημα αθέμιτων πρακτικών από πλευράς τράπεζας, αύξησης επιτοκίου χωρίς προειδοποίηση ως επίσης και μη δυνατότητας διαπραγμάτευσης των όρων των δανειακών συμβάσεων. Και τέλος η όγδοη αφορά θέμα προώρου και καταχρηστικού τερματισμού των συμφωνιών. Εδώ τέθηκε το θέμα της παράλειψης έγκαιρης ρευστοποίησης του letter of allocation ως επίσης και του αυθαίρετου συμπεράσματος της Τράπεζας ότι η όποια έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό από τον οποίο αποκόπτονταν αυτόματα οι δόσεις, συνιστούσε και μη καταβολή των δόσεων. Κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στις δανειακές συμβάσεις, υπέδειξε ο συνήγορος. Σημειώνεται ότι στην τελευταία παράγραφο της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόμενων 1-3 - χωρίς να είχε αναφερθεί οτιδήποτε προηγουμένως - υπάρχει η εξής κατάληξη: "Όσον αφορά την Ανταπαίτηση είναι σαφές ότι οι θεραπείες Γ, Δ, Ε και ΣΤ έχουν εγκαταλειφθεί." Θα αρχίσω την εξέταση των διαφόρων ζητημάτων που ανακύπτουν ακριβώς απ' αυτήν την κατάληξη. Η παράγραφος Γ της Ανταπαίτησης είναι η αξίωση για υπερχρεώσεις εξόδων ύψους €4.000 και ρητά συνδέεται με την παράγραφο 5 του εν λόγω δικογράφου. Η παράγραφος Δ είναι η αξίωση για υπερχρεώσεις τόκων ύψους €55.877 και συνδέεται με την παράγραφο 7 του δικογράφου. Οι παράγραφοι Ε και Στ είναι οι διαζευκτικές αξιώσεις για αποζημίωση ύψους €2.000.000 στηριζόμενες σε δύο διαφορετικούς λόγους, την αυθαίρετη μείωση του παρατραβήγματος ως αναφέρεται στην παράγραφο 6 και την εν γένει έκθεση της Τράπεζας σε ελληνικά ομόλογα, την προνομιακή παραχώρηση και διαγραφή δανείων κ.λπ. ως αναφέρεται στην παράγραφο
  2. Η εγκατάλειψη των αξιώσεων αυτών ήταν κατά κάποιον τρόπο και αναπόφευκτη αφού δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας που να τις αποδεικνύει. Και τούτο παρά την προαναγγελία στο δικόγραφο ότι είχε γίνει σχετική μελέτη την οποία οι εναγόμενοι θα επικαλούνταν κατά την ακρόαση. Πέραν της καταλυτικής επίδρασης που έχουν τα προαναφερθέντα για την όποια χρηματική αξίωση στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, έχουν και καταλυτική επίδραση για την υπερασπιστική γραμμή που ακολουθήθηκε. Με εγκαταλειμμένους και εν πάση περιπτώσει αδρανείς πλέον τους κύριους ισχυρισμούς των παραγράφων 5-8 του εν λόγω δικογράφου, παραμένουν μόνο οι παράγραφοι 1-4 και
  3. Στις παραγράφους 1 και 9 υπάρχει απλά μια γενική άρνηση (general traverse) των λεπτομερειών και των υπό διεκδίκηση θεραπειών αντίστοιχα της Έκθεσης Απαίτησης. Η γενική άρνηση όμως δεν αποτελεί υπερασπιστική γραμμή. Δεν είναι αρκετό για ένα εναγόμενο να αρνείται γενικά τις παραγράφους μιας Έκθεσης Απαίτησης και τις αναφερόμενες σ' αυτήν, λεπτομέρειες. Αντίθετα, θα πρέπει να απαντά σε κάθε κατ' ισχυρισμό γεγονός με το οποίο δεν συμφωνεί πλην βέβαια των υπό διεκδίκηση αποζημιώσεων (βλ. Δ.19.Θ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και Βαριάνου v. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541,1560). Κάθε ισχυρισμός σε δικόγραφο για τον οποίο δεν υπάρχει ειδική άρνηση ή έστω μη αποδοχή, εκλαμβάνεται ως παραδεκτός (βλ. Δ.19.Θ.11 και Πελετιές κ.α. v. Fayek M. Ataya of Kuwait
(2001)1 Α.Α.Δ. 167, Τζιούρου v. Κιούρλαππου
(2001)1 Α.Α.Δ. 429, Χρίστου v. Khoreva
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1874,1880-1881 και Σαλαχώρη v. Παναγιωτίδου ECLI:CY:AD:2016:A129, Πολ. Έφεση 257/10, ημερ.1.3.2016). Πέραν της παραδοχής των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης που συνάγεται από τις ανωτέρω νομικές αρχές, στην παράγραφο 3 της Υ/Α - όπως υπέδειξα και προηγουμένως - υπάρχει ρητή παραδοχή όλων των σημαντικών συνισταμένων της αγωγής (δάνεια, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις, εκχωρήσεις κ.λπ..). Απομένει έτσι μόνο η παράγραφος 2 με την οποία οι εναγόμενοι 1-3 αρνούνται και απορρίπτουν την τραπεζική ιδιότητα της τότε ενάγουσας Τράπεζας Κύπρου - θέμα με το οποίο θα ασχοληθώ στη συνέχεια. Αυτό είναι το δικόγραφο, το οποίο δεσμεύει την πλευρά των εναγόμενων 1-3 και το οποίο αποτελεί το μόνο και μοναδικό υπόβαθρο εξέτασης πραγματικών ισχυρισμών και θέσεων από μέρους τους. Παρόλα ταύτα υπήρξε μια ολική αναδίπλωση από πλευράς εναγόμενων κατά τη διάρκεια της ακρόασης που φαίνεται εντονότερα και με επίταση στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου Υπεράσπισης με την πλειάδα θεμάτων που εγείρονται - πλείστα εκ των οποίων υπό το πέπλο του νομικού επιχειρήματος. Και τούτο σε παραγνώριση της απόρριψης της αίτησης τροποποίησης που υπέβαλαν οι εναγόμενοι 1-3 με την οποία επιχείρησαν, ανεπιτυχώς, να εισαγάγουν στο δικόγραφο τους, με μεγάλη καθυστέρηση, κάποιους από αυτούς τους νεοφανείς ισχυρισμούς. Σε σχέση με την προσπάθεια αυτή το Δικαστήριο - ανάμεσα σε άλλα - στη σελ.19 της ενδιάμεσης απόφασης του ημερ. 16.1.2019 παρατηρεί, ότι: ¨Οι νομικοί ισχυρισμοί, θέματα και αναφορές σε Νόμους των οποίων επιχειρείται η εισαγωγή, δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια γνήσια προσπάθεια παρουσίασης επιδίκων θεμάτων ενώπιον του Δικαστηρίου.¨ Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν προτίθεται να εξετάσει ισχυρισμούς και θέσεις που εμφιλοχώρησαν στη διαδικασία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και εκφεύγουν των παραμέτρων της δικογραφίας. Αυτό βέβαια δεν απαλλάσσει την ενάγουσα από την εν γένει υποχρέωση της να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο επωμίζεται. Συνεπώς στην εξέταση του ζητήματος αυτού, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη και θα σταθμίσει κάποια ζητήματα νομικά αλλά και πραγματικά που αναδείχθηκαν και άπτονται ειδικά της στοιχειοθέτησης της απαίτησης της ενάγουσας. Με αυτήν την επισήμανση προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όπως προανέφερα η ΜΥ1 ήταν τελικά μάρτυρας κοινής αποδοχής - η οποία όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια - δεν προσέθεσε κάτι το ουσιαστικό στην υπόθεση. Απομένει έτσι να αξιολογηθεί ο ΜΕ1. Ο μάρτυρας αυτός μου προξένησε καλή εντύπωση. Παρουσίασε τις θέσεις της ενάγουσας και τα γραπτά πειστήρια που τις συνεπικουρούν κατά τρόπο ισορροπημένο και συγκροτημένο. Ήταν αρκούντως αναλυτικός, χωρίς όμως να επεκτείνεται σε γεγονότα πέραν της προσωπικής του γνώσης ή της πληροφόρησης που έλαβε από τον φάκελο της υπόθεσης ή άλλων στοιχείων που περισυνέλεξε στα πλαίσια των καθηκόντων του. Δεν διαπίστωσα να επιδείκνυε υπερβάλλοντα ζήλο, ούτε και να παράθετε δεδομένα και ισχυρισμούς κατά τρόπο εχθρικό, μεροληπτικό ή μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Έτσι αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της, όπως και τα έγγραφα-τεκμήρια 1-29 που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ.829 τονίστηκε ότι σε περιπτώσεις που αφορούν τραπεζικά χρέη - είτε αμφισβητείται η απαίτηση είτε δεν αμφισβητείται - θα πρέπει να αποδειχθούν τρία στοιχεία: «α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Προτού εξετάσω αν αποδεικνύονται αυτά τα στοιχεία, κρίνω ότι είναι το κατάλληλο στάδιο να εξετασθούν κάποια άλλα ζητήματα που αναδείχθηκαν και τα οποία - ως προανέφερα - συναρτώνται με το βάρος απόδειξης και την εν γένει υποχρέωση απόδειξης της απαίτησης. Ξεκινώ με τη διαδικαστική διαδοχή της Τράπεζας Κύπρου από την ενάγουσα, ζήτημα στο οποίο στάθηκε ιδιαιτέρως η πλευρά των εναγόμενων, τόσο με την πλειάδα των ερωτήσεων και υποβολών που έγιναν προς τον ΜΕ1 όσο και με την κλήση της ΜΥ1 και την εκτενή επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου. Η επιχειρηματολογία είναι διττή, καλύπτοντας αφενός την εν γένει νομιμότητα και κανονικότητα της αντικατάστασης και αφετέρου τη νομιμότητα και κανονικότητα της συμπερίληψης των χρεών των εναγόμενων. Ως γνωστό, συμβαλλόμενο μέρος στις συμφωνίες αλλά και αρχική ενάγουσα στην αγωγή ήταν η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στη βάση όμως σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε με Διάταγμα Δικαστηρίου στην Αίτηση Αρ.372/2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας (τεκμήριο 1), η Τράπεζα Κύπρου μεταβίβασε, μεταξύ άλλων, τα απορρέοντα δικαιώματα είσπραξης χρεών στην ενάγουσα και η ενάγουσα υποκατέστησε και αντικατέστησε την Τράπεζα Κύπρου, έχοντας δικαίωμα συνέχισης νομικών διαδικασιών. Η ενάγουσα, σημειώνεται, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και έχει άδεια λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων (τεκμήρια 2Γ, Δ και Ε). Στα προαναφερθέντα χρέη περιλαμβάνονται και τα επίδικα χρέη των εναγόμενων. Ένα πρώτο σχόλιο σε σχέση με το εν λόγω διάταγμα είναι ότι το περιεχόμενο και οι προεκτάσεις του ισχύουν, δεσμεύουν και παράγουν έννομα αποτελέσματα αφού η νομιμότητα έκδοσής του δεν έχει ανατραπεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το παρόν, ισόβαθμο Δικαστήριο - είτε άμεσα είτε έμμεσα - να το αμφισβητήσει, αναθεωρήσει ή διαφοροποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο (βλ. Λοϊζίδη v. Περατικού, ECLI:CY:AD:2019:D149, Πολ. Έφεση 32/2019, ημερ.17.4.2019). Συνεπώς τα επιχειρήματα της πλευράς των εναγόμενων που τείνουν εντέχνως να το αμφισβητήσουν (π.χ. η εσφαλμένη και/ή ανεπαρκής νομική βάση έκδοσης του, η συνακόλουθη και εν γένει παραβίαση νομοθετικών διατάξεων, η αντισυνταγματικότητα του Ν169
(1)/2015, η παράνομη συμπερίληψη των χρεών των εναγόμενων κοκ) δεν μπορούν καν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά το παρόν Δικαστήριο είναι αρκετό ότι με βάση το προαναφερθέν διάταγμα, η ενάγουσα υποκατέστησε και αντικατέστησε την Τράπεζα Κύπρου για την είσπραξη διαφόρων χρεών, μεταξύ των οποίων και αυτών των εναγόμενων. Το θέμα τελειώνει εκεί. Δυνάμει λοιπόν του πιο πάνω διατάγματος, η συνήγορος της ενάγουσας καταχώρησε την Ειδοποίηση ημερ.12.6.2019, για υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου και συνέχισης της διαδικασίας από την ενάγουσα. Η εν λόγω Ειδοποίηση συνοδεύεται από έντυπο διορισμού δικηγόρου (retainer) υπογραμμένο και με τη σφραγίδα της νυν ενάγουσας. Συνεπώς η αντίθετη θέση της πλευράς των εναγόμενων δεν είναι ορθή και η περί τούτου νομική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε δεν τυγχάνει εφαρμογής. Επισημαίνω περαιτέρω ότι δεν χρειαζόταν οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα δυνάμει της Διαταγής 12.Θ.4 για να επικυρωθεί η αντικατάσταση και να επιτραπεί η συνέχιση της διαδικασίας. Τούτο είναι ξεκάθαρο από το ίδιο το λεκτικό του διατάγματος όπου ρητά αναφέρεται ότι η αντικατάσταση γίνεται χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω έγκριση, μεταξύ άλλων (και) του Δικαστηρίου. Ομοίως ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει πως η συνέχιση οποιασδήποτε εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας γίνεται με την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης (βλ. άρθρο 18
(4)του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου 169(Ι)/2015). Το μόνο άλλο σχόλιο που μπορεί να γίνει σε σχέση με το θέμα αυτό είναι πως προηγουμένως, η Τράπεζα Κύπρου, με τις επιστολές της ημερ.30.10.18 (τεκμήριο 4) ενημέρωσε τους εναγόμενους για την πρόθεση της να πωλήσει τα χρέη και τις εξασφαλίσεις τους και τους κάλεσε να υποβάλουν, αν επιθυμούσαν και οι ίδιοι προσφορά εξαγοράς, πράγμα που έπραξαν προσφέροντας το ποσό των €479.
  1. Η προσφορά δεν έγινε αποδεκτή από την Τράπεζα (τεκμήριο 5). Επί τούτου σημειώνω ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η ακολουθητέα αυτή διαδικασία από πλευράς Τράπεζας ήταν επίπλαστη και προσχηματική για να μπορέσει απλά να πωλήσει στη συνέχεια τα χρέη των εναγόμενων στην ενάγουσα, πράττοντας το μάλιστα έναντι μικρότερου ποσού. Τουναντίον υπάρχει η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 που υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Ακολούθως η Τράπεζα και η ενάγουσα ενημέρωσαν τους εναγόμενους για την πώληση και μεταφορά των χρεών με τις επιστολές ημερ. 31.5.2019 (τεκμήριο 6). Έρχομαι τώρα στο μοναδικό θέμα που αμφισβητείται ρητά στο δικόγραφο των εναγόμενων, στο οποίο και πάλι δόθηκε μεγάλη έμφαση από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους τόσο κατά την ακρόαση όσο και με την αγόρευση του. Ότι δηλαδή δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η Τράπεζα Κύπρου διεξάγει τραπεζικές εργασίες συμφώνως του Νόμου. Θα αφήσω κατά μέρος το γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο, όπως όλα τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν εκδικάσει εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες υποθέσεις της συγκεκριμένης τράπεζας και ότι η τραπεζική της ιδιότητα αναφύεται μέσα και από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και θα προσεγγίσω το θέμα, καθαρά από αποδεικτικής απόψεως, όπως δηλαδή το έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος. Υποδεικνύω λοιπόν τα εξής: Πρώτον, προσκομίστηκαν τα πιστοποιητικά (τεκμήρια 2Α και 2Β) που κατ' ουσία επιβεβαιώνουν όχι μόνο τη νομική υπόσταση της ως εταιρεία αλλά και την υπόσταση της ως τραπεζικό ίδρυμα - εξού και η επίσημη πιστοποίηση με το προτεινόμενο όνομα που αναγράφεται στα τεκμήρια. Δεύτερον, όλοι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της τότε ενάγουσας, όλη η μαρτυρία και γενικά η υπόθεση στο σύνολο της περιστρέφονται γύρω από παροχές και συναλλαγές που εμπίπτουν στη σφαίρα των τραπεζικών εργασιών. Τις παροχές και συναλλαγές αυτές τις παραδέχονται ρητά στην παράγραφο 3 του δικογράφου τους, οι εναγόμενοι 1-
  2. Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να καταδειχθεί η υπόσταση μιας εταιρείας με αναφορά στις εργασίες της ως τέτοιας, μπορεί να καταδειχθεί η υπόσταση μιας εταιρείας - τράπεζας ως τέτοιας (βλ. κατ' αναλογία Sartas Importers & Distributors Ltd v. Μαρουλλά
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1446). Τρίτον, οι ίδιοι οι εναγόμενοι σε πολλά σημεία του δικογράφου τους όχι μόνο αναγνώρισαν την υπόσταση (και τις εργασίες) της τότε ενάγουσας ως τράπεζας αλλά την επικαλέστηκαν κιόλας. Για παράδειγμα στην παράγραφο 4 ισχυρίζονταν ότι η ενάγουσα "όφειλε να ενεργεί στα πλαίσια της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τράπεζας και πελάτη". Ομοίως στην παράγραφο 8 υπάρχει αναφορά ότι η ενάγουσα κωλύεται να προωθήσει την αγωγή της καθ' ότι, μεταξύ άλλων, παραχώρησε δάνεια και έδωσε φιλοδωρήματα σε "υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους της τράπεζας και/ή του Διοικητικού της Συμβουλίου". Ως εκ των ανωτέρω το επιχείρημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου είναι αβάσιμο και ως τέτοιο απορρίπτεται. Προχωρώ πλέον στην εξαγωγή συμπερασμάτων επί της ουσίας της υπόθεσης - μέσα από τα οποία θα εξετάζεται συνάμα η απόδειξη κάθε επιμέρους πτυχής της απαίτησης της ενάγουσας - με γνώμονα τα τρία στοιχεία που σκιαγράφησα ανωτέρω και στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΕ1 και των τεκμηρίων που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η διεργασία αυτή, όπως προανέφερα, θα γίνει ασχέτως του γεγονότος ότι (α) δεν προσκομίστηκε αντικρουστική μαρτυρία από πλευράς εναγόμενων και (β) για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω δεν υφίσταται ουσιαστικός δικογραφημένος αντίλογος στις θέσεις της ενάγουσας. Αντίθετα υπάρχει η παράγραφος 3 της Υ/Α όπου γίνεται παραδοχή σημαντικών πτυχών της απαίτησης. Βρίσκω λοιπόν ότι η Τράπεζα Κύπρου παραχώρησε δύο δάνεια ύψους €600.000 και €190.000 αντίστοιχα στην εναγόμενη 1 υπό την ενσωματωμένη εγγύηση των εναγόμενων 2 και 3 δυνάμει των δανειακών συμβάσεων (τεκμήρια 7Γ και 22 αντίστοιχα). Είχαν προηγηθεί οι αντίστοιχες αποφάσεις της εναγόμενης 1 ημερ.30.3.2011 και της Τράπεζας ημερ.22.3.2011 με τις οποίες συμφωνήθηκαν οι όροι, τα επιτόκια και οι εξασφαλίσεις των δανείων (τεκμήρια 7Α και Β αντίστοιχα). Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν κατ' ουσία αναπόσπαστο μέρος των δανειακών συμβάσεων. Δήλωση «ελευθέρας βούλησης» από μέρους της εναγόμενης 3 με ενσωματωμένη δήλωση του δικηγόρου της, ότι της εξηγήθηκαν οι πιθανοί κίνδυνοι και συνέπειες, υπεγράφησαν και για τα δύο δάνεια τόσο από την εναγόμενη 3 όσο και από τον εν λόγω δικηγόρο κ. Τσιαπαλή (τεκμήριο 8 και 23 αντίστοιχα). Όπως πολύ ορθά υποδεικνύει στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας με αναφορά στην Πίττας v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ.110, όταν ο εναγόμενος δέχεται την υπογραφή του, τότε δεσμεύεται από το έγγραφο, εκτός αν πετύχει σε μια από τις υπερασπίσεις που ισχύουν σε τέτοιες περιπτώσεις όπως τη γνωστή αρχή «non est factum» ή ότι η υπογραφή αποσπάστηκε με απάτη. Καμία τέτοια υπεράσπιση δεν προβλήθηκε στην παρούσα περίπτωση. Στην κλασσική υπόθεση που αφορούσε την αρχή «non est factum» Saunders v. Anglia Building Society [1971] A.C 1004, η οποία υιοθετήθηκε στην Τσολάκη Τουτζικιάν κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1240, αναφέρονται τα ακόλουθα: "a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon a third party to prove the contrary." (Σε μετάφραση) «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Οι συμφωνηθείσες εξασφαλίσεις για τα δύο δάνεια ήταν - μεταξύ άλλων - οι οκτώ υφιστάμενες υποθήκες (τεκμήρια 9-11 και 13-17) και η υφιστάμενη συμφωνία εκχώρησης ημερ. 30.5.2007 (τεκμήριο 18). Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι το γεγονός ότι η υπογραφή των εγγυητών φαίνεται να τέθηκε στις 30.3.2011, δεν είναι ζήτημα επί του οποίου μπορεί να οικοδομήσει η πλευρά των εναγόμενων για να απαλλαγεί από τις συμφωνίες, όπως επιχειρήθηκε να τεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο τους. Πέραν της παραδοχής των δανειακών συμβάσεων και εγγυήσεων που ρητά γίνεται στο δικόγραφο των εναγόμενων - η οποία προφανώς τους εμποδίζει από το να αμφισβητούν την εγκυρότητα των εν λόγω συμβάσεων λόγω ανακολουθίας ημερομηνιών - το ζήτημα αυτό δεν είναι ουσίας. Όπως εξήγησε και ο ΜΕ1 είναι φυσικό σε τέτοιου είδους συμφωνίες όπου εμπλέκονται διάφορα πρόσωπα, οι υπογραφές να τίθενται με κάποια μικρή χρονική απόκλιση, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του καθενός. Οι συμφωνίες όμως είναι ημερομηνίας 31.3.2011 και δεσμευόμενα συμβαλλόμενα μέρη είναι αφενός η Τράπεζα και αφετέρου οι εναγόμενοι 1-3. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με τις υποθήκες και τον ισχυρισμό ότι θα έπρεπε να γίνει νέα εγγραφή στο κτηματολόγιο για να ισχύουν και να δεσμεύουν. Τούτο δεν ισχύει. Η εγκυρότητα των υποθηκών προκύπτει από την αρχική εγγραφή ενώ η συνάρτηση με τα δάνεια και συνακόλουθη δέσμευση, από τις αποφάσεις (τεκμήρια 7Α και Β). Οι υποθήκες - για το περιορισμένο ποσό κάλυψης της κάθε μιας βέβαια - κάλυπταν και μέλλουσες υποχρεώσεις των ενυπόθηκων οφειλετών. Προσθέτω στα πιο πάνω πως και επ' αυτού δόθηκε εξήγηση από τον ΜΕ1 ενώ και οι υποθήκες, υπενθυμίζω, γίνονται παραδεκτές στο δικόγραφο των εναγόμενων. Έρχομαι στα του τερματισμού των συμφωνιών και της αξίωσης των οφειλόμενων ποσών, συμπεραίνοντας ότι ο τερματισμός ήταν δικαιολογημένος, έγκυρος και νόμιμος. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1466 και M.I.T Global Data Solutions Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A815, Πολ. Έφεση 21/2011, ημερ. 4.2.2015, για να καταστεί ένα ποσό απαιτητό και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού. Σε σχέση με το δάνειο για τις €600.000 επιτεύχθηκε με την επιστολή ημερ.15.9.2011 (τεκμήριο 20). Μέχρι τότε η εναγόμενη 1 είχε πληρώσει μόνο μια δόση του δανείου στις 3.5.2011 ενώ καθυστερούσε τις δόσεις από 1.6.2011 και εντεύθεν (βλ. κατάσταση λογαριασμού -τεκμήριο 27). Παραβίασε συνεπώς ουσιώδη όρο της σύμβασης. Σε ό,τι αφορά το δάνειο για τις €190.000 - όταν στάλθηκε η επιστολή τερματισμού ημερ.15.9.2011 (τεκμήριο 24) είχε ήδη παρέλθει η ημερομηνία καταβολής της μιας και μοναδικής δόσης αποπληρωμής του εν λόγω δανείου, ήτοι η 1.9.2011. Άρα κατ' ουσία αυτό το δάνειο ήταν ήδη ληξιπρόθεσμο. Επισημαίνω επ' αυτού ότι καμία απολύτως υποχρέωση δεν είχε η Τράπεζα να ρευστοποιήσει την επιστολή διάθεσης (letter of allocation) και να διαθέσει το ποσό έναντι των καθυστερημένων δόσεων του μεγάλου δανείου, διατηρώντας το σε ισχύ (βλ. κατ' αναλογία China and South Sea Bank Ltd v. Tan [1989] 3 All E.R. 839 (P.C.)). Ούτε βεβαίως, έχει βάση η θέση ότι η Τράπεζα όφειλε να αναζητήσει την εναγόμενη 1 σε περίπτωση που δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό από τον οποίο θα αποκόπτονταν αυτόματα οι δόσεις. Αυτό αντιστρατεύεται και της γενικής αρχής ότι είναι ο χρεώστης που αναζητεί τον πιστωτή για πληρωμή και όχι το αντίθετο (βλ. Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stefanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, Πουγιούκα v. Πουγιούκα
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2014 και Χριστοφόρου κ.α. v. PANEUROPEAN INSURANCE CO LTD
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1644). Αυτά σε ό,τι αφορά την αιτιολογία του τερματισμού. Παρενθετικά σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η τράπεζα με βάση τον όρο 3 αμφοτέρων των δανειακών συμβάσεων (τεκμήρια 7Γ και 22) είχε και το δικαίωμα να απαιτήσει σε οποιανδήποτε στιγμή την αποπληρωμή οποιουδήποτε υπολοίπου των δανείων. Περαιτέρω σημειώνω ότι για το δάνειο των €600.000 η Τράπεζα - χωρίς να υπήρχε τέτοια υποχρέωση - απέστειλε προς τους εναγόμενους 1-3 τις προειδοποιητικές επιστολές ημερ.18.8.2011 (τεκμήριο 19). Σε σχέση και με τα δύο δάνεια, η Τράπεζα απέστειλε επιστολές ημερ.15.9.2011 προς τους εναγόμενους 2 και 3 ενημερώνοντας τους σχετικά για τον τερματισμό (τεκμήριο 20 και 24). Αργότερα απέστειλε και επιστολές προς τους εναγόμενους 4, 5 και 6, ενημερώνοντας τους για την πρόθεση της να ασκήσει τα δικαιώματα της δυνάμει της συμφωνίας εκχώρησης (τεκμήρια 21 και 25). Παραμένει το θέμα της διαβίβασης και ειδοποίησης του τερματισμού. Και επ' αυτού - μολονότι και πάλι στο δικόγραφο γίνεται παραδεκτή η αποστολή όλων των επιστολών - τέθηκαν θέματα κατά την ακρόαση και την αγόρευση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόμενων. Οι επιστολές τερματισμού υπενθυμίζω είναι τα τεκμήρια 20 και 23. Όλες οι προαναφερθείσες επιστολές - ως επιβεβαίωσε ο ΜΕ1 - εστάλησαν ταχυδρομικώς στις διευθύνσεις που δόθηκαν από τους εναγόμενους χωρίς ποτέ να επιστραφούν και χωρίς ποτέ η Τράπεζα να ενημερωθεί για οποιανδήποτε αλλαγή διεύθυνσης. Η θέση αυτή του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ των ανωτέρω τεκμαίρεται ότι οι επιστολές έχουν παραληφθεί από τους εναγόμενους (βλ. Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895 και ALPHA BANK CYPRUS LTD v. ARENA MOTOR SHOW LTD κ.α. ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολ. Έφεση 84/2009, ημερ.2.10.2015). Κλείνοντας με το θέμα του τερματισμού, υποδεικνύω για σκοπούς πληρότητας, πως ακόμα και αν δεν επιτυχάνετο νόμιμος τερματισμός δια των προαναφερθεισών επιστολών, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής θεωρείται τερματισμός και νόμιμη απαίτηση της οφειλής (βλ. Κυριάκου v. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029, Μακεδόνας v. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ.1322 και Έλληνας v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση 87/2013 ημερ. 3.12.2019). Παραμένει το θέμα του οφειλόμενου ποσού. Προς απόδειξη του, ο ΜΕ1 παρουσίασε τα 26 και 26Α και 27 και 27Α. Τα τεκμήρια 26 και 27 είναι πιστοποιητικά δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 στα οποία επισυνάπτονται οι καταστάσεις των αντίστοιχων λογαριασμών και τα τεκμήρια 26Α και 27Α είναι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού. Στους αναδομημένους αυτούς λογαριασμούς, όπως διευκρίνισε ο μάρτυρας, αφαιρέθηκαν οι τόκοι υπερημερίας καθώς και διάφορα άλλα έξοδα/χρεώσεις που η ενάγουσα, κατόπιν νομικής συμβουλής, αποφάσισε να μην διεκδικήσει. Επίσης στον υπολογισμό των τόκων έγινε αναπροσαρμογή του αρχικού διαιρετή των 360 ημερών που λογιζόταν ως «εμπορικό έτος» δυνάμει των συμβάσεων (τεκμήρια 7Γ και 22) με διαιρετή 365 ημερών ως είναι το ημερολογιακό έτος. Η αναπροσαρμογή ορθώς έγινε αφού οι τράπεζες δεν νομιμοποιούνται - και εκεί όπου γίνεται ακόμα, θα πρέπει να σταματήσει - να χρησιμοποιούν ετήσιο διαιρετή άλλο από τον πραγματικό αριθμό ημερών του ημερολογιακού έτους (βλ. άρθρο 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 όπου αναφέρεται ότι, «έτος» σημαίνει ημερολογιακό έτος Βογαζιανός κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ.1)
(2011)1 Α.Α.Δ. 253, 265-266 και άρθρο 5
(5)του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96, που προστέθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 49
(1)/16). Όπως ορθά επισήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων, εκείνο που επιβεβαίωσε ο ΜΕ1 είναι ότι οι πιστοποιημένες καταστάσεις είναι μια ορθή και ακριβής αναπαραγωγή μέρους του τραπεζικού βιβλίου/ηλεκτρονικού αρχείου της Τράπεζας, πράγμα που έλεγξε καθηκόντως και αρμοδίως ο ίδιος ο μάρτυρας. Τούτο από μόνο του - δεδομένου και του γεγονότος ότι από τη μαρτυρία του προκύπτει να πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 35 - δημιουργεί μια εκ πρώτης απόδειξη ορθότητας των καταχωρήσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.α. Πολ. Έφεση 139/2013, ημερ. 14.4.2020). Αυτού λεχθέντος, σημειώνω τη διαπίστωση του ΜΕ1 ότι στο ηλεκτρονικό αρχείο, ο τότε λειτουργός που προέβαινε στις καταχωρήσεις, έκανε ένα μικρό λάθος σε ό,τι αφορά το επιτόκιο που θα έπρεπε να επιβληθεί από τον τερματισμό και έπειτα. Θα έπρεπε δηλαδή να επιβληθεί επιτόκιο 7.75% και αντ' αυτού επιβλήθηκε επιτόκιο 7.25% και στη συνέχεια 7%. Το σφάλμα αυτό απόβαινε προς όφελος των εναγόμενων και έτσι δεν έγινε οποιαδήποτε αναπροσαρμογή κατά την ετοιμασία των αναδομημένων λογαριασμών (βλ. σελ 11-12 του εγγράφου 1). Αυτή η εκ πρώτης όψεως απόδειξη παρέμεινε αλώβητη αφού ουδόλως κλονίστηκε ή αμφισβητήθηκε με την προσκόμιση αντίθετης μαρτυρίας. Ιδιαίτερα, οι υποβολές περί τοκογλυφικού επιτοκίου παρέμειναν χωρίς αντίκρισμα αφού δεν θεμελιώθηκαν με οποιανδήποτε μαρτυρία. Υπογραμμίζω επ' αυτού και την αναφορά του ΜΕ1 ότι ανά εξάμηνο αποστέλλονταν ταχυδρομικώς καταστάσεις λογαριασμού προς την εναγόμενη 1, χωρίς ποτέ να τις αμφισβητήσει ή να διαμαρτυρηθεί. Ούτε και σε σχέση με την αυτούσια μεταφορά του ηλεκτρονικού αρχείου από την Τράπεζα στην ενάγουσα στις 30.5.2019 προκύπτει οτιδήποτε το επιλήψιμο που να κλονίζει τη μαρτυρία του ΜΕ
  1. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν είχε ακόμα προσληφθεί στην ενάγουσα για να αναλάβει τα τωρινά του καθήκοντα όταν έγινε η εν λόγω μεταφορά, καθόλου δεν αδυνατίζει τη μαρτυρία του. Ελλείψει μαρτυρίας, οι υποβολές και θέσεις που του τέθηκαν σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παρέμειναν αποδεικτικά μετέωρες και ατεκμηρίωτες. Ως εκ των ανωτέρω οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού γίνονται δεκτές ως μια πραγματική αντικατόπτριση των οφειλόμενων ποσών. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και ξεχωριστά (α) για το ποσό €1.125.160,50 σεντ πλέον τόκο προς 7% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως και (β) για το ποσό €208.935,71 σεντ πλέον τόκο προς 7% από 1.7.2020 με κεφαλοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον εκδίδεται: α) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/05 ημερ. 19/12/05 Κτηματολογίου Πάφου και της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 1 και όπως το προϊόν της πωλήσεως διαθέτει προς πληρωμή ποσού μέχρι €170.860,14 πλέον τόκους προς 6,75% κυμαινόμενο τον χρόνο από 19/12/05 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. β) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/06 ημερ. 13/11/06 Κτηματολογίου Πάφου και της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 2 και όπως το προϊόν της πωλήσεως διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €119.602,10 πλέον τόκους προς 7% κυμαινόμενο τον χρόνο από 13/11/06 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. γ) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/07 ημερ. 09/02/07 Κτηματολογίου Πάφου και της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 1 και όπως το προϊόν της πωλήσεως διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €294.904,60 πλέον τόκους προς 7% κυμαινόμενο τον χρόνο από 09/02/07 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. δ) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/07 ημερ. 21/05/07 Κτηματολογίου Πάφου και της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 1 και όπως το προϊόν της πωλήσεως διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €47.840,84 πλέον τόκους προς 7% κυμαινόμενο τον χρόνο από 24/05/07 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. ε) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/07 ημερ. 21/05/07 Κτηματολογίου Πάφου και της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου του εναγόμενου 2 και όπως το προϊόν της πωλήσεως διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €107.641,89 πλέον τόκους προς 7% κυμαινόμενο τον χρόνο από 21/05/07 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους στ) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/08 ημερ. 07/07/08 Κτηματολογίου Πάφου και της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 1 και όπως το προϊόν της πωλήσεως διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €810.000,00 πλέον τόκους προς 7,428% κυμαινόμενο τον χρόνο από 07/07/08 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. ζ) Διάταγμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/10 ημερ. 26/07/10 Κτηματολογίου Πάφου και της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγόμενης 1 και όπως το προϊόν της πωλήσεως διατεθεί προς πληρωμή ποσού μέχρι €84.000,00 πλέον τόκους προς 7,75% κυμαινόμενο τον χρόνο από 26/07/10 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιπλέον εναντίον της εναγόμενης 1 εκδίδεται: α) Διάταγμα/Δήλωση με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η ενάγουσα είναι οι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων της εναγόμενης 1 που απορρέουν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 15/11/05 μεταξύ της εναγόμενης 1 και των εναγόμενων 4, 5 και 6 δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταξύ της Τράπεζας και των εναγόμενων 1, 4, 5 και 6 ημερ. 30/05/07, για την αγορά του διαμερίσματος αρ. χχχ που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο, στο Μπλοκ χ στην οικοδομή χχχχ χχχχ 2 στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 7χχ3, Φ/Σ Ll/12 τεμάχιο 7χ6 (πρώην 2χ3/3) στη Γεροσκήπου, στην επαρχία Πάφου, και μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου υπ' αρ. εγγραφής 11χχ1 του Φ/Σ 51/12 επί τεμαχίου χχ48 που η εναγόμενη 1 αγόρασε από τους εναγόμενους 4, 5 και 6 συμπεριλαμβανόμενων του δικαιώματος απόσυρσης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, του δικαιώματος ακύρωσης του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, του δικαιώματος πώλησης της κατοικίας καθ' οιονδήποτε τρόπο και κάτω από οποιουσδήποτε όρους αποφασίσει η ενάγουσα και του δικαιώματος ανάκτησης ελεύθερης και κενής κατοχής του διαμερίσματος από την εναγόμενη
  2. β) Διάταγμα/Δήλωση με το οποίο επιτρέπεται στην ενάγουσα να προβεί καθ' οιονδήποτε χρόνο αποφασίσει στην απόσυρση του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου 15/11/2005 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. γ) Διάταγμα/Δήλωση με το οποίο επιτρέπεται στην ενάγουσα να προβεί καθ' οιονδήποτε χρόνο αποφασίσει στην ακύρωση του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου 15/11/
  3. δ) Διάταγμα/Δήλωση με το οποίο επιτρέπεται στην ενάγουσα να προβεί καθ' οιονδήποτε χρόνο αποφασίσει στην πώληση της πιο πάνω αναφερόμενης κατοικίας υπ' αρ. εγγραφής 11χχ1 του Φ/Σ 51/12 επί τεμαχίου χχ48 στη Γεροσκήπου σε οποιοδήποτε πρόσωπο αποφασίσει και σε οιανδήποτε τιμή. ε) Διάταγμα/Δήλωση με το οποίο επιτρέπεται στην ενάγουσα, μετά την έκδοση χωριστών τίτλων και την πλήρη εξόφληση του τιμήματος πώλησης βάσει του πιο πάνω αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου 15/11/2005, να ζητήσει μεταβίβαση του τίτλου της πιο πάνω αναφερόμενης κατοικίας υπ' αρ. εγγραφής 11χχ1 του Φ/Σ 51/12 επί τεμαχίου χχ48 στη Γεροσκήπου στο όνομά της ή στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου υποδείξει. Τέλος, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και
  4. (Υπ) .................................... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.