HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Κουφού κ.α., Αγ. Αρ.: 2094/2012, 24/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2094/2012 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και
- ΧΧΧΧ Κουφού, από την Πάφο
- ΧΧΧΧ Τουμπή από την Πάφο
- ΧΧΧΧ Ευριπίδου από την Πάφο
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Σιήκκης από την Πάφο Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 24/03/
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Κ. Κακογιάννης για κ.κ. Α. Κακογιάννης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τον εναγόμενο αρ. 1: κα. Σ. Σωκράτους. Για την εναγόμενη αρ. 2: Καμία εμφάνιση. Για τον εναγόμενο αρ. 3: κα Π. Τσαπούσιη για κ.κ. Λ. Λουκαϊδου Θεφάνους ΔΕΠΕ. Για τον εναγόμενο αρ. 4: κ. Γ. Σιαηλή. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €5.012,00 πλέον τόκους προς 13,5% από 01/05/2012 μέχρι εξόφλησης επί ποσού €4.802,18 δυνάμει συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους, το ποσό των €37.023,45 πλέον τόκους προς 13% από 01/05/2012 μέχρι εξόφλησης επί ποσού €35.473,45 δυνάμει συμφωνίας στεγαστικού δανείου με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους και το ποσό των €8.354,42 πλέον τόκους προς 14% από 01/05/2012 μέχρι εξόφλησης επί ποσού €8.001,04 δυνάμει συμφωνίας κάρτας με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους. Οι ενάγοντες περαιτέρω, αξιώνουν εναντίον όλων των εναγόμενων 1-4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €333.686,34 πλέον τόκους προς 13% από 01/05/2012 μέχρι εξόφλησης επί ποσού €232.526,24 δυνάμει συμφωνίας στεγαστικού δανείου και εγγυητήριου εγγράφου με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται γενικά τους ισχυρισμούς και τις απαιτήσεις των εναγόντων. Ειδικότερα, αρνούνται τη συμφωνία για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού και όλους τους ισχυριζόμενους όρους αυτής. Άνευ βλάβης του ισχυρισμού τους αυτού, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ισχυρίζονται ότι ο εν λόγω λογαριασμός των εναγόμενων χρεωνόταν με παράνομες χρεώσεις, χρεώνονταν τόκοι καθ' υπέρβαση των συμφωνηθέντων, ανατοκισμούς και άλλα έξοδα τα οποία οι ενάγοντες δεν δικαιούνταν και δεν ήταν μέσα στους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν εξασφάλισε την εξουσιοδότηση τους για την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης πληρωμής και/ή δεν εξασφάλισαν την εξουσιοδότηση τους για την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης πληρωμής πέραν του ορίου πίστωσης στον τρεχούμενο λογαριασμό και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται να το αξιώνουν. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αρνούνται την υπογραφή συμφωνίας στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 07/10/2009 και όλους τους ισχυριζόμενους στην Έκθεση Απαίτησης όρους αυτής. Άνευ επηρεασμού της θέσης τους αυτής, ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα επέβαλλε αυξημένα επιτόκια στον λογαριασμό τους χωρίς να τους ενημερώνει και προέβαινε σε παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς και έξοδα τα οποία δεν δικαιούνταν και δεν ήταν σε γνώση των εναγόμενων αρ. 1 και 2, υπερχρεώνοντας έτσι τον λογαριασμό τους. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αρνούνται όλες τις ισχυριζόμενες στην Έκθεση Απαίτησης εξασφαλίσεις που δόθηκαν για τις υποχρεώσεις των εναγόμενων αρ. 1 και
- Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, αρνούνται, περαιτέρω, την υπογραφή της συμφωνίας στεγαστικού δανείου ημερομηνίας 02/12/2009 και όλους τους ισχυριζόμενους στην Έκθεση Απαίτησης όρους και επαναλαμβάνουν την θέση τους, άνευ επηρεασμού των ανωτέρω, ότι οι ενάγοντες ενεργούσαν παράνομα υπερχρεώνοντας το λογαριασμό τους αυτό. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αρνούνται επίσης την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 07/12/2009 για το άνοιγμα λογαριασμού κάρτας και άνευ βλάβης αυτού ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες επέβαλλαν αυξημένα επιτόκια, παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς και έξοδα τα οποία δεν δικαιούνται. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ανταπαιτούν την ακύρωση των επίδικων συμφωνιών και εγγράφων, αποζημιώσεις και/ή επιστροφή προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 των καταβληθέντων εκ μέρους τους ποσών. Ο εναγόμενος αρ. 3 επίσης αρνείται την απαίτηση των εναγόντων και όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παράνομα και/ή αυθαίρετα επέβαλαν και/ή χρέωσαν ποσά τα οποία διεκδικούν με την παρούσα αγωγή, βασιζόμενοι σε συμβάσεις και έγγραφα άκυρα και/ή παράνομα και/ή απαγορευμένα από το Νόμο και/ή καταστρατηγώντας τις διατάξεις του περί τόκου Νόμου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες ενεργώντας παράνομα και εναντίον της υφιστάμενης τραπεζικής πρακτικής προέβησαν σε υπερχρεώσεις τόκων και/ή παράνομα υπολόγισαν τόκο επί τόκου επί του εκάστοτε υπολοίπου. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες τον εξώθησαν και/ή παρότρυναν και/ή εξανάγκασαν να υπογράψει την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 07/10/2009 και/ή ως εγγυητής με παράνομο σκοπό και ενάντια στη δημόσια πολιτική δηλαδή με σκοπό να παρέχουν τραπεζική διευκόλυνση στον εναγόμενο αρ. 1 και/ή να τον δανείσουν και/ή να χρεώσουν τον εναγόμενο αρ. 3 με όρους και με τόκο που να υπερβαίνει το υπό του Νόμου ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επιτοκίου. Ο εναγόμενος αρ. 3 χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία εγγυήσεως είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη διότι οι ενάγοντες τον άφησαν να υπογράψει αυτή κάτω από συνθήκες που ήταν καταφανώς σε βάρος των συμφερόντων και/ή των δικαιωμάτων και δημιουργούσε σε αυτόν σοβαρούς κινδύνους. Ο εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να τον συμβουλεύσουν να εξασφαλίσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και ότι αν επεξηγούσαν σε αυτόν τα επίδικα έγγραφα, δεν θα υπέγραφε την εγγύηση. Ο εναγόμενος αρ. 4 αρνείται και αυτός όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες επέβαλαν και/ή χρέωσαν ποσά τα οποία διεκδικούν βασιζόμενοι σε συμβάσεις και έγγραφα άκυρα και/ή παράνομα και/ή απαγορευμένα από το Νόμο. Ο εναγόμενος αρ. 4 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η παρούσα αγωγή εγέρθηκε εναντίον του καταχρηστικά και/ή καταπιεστικά και/ή χωρίς να ληφθούν όλα τα μέτρα και/ή διαδικασίες εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ως πρωτοφειλετών. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης Δικαιωμάτων ημερ. 07/10/2009 από αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 13/01/2008, Συμφωνίας Εκχώρησης Δικαιωμάτων ημερ. 07/10/2009 από αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου ημερ. 07/10/2009 μεταξύ Εναγόμενων 1 και 2 και της εταιρείας DNP Enterprises Ltd και δυνάμει της Υποθήκης XXXXX/2009 ημερ. 07/10/2009 και όφειλαν και/ή είχαν υποχρέωση να ασκήσουν τα δικαιώματα τους δυνάμει των εκχωρητηρίων εγγράφων και της πιο πάνω Υποθήκης προτού στραφούν εναντίον του εναγόμενου αρ.
- Ο εναγόμενος αρ. 4 επικαλείται τις πρόνοιες τις ισχύουσας Νομοθεσίας για την προστασία του ως εγγυητή και ζητά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί εναντίον του, καθότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των εναγόντων. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος αρ. 4 ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη για τους λόγους που επικαλείται στην παράγραφο 6 υπό στοιχεία Α - Δ της Έκθεσης Υπεράσπισης του. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 04/12/2020 η συνήγορος των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ζήτησε άδεια όπως αποσυρθεί από την εκπροσώπηση της εναγόμενης αρ. 2, άδεια η οποία δόθηκε από το Δικαστήριο. Η εναγόμενη αρ. 2 δεν εμφανίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο στην περαιτέρω διαδικασία και η παρούσα διαδικασία προχώρησε στην απουσία της. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων, κάλεσαν δύο μάρτυρες, την κα. XXXXX Ανθίμου (Μ.Ε.1) και τον κ. XXXXX Ζαβρό (Μ.Ε.2). Από πλευράς εναγόμενων αρ. 1 και 3, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Από την πλευρά του εναγόμενου αρ. 4 κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ίδιος μόνο. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 25 συνολικά τεκμήρια, όλα προερχόμενα από την πλευρά των εναγόντων. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς επίσης και τα σχετικά τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων και για να γίνει κατανοητή η υπόθεση των εναγόντων. Η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως της εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α) και όλα τα τεκμήρια της υπόθεσης. Βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων από το 1988 είπε και είναι εξουσιοδοτημένη από αυτούς να καταθέσει στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε στις τέσσερις επίδικες συμφωνίες δυνάμει των οποίων παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και τις οποίες κατάθεσε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατάθεσε στο Δικαστήριο επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 30/09/2009 με την οποία ενέκριναν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, με συγκεκριμένους όρους και εξασφαλίσεις με ανάληψη υποχρέωσης υπογεγραμμένη από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στις 07/10/2009 και από τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 (βλ. τεκμήριο 2). Η μάρτυρας ανάφερε ότι ακολούθως υπογράφηκε στις 07/10/2009 συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. XXXXX96-01 και/ή για την παραχώρηση της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης με όριο ύψους €3000 (βλ. τεκμήριο 3) και συμφωνία επίσης ημερομηνίας 07/10/2009 για την παραχώρηση στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στεγαστικού δανείου για το ποσό των €219,000 (βλ. τεκμήριο 4) και ανοίχθηκε και χρεώθηκε ο λογαριασμός XXXXX96-
- Σε αντάλλαγμα των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους αρ. 1 και 2, οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγόμενων αρ. 1 και 2 δυνάμει εγγράφου εγγύησης ημερομηνίας 07/10/2009 (βλ. τεκμήριο 5). Οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 επίσης στις 07/10/2009 υπέγραψαν έγγραφο που τιτλοφορείται «Βεβαίωση Εγγυητή» (βλ. τεκμήρια 6α) και 6β)). Η μάρτυρας αναφέρθηκε στις περαιτέρω εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και συγκεκριμένα σε δύο συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ημερομηνίας 07/10/2009 και στην Υποθήκη αρ. Υ. XXXXX/2009 ημερομηνίας 07/10/2009, για τις οποίες οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας ανάφερε ότι στις 02/12/2009 καταρτίστηκε Σύμβαση για την παραχώρηση Στεγαστικού Δανείου προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 ύψους €34,000 την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 7 και ανοίχθηκε και χρεώθηκε ο λογαριασμός με αρ. XXXXX996-02 με το εν λόγω ποσό. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή του πιο πάνω στεγαστικού δανείου παραχωρήθηκε η Υποθήκη αρ. Υ. XXXXX/2009 για την οποία οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας ανάφερε ότι δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 07/12/2009, η ενάγουσα κατόπιν αίτησης των εναγόμενων αρ. 1 και 2 εξέδωσε στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1 πιστωτική κάρτα Platinum Master Card και στο όνομα της εναγόμενης αρ. 2 συμπληρωματική πιστωτική κάρτα (Visa Supplementary) (βλ. τεκμήριο 8). Ο λογαριασμός κάρτας πήρε τον αριθμό XXXXX0131 με πιστωτικό όριο €5.500 για την κάλυψη καταναλωτικών αναγκών των εναγόμενων αρ. 1 και
- Στη συνέχεια, η μάρτυρας είπε ότι λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγόμενων αρ. 1 και 2 με τους όρους των δύο συμφωνιών δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού, οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 για τις καθυστερήσεις που παρουσιάζονταν στους εν λόγω λογαριασμούς με επιστολή τους ημερομηνίας 22/08/2011 και τους κάλεσαν εντός 21 ημερών να εξοφλήσουν την υπέρβαση (βλ. τεκμήρια 9α) και 9β)). Επιστολή του ιδίου περιεχομένου ημερομηνίας 22/08/2011 αποστάληκε και στους εναγόμενους αρ. 3 και 4 σε σχέση με το στεγαστικό δάνειο της συμφωνίας ημερομηνίας 07/10/2009 (βλ. τεκμήρια 9β) και 9γ)). Λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγόμενων αρ. 1 και 2 με την πιο πάνω επιστολή, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 17/10/2011 προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 (βλ. τεκμήριο 10 α)) τερμάτισαν τη λειτουργία των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων και τους κάλεσαν όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσουν το υπόλοιπο τους χωρίς να το έχουν πράξει μέχρι σήμερα. Επιστολή του ίδιου περιεχομένου αποστάληκε και στους εναγόμενους αρ. 3 και 4 (βλ. τεκμήρια 10β) και 10γ)). Η μάρτυρας κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο επιστολές ημερομηνίας 30/01/2012 με το ίδιο περιεχόμενο και με ενημέρωση για αύξηση του επιτοκίου που αποστάληκαν συστημένες στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 (βλ. τεκμήριο 11 α)) και στους εναγόμενους αρ. 3 και 4 (βλ. τεκμήρια 11 β) και 11 γ)). Περαιτέρω, η μάρτυρας αναφέρθηκε στο λογαριασμό κάρτας των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και είπε ότι παρουσίαζε καθυστερήσεις και με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 09/03/2012 προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 τους κάλεσαν όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσουν την υπέρβαση (βλ. τεκμήριο 12) και λόγω της μη συμμόρφωσης τους, στις 05/04/2012 τους απέστειλαν επιστολή με την οποία τερμάτιζαν τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού και αξίωναν την εξόφληση του υπολοίπου του (βλ. τεκμήριο 13 α)). Με επιστολή των εναγόντων επίσης ημερομηνίας 17/05/2012 επιβεβαιωνόταν ο εν λόγω τερματισμός και η αύξηση του επιτοκίου (βλ. τεκμήριο 13 β)). Η μάρτυρας ανάφερε ότι οι ενάγοντες διατηρούν σύστημα αποστολή επιστολών τερματισμού και ότι όλες οι πιο πάνω αναφερόμενες επιστολές αποστάληκαν στην τελευταία διεύθυνση που οι εναγόμενοι είχαν δώσει στους ενάγοντες και δεν επιστράφηκαν στον αποστολέα τους. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών (βλ. τεκμήρια 14, 15, 16 και 17). Επίσης, κατάθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών τις οποίες ετοίμασε η ίδια λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήρια 18, 19, 20 και 21). Aντεξεταζόμενη η μάρτυρας εκ μέρους της συνηγόρου του εναγόμενου αρ. 1, είπε ότι η ίδια έχει πρόσβαση στο φάκελο των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και στα αρχεία των εναγόντων και αρνήθηκε υποβολή περί του αντιθέτου. Τα καθήκοντα της είπε είναι η ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού και η αντιπροσώπευση των εναγόντων για την κατάθεση των σχετικών εγγράφων στο Δικαστήριο. Προς τούτο κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο που της δόθηκε από τους ενάγοντες (βλ. τεκμήριο 24). Η μάρτυρας είπε επίσης ότι όταν ένας λογαριασμός τερματίζεται μεταφέρεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών στη Λευκωσία αλλά το σύστημα είναι ηλεκτρονικό και η ίδια έχει πρόσβαση σε αυτό. Αρνήθηκε ότι στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 19 υπάρχουν υπερχρεώσεις και ανατοκισμοί και είπε ότι σε αυτήν έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις και άλλα έξοδα και χρησιμοποιήθηκε το συμβατικό επιτόκιο. Παρά το ότι οι ενάγοντες είπε, είχαν δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας λόγω των καθυστερήσεων που υπήρχαν στο εν λόγω δάνειο, εντούτοις δεν το έπραξαν παρά μόνο μετά το τερματισμό εφαρμόστηκε ένας τόκος υπερημερίας ύψους 2%. Διαφώνησε επίσης με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι όλες οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 18, 19, 20 και 21 δεν ανταποκρίνονται στον ορθό υπολογισμό του τόκου. Όσον αφορά το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού που φαίνεται στο τεκμήριο 18 και το οποίο ξεπερνά τις €3000, η μάρτυρας είπε ότι δεν τίθεται ζήτημα παραχώρησης πίστωσης πέραν του συμφωνηθέντος ορίου αλλά προστέθηκαν οι τόκοι στο υπόλοιπο αυτό. Είπε επίσης ότι στον λογαριασμό κάρτας ο τόκος που χρεώνεται είναι ο συμβατικός χωρίς τόκο υπερημερίας. Όσον αφορά τις επιστολές τεκμήρια 9 α) και 9 β) η μάρτυρας επέμενε ότι αυτές αποστάληκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων και ουδέποτε έχουν επιστραφεί. Διαφαίνεται είπε επίσης ότι αυτές αποστάληκαν συστημένες και υπάρχει η σφραγίδα του ταχυδρομείου σε αυτές. Οι επιστολές αυτές είναι αντίγραφα καθότι έχουν ληφθεί από τον ηλεκτρονικό φάκελο που διατηρεί η τράπεζα και στον οποίο φυλάσσει τα έγγραφα και τα αρχεία της. Περαιτέρω, η μάρτυρας είπε ότι η επιστολή τεκμήριο 11 α), επίσης αποστάληκε συστημένη και δεν επιστράφηκε και το ίδιο ισχύει και για την επιστολή τεκμήριο
- Διαφώνησε περαιτέρω η μάρτυρας με τη θέση ότι τα αξιούμενα ποσά δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό υπόλοιπο που οφείλεται από τον εναγόμενο. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο του εναγόμενου αρ. 3, η μάρτυρας είπε ότι ο εναγόμενος αυτός ενημερώθηκε για το δάνειο και την εγγύηση του με την επιστολή ανάληψης ευθύνης, τεκμήριο 2 και υπέδειξε την υπογραφή του σε αυτήν καθώς επίσης και με την Βεβαίωση Εγγυητή, τεκμήριο 6Α. Αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι δεν τηρήθηκαν όσα έπρεπε να τηρηθούν και γι αυτό η εγγύηση του είναι άκυρη. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας από το συνήγορο του εναγόμενου αρ. 4, είπε ότι υπάρχει ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου η Υποθήκη Υ. XXXXX/2009 αλλά αυτή είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση ανεξάρτητη από την εγγύηση του εναγόμενου αρ.
- Είπε επίσης ότι πάντοτε εξηγούνται στον εγγυητή οι συνέπειες μιας εγγύησης και ότι ο εναγόμενος αρ. 4 ως γνωστός επιχειρηματίας της Πάφου γνωρίζει πολύ καλά για αυτό το ζήτημα. Ζητήθηκε επίσης από τη μάρτυρα και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 25 αντίγραφο της Υποθήκης Υ. XXXXX/09 και δεν γνώριζε να πει κατά πόσο έγιναν οποιεσδήποτε ενέργειες για εκποίηση της υποθήκης αυτής. Από ότι έχει ενημερωθεί όμως δεν έγιναν τέτοια διαβήματα ακόμη. Διαφώνησε με τη θέση όμως ότι με την παράλειψη των εναγόντων να προχωρήσουν με την εκποίηση της υποθήκης οι ενάγοντες έχουν ζημιώσει τον εναγόμενο αρ. 4 λέγοντας ότι η εγγύηση του είναι ανεξάρτητη και δεν επηρεάζεται από οτιδήποτε άλλο. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο κατάστημα των εναγόντων στην Λεωφ. Ελλάδος στην Πάφο όπου και συνάφθηκαν οι επίδικες συμφωνίες. Γνωρίζει όλους τους εναγόμενους και ήταν ο προϊστάμενος της λειτουργού πελατείας η οποία ενημέρωνε τους εναγόμενους αναφορικά με τη διαδικασία. Αναγνώρισε τις υπογραφές όλων των εναγόμενων επί του τεκμηρίου 2, τις υπογραφές των εναγόμενων αρ. 1 και 2 επί των τεκμηρίων αρ. 3, 4, 7 και 8 και τις υπογραφές των εναγόμενων αρ. 3 και 4 επί του τεκμηρίου
- Ήταν ο ίδιος παρών, είπε, όταν οι συμφωνίες αυτές υπογράφηκαν. Ο μάρτυρας είπε περαιτέρω ότι υπεύθυνη των λογαριασμών ήταν η κυρία XXXXX Νικολαϊδου η οποία αφυπηρέτησε και η οποία απέστειλε τις επιστολές τεκμήρια 9 α) - 9δ) και 12 προς τους εναγόμενους και η οποία τον ενημέρωνε. Επίσης είπε ότι οι πελάτες ενημερώνονταν και τηλεφωνικώς. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του εναγόμενου αρ. 1 ο μάρτυρας είπε ότι όταν οι λογαριασμοί τερματιστούν και κλείσουν μεταφέρονται στις Νομικές Υπηρεσίες των εναγόντων και ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση στο σύστημα για λεπτομέρειες των λογαριασμών. Είπε ότι υπέγραψε το τεκμήριο αρ. 4 εκ μέρους των εναγόντων και ήταν εξουσιοδοτημένος από αυτούς να το πράξει και ότι δεν απαιτείτο να μονογράφει και κάθε σελίδα αυτού. Εξήγησε επίσης και όλους τους όρους των επίδικων συμφωνιών στους εναγόμενους και οι τελευταίοι παρέλαβαν και υπέγραψαν το έγγραφο ανάληψης ευθύνης. Ο μάρτυρας επίσης είπε ότι οι ενάγοντες διατηρούν αρχείο με τις επιστολές που αποστέλλονταν και ο ίδιος επίβλεπε την αποστολή αυτή των επιστολών. Οι επιστολές τεκμήριο 9 α), 9 β), 10 α), 12 και 13 α) αποστάληκαν κανονικά στους εναγόμενους μέσω ταχυδρομείου και δεν επιστράφηκαν πίσω. Η δε επιστολή τεκμήριο 11 α) είπε ότι αποστάληκε από τις Νομικές Υπηρεσίες και όχι από το κατάστημα τους. Αναφορικά με τα αξιούμενα υπόλοιπα ο μάρτυρας είπε ότι θεωρεί ότι οι χρεώσεις των τόκων είναι ορθές αλλά αν οι εναγόμενοι θεωρούν ότι είναι λάθος και υπάρχουν υπερχρεώσεις, είναι ζήτημα του Δικαστηρίου να αποφασίσει. Η πλευρά του εναγόμενου αρ. 3 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αντεξέταση του μάρτυρα αυτού. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του εναγόμενου αρ. 4, ο μάρτυρας είπε ότι όλες οι εξασφαλίσεις που περιέχονται στο έγγραφο ανάληψης ευθύνης, τεκμήριο αρ. 2 έχουν δοθεί προς όφελος των εναγόντων, διαφορετικά δεν θα παραχωρούνταν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι του τεκμηρίου αυτού. Όσον αφορά την εκποίηση της υποθήκης είπε ότι οι ενάγοντες δεν προχώρησαν με την εκποίηση της για δικούς τους λόγους και ότι μπορεί να το πράξουν στο μέλλον. Δεν γνώριζε όμως να πει κατά πόσο ο λόγος που δεν εκποιήθηκε ακόμη ήταν διότι πρόκειται για την πρώτη κατοικία των εναγόμενων αρ. 1 και
- Από την αντίπερα όχθη, η πλευρά του εναγόμενου αρ. 1 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν θα προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία στο Δικαστήριο, το ίδιο και η πλευρά του εναγόμενου αρ.
- Ο εναγόμενος αρ. 4 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Β) και στην οποία περιγράφει τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που υπέγραψε την εγγύηση ήταν διότι υπήρχαν οι συγκεκριμένες εξασφαλίσεις, δηλαδή η υποθήκη και η εκχώρηση των ενοικιαστηρίων εγγράφων. Η υπάλληλος της τράπεζας του είπε να μην ανησυχεί διότι το σπίτι το οποίο υποθηκευόταν άξιζε περισσότερα και ο διευθυντής του καταστήματος τον έπεισε να υπογράψει αφού θα ήταν πλήρως εξασφαλισμένος με τα ενοίκια και την υποθήκη. Ακόμα, αναφέρει, ο υπάλληλος της Τράπεζας του ανάφερε ότι ήταν μια τυπική εγγύηση, αφού ο XXXXX, ο εναγόμενος αρ. 1 προφανώς, είχε αρκετή περιουσία στο όνομα του και όπως έχουν τα πράγματα με τις νέες νομοθεσίες θα πρέπει να εκποιηθούν τα περιουσιακά στοιχεία των πρωτοφειλετών και μετά των εγγυητών. Ο μάρτυρας εξέφρασε τη θέση ότι μετά την έγερση της αγωγής, αντιλήφθηκε ότι η υπάλληλος της τράπεζας τον ξεγέλασε αφού δεν του ανάφερε κανένας ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να μην εκποιήσουν την περιουσία των πρωτοφειλετών και να στραφούν κατά της περιουσίας του. Ήταν περαιτέρω η θέση του εναγόμενου αρ. 4 ότι όταν εκποιηθεί η υποθήκη με την οποία εξασφαλίστηκε το στεγαστικό δάνειο, είναι πρόθυμος να καταβάλει το εναπομείναν υπόλοιπο ως εγγυητής καθότι είναι επιχειρηματίας και δεν θέλει να έχει διαφορές με την οποιανδήποτε τράπεζα αλλά να είναι συνεργάτης μαζί τους. Αντεξεταζόμενος εκ μέρους του συνηγόρου των εναγόντων, ο μάρτυρας είπε ότι είναι επιχειρηματίας, ασχολείται με αγοραπωλησίες αυτοκινήτων και γνωρίζει τί σημαίνει να είναι εγγυητής και τους κινδύνους που διατρέχει. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, είπε, φαινόταν ξεκάθαρα από τις εξασφαλίσεις που υπήρχαν ότι δεν υπήρχε ούτε 1% να πληρώσει ως εγγυητής. Παραδέχτηκε ότι υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο, τεκμήριο 5 και όταν του υποδείχθηκε ο όρος 19 αυτού, ο οποίος ουσιαστικά δίνει δικαίωμα στους ενάγοντες να στραφούν εναντίον του προτού προβούν στη λήψη μέτρων εναντίον των πρωτοφειλετών, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει και παράπεμψε σε κάποιο άλλο έγγραφο που είδε την ημέρα εκείνη και είδε ότι καλυπτόταν ως εγγυητής. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ.επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα γεγονότα τα οποία η ίδια γνώριζε, ως εκ της θέσεως της. Σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της έχω διαπιστώσει η αξιοπιστία της να έχει κλονιστεί καθοιονδήποτε τρόπο ή ότι αυτή δεν είχε γνώση των όσων κατάθεσε στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας αυτή, έχω ικανοποιηθεί ότι ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες για να καταθέσει στο Δικαστήριο και ότι αυτή έχει πρόσβαση, λόγω της θέσης που κατέχει στους ενάγοντες, τόσο στον φάκελο που οι τελευταίοι διατηρούν για τις επίδικες συμφωνίες όσο και στις καταστάσεις λογαριασμού. Τούτο καταμαρτυρείται και από το πληρεξούσιο έγγραφο τεκμήριο 24, με το οποίο οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων εξουσιοδοτούν την μάρτυρα να τους εκπροσωπεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι συνεπώς ότι όλα τα έγγραφα που αυτή κατάθεσε στο Δικαστήριο είναι αυτά τα οποία βρίσκονται στο αρχείο των εναγόντων, αφορούν την παρούσα υπόθεση και στο οποίο η ίδια έχει πρόσβαση και τα κατέχει. Δεν έχει καταδειχθεί από την αντεξέταση της ότι η μάρτυρας δεν είχε γνώση για την παρούσα υπόθεση ή πρόσβαση στα αρχεία των εναγόντων και τις καταστάσεις λογαριασμών, όπως της υποβλήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου αρ.
- Ούτε η θέση της αυτή αναιρείται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, όπως εισηγείται η πλευρά του εναγόμενου αρ. 1, καθότι ο μάρτυρας αυτός είπε ότι δεν έχει ο ίδιος πρόσβαση στο αρχείο των εναγόντων και στις καταστάσεις λογαριασμού όταν αυτές τερματιστούν και όχι ο οποιοσδήποτε γενικά υπάλληλος. Η μάρτυρας εξήγησε ότι μετά τον τερματισμό των λογαριασμών, αυτοί μεταφέρονται στο αρχείο των εναγόντων στη Λευκωσία αλλά η ίδια, ως εκ των καθηκόντων της έχει πρόσβαση σε αυτό καθώς και στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων όπου διατηρούνται οι καταστάσεις λογαριασμών. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος δεν έτυχαν αμφισβήτησης οι υπογραφές των εναγόμενων επί των επίδικων συμφωνιών για την παραχώρηση των ισχυριζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων, ούτε και επί της επίδικης εγγύησης. Το ζήτημα των υπογραφών των εν λόγω συμφωνιών από όλους τους εναγόμενους, προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί. Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού που η μάρτυρας κατάθεσε, αυτή τις έχει επεξηγήσει και αναφέρθηκε στο τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι. Η ίδια έχει πρόσβαση στο αρχείο των εναγόντων και από αυτό προχώρησε και εκτύπωσε τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήρια αρ. 14, 15, 16 και
- Περαιτέρω, ανάφερε ότι η ίδια ετοίμασε τους αναδομημένους λογαριασμούς, τεκμήρια αρ. 18, 19, 20 και 21 εξηγώντας τον τρόπο που το έπραξε και βασιζόμενη σε όλες τις συναλλαγές που φαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού. Δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση οι συναλλαγές που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού, ούτε καθοιονδήποτε τρόπο καταδείχθηκε ενδεχόμενο λάθος σε αυτές. Εκείνο το οποίο υποβλήθηκε στη μάρτυρα ήταν η γενική θέση ότι σε αυτές περιέχονται υπερχρεώσεις και ανατοκισμοί. Η μάρτυρας εξήγησε με πάσα λεπτομέρεια το περιεχόμενο των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, αναφέροντας ότι αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις και άλλα έξοδα που περιλαμβάνονται στις αρχικές καταστάσεις λογαριασμού και ότι το επιτόκιο το οποίο χρεώνεται μέχρι τον τερματισμό είναι το συμβατικό. Δεν έχει καταδειχθεί επίσης από τη μαρτυρία της ότι έγιναν λάθος υπολογισμοί ένεκα του τρόπου που η μάρτυρας χρησιμοποίησε για να ετοιμάσει τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς εναγόμενων που να υποδεικνύει κάτι τέτοιο. Όσον αφορά το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού που προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο αρ. 18, η μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση ότι παραχωρήθηκε όριο πέραν του συμφωνηθέντος και ανάφερε ότι στο εν λόγω υπόλοιπο περιλαμβάνονται οι τόκοι μέχρι την ημερομηνία των αναδομημένων καταστάσεων. Ουσιαστικά υποβλήθηκε στη μάρτυρα κατά γενικό και αόριστο τρόπο ότι τα υπόλοιπα που παρουσιάζουν οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένα, περιλαμβάνουν ανατοκισμούς και υπερχρεώσεις χωρίς να έχει διαφανεί κάτι τέτοιο. Σημειώνεται ότι το ύψος του επιτοκίου που χρεώνεται στους επίδικους λογαριασμούς και ο ανατοκισμός θα εξεταστούν και κατωτέρω κατά την κατάληξη του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών. Σε σχέση με τις επιστολές τεκμήρια 9 α) - γ), αποδέχομαι τη θέση της μάρτυρος ότι αυτές αποστάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο. Παρά το ότι η μάρτυρας αυτή δεν είχε άμεση γνώση περί τούτου, εντούτοις πέραν της αναφοράς της περί αποστολής, φαίνεται σε αυτές να υπάρχει η φωτοτυπία και αντίγραφο της απόδειξης του συστημένου. Αναφορικά με τις επιστολές τερματισμού τεκμήρια 10 α) - γ), 11 β) και γ) η μάρτυρας είπε ότι αποστάληκαν με κανονικό ταχυδρομείο, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και κρίνω ότι μπορώ να την αποδεχτώ. Αμφισβητήθηκε η αποστολή των τεκμηρίων 11 α), 12, 13 α) και β) με την μάρτυρα να επιμένει ότι αυτές αποστάληκαν. Παρά το ότι η μάρτυρας αυτή δεν είχε άμεση προσωπική γνώση περί τούτου και δεν ήταν το πρόσωπο που απέστειλε τις εν λόγω επιστολές, η θέση της εδραζόταν στο γεγονός ότι η Τράπεζα διατηρεί σύστημα αποστολής τέτοιων επιστολών και ότι αυτές βρίσκονταν στο φάκελο της. Αποδέχομαι τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος όπως θα διαφανεί κατωτέρω, επιβεβαίωσε την αποστολή όλων των επίδικων επιστολών και ενισχύει τη θέση της μάρτυρος αυτής. Θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω, ότι δεν υποβλήθηκε ούτε έχει προκύψει οι επίδικες επιστολές να είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων των εναγόντων ή ότι πρόκειται περί κατασκευασμένης μαρτυρίας. Ούτε η μαρτυρία αυτή αντικρούστηκε ή υποστηρίχθηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων και ειδικότερα του εναγόμενου αρ. 1 (βλ. Παπαχριστοδούλου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση Αρ. 263/2010, Ημερ. 05/05/2015). Περαιτέρω, αποδέχομαι τη θέση της μάρτυρος ότι όλες οι εν λόγω επιστολές δεν έχουν επιστραφεί. Η θέση της αυτή προκύπτει από το αρχείο των εναγόντων που δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοια ένδειξη. Επίσης, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε θέση ότι αυτές αποστάληκαν σε λάθος διεύθυνση των εναγόμενων, ούτε έχει υποστηριχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτές δεν παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας αναφέρθηκε στο ζήτημα της υπογραφής της εγγύησης από τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 και είπε ότι αυτή τους εξηγήθηκε και ότι αν ήθελαν να λάβουν νομική συμβουλή μπορούσαν να το πράξουν. Η μάρτυρας παρά το ότι δεν ήταν παρούσα και εμπλεκόμενη με την συνομολόγηση της επίδικης εγγύησης, για να υποστηρίξει τη θέση της αυτή, παράπεμψε στα τεκμήρια αρ. 2, 6 α) και 6 β), στα οποία οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 υπογράφουν επιστολή έγκρισης των πιστωτικών διευκολύνσεων και σχετική βεβαίωση εγγυητή με την οποία δηλώνουν ότι έχουν μελετήσει και κατανοήσει όλους τους όρους της εγγύησης. Δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 ότι υπέγραψαν τις συγκεκριμένες δηλώσεις και επομένως κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου τις θέσεις της μάρτυρος και επί αυτού του ζητήματος. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ο Μ.Ε.2 ο οποίος ήταν εμπλεκόμενος με τη συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών και της εγγύησης επιβεβαίωσε και ενίσχυσε τη θέση της μάρτυρος αυτής επί του πιο πάνω ζητήματος. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και όλα τα έγγραφα τα οποία κατάθεσε και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.2 κατάθεσε τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση του και ως εμπλεκόμενος με την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών αλλά και στην παρακολούθηση των επίδικων λογαριασμών. Εξήγησε την ιδιότητα του και τα καθήκοντα αλλά και εμπλοκή του με την παρούσα υπόθεση και κρίνω ότι ο ίδιος είχε άμεση γνώση των γεγονότων. Περαιτέρω, έχω διακρίνει ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν έχει κλονιστεί επίσης η αξιοπιστία του σε σχέση με τις αναφορές του στο Δικαστήριο. Κατ' αρχάς, δεν προκύπτει να αμφισβητείται η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και των υπόλοιπων εγγράφων από όλους τους εναγόμενους, παρά την άρνηση τους περί τούτου στα δικόγραφα τους. Άλλωστε ο μάρτυρας αυτός είπε ότι ο ίδιος ήταν παρών κατά τη συνομολόγηση τους και αναγνώρισε τις υπογραφές των εναγόμενων σε αυτές. Επεξήγησε επίσης τον τρόπο που αποστέλλονταν οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι ο ίδιος που της απέστειλε, εντούτοις προκύπτει να είχε άμεση γνώση για το γεγονός αυτό. Η αρμόδια υπάλληλος στο κατάστημα που διατηρούσε τους λογαριασμούς των εναγόμενων για την αποστολή των επίδικων επιστολών και επιτήρηση των εν λόγω λογαριασμών, ήταν κάποια XXXXX Νικολαϊδου. Εντούτοις, ο μάρτυρας είπε ότι αυτός ήταν ο προϊστάμενος της και σύμφωνα με τους κανονισμούς της Τράπεζας, τις εν λόγω επιστολές έπρεπε να τις βλέπει ο ίδιος, κάτι που έπραξε και στην παρούσα και να τις υπογράφει ο διευθυντής του καταστήματος. Στην απουσία του διευθυντή, υπόγραφε τέτοιου είδους επιστολές ο ίδιος. Ο μάρτυρας επίσης είπε ουσιαστικά ότι οι εν λόγω επιστολές, πλην του τεκμηρίου 11 α), για το οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει διότι φαίνεται να αποστάληκε από την νομική υπηρεσία των εναγόντων, στάληκαν και επέμενε περί τούτου, αναφερόμενος στην γνώση του και στην κα XXXXX Νικολαίδου, την οποία επέβλεπε. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα τεκμήρια 9 α) - δ) και 12 φέρουν στο πάνω μέρος τους φωτοτυπημένη την απόδειξη αποστολής συστημένου εγγράφου και ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο που αυτό προέκυψε, χωρίς να διαφανεί καθοιονδήποτε τρόπο ότι οι εν λόγω αποδείξεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τούτων δοθέντων και της υπόλοιπης μαρτυρίας του μάρτυρα επί του ζητήματος αυτού, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ότι όντως οι επίδικες επιστολές έχουν αποσταλεί στους εναγόμενους. Σημειώνεται επίσης ότι ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι ενδεχομένως οι εν λόγω επιστολές να μην αποστάληκαν ή να παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η θέση του μάρτυρα ότι αυτές αποστάληκαν και παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους 2, 3 και 4, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η εναγόμενη αρ. 2 δεν εμφανίζεται στη διαδικασία ενώ η πλευρά του εναγόμενου 3 δεν αντεξέτασε καθόλου το μάρτυρα αυτό. Ο εναγόμενος αρ. 4 δεν αμφισβήτησε τα λεγόμενα του μάρτυρα επί τούτου. Όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού και τα αξιούμενα υπόλοιπα, ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο ίδιος μετά τον τερματισμό των συμφωνιών δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους λογαριασμούς και δεν έχει δει τις καταστάσεις λογαριασμού. Επομένως, επί αυτού του ζητήματος ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στο Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των εναγόμενων 4 αναφέρθηκε στις εξασφαλίσεις που δόθηκαν στην Τράπεζα για την παραχώρηση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, ως φαίνονται στο τεκμήριο 2, θέση που κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ. Ο μάρτυρας ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος στην παραχώρηση αυτών των διευκολύνσεων και είπε ότι τηρήθηκαν όλα όσα αναγράφονται στο τεκμήριο αρ.
- Άλλωστε δεν υπάρχει οποιαδήποτε δικογραφημένη θέση του εναγόμενου αρ. 4 ότι η εγγύηση του κατέστη άκυρη διότι δεν τηρήθηκαν οι εξασφαλίσεις που περιέχονται στο τεκμήριο αρ. 2, όπως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου αρ. 4 κατά την αγόρευση του. Αποδέχομαι επίσης τη θέση ότι η αναφερόμενη στην παρούσα υποθήκη δεν έχει ακόμη εκποιηθεί. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη ο εναγόμενος αρ. 4, που είναι ο μόνος από τους εναγόμενους που κατάθεσε ενόρκως, επιχείρησε να καταδείξει στην ουσία ότι η εγγύηση που υπέγραψε ήταν υπό όρους με την έννοια ότι αυτός θα έπρεπε να καταβάλει οποιονδήποτε τυχόν υπόλοιπο παραμείνει μετά από την ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων που οι ενάγοντες είχαν και ότι αυτό του είχαν πει οι υπάλληλοι των εναγόντων, παραπλανώντας τον. Τούτη η θέση του όμως δεν υποστηρίζεται από τα επίδικα έγγραφα τα οποία ο ίδιος παραδέχθηκε ότι υπέγραψε και συγκεκριμένα από το εγγυητήριο έγγραφο, τεκμήριο
- Όταν του υποδείχθηκε ο όρος σε αυτό ότι η εγγύηση του αυτή θα ήταν ανεξάρτητη από οποιεσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις κατέχει η Τράπεζα, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Ανάφερε ότι υπάρχουν και άλλα έγγραφα που υπέγραψε τα οποία αναφέρουν αυτό το ζήτημα, χωρίς όμως να διευκρινίσει και να παρουσιάσει οποιοδήποτε άλλο τέτοιο έγγραφο. Επιχείρησε επίσης κατά την μαρτυρία του να καταδείξει ότι παροτρύνθηκε από τους υπάλληλους της Τράπεζας να υπογράψει την επίδικη εγγύηση αφού θα ήταν πλήρως εξασφαλισμένος από τα ενοίκια και την υποθήκη που δόθηκαν ως εξασφαλίσεις. Διαφορετικά είπε δεν θα υπέγραφε. Η θέση του αυτή όμως παρουσιάζει αδυναμίες. Κατ' αρχάς, ο ίδιος είναι κοινό έδαφος ότι είναι επιχειρηματίας ο οποίος έχει συναλλαγές με τις Τράπεζες στα πλαίσια των εργασιών του και γνώστης του τί σημαίνει εγγύηση. Κατά δεύτερο, ο ίδιος φαίνεται να λαμβάνει γνώση όλων των λεπτομερειών των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και ο ίδιος να δηλώνει ότι έχει μελετήσει και αντιληφθεί πλήρως του όρους του εγγυητήριου εγγράφου. Δεδομένων τούτων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι εξαπατήθηκε από την Τράπεζα στο να υπογράψει την επίδικη εγγύηση. Ούτε η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν του έδωσαν το δικαίωμα να συμβουλευθεί δικηγόρο μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εκτός του ότι φαίνεται να μην υποβλήθηκε τέτοια θέση προς τους μάρτυρες των εναγόντων, ο ίδιος ο μάρτυρας δεν έδωσε και οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες της θέσης του αυτής. Παρέμεινε μια γενική αναφορά χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση ή αναφορά στις συνθήκες που έγινε κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι ενδεχομένως ο εναγόμενος αρ. 4 να ήταν με την εντύπωση και να είχε υπόψη του ότι οι εξασφαλίσεις ήταν τέτοιες που ακόμη και στην περίπτωση που δεν τηρούνταν οι υποχρεώσεις των εναγόμενων αρ. 1 και 2 έναντι των εναγόντων, ο ίδιος δεν θα υποχρεωνόταν να πληρώσει είναι ένα και το να ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε από τους ενάγοντες είναι άλλο. Κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Το κατά πόσο η όποια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον του θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι να εκποιηθεί αποδεδειγμένη υπαρκτή περιουσία των εναγόμενων αρ. 1 και 2, είναι ζήτημα το οποία θα εξεταστεί κατωτέρω. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτή, τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, είναι ως η μαρτυρία και εκδοχή των μαρτύρων των εναγόντων (προφορική και έγγραφη) και στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την κατάληξη μου όπου θα κριθεί κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους. Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες ήταν και είναι Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασκούσε και ασκεί τραπεζικές εργασίες, δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγόμενους αλλά προκύπτει και από το τεκμήριο αρ. 1 το οποίο η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο. Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Ξεκινώντας από την εξέταση του στοιχείου α) ανωτέρω, δηλαδή κατά πόσο έχει καταρτιστεί σύμβαση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων αρ. 1 και 2, ενώπιον μου έχουν κατατεθεί τα τεκμήρια 3, 4, 7 και
- Πρόκειται για Συμφωνία με Όριο Τρεχούμενου Λογαριασμού, Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου ημερ. 07/10/2009, Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου ημερ. 02/12/2009 και Αίτηση και Συμφωνία για όριο Χρήσης Καρτών αντίστοιχα, με συγκεκριμένους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτές. Έχει προκύψει και έχει αποδειχθεί ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, υπέγραψαν τις εν λόγω Συμφωνίες. Άλλωστε αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί κατά τη δίκη από τον εναγόμενο αρ. 1, αντιθέτως η συνήγορος του δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί την υπογραφή των εν λόγω Συμφωνιών. Ούτε από την εναγόμενη αρ. 2 αμφισβητήθηκε αυτό, αφού αυτή δεν συνέχισε να εμφανίζεται στη διαδικασία. Δεδομένων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 για την παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενου λογαριασμό ύψους €3000, στεγαστικό δάνειο ύψους €219,000, δεύτερου στεγαστικού δανείου ύψους €34,000 και παραχώρηση πιστωτικής κάρτας σε αυτούς με όριο €5,500 με τους όρους που περιλαμβάνονται σε αυτές. Η συνήγορος του εναγόμενου αρ. 1 στην αγόρευση της αναφέρει ότι οι πιο πάνω συμφωνίες εμπεριέχουν όρους παράνομους, καταχρηστικούς και ασαφείς που επιφέρουν ακυρότητα. Τέτοια θέση όμως δεν δικογράφειται και δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο η αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων. Ούτε επιχειρήθηκε η στοιχειοθέτηση τέτοιου ισχυρισμού με οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου αρ.
- Η γενική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων, δεν είναι αρκετή έτσι ώστε να δίνει δικαίωμα στην πλευρά του εναγόμενου αρ. 1 να υποστηρίξει ένα τέτοιο επιχείρημα (βλ. Διαταγή 19, Θ. 4, 13, 15 και 16 σε σχέση με την ορθή δικόγραφηση καθώς επίσης και Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 A.A.Δ. 549, Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491), ΧΧΧΧ Γρηγορίου v. Tράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 75/13, Ημερ. 28/03/2019 και
- ΧΧΧ Έλληνας κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, Ημερ. 03/12/2019). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η συνομολόγηση έγκυρων συμφωνιών για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Περαιτέρω, έχει αποδειχθεί oι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 να έχουν υπογράψει έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία εγγύησης. Η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο το έγγραφο εγγύησης ημερ. 07/10/2009 τεκμήριο 5, το οποίο φέρει τις υπογραφές των εναγόμενων αρ. 3 και 4, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν και από την μαρτυρία του Μ.Ε.
- Επίσης, οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 δεν αμφισβήτησαν την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου. Η εν λόγω εγγύηση προκύπτει περαιτέρω να αφορά το στεγαστικό δάνειο ημερομηνίας 07/10/2009 και το ποσό αυτού, δηλαδή €219,000 πλέον τόκους μέχρι πλήρους εξόφλησης (βλ. όρο 12 της εν λόγω εγγύησης). Άλλωστε δεν έτυχε αμφισβήτησης ότι η εν λόγω εγγύηση αφορά το πιο πάνω στεγαστικό δάνειο και ποσό, το οποίο οι ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγόμενων αρ. 3 και
- Πέραν των πιο πάνω, οι δικογραφικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου αρ. 3 περί ακυρότητας της εν λόγω συμφωνίας, δεν υποστηρίχθηκαν καθοιονδήποτε τρόπο στο Δικαστήριο και παρέμειναν μετέωροι και στη σφαίρα της θεωρίας. Το ζήτημα επίσης της καταχρηστικότητας των ρητρών δεν δικογραφείται από τον εναγόμενο αρ. 3 και δεν έχουν προκύψει γεγονότα στη βάση των οποίων να μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιους ισχυρισμούς. Οι δε ισχυρισμοί του εναγόμενου αρ. 4 περί παραπλάνησης και εξαπάτησης των εναγόντων στο να υπογράψει την εν λόγω εγγύηση, δεν έγιναν αποδεκτοί για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 έλαβαν γνώση για όλες τις λεπτομέρειες των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα παραχωρούνταν στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και για όλες τις εξασφαλίσεις με το τεκμήριο αρ. 2 καθώς επίσης υπέγραψαν και Βεβαίωση Εγγυητή (βλ. τεκμήρια 6 α) και 6 β) σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του
- Όσον αφορά την παράβαση των όρων των επίδικων συμφωνιών και το δικαίωμα τερματισμού τους από τους ενάγοντες, θα εξετάσω έκαστη εξ' αυτών ξεχωριστά. Η θέση των εναγόντων, που έχει προκύψει από τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, είναι ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν κατέβαλλαν τις συμφωνηθείσες δόσεις των στεγαστικών τους δανείων και ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός και ο λογαριασμός κάρτας υπερέβηκε το συμφωνηθέν όριο. Σύμβαση Δανείου Ημερ. 07/10/2009 και 02/12/
- Με βάση τον όρο 4(Β) της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 07/10/2009, η αποπληρωμή του επίδικου δανείου θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους €1,151.84 αρχής γενομένης από τις 31/10/2009 ενώ με βάση τον όρο 5, παράλειψη των εναγόμενων αρ. 1 και 2 να καταβάλουν ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε δόσης μαζί με τους τόκους, κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες έδινε δικαίωμα τους ενάγοντες να απαιτήσουν την πλήρη εξόφληση ολόκληρου του δανείου. Σημειώνεται επίσης ότι οι ενάγοντες με βάση τον πιο πάνω όρο 5, είχαν και το δικαίωμα να απαιτήσουν οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου. Παρόμοιοι όροι περιλαμβάνονται και στη Συμφωνία Δανείου ημερ. 02/12/
- Συγκεκριμένα, με βάση τον όρο 5(Β) το εν λόγω δάνειο θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους €178,82 η κάθε μια, της πρώτης πληρωτέας την 31ην/12/
- Με βάση περαιτέρω τον όρο 7, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν τις συμφωνηθείσες δόσεις και παράλειψη να καταβάλουν ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε δόσης μαζί με τους τόκους κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες, οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να καταστήσουν απαιτητό το δάνειο και οποιοδήποτε υπόλοιπο. Στην βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με τις καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν ενώπιον μου και στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλλαν ολόκληρη ή μέρος των προβλεπόμενων στις επίδικες συμφωνίες δόσεις και ουσιαστικά παρέβηκαν τους πιο πάνω αναφερόμενους όρους των συμφωνιών, κάτι που έδινε δικαίωμα στους ενάγοντες να τερματίσουν τις συμφωνίες και να αξιώσουν το υπόλοιπο των δανείων. Το γεγονός αυτό επίσης δεν προκύπτει να αμφισβητείται από τους εναγόμενους. Τρεχούμενος λογαριασμός Στον όρο 9Α της συμφωνίας, τεκμήριο αρ. 3 απαριθμούνται οι αιτίες που μπορούν οι ενάγοντες να τερματίσουν και περιλαμβάνει τις περιπτώσεις που οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 παραβούν οποιονδήποτε όρο αυτής και/ή της επιστολής παραχώρησης διευκολύνσεων. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 14, ο τρεχούμενος λογαριασμός των εναγόμενων παρουσίαζε υπερβάσεις του ορίου που είχε παραχωρηθεί και αυτό έδινε δικαίωμα στους ενάγοντες να προχωρήσουν με τον τερματισμό του. Πιστωτική Κάρτα Σύμφωνα με τον όρο 17 (α) της Συμφωνίας ημερ. 07/12/2009, τεκμήριο 8, μεταξύ των αιτιών τερματισμού του επίδικου λογαριασμού και/ή κάρτας, περιλαμβάνεται και η περίπτωση που ο κάτοχος της κάρτας παραβεί οποιονδήποτε όρο της Συμφωνίας. Ο όρος 2 (γ) (i) της εν λόγω Συμφωνίας, προνοεί επίσης ότι η κάρτα θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέσα στο όριο που είναι διαθέσιμο με βάση το υπόλοιπο του λογαριασμού ο οποίος δόθηκε στον κάτοχο της κάρτας και που είναι συνδεδεμένος με την κάρτα. Το εν λόγω όριο καθορίστηκε στα €5,
- Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού που τέθηκαν ενώπιον μου και στις οποίες θα αναφερθώ κατωτέρω, ο κάτοχος της κάρτας, εναγόμενος αρ. 1 και ο εξουσιοδοτημένος κάτοχος της κάρτας, εναγόμενη αρ. 2, υπερέβησαν το εν λόγω όριο και οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την επίδικη συμφωνία και λογαριασμό κάρτας. Τερματισμός των επίδικων Συμφωνιών Οι ενάγοντες, ως είχαν δικαίωμα με βάση τις πρόνοιες των Συμφωνιών Δανείου, της Συμφωνίας για το άνοιγμα Τρεχούμενου λογαριασμού και πιστωτικής κάρτας, προχώρησαν με τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και κατέστησαν απαιτητά ολόκληρα τα υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών. Έχει προκύψει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση την ενώπιον αποδεκτή μαρτυρία ότι οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στις 17/10/2011 επιστολή τερματισμού των δύο επίδικων συμφωνιών δανείου και του τρεχούμενου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 10 α)) και στις 05/04/2012 επιστολή τερματισμού του λογαριασμού κάρτας (βλ. τεκμήριο 13α)), αφού είχαν προηγηθεί προειδοποιητικές επιστολές για εξόφληση των καθυστερήσεων (βλ. τεκμήρια 9 α) και 12). Οι εν λόγω επιστολές τερματισμού αποστάληκαν στην διεύθυνση «XXXXX 17 Α, XXXXX Γεροσκήπου, Πάφος» που όπως προκύπτει είναι η διεύθυνση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 που αναφέρεται σε όλες τις επίδικες συμφωνίες αλλά και τα υπόλοιπα σχετικά με αυτές έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον μου. Η Μ.Ε.1 επίσης ανάφερε και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν πίσω. Δεν έχει τεθεί επίσης από την υπεράσπιση του εναγόμενου αρ. 1 ή καθοιονδήποτε τρόπο από την εναγόμενη αρ. 2, ότι η πιο πάνω διεύθυνση δεν ήταν η ορθή. Ούτε οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υποστήριξαν κάτι τέτοιο ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Η αποστολή λοιπόν των εν λόγω επιστολών στην πιο πάνω διεύθυνση και η μη επιστροφή τους, καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 τις παρέλαβαν (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
- Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015). Έπεται ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα και νομότυπα τις επίδικες συμφωνίες και κατέστησαν απαιτητά τα οφειλόμενα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών από τους εναγόμενους αρ. 1 και
- Σε σχέση με τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 και τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 07/10/2009, τεκμήριο 5, οι ενάγοντες όφειλαν να υποβάλουν γραπτή ζήτηση από αυτούς και να αξιώσουν την καταβολή του ποσού της εγγύησης τους. Με βάση τον όρο 9 της εν λόγω εγγύησης τέτοια γραπτή ζήτηση θα γινόταν ορθά με την αποστολή επιστολής με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή άλλως πως, στην διεύθυνση των εναγόμενων αρ. 3 και 4 που αναγραφόταν στο έγγραφο εγγύησης ή στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχω ικανοποιηθεί ότι τέτοια γραπτή ζήτηση από τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 έλαβε χώρα και το οφειλόμενο υπόλοιπο της εγγύησης τους κατέστη απαιτητό από τους ενάγοντες. Στις 17/10/2011 αποστάληκαν επιστολές ταχυδρομικώς προς την διεύθυνση των εναγόμενων αρ. 3 και 4 που αναγράφονται στο τεκμήριο 5 και οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω, με την οποία οι ενάγοντες τους ενημέρωναν ότι έχουν τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού στεγαστικού δανείου των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ότι κατέστησαν απαιτητό το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού και τους καλούσαν όπως εντός 7 ημερών προβούν στην εξόφληση της εγγύησης τους (βλ. τεκμήρια 10β) και 10γ)). Προηγήθηκαν επίσης προειδοποιητικές επιστολές προς τους εναγόμενους αρ. 3 και 4 (βλ. τεκμήρια 9β) και 9γ)). Οφειλόμενο Υπόλοιπο Κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναλυτικές καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών (βλ. τεκμήριο 14, 15, 16 και 17) μαζί με σχετικό πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 καθώς επίσης και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 18, 19, 20 και 21). Η μάρτυρας κατά τη μαρτυρία της ανάφερε ότι οι ενάγοντες διατηρούν σε ηλεκτρονική μορφή τραπεζικό βιβλίο το οποίο ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των επίδικων λογαριασμών μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους. Όλες οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από την Μ.Ε.1 προσωπικά στον ηλεκτρονικό της υπολογιστή και αφού συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Το άρθρο 22 του Κεφ. 9 περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την αποδοχή αντίγραφου καταχώρισης σε Τραπεζικά βιβλία και την ερμηνεία του όρου «τραπεζικά βιβλία». Στον όρο «τραπεζικά βιβλία» περιλαμβάνονται και όλα τα αρχεία που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και επομένως προκύπτει ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων που τηρούσαν οι ενάγοντες. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v.
- Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί).» Είναι νομολογημένο όμως ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν ένα αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 194 και Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Στην παρούσα περίπτωση, τα τεκμήρια 14, 15, 16 και 17 πληρούν τις προϋποθέσεις του πιο πάνω αναφερόμενου Άρθρου 22. Πρόκειται για αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων και δεν έχει με κανένα τρόπο ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο που δημιουργεί ο Νόμος. Δεν έτυχαν αμφισβήτησης συγκεκριμένες καταχωρήσεις στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, ούτε έχει διαφανεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο το ενδεχόμενο αυτές οι καταστάσεις και καταχωρήσεις που εμφανίζουν να είναι λανθασμένες (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059). Η αντεξέταση της Μ.Ε.1 επί του ζητήματος αυτού ήταν γενική και αόριστη και της υποβλήθηκε ότι οι εν λόγω καταστάσεις περιλαμβάνουν υπερχρεώσεις, παράνομους τόκους και ανατοκισμούς. Δεν έχει υποδειχθεί όμως καθοιονδήποτε στάδιο κατά την αντεξέταση της μάρτυρος οποιαδήποτε παράνομη χρέωση ή λανθασμένο ύψος επιτοκίου ή παράνομος ανατοκισμός. Ούτε υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων ένα τέτοιο ζήτημα ή γενικότερα το λανθασμένο των χρεώσεων και των τόκων. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Ε.1 επεξήγησε πλήρως τις καταστάσεις λογαριασμού που κατάθεσε στο Δικαστήριο και τις αναδομημένες καταστάσεις των εν λόγω λογαριασμών. Σε σχέση με τις τελευταίες, δηλαδή τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήρια 18, 19, 20 και 21, σύμφωνα με την Μ.Ε.1, ετοιμάστηκαν από την ίδια με βάση τα τεκμήρια 14, 15, 16 και 17 και λαμβάνοντας υπόψη της όλες τις συναλλαγές που περιέχονται σε αυτές. Η Μ.Ε.1 επεξήγησε πλήρως τον τρόπο με τον οποίο ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και δεν έχει προκύψει ότι σε αυτές περιλαμβάνονται λάθος χρεώσεις ή υπολογισμοί. Ουσιαστικά η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι σε αυτές αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών, study fees και άλλα έξοδα και εφάρμοσε το ισχύον κατά τους ουσιώδη χρόνους επιτόκιο με βάση τις επίδικες συμφωνίες και προέβηκε σε κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Eπιπρόσθετα των ανωτέρω, εξετάζοντας τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού σε συνδυασμό με τις αναφορές και επεξηγήσεις της μάρτυρος, παρατηρείται ότι σε αυτές χρεώνεται το συμβατικό επιτόκιο, όπως προνοείται σε κάθε μια από τις επίδικες συμφωνίες μέχρι τον τερματισμό και κεφαλαιοποιούνται οι τόκοι δύο φορές το χρόνο, ως επίσης προνοείται στις επίδικες συμφωνίες. Συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 18, που αφορά την αναδομημένη κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού χρεώνεται από την έναρξη της λειτουργίας του επιτόκιο ύψους 9,45% μέχρι τις 29/05/2011, από τις 30/05/2011 9,95% μέχρι τις 16/10/2011 και από τις 17/10/2011, που έλαβε χώρα ο τερματισμός, επιτόκιο ύψους 11,95%, εκ του οποίου το 2% αποτελεί τόκο υπερημερίας. Η αναδομημένη κατάσταση όμως, συνεχίζει και μετά τον τερματισμό και μέχρι τις 31/10/2020 και το ποσό που οι ενάγοντες αξιώνουν είναι αυτό της ημερομηνίας εκείνης. Παρόλα αυτά οι ενάγοντες συνεχίζουν ακόμη και μετά τον τερματισμό να μετατρέπουν το επιβαλλόμενο επιτόκιο, το οποίο ουσιαστικά μειώνεται για να καταλήξουν να ζητούν επιτόκιο ύψους 9,08% από 01/11/2020 αντί 11,95% που ίσχυε κατά τον τερματισμό, κάτι στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Κατ' αρχάς εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι μέχρι τον τερματισμό, οι ενάγοντες χρεώνουν το συμβατικό επιτόκιο. Αυτό με βάση τον όρο 4Α της επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο 3, κατά τη συνομολόγηση της το επιτόκιο θα ήταν 9,45% το οποίο οι ενάγοντες χρεώνουν μέχρι τις 29/05/2011 και είναι ορθό. Οι ενάγοντες, με βάση τον ίδιο πιο πάνω όρο, είχαν δικαίωμα να μεταβάλλουν το βασικό επιτόκιο, το οποίο ανερχόταν σε 5,25%, αφού θα έδιδαν σχετική ειδοποίηση προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στον τύπο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Η Μ.Ε.1 έχει καταθέσει στο Δικαστήριο τις σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο με την οποία γνωστοποιείτο η μεταβολή του βασικού επιτοκίου καθώς και αναρτήσεις στην επίσημη ιστοσελίδα τους, οι οποίες γίνονταν μετά τις 16/02/2017 και με τις οποίες ενημέρωναν για τις μεταβολές του βασικού επιτοκίου (βλ. τεκμήριο 22). Πέραν των πιο πάνω, η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, προβλεπόταν στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (βλ. όρο 4Α του τεκμηρίου 3). Σύμφωνα, με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160
(1)/1999) δεν υπάρχει απαγόρευση σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου. Εκείνο το οποίο απαιτείται με το Νόμο αυτό είναι τα μέρη να έχουν συμφωνήσει για μια τέτοια μεταβολή και να γίνεται γνωστοποίηση της αύξησης ή μεταβολής του επιτοκίου από τους ενάγοντες. Δεν απαγορεύεται περαιτέρω η κεφαλαιοποίηση των τόκων μέχρι δύο φορές το χρόνο. Όσον αφορά το υπόλοιπο των στεγαστικών δανείων και στη βάση των αναδομημένων καταστάσεων, προκύπτει και σε αυτούς ότι χρεωνόταν το συμφωνηθέν επιτόκιο ύψους 4,80% μέχρι τις 29/05/2011 και από τις 30/05/2011 επιτόκιο ύψους 5,20% μέχρι τον τερματισμό, λόγω της μεταβολής του βασικού επιτοκίου από 3,50% σε 3,90%, η οποία γνωστοποιήθηκε στον ημερήσιο τύπο, με βάση τους όρους των επίδικων συμφωνιών (βλ. όρο 2Α του τεκμηρίου 4 και όρο 3Α του τεκμηρίου 7). Επίσης, σύμφωνα με τους πιο πάνω αναφερόμενους όρους οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο. Σε σχέση με την πιστωτική κάρτα και σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 21, το επιτόκιο που χρεώνεται από την αρχή της λειτουργίας του λογαριασμού αυτού είναι 12,5% και σύμφωνο με τον όρο 12 α), 41 της συμφωνίας τεκμήριο 8 και τον επισυναπτόμενο κατάλογο χρεώσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 12 α) της εν λόγω συμφωνίας οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα ανατοκισμού σύμφωνα με τον Περί Ελευθεροποίησης του επιτοκίου Νόμου, που όπως αναφέρθηκε ανωτέρω δεν απαγορεύει την κεφαλαιοποίηση των τόκων πέραν των δύο φορών το χρόνο. Εκείνο το οποίο παρατηρείται σε σχέση με τον τρεχούμενου λογαριασμό και τους λογαριασμούς στεγαστικών δανείων και στη βάση των όσων η Μ.Ε.1 ανάφερε είναι ότι από τον τερματισμό και μετά χρεώνεται ένα ποσοστό επιτοκίου της τάξης του 2% ως τόκος υπερημερίας. Ο τόκος αυτός προκύπτει να είναι εντός των συμφωνηθέντων και να αποτελεί προκαθορισμό της ζημιάς των εναγόντων σε περίπτωση παράβασης των συμφωνιών (βλ. όρο 5 του τεκμηρίου 3, όρο 5 του τεκμηρίου 4 και όρο 7 του τεκμηρίου 7). Σημειώνεται ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης από την μαρτυρία των εναγόντων ότι το ποσοστό αυτό του τόκου δεν αποτελεί ζημιά ή απώλεια των εναγόντων λόγω της παράβασης των συμφωνηθέντων και η οποία πηγάζει, μεταξύ άλλων, από την αύξηση των λειτουργικών τους εξόδων, την απώλεια δυνατότητας επανατοποθέτησης του ποσού των καθυστερημένων δόσεων στην αγορά και στο αυξημένο κόστος κεφαλαίου το οποίο υπόκεινται οι ενάγοντες. Oύτε έχει αμφισβητηθεί η νομιμότητα του ή ότι αυτός αποτελεί ποινική ρήτρα ή ότι είναι εκτός των συμφωνηθέντων. Ούτε υπάρχει συγκεκριμένη δικογραφημένη θέση γι αυτό το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη μου το ύψος του τόκου υπερημερίας, το ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι αποτελεί προκαθορισμένη ζημιά των εναγόντων σε περίπτωση παράβασης των συμφωνιών και το γεγονός ότι αυτός βρίσκεται εντός των συμφωνηθέντων, κρίνω ότι οι ενάγοντες τον δικαιούνται (βλ.
- Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολ. Έφ. Αρ. 1/10, ημερ. 08/07/2014). Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι το υπόλοιπο ως φαίνεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού είναι ορθό. Σημειώνεται, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού δεν σταματούν μέχρι τον τερματισμό αλλά συνεχίζουν μέχρι τις 31/10/
- Οι ενάγοντες, προκύπτει, να συνεχίζουν να προβαίνουν σε αυξομειώσεις του επιτοκίου μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία και κυρίως σε μείωση αυτού ως αποτέλεσμα της μείωσης του βασικού επιτοκίου και να καταλήγουν να αξιώνουν μικρότερο ποσοστό επιτοκίου από αυτό που δικαιούνταν κατά τον τερματισμό. Δεδομένου ότι τούτο προκύπτει να είναι προς όφελος των εναγομένων και ουσιαστικά φαίνεται οι ενάγοντες να περιορίζουν την αξίωση του τόκου που δικαιούνται μετά τον τερματισμό, κρίνω ορθό να τους αποδώσω τα ποσά που αξιώνουν μέχρι και τις 31/10/2020 και το μειωμένο επιτόκιο το οποίο αξιώνουν αντί το επιτόκιο που θα δικαιούνταν κατά την ημερομηνία του τερματισμού. Διευκρινίζεται ότι τα ποσά αυτά περιλαμβάνουν τόκους μετά τον τερματισμό και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων και κατά συνέπεια αυτοί δικαιούνται σε απόφαση για τα ποσά των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού που προέκυψαν κατά την 31ην/10/
- Όσον αφορά την ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2, είναι προφανές ότι αυτή δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επιτυχία. Οι επίδικες συμφωνίες έχουν κριθεί έγκυρες. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων ως ακολούθως: Α. Απόφαση υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των: i. €12,746.11 πλέον τόκο προς 9,08% ετησίως επί του ποσού των €12,368.37 από 01/11/2020, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, και ii) €63,739.70 πλέον τόκο προς 4,58% ετησίως επί του ποσού των €62,771.88 από 01/11/2020, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης, και iii) €20,322.82 πλέον τόκο προς 12,5% ετησίως επί του ποσού των €19,490.42 από 01/11/2020, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Β. Απόφαση υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €406,599.47 πλέον τόκο προς 4,58% ετησίως επί του ποσού των €400,599.47 από 01/11/2020, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 απορρίπτεται με έξοδα υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αλλήλεγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα υπολογιστούν αφού η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Παραμένει να εξεταστεί το αίτημα του εναγόμενου αρ. 4 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που έχει εκδοθεί εναντίον του ως ανωτέρω. Σύμφωνα με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ο εναγόμενος αρ. 4 ζητεί την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του στην βάση του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, πρωτοφειλέτες, έχουν την οικονομική δυνατότητα και/ή περιουσία για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των εναγόντων και εφόσον οι ενάγοντες δεν έχουν εκποιήσει τηn Υποθήκη με αρ. Υ. 3632/2009 αλλά ούτε έχουν ασκήσει τα δικαιώματα τους δυνάμει των δύο εκχωρητηρίων εγγράφων ημερ. 07/10/
- Στην αγόρευση του ο συνήγορος του εναγόμενου αρ. 4, εισηγείται ότι το Δικαστήριο μπορεί να αναστείλει την απόφαση εναντίον του εναγόμενου αρ. 4, τουλάχιστον μέχρι να εκποιηθεί η Υποθήκη αρ. Υ. XXXXX/2009, εν όψει μάλιστα ότι οι ενάγοντες δεν έχουν ασκήσει τα δικαιώματα τους δυνάμει των εκχωρητηρίων εγγράφων ημερομηνίας 07/10/
- Εκείνο το οποίο έχει προκύψει από την ενώπιον τεθείσα μαρτυρία είναι ότι η πιστωτική διευκόλυνση που αφορούσε το όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό και το στεγαστικό δάνειο ημερομηνίας 07/10/2009, θα εξασφαλιζόταν, μεταξύ άλλων, από πρώτη Υποθήκη για το ποσό των €219,000 πλέον τόκοι σε τεμάχιο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX (1/36 μερίδιο) στο όνομα της εταιρείας D.N.P. ENTERPRISES LTD και Εκχώρηση των Δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της πιο πάνω εταιρείας και των πρωτοφειλετών αναφορικά με την αγορά οικίας στο τεμάχιο με αρ. εγγραφής XXXXX (βλ. τεκμήριο αρ. 2 που αποτελούσε την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης). Στο εν λόγω τεκμήριο επίσης αναλαμβανόταν η υποχρέωση της πιο πάνω εταιρεία όπως μέχρι τις 31/10/2011 προέβαινε στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι όλες οι εξασφαλίσεις που αναφέρονται στο πιο πάνω τεκμήριο, μεταξύ των οποίων και οι πιο πάνω, δόθηκαν. Ενώπιον μου επίσης κατατέθηκε και αντίγραφο της Υποθήκης, με αρ. Υ. XXXXX/
- Περαιτέρω, φαίνεται ότι η εν λόγω Υποθήκη ακόμη να εκποιηθεί και στην παρούσα αγωγή οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους σε σχέση με αυτή. Οι πρόνοιες των Άρθρων 9 και 10 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197
(1)/2003 παρέχουν στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε εναντίον εγγυητή, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στα εν λόγω άρθρα. Το Δικαστήριο, με βάση το Άρθρο 9 α) του Νόμου μπορεί να εκδώσει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης και κατόπιν παρουσίασης στο Δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων. Το Άρθρο 10 του Νόμου δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστέλλει την εκτέλεση απόφασης εναντίον εγγυητή και συγκεκριμένα όταν κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο και ορθό και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή στις κάτωθι περιπτώσεις: (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής εναντίον του ή εναντίον του πρωτοφειλέτη ή και των συνεγγυητών για την είσπραξη οφειλής, αίτημα για αναστολή και το δικαστήριο ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιον του σχετική με το αίτημα μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης: .................. (β) όταν ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν κατά την έκδοση απόφασης ή οποτεδήποτε μετά την έκδοση της, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, και εκ συμφώνου δέχονται διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: .................... (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: ..................... Στην παρούσα περίπτωση, είναι προφανές ότι τα στοιχεία β) και γ) ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Το αίτημα γίνεται στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής εναντίον του εναγόμενου αρ. 4, των πρωτοφειλετών και του συνεγγυητή του. Το αίτημα επίσης, όπως έχει διαμορφωθεί με την αγόρευση του συνηγόρου του εναγόμενου αρ. 4, περιορίζεται στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του, μέχρι την εκποίηση της Υποθήκης αρ. Υ XXXXX/2009, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο και για την οποία οι ενάγοντες επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους. Η θέση αυτή όμως δεν μπορεί να ευσταθεί, χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο να εξετάσει οτιδήποτε άλλο και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή παράμετρο για να κρίνει το ορθό και το δίκαιο του αιτήματος (βλ. Αντωνία Λύρα v. Alpha Bank Limited, ECLI:CY:AD:2015:A288, Πολ. Έφεση Αρ. 186/2010, Ημερ. 24/04/2015). Και τούτο, διότι το Άρθρο 10 (δ) του Νόμου, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, αφορά την περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί. Στην παρούσα περίπτωση η εν λόγω Υποθήκη και εξασφάλιση που έλαβαν οι ενάγοντες, δεν προέρχεται από τους πρωτοφειλέτες και δεν αφορά ακίνητη ιδιοκτησία των πρωτοφειλέτων, αλλά τρίτου προσώπου και συγκεκριμένα κάποιας εταιρείας DNP ENTERPRISES LTD, εναντίον της οποίας επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους. Η ουσία και το πνεύμα του Νόμου είναι να προστατεύονται οι εγγυητές, ορισμένης κατηγορίας, μέχρι να εξαντληθούν όλα τα διαβήματα είσπραξης από τον πρωτοφειλέτη και όχι από τυχόν συνεγγυητές ή άλλα πρόσωπα τα οποία παρείχαν άλλη εξασφάλιση στους ενάγοντες. Πέραν των πιο πάνω, ακόμη και να θεωρηθεί ότι εφαρμογή στην παρούσα έχει και το Άρθρο 10(α) του Νόμου, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι υπάρχει περιουσία των πρωτοφειλέτων η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εξόφληση της παρούσας οφειλής. Η Εκχώρηση των δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου που αναφέρεται στο τεκμήριο αρ. 2, εκτός του ότι δεν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να αφορά το ίδιο ακίνητο της πιο πάνω εταιρείας, το οποίο ταυτόχρονα υποθήκευσε προς όφελος των εναγόντων. Ούτε έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με τις υπόλοιπες εξασφαλίσεις που έλαβαν οι ενάγοντες από τους πρωτοφειλέτες, όπως αναφέρονται στο τεκμήριο 2 και τη δυνατότητα τους να εξοφλήσουν την παρούσα οφειλή για την οποία δόθηκε η εγγύηση. Ούτε υποδείχθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης οποιαδήποτε άλλη περιουσία που να κατέχουν οι πρωτοφειλέτες και να μπορεί να διατεθεί προς εξόφληση της παρούσας οφειλής. Δεδομένων τούτων, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχουν οποιαδήποτε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία των πρωτοφειλετών έτσι ώστε να μπορούσε να εξεταστεί η ικανότητα τους να διατεθούν για εξόφληση της παρούσας οφειλής. Επομένως, το αίτημα δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επιτυχία και απορρίπτεται. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο