ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 69/2021, 13/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 69/2021 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και τον περί Ακινήτου Περιουσίας (Διακατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Νόμο Κεφ. 224 και τις τροποποιήσεις του Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΗ Αιτήτρια - εφεσείουσα και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Καθ΄ ων η αίτηση - εφεσίβλητοι ---------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:13/4/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια εφεσείουσα: κ. Χαράλαμπος Σιαηλής για Γιώργο Χ. Σιαηλή Για τους - καθ΄ ων η αίτηση - εφεσίβλητους : κ. Απόστολος Γκέβρος για Γεωργίου Διογένους & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ----------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση - έφεση, η αιτήτρια - εφεσείουσα αιτείται την ακύρωση της ειδοποίησης τύπου ΙΑ και του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου που σχετίζεται με την εν λόγω ειδοποίηση και που είναι προγραμματισμένος για τις 28/5/2021 και ώρα 10:00 π.μ. Ως προς την νομική βάση της αίτησης, το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να την παραθέσει αυτούσια, διότι το Δικαστήριο θα προβεί σε ειδική αναφορά πιο κάτω. Προβλήθηκαν συνολικά 4 λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα, ότι δεν έχουν δεόντως επιδοθεί οι ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ, ότι το περιεχόμενο της ειδοποίησης τύπου ΙΑ δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις, κατά παράβαση των διατάξεων του ΜΕΡΟΥΣ VIA του νόμου 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και είναι κατά παράβαση του τύπου και του περιεχομένου του, ως αυτός εκτίθεται στο δεύτερο παράρτημα του νόμου 9/65 ως έχει τροποποιηθεί διότι υπάρχει απόκλιση στα ποσά και τους τόκους που απαιτούνται στις ειδοποιήσεις Ι και ΙΑ αντίστοιχα, καθώς επίσης προβάλλεται η θέση ότι η ειδοποίηση τύπου ΙΑ έχει αποσταλεί πριν από την λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή, διότι οι εφεσίβλητοι - καθ΄ ων η αίτηση δεν κάλεσαν τον ενυπόθηκο οφειλέτη και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να καταβάλουν την πληρωμή προς τον ενυπόθηκο δανειστή του ποσού που αναγράφεται, έχοντας υπ΄ όψη και την απόκλιση των ποσών που ζητούνται με τις δύο ειδοποιήσεις αντίστοιχα. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Σε αυτήν υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους έφεσης και αναφέρεται επίσης στην εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που της παρασχέθηκαν το 2008 με την εγγραφή υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου της. Στις 11/9/2020 παρέλαβε επιστολή ημερομηνίας 10/7/2020 μέσω ιδιώτη επιδότη μαζί με την ειδοποίηση τύπου Ι ημερομηνίας 10/7/2020 και κατάσταση λογαριασμού, επισυνάπτοντας σχετικά το τεκμήριο
- Στις 11/3/2021 παρέλαβε την ειδοποίηση τύπου ΙΑ ημερομηνίας 25/2/2021 και δελτίο μέσω ιδιώτη επιδότη, επισυνάπτοντας σχετικά το τεκμήριο
- Επίσης η αιτήτρια προωθεί την θέση ότι πουθενά στην ειδοποίηση τύπου Ι γίνεται αναφορά για το ποσό που κατέστη απαιτητό δυνάμει υποθήκης , ούτε ο τόκος δικαιολογείται στα σχεδόν δύο χρόνια τοκισμού του ποσού, ως επίσης προωθεί την θέση ότι με τον τρόπο που συντάχθηκε η ειδοποίηση τύπου ΙΑ, καλείται να καταβάλει δύο ποσά ως τόκο, ένα ποσό που προστέθηκε στο ποσό που αξιώθηκε με την ειδοποίηση τύπου ΙΑ και δεν ξέρει πόσα είναι και ένα ποσό που αναγράφεται ως τόκος, όπως αυτό αναφέρεται. Οι εφεσίβλητοι - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση. Προέβαλαν συνολικά 25 λόγους ένστασης και που είχαν ως επίκεντρο ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για το νόμω και ουσία βάσιμο της αίτησης - έφεσης, υποστηρίζοντας και υπεραμύνοντας το νομότυπο, την ορθότητα, την εγκυρότητα, το νόμω και το ουσία βάσιμο της διαδικασίας που προηγήθηκε με την αποστολή των σχετικών ειδοποιήσεων και την πλήρη συμμόρφωση των καθ΄ ων η αίτηση με τον τύπο, τις προθεσμίες, τον τρόπο επίδοσης και το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων και γενικά των διαδικασιών που προνοεί η σχετική νομοθεσία. Επίσης θίγουν το γεγονός ότι η αιτήτρια με την επίδικη υποθήκη η αιτήτρια έχει εκχωρήσει ανέκκλητα στους καθ΄ ων η αίτηση το δικαίωμα να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη, ότι η αίτηση έχει χαρακτήρα καταχρηστικό με σκοπό να καταστρατηγήσει τον σκοπό του νόμου και να προκαλέσει καθυστέρηση, έξοδα και να αποστερήσει από τους καθ΄ ων η αίτηση να προωθήσουν τα έννομα συμφέροντα τους για πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό, ότι με την αίτηση επιδιώκεται να παραμεριστεί Δικαστική απόφαση που διατάζει το μερίδιο του επίδικου ακινήτου όπως πωληθεί με δημόσιο πλειστηριασμό και ότι η αιτήτρια δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Επίσης προβάλλουν τις θέσεις ότι η αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, παραβιάζοντας έτσι το καθήκον της για ειλικρινή αποκάλυψη, ότι δεν δύναται να αμφισβητηθεί με την παρούσα αίτηση το ενυπόθηκο ποσό και μάλιστα χωρίς την μαρτυρία πραγματογνώμονα, υπεραμύνοντας την ορθότητα και νομιμότητα αυτού, όπως επίσης υπεραμύνεται της νομιμότητας της διαδικασίας πλειστηριασμού. Τέλος προβάλλουν την θέση ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους που προνοούνται στο άρθρο 44Γ
(3)του σχετικού Νόμου και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική διότι έχει εκδοθεί απόφαση ημερομηνίας 11/10/2013 με την οποία διατασσόταν η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό του μεριδίου του επίδικου ακινήτου. Ως προς το νομικό πλαίσιο της ένστασης, το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να το παραθέσει αυτούσιο, διότι θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω εκεί όπου χρειάζεται. Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, αρχικά κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης της να προβεί στην ένορκη της δήλωση, στην νομική συμβουλή που έλαβε, στην ιδιότητα των καθ΄ ων η αίτηση και το ιστορικό που προηγήθηκε με την μετονομασία και διαδοχή του πιστωτικού ιδρύματος που παραχώρησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις προς την αιτήτρια με την παραχώρηση υποθήκης, επισυνάπτοντας προς αυτόν τον σκοπό σχετικά τεκμήρια, κάνοντας ειδική αναφορά στην φύση και την έκταση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν, στο επίδικο ακίνητο και την πορεία που είχε ο λογαριασμός με αποτέλεσμα όλο το ποσό να καθίσταται απαιτητό λόγω των καθυστερήσεων στην αποπληρωμή και να εγερθεί σχετική αγωγή στην οποία εκδόθηκε απόφαση όπου μεταξύ άλλων διατασσόταν η πώληση του ενυπόθηκου μεριδίου του επίδικου ακινήτου και αυτό το γεγονός, είναι η θέση της ότι αποτελεί μη αποκάλυψη προς το Δικαστήριο με κίνδυνο παραπλάνησης του. Ακολούθως προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά στην διαδικασία που προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας αίτησης και πιο συγκεκριμένα στην επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ, υπεραμυνόμενη του νομότυπου, νόμιμου, έγκυρου, ορθότητας, πληρότητας και εναρμόνισης του τύπου και του περιεχομένου των εν λόγω τύπων με την κείμενη νομοθεσία και του τρόπου που αυτές επιδόθηκαν, δίνοντας την δική της ερμηνεία και τοποθέτηση αναφορικά με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι οι ειδοποιήσεις αποστάλησαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα εν τη εννοία του νόμου και στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει πρόσωπο να έχει συμφέρον από το πλειστηρίασμα όπως προκύπτει από έρευνα στο κτηματολόγιο και δεν περιλαμβάνονται τυχόν συνιδιοκτήτες αλλά τυχόν εγγυητές. Ως προς την κατάσταση λογαριασμού, είναι η θέση της ότι δεν προνοεί η σχετική νομοθεσία συγκεκριμένο τύπο που πρέπει να έχει ο λογαριασμός και εν πάση περιπτώσει η ενόρκως δηλούσα δικαιολογεί την απόκλιση των δύο ποσών που υπάρχουν στις δύο ειδοποιήσεις με το να επισυνάψει ως τεκμήριο 10 στην ένσταση της επικαιροποιημένη κατάσταση λογαριασμού και που προκύπτει κεφαλαιοποίηση τόκων που έγινε στις 31/12/2020. Τόνισε επίσης το γεγονός ότι με την εν λόγω κατάσταση το επιτόκιο είναι μικρότερο από αυτό που επιδικάστηκε στην Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε και αυτό το αποδίδει σε καλή πίστη από πλευράς τράπεζας, πέραν του ότι η νομοθεσία δεν απαιτεί τα ποσά στις δύο ειδοποιήσεις να είναι τα ίδια. Ολοκληρώνοντας την ένορκη της δήλωση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης με μια περαιτέρω διάνθιση και επιχειρηματολογία, αντικρούοντας ταυτόχρονα τα όσα επικαλείται η αιτήτρια και υπεραμυνόμενη τη αναγκαιότητας όπως διενεργηθεί ο πλειστηριασμός. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο έχοντας υπ΄ όψη τις θέσεις και των δύο πλευρών όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν και τα επισυναπτόμενα τεκμήρια, προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ως προς την θέση της αιτήτριας ότι οι ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ δεν έχουν δεόντως επιδοθεί, ήτοι ότι δεν επιδόθηκαν με διπλοσυστημένη επιστολή αλλά με ιδιώτη επιδότη, το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση. Η επίδοση έχει πρωταρχικό σκοπό να λάβει το επηρεαζόμενο πρόσωπο και στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια, δια μέσου των τύπων Ι και ΙΑ, της διαδικασίας που έπεται να ακολουθήσει σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις εν λόγω ειδοποιήσεις. Η επίδοση, όπως και κάθε επίδοση, έχει ως ακρογονιαίο λίθο την ενημέρωση του επηρεαζόμενου μέρους για την διαδικασία που τον αφορά, έτσι ώστε εάν επιθυμεί να ακουστεί και να προβάλει τις θέσεις του. Ο σκοπός αυτός στην παρούσα περίπτωση, χωρίς καμία αμφιβολία, έχει επιτευχθεί, διότι η ίδια η αιτήτρια, όχι μόνο παραδέχεται την προσωπική επίδοση σε αυτήν αμφοτέρων των ειδοποιήσεων, αλλά η ίδια αναφέρει ότι έχει λάβει πλήρης ενημέρωση για το περιεχόμενο των εν λόγω ειδοποιήσεων. Σκοπός του νομοθέτη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 44ΙΕ του Νόμου 9/65, ήταν να εξασφαλιστεί η γνώση του επηρεαζόμενου προσώπου για την εν λόγω διαδικασία, σκοπός ο οποίος επιτεύχθηκε και η αναφορά του νομοθέτη για άλλους τρόπους επίδοσης, έγινε για να παράσχει ακριβώς επιπλέον εχέγγυα και εφόδια για να εξασφαλιστεί αυτή ακριβώς η ενημέρωση για να προστατευθούν τα έννομα συμφέροντα του κάθε επηρεαζόμενου προσώπου. Το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να ισοδυναμεί ότι έχουν πληγεί τα έννομα συμφέροντα της αιτήτριας λόγω αυτού του τρόπου επίδοσης. Συνεπώς, οι δύο πρώτοι λόγοι έφεσης κρίνονται ως αβάσιμοι και απορρίπτονται. Ως προς τον τρίτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προβάλλονται κυρίως οι θέσεις ότι οι ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ δεν πληρούν τις απαιτούμενες από τον νόμο προϋποθέσεις τύπο και περιεχόμενο και ότι υπάρχει απόκλιση στα ποσά που απαιτούνται και ότι αυτά δεν είναι ξεκάθαρα, ιδίως ως προς τους τόκους και ότι αυτά δεν υποστηρίζονται, το Δικαστήριο επίσης δεν ασπάζεται αυτές τις τοποθετήσεις της αιτήτριας. Συγκεκριμένα, το άρθρο 44Γ
(3)είναι ξεκάθαρο και αποκρυσταλλώνει εξαντλητικά ποια ζητήματα μπορούν να εγερθούν και να αμφισβητηθούν με την διαδικασία της έφεσης. Αναμφίβολα, δεν δύναται να αμφισβητηθεί η νομιμότητα της ειδοποίησης τύπου Ι παρά μόνο η ειδοποίηση τύπου ΙΑ και συνεπώς τα όσα επικαλείται η αιτήτρια αναφορικά με την ειδοποίηση τύπου Ι δεν προσφέρονται προς εξέταση στην παρούσα διαδικασία, έστω και εάν γίνει κάποια αξιολόγηση πιο κάτω ως προς το εγειρόμενο ζήτημα της απόκλισης των ποσών μεταξύ των δύο ειδοποιήσεων, λόγω του ότι και οι δύο πλευρές έθιξαν αυτό το ζήτημα, από την δική τους πάντα οπτική γωνία. Συνεπώς, τα όσα αναφέρει η αιτήτρια περί αμφισβήτησης του αξιούμενου ποσού, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, δεν αποτελούν ζητήματα που μπορούν να εγερθούν με την παρούσα διαδικασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια που να απαιτεί ταύτιση των ποσών που απαιτούνται στις ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ και αυτό άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει. Ο λόγος είναι προφανής. Υπάρχουν τόκοι οι οποίοι καθίστανται απαιτητοί με την πάροδο του χρόνου και λόγω ακριβώς της χρονικής απόκλισης και των προθεσμιών που προνοούνται από την κείμενη νομοθεσία, είναι απολύτως λογικό να έχουν συσσωρευθεί στο διαρρεύσαν διάστημα οι ανάλογοι τόκοι. Αυτό έγινε και στην προκειμένη περίπτωση και η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αποκατέστησε πλήρως τα πραγματικά γεγονότα και ιδίως δια μέσου του τεκμηρίου 10 που επισύναψε και που αιτιολογεί και δικαιολογεί πλήρως αυτήν ακριβώς την απόκλιση. Υιοθέτηση αυτού του λόγου έφεσης θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση από τον οποιονδήποτε πιστωτή να διεκδικήσει δεδουλευμένους τόκους που έχουν συσσωρευθεί στο διαρρεύσαν διάστημα μεταξύ των δύο ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ, πράγμα το οποίο θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του ανάλογου έννομου συμφέροντος και μάλιστα εάν υπήρχε Δικαστική απόφαση προηγουμένως θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του δεδικασμένου. Εν πάση περιπτώσει, οι καθ΄ ων η αίτηση αιτιολόγησαν και δικαιολόγησαν πλήρως, με σαφήνεια και πληρότητα το ποσό το οποίο απαιτούν και πιο συγκεκριμένα μέσα από τις ειδοποιήσεις τύπου Ι και ΙΑ, οι καθ΄ ων η αίτηση ενημέρωσαν επακριβώς την αιτήτρια για το ποσό που απαιτούν, επισυνάπτοντας μάλιστα και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Όπως αποκρυσταλλώθηκε μάλιστα, οι καθ΄ ων η αίτηση απαιτούν λιγότερο επιτόκιο από αυτό που επιδικάστηκε με την απόφαση που εκδόθηκε και που αφορά τις επίδικες παρασχεθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις προς την αιτήτρια με την παράσχεση της επίδικης υποθήκης για το επίδικο μερίδιο του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς, όχι μόνο δεν υπάρχει βλάβη στα έννομα συμφέροντα της αιτήτριας, αλλά οι καθ΄ ων η αίτηση περιόρισαν την απαίτηση τους με την αξίωση επιτοκίου μικρότερου από αυτό που προνοούσε η εκδοθείσα απόφαση, ήτοι από 9% που προνοούσε η απόφαση σε 6,5%. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από τον τύπο και το περιεχόμενο των δύο ειδοποιήσεων, προκύπτει πασίδηλα ότι αυτές είναι σε πλήρη συμμόρφωση με τον τύπο και το περιεχόμενο αυτών που υπάρχουν στο σχετικό παράρτημα του νόμου. Η αμφισβήτηση από πλευράς αιτήτριας σε ότι αφορά το αξιούμενο ποσό, υπήρξε γενική, ασαφής, αόριστη και ατεκμηρίωτη, σε αντίθεση με τους καθ΄ ων η αίτηση με βάση και την πιο πάνω αξιολόγηση. Η θέση της αιτήτριας ότι στην ειδοποίηση τύπου Ι δεν αναγράφεται πουθενά ότι το ποσό κατέστη απαιτητό, πέραν του ότι δεν δύναται να προσβληθεί η ειδοποίηση τύπου Ι όπως πιο πάνω αξιολογήθηκε, παραμένει αναντίλεκτο ότι το ποσό κατέστη απαιτητό με βάση την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι αυτό κατέστη απαιτητό, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι για αυτά τα ποσά έχει ήδη εκδοθεί Δικαστική απόφαση. Συνεπώς και ο τρίτος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο έφεσης, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Όσον αφορά την θέση της αιτήτριας ως προς την απόκλιση που παρατηρείται μεταξύ των δύο ειδοποιήσεων τύπου Ι και ΙΑ ως προς τα απαιτούμενα ποσά, έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση πιο πάνω. Όσον αφορά την θέση της αιτήτριας ότι δεν έχει γίνει επίδοση των ειδοποιήσεων σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η τοποθέτηση της αιτήτριας είναι γενική, ασαφής και αόριστη, διότι δεν προσδιορίζει ποια είναι εκείνα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Εν πάση περιπτώσει, με βάση το άρθρο 44ΙΕ του νόμου 9/65, ενδιαφερόμενο πρόσωπο σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος. Ουδέν στοιχείο ή μαρτυρία ή έστω ένδειξη υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου προς αυτήν την κατεύθυνση που να καταδεικνύει την ύπαρξη ενδιαφερόμενου/ων προσώπου/ων εν τη εννοία του νόμου και συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί τέτοια μη συμμόρφωση από τους καθ΄ ων η αίτηση και σίγουρα δεν περιλαμβάνονται τυχόν συνιδιοκτήτες στην έννοια του νόμου ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Ως προς την θέση της αιτήτριας περί πρόωρης αποστολής της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτήν την τοποθέτηση. Όπως προκύπτει μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 44Γ
(1)του νόμου 9/65, σε συνδυασμό με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν συμμορφωθεί πλήρως με αυτές τις πρόνοιες τις νομοθεσίες, διότι όπως προκύπτει, με την ειδοποίηση τύποι Ι, οι καθ΄ ων η αίτηση ρητά απαίτησαν το αξιούμενο ποσό και έδωσαν προθεσμία 45 ημερών στην αιτήτρια να πληρώσει το εν λόγω ποσό και η ειδοποίηση τύπου Ι επιδόθηκε σε αυτήν στις 11/9/2020. Άφησαν οι καθ΄ ων η αίτηση να παρέλθει η προθεσμία των 45 ημερών, όπου στο μεταξύ η αιτήτρια δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, ούτε προέβη σε οποιανδήποτε ενέργεια που προβλέπει η σχετική νομοθεσία και συνεπώς, μετά από 6 μήνες από την επίδοση της ειδοποίσης τύπου ΙΑ, η αιτήτρια παρέλαβε την ειδοποίηση τύπου ΙΑ, η οποία στάληκε 5 ½ περίπου μήνες μετά την παραλαβή της ειδοποίησης τύπου Ι, ήτοι όλα έγιναν μετά την παρέλευση της προθεσμίας των 45 ημερών που προβλέπει η νομοθεσία. Συνεπώς, και αυτός ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορρίπτεται. Τέλος, παρέμεινε αβάσιμη, γενική, ασαφής, αόριστη και ατεκμηρίωτη η θέση της αιτήτριας ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση - έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας - εφεσείουσας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο