Οικονόμου κ.α. ν. Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγ.: 1191/2011, 21/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1191/2011 Μεταξύ:
- ΧΧΧΧ Οικονόμου, εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Ιορδάνου, εκ Λεμεσού Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ Δημητρίου, εκ Λευκωσίας
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κούκου, εκ Πάφου
- ΧΧΧΧ - ΧΧΧΧ Ψηλογένη, εκ Πάφου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας Εναγόμενων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου Ημερ. 16/10/
- Μεταξύ:
- ΧΧΧΧ Οικονόμου, ως διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων ΧΧΧΧ Χ. Οικονόμου, ΧΧΧΧ Χ. ΧΧΧΧ (Χατζηοικονόμου), ΧΧΧΧ Χ. ΧΧΧΧ (Χατζηοικονόμου), ΧΧΧ Χ. ΧΧΧΧ (Χατζηοικονόμου) και ΧΧΧΧ Χ.ΧΧΧ (Χατζηοικονόμου), εκ Λεμεσού
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Ιορδάνου, εκ Λεμεσού Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ Δημητρίου, εκ Λευκωσίας
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Κούκου, εκ Πάφου
- ΧΧΧΧ - ΧΧΧΧ Ψηλογένη, εκ Πάφου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 21/01/
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Στ. Χαραλάμπους για κ.κ. KARAPATAKIS PAVLIDES LLC. Για τoυς Εναγόμενους αρ. 1, 2 και 3: κ. Παύλος Αγγελίδης για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 4: κα. Ελ. Κυριάκου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή, oυσιαστικά, την ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3309/15.10.10, φυλ./σχ. 35/46, τεμάχιο XXXXX, έκτασης 13044 τ.μ. του χωριού Δρύμου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και την εγγραφή του επ' ονόματι του ενάγοντα αρ. 1 υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX Γ. Οικονόμου (Χατζηοικονόμου). Αξιώνουν επίσης αποζημιώσεις εναντίον όλων των εναγόμενων ύψους €300,000 που αποτελεί την αγοραία αξία του ακινήτου, αποζημιώσεις ύψους €20,000 για απώλεια χρήσης και κάρπωσης του εν λόγω ακινήτου καθώς επίσης και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Περαιτέρω, αξιώνουν την ακύρωση της απόφασης του Ε.Δ. Πάφου στην Αγ. Αρ. 113/10 βάσει της οποίας ενεγράφηκε το επίδικο κτήμα επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 επειδή τούτη εξασφαλίστηκε κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ' ονόματι των εναγόμενων 1 και 2 κατόπιν δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Συνοπτικά ισχυρίζονται τα κάτωθι: - Ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι των αναφερόμενων αποβιωσάντων, των οποίων κληρονόμοι είναι οι ενάγοντες. - Ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ουδεμία σχέση έχουν με τους αποβιώσαντες και ότι ουδέποτε ήταν δικαιούχοι σε εγγραφή του κτήματος επ' ονόματι τους. - Ότι ο εναγόμενος αρ. 3 διορίστηκε διαχειριστής των πιο πάνω αναφερόμενων αποβιωσάντων (περιορισμένη διαχείριση) χωρίς οι ενάγοντες να το γνωρίζουν και χωρίς να τον είχαν εξουσιοδοτήσει. - Ότι στην Αγωγή Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου που καταχώρησαν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 εναντίον εναγόμενου αρ. 3, οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τους πατεράδες τους για λογαριασμό τους στις 22/03/1944 και ο τελευταίος εμφανίστηκε και αποδέχτηκε απόφαση για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ανά ½ μερίδιο και, - Ότι ο εναγόμενος αρ. 4 προχώρησε και το ενέγραψε, αφού προηγουμένως λανθασμένα το είχε καταστήσει διαφιλονικούμενο Οι εναγόμενοι 1 - 3, στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται την απαίτηση των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι ο παππούς των εναγόμενων αρ. 1 και 2 το είχε αγοράσει το 1944 και εκ λάθους δεν μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του. Δείγμα τούτου είναι ότι από τότε ο παππούς των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και ύστερα οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, το χρησιμοποιούσαν και το κατείχαν ανελλιπώς χωρίς ποτέ οι ενάγοντες και/ή οι πρόγονοι τους να διαμαρτυρηθούν και να απαιτήσουν και/ή προσπαθήσουν να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι τους. Οι εναγόμενοι αρ. 1 - 3 προβάλλουν επίσης προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να επιτύχουν στις αξιώσεις τους με την παρούσα αγωγή καθότι δεν ακολούθησαν το ορθό δικονομικό μέτρο για ακύρωση των εν λόγω μεταβιβάσεων. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι οι ενάγοντες όφειλαν να καταχωρήσουν αίτηση για προσβολή της διαχείρισης στην οποία διορίστηκε διαχειριστής ο εναγόμενος αρ. 3, αν θεωρούν ότι αυτό έγινε παράνομα. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η αξίωση τους έχει παραγραφεί δυνάμει των προνοιών των άρθρων 9 και 12 - 15 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν. 66(Ι)/2012). Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η εγγραφή του επίδικου ακινήτου έγινε από το Κτηματολόγιο κατόπιν προσκόμισης δικαστικού διατάγματος από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου και το οποίο δεν προσβλήθηκε με οποιοδήποτε δικαστικό διάβημα από τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος αρ. 4 με τη δική του Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλει προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, παράτυπα και/ή αντικανονικά περιλήφθηκε ως διάδικος στην παρούσα αγωγή και ότι αυτή αφορά ιδιωτική διαφορά μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων αρ. 1, 2 και
- Ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο εναγόμενος αρ. 4 ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο διεκδικήθηκε από τον εναγόμενο αρ. 1 δυνάμει κατοχής και/ή κληρονομιάς και διανομής (αρ. Φακ. Α823/04) και ότι η εναγόμενη αρ. 2 προέβαλε ένσταση ισχυριζόμενη ότι το ½ μερίδιο της ανήκει. Η ενάγουσα αρ. 2 επίσης ζήτησε την εγγραφή μεριδίου του επίδικου ακινήτου δυνάμει κατοχής και κληρονομιάς και διανομής (αρ. Φακ. 205/08). Ακολούθησε επιτόπια έρευνα και τόσο οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 όσο και η ενάγουσα αρ. 2 ειδοποιήθηκαν από το Κτηματολόγιο ότι δεν θα προχωρούσε με την έκδοση τίτλου εκτός αν προσκομιζόταν σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου καθότι εκκρεμούσαν αξιώσεις και/ή ενστάσεις επί της περιουσίας από τα πιο πάνω πρόσωπα. Ο εναγόμενος αρ. 4, ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι η εγγραφή του επίδικου ακινήτου έγινε κατόπιν αιτήσεως και παρουσίασης προς το Κτηματολόγιο δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος αρ. 4 ότι η εν λόγω εγγραφή έγινε νόμιμα και χωρίς οποιαδήποτε παρατυπία από το Κτηματολόγιο και ζητεί την απόρριψη της αγωγής εναντίον του. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγόμενων, οι ενάγοντες ουσιαστικά υπεραμύνονται των θέσεων τους και της ορθότητας του δικονομικού μέτρου που έλαβαν για την ακύρωση της εγγραφής του ακινήτου. Απορρίπτουν επίσης τις προδικαστικές ενστάσεις των παραγράφων αρ. 2 και 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων αρ. 1 - 3 και ισχυρίζονται ότι αυτές παράτυπα προστέθηκαν μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης τους χωρίς να ζητηθεί διάταγμα τροποποίησης της. Ισχυρίζονται επίσης ότι λανθασμένα το Κτηματολόγιο αποφάσισε ότι το επίδικο κτήμα ήταν διαφιλονικούμενο εφόσον αυτό καλυπτόταν από τίτλο ιδιοκτησίας. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης των εναγόντων, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις
(3)μάρτυρες και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Παναγή (Μ.Ε.1), ο κ. XXXXX Οικονόμου (Μ.Ε.2) και ο κ. XXXXX Γερμανός (Μ.Ε.3). Για λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 1 - 3 κατέθεσε ο εναγόμενος αρ. 1 (Μ.Υ.1 εναγόμενων αρ. 1-3) ενώ για λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 4, κατέθεσαν δύο
(2)μάρτυρες και συγκεκριμένα ο κ. XXXXX Ευσταθίου (Μ.Υ.1 εναγόμενου αρ. 4) και ο κ. XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Υ.2 εναγόμενου αρ. 4). Κατατέθηκαν επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου 27 συνολικά τεκμήρια. Να αναφερθεί επίσης ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός η αξία του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα ότι αυτό κατά το έτος 2011 άξιζε €150,000 ενώ η σημερινή του αξία ανέρχεται στα €80,
- Εν όψει τούτου, το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί περαιτέρω με τη μαρτυρία του κ. XXXXX Γερμανού (Μ.Ε.1) και του κ. XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Υ.2 εναγόμενου αρ. 4), οι οποίοι καταθέσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως εκτιμητές για το ζήτημα της αξίας του επίδικου ακινήτου και μόνο. Πέραν των πιο πάνω, ολόκληρη η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί. Θα αναφερθώ κατωτέρω σε αυτή και στο μέρος της που αφορά τα αμφισβητούμενα δικογραφημένα γεγονότα για να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις των μερών. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι πλείστα εκ των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ειδικά αυτά που οδήγησαν στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή προκύπτουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία και από τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Τα εν λόγω γεγονότα έχουν ως εξής: -To κτήμα με αρ. τεμαχίου XXXXX, ΦΥΛ/ΣΧ. 35/46, του χωριού Δρύμου (από τώρα και στο εξής το «επίδικο ακίνητο») ενεγράφη στις 08/02/1938 επ΄ ονόματι του Γεώργιου Οικονόμου δυνάμει αριθμού εγγραφής XXXXX. -Στη συνέχεια και μετά από επιτόπια έρευνα που πραγματοποιήθηκε στις 05/07/1944 το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ' ονόματι των XXXXX, XXXXX, XXXXX, XXXXX και XXXXX Γ. Οικονόμου (Χατζηοικονόμου) (από τώρα και στο εξής «οι αποβιώσαντες») ανά 1/5 μερίδιο έκαστος δυνάμει κληρονομιάς με αριθμό εγγραφής 3309/23.07.
- -Ο εναγόμενος αρ. 1 με την αίτηση του με αρ. Φακ. Α823/04 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, ζήτησε την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του, δυνάμει κληρονομιάς και διανομής, παρουσιάζοντας Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Δρύμου ημερομηνίας 20/09/2004 (βλ. τεκμήριο 2) το οποίο πιστοποιούσε ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον XXXXX Ιωάννου Χριστοδούλου, μετά από δημόσιο πλειστηριασμό του 1944 και το οποίο κατείχε μέχρι τις 12/03/1993, ημερομηνία θανάτου του και ότι ακολούθως, αυτό περιήλθε στην κατοχή του εναγόμενου αρ. 1, μοναδικού κληρονόμου του, δυνάμει διαθήκης αρ. 950/84 και το κατέχει ανελλιπώς μέχρι σήμερα. - Η εναγόμενη αρ. 2 καταχώρησε την Αίτηση με αρ. Φακ. 130/06 με την οποία διεκδικούσε το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου, την οποία εν τέλει απέσυρε. Ακολούθως, με επιστολή της προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου ημερομηνίας 08/03/2008 (βλ. τεκμήριο 4) πρόβαλε ένσταση στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου αρ. 1, ισχυριζόμενη ότι το ½ μερίδιο του της ανήκει. - Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου, με το πιστοποιητικό του ημερομηνίας 13/05/2008 (βλ. τεκμήριο 10), το οποίο κατατέθηκε στο Φακ. Αρ. 823/04 πιστοποίησε ότι το επίδικο ακίνητο είναι διαφιλονικούμενο μεταξύ των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και αναίρεσε κάθε πιστοποιητικό το οποίο δόθηκε. - Η ενάγουσα αρ. 2 με την αίτηση της με αρ. Φακ. 205/08 προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου (βλ. τεκμήριο 5), ζήτησε επίσης την εγγραφή του 1/5 μεριδίου του επίδικου ακινήτου ως η μοναδική κληρονόμος της αποβιώσασας XXXXX Γεωργίου Οικονόμου (Χατζηοικονόμου), μετά που εξασφάλισε πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου ημερομηνίας 13/02/
- -Μετά από τα πιο πάνω ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου πραγματοποίησε επιτόπια έρευνα η οποία έλαβε χώρα στις 08/09/
- -Ακολούθως, ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου, προχώρησε στην έκδοση Πιστοποιητικού ημερομηνίας 01/10/2008 (βλ. τεκμήριο 23). Συμφώνως του εν λόγω πιστοποιητικού, ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου βεβαίωνε ότι το επίδικο ακίνητο έπρεπε να εγγραφεί επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ανά ½ μερίδιο έκαστος. -Στις 21/10/2008 ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου, ενημέρωσε με επιστολή του τον εναγόμενο 1, με κοινοποίηση στην ενάγουσα 2 καθώς και την εναγόμενη 2, ότι δεν θα προχωρούσε με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου και έκδοση τίτλου καθότι αυτό διεκδικείται από άλλα πρόσωπα, εκτός αν προσκομίσει διάταγμα του Δικαστηρίου (βλ. τεκμήριο 24). Η ίδια επιστολή αποστάληκε και στην ενάγουσα αρ. 2, με κοινοποίηση στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 (βλ. τεκμήριο 11). - Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λεμεσού τις Αιτήσεις με αρ. 471/09 - 475/09 (βλ. τεκμήρια 12 α) - ε)), ήτοι μια για τον καθένα αποβιώσαντα εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του επίδικου κτήματος και εξασφάλισαν διατάγματα περιορισμένων εγγράφων διαχείρισης (Limited grant) (βλ. τεκμήρια 17 α) - ε)) με τα οποία διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων ο εναγόμενος αρ. 3, αφού προηγήθηκε η συγκατάθεση του, με σκοπό την έγερση αγωγής εναντίον της περιουσίας των αποβιωσάντων. Ο εναγόμενος αρ. 3 ουδεμία σχέση έχει με τους αποβιώσαντες. Αντιθέτως, αυτός είναι συγγενής της εναγόμενης αρ.
- - Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν την Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου εναντίον του εναγόμενου αρ. 3, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων (περιορισμένη διαχείριση), αξιώνοντας την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους ανά ½ μερίδιο έκαστος. Στην εν λόγω Αγωγή, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο ακίνητο κατά ή περί τις 22/03/1944, δυνάμει σχετικής συμφωνίας, πωλήθηκε από τους αποβιώσαντες στους εκεί ενάγοντες και εδώ εναγόμενους αρ. 1 και 2, οι οποίοι αντιπροσωπεύονταν αντίστοιχα από τον Σταυρινό Ιωάννου, πατέρα του ενάγοντα αρ. 1 και τον Ιωάννη Κούκο, πατέρα της ενάγουσας αρ. 2 ανά ½ μερίδιο έναντι του ποσού των £36, το οποίο καταβλήθηκε προς πλήρη εξόφληση. Οι αποβιώσαντες ανέλαβαν όπως εντός ευλόγου χρόνου μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο και ταυτόχρονα παράδωσαν την κατοχή του στους ενάγοντες, οι οποίοι, περαιτέρω ισχυρίστηκαν ότι το κατείχαν και το καρπούνταν συνεχώς και αδιαφιλονίκητα. Παρά τις οχλήσεις εκ μέρους των εναγόντων οι αποβιώσαντες παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να το μεταβιβάσουν επ' ονόματι τους (βλ. τεκμήριο 8). - Στις 29/06/2010 ο εναγόμενος 3 στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο διατασσόταν η εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ανά ½ μερίδιο έκαστος (βλ. τεκμήριο 13). - Στις 27/09/2010 προσκομίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου αίτηση εκ μέρους των εναγόμενων αρ. 1 και 2, ημερομηνίας 10/09/2010, η οποία υπεγράφετο από τον δικηγόρο κ. XXXXX Τσιαπαλή, δια της οποία προσκομίζετο διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου για εγγραφή του επίδικου ακινήτου ανά ½ μερίδιο στους εναγόμενους αρ. 1 και
- Επιπρόσθετα, προσκομίσθηκε κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης καθώς και τα τηρηθέντα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/06/2010 στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου (βλ. τεκμήριο 26). - Κατόπιν τούτου, στις 15/10/2010 διενεργήθηκε η εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ανά ½ μερίδιο έκαστος, αφού είχε ανοιχθεί ο φάκελος με αρ. Α643/
- - Ο ενάγοντας αρ. 1 είναι ο διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων, δυνάμει διαχειριστικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν από το Ε.Δ. Λεμεσού στις Αιτήσεις Αρ. 251/10, 253/10, 255/10, 308/10 και 66/78 (βλ. τεκμήρια 7 α) - ε)). Πέραν των πιο πάνω γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων, προκύπτει να υπάρχει διάσταση θέσεων αναφορικά με το δικαίωμα των εναγόμενων αρ. 1 και 2 να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου ανά ½ μερίδιο έκαστος δυνάμει αγοράς και κατοχής και διανομής και για τη διαδικασία που ακολούθησε το Επαρχιακό Κτηματολόγιο για να εγγράψει το εν λόγω ακίνητο επ' ονόματι τους καθώς επίσης και για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους εναγόμενους 1 - 3 στο να εξασφαλίσουν την απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. Επί των πιο πάνω γεγονότων παρουσιάστηκε, συνοπτικά, η κάτωθι μαρτυρία από τους διαδίκους. Ο Μ.Ε.1, ο οποίος ανάφερε ότι εργάστηκε ως Κτηματολογικός Λειτουργός στο Κτηματολόγιο Λεμεσού από το 1981 μέχρι τον Αύγουστο του 2020 που αφυπηρέτησε και κατείχε τη θέση του Βοηθού Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού, εξέτασε όλους τους σχετικούς φακέλους της παρούσας υπόθεσης και όλη τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και
- Ο μάρτυρας αυτός απέρριψε τη θέση που προβάλλει ο εναγόμενος αρ. 1 και ισχυρίστηκε και στην Αίτηση του για εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα του (φακ. Αρ. Α823/04), ότι δηλαδή το επίδικο κτήμα αγοράστηκε από τον Σταυρινό Ιωάννου σε δημόσιο πλειστηριασμό το
- Από τη μελέτη όλων των φακέλων, είπε, δεν διαπίστωσε ότι το κτήμα τέθηκε προς πώληση σε διαδικασία δημόσιου πλειστηριασμού. Με βάση των έντυπο Ν63 (βλ. τεκμήριο 1) στις 05/07/1944 έγινε επιτόπια έρευνα και διαπιστώθηκε ότι δικαιούχοι προς εγγραφή του επίδικου ακινήτου ήταν οι αποβιώσαντες ανά 1/5 μερίδιο έκαστος και δεν ήταν δυνατό ο τότε Κοινοτάρχης να μην γνώριζε ότι το επίδικο κτήμα είχε αγοραστεί από τους παππούδες των εναγόμενων και να θέτει την σφραγίδα του επί του σχετικού εντύπου συμφωνώντας ότι αυτό άνηκε στους αποβιώσαντες. Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι ο εν λόγω XXXXX Ιωάννου καταχώρησε το 1984 την αίτηση αρ. Α573/84 η οποία συνοδευόταν από το πιστοποιητικό της χωρητικής αρχής σύμφωνα με το οποίο ο XXXXX Ιωάννου αγόρασε ολόκληρο το επίδικο κτήμα από τον Τάκη Γ. Οικονόμου ο οποίος ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά το 1/5 μερίδιο για το ποσό των £
- Στη συνέχεια ο Σταυρινός απέσυρε την αίτηση του (βλ. τεκμήριο 3). Συνεχίζοντας, ο μάρτυρας είπε ότι κατ' αντίθεση με τα πιο πάνω, ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι ολόκληρο το επίδικο αγοράστηκε το 1944 σε δημόσιο πλειστηριασμό από τον Σταυρινό Ιωάννου. Στην Αγ. Αρ. 113/10 επίσης οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ισχυρίζονται ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τους ίδιους και στην πώληση αντιπροσωπεύονταν από τους πατεράδες τους. Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι η εναγόμενη αρ. 2 έφερε ένταση στην αίτηση του εναγόμενου αρ. 1 για εγγραφή επ' ονόματι του ολόκληρου του ακινήτου ισχυριζόμενη ότι το ½ μερίδιο της ανήκει και καταχώρησε την αίτηση με αρ. Α130/06 για να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια αλλά στη συνέχεια την απέσυρε. Ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου με το πιστοποιητικό του ημερομηνίας 13/05/2008 πιστοποίησε ότι το επίδικο κτήμα είναι διαφιλονικούμενο μεταξύ εναγόμενων αρ. 1 και
- Όλα τα πιο πάνω αναφέρει οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε πωλήθηκε από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες τους σε οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το Κτηματολόγιο ενέργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του αποφασίζοντας ότι το επίδικο ακίνητο ήταν διαφιλονικούμενο. Όφειλε, αναφέρει, το Κτηματολόγιο να ενημερώσει τον εναγόμενο αρ. 1 ότι η αίτηση του απορρίπτεται επειδή το επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι των αποβιωσάντων. Είχε υποχρέωση το Κτηματολόγιο συνεχίζει, μετά που η ενάγουσα αρ. 2 εξασφάλισε πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων της αποβιώσασας μητέρας της XXXXX Γ. Οικονόμου (Χατζηοικονόμου) που ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/5 μεριδίου του επίδικου κτήματος και ανοίχθηκε ο φάκελο με αρ. Α205/08, να προχωρήσει στην εγγραφή του μεριδίου στο όνομα της δυνάμει κληρονομίας. Λανθασμένα επίσης ο Κτηματολογικός Λειτουργός διεξήγαγε επιτόπια έρευνα γιατί η εγγραφή του επίδικου κτήματος βασιζόταν στο εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο. Επίσης, λανθασμένα ζήτησε διάταγμα του Δικαστηρίου για την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επειδή αυτό είναι διαφιλονικούμενο. Η πιο πάνω λανθασμένη θέση του Κτηματολογίου είχε ως αποτέλεσμα, αναφέρει ο μάρτυρας, να δώσει την ευκαιρία στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 να προχωρήσουν με τον διορισμό διαχειριστή (περιορισμένη διαχείριση) και ακολούθως να προχωρήσουν με την Αγ. Αρ. 113/10, να εκδώσουν σχετικό διάταγμα και να πετύχουν την εγγραφή επ' ονόματι τους. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι ακόμη και με την παρουσίαση του σχετικού διατάγματος, το Κτηματολόγιο δεν έπρεπε να προχωρήσει με την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 γιατί με βάση αυτό δεν διατασσόταν ο Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου να το εγγράψει. Όφειλε, αναφέρει, να ζητήσει περαιτέρω οδηγίες από το Δικαστήριο ως ο θεματοφύλακας για την προστασία των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών. Η πράξη αυτή, επίσης, ισχυρίζεται ότι αντιβαίνει των προνοιών του Άρθρου 9 του Κεφ. 224 και οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και/ή διαχειριστής τους, ενάγοντας αρ. 1 δεν ήταν διάδικοι στην Αγ. Αρ. 113/
- Περαιτέρω, ο Κτηματολογικός Λειτουργός δεν έπρεπε να κάνει αποδεκτή την αίτηση για την εγγραφή του επίδικου κτήματος επειδή τούτη δεν έγινε από τον «προσωρινό» διαχειριστή όπως αναφερόταν στην απόφαση του Δικαστηρίου αλλά έγινε από τον δικηγόρο των εναγόμενων αρ. 1 και
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι με βάση το Νόμο και τη νομολογία, εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία προστατεύεται και μετά το θάνατο παραμένει αλώβητη και διαβιβάζεται στους νόμιμους κληρονόμους. Επικαλέστηκε επίσης σχετική Εγκύκλιο του Διευθυντή του Κτηματολογίου την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 14). Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1 - 3, του υποδείχθηκε μεταγενέστερο πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας Δρύμου ημερομηνίας 01/10/2004 (βλ. τεκμήριο προς αναγνώριση Α) το οποίο ο μάρτυρας είπε ότι παρέλειψε να το βρει στο φάκελο αλλά αυτό δεν θα ήταν το τελευταίο. Είπε επίσης ότι από την έρευνα του δεν διαπίστωσε να υπήρχε οποιαδήποτε ενέργεια είτε προς το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση με την οποία διατασσόταν η εγγραφή του επίδικου ακινήτου, είτε προς το Κτηματολόγιο που να τους εμποδίζει να προβούν στην εγγραφή. Η θέση του όμως ήταν ότι κακώς έγινε η μεταβίβαση διότι δεν υπήρχε καμία δήλωση του διαχειριστή, που ήταν αυτός που διατασσόταν να προβεί στη μεταβίβαση και δεν υπήρχαν απαλλακτικά των φόρων. Του υποδείχτηκε το τεκμήριο προς αναγνώριση Α στο οποίο αναφέρεται ότι όλοι οι φόροι καταβάλλονταν από τον Σταυρινό Ιωάννου από το 1944 μέχρι το 1993 που απεβίωσε και μετά από τον εναγόμενο αρ. 1 για το επίδικο ακίνητο. Είπε επίσης ότι ο ίδιος δεν πήγε για να αναζητήσει τους Κοινοτάρχες ή άλλα πρόσωπα και να διερευνήσει κατά πόσο έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη πώληση. Δεν χρειαζόταν είπε να κάνει τέτοια έρευνα διότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι των αποβιωσάντων. Κανένας είπε μπορεί να αποκτήσει παραγραφικά δικαιώματα επί εγγεγραμμένης ακίνητης ιδιοκτησίας. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του εναγόμενου αρ. 4, ο μάρτυρας είπε ότι κατά την άποψη του ορθά είναι διάδικος το Κτηματολόγιο στην παρούσα διαδικασία, αν και συμφώνησε ότι αφορά ιδιωτική διαφορά. Και τούτο είπε, διότι είναι λόγω των ενεργειών του Κτηματολογίου που προέκυψε αυτή η υπόθεση. Είπε ότι ορθά το Κτηματολόγιο αποδέχθηκε την Αίτηση του εναγόμενου αρ. 1 και ορθά, στην πορεία όταν προέκυψε και η Αίτηση της ενάγουσας 2 αλλά και η ένσταση της εναγόμενης 2, προχώρησε σε επιτόπια έρευνα. Το λάθος είπε ήταν η μετέπειτα διαδικασία. Έπρεπε να ενημερωθούν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ότι η Αίτηση τους δεν μπορούσε να προχωρήσει διότι υπήρχε τίτλος και θα μπορούσαν να κινηθούν εναντίον των ιδιοκτητών. Όφειλε όμως να προχωρήσει στην μεταγραφή στην ενάγουσα αρ. 2, που ήταν η κληρονόμος του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αναφορικά με τη διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 μετά την προσκόμιση του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας είπε ότι αυτή δεν έπρεπε να προχωρήσει καθότι δεν υπήρχε δήλωση του προσώπου που διατασσόταν στο διάταγμα να μεταβιβάσει και δεν παρουσιάστηκαν όλα τα φοροαπαλλακτικά. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο ενάγοντας αρ. 1, ο οποίος ουσιαστικά επανέλαβε τα γεγονότα τα οποία ανάφερε και ο Μ.Ε.
- Κατάθεσε περαιτέρω πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας ημερομηνίας 14/04/2010 στο οποίο φαίνονται ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου οι αποβιώσαντες (βλ. τεκμήριο 15) και αντίγραφο πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 17/10/2003 μεταξύ του εναγόμενου αρ. 1 και μιας εταιρείας με το οποίο φαίνεται να συμφωνείται η πώληση και του επίδικου ακινήτου εκ μέρους του ως ιδιοκτήτη (βλ. τεκμήριο 19) όταν διεκπεραιωθεί η μεταβίβαση επ' ονόματι του. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των εναγόμενων αρ. 1-3 είπε ότι δεν πήγε ποτέ ο ίδιος ως διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων στο χωριό Δρύμου για να διερευνήσει την ιδιοκτησιακή ιστορία του επίδικου ακινήτου διότι δεν χρειαζόταν, κατά τη θέση του, εφόσον οι αποβιώσαντες ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες. Είπε ότι δεν γνωρίζει αν κάποιος από τους ιδιοκτήτες πλήρωσε οποιοδήποτε φόρο προς το Κοινοτικό Συμβούλιο Δρύμου αλλά σίγουρα, είπε, αν υπήρχαν οποιεσδήποτε φορολογίες θα πληρώνονταν. Είπε επίσης ότι δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία κατά πόσο οι εναγόμενοι επηρέασαν τον Κτηματολογικό Λειτουργό με οποιοδήποτε ψέμα για να γίνει η μεταβίβαση. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του εναγόμενου αρ. 4, ο μάρτυρας είπε ότι το πρόβλημα προέκυψε τόσο στη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Δικαστήριο όσο και στη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Κτηματολόγιο. Υπάρχουν από τη μια τα ψέματα και ο δόλος των εναγόμενων 1 - 3 και από την άλλη τα διάφορα λάθη και παραλείψεις του Κτηματολογίου. Ο εναγόμενος αρ. 1 στη μαρτυρία του είπε ότι ο XXXXX Ιωάννου το 1944 αγόρασε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο. Ιδιοκτήτης του κτήματος εν τω μεταξύ είχε γίνει ο XXXXX Γ. Οικονόμου, διότι ο πατέρας του XXXXX Οικονόμου είχε αποβιώσει. Ο XXXXX Οικονόμου δεν αποκάλυψε ότι ο τίτλος βρισκόταν στον ίδιο και τα αδέλφια του και όχι στον πατέρα του XXXXX Οικονόμου. Προς απόδειξη τούτου κατάθεσε στο Δικαστήριο Πιστοποιητικό του τότε Κοινοτάρχη Δρύμου ημερομηνίας 19/05/1989 (βλ. τεκμήριο 21). Το 1974 ο XXXXX Ιωάννου διαπίστωσε ότι αν και αγόρασε ολόκληρο το επίδικο κτήμα του είχε μεταβιβαστεί μόνο το 1/5 μερίδιο, επειδή αυτό είχε μεταβιβαστεί ανά 1/5 μερίδιο στα παιδιά του XXXXX Οικονόμου, τους αποβιώσαντες. Περαιτέρω, ο XXXXX Ιωάννου προσπάθησε το 1974 να αποκτήσει όλο το κτήμα που αγόρασε πλην όμως παγοποίησε τις προσπάθειες του λόγω έλλειψης συνεργασίας από τα τέκνα του XXXXX Οικονόμου που είχαν διαφορές μεταξύ τους και δεν έδειχναν συνεργασία για τη μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα του. Ο XXXXX Ιωάννου εκμεταλλευόταν το κτήμα μέχρι το 1974 ως αμπέλι. Τούτο καταγράφεται στο Πιστοποιητικό Καταγραφής του Υπουργείου Γεωργίας ημερομηνίας 05/03/1974 το οποίο επιβεβαιώνει ότι το ακίνητο ήταν αμπελώνας (βλ. τεκμήριο 22). Ο μάρτυρας επίσης αναφέρθηκε σε μια συνομιλία που είχε στην κλινική του XXXXX Γ. Οικονόμου, γυναικολόγου, όταν σε αυτή νοσηλευόταν η μητέρα του. Ο εν λόγω XXXXX Γ. Οικονόμου, του είπε χαρακτηριστικά: «..είδες με ποια προβλήματα πρέπει να ασχολείται ο άνθρωπος, πρέπει να ξέρεις ότι με τις Λίρες που πήραμε από το XXXXX Ιωάννου καταφέραμε και αποκατασταθήκαμε οικονομικά. Έτσι έγινα εγώ γιατρός - γυναικολόγος ..» Σύμφωνα με το μάρτυρα, από την πιο πάνω κουβέντα, βγαίνει το καθαρό συμπέρασμα ότι ο XXXXX Ιωάννου είχε αγοράσει ολόκληρο το τεμάχιο και όχι το 1/
- Κατόπιν τούτου, ο μάρτυρας είπε ότι ως ο μοναδικός κληρονόμος του XXXXX Ιωάννου κατάθεσε αίτηση για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του δυνάμει διαθήκης. Αργότερα και μετά την ένσταση της εναγόμενης αρ. 2, ανακάλυψε ότι ο XXXXX Ιωάννου μπορούσε να διαθέσει με διαθήκη μόνο το ½ της περιουσίας που αγόρασε, διότι όπως φαίνεται στο τεκμήριο 24 το οποίο κατάθεσε, το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε ανά ½ μερίδιο από τον XXXXX Ιωάννου και τον XXXXX Κούκου. Να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι το τεκμήριο 24 είναι επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 21/10/2008 που τον ενημερώνει ότι δεν μπορεί να εκδοθεί τίτλος επ' ονόματι του στα πλαίσια της αίτησης του με αρ. Φακ. 823/04 καθότι το ακίνητο διεκδικείται και από άλλα πρόσωπα, εκτός και αν προσκομιστεί διάταγμα του Δικαστηρίου. Εν όψει τούτου, ο εναγόμενος αρ. 1 ανάφερε ότι απέσυρε την αίτηση του για εγγραφή επ' ονόματι του ολόκληρου του επίδικου τεμαχίου και δέχθηκε να μεταβιβαστεί το ½ της περιουσίας στην εναγόμενη αρ.
- Όμως το Κτηματολόγιο, παρόλο που επιθεώρησε το Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη του χωριού Δρύμου ημερομηνίας 01/10/2008 (πρόκειται για το τεκμήριο προς αναγνώριση Α, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο το πρωτότυπο και σημειώθηκε ως τεκμήριο 23) με την επιστολή του ημερομηνίας 21/10/2008 (βλ. τεκμήριο 24) θεώρησε ότι δεν μπορούσε να προβεί στην εγγραφή του ακινήτου ανά ½ μερίδιο στον ίδιο και στην εναγόμενη αρ.
- Συνεχίζοντας, ο εναγόμενος αρ. 1 ανάφερε ότι είχε προηγηθεί επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο στην οποία παρέστησαν, εκτός από τον ίδιο και την εναγόμενη αρ. 2, η XXXXX Ιορδάνους από την Λεμεσό, η δικηγόρος XXXXX Φρυδά από τη Λεμεσό, ο XXXXX Ιωάννου πρώην Κοινοτάρχης του χωριού Δρύμου και ο XXXXX Σάββα Στεφάνου, 83 ετών από την Δρύμου, που γνώριζε την πράξη και που φαίνεται να είχε γεννηθεί το
- Μετά από την άρνηση του Κτηματολογίου να κάνει την εγγραφή, εγέρθηκε η Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου όπου διάδικοι ήταν ο ίδιος και η εναγόμενη αρ. 2 ως ενάγοντες και εναγόμενος αρ. 3 ως ο διαχειριστής της περιουσίας όλων των παιδιών του XXXXX Οικονόμου, στην οποία εκδόθηκε διάταγμα για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εκεί εναγόντων ανά ½ μερίδιο έκαστος. Είναι ισχυρισμός του εναγόμενου αρ. 1 ότι τόσο κατά τη διάρκεια όπου δικαιούχος του επίδικου ακινήτου ήταν ο XXXXX Ιωάννου, όσο και από τον καιρό που ο ίδιος και η εναγόμενη αρ. 2 έγιναν ιδιοκτήτες, τα σχετικά τέλη, φόροι και δικαιώματα τοπικών και κρατικών αρχών καταβάλλονταν από τον Σταυρινό Ιωάννου και μετά την τιτλοποίηση επ΄ονόματι του και της εναγόμενης αρ. 2, από τους ίδιους μέχρι σήμερα. Στην πορεία της τιτλοποίησης του επίδικου ακινήτου, ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίστηκε ότι κανένας δόλος, κόλπο, παρατυπία ή έμμεσο τρικ υιοθετήθηκε ούτε από τον Σταυρινό Ιωάννου, ούτε από τον ίδιο και την εναγόμενη αρ. 2, αλλά ούτε και από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό του Κτηματολογίου Πάφου. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των εναγόντων, ο εναγόμενος αρ. 1, είπε ότι ο XXXXX Ιωάννου δεν ήταν ο πατέρας του και ότι ο πατέρας του ήταν ο XXXXX Σάββα. Ο εναγόμενος αρ. 1 παραπέμφθηκε στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου (βλ. τεκμήριο 4) όπου υπάρχει ισχυρισμός ότι στις 22/03/1944 οι αποβιώσαντες δυνάμει σχετικής συμφωνίας πώλησαν στους εδώ εναγόμενους αρ. 1 και 2 και εκεί ενάγοντες οι οποίοι αντιπροσωπεύονταν από τον XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκου το επίδικο ακίνητο ανά ½ μερίδιο και ερωτήθηκε κατά πόσο έχει αυτή τη συμφωνία με το μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Επίσης, είπε ότι τα όσα αναφέρονται για τη συμφωνία και το τίμημα πώλησης σε εκείνη την αγωγή, τα γνωρίζει από τον ίδιο τον XXXXX Ιωάννου και από την συζήτηση που ανάφερε ότι έγινε στην κλινική του κ. Κλείτου. Ο εναγόμενος αρ. 1 είπε επίσης ότι δεν γνώριζε τους κληρονόμους των αποβιωσάντων για να τους ζητήσει την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Του υποδείχθηκε το τεκμήριο 6, το οποίο είναι ένας κατάλογος με τους κληρονόμους των αποβιωσάντων που κατάθεσε στο Κτηματολόγιο ο ίδιος και είπε ότι αυτόν τον έστειλε στο Κτηματολόγιο διότι του τον ζήτησαν και ήταν όλες οι πληροφορίες που μπόρεσε και εξασφάλισε. Τις πληροφορίες αυτές τις πήρε από την κυρία XXXXX Κλείτου Οικονόμου, κόρη του XXXXX Οικονόμου και η ίδια δεν ήταν ούτε σίγουρη για το ποιοι ήταν ακριβώς οι κληρονόμοι. Ούτε ο ίδιος μπορούσε να είναι σίγουρος ποιοι είναι οι κληρονόμοι για να τους ζητήσει να του μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο. Δεν απέστειλε επιστολή στους κληρονόμους διότι δεν γνώριζε ποιοι ήταν και ούτε το έπραξε αυτό τουλάχιστον και σε σχέση με την εν λόγω XXXXX, διότι σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολούθησε στο Κτηματολόγιο δεν έπρεπε να αποστείλει τέτοια επιστολή. Ο εναγόμενος αρ. 3 που διορίστηκε διαχειριστής (περιορισμένη διαχείριση) είναι συγγενής με την εναγόμενη αρ. 2 και δεν έχει καμία σχέση με τους αποβιώσαντες. Τις διαδικασίες αυτές όμως είπε ότι τις έκανε ο δικηγόρος τους. Είπε περαιτέρω ότι ο XXXXX Ιωάννου δεν ήταν ο παππούς του όπως αναφέρεται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης του αλλά ήταν ξάδελφος του παππού του. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος αρ. 1 ανάφερε ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον XXXXX Ιωάννου μαζί με τον XXXXX Κούκου κατ' αντίθεση με το πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη, τεκμήριο 2 το οποίο παρουσίασε στο Κτηματολόγιο στα πλαίσια της Αίτησης του για να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ολόκληρου του ακινήτου. Υπήρξε παρεξήγηση είπε στο όλο θέμα από τον Κοινοτάρχη καθότι το τεμάχιο μοιράστηκε στη μέση και είχε την εντύπωση ότι αυτό που κατείχε ο XXXXX ήταν το όλο μερίδιο. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρ. 1 είπε ότι γύρω από το επίδικο τεμάχιο ο ίδιος κατείχε γύρω στις 30 σκάλες και τον πλησίασαν αγοραστές οι οποίοι ήθελαν να αγοράσουν και το επίδικο τεμάχιο. Γι αυτό προχώρησε με τη σύναψη της συμφωνίας, τεκμήριο 19 με σκοπό να τον δεσμεύσουν όταν θα αποκτήσει τίτλο και για το επίδικο τεμάχιο για να έχουν τον πρώτο λόγο. Είπε επίσης ότι δεν γνωρίζει τί έγινε κατά την αγορά του επίδικου ακινήτου το 1944 και κατά πόσο ήταν αδύνατο να πωληθεί σε πλειστηριασμό το όλο μερίδιο από τον XXXXX Οικονόμου, αφού ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ανά 1/5 μερίδιο. Σε άλλο σημείο είπε ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τον Σταυρινό Ιωάννου από τον XXXXX Οικονόμου. Όταν κίνησε την Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου, δεν περιέλαβε την XXXXX Παναγιώτη Ιορδάνου, κληρονόμο, ως εναγόμενη καθότι τις διαδικασίες αυτές τις χειρίστηκε ο δικηγόρος του. Ο εναγόμενος αρ. 1 είπε ότι διεκδικεί το επίδικο ακίνητο, κατά πρώτο λόγο, διότι αυτό αγοράστηκε και πληρώθηκαν οι ενάγοντες και η κατοχή του είναι δευτερεύον στοιχείο. Ο Μ.Υ.1 του εναγόμενου αρ. 4 ανάφερε ότι είναι Κτηματολογικός Γραφέας και μεταξύ των ημερομηνιών 04/10/2004 - 21/10/2019 ήταν τοποθετημένος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Ανάφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω προσωπικού χειρισμού και εξέτασης της κατά το στάδιο διεξαγωγής της επιτόπιας έρευνας καθώς επίσης και από ενημέρωση και πληροφόρηση που είχε από την μελέτη του περιεχομένου των υπηρεσιακών φακέλων Α1656/43, Α573/84, Α823/04, Α130/06 και Α643/
- Ο μάρτυρας αυτός ουσιαστικά στην μαρτυρία του, πέραν του ιστορικού της υπόθεσης το οποίο αποτέλεσε κοινό έδαφος και αναφέρθηκε ανωτέρω, υπεραμύνθηκε της ορθότητας των χειρισμών του Κτηματολογίου. Αποτελεί πάγια και καθιερωμένη πρακτική ότι ενόσω εκκρεμούν ενστάσεις για αξιώσεις τίτλου και από άλλα πρόσωπα πάνω σε μια περιουσία, το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κωλύεται να προχωρήσει στην έκδοση τίτλου για το επηρεαζόμενο ακίνητο, εκτός εάν αυτός που αξιώνει εγγραφή στο όνομα του, προσκομίσει δικαστικό διάταγμα στο οποίο να φαίνεται ότι αυτός είναι το πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί σαν ιδιοκτήτης της επίδικης περιουσίας. Ο μάρτυρας ανάφερε επίσης ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν παρατήρησε παρατυπία, παρανομία ή δόλο από οποιονδήποτε λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου ή εν πάση περιπτώσει, οποιουδήποτε εμπλεκόμενου μέρους. Η εγγραφή του επίδικου ακινήτου έγινε καθόλα νόμιμα και χωρίς οποιαδήποτε παρατυπία εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Ο μάρτυρας απέρριψε περαιτέρω τους όποιους ισχυρισμούς των εναγόντων για αμέλεια και παράλειψη εκτέλεσης των καθηκόντων των υπαλλήλων του εναγόμενου αρ.
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι από τη στιγμή που υπήρχαν δύο αιτήσεις για εγγραφή του επίδικου ακινήτου και η ένσταση της εναγόμενης αρ. 2, ορθώς το Κτηματολόγιο είχε κηρύξει το επίδικο ακίνητο ως διαφιλονικούμενο και ορθώς είχε διεξαχθεί η επιτόπια έρευνα υπό τις περιστάσεις, διαφωνώντας με τις θέσεις που εξέφρασε ο Μ.Ε.
- Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όφειλε καθηκόντως να εφαρμόσει το διάταγμα του Δικαστηρίου διαφωνώντας με τη θέση του Μ.Ε.1 ότι έπρεπε να ζητηθούν περαιτέρω οδηγίες από το Δικαστήριο. Δεν προέκυπτε το οποιονδήποτε εμπόδιο ή πρόβλημα από το λεκτικό του διατάγματος για σκοπούς εφαρμογής και εκτέλεσης του. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη σημασία που έχουν τα Πιστοποιητικά του Κοινοτάρχη και σε περίπτωση που αυτά έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους το ένα με το άλλο, θα πρέπει να γίνει επιτόπια έρευνα στην παρουσία όλων των εμπλεκόμενων και του Κοινοτάρχη για εξακρίβωση, κατόπιν μαρτυρίας, της ορθότητας και ποιο από τα Πιστοποιητικά μπορεί να υιοθετηθεί. Στην παρούσα περίπτωση, το τελικό πιστοποιητικό για σκοπούς φακέλου Α823/04, θεωρείται το πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τον Κοινοτάρχη ημερομηνίας 08/09/2008 κατά την επιτόπια έρευνα. Το πιστοποιητικό ημερομηνίας 01/10/2008, τεκμήριο 23, είναι μεταγενέστερο της επιτόπιας έρευνας, πρώτη φορά το έβλεπε ο μάρτυρας και δεν αποτελεί μέρος του φακέλου. Αναφορικά με το τεκμήριο 6 - κατάλογο κληρονόμων που παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο από τον εναγόμενο αρ. 1, αυτός δεν είχε τις διευθύνσεις των αναφερόμενων κληρονόμων, δεν προσκομίστηκαν διευθύνσεις παρόλο που ζητήθηκαν για αυτό και δεν ήταν εφικτό για το μάρτυρα αυτόν να τους ειδοποιήσει για να είναι παρόντες κατά την επιτόπια έρευνα. Τέλος, ανάφερε στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης ότι κατά την επιτόπια έρευνα, ο Κοινοτάρχης δεν μπορούσε να εξακριβώσει τον ορθό τρόπο κατοχής του κτήματος και εξέδωσε πιστοποιητικό ότι το κτήμα ήταν διαφιλονικούμενο. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των εναγόντων, ο μάρτυρας είπε ότι ο φάκελος Α130/06 ήταν αίτηση της εναγόμενης αρ. 2 και αφού έγινε επιτόπια έρευνα, μετά αυτή αποσύρθηκε από την εναγόμενη αρ.
- Αναφορικά με την επιτόπια έρευνα στην παρούσα υπόθεση ο μάρτυρας είπε ότι προσπαθούσαν να εξακριβώσουν ποιο από τα τρία πιστοποιητικά του Κοινοτάρχη ήταν ορθό. Στο τέλος της ημέρας είπε, σε έτσι περιπτώσεις, βασίζονται στο Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη μετά την επιτόπια έρευνα αλλά και οι ίδιοι προχωρούν και διερευνούν την κατοχή του επίδικου κτήματος. Στην προκειμένη οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υπέδειξαν το ακίνητο που κατείχαν ενώ η κυρία XXXXX, δεν γνώριζε ποιο είναι το δικό της. Συνεχίζοντας, είπε ότι ακόμη και στην περίπτωση που το ακίνητο είναι εγγεγραμμένο, την στιγμή που ο Κοινοτάρχης εκδίδει πιστοποιητικό με το οποίο αναφέρει ότι ανήκει σε κάποιο, οφείλει να το εξετάσει. Ο λόγος που δεν εξέδωσαν τίτλο ιδιοκτησίας επ' ονόματι της ενάγουσας αρ. 2 κατά το 1/5 μερίδιο ως η μοναδική κληρονόμος του αποβιώσαντα, ήταν διότι ο Κοινοτάρχης σε προηγούμενα πιστοποιητικά του, έλεγε διαφορετικά πράγματα. Ο μάρτυρας επίσης είπε ότι η τακτική του Κτηματολογίου είναι ότι σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, το κτήμα θεωρείται ως διαφιλονικούμενο ανεξάρτητα αν υπήρχε τίτλος. Όσον αφορά την εγκύκλιο, τεκμήριο 14 ο μάρτυρας είπε ότι αυτή είναι μεταγενέστερη από την επιτόπια έρευνα της παρούσας υπόθεσης και προέκυψε κατόπιν απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είπε επίσης ότι δεν είναι υποχρεωμένοι να υιοθετούν την εν λόγω εγκύκλιο. Σε σχέση με την μεταβίβαση, ο μάρτυρας είπε ότι προχώρησαν με αυτή δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου και δεν όφειλαν να απαιτήσουν την πληρωμή των φόρων. Έπρεπε να εκτελέσουν το διάταγμα του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212, 216, Agapiou v. Panayiotou 1 CL.R. 257, 263 και Ιωάννου v. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να αναφερθεί στις ενέργειες τις οποίες προέβηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Κατάθεσε στο Δικαστήριο το ιστορικό του επίδικου ακινήτου από την εγγραφή του επ' ονόματι του XXXXX Χ΄΄ Οικονόμου και μετέπειτα και τούτο προέκυψε μετά από την έρευνα που ο ίδιος προέβηκε στους σχετικούς φακέλους του Κτηματολογίου. Η έρευνα του αυτή και το περιεχόμενο των εν λόγω φακέλων, όπως το ανάφερε στο Δικαστήριο, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους εναγόμενους. Ο μάρτυρας αυτός δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση για το κατά πόσο το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό το 1944 στον οποιονδήποτε και από ποιους κατεχόταν έκτοτε. Εκείνο το οποίο ο μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο είναι τα συμπεράσματα του, τα οποία προκύπτουν από την μελέτη των Κτηματολογικών φακέλων και του ιστορικού του επίδικου ακινήτου. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός βασίστηκε στην επιτόπια έρευνα που έγινε το 1944 και στο έντυπο Ν. 63 για να πει ότι κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα διαπιστώθηκε ότι δικαιούχοι σε εγγραφή του επίδικου ακινήτου ήταν οι αποβιώσαντες και ουδεμία αναφορά γίνεται από τον τότε Κοινοτάρχη ότι έλαβε χώρα οποιοσδήποτε πλειστηριασμός. Αναφέρθηκε επίσης στην προσπάθεια που έκανε εν λόγω XXXXX Ιωάννου το 1984 για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του ισχυριζόμενος ότι το αγόρασε από τον XXXXX Γ. Οικονόμου για το ποσό των £52, ο οποίος όμως XXXXX Γ. Οικονόμου ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μόνο του 1/5 μεριδίου και την οποία αίτηση εν τέλει απέσυρε. Ο μάρτυρας επίσης αντιπαραβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς με τους ισχυρισμούς των εναγόμενων αρ. 1 στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. Όλα τα πιο πάνω που ο μάρτυρας ανάφερε προκύπτει να είναι συμπεράσματα και συνειρμοί στους οποίους ο ίδιος προβαίνει με σκοπό να καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό. Το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί στα γεγονότα που ο μάρτυρας αυτός ανάφερε, γεγονότα που άλλωστε δεν έτυχαν αμφισβήτησης, όχι όμως στη θέση του ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό. Αυτό θα κριθεί από το ίδιο το Δικαστήριο στη βάση των ευρημάτων του τα οποία θα προκύψουν μετά από την αξιολόγηση και της υπόλοιπης μαρτυρίας και ειδικότερα αυτής του εναγόμενου αρ. 1 και των υπόλοιπων στοιχείων που υπάρχουν ενώπιον του. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τους χειρισμούς του Κτηματολογίου, εν τέλει έχει διαφανεί από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι η διαφωνία του περιορίστηκε και έγκειται στο γεγονός ότι μετά από την επιτόπια έρευνα, το Κτηματολόγιο όφειλε να απορρίψει την αίτηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 διότι ήταν εγγεγραμμένο το ακίνητο και να προχωρήσει με την εγγραφεί του 1/5 μεριδίου επ' ονόματι της ενάγουσας αρ.
- Ο μάρτυρας αυτός διευκρίνισε στην αντεξέταση του ότι ορθά το Κτηματολόγιο αποδέχτηκε τις αιτήσεις όλων των εμπλεκόμενων για εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι τους και ορθά προχώρησε σε επιτόπια έρευνα αλλά μετά από αυτή δεν έπρεπε να αναφέρει ότι το επίδικο ακίνητο ήταν διαφιλονικούμενο αλλά να εγγράψει το μερίδιο στην ενάγουσα αρ. 2 ως της μοναδικής κληρονόμου και να απορρίψει τα αιτήματα των εναγόμενων αρ. 1 και
- Τούτη όμως η θέση, λίγη σημασία μπορεί να έχει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και διαδικασίας, δεδομένου ότι εν τέλει το Κτηματολόγιο αποφασίζοντας κατά αυτό τον τρόπο δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου και ιδιαίτερα δεν προέβηκε στην εγγραφή του επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και
- Αυτό έγινε δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο εξασφαλίστηκε από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. Όσον αφορά τη θέση του μάρτυρα ότι το Κτηματολόγιο ενέργησε λανθασμένα κατά την εγγραφή του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα ότι αυτό δεν έπρεπε να προχωρήσει στην εκτέλεση του διατάγματος του Δικαστηρίου χωρίς άλλο διότι αυτό δεν απευθυνόταν προς το ίδιο και δεν του παρουσιάστηκαν φοροαπαλλακτικά, τούτα δεν δικογραφούνται και δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη. Σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω θέσεις του μάρτυρα, αποτελούν νομικά ζητήματα, στα οποία θα γίνει αναφορά από το Δικαστήριο στην κατάληξη του. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Ειδικότερα η ορθότητα της θέσης του και των συμπερασμάτων του για τη μη πώληση του επίδικου ακινήτου, θα κριθεί από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Μ.Ε.2 δεν πρόσθεσε οτιδήποτε με τη μαρτυρία του, πέραν των όσων ο Μ.Ε.1 ανάφερε στο Δικαστήριο. Ούτε ο μάρτυρας αυτός είχε οποιαδήποτε προσωπική ή άλλη γνώση για το ζήτημα της πώλησης ή μη του επίδικου ακινήτου αλλά ούτε και σε σχέση με την κατοχή του και από ποιους. Ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε έρευνα ο ίδιος, λέγοντας ότι από τη στιγμή που εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ήταν οι αποβιώσαντες δεν είχε υποχρέωση να κάνει οτιδήποτε άλλο. Να σημειωθεί επίσης ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σε θέση να καταρρίψει τους ισχυρισμούς ότι τους φόρους του επίδικου ακινήτου μέχρι το 1993 πλήρωνε ο εν λόγω XXXXX Ιωάννου και από το 1993 και μετά που ο εν λόγω XXXXX απεβίωσε, ο εναγόμενος αρ.
- Ο ίδιος φάνηκε να μην γνώριζε για το ποιος πλήρωνε τους φόρους του επίδικου ακινήτου λέγοντας ότι αν υπήρχαν τέτοιοι φόροι και αξιώνονταν από τους αποβιώσαντες, δεν νομίζει να μην τους πλήρωναν. Η ουσία της μαρτυρίας του επί του σημείου τούτου, είναι ότι δεν είχε γνώση για το ζήτημα αυτό. Σημαντικό επίσης από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι ο ίδιος ανάφερε ότι δεν κατέχει οποιαδήποτε στοιχεία ότι το Κτηματολόγιο συνωμότησε με τους υπόλοιπους εναγόμενους για να προβεί στην μεταβίβαση του ακινήτου, θέση που θα λάβω υπόψη μου. Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος αρ. 1 επιχείρησε κατά τη μαρτυρία του να υπεραμυνθεί της ορθότητας των πράξεων του και του τρόπου που ενεγράφη το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι του και της εναγόμενης αρ.
- Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός επικεντρώθηκε στο δικαίωμα τους να εγγραφούν ιδιοκτήτες ανά ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου, βασιζόμενος στα κατά καιρούς εκδοθέντα από τους Κοινοτάρχες Πιστοποιητικά και στην κατοχή του επίδικου ακινήτου από τον εν λόγω XXXXX Ιωάννου. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις από το εδώλιο του μάρτυρα και γενικότερα την εντύπωση που αποκόμισα από αυτόν. Ως γενική εικόνα, ο εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν απαντούσε με σαφήνεια και αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και σε ορισμένα μέρη της μαρτυρίας του εκνευριζόταν από τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σε σχέση με το δικαίωμα του να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Η μαρτυρία του επίσης περιέχει αντιφάσεις, ανακρίβειες και δεν ενέχει πειστικότητα, ειδικότερα στα μέρη αυτής που αφορά την ισχυριζόμενη αγορά του επίδικου ακινήτου σε πλειστηριασμό κατά το έτος 1944 και/ή αγοράς εν γένει του επίδικου ακινήτου. Εκείνο το οποίο αναφύεται από τη μαρτυρία του είναι ότι ο μάρτυρας αυτός στο μέρος που αφορά στον τρόπο και στη διαδικασία που ακολούθησε με σκοπό να διοριστεί ο εναγόμενος αρ. 3 ως διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων (limited grant), επιχείρησε να αποκρύψει τη γνώση του για γεγονότα που παρέλειψε να αναφέρει στο πλαίσιο των σχετικών αιτήσεων με τις οποίες ο εναγόμενος αρ. 3 διορίστηκε ως τέτοιος διαχειριστής. Είναι φανερό ότι ο ίδιος γνώριζε ότι οι αποβιώσαντες είχαν κληρονόμους, αφού προγενέστερα των σχετικών του αιτήσεων ο ίδιος είχε παραδώσει στο Κτηματολόγιο σχετικό κατάλογο με αυτούς. Οι εξηγήσεις που έδωσε για το ζήτημα αυτό και συγκεκριμένα ότι δεν ήταν βέβαιος για αυτούς τους κληρονόμους δεν είναι πειστικές. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει από τα λεγόμενα του ότι τουλάχιστον γνώριζε ότι η εν λόγω XXXXX, κόρη του XXXXX ήταν κληρονόμος. Περαιτέρω, γνώριζε ότι η ενάγουσα αρ. 2 ήταν επίσης κληρονόμος αφού και η ίδια διεκδικούσε το μερίδιο της αποβιώσασας μητέρας της κατά το προηγούμενο διάστημα στις διαδικασίες που έγιναν μέσω του Κτηματολογίου. Επομένως, η αναφορά του στις ένορκες δηλώσεις των αιτήσεων για έκδοση του διατάγματος με το οποίο διοριζόταν ως διαχειριστής ο εναγόμενος αρ. 3, ότι δεν υπάρχουν κληρονόμοι ή δεν γνωρίζει περί τούτο δεν είναι αληθείς και οι εξηγήσεις που έδωσε στο Δικαστήριο δεν πείθουν. Να σημειωθεί ότι σε κάποιο στάδιο ο μάρτυρας επιχείρησε να αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τις διαδικασίες που έγιναν διότι αυτές τις είχε κάνει ο δικηγόρος του. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας επιχείρησε να καταδείξει το δικαίωμα των εναγόμενων αρ. 1 και 2 να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και να παραμείνουν ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, βασιζόμενος στα κατά καιρούς εκδοθέντα πιστοποιητικά των Κοινοταρχών του χωριού Δρύμου, τα οποία όμως, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω δεν συνάδουν μεταξύ τους και αντιφάσκουν. Προσπάθησε επίσης να δικαιολογήσει τις κατά καιρούς ενέργειες του και συγκεκριμένα ότι από το 2004 που αρχικά ξεκίνησε την προσπάθεια του για να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης του όλου μεριδίου μέχρι το 2008 και 2010 που κατέληξε να περιορίζεται στο ½ μερίδιο, μετά από την παρέμβαση της εναγόμενης αρ. 2 στη διαδικασία του Κτηματολογίου. Οι θέσεις του όμως προκύπτει να μην πείθουν αλλά και να μην υποστηρίζονται από αξιόπιστα στοιχεία και ούτε να συνάδουν με τα στοιχεία που επικαλέστηκε. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 διεκδίκησαν και πέτυχαν την έκδοση διατάγματος εγγραφής του επίδικου ακίνητου επ' ονόματι τους δυνάμει συμφωνίας αγοράς του κατά ή περί τις 22/03/1944 από τον XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκο με τους αποβιώσαντες και όχι δυνάμει οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος και ειδικότερα κατοχής και χρησικτησίας. Ο ίδιος ο εναγόμενος επίσης στη μαρτυρία του ανάφερε ότι είναι στην βάση αγοράς του επίδικου ακινήτου που δικαιωματικά ενεγράφησαν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ως ιδιοκτήτες του και η κατοχή του είναι δευτερεύον ζήτημα. Οι ισχυρισμοί του όμως περί αγοράς του επίδικου ακινήτου δεν τεκμηριώνονται. Αντιθέτως εκείνο το οποίο καταδεικνύεται είναι μια προσπάθεια του ιδίου αρχικά και στην πορεία και της εναγόμενης αρ. 2, να πετύχουν εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι τους βασιζόμενοι, όπως αναφύεται, στο γεγονός ότι ο XXXXX Ιωάννου και ο XXXXX Κούκος κατείχαν το επίδικο ακίνητο και στη συνέχεια προσπαθώντας να καταδείξουν την αγορά του κατά το έτος 1944, εξασφαλίζοντας κατά καιρούς πιστοποιητικά των Κοινοταρχών. Είναι κοινό έδαφος από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, ότι ο ίδιος ήταν ιδιοκτήτης γειτονικών τεμαχίων με το επίδικο και στις 17/10/2003 πώλησε σε συγκεκριμένη εταιρεία το τεμάχιο αρ.
- Η εταιρεία αυτή ανάφερε, ήθελε να αγοράσει όλα τα γειτονικά τεμάχια, περιλαμβανομένου και του επίδικου τεμαχίου, για το οποίο ο εναγόμενος αρ. 1 γνώριζε ότι δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας. Παρόλα αυτά στην πιο πάνω συμφωνία συμφώνησε να πωλήσει και το επίδικο κτήμα με την καταβολή συγκεκριμένης προκαταβολής, παρά τις περί αντιθέτου θέσεις του, με την μεταβίβαση να συμφωνείται να γίνει όταν θα εξασφαλίσει τίτλο ιδιοκτησίας. Μετά από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο εναγόμενος αρ. 1 ξεκίνησε μια προσπάθεια να καταστεί ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, καταχωρώντας την Αίτηση με αρ. Φακ. 823/04 στο Κτηματολόγιο, εξασφαλίζοντας Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Δρύμου (βλ. τεκμήριο 2) βεβαιώνοντας ότι αυτό αγοράστηκε από τον Σταυρινό Ιωάννου το 1944, μετά από δημόσιο πλειστηριασμό. Το εν λόγω Πιστοποιητικό όμως, προκύπτει να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού αυτό αναιρέθηκε από τον Κοινοτάρχη στις 13/05/
- Σύμφωνα επίσης με τον Μ.Υ.1 του εναγόμενου αρ. 4, ο Κοινοτάρχης δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Επίσης, προέκυψε η Αίτηση της εναγόμενης αρ. 2 με αρ. Φακ. 130/06 η οποία εν τέλει αποσύρθηκε διότι δεν ήθελε να την προωθήσει και στην πορεία καταχωρήθηκε η ένσταση της ημερομηνίας 08/03/2008 (βλ. τεκμήριο 4) στην αίτηση του εναγόμενου αρ. 1 για να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης του όλου τεμαχίου. Η αρχική αιτία δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος αρ. 1 διεκδίκησε να εγγραφεί επ' ονόματι του το επίδικο τεμάχιο, ήταν ότι αυτό αγοράστηκε ολόκληρο από τον XXXXX Ιωάννου το 1944 σε δημόσιο πλειστηριασμό, ωστόσο αυτή προκύπτει να μην ευσταθεί. Τούτο ενισχύεται και από το τεκμήριο 1, που είναι το έντυπο Ν.63, το οποίο αποτελεί την έκθεση της επιτόπιας έρευνας που έγινε στις 23/07/1945, στην παρουσία του τότε Κοινοτάρχη και με το οποίο βεβαιώνεται ότι οι κάτοχοι του επίδικου ακινήτου και οι δικαιούμενοι σε εγγραφή του ήταν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα XXXXX Χ΄΄Οικονόμου, δηλαδή οι εδώ αποβιώσαντες κατά 1/5 μερίδιο έκαστος χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε δημόσιο πλειστηριασμό ή κατοχή του από τον XXXXX Ιωάννου. Ο εναγόμενος αρ.1 στη μαρτυρία του και σε σχέση με το πώς ο XXXXX Ιωάννου αγόρασε το επίδικο ακίνητο, προώθησε θέσεις και εκδοχές που δεν συνάδουν με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, ατεκμηρίωτες αλλά και ακατανόητες. Εγκαταλείποντας τη θέση περί αγοράς σε δημόσιο πλειστηριασμό ολόκληρου του επίδικου ακινήτου από τον XXXXX Ιωάννου, ισχυρίστηκε στην παράγραφο 2 της γραπτής του δήλωσης ότι ο εν λόγω XXXXX Ιωάννου αγόρασε ολόκληρο το κτήμα το 1944 από τον XXXXX Γ. Οικονόμου ή τουλάχιστον αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί αυτό και ο οποίος XXXXX Γ. Οικονόμου είχε καταστεί ιδιοκτήτης διότι ο πατέρας του XXXXX Χ΄΄ Οικονόμου είχε αποβιώσει. Είναι φανερό όμως ότι ο XXXXX Γ. Οικονόμου δεν ήταν ιδιοκτήτης του επίδικου κτήματος κατά το έτος 1944 και μάλιστα ολόκληρου. Για να δικαιολογήσει το γεγονός αυτό ο εναγόμενος προχωρεί και αναφέρει ότι ο εν λόγω XXXXX Γ. Οικονόμου δεν αποκάλυψε ότι ο τίτλος βρισκόταν στο όνομα του ιδίου και των αδελφιών του και όχι στον πατέρα του, θέση όμως που παρέμεινε ατεκμηρίωτη, γενική και αόριστη. Ο ίδιος ο εναγόμενος ήταν αγέννητος κατά το χρόνο εκείνο, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ένα τέτοιο γεγονός, ο ίδιος ανάφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι έγινε το 1944 και ούτε εξήγησε από πού γνωρίζει ένα τέτοιο γεγονός ή να δώσει οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Πέραν των πιο πάνω, για να στηρίξει τη θέση του αυτή, κατάθεσε στο Δικαστήριο Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Δρύμου, ημερομηνίας 19/05/1989 (βλ. τεκμήριο 21), το οποίο, ανεξαρτήτως της ορθότητας του περιεχομένου του, ουδόλως στηρίζει αυτά που ο εναγόμενος ανάφερε, αλλά τα καταρρίπτει. Το εν λόγω τεκμήριο αναφέρει ότι το επίδικο κτήμα αγοράστηκε από τον XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκο το 1944 από τους κληρ. Χ΄΄Γεωργίου - Χ΄΄Δημητρίου και το οποίο φύτεψαν με αμπέλι και το κατείχαν μέχρι το
- Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος παράπεμψε σε μια συνομιλία που ο ίδιος είχε με τον XXXXX Γ. Οικονόμου, στην κλινική του τελευταίου, προφανώς πριν το 1973 από την οποία συμπεραίνει ότι ο XXXXX Ιωάννου αγόρασε ολόκληρο το επίδικο κτήμα. Ανεξαρτήτως της ορθότητας της συνομιλίας αυτής και αν πράγματι έλαβε χώρα, δεν προκύπτει ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αντεξεταζόμενος επίσης είπε ότι ο XXXXX Ιωάννου το επίδικο κτήμα το αγόρασε από τον XXXXX Γ. Οικονόμου, αναιρώντας τα πιο πάνω που ανάφερε περί αγοράς του από τον XXXXX Γ. Οικονόμου. Επίσης, ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του ανάφερε ότι ο XXXXX Ιωάννου αγόρασε πολλή περιουσία από τους αποβιώσαντες. Επομένως, ακόμη και να έγινε η αναφορά αυτή, δεν μπορεί να σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αφορούσε το επίδικο ακίνητο. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του στην γραπτή του δήλωση, ανάφερε ότι ο XXXXX Ιωάννου το 1974 διαπίστωσε ότι αν και αγόρασε ολόκληρο το επίδικο κτήμα του είχε μεταβιβαστεί μόνο το 1/5 μερίδιο, κάτι το οποίο δεν ευσταθεί αφού ουδέποτε μεταβιβάστηκε οποιοδήποτε μερίδιο στον εν λόγω Σταυρινό Ιωάννου. Ο εναγόμενος αρ.1 αναφέρθηκε επίσης στην προσπάθεια που έκανε ο XXXXX Ιωάννου το 1974 για να αποκτήσει ολόκληρο το επίδικο κτήμα, αλλά παγοποίησε τις προσπάθειες του λόγω έλλειψης συνεργασίας με τους αποβιώσαντες. Τούτη η θέση του δεν τεκμηριώνεται από οποιαδήποτε στοιχεία ή την παράθεση οποιονδήποτε λεπτομερειών για αυτή την ισχυριζόμενη προσπάθεια. Ούτε ο ίδιος ο μάρτυρας επικαλέστηκε προσωπική του γνώση. Εκείνο το οποίο όμως προκύπτει είναι ότι ο XXXXX Ιωάννου το 1984 καταχώρησε την Αίτηση με αρ. Φακ. 573/84 διεκδικώντας την εγγραφή ολόκληρου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του, την οποία απέσυρε εν τέλει στις 12/07/1984 διότι δεν επιθυμούσε να προχωρήσει. Στην εν λόγω αίτηση ο XXXXX Ιωάννου παρουσίασε μαρτυρικόν ημερομηνίας 10/04/1984, το οποίο ανέφερε ότι το αγόρασε για €52 από τον XXXXX Γ. Οικονόμου το 1940 και ότι το κατέχει χωρίς να τον ενοχλήσει κανένας. Το περιεχόμενο του εν λόγω μαρτυρικού συγκρούεται με τα πιο πάνω που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, ανεξαρτήτως πάλι της ορθότητας του. Αναφέρεται σε αγορά το 1940 και όχι το 1944, αναφέρεται σε απλή αγορά και όχι σε δημόσιο πλειστηριασμό, αναφέρεται σε αγορά από τον Τάκη Γ. Οικονόμου το 1940 που δεν ήταν καν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης έστω και του 1/5 μεριδίου και συγκρούεται και με την έκθεση της επιτόπιας έρευνας που έλαβε χώρα το
- Και ενώ ο εναγόμενος στη μαρτυρία του παρουσιάζει τα πιο πάνω αλληλοσυγκρουόμενα γεγονότα για να καταδείξει ότι το επίδικο κτήματα αγοράστηκε ολόκληρο από τον XXXXX Ιωάννου, στο τέλος αναφέρει ότι μετά την ένσταση της εναγόμενης αρ. 2 ανακάλυψε ότι ο XXXXX Ιωάννου αγόρασε το επίδικο ακίνητο ανά ½ μερίδιο με τον XXXXX Κούκο. Επικαλείται την επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 21/10/2008, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 24) ως τον τρόπο που ανακάλυψε το πιο πάνω γεγονός. Η εν λόγω επιστολή όμως, ουδόλως υποστηρίζει τα όσα πιο πάνω ανάφερε, αφού αυτή απλώς ενημερώνει τον εναγόμενο ότι δεν μπορεί να εκδοθεί τίτλος στο όνομα του, καθότι το επίδικο κτήμα διεκδικείται και από άλλα άτομα εκτός αν προσκομιστεί διάταγμα του Δικαστηρίου. Ούτε ευσταθεί η θέση του ότι μετά από την πιο πάνω επιστολή απέσυρε την αίτηση του για εγγραφή επ' ονόματι του ολόκληρου του ακινήτου και δέχθηκε να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ανά ½ μερίδιο με την εναγόμενη αρ.
- Η αίτηση του εξετάστηκε από το Κτηματολόγιο και το οποίο κατέληξε στα πιο πάνω. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι ο εναγόμενος αρ. 1 επιχείρησε να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ολόκληρου του επίδικου τεμαχίου, καταχωρώντας την Αίτηση Αρ. Φακ. 823/04 και μετά την εμπλοκή της εναγόμενης αρ. 1 και της ενάγουσας αρ. 2 στη διαδικασία και την επιτόπια έρευνα του Κτηματολογίου, το αίτημα του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί χωρίς την προσκόμιση διατάγματος του Δικαστηρίου. Διεκδίκησε και διεκδικούσε μέχρι τέλους ολόκληρο το ακίνητο, επικαλούμενος και στο Δικαστήριο διάφορους αστήριχτους ισχυρισμούς περί αγοράς του από τον XXXXX Ιωάννου. Αντεξεταζόμενος, σε κάποιο στάδιο είπε ότι αυτό ήταν παρεξήγηση διότι το κτήμα είχε χωριστεί στα δύο κάτι το οποίο δεν μπορούσε να αντιληφθεί ο Κοινοτάρχης που εξέδωσε το πιστοποιητικό και νόμιζε ότι ήταν ένα γι αυτό το διεκδικούσε όλο, θέση που δεν πείθει. Και όλη αυτή η προσπάθεια του είχε αρχίσει αμέσως μετά την συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου από τον ίδιο σε τρίτους με την προϋπόθεση ότι θα εγγραφόταν ως ο ιδιοκτήτης του. Η δε εναγόμενη αρ. 2, όπως προκύπτει, και ο πατέρας της XXXXX Κούκου, ήταν ιδιοκτήτης του επίσης συνορεύοντος ακινήτου με το επίδικο. Αν και καταχώρησε αρχικά αίτηση διεκδικώντας την εγγραφή του ½ μεριδίου, στην πορεία την απέσυρε διότι όπως αναφέρεται στο έγγραφο απόσυρσης της (βλ. τεκμήριο 9) δεν επιθυμούσε να εξεταστεί και περιορίστηκε στην καταχώρηση ένστασης στην αίτηση του εναγόμενου αρ. 1 και με αυτή ισχυρίστηκε ότι το ½ μερίδιο της ανήκει, χωρίς την παράθεση οποιονδήποτε στοιχείων. Μετά την επιτόπια έρευνα του Κτηματολογίου, έχει προκύψει το Πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Δρύμου με ημερομηνία 01/10/2008 (βλ. τεκμήριο 23), το οποίο είναι το τελευταίο στην βάση πλέον του οποίου ο εναγόμενος αρ. 1 στηρίζει την ορθότητα της εγγραφής του ½ μεριδίου επ' ονόματι του αλλά του άλλου ½ επ' ονόματι της εναγόμενης αρ.
- Να σημειωθεί ότι το εν λόγω πιστοποιητικό δεν εντοπίστηκε σε οποιοδήποτε από τους φακέλους του Κτηματολογίου και ο Μ.Υ.1 του εναγόμενου αρ. 4 είπε ότι πρώτη φορά το έβλεπε. Αξιολόγηση του Πιστοποιητικού ημερ. 01/10/2008, τεκμήριο
- Το εν λόγω Πιστοποιητικό πιστοποιεί ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε από τους κληρονόμους του XXXXX Δ. Οικονόμου σε δημοπρασία το έτος 1944 για £36 και αγοράστηκε από τον XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκου. Από τότε το έχουν μοιράσει στα δύο, ο μεν XXXXX Ιωάννου τα 6 στρέμματα τα ένωσε με τα τεμάχια 51, 52, 61, 62 και ο δε XXXXX Κούκος το υπόλοιπο με το τεμάχιο
- Αναφέρεται επίσης στο εν λόγω πιστοποιητικό ότι, στη βάση πιστοποιητικού καταγραφής του Υπουργείου Γεωργίας, το έχουν φυτέψει αμπέλι και το διατηρούσαν μέχρι το έτος 1981, οπότε το εκρίζωσαν και από το 1982 το φύτεψαν με αμυγδαλιές που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Πέραν των πιο πάνω, με το εν λόγω πιστοποιητικό αποσύρεται κάθε πιστοποιητικό που εκδόθηκε προηγουμένως για το συγκεκριμένο τεμάχιο και πιστοποιείται ότι το αίτημα των εναγόμενων αρ. 1 και 2, για να εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομα τους, ως κληρονόμοι των πιο πάνω αναφερόμενων αποβιωσάντων, είναι δίκαιο. Πιστοποιείται επίσης ότι το 1/5 του επίδικου τεμαχίου έγινε κατοχή μετά από παρέλευση 30 ετών από το θάνατο του XXXXX Γ. Οικονόμου (ημερομηνία θανάτου 23/02/1978). Το εν λόγω πιστοποιητικό φέρεται να υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου και δύο μέλη αυτού. Το Άρθρο 82
(1)του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224 αναφέρει ότι «Κάθε πιστοποιητικό το οποίο απαιτείται από οποιοδήποτε νόμο ή έθιμο όπως προσαχθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο ως απόδειξη γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία υπογράφεται και σφραγίζεται από τον κοινοτάρχη της ενορίας ή του χωριού όπου βρίσκεται η ιδιοκτησία: ....................... Το δε Άρθρο 82
(3)προνοεί ότι «Όταν τα γεγονότα τα οποία θα πιστοποιηθούν δεν είναι προσωπικώς γνωστά στον κοινοτάρχη αλλά το πιστοποιητικό βασίζεται σε πληροφορίες και δηλώσεις τρίτων μερών, ο κοινοτάρχης διατυπώνει το πιστοποιητικό με τέτοιο τρόπο ώστε αυτό να καθιστά σαφές από μόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες και να κατονομάζει τους πληροφοριοδότες, και αυτός δεν πιστοποιεί το πιστοποιητικό εκτός αν είναι ικανοποιημένος ότι οι πληροφοριοδότες αυτοί είναι εξ όσων κάλλιον γνωρίζει και πιστεύει πρόσωπα αξιόπιστα.» Στην ΓΙΑΛΛΟΥΡΟΥ και άλλης ν ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ και άλλης
(1998)1 Α.Α.Δ. 31, στις σελ. 46-47 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη σημασία και χρήση τέτοιων πιστοποιητικών: «Είναι πρόδηλο από το λεκτικό του άρθρου 82
(1)ότι το περιεχόμενο πιστοποιητικού της χωριτικής αρχής θεωρείται από το Κτηματολόγιο ως απόδειξη οποιουδήποτε γεγονότος που αφορά οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο επηρεάζει οποιαδήποτε ιδιοκτησία (Βλ. Hassidoff v. Santi and Othes
(1970)1 C.L.R. 220, 239). Είναι επίσης πρόδηλο ότι η πρόνοια του άρθρου 82
(3)για διατύπωση του πιστοποιητικού με τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές από μόνο του ότι βασίζεται σε πληροφορίες τρίτων είναι επιτακτική. Κατά την κρίση μας η πρόνοια αυτή έχει λάβει τον επιτακτικό χαρακτήρα εν όψει, κυρίως, της μεγάλης αποδεικτικής αξίας την οποία προσδίδουν στα πιστοποιητικά των Χωριτικών Αρχών οι Κτηματολογικές Υπηρεσίες. Με δεδομένη την αποδεικτική βαρύτητα τέτοιων πιστοποιητικών για τις Κτηματολογικές Υπηρεσίες θα ήταν άκρως ανασφαλές για τις τελευταίες να βασίζονται πάνω σε πιστοποιητικά τα οποία περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες και να αποφασίζουν επί θεμάτων ιδιοκτησίας χωρίς να γνωρίζουν ποιοι είναι οι πληροφοριοδότες και χωρίς την πιστοποίηση του Κοινοτάρχη ότι αυτοί είναι πρόσωπα αξιόπιστα. ..» (Βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χ"Λοιζή και άλλου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 658 και Αντωνάκης Μαραγκός ν. Αντώνη Χριστοφή Πιέρου και άλλοι
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 676). Στην ίδια πιο πάνω απόφαση αναφέρθηκαν επίσης τα εξής: «Η απαίτηση του Νόμου για να κατανομάζονται οι πληροφοριοδότες έχει και μια άλλη σκοπιμότητα, η οποία συνδέεται με την δεκτικότητα των πιστοποιητικών ενώπιον των Δικαστηρίων. Τέτοια πιστοποιητικά, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν είναι αποδεκτά από το Δικαστήριο επειδή περιέχουν εξ ακοής πληροφορίες (Βλ. Hassidoff (πιο πάνω) στη σελ. 239). Απόρροια αυτού του αποδεικτικού κανόνα είναι ότι το περιεχόμενο τους πρέπει να αποδεικνύεται με αποδεκτή μαρτυρία. Επομένως η αναφορά στους πληροφοριοδότες είναι απαραίτητη για να καθίσταται δυνατή η κλήση τους ενώπιον του δικαστηρίου.» Βέβαια θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα ίσχυαν πριν την τροποποίηση του Περί Απόδειξης Νόμου με το Νόμο 32(Ι)/2004, όπου απαγορευόταν η εισαγωγή εξ' ακοής μαρτυρία. Μετά την τροποποίηση του Νόμου τα Δικαστήρια μπορούν αποδεχτούν τέτοια μαρτυρία και το ζητούμενο πλέον είναι η αποδεικτική της αξία και η βαρύτητα που θα της προσδοθεί. Στην Σάουρος και άλλος ν. Μαρίας Κώστα Φιλίππου
(2009)1 Α.Α.Δ. 203 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο λόγος έφεσης στηρίζεται στον ισχυρισμό των Εφεσειόντων, ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα πιστοποιητικά της Χωρητικής Αρχής, αλλά θα έπρεπε να δεχθεί το περιεχόμενο τους ως αποδεικτικό στοιχείο των όσων αναφέρονταν σ' αυτά. Το πρωτόδικο δικαστήριο στη βάση των αποφασισθέντων στην Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 31, έκρινε ότι το περιεχόμενο του πιστοποιητικού της Χωρητικής Αρχής αποτελούσε εξ ακοής μαρτυρία και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που να επιβεβαιώνει το περιεχόμενό του, δεν ήταν διατεθειμένο να του προσδώσει αποδειχτική βαρύτητα. Παρόλο που η Γιάλλουρου κ.ά. v. Μιχαηλίδη κ.ά., ανωτέρω, αποφασίστηκε πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου και την κατάργηση του κανόνα αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας, ο λόγος της παραμένει ισχυρός, εφόσον η έμφαση τώρα, όπως ορθά υποδεικνύει και το πρωτόδικο δικαστήριο, είναι στην αποδεικτική αξία του περιεχομένου του πιστοποιητικού, αντί στο αποδεκτό της.» Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι ουδεμία μαρτυρία έχει δοθεί από το πρόσωπο που υπογράφει το επίδικο πιστοποιητικό για να επιβεβαιώσει το περιεχόμενο του. Ουδεμία αναφορά επίσης γίνεται σε αυτό για τα στοιχεία και τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του ο υπογράφων το πιστοποιητικό για να πιστοποιήσει τα όσα καταγράφει. Είναι προφανές ότι ο υπογράφων - που φέρεται να είναι ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου - δεν είχε προσωπική γνώση των όσων πιστοποίησε, ούτε και προφανώς θα μπορούσε να έχει για γεγονότα που έλαβαν χώρα 64 χρόνια πριν την έκδοση του επίδικου πιστοποιητικού και συγκεκριμένα την 01ην/10/2008. Αναφέρεται σε πληροφορίες και στοιχεία που είχε ενώπιον του χωρίς να συγκεκριμενοποιεί αυτά τα ισχυριζόμενα στοιχεία στα οποία βασίστηκε αλλά και ποιοι ήταν οι πληροφοριοδότες του και κατά πόσο επρόκειτο για αξιόπιστα πρόσωπα, ως προνοείται στο Άρθρο 82
(3)του Νόμου. Πέραν των πιο πάνω, το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία και ουδεμία άλλη μαρτυρία ή αξιόπιστη μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνάδει ή να υποστηρίζει το περιεχόμενο του εν λόγω πιστοποιητικού στο ζήτημα της αγοράς του επίδικου ακινήτου σε δημόσιο πλειστηριασμό το 1944. Ο εναγόμενος για να στηρίξει την ορθότητα του επίδικου πιστοποιητικού, αναφέρεται στην επιτόπια έρευνα που έγινε από το Κτηματολόγιο και στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 για τον εναγόμενο αρ. 4, η αξιολόγηση του οποίου ακολουθεί. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο γεγονός ότι παρών κατά την επιτόπια έρευνα ήταν κάποιος Δημήτρης Σάββα Στεφάνου ο οποίος φαίνεται να γεννήθηκε το 1926, 83 ετών τότε που φέρεται να γνώριζε την πράξη. Η μαρτυρία όμως του εν λόγω Κτηματολογικού Λειτουργού δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει την έλλειψη μαρτυρίας από τα πρόσωπα που υπέγραψαν το επίδικο πιστοποιητικό (βλ. Παρασκευού Μιχαήλ Αντώνη κ.α. v. Παναγιώτας Σάββα Παλαζή
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1226). Πέραν τούτου, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι μια αναφορά στο τεκμήριο 16, που είναι το παρουσιολόγιο που ετοίμασε ο Μ.Υ.1 για τον εναγόμενο αρ. 4 κατά την επιτόπια έρευνα, δίπλα από το όνομα του εν λόγω Δημήτρη Σάββα Στεφάνου που αναφέρει «Πλειστηριασμός κατά το έτος 1942» χωρίς οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση ή μαρτυρία περί τούτου. Σε κάθε περίπτωση επίσης η αναφορά αυτή δεν συνάδει με το περιεχόμενο του επίδικου πιστοποιητικού, διότι διαφέρει η χρονιά. Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία έχει δοθεί αναφορικά με τον τρόπο γνώσης του προσώπου εκείνου για την αναφορά αυτή δίπλα από το όνομα του στο παρουσιολόγιο και κατά πόσο επρόκειτο για αξιόπιστο πρόσωπο. Ούτε έχει επεξηγηθεί για το ποιο είναι το πρόσωπο αυτό και ποια ενδεχομένως σχέση έχει με τους εναγόμενους αρ. 1 και
- Να σημειωθεί ότι κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος αποκάλυψε ότι ο πατέρας του είναι ο XXXXX Σάββα. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 για τον εναγόμενο αρ. 4 που αναφέρει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υπέδειξαν το μέρος του επίδικου ακινήτου που κατέχουν σε αντίθεση με την ενάγουσα αρ. 2 που δεν μπορούσε να το πράξει, αυτό δεν μπορεί να ενισχύσει το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό το 1944 από τους XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκο. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στο επίδικο πιστοποιητικό και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να εξαχθεί οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω πιστοποιητικό δεν συνάδει με κανένα από τα προηγούμενα πιστοποιητικά που εξασφαλίστηκαν. Πέραν των πιο πάνω, από τη μαρτυρία του εναγόμενου αρ. 1 προέκυψε εν τέλει κατά την αντεξέταση του, ότι ο XXXXX Ιωάννου δεν ήταν ούτε πατέρας του, όπως αναφέρεται στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου ούτε παππούς του όπως ισχυρίζεται στην έκθεση υπεράσπισης του στην παρούσα αγωγή αλλά ξάδελφος του παππού του, γεγονός που επιδρά και στην αξιοπιστία του. Επίσης, ο εναγόμενος αρ. 1 δεν ήταν σε θέση να στηρίξει τη θέση ή να παρουσιάσει οποιαδήποτε συμφωνία αγοράς του επίδικου ακινήτου στις 22/03/1944 όπως οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ισχυρίστηκαν στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου και εκείνο που ουσιαστικά έπραττε κατά τη μαρτυρία του ήταν να οχυρώνεται πίσω από το πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη και αναφέρεται και στα κατά καιρούς εκδοθέντα πιστοποιητικά που δεν συνάδουν μεταξύ τους. Δεν μπορούσε επίσης να υποστηρίξει επαρκώς τη θέση ότι κλήθηκαν οι αποβιώσαντες από τον XXXXX Ιωάννου και/ή τον XXXXX Κούκου για να τους μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο, ούτε ο ίδιος προέβηκε σε μια τέτοια ενέργεια προς τους κληρονόμους τους, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν τους γνώριζε και λέγοντας ότι αυτός ακολούθησε τη διαδικασία που του είχε αναφέρει το Κτηματολόγιο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του εναγόμενου αρ. 1, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται, εκτός από τα μέρη αυτής που προέκυψε να μην αμφισβητούνται. Ο Μ.Υ.1 για τον εναγόμενο αρ. 4 ήταν το πρόσωπο το οποίο ενεπλάκηκε στην εξέταση της Αίτησης του εναγόμενου αρ. 1 για να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης ολόκληρου του επίδικου ακινήτου και αυτός που διενέργησε την επιτόπια έρευνα. Αμφισβητήθηκε κατά την μαρτυρία του, ουσιαστικά, η ενέργεια του να κηρύξει το επίδικο ακίνητο ως διαφιλονικούμενο και να απαιτήσει διάταγμα του Δικαστηρίου για να εγγραφεί επ΄ ονόματι των προσώπων που το διεκδικούσαν. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, η διαδικασία που ακολούθησε το Κτηματολόγιο, συμπεριλαμβανομένης και της επιτόπιας έρευνας ήταν ορθή. Η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι μετά από αυτή, δεν έπρεπε να κηρύξει διαφιλονικούμενο το επίδικο ακίνητο και να παροτρύνει κατά κάποιο τρόπο τα ενδιαφερόμενα μέρη και δει τους εναγόμενους να αποταθούν στο Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω η μη εγγραφή του 1/5 μεριδίου επ' ονόματι της κληρονόμου, ενάγουσας αρ. 2, η κήρυξη του επίδικου ακινήτου ως διαφιλονικούμενου και ουσιαστικά η κατ' ισχυρισμό λανθασμένη απόφαση του Κτηματολογίου, δεν θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Η ουσία είναι ότι δεν προκύπτει ότι το Κτηματολόγιο ενεπλάκηκε σε οποιαδήποτε δόλια ενέργεια που είχε ως συνέπεια την εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και
- Δεν υπήρχε τέτοια θέση από τους ενάγοντες και ούτε παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού προκύπτει κάτι τέτοιο. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα αυτό, δηλαδή της απόφασης του Κτηματολογίου να κηρύξει διαφιλονικούμενο το επίδικο ακίνητο μετά την επιτόπια έρευνα, είναι νομικό θέμα και όχι άποψη του οποιουδήποτε μάρτυρα και θα γίνει αναφορά κατά την κατάληξη του Δικαστηρίου κατά πόσο αυτό συνιστά αμέλεια ή παράβαση των νομοθετικών του καθηκόντων. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε, οι οποίες δεν έτυχαν αμφισβήτησης και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την επιτόπια έρευνα ως τα διηγήθηκε. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι ο Κοινοτάρχης, δεν μπορούσε να καθορίσει την κατοχή του επίδικου ακίνητου και ότι το τελευταίο του Πιστοποιητικό είναι το τεκμήριο 10, με το οποίο απέσυρε όλα τα προηγούμενα πιστοποιητικά που είχαν δοθεί και είχε αναφέρει ότι είναι διαφιλονικούμενο το εν λόγω ακίνητο. Αποδέχομαι περαιτέρω τη θέση του ότι το τεκμήριο 23, εκδόθηκε από τον Κοινοτάρχη μετά την επιτόπια έρευνα, δεν είναι μέρος των φακέλων του Κτηματολογίου και πρώτη φορά το έβλεπε καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 υπέδειξαν το μέρος του ακινήτου που κατέχουν ενώ η ενάγουσα αρ. 2, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι τη θέση του ότι το Κτηματολόγιο προέβηκε στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου εκτελώντας το διάταγμα του Δικαστηρίου και αφού καταβλήθηκαν τα νενομισμένα τέλη. Οι θέσεις που υποβλήθηκαν στο μάρτυρα ότι κακώς είχε προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, έστω και με την ύπαρξη του εν λόγω διατάγματος είναι εκτός δικογράφων. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για νομικό ζήτημα και όχι θέμα άποψης και γεγονότων. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και αυτή που παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να λάβει υπόψη του και επιπρόσθετα από τα πιο γεγονότα που αναφέρθηκαν αρχικά και αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου: Ο εναγόμενος αρ. 1 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 17/10/2003 συμφώνησε να πωλήσει το τεμάχιο 60 το οποίο είναι το γειτονικό ακίνητο με το επίδικο. Στην ίδια συμφωνία συμφώνησε να πωλήσει και το επίδικο τεμάχιο, λαμβάνοντας μάλιστα προκαταβολή, με την προϋπόθεση ότι θα εξασφάλιζε τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα του. Μετά από τα πιο πάνω, ξεκίνησε τη διαδικασία εγγραφής ολόκληρου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του καταχωρώντας στο Κτηματολόγιο σχετική Αίτηση με αρ. Φακ. 823/04 και παρουσιάζοντας σχετικό επίσης πιστοποιητικό, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Εν τέλει το εν λόγω πιστοποιητικό αναιρέθηκε από τον Κοινοτάρχη, μετά και την εμπλοκή στη διαδικασία της εναγόμενης αρ.
- Η δε εναγόμενη αρ. 2 απέσυρε την Αίτηση της με αρ. Φακ. 130/06 για να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου επ' ονόματι της και περιορίστηκε στην ένσταση της στην εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του εναγόμενου αρ. 1, χωρίς να έχει προκύψει να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία. Μετά από την επιτόπια έρευνα του Κτηματολογίου, το επίδικο ακίνητο κηρύχθηκε διαφιλονικούμενο μεταξύ των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και την ενάγουσας αρ.
- Η ενάγουσα ήταν η μοναδική κληρονόμος ενός εκ των εγγεγραμμένων κληρονόμων κατά 1/5 μερίδιο. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 γνώριζαν ότι υπήρχαν κληρονόμοι των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου και παρόλα αυτά με ένορκες δηλώσεις τους στις Αιτήσεις Αρ. 471/09 - 475/09 Ε.Δ. Λεμεσού, ανάφεραν ότι είναι άγνωστο γι αυτούς κατά πόσο οι αποβιώσαντες άφησαν οποιουσδήποτε κληρονόμους. Με τις εν λόγω αιτήσεις και κατ' αυτό τον τρόπο πέτυχαν τον διορισμό του εναγόμενου αρ. 3 ως διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων (περιορισμένη διαχείριση) με σκοπό την έγερση αγωγής εναντίον της περιουσίας των αποβιωσάντων. Ακολούθως, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταχώρησαν την Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου, με το περιεχόμενο το οποίο αναφέρθηκε στα αρχικά ευρήματα του Δικαστηρίου και πέτυχαν την έκδοση απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο ενεγράφησαν εν τέλει ιδιοκτήτες κατά ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου. Με βάση την επιτόπια έρευνα του Κτηματολογίου ημερομηνίας 05/07/1945 διαπιστώθηκε ότι οι κάτοχοι του επίδικου ακινήτου και οι δικαιούμενοι σε εγγραφή επ' ονόματι τους ανά 1/5 μερίδιο έκαστος ήταν οι αποβιώσαντες ως οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα πατέρα τους XXXXX Δ. Οικονόμου (Χ΄΄ Οικονόμου). Ουδεμία αναφορά γίνεται στο έντυπο Ν.63 για πώληση του επίδικου ακινήτου προγενέστερα της επιτόπιας έρευνας, είτε σε δημόσιο πλειστηριασμό είτε άλλως πως από τον οποιονδήποτε. Με βάση Πιστοποιητικό Καταγραφής του Υπουργείου Γεωργίας ημερομηνίας 05/03/1974 (βλ. τεκμήριο 22) προκύπτει να πιστοποιείται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν φυτεμένο ως αμπελώνας από το 1948 και να δηλωνόταν ως τέτοιο από τον XXXXX Ιωάννου. Το επίδικο ακίνητο συνορεύει με το τεμάχιο αρ. 287, το οποίο άνηκε στον XXXXX Κούκο, πατέρα της εναγόμενης αρ.
- Κατά καιρούς και πριν από το 2004, εξασφαλίστηκαν δύο πιστοποιητικά Κοινοταρχών του Κοινοτικού Συμβουλίου Δρύμου, τα οποία αντιφάσκουν μεταξύ τους και τα οποία δεν έχει αποδειχθεί το ορθό του περιεχομένου τους. Πρόκειται για τα τεκμήρια 3 και
- Η πρώτη προσπάθεια που έγινε για απόκτηση τίτλου του επίδικου ακινήτου στο όνομα άλλου προσώπου εκτός από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του, ήταν από τον XXXXX Ιωάννου το 1984, προσπάθεια που εγκαταλείφθηκε από τον ίδιο καθότι σχετική Αίτηση του προς το Κτηματολόγιο αποσύρθηκε. Δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε μαρτυρία ούτε εξάγεται το συμπέρασμα από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του με οποιονδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε στάδιο. Ειδικότερα, δεν έχει προκύψει ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε από τους αποβιώσαντες δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 22/03/1944 προς τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 έναντι του ποσού των £36, ως ισχυρίστηκαν στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. Ούτε έχει προκύψει ότι κατ' εκείνο το χρόνο οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, στην πώληση αντιπροσωπεύονταν από τους πατεράδες τους, XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκο αντίστοιχα. Ούτε θα μπορούσε να ήταν έτσι αφού οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ήταν αγέννητοι κατά το χρόνο εκείνο. Επίσης, έχει προκύψει ότι ο XXXXX Ιωάννου δεν ήταν πατέρας του εναγόμενου αρ. 1 αλλά ξάδελφος του παππού του. Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει ότι καθοιονδήποτε στάδιο πριν την έγερση της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου οχλήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο οι αποβιώσαντες ή οι κληρονόμοι τους από τον οποιονδήποτε για να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο, στους XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκο ή στους εναγόμενους αρ. 1 και
- Ο εναγόμενος αρ. 3 αποδέχθηκε ουσιαστικά όλα τα ισχυριζόμενα στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου γεγονότα, τα οποία δεν προκύπτει να επιβεβαιώνονται και να ευσταθούν αλλά και κάποια από αυτά αναιρούνται και εκδόθηκε διάταγμα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 ανά ½ μερίδιο έκαστος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των εναγόμενων, στον αναγκαίο βαθμό. Οι ενάγοντες στηρίζουν την αγωγή τους στο δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις στην βάση των οποίων οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 κατάφεραν και ενεγράφησαν ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Και στη βάση αυτή επιζητούν ουσιαστικά την ακύρωση της εν λόγω εγγραφής και εγγραφή του επίδικου ακινήτου στον εναγόμενο αρ. 1 ως διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων. Toύτο όμως προϋποθέτει την ακύρωση της απόφασης και/ή του διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου, όπου κρίθηκε ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είναι δικαιούχοι σε εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους ανά ½ μερίδιο έκαστος. Είναι επίσης δυνάμει αυτής της απόφασης και/ή του διατάγματος του Δικαστηρίου που διενεργήθηκε η εγγραφή επ' ονόματι τους. Επομένως, εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί αρχικά είναι κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει την εν λόγω απόφαση. Είναι κοινό έδαφος και εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 29/06/2010 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατασσόταν η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 από ½ μερίδιο έκαστος. Στην εν λόγω αγωγή διάδικοι ήταν οι εδώ εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ως ενάγοντες και ο εναγόμενος αρ. 3, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων, ως εναγόμενος. Είναι νομολογημένο ότι μια εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση σε αγωγή μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή και κάτω από συγκεκριμένους λόγους. Στην Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα χχχ χχχ Παπαγεωργίου άλλως Παπαγιώργη v. Αlpha Bank Limited, ECLI:CY:AD:2019:A92, Πολ. Έφεση Αρ. 488/12, Ημερ. 18/03/2019 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Απόφαση που εκδίδεται εκ συμφώνου, έχει την ίδια ισχύ όπως και η απόφαση η οποία εκδίδεται μετά από ακρόαση δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο αποσβένει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά μετά ταύτα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση (Εταιρεία ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Σοφοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 549). ...................................... Απόφαση δε που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, μπορεί να ακυρωθεί μόνο με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρίζεται για το σκοπό αυτό και μόνο για συγκεκριμένους λόγους: η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας, λήφθηκε κατόπιν απάτης, ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους ή δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση. Ακόμα ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με καταχώριση έφεσης: Ανώτερα Δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές αποφάσεις από κατώτερα Δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώριση νέας ανεξάρτητης αγωγής όταν ο διάδικος που επικαλείται το ζήτημα θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του (Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1521).» Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι τρίτο πρόσωπο το οποίο δεν ήταν διάδικος σε αγωγή στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση, μπορεί με αγωγή του να την παραμερίσει αν αυτή εκδόθηκε με δόλο. Το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το κάτωθι απόσπασμα από την Μαρία Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1Β Α.Α.Δ. 992: «Στην Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) το θέμα του παραμερισμού απόφασης για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο τέθηκε ως εξής: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. Στην ιρλανδική υπόθεση Nixon v. Loundes [1909] 2 Ir. R. 1 αναγνωρίστηκε ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι το προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96).» Στους Halsbury's Laws of England, Third Ed., Vol. 22, παραγ. 1669, υποδεικνύεται ότι απόφαση που έχει ληφθεί με δόλο είτε ενώπιον του δικαστηρίου ή με δόλο των διαδίκων μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή και ότι σε τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό απλώς να υπάρχει ισχυρισμός για δόλο χωρίς να δίνονται λεπτομέρειες. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης εάν αποδεικνύοντο με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι απλώς δευτερεύοντα. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι πρέπει να αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση προτού το Δικαστήριο επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης λόγω δόλου. Τέλος υποδεικνύεται ότι εκτός αν ο κατ' ισχυρισμό δόλος εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας και έχει αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική*. Στην Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) λέχθηκε ότι σύμφωνα με την από μακρού χρόνου θεμελιωμένη πρακτική του Δικαστηρίου η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο είναι με αγωγή στην οποία, όπως σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Λέχθηκε, επίσης, (βλ. σελ. 301, 302) ότι «ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και αν αποδειχθεί καθαρά ότι έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαπατηθεί το Δικαστήριο επεκτείνεται και μολύνει το όλο σώμα της απόφασης. Αν υποθέσουμε ότι η διαδικαστική δυσκολία έχει ξεπερασθεί, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο δόλος έχει προσδιορισθεί και αποδειχθεί»**. H Jonesco (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411,
- Λέχθηκε ότι οι αυθεντίες σε σχέση με τις αποφάσεις το κάμνουν ξεκάθαρο ότι ένας που επιθυμεί να αμφισβητήσει απόφαση για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο πρέπει να προβάλει τους ισχυρισμούς του με πλήρη λεπτομέρεια και πρέπει να είναι διατεθειμένος να αποδείξει αυτά που ισχυρίζεται με αυστηρό τρόπο*. Στην Birch v. Birch [1894] 86 L.T. 364 λέχθηκε: «Όπου μια αγωγή είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο αυτή μπορεί να εξεταστεί για το λόγο ότι έχει εξασφαλισθεί με το δόλο διαδίκου στην αγωγή. Πλην όμως ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός»**. Στην παρούσα περίπτωση, η αγωγή εγείρεται από τον διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων, οι οποίοι ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και μιας εκ των νόμιμων κληρονόμων, το οποίο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 δυνάμει της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. Είναι γεγονός επίσης ότι οι αποβιώσαντες και η περιουσία εκπροσωπούνταν στην πιο πάνω αγωγή από τον εναγόμενο αρ. 3, ο οποίος διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας τους, για περιορισμένο σκοπό. Δηλαδή, για να εγερθεί αγωγή εναντίον της περιουσίας των αποβιωσάντων και μόνο. Δεν τίθεται ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ελέγχου της νομιμότητας του διορισμού του εναγόμενου αρ. 3 για το περιορισμένο αυτό σκοπό, παρά τα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου και των θέσεων των εναγόντων. Τούτο διευκρινίζεται καθότι δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτού του είδους και τύπου αγωγής να εξετάσει ένα τέτοιο ζήτημα. Δηλαδή, την νομιμότητα του διορισμού του εναγόμενου αρ. 3 ο οποίος διορίστηκε κατόπιν σχετικών διαταγμάτων του Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια των Αιτήσεων Αρ. 471/09 - 475/
- Ούτε επιζητείται τέτοια θεραπεία με την παρούσα αγωγή και ούτε επιζητείται η ακύρωση της απόφασης της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου στη βάση ότι δεν υπήρχε εξουσιοδότηση από τον εναγόμενο αρ. 3 στο να αποδεχθεί την έκδοση της. Συμπληρωματικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι η περιορισμένη διαχείριση παύει να ισχύει όταν ολοκληρωθεί ο σκοπός της (βλ. Ανδρομάχη Μηνά υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Μηνά v.
- Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 376/11, Ημερ. 17/11/17) και η ακύρωση διορισμού διαχειριστή με περιορισμένο σκοπό μπορεί να ζητηθεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, Reissue, Vol. 17
(2)para. 261). Να σημειωθεί επίσης ότι, γενικότερα, η παύση ενός διαχειριστή δεν επιφέρει αυτόματα και την ακύρωση των οποιονδήποτε ενεργειών του σε σχέση με την υπό διαχείριση περιουσία (βλ. Halsbury's Laws of England, 4th edition, Reissue, Vol. 17
(2)para. 264 - 267). Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί λοιπόν στην παρούσα αγωγή, είναι κατά πόσο στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου, οι εναγόμενοι αρ. 1 - 2 σε συνεργασία με τον εναγόμενο αρ. 3 ενέργησαν με δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις με σκοπό να εξασφαλίσουν την επίδικη απόφαση και/ή διάταγμα, δυνάμει του οποίου κατάφεραν να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου αποστερώντας το από τους νόμιμους κληρονόμους τους και εξαπατώντας το Δικαστήριο. Στην Μαρία Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω) σε σχέση με την έννοια του δόλου αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο». Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και έχοντας υπόψη μου τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων και τις λεπτομέρειες του δόλου και/ή απάτης των εναγόμενων αρ. 1 - 3, παρατηρούνται τα εξής: - Οι αποβιώσαντες ενεγράφησαν ως οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου ανά 1/5 μερίδιο στις 23/07/1945 μετά από επιτόπια έρευνα του Κτηματολογίου που έλαβε χώρα στις 05/07/1945 και επιβεβαιώθηκε το δικαίωμα τους αυτό. Ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου μέχρι τις 15/10/2010 όταν έγινε η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στο όνομα των εναγόμενων αρ. 1 και 2, δυνάμει της επίδικης εκδοθείσας απόφασης. - Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν είχαν δικαίωμα να εγγραφούν ως οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και/ή δεν αποδείχθηκε ένα τέτοιο δικαίωμα και συγκεκριμένα ότι αυτό αγοράστηκε από τους αποβιώσαντες, είτε από τους ίδιους είτε από τον Σταυρινό Ιωάννου και Ιωάννη Κούκου. - Ο εναγόμενος αρ. 1 με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 17/10/2003 συμφώνησε, μεταξύ άλλων, να πωλήσει το επίδικο ακίνητο λαμβάνοντας προκαταβολή με την προϋπόθεση ότι θα εξασφάλιζε τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα του. - Προέβη σε ενέργειες στο Κτηματολόγιο, ως λεπτομερώς περιγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, με σκοπό να εγγραφεί ιδιοκτήτης όλου του επίδικου ακινήτου, ωστόσο η αίτηση του συνάντησε την ένσταση της εναγόμενης αρ. 2, η οποία διεκδικούσε το ½ μερίδιο και την αίτηση της ενάγουσας αρ. 2, που διεκδικούσε το 1/5 μερίδιο ως η κληρονόμος της αποβιώσασας μητέρας της. - Ως εκ των ανωτέρω, το Κτηματολόγιο θεώρησε το επίδικο ακίνητο ως διαφιλονικούμενο και αρνήθηκε την μεταβίβαση σε οποιονδήποτε πρόσωπο. - Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, μετά την μη τελεσφόρηση των προσπαθειών τους για να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου μέσω του Κτηματολογίου και ενώ γνώριζαν ότι υπήρχαν κληρονόμοι της περιουσίας των αποβιωσάντων, προχώρησαν με το διορισμό του εναγόμενου αρ. 3 ως διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων (περιορισμένη διαχείριση) με σκοπό την έγερση αγωγής εναντίον του, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχουν και/ή ότι ήταν άγνωστο γι αυτούς κατά πόσο οι αποβιώσαντες άφησαν οποιουσδήποτε κληρονόμους. - Ακολούθησε η καταχώρηση της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου, με την οποία οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε δυνάμει σχετικής συμφωνίας στις 22/03/1944 από τους ίδιους εκπροσωπούμενοι από τους πατεράδες τους XXXXX Ιωάννου και XXXXX Κούκου από τους αποβιώσαντες για το ποσό των £
- - Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 κατά το έτος 1944 ήταν αγέννητοι. - Ο XXXXX Ιωάννου δεν ήταν πατέρας του εναγόμενου αρ. 1 αλλά εξάδελφος του παππού του. - Ισχυρίστηκαν επίσης στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου ότι οι αποβιώσαντες οχλήθηκαν κατά καιρούς να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο χωρίς να το έχουν πράξει. Ουδέποτε προέκυψε να έγινε τέτοια όχληση από τον οποιονδήποτε. - Προσπάθεια να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του όλου ακινήτου που έγινε από τον XXXXX Ιωάννου προγενέστερα, απέτυχε και/ή ο ίδιος απέσυρε σχετική αίτηση που είχε καταχωρήσει στο Κτηματολόγιο του 1984, παρουσιάζοντας πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη Δρύμου ότι το αγόρασε από τον XXXXX Γ. Οικονόμου το 1940, το περιεχόμενο του οποίου δεν επιβεβαιώθηκε ή αποδείχθηκε η ορθότητα του. - Ο εναγόμενος αρ. 3 είναι συγγενικό πρόσωπο της εναγόμενης αρ. 2 και εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 29/06/2010 αποδεχόμενος την έκδοση απόφαση και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου στην βάση των πιο πάνω ισχυρισμών που παρατέθηκαν στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. - Ο εναγόμενος αρ. 3 δεν υπερασπίστηκε την ως άνω αγωγή, δεν έχει προκύψει να ερεύνησε την αλήθεια των ισχυρισμών των εναγόντων και δέχθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Εκείνο το οποίο αναφύεται από όλα τα πιο πάνω, είναι μια συνεχής και διαρκής προσπάθεια των εναγόμενων αρ. 1 και 2 για να εγγραφούν ως οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου, αρχικά μέσω του Κτηματολογίου και αφού προηγουμένως εξασφάλισαν σχετικά Πιστοποιητικά από το Κοινοτικό Συμβούλιο, τα οποία στη συνέχεια αποσύρθηκαν. Ακολούθως, επιστράτευσαν τον εναγόμενο αρ. 3, διορίζοντας τον ως διαχειριστή της περιουσίας των αποβιωσάντων (περιορισμένη διαχείριση) και πέτυχαν τον σκοπό τους μέσω του Δικαστηρίου παρουσιάζοντας σε αυτό γεγονότα και ισχυρισμούς στο δικόγραφο της Αγωγή Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τους ίδιους μέσω των πατεράδων τους το 1944 από τους αποβιώσαντες χωρίς οι εν λόγω ισχυρισμοί να έχει αποδειχθεί ότι ευσταθούν και κατά συνέπεια αποδεικνύεται να είναι ψευδείς. Η όλη συμπεριφορά των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και οι ενέργειες τους, τόσο πριν την έγερση της εν λόγω αγωγής και κατά την έγερση της, καταδεικνύουν την γνώση τους για το ψευδές και ανυπόστατο των ισχυρισμών που πρόβαλαν στην αγωγή εκείνη ή τουλάχιστον αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος αρ. 1, αξίωσε αρχικά την εγγραφή ολόκληρου του επίδικου ακινήτου παρουσιάζοντας πιστοποιητικό του Κοινοτάρχη, με το οποίο υπήρχε ισχυρισμός ότι αυτό αγοράστηκε από τον XXXXX Ιωάννου σε δημόσιο πλειστηριασμό το 1944, το οποίο στην πορεία και μετά την εμπλοκή της εναγόμενης αρ. 2, αναιρέθηκε από τον ίδιο τον Κοινοτάρχη. Η προσπάθεια του για απόκτηση τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου άρχισε μετά που ο εναγόμενος αρ. 1 είχε συμφωνήσει την πώληση του σε συγκεκριμένη εταιρεία, μαζί με άλλο τεμάχιο που του άνηκε. Μετά την διεκδίκηση του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη αρ. 2 και την επιτόπια έρευνα του Κτηματολογίου, το οποίο ουσιαστικά δεν ικανοποίησε το αίτημα του, παρουσιάζεται να προωθεί άλλη εκδοχή και να συμβιβάζεται με την απόκτηση του ½ μεριδίου, επικαλούμενος στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου άλλη συμφωνία αγοράς του από τον XXXXX Ιωάννου, μαζί τώρα με τον XXXXX Κούκου χωρίς να έχει στην κατοχή του τέτοια συμφωνία ή να γνώριζε ο ίδιος για μια τέτοια συμφωνία. Ο εναγόμενος αρ. 1 επίσης παρουσιάζει τον εαυτό του ως γιο του αποβιώσαντα XXXXX Ιωάννου και ότι μέσω αυτού ο ίδιος αγόρασε το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου χωρίς αυτό να ευσταθεί. Η εναγόμενη αρ. 2 αναφύεται ότι μετά τις προσπάθειες που ο εναγόμενος αρ. 1 ξεκίνησε μέσω του Κτηματολογίου για εγγραφή επ' ονόματι του ολόκληρου του επίδικου ακινήτου, να προωθεί και η ίδια σχετική αίτηση της, διεκδικώντας το ½ μερίδιο αυτού. Δεν έχει καταδειχθεί σε ποια βάση διεκδίκησε και η ίδια το ½ μερίδιο του επίδικου ακινήτου. Στην πορεία προκύπτει να αποσύρει το αίτημα της αυτό και να προχωρεί με την καταχώρηση ένστασης στην εγγραφή ολόκληρου του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του εναγόμενου αρ. 1, ισχυριζόμενη ότι το ½ μερίδιο του της ανήκει. Να σημειωθεί ότι η ίδια είναι ιδιοκτήτρια του γειτονικού τεμαχίου με αρ. 287, το οποίο συνορεύει με το επίδικο ακίνητο. Η ίδια δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι είναι δικαιούμενη σε εγγραφή του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου. Ούτε υποστήριξε τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου, οι οποίοι αποδείχθηκαν να μην ευσταθούν ή να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όλα τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα ευρήματα του Δικαστηρίου και γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλαν στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου και ειδικότερα ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από τους ιδίους εκπροσωπούμενοι από τους πατεράδες τους από όλους του αποβιώσαντες δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερομηνίας 22/03/1944 δεν ευσταθούσαν. Ο εναγόμενος αρ. 3, παρόλο που είχε εξουσιοδότηση αλλά και υποχρέωση να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να εκπροσωπήσει την περιουσία των αποβιωσάντων για τον περιορισμένο εκείνο σκοπό, δεν έχει προκύψει να γνώριζε κατά πόσο οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 είχαν δικαίωμα να εγγραφούν ως οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου ανά ½ μερίδιο έκαστος. Ούτε έχει προκύψει να προέβηκε σε οποιαδήποτε έρευνα προτού ο ίδιος αποδεχθεί την έκδοση της επίδικης απόφασης. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με την επίδικη περιουσία ή τους αποβιώσαντες. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι είναι συγγενικό πρόσωπο με την εναγόμενη αρ. 2 και στις 29/06/2010 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς άλλο αποδέχτηκε τους ισχυρισμούς της Αγωγής και την έκδοση της επίδικης απόφασης. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος αρ. 3, συνέβαλε και βοήθησε τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στην απόκτηση του επίδικου ακινήτου. Όφειλε τουλάχιστον να ερευνήσει τους ισχυρισμούς αυτούς των εναγόμενων αρ. 1 και 2, χωρίς να έχει καταδειχθεί να έχει πράξει οτιδήποτε ή να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία περί τούτου. Τούτο σε συνάρτηση με τα γεγονότα που οδήγησαν στον διορισμό του και τη σχέση που έχει με την εναγόμενη αρ. 2 αλλά και των ενεργειών των εναγόμενων αρ. 1 και 2 καταδεικνύουν τη συμπαιγνία του με τους τελευταίους. Τούτα είχαν ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 να αποκτήσουν το επίδικο ακίνητο χωρίς να έχουν τέτοιο δικαίωμα, αποστερώντας το από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του και/ή κληρονόμους τους. Οι ενέργειες τους αυτές εμπεριέχουν το στοιχείο της κακής και ηθικώς ανάρμοστης συμπεριφοράς. Επομένως, κρίνω ότι απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου εκδόθηκε κατόπιν δόλου και συμπαιγνίας των εναγόμενων αρ. 1 - 3 και δικαιολογείται η ακύρωση της από το παρόν Δικαστήριο. Διευκρινίζεται ότι η βάση αγωγής και τα γεγονότα που αποτέλεσαν την αιτία έκδοσης της απόφασης και/ή του διατάγματος στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου ήταν η ισχυριζόμενη αγορά του επίδικου ακινήτου από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 και όχι η χρησικτησία και/ή αδιάλειπτη κατοχή του για περίοδο πέραν των 30 ετών ή άλλως πως. Και έχει αποδειχθεί ο δόλος και η απάτη με την οποία οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 έχουν καταφέρει να καταστούν ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Σε κάθε περίπτωση όμως, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, στο τέλος της ημέρας ορθώς έχουν εγγραφεί ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου δυνάμει χρησικτησίας και/ή αδιάλειπτης κατοχής του για την αναγκαία περίοδο. Αυτό που έχει προκύψει είναι ότι ο XXXXX Ιωάννου δήλωνε το επίδικο ακίνητο ως αμπελώνα από το 1948 μέχρι το 1974, ως φαίνεται από το πιστοποιητικό του Υπουργείου Γεωργίας, τεκμήριο
- Το επίδικο ακίνητο όμως ήταν εγγεγραμμένο στους αποβιώσαντες από τις 23/07/1945 και δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να αποκτηθούν ιδιοκτησιακά δικαιώματα με βάση την κατοχή του μετά την 01/09/1946 που θεσπίστηκε το Κεφ.
- Τα όποια ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί εγγεγραμμένης ιδιοκτησίας έπρεπε να συμπληρωθούν πριν την 01/09/1946, ανάλογα με το είδος του ακινήτου. (βλ. Φεβρωνία (Φρόσω) Αυγουστή Νικόλα v. 1(Α) Παρασκευούλλας Αντώνη Κονναρή κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1785, Κάκουλος v. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355 και Κυριάκου v. Πετρή
(1985)1 Α.Α.Δ. 27). Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα στην παρούσα υπόθεση χρησικτησίας, με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε πόσο μάλλον με βάση τα ως άνω ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεδομένης της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι η απόφαση στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου εξασφαλίστηκε με δόλο και ότι αυτή θα πρέπει να ακυρωθεί, αυτό έχει ως συνέπεια την ακύρωση και της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2, αφού είναι δυνάμει της απόφασης αυτής που διενεργήθηκε η εν λόγω εγγραφή. Toύτο συνεπάγεται ότι το επίδικο ακίνητο θα πρέπει να επανέλθει στην προηγούμενη του εγγραφή και επ' ονόματι των αποβιωσάντων, οι οποίοι ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ανά 1/5 μερίδιο. Όσον αφορά την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι του ενάγοντα αρ. 1, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι αυτός είναι ο νόμιμος διαχειριστής της περιουσίας των αποβιωσάντων και έχει δικαίωμα συλλογής και διανομής της (βλ. 1. Ελπινίκη Παναγή κ.α v. Παναγιώτη Κ. Παναγή, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Κύπρου Παναγή
(2009)1Α Α.Α.Δ. 145). Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι ο ενάγοντας αρ. 1 θα πρέπει να εγγραφεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου και κρίνω ορθότερο να μην εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα αλλά να διαταχθεί όπως το επίδικο ακίνητο επανέλθει στο όνομα των αποβιωσάντων και ο ενάγοντας αρ. 1 να το διαχειριστεί και διανέμει ανάλογα στα πλαίσια των διαχειρίσεων. Οι υπόλοιπες θεραπείες που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή δεν μπορεί να έχουν επιτυχία. Άλλωστε αυτές φαίνεται να μην έχουν προωθηθεί με την αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων αλλά και με οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, η θεραπεία για απόδοση της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου, δεν μπορεί να επιτύχει τη στιγμή που θα ακυρωθεί η εγγραφή επ' ονόματι των εναγόντων και το επίδικο ακίνητο θα επανέλθει στην περιουσία των αποβιωσάντων. Η θεραπεία των αποζημιώσεων για απώλεια χρήσης δεν έχει τεκμηριωθεί με οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία ούτε υποστηριχθεί το δικαίωμα των εναγόντων για αξίωση μιας τέτοιας θεραπείας. Ούτε η θεραπεία των τιμωρητικών αποζημιώσεων. Δεν προκύπτει επίσης οι ενάγοντες να προωθούν με την αγόρευση τους τέτοια θεραπεία. Η αγωγή σε σχέση με τον εναγόμενο αρ. 4, κρίνω ότι δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν έχει καταδειχθεί από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος αρ. 4 μετείχε σε οποιαδήποτε συμπαιγνία με τους εναγόμενους αρ. 1 - 3 ή σε δόλο ή αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών του καθηκόντων με σκοπό την αποξένωση της περιουσίας των αποβιωσάντων. Ούτε προβλήθηκε άλλωστε ένας τέτοιος ισχυρισμός από τους ενάγοντες. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι δεν κατέχει τέτοια στοιχεία. Ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου αρ. 4 εδράζεται στην αμέλεια και/ή την παράβαση των νομικών του καθηκόντων που είχε ως συνέπεια να προκαλέσει ζημιά στους ενάγοντες. Τούτο συνοψίζεται στην λανθασμένη απόφαση του Κτηματολογίου να κηρύξει διαφιλονικούμενο το επίδικο ακίνητο και να αγνοήσει ότι οι κληρονόμοι των αποβιωσάντων και η ενάγουσα αρ. 2 ήταν οι δικαιούχοι στην εγγραφή του επ' ονόματι τους (βλ. παράγραφο 26 της Έκθεσης Απαίτησης). Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 172 του Συντάγματος και δεν θα μπορούσε το εν λόγω Άρθρο να αποτελεί τη βάση για επιτυχία της αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων αρ. 4. Είναι κοινό έδαφος και έχει προκύψει από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία ότι το Κτηματολόγιο ενέργησε στη βάση του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου Κεφ. 224 στο να εξετάσει τις αιτήσεις των εμπλεκόμενων μερών και να λάβει την απόφαση του να κηρύξει διαφιλονικούμενο το επίδικο ακίνητο. Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα το Κτηματολόγιο ή οι υπάλληλοι του να ενέργησαν χωρίς εξουσιοδότηση ή έρεισμα στο Νόμο (βλ. Κτηνοτροφική Επιχείρηση Π.Σ.Μ. Πέτρου Λιμίτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1 Γ Α.Α.Δ. 2075 και Georghiou v. The Attorney General
(1982)1 C.L.R. 938). Εκείνο το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Κτηματολόγιο επέδειξε αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών του καθηκόντων και ένεκα αυτών οι ενάγοντες υπέστηκαν ζημιά. Είναι γεγονός και είναι ορθή η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγόμενου αρ. 4 ότι η δικογράφηση της παραγράφου 26 της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι η ενδεδειγμένη και ότι σε αυτή συμπλέκονται οι ισχυρισμοί για αμέλεια και παράβαση νομικών καθηκόντων χωρίς επίσης να συγκεκριμενοποιούνται οι πρόνοιες της νομοθεσίας που έχουν παραβιαστεί από τον εναγόμενο αρ. 4 και το Κτηματολόγιο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλέξανδρου Κωστάκη Ανήλικου, μέσω των γονέων του και φυσικού κηδεμόνων του Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 432 και
- Ελπινίκη Παναγή κ.α v. Παναγιώτη Κ. Παναγή, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Κύπρου Παναγή (ανωτέρω). Σε κάθε περίπτωση όμως εκείνο το οποίο αναφύεται από τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων είναι ότι η οποιαδήποτε λανθασμένη απόφαση του Κτηματολογίου ή η λανθασμένη εφαρμογή του Νόμου, όπως εισηγούνται οι ενάγοντες, δεν προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά σε αυτούς. Η εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 από το Κτηματολόγιο διενεργήθηκε δυνάμει και/ή εκτελώντας την απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου. Αυτή ήταν η αιτία αποξένωσης του επίδικου ακινήτου και όχι οποιαδήποτε αμελής πράξη και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων του Κτηματολογίου. Το παράπονο των εναγόντων όπως διευκρινίστηκε από τον Μ.Ε.1 έγκειται στο γεγονός ότι το Κτηματολόγιο όφειλε να απορρίψει την αίτηση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 για εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους, μετά την επιτόπια έρευνα και να προχωρήσει με την μεταγραφή του 1/5 μεριδίου επ' ονόματι της ενάγουσας αρ.
- Η απόφαση του Κτηματολογίου όμως στο να μην εγγράψει το 1/5 μερίδιο στην ενάγουσα αρ. 2 και η κήρυξη του επίδικου ακινήτου ως διαφιλονικούμενου, σύμφωνα με την επιστολή του ημερομηνίας 21/10/2008 δεν είχε αποτέλεσμα αυτό να εγγραφεί επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και κατ΄ επέκταση να αποξενωθεί από την περιουσία των αποβιωσάντων και να προκληθεί ζημιά. Περαιτέρω, δεν έχει επεξηγηθεί η θέση κατά πόσο το Κτηματολόγιο θα μπορούσε να προχωρήσει και να εγγράψει το 1/5 μερίδιο επ' ονόματι της ενάγουσας αρ. 2, ως κληρονόμου χωρίς την ύπαρξη διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρα της. Σε κάθε περίπτωση κρίνω ότι αν η ενάγουσα αρ. 2 είχε παράπονο με την απόφαση αυτή του Κτηματολογίου θα μπορούσε να την προσβάλει στο Δικαστήριο με άλλη διαδικασία και συγκεκριμένα δυνάμει του Άρθρου 80 του Κεφ.
- Η οποιαδήποτε λανθασμένη απόφαση ή διαδικασία ακολουθήθηκε από το Κτηματολόγιο δεν μπορεί να συνεπάγεται σε αμέλεια ή παράλειψη εκτέλεσης των καθηκόντων του συνεπεία της οποίας προκλήθηκε ζημιά στους ενάγοντες και τούτη, όσον αφορά την ενάγουσα αρ. 2 θα μπορούσε να ελεχθεί με άλλο τρόπο ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση η αποξένωση του επίδικου ακινήτου έγινε δυνάμει της απόφασης στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου η οποία εξασφαλίστηκε με δόλιο τρόπο από τους εναγόμενους αρ. 1 - 3 χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή του Κτηματολογίου. Η ζημιά επομένως που προκλήθηκε οφείλεται σε αυτή την απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία εξασφαλίστηκε με τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο και όχι ένεκα πράξεων ή παραλείψεων του Κτηματολογίου και του εναγόμενου αρ.
- Παραπονούνται οι ενάγοντες ότι το Κτηματολόγιο δεν έπρεπε να διενεργήσει την μεταβίβαση ούτε και με βάση την εν λόγω απόφαση για τους λόγους που παράθεσε ο Μ.Ε.
- Οι θέσεις και οι ισχυρισμοί αυτοί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, είναι εκτός δικογράφων. Σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει τα παράπονα αυτά των εναγόντων να δικαιολογούνται. Με βάση το Άρθρο 65
(2)του Κεφ. 224, αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου είναι αρκετή εξουσιοδότηση στον Διευθυντή να διενεργήσει εγγραφές ή μεταβολές που απαιτούνται με μόνη προϋπόθεση την καταβολή των τελών (βλ. Κυριακού Νικήτα Παναγιώτου v. Συκάς Ανδρέα Χ΄΄Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Πέραν των πιο πάνω, δεν προωθείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον των εναγόμενων αρ. 4 με την αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων, πέραν αυτής των αποζημιώσεων η οποία ισούται με την αξία του επίδικου ακινήτου στην περίπτωση που δεν διαταχθεί η ακύρωση της εγγραφής του επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και
- Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου όμως και σε αυτά που θα αναφερθούν κατωτέρω σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις, η αξίωση των εναγόντων εναντίον των αρ. 4 για αποζημιώσεις καθίσταται άνευ αντικειμένου και δεν έχει προωθηθεί ή στοιχειοθετηθεί οποιαδήποτε άλλη ζημιά. Τέλος, θα εξετάσω τις προδικαστικές ενστάσεις που προβάλλονται με την Έκθεση Υπεράσπισης των εναγόμενων αρ. 1 - 3 και κατά πόσο αυτές ευσταθούν έτσι ώστε να μην μπορεί να παρασχεθεί θεραπεία στους ενάγοντες. Στην παράγραφο αρ. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων αρ. 1 - 3, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες δεν ακολούθησαν το ορθό δικονομικό μέτρο για την ακύρωση των μεταβιβάσεων και ότι αν θεωρούν ότι αυτές έγιναν παράνομα έπρεπε να είχαν καταχωρήσει αίτηση για προσβολή της διαχείρισης με την οποία διορίστηκε διαχειριστής ο εναγόμενος αρ.
- Στην αγόρευση των συνηγόρων των εναγόμενων αρ. 1 - 3 και σε σχέση με την πιο πάνω προδικαστική ένσταση γίνεται αναφορά στο Άρθρο 61 του Κεφ. 224 και ότι η χρήση του αποτελούσε το ορθό δικονομικό μέτρο χωρίς οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση ή συσχετισμό με το περιεχόμενο των ισχυρισμών της εν λόγω προδικαστικής ένστασης. Το Άρθρο 61 του Κεφ. 224 όμως αφορά την εξουσία του Διευθυντή του Κτηματολογίου για διόρθωση λαθών στα κτηματικά μητρώα τα οποία είναι εμφανή από τους φακέλους και τα κτηματικά σχέδια. Στην Παναγιώτου v. Κυριάκου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 362 λέχθηκε «ότι η εφαρμογή του Άρθρου 61 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που το λάθος μπορεί να ευρεθεί και να διορθωθεί από τα σχέδια και βιβλία του Κτηματολογίου χωρίς περαιτέρω έρευνα». Στην παρούσα περίπτωση η εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 διενεργήθηκε από τον Διευθυντή δυνάμει της απόφασης και/ή του διατάγματος του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου και δεν θα μπορούσε δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 61 του Κεφ. 224 να προβεί σε ακύρωση της επίδικης εγγραφής και ουσιαστικά να εξετάσει την ορθότητα της απόφασης και/ή του διατάγματος που εκδόθηκε στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή. Αυτό επιτυγχάνεται μόνο στα πλαίσια αγωγής, όπως είναι η παρούσα. Ούτε οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την αγωγή τους λάθος στα Κτηματολογικά μητρώα το οποίο θα μπορούσε να διορθωθεί χωρίς περαιτέρω έρευνα (βλ. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας v. Μιχαλάκης Γεωργίου Σταύρου κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A211, Πολ. Έφεση Αρ. 156/10, Ημερ. 24/03/2015). Αποδίδεται δόλος και απάτη στην έκδοση της επίδικης απόφασης στα πλαίσια της Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου με βάση την οποία ακολούθησε η εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και
- Τα ζητήματα αυτά προϋποθέτουν διερεύνηση και δεν είναι εμφανή από τα κτηματολογικά μητρώα. Τούτα μπορεί να εξεταστούν μόνο στα πλαίσια αγωγής, όπως είναι η παρούσα (βλ. Γιάλλουρου κ.α. v. Μιχαηλίδη κ.α (ανωτέρω)). Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι ουδεμία αναφορά κάνουν στην αγόρευση τους σχετικά με το ζήτημα της καταχώρισης Αίτησης για προσβολής του διορισμού του διαχειριστή, ως την ορθή διαδικασία όπως αναφέρουν στην προδικαστική τους ένσταση που έπρεπε να ακολουθηθεί και ούτε προκύπτει να προώθησαν αυτό το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση δεν επιζητείται με την παρούσα αγωγή η ακύρωση του διορισμού του εναγόμενου αρ. 3 ως διαχειριστή (limited grant) αλλά η ακύρωση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και της εκ συμφώνου απόφασης, δυνάμει της οποίας διενεργήθηκε η εν λόγω εγγραφή, στη βάση του δόλου και της απάτης και είναι αυτό που εξέτασε το Δικαστήριο ανωτέρω. Όσον αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης, παρατηρείται ότι αυτές δεν περιέχονταν στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης των εναγόμενων 1 - 3 και/ή στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους ημερομηνίας 11/06/2019 που ήταν η τελευταία πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ημερομηνίας 02/11/
- Η τελευταία αυτή Υπεράσπιση καταχωρήθηκε μετά που οι ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης τους. Οι εναγόμενοι αρ. 1 - 3 δεν θα μπορούσαν, πέραν από το να απαντήσουν στους νέους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και δη τις πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις χωρίς να εξασφαλίσουν προηγουμένως σχετικό διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Επομένως, είναι ορθή η εισήγηση των εναγόντων ότι αυτές δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη και δεν μπορούν να εξεταστούν. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι προδικαστικές ενστάσεις των παραγράφων αρ. 2 και 3 δεν θα μπορούσαν να ευσταθούν. Οι συνήγοροι των εναγόμενων 1 - 3, δεν υποστηρίζουν κατ' αρχάς το ζήτημα της παραγραφής στην αγόρευση τους και αφήνουν το θέμα στο Δικαστήριο, όπως αναφέρουν. Επικαλούνται στην Υπεράσπιση τους τις πρόνοιες του Νόμου 66(Ι)/2012, ο οποίος όμως τέθηκε σε ισχύ μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και δη την 01/07/2012, με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του και δεν θα μπορούσε η προβλεπόμενη περίοδος παραγραφής να καλύπτει την παρούσα αγωγή. Ούτε και θα μπορούσε να υφίσταται παραγραφή υπό τις περιστάσεις. Σε σχέση με την προδικαστική ένσταση που περιέχεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγόμενων αρ. 1 - 3, ότι δηλαδή ζητείται η ακύρωση της εγγραφής του επίδικου ακινήτου χωρίς να προσβληθεί η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στην Αγ. Αρ. 113/10 Ε.Δ. Πάφου, ούτε αυτή ευσταθεί. Αυτό είναι ουσιαστικά που ζητείται με την παρούσα αγωγή, μεταξύ άλλων, και ενυπάρχει εξουσία του Δικαστηρίου για εξέταση και ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3 στον αναγκαίο βαθμό και δικαιούται σε απόφαση ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Σημειώνεται ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως κατωτέρω, αφορά ουσιαστικά την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και επαναφορά του στην περιουσία των αποβιωσάντων, η οποία εκπροσωπείται από τον ενάγοντα αρ. 1 (βλ. Δ.9, Θ.8). Η ενάγουσα αρ. 2 είναι κληρονόμος μιας εκ των αποβιωσάντων και η ίδια δεν προκύπτει να έχει οποιαδήποτε αξίωση και αυτή εκπροσωπείται από τον ενάγοντα αρ. 1 χωρίς απαραίτητα να έπρεπε να ήταν διάδικος. Δεν προκύπτει όμως να απαγορεύεται από τις πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής, να συνενωθεί και κληρονόμος σε αγωγή του διαχειριστή. Επίσης, προκύπτει η ενάγουσα αρ. 2 να ήταν εμπλεκόμενη με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Κτηματολόγιο πριν την έγερση της παρούσας αγωγή και να σχετιζόταν και με την απόφαση του Κτηματολογίου στο να μην εγγράψει το 1/5 μερίδιο που αξίωσε επ' ονόματι της, αφού η παρούσα αγωγή στρέφεται και εναντίον του εναγόμενου αρ.
- Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία της ως διάδικος δεν δημιούργησε ή πρόσθεσε οποιαδήποτε έξοδα στη διαδικασία, η ίδια δεν προσήλθε για να καταθέσει και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία από πλευράς εναγόμενων αρ. 1 - 3 που να σχετίζεται με την ενάγουσα αρ.
- Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση και/ή διατάγματα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3 ως οι παράγραφοι Δ και Α της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, εκδίδεται Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου όπως ακυρώσει την εγγραφή 3309/15/10/2010, φυλ./σχέδιο 35/46, τεμάχιο XXXXX, έκτασης 13044 τ.μ. του χωριού Δρύμου, εγγεγραμμένη επ' ονόματι των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και όπως αυτό επαναφερθεί στην προηγούμενη του εγγραφή επ' ονόματι των αποβιωσάντων XXXXX Γ. Οικονόμου, XXXXX Γ. Οικονόμου (Χατζηοικονόμου), XXXXX Γ. Οικονόμου (Χατζηοικονόμου), XXXXX Γ. Οικονόμου (Χατζηοικονόμου) και XXXXX Γ. Οικονόμου (Χατζηοικονόμου) ανά 1/5 μερίδιο έκαστος. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την αγωγή εναντίον του εναγόμενου αρ. 4, αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου αρ. 4 και εναντίον των εναγόντων αρ. 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αξίωση των εναγόντων για αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων του εναγόμενου αρ. 4, έχει αποτύχει και τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)........... Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο