ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2085/13, 11/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2085/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ XXXXX ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 11.02.21 Για Ενάγοντες: κα Ανθίμου μαζί με κ. Δημητριάδη Για Εναγόμενους 1 & 4: κ. Ζαννούπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Αιτία για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, αποτέλεσε η παραχώρηση δανείου στον Εναγόμενο 1 κατά ή περί της 10.05.02 για το ποσό των Λ.Κ. 5.
- Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας, το επίδικο δάνειο θα επιβαρυνόταν με συνολικό επιτόκιο προς 8% και θα ήταν αποπληρωτέο με την καταβολή 60 μηνιαίων δόσεων εκ ποσού Λ.Κ. 102 έκαστη. Οι Εναγόμενοι 2‑4, δυνάμει γραπτής συμφωνίας εγγύησης, εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που απορρέουν από την προαναφερόμενη συμφωνία δανείου μέχρι του ποσού των Λ.Κ. 5.000 πλέον τόκους, δικαιώματα, δαπάνες και άλλα έξοδα. Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλει συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου και η Ενάγουσα κατά ή περί της 27.06.13, μέσω επιστολής των δικηγόρων της, κάλεσε τον Εναγόμενο 1 όπως εντός 21 ημερών καταβάλει το καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό ύψους €5.357,
- Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κοινοποιήθηκε και στους Εναγόμενους 2‑
- Λόγω της άρνησης και/ή παράλειψης του Εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής, η Ενάγουσα, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 23.07.13, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου και απαίτησε την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του. Σχετική επιστολή στάλθηκε και στους Εναγόμενους 2‑4, με την οποία πληροφορήθηκαν για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και ενημερώθηκαν για την απαίτηση της Ενάγουσας προς εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Παρά τις πιο πάνω επιστολές και/ή οχλήσεις της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου εκ ποσού €5.707,93 πλέον τόκο προς 10,5% από τις 12.08.13 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30.06 και 31.12 έκαστου έτους. Ο Εναγόμενος 1 στην Υπεράσπισή του ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα, καθώς το ποσό του επίδικου δανείου εξοφλήθηκε. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι το ποσό που διεκδικεί η Ενάγουσα είναι αποτέλεσμα λανθασμένων χρεώσεων και/ή υπερχρεώσεων και/ή λάθους της Ενάγουσας και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της. Ο Εναγόμενος 4 στη δική του Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παραβίασε θεμελιώδεις συμβατικές και νομικές υποχρεώσεις της έναντι του, με αποτέλεσμα να έχουν εξουδετερωθεί και/ή ακυρωθεί οι αναληφθείσες από τον ίδιο υποχρεώσεις. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από την Ενάγουσα, καθώς και ότι οποιοδήποτε τυχόν οφειλόμενο ποσό δεν κατέστη ληξιπρόθεσμο έναντι του. Η Ενάγουσα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 ισχυρίζεται ότι το ποσό του επίδικου δανείου δεν έχει εξοφληθεί και όλες οι χρεώσεις που παρουσιάζονται στον λογαριασμό του έγιναν νόμιμα και σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Στη δε Απάντηση της στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 4, προβάλλει τη θέση ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση του τελευταίου αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του προκειμένου να αποφύγει τις υποχρεώσεις του έναντι της. Σημειώνεται, ότι εναντίον του Εναγόμενου 3 εκδόθηκε απόφαση στις 27.02.14, λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, δεν κατέστη δυνατό να του επιδοθεί η αγωγή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους εστιάζοντας στα ουσιώδη, κατά την άποψη τους, ζητήματα. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και θα τύχουν σχολιασμού, εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία ‑ Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα, πειστικότητα, αλλά και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημερ.16.04.14). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μετά την παράθεση της μαρτυρίας, θα ακολουθήσει η αξιολόγηση των μαρτύρων. Σημειώνεται, ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Η Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής της, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, την οποία και κατέθεσε ως Έγγραφο Α. Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, δήλωσε ότι εργάζεται στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής η «Altamira») η οποία, κατόπιν συμφωνίας με την Ενάγουσα, ανέλαβε για λογαριασμό της τη διαχείριση αριθμού δανείων και χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου. Στα καθήκοντά της ανήκουν, μεταξύ άλλων, ο έλεγχος και η παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών. Η μαρτυρία της στηρίζεται σε γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση της, λόγω της θέσης και των καθηκόντων που ασκεί, αλλά και από τη μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρεί η Ενάγουσα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η Σ.Π.Ε Στρουμπίου (στο εξής η «Σ.Π.Ε»), μετά από αίτηση του Εναγόμενου 1, παραχώρησε στον τελευταίο στις 10.05.02 το ποσό των Λ.Κ. 5.000 ως δάνειο. Για αυτόν τον λόγο υπογράφηκε μεταξύ της Σ.Π.Ε και του Εναγόμενου 1 συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 10). Δυνάμει του Τεκμηρίου 10, η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ. 5.000 και προς τούτο ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX, ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε XXXXX. Προς εξασφάλιση της Ενάγουσας για την παραχώρηση του επίδικου δανείου στον Εναγόμενο 1, οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης στις 10.05.02 (Τεκμήριο 11), δυνάμει της οποίας εγγυήθηκαν από κοινού και χωριστά όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 προς τη Σ.Π.Ε μέχρι του ποσού του δανείου πλέον τόκους και έξοδα. Ο Εναγόμενος 1, κατά παράβαση των όρων του Τεκμηρίου 10, παρέλειψε να συμμορφωθεί με το συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα εξόφλησης του δανείου. Συγκεκριμένα, στις 27.06.13 ο επίδικος λογαριασμός δανείου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκ ποσού €5.357,88. Ως εκ των ανωτέρω, δόθηκε εντολή στους τότε δικηγόρους της Σ.Π.Ε, όπως στείλουν επιστολή στους Εναγόμενους με την οποία να τους ενημερώνουν για το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Στις 27.06.13 στάλθηκε σχετική επιστολή στον Εναγόμενο 1, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2‑4 (Τεκμήριο 13), με την οποία κλήθηκαν όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσουν το ποσό της υπέρβασης και παράλληλα ενημερώθηκαν, ότι σε περίπτωση που παραλείψουν να συμμορφωθούν, τότε η Ενάγουσα θα προχωρούσε σε τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Η εν λόγω επιστολή στάλθηκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων και δεν επιστράφηκε. Οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο της επιστολής ‑ Τεκμήριο 13 και ως εκ τούτου, οι τότε δικηγόροι της Σ.Π.Ε έστειλαν νέες επιστολές στους Εναγόμενους (δέσμη Τεκμηρίου 14) στις 23.07.13. Με την επιστολή ‑ Τεκμήριο 14 προς τον Εναγόμενο 1, η Σ.Π.Ε τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου και απαίτησε ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Παράλληλα, στάλθηκαν την ίδια ημερομηνία σχετικές επιστολές και στους Εναγόμενους 2-4. Οι εν λόγω επιστολές (δέσμη Τεκμηρίου 14) στάλθηκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγόμενων και δεν επιστράφηκαν. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων της γνωρίζει, ότι η Ενάγουσα τηρεί τραπεζικό βιβλίο και σε ηλεκτρονική μορφή στο οποίο φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών τόσο της Σ.Π.Ε, όσο και των Συνεργατικών Εταιρειών και πιστωτικών ή μη ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν. Στο τραπεζικό βιβλίο, το οποίο είναι ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Σ.Π.Ε και των Συνεργατικών Εταιρειών και πιστωτικών ή μη ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν, περιλαμβάνονται όλες οι καταχωρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό, οι οποίες έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Το υπό αναφορά τραπεζικό βιβλίο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και τελεί υπό τον έλεγχο της. Διατηρεί πρόσβαση στο προαναφερόμενο τραπεζικό βιβλίο και κατόπιν εντολής της εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της όλες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες αποτελούν αντίγραφα των καταχωρήσεων που περιλαμβάνονται στο τραπεζικό βιβλίο. Οι εν λόγω καταστάσεις συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από την ίδια, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Κεφ.9, στο οποίο επισυνάπτονται οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού από τις 10.05.02 μέχρι και τις 30.06.20. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία ετοίμασε η ίδια λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στο Τεκμήριο 12. Από το Τεκμήριο 15 αφαίρεσε το σύνολο των χρεώσεων, τις οποίες, κατόπιν νομικής συμβουλής, η Ενάγουσα δεν αξιώνει. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου ανέρχεται σε €8.712,03 πλέον τόκο προς 10% από τις 04.11.20 πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, στις 30.06 και 31.12 έκαστου έτους. Επιπρόσθετα, η μάρτυρας ετοίμασε και δεύτερη αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 16. Στο Τεκμήριο 16 δεν έχει συμπεριλάβει τον τόκο υπερημερίας προς 2% και ως εκ τούτου, η χρέωση του λογαριασμού γίνεται μόνο στη βάση του συμφωνηθέντος επιτοκίου προς 8%. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 16, το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €7.577,08 πλέον τόκο προς 8% από τις 04.11.20 πλέον κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, στις 30.06 και 31.12 έκαστου έτους. Κατά την αντεξέτασή της επανέλαβε, ότι εργάζεται στην Altamira, η οποία είναι εταιρεία διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Κλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων όπως παρουσιάσει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο με το οποίο να βεβαιώνεται ότι όντως εργοδοτείται στην προαναφερόμενη εταιρεία. Η μάρτυρας δήλωσε, ότι δεν είχε στην κατοχή της οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο για να καταθέσει ως Τεκμήριο. Διευκρίνισε, ότι εξουσιοδοτήθηκε από την Ενάγουσα για να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση και από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, μέσω του αρχείου που είναι εγκατεστημένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της, γνωρίζει ότι εκκρεμεί το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου δανείου. Στην επίδικη συμφωνία δανείου ‑ Τεκμήριο 10, δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια η οποία να επιτρέπει τη χρέωση τόκου υπερημερίας προς 2%. Στην επισήμανση του κ. Ζαννούπα, ότι ενόψει της απουσίας σχετικής πρόνοιας, τότε η Ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει επιτόκιο υπερημερίας προς 2%, η μάρτυρας απάντησε ότι για αυτόν τον λόγο έχουν ετοιμαστεί δύο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 15 και 16), στους οποίους στον έναν χρεώνεται ο σχετικός τόκος υπερημερίας, ενώ στον άλλον έχει αφαιρεθεί η εν λόγω χρέωση. Σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγομένων, απάντησε, ότι δεν γνωρίζει το όνομα του υπαλλήλου της Σ.Π.Ε που χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό, ούτε και γνωρίζει το πρόσωπο που κατέγραψε στο αρχείο του ηλεκτρονικού υπολογιστή τις πράξεις που εμφαίνονται στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Δεν γνωρίζει, επίσης, κατά πόσο το εν λόγω πρόσωπο καταχώρησε όλες τις πράξεις που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό, ωστόσο, θεωρεί, ότι καταχωρήθηκε το σύνολο των πράξεων, καθώς υπάρχουν σχετικές αποδείξεις. Στην ερώτηση του κ. Ζαννούπα, εάν γνωρίζει κατά πόσο οι συναλλαγές που γίνονταν με τη Σ.Π.Ε ήταν ορθές ή γίνονταν λάθη ή παραλείψεις ή ατασθαλίες, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Η Μ.Ε.1 διαφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόμενων, ότι το επίδικο δάνειο εξοφλήθηκε. Εάν το επίδικο δάνειο εξοφλούνταν, τότε αυτό θα περιερχόταν στη γνώση της. Τέλος, διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση, ότι τα πρόσωπα που ήταν αρμόδια για την τήρηση του επίδικου λογαριασμού παρέλειψαν να διαγράψουν το επίδικο δάνειο. Από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 είναι φανερό ότι η τελευταία δεν είχε οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση κατά τον χρόνο συνομολόγησης και παραχώρησης του επίδικου δανείου, ούτε και κατά το χρονικό διάστημα λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Το ότι η μάρτυρας δεν είχε εμπλοκή στη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, δεν επηρεάζει, από μόνο του, την αποδοχή της μαρτυρίας της (Ρώσσου και Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.448/12, ημερ.17.12.18). Σημειώνεται, ότι δεν αμφισβητήθηκε η δήλωση της Μ.Ε.1, ότι στα καθήκοντα της περιλαμβάνεται ο έλεγχος και η παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήρια τα έγγραφα από τα οποία άντλησε γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και, παράλληλα, ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήρια 15 και 16). Η Υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, αμφισβήτησε τη δυνατότητά της να καταθέσει ως μάρτυρας στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Η υπερασπιστική γραμμή επί του υπό αναφορά ζητήματος κινήθηκε στους ακόλουθους τρεις άξονες: (
- i)αμφισβητήθηκε η εργοδότηση της Μ.Ε.1 από την Altamira, (
- ii)αμφισβητήθηκε η παραχώρηση πληρεξουσίου εγγράφου από την Ενάγουσα προς τη Μ.Ε.1, με το οποίο εξουσιοδοτείται η τελευταία να παρουσιάζεται για λογαριασμό της Ενάγουσας σε δικαστικές υποθέσεις και να καταθέτει ως μάρτυρας και (iii) αμφισβητήθηκε η εξουσιοδότηση που παραχώρησε η Ενάγουσα στην Altamira για χειρισμό του επίδικου δανείου. Η Μ.Ε.1 υπήρξε σταθερή στη θέση της, ότι ο χειρισμός του επίδικου δανείου ανατέθηκε από την Ενάγουσα στην Altamira, καθώς και στο ότι εργοδοτείται από την Altamira. Επίσης, παρέμεινε σταθερή στον ισχυρισμό της, ότι παραχωρήθηκε στην ίδια πληρεξούσιο έγγραφο από την Ενάγουσα προκειμένου να εμφανίζεται και να καταθέτει ως μάρτυρας σε δικαστικές υποθέσεις όπου η Ενάγουσα είναι διάδικο μέρος. Δεν παραβλέπω το γεγονός, ότι η Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει τη συμφωνία εργοδότησής της από την Altamira ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο να βεβαιώνει ότι η τελευταία είναι υπάλληλος της Altamira. Η μάρτυρας, ωστόσο, ανέφερε ότι υπάρχουν τα σχετικά έγγραφα που επιβεβαιώνουν την εργοδότησή της από την Altamira, πλην όμως δεν τα είχε στην κατοχή της για να τα παρουσιάσει ως Τεκμήρια. Η απουσία των εν λόγω εγγράφων από το κατατεθέν μαρτυρικό υλικό δεν αποδυναμώνει, κατά την κρίση μου, τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, ούτε αφήνει οποιοδήποτε ουσιώδες κενό στη μαρτυρία της. Ο σκοπός της παρουσίας της Μ.Ε.1 στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν για να καταθέσει για τον επίδικο λογαριασμό δανείου και όχι για την εργοδότησή της από την Altamira ή για την εξουσιοδότηση της Altamira από την Ενάγουσα προς χειρισμό του επίδικου δανείου. Τα ζητήματα που ήγειρε η Υπεράσπιση, δεν καλύπτονται δικογραφικά και, επομένως, δεν άπτονται των επίδικων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια, δεν αναμενόταν η Μ.Ε.1 να έχει στην κατοχή της τα έγγραφα που αφορούν την εργοδότησή της από την Altamira ή την εξουσιοδότηση της Ενάγουσας προς την τελευταία για χειρισμό του επίδικου δανείου. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται, ότι η Μ.Ε.1 κλήθηκε από την Ενάγουσα για να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να καταθέσει προς απόδειξη της υπόθεσής της. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, οδηγεί στο ασφαλές και αναπόδραστο συμπέρασμα, ότι η Ενάγουσα εξουσιοδότησε τη μάρτυρα να παρουσιαστεί και να καταθέσει για λογαριασμό της και κατ' επέκταση επιβεβαιώνει τη θέση της ότι ο χειρισμός του επίδικου δανείου ανατέθηκε από την Ενάγουσα στην Altamira, στην οποία εργοδοτείται η Μ.Ε.1. Ειδικότερα, όσον αφορά την ύπαρξη πληρεξουσίου εγγράφου της Ενάγουσας προς το πρόσωπό της, η Μ.Ε.1, κατά την αντεξέταση της, δήλωσε ότι είχε στην κατοχή της σχετικό έγγραφο το οποίο μπορούσε να καταθέσει ως Τεκμήριο. Η πλευρά των Εναγομένων, ωστόσο, δεν ζήτησε τελικά την κατάθεσή του. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά ημερ. 04.12.20: «E. Σου υποβάλλω δεν είσαι σε θέση να μας πείσεις και εμάς ότι όντως εργάζεσαι στην Altamira αφού δεν έχεις, εκτός από το συμβόλαιο εργοδότησης, και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που θα βεβαιώνει ότι ενεργείς εκ μέρους της Altamira. A. Διαφωνώ. E. Έχεις κάτι να μας δείξεις; A. Μάλιστα. E. Δείξε μας. A. Υπάρχει πληρεξούσιο έγγραφο από την ΣΕΔΙΠΕΣ επ' ονόματι μου ότι μπορώ να καταθέσω στο Δικαστήριο. Το πρωτότυπο είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. E. Δείξε μας το. Κα Ανθίμου: Υπάρχει σχετικό έγγραφο να κατατεθεί ως τεκμήριο. Δικαστήριο: Να το επιθεωρήσει ο κύριος Ζαννούπας. Ο κύριος Ζαννούπας συνεχίζει: E. Εσύ είπες εργάζεσαι στην Altamira, έτσι;» Κλείνοντας το εν λόγω κεφάλαιο, θα πρέπει να σημειώσω, ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία η οποία να αντικρούει τους ισχυρισμούς της Μ.Ε.1 σε σχέση με τα υπό συζήτηση θέματα, ούτε και τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η Μ.Ε.1 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο εν αγνοία της Ενάγουσας ή χωρίς τη συγκατάθεση της τελευταίας. Ένας άλλος βασικός πυλώνας επί του οποίου αντεξετάστηκε η Μ.Ε.1, ήταν η ορθότητα της επίδικης κατάστασης λογαριασμού - Τεκμήριο 12. Πιο συγκεκριμένα, η Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τους υπαλλήλους ή λειτουργούς της Σ.Π.Ε που χειρίζονταν τον επίδικο λογαριασμό, ούτε και τους υπαλλήλους ή λειτουργούς της Σ.Π.Ε που ήταν υπεύθυνοι για την καταχώρηση στον επίδικο λογαριασμό (Τεκμήριο 12) των πράξεων που έγιναν σε σχέση με αυτόν. Η αδυναμία της Μ.Ε.1 να κατονομάσει τα πρόσωπα που χειρίστηκαν τον επίδικο λογαριασμό και ήταν υπεύθυνα για την καταχώρηση των πράξεων που αφορούσαν τις συναλλαγές που διενεργήθηκαν σε σχέση με αυτόν, δεν προκαλεί, κατά την άποψή μου, ρήγμα στη μαρτυρία της. Το ζητούμενο είναι, κατά πόσο, υπήρξε αμφισβήτηση οποιασδήποτε πράξης ή καταχώρησης που εμφανίζεται στο Τεκμήριο 12. Τέτοια αμφισβήτηση δεν υπήρξε εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 4. Αντιθέτως, η εκταμίευση του ποσού του δανείου εκ Λ.Κ.5.000, είναι παραδεκτή από τον Εναγόμενο 1, όπως επίσης και οι πιστώσεις που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 12. Πέραν των προαναφερόμενων πράξεων, οι μόνες άλλες καταγραφές που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 12 αφορούν τις χρεώσεις των τόκων και διάφορα έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκε ο λογαριασμός. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε ότι ο επίδικος λογαριασμός ορθά χρεωνόταν με τόκο. Άλλωστε, αυτή η δυνατότητα προβλέπεται στον όρο 3(α) του Τεκμηρίου 10, όπως και η κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως (όρος 3(β)). Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν η χρέωση τόκου υπερημερίας, για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω. Όσον αφορά τις υπόλοιπες χρεώσεις, αυτές, παρά το ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης, αφαιρέθηκαν από την Ενάγουσα στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 15 και 16) και δεν διεκδικούνται. Συνεπώς, το γεγονός ότι η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει τα πρόσωπα τα οποία είχαν τον έλεγχο του επίδικου λογαριασμού και ήταν υπεύθυνα κατά τον ουσιώδη χρόνο για την καταχώρηση των συναλλαγών που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν αφήνει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, οποιοδήποτε κενό στη μαρτυρία της. Επαναλαμβάνω, ότι δεν τέθηκε στη μάρτυρα συγκεκριμένη θέση εκ μέρους της Υπεράσπισης σε σχέση με οποιαδήποτε καταχώρηση που κατ' ισχυρισμό έγινε λανθασμένα στον επίδικο λογαριασμό ή σε σχέση με καταχώρηση που θα έπρεπε να γίνει και δεν έγινε. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, η Υπεράσπιση περιορίστηκε στη γενική θέση, ότι υπήρξε εξόφληση του επίδικου λογαριασμού, πράγμα το οποίο απέρριψε η Μ.Ε.1. Από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, δεν μπορώ, ωστόσο, να αποδεχθώ τη θέση της ότι η Ενάγουσα δικαιούται τη διεκδίκηση τόκου υπερημερίας προς 2%. Επί του εν λόγω ζητήματος, η μάρτυρας ουσιαστικά μετέφερε στο Δικαστήριο τη γνώμη της. Είναι καλά γνωστό ότι οι μάρτυρες καταθέτουν μόνο σε σχέση με γεγονότα τα οποία περιέρχονται στην αντίληψή τους και δεν επιτρέπεται η εκφορά γνώμης (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 605 επ.). Ως εκ των ανωτέρω, με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας της που αφορά τον τόκο υπερημερίας, η υπόλοιπη μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). Η Μ.Ε.2 επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή της, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Β. Σε αυτήν δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Altamira και συγκεκριμένα είναι λειτουργός στο αρμόδιο τμήμα το οποίο χειρίζεται τις ανακτήσεις χρεών και δικαστικές υποθέσεις της Ενάγουσας. Η μαρτυρία της βασίζεται σε γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση της από τη θέση που κατέχει, από τη μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρεί η Ενάγουσα για την παρούσα υπόθεση και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Στις 28.01.19 η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου παραχώρησε στην Ενάγουσα άδεια λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος για την άσκηση της δραστηριότητας της παροχής πιστώσεων. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 20, αντίγραφα της άδειας λειτουργίας εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων και της άδειας λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος, αμφότερες ημερομηνίας 28.01.
- Κατά την αντεξέτασή της ερωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων διερωτήθηκε κατά πόσο το επίδικο δάνειο εξαγοράστηκε από την Ενάγουσα. Η μάρτυρας απάντησε ότι, εξ όσων γνωρίζει, το επίδικο δάνειο δεν εξαγοράστηκε από την Ενάγουσα. Η μαρτυρία της Μ.Ε.2 ήταν τυπικής μορφής, καθώς η μάρτυρας περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 17‑20, ήτοι των αδειών που κατά καιρούς παραχωρήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου και τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Το περιεχόμενο των προαναφερόμενων Τεκμηρίων δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης εκ μέρους της Υπεράσπισης, η οποία περιορίστηκε σε διευκρινιστική ερώτηση ως προς το κατά πόσο το επίδικο δάνειο εξαγοράστηκε. Σημειώνεται, ότι η απάντηση της Μ.Ε.2, ότι το επίδικο δάνειο δεν εξαγοράστηκε, παρέμεινε αναντίλεκτη. Συνεπώς, η μαρτυρία της Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή. Ο Εναγόμενος 1, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 ως τη συμφωνία δανείου που υπέγραψε και δυνάμει της οποίας του παραχωρήθηκε από τη Σ.Π.Ε το ποσό των Λ.Κ. 5.000 ως δάνειο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού ημερ. 18.09.13, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι έλαβε τη σχετική κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου από τη Σ.Π.Ε. Η Σ.Π.Ε έκδωσε στις 02.05.02, μέσω του τότε γραμματέα της, εγγυητική επιστολή για το ποσό των Λ.Κ. 1.000 (Τεκμήριο 23). Η εγγυητική εκδόθηκε για την αδελφή της συζύγου του, προκειμένου να δικαιούται η τελευταία να έρθει στη Δημοκρατία από τις Φιλιππίνες και να εργαστεί στο εστιατόριο που ο ίδιος διατηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Αναζήτησε την εγγυητική επιστολή, όταν επισκέφθηκε τη Σ.Π.Ε. Δεν υπήρχαν, ωστόσο, οποιαδήποτε στοιχεία στη Σ.Π.Ε. Για αυτόν τον λόγο, μετέβηκε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στη Λευκωσία και μετά από αρκετές επισκέψεις του και προσπάθειες εντοπίστηκε η εγγυητική (Τεκμήριο 23) και την παρέλαβε από την εν λόγω Υπηρεσία. Προσδιόρισε, ότι η ημερομηνία που εντοπίστηκε η εγγυητική - Τεκμήριο 23 και την παρέλαβε, ήταν 2‑3 χρόνια πριν την ημερομηνία κατάθεσής του στο Δικαστήριο. Όταν έκλεισε το εστιατόριο που διατηρούσε, αποτάθηκε στη Σ.Π.Ε προκειμένου να εξοφλήσει το επίδικο δάνειο. Συγκεκριμένα, μέσα σε περίοδο 10‑12 ημερών, κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ. 4.000 και παρέμενε ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ. 1.
- Η εγγυητική (Τεκμήριο 23), ήταν για το ποσό των Λ.Κ. 1.
- Συμφώνησε με τον τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε, όπως το υπόλοιπο του δανείου εξοφληθεί με το ποσό της εγγυητικής. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί, λόγω των πολλών χρόνων που πέρασαν, κατά πόσο έλαβε οποιαδήποτε απόδειξη για την εξόφληση του επίδικου δανείου. Μετά την εξόφληση του δανείου, στις 12.09.03, και μέχρι το 2013, ουδείς ανέφερε, είτε στον ίδιο, είτε στον Εναγόμενο 4, ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε, ότι το ποσό των Λ.Κ. 1.000 για την εγγυητική (Τεκμήριο 23) πληρώθηκε με μετρητά, ωστόσο, μετά από 17 χρόνια, δεν είχε στην κατοχή του την απόδειξη πληρωμής του εν λόγω ποσού. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας, ότι στο Τεκμήριο 23 δεν αναγράφεται το ποσό της εγγυητικής, ούτε το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε, αλλά ούτε και σε ποιον απευθύνεται. Όταν έλαβε την επιστολή - Τεκμήριο 13, επισκέφθηκε τη Σ.Π.Ε και παρέλαβε την κατάσταση λογαριασμού ‑ Τεκμήριο
- Εξήγησε στους υπαλλήλους της Σ.Π.Ε, ότι εξόφλησε το ποσό του δανείου μέσω της εγγυητικής (Τεκμήριο 23) και αυτοί του ζήτησαν όπως τους παρουσιάσει αποδείξεις για την εξόφλησή του. Ερωτηθείς από τον κ. Δημητριάδη, κατά πόσο παρουσίασε στους υπαλλήλους της Σ.Π.Ε την εγγυητική ‑ Τεκμήριο 23, ο Εναγόμενος 1 απάντησε αρνητικά. Όταν αναχώρησε η αδελφή της συζύγου του από τη Δημοκρατία, δεν ενημέρωσε σχετικά την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Αυτό που έπραξε, ήταν να επισκεφθεί τον τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε με τον οποίο συμφώνησε όπως το ποσό του Τεκμηρίου 23 κατατεθεί στο επίδικο δάνειο. Ερωτηθείς κατά πόσο παρουσίασε στον τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε οποιοδήποτε έγγραφο που δείκνυε ότι η αδελφή της συζύγου του αναχώρησε από τη Δημοκρατία απάντησε, ότι ο τότε γραμματέας της Σ.Π.Ε ήταν πελάτης στο εστιατόριο του και γνώριζε ότι αυτό θα έκλεινε. Περαιτέρω, τού ανέφερε ότι η αδελφή της συζύγου του θα έφευγε από τη Δημοκρατία. Ο τότε γραμματέας της Σ.Π.Ε τού ζήτησε να επισκεφθεί το κατάστημα της Σ.Π.Ε, πράγμα το οποίο έπραξε και εξόφλησε το δάνειο με το ποσό της εγγυητικής. Ερωτηθείς, πότε αναχώρησε η αδελφή της συζύγου του από τη Δημοκρατία, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμόταν. Στην υποβληθείσα θέση, ότι οι ισχυρισμοί του για εξόφληση του δανείου μέσω της εγγυητικής - Τεκμήριο 23 αποτελούν εφεύρημά του, ο Εναγόμενος 1 απάντησε, ότι η αλήθεια είναι αυτή που ανέφερε στο Δικαστήριο. Κατά την επανεξέτασή του, διευκρίνισε ότι η αδελφή της συζύγου του αναχώρησε νόμιμα από τη Δημοκρατία και ότι τα χρήματα που πλήρωσε για την έκδοση της εγγυητικής - Τεκμήριο 23 δεν του επιστράφηκαν. Η βασική θέση του Εναγόμενου 1 ήταν, ότι το επίδικο δάνειο εξοφλήθηκε μετά από συνεννόηση του ιδίου και του τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι είχε εξασφαλίσει από τη Σ.Π.Ε εγγυητική επιστολή για το ποσό των Λ.Κ. 1.000, το οποίο είχε καταβάλει σε μετρητά. Σκοπός της εν λόγω εγγυητικής, ήταν η εξασφάλιση άδειας για την αδελφή της συζύγου του για να εισέλθει στη Δημοκρατία και να εργαστεί στο εστιατόριο που διατηρούσε ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο. Η εν λόγω εγγυητική παραδόθηκε, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Αποτέλεσε, επίσης ισχυρισμό του Εναγόμενου 1, ότι περί το 2003 το εν λόγω εστιατόριο έκλεισε και η αδελφή της συζύγου του αναχώρησε από τη Δημοκρατία. Ενόψει των πιο πάνω, μετέβηκε στη Σ.Π.Ε και συμφώνησε με τον τότε γραμματέα της, όπως το ποσό της εγγυητικής, εκ Λ.Κ. 1.000, κατατεθεί στο δάνειο προς εξόφλησή του. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1, περί εξόφλησης του δανείου μέσω της ισχυριζόμενης εγγυητικής επιστολής, δεν ήταν πειστικός, για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω. Καταρχάς, η μαρτυρία του σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν το Τεκμήριο 23, υπήρξε νεφελώδης. Ο Εναγόμενος 1, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο προερχόμενο από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, το οποίο να επιβεβαιώνει ότι όντως το Τεκμήριο 23 παραδόθηκε σε αυτήν ως εγγύηση για την είσοδο της αδελφής της συζύγου του στη Δημοκρατία και για να εργαστεί στο εστιατόριο του. Ούτε και τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία να επιβεβαιώνει ότι το Τεκμήριο 23 επιστράφηκε, προ 2-3 ετών, από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης στον Εναγόμενο
- Από την άλλη, ενώ δήλωσε ότι το Τεκμήριο 23 είχε παραδοθεί στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, εντούτοις δεν επισκέφθηκε την εν λόγω Υπηρεσία μετά την αναχώρηση της αδελφής της συζύγου του από τη Δημοκρατία, προκειμένου να ζητήσει την επιστροφή της εν λόγω εγγυητικής για να την παραδώσει στη Σ.Π.Ε, ούτως ώστε να ακυρωθεί και να αποδεσμευθεί το ποσό των Λ.Κ.1.
- Περιορίστηκε, απλώς να αναφέρει στον τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε, ότι η αδελφή της συζύγου του έφυγε από τη Δημοκρατία. Εάν, όμως, ίσχυαν όσα δήλωσε ο Εναγόμενος 1 στο Δικαστήριο, τότε, η λογικά αναμενόμενη και επιβαλλόμενη από τον ίδιο ενέργεια, θα ήταν να απευθυνθεί άμεσα στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για να τους ενημερώσει, αφενός, για την αναχώρηση της αδελφής της συζύγου του και, αφετέρου, για να ζητήσει την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής, εφόσον δεν υπήρχε πλέον ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκε. Ωστόσο, για λόγους που δεν έχουν επεξηγηθεί, ο Εναγόμενος 1 δεν προέβη στις προαναφερόμενες αναμενόμενες ενέργειες, αλλά απευθύνθηκε μόνο στον τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε. Τίθεται, επομένως, εύλογα το ερώτημα, πώς ήταν δυνατό να συμφωνηθεί με τη Σ.Π.Ε η εξόφληση του δανείου με το ποσό της εγγυητικής, χωρίς αυτή να επιστραφεί στη Σ.Π.Ε και χωρίς να υπάρχει επίσημη ενημέρωση από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης προς τη Σ.Π.Ε, ότι δεν υφίσταται πλέον ο λόγος έκδοσης της ισχυριζόμενης εγγυητικής. Σημειώνεται, ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 23, η ισχυριζόμενη εγγυητική επιστολή ίσχυε μέχρι την ημερομηνία λήξεως της και θα έπρεπε να επιστραφεί στη Σ.Π.Ε κατά τη λήξη της. Στο Τεκμήριο 23, ωστόσο, δεν αναγράφεται ποια είναι η ημερομηνία λήξεως της. Καταγράφεται, όμως, ρητά, η απαίτηση για επιστροφή της εγγυητικής στη Σ.Π.Ε, πράγμα που, ως αναφέρθηκε, δεν έγινε. Δεν αγνοώ τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1, ότι μετά τη λήψη της επιστολής ‑ Τεκμήριο 13, δηλαδή μετά τις 27.06.13, επισκέφθηκε, καθ' υπόδειξη υπαλλήλων της Σ.Π.Ε, την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης προκειμένου να εντοπίσει την ισχυριζόμενη εγγυητική επιστολή, αφού αυτή δεν ανευρισκόταν στα αρχεία της Σ.Π.Ε. Ακόμη, όμως, και αν γίνονταν αποδεκτοί και πιστευτοί οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1, τότε, και πάλι η μαρτυρία του θα στερείτο λογικής συνοχής και πειστικότητας. Αυτό διότι, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατάφερε μετά από αρκετές επισκέψεις στην προαναφερόμενη Υπηρεσία να παραλάβει το Τεκμήριο 23, ωστόσο, δεν το παρουσίασε στη Σ.Π.Ε. Το λογικά αναμενόμενο, θα ήταν ο Εναγόμενος 1 να παρουσιάσει στη Σ.Π.Ε το Τεκμήριο 23 στην προσπάθεια του να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του για εξόφληση του δανείου μέσω της ισχυριζόμενης εγγυητικής επιστολής. Υπενθυμίζω, άλλωστε, ότι ο σκοπός της επίσκεψής του στην εν λόγω Υπηρεσία ήταν, ακριβώς, για να εντοπίσει το Τεκμήριο 23 και να το παρουσιάσει στη Σ.Π.Ε. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, ούτε και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23 επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου
- Αυτό, για τους εξής λόγους. Καταρχάς, στο Τεκμήριο 23 δεν καταγράφεται το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η ισχυριζόμενη εγγυητική επιστολή. Επίσης, δεν καταγράφεται το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε. Περαιτέρω, δεν αναφέρεται σε αυτήν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, αλλά ούτε και η ημερομηνία λήξης της. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1, ότι το Τεκμήριο 23 εκδόθηκε προς όφελος της αδελφής της συζύγου του, παραδόθηκε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και ήταν για το ποσό των Λ.Κ. 1.000, παρέμειναν μετέωροι. Παράλληλα, επισημαίνω, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του ότι κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.1.000 για την έκδοση του Τεκμηρίου
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου
- Ευρήματα Έχοντας αξιολογήσει και μελετήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έχοντας περαιτέρω υπόψη μου το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αλλά και τις παραδοχές που προκύπτουν από τα δικόγραφα καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 10.05.02 η Σ.Π.Ε Στρουμπίου και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψαν συμφωνία δανείου, δυνάμει της οποίας η πρώτη παραχώρησε στον δεύτερο δάνειο εκ ποσού Λ.Κ. 5.
- Το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 60 μηνιαίες δόσεις ύψους Λ.Κ. 102 έκαστη και η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 10.06.
- Η συμφωνία δανείου προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα χρεώνεται με συνολικό επιτόκιο 8% και η Σ.Π.Ε Στρουμπίου θα είχε το δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τον τόκο δύο φορές ετησίως. Προς εξασφάλιση του προαναφερόμενου δανείου, οι Εναγόμενοι 2‑4 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά προς τη Σ.Π.Ε Στρουμπίου όλες τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 που πηγάζουν από τη συμφωνία δανείου μέχρι του ποσού των Λ.Κ. 5.000 πλέον τόκο προς 8% ετησίως. Το ποσό των Λ.Κ. 5.000 εκταμιεύθηκε από τον Εναγόμενο 1 και προς τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε ο λογαριασμός δανείου με αριθμό XXXXX, ο οποίος στη συνέχεια μετατράπηκε σε XXXXXX. Ο Εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση του προς αποπληρωμή του δανείου, με αποτέλεσμα η Σ.Π.Ε Στρουμπίου, μέσω των δικηγόρων της, να αποστείλει επιστολή ημερ. 27.06.13 προς τον Εναγόμενο 1 με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2‑
- Με την εν λόγω επιστολή η Σ.Π.Ε Στρουμπίου πληροφόρησε τους Εναγόμενους ότι υπήρξε παράβαση της συμφωνίας δανείου και τους κάλεσε όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσουν το καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό, το οποίο ανερχόταν σε €5.357,88 πλέον τόκους και έξοδα. Παράλληλα, πληροφόρησε τους Εναγόμενους, ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσής τους θα ακολουθούσε απαίτηση για άμεση εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου. Οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν στο περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 27.06.13 και, ως εκ τούτου, η Σ.Π.Ε Στρουμπίου με νέες επιστολές των δικηγόρων της ημερ. 23.07.13 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία δανείου και κάλεσε τους Εναγόμενους, όπως εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Τέλος, αποτελεί εύρημά μου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 4 δεν κατέβαλαν οποιαδήποτε δόση μετά τις 12.09.03, με αποτέλεσμα το δάνειο να παρουσιάζει μέχρι σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο. Συμπεράσματα Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ 829, λέχθηκε ότι στις περιπτώσεις διεκδίκησης τραπεζικού χρέους, τα βασικά στοιχεία τα οποία οφείλει να αποδείξει η Ενάγουσα για επιτυχία της απαίτησής της είναι (α) την έγκυρη σύναψη σύμβασης, (β) την παραβίαση όρου της σύμβασης, (γ) τον τερματισμό της και (δ) την απόδειξη του χρεωστικού υπόλοιπου. Εν προκειμένω, η έγκυρη κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο 10) δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Όπως προκύπτει από την Υπεράσπιση του μεν Εναγόμενου 1, ό,τι αμφισβητείται είναι η ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου στον επίδικο λογαριασμό δανείου. Ο δε Εναγόμενος 4 στη δική του Υπεράσπιση, αμφισβητεί τον τερματισμό του επίδικου δανείου και τη δυνατότητα ανάκτησης του χρεωστικού υπολοίπου από τον ίδιο. Ουσιαστικά, ο Εναγόμενος 4 στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισής του αρνείται την αποστολή και/ή παραλαβή των επιστολών ημερ. 27.06.13 και 23.07.13 (Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα). Η άρνηση ύπαρξης χρεωστικού υπολοίπου στον επίδικο λογαριασμό από τον Εναγόμενο 1 εγείρει ταυτόχρονα και ζήτημα απόδειξης παραβίασης όρων της συμφωνίας δανείου. Τούτο, διότι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 συνίσταται στην εξόφληση του επίδικου δανείου, πριν αυτό καταστεί απαιτητό από την Ενάγουσα. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1, για τους λόγους που αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγησή της, κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και συγκεκριμένα από την κατάσταση λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 12), προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1, μετά τις 12.09.03, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του επίδικου λογαριασμού δανείου. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο προαναφερόμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ. 1.088,
- Σύμφωνα με τον όρο 2 του Τεκμηρίου 10, το δάνειο θα αποπληρωνόταν σε 60 ίσες μηνιαίες δόσεις εκ ποσού Λ.Κ. 102 έκαστη, με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα στις 10.06.02 και τις υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Συνεπώς, η Ενάγουσα απέδειξε την παραβίαση όρου της συμφωνίας δανείου εκ μέρους του Εναγόμενου
- Υπό κανονικές συνθήκες, το δάνειο θα εξοφλούνταν στις 10.05.
- Ωστόσο, ο Εναγόμενος 1, μετά τις 12.09.03, δεν κατέβαλε οποιαδήποτε δόση, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να παρουσιάζει μέχρι σήμερα χρεωστικό υπόλοιπο. Επομένως, κατά τον χρόνο τερματισμού του δανείου στις 23.07.13, υπήρξε παράβαση του όρου αποπληρωμής του δανείου, αφ' ης στιγμής το τελευταίο θα έπρεπε ήδη να ήταν εξοφλημένο από τις 10.05.
- Αυτή η διαπίστωση οδηγεί στο επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να αποδείξει η Ενάγουσα, ήτοι την ύπαρξη χρεωστικού υπολοίπου. Η Ενάγουσα, μέσω της Μ.Ε.1, κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 12 την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Όπως υποδείχθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, δεν αμφισβητήθηκε οποιαδήποτε πράξη ή καταγραφή που παρουσιάζεται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Με την προαναφερόμενη μαρτυρία η Ενάγουσα απέδειξε, κατά την κρίση μου, στον απαιτούμενο βαθμό το χρεωστικό υπόλοιπο της επίδικης συμφωνίας δανείου. Δεν παραβλέπω τη θέση του Εναγόμενου 1, ότι η επίδικη κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη, διότι σε αυτήν δεν καταγράφηκε η πίστωση ποσού Λ.Κ. 1.000, η οποία αφορούσε την ισχυριζόμενη εγγυητική επιστολή που είχε εκδοθεί από τη Σ.Π.Ε. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1, όμως, δεν έγινε πιστευτή για τους λόγους που, επίσης, επεξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Επομένως, ο ισχυρισμός του περί εξόφλησης του επίδικου δανείου παρέμεινε μετέωρος. Όσον αφορά τώρα το ζήτημα του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού δανείου, η Ενάγουσα παρουσίασε δύο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 15 και 16), τις οποίες ετοίμασε η Μ.Ε.
- Στα Τεκμήρια 15 και 16, η Ενάγουσα αφαίρεσε το σύνολο των χρεώσεων, τις οποίες, κατόπιν νομικής συμβουλής, δεν αξιώνει. Συγκεκριμένα, αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις προμηθειών, επιβαρύνσεων, έξοδα καταστάσεων λογαριασμών και άλλων εξόδων. Η διαφορά μεταξύ των δύο αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού συνίσταται στο ότι, στο μεν Τεκμήριο 15 ο επίδικος λογαριασμός επιβαρύνεται με συνολικό επιτόκιο 10%, το οποίο αναλύεται στο συμβατικό επιτόκιο πλέον 2% τόκο υπερημερίας. Αντίθετα, στο Τεκμήριο 16 ο επίδικος λογαριασμός χρεώνεται μόνο με το συμβατικό επιτόκιο, δηλαδή με επιτόκιο 8%. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Ενάγουσας εισηγούνται, ότι η τελευταία νομιμοποιείται στην αξίωση επιτοκίου προς 10%, καθώς στη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 10) περιλαμβάνεται πρόνοια που επιτρέπει στην Ενάγουσα να επιβάλλει τόκο υπερημερίας. Ταυτόχρονα, στο άρθρο 3 του Ν.160(Ι)/99, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, αναφέρεται ότι η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται. Συνεπώς, εισηγούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, από τη στιγμή που υπάρχει το συμβατικό δικαίωμα χρέωσης τόκου υπερημερίας, η Ενάγουσα δικαιούται να χρεώνει τόκο υπερημερίας μέχρι 2%. Αντίθετη, ασφαλώς, υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και
- Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 3 (1α) και (1β) του Ν.160(Ι)/99, έχει ως ακολούθως: «3(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. 3(1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμογή έχει το άρθρο 3(1β), εφόσον η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε στις 23.07.13, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του
- Δεν έχω εντοπίσει νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία να ερμηνεύει την προαναφερθείσα πρόνοια του Ν.160(Ι)/
- Εφαρμόζοντας τον κανόνα της γραμματικής ερμηνείας των νομοθετικών διατάξεων, αυτό το οποίο αντιλαμβάνομαι είναι, ότι στις περιπτώσεις των συμβάσεων που εμπίπτουν στη διάταξη του άρθρου 3(1β), το πιστωτικό ίδρυμα που διεκδικεί επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, θα πρέπει να αποδείξει ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει και την πραγματική του ζημιά, ανεξαρτήτως του ποσοστού του τόκου υπερημερίας. Το συγκεκριμένο εδάφιο δεν περιορίζει το ανώτατο όριο του τόκου υπερημερίας που μπορεί να επιβληθεί, όπως πράττει το εδάφιο (1α), το οποίο απαγορεύει την επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν του 2%. Με το εδάφιο (1β), το πιστωτικό ίδρυμα έχει τη δυνατότητα να χρεώσει τόκο υπερημερίας και πέραν του 2%, όμως, ο νομοθέτης, επιβάλλει στο πιστωτικό ίδρυμα για τις συμβάσεις πιστωτικής διευκόλυνσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, να αποδεικνύει ότι ο τόκος υπερημερίας, είτε αυτός υπερβαίνει το 2%, είτε είναι μικρότερος του 2%, αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Στην παρούσα υπόθεση, ο σχετικός συμβατικός όρος, που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 10, έχει ως ακολούθως: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας παραγράφου), ο χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας προς .......% από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται». Είναι φανερό ότι στο Τεκμήριο 10 δεν καθορίζεται το ποσοστό του τόκου υπερημερίας που δικαιούται να αξιώσει η Ενάγουσα. Δίδεται μεν το δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας, δεν προσδιορίζεται όμως το ποσοστό του. Στη βάση αυτού του δεδομένου και έχοντας κατά νου την ερμηνεία που έχω δώσει στο άρθρο 3(1β) του Ν.160(Ι)/99, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει τόκο υπερημερίας προς 2%. Όπως ανέφερα πιο πάνω, με το άρθρο 3(1β), η Ενάγουσα δεν μπορεί δικαιωματικά να αξιώνει τόκο υπερημερίας προς 2%, αλλά οφείλει να αποδείξει ότι ο τόκος υπερημερίας που διεκδικεί, αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί από την Ενάγουσα. Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα νομιμοποιείται στη διεκδίκηση του συμβατικού επιτοκίου προς 8%. Ως εκ τούτου, η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στη βάση της οποίας θα υπολογιστεί το ύψος του αξιούμενου ποσού, είναι αυτή του Τεκμηρίου
- Οι συνήγοροι της Ενάγουσας επικαλούνται στην αγόρευσή τους την Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491 προς υποστήριξη της θέσης τους. Τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης είναι διαφορετικά από αυτά της παρούσας. Συγκεκριμένα, στην Ιωαννίδης, υπήρχε ρητή αναφορά στη σχετική συμφωνία, η οποία επέτρεπε στην τράπεζα να χρεώνει τόκο υπερημερίας προς 3%. Εν προκειμένω, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην επίδικη συμφωνία δανείου δεν καθορίζεται το ύψος του τόκου υπερημερίας. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, το οποίο, ως αναφέρθηκε, δεν αμφισβητεί ο Εναγόμενος 1, αλλά εγείρεται στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 4. Στη Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ 1465, αναφέρθηκε ότι η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτησή του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση, δηλαδή, του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Από τη στιγμή που στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή του χρέους, καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής, εκτός εάν στη σύμβαση εγγύησης περιλαμβάνεται πρόνοια περί υποβολής απαίτησης από τον πρωτοφειλέτη προς τον εγγυητή. Ο Εναγόμενος 4 στην Υπεράσπιση παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Η συμφωνία εγγύησης κατατέθηκε από την Ενάγουσα ως Τεκμήριο
- Στην εν λόγω συμφωνία περιλαμβάνεται όρος, δυνάμει του οποίου ο πιστωτής υποχρεούται όπως υποβάλει απαίτηση πληρωμής προς τον εγγυητή. Παραθέτω αυτούσιο τον όρο 14 του Τεκμηρίου 11: «Νοείται πάντοτε ότι γραπτή απαίτηση πληρωμής από μένα θα θεωρείται ότι έγινε κατάλληλα σε μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές, αν υποβληθεί με επιστολή με το χέρι ή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση μου που φαίνεται πιο κάτω και θα είναι ισχυρή παρά την τυχόν αλλαγή της διευθύνσεως μου έστω και αν η αλλαγή δεν κοινοποιηθεί σε σας. Η απαίτηση αυτή θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές ή εκτελεστές στην περίπτωση της παράδοσης με το χέρι αμέσως, ή 36 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της και θα είναι ισχυρή, αν υπογραφεί εκ μέρους σας από οποιοδήποτε υπάλληλο σας». Σύμφωνα με τον όρο 14, η απαίτηση πληρωμής προς τον εγγυητή θα μπορούσε να υποβληθεί με επιστολή με το χέρι ή μέσω συνήθους ταχυδρομείου στη διεύθυνση του εγγυητή, η οποία δηλώθηκε επί της συμφωνίας εγγύησης. Μελέτη του Τεκμηρίου 11, αποκαλύπτει ότι δεν δηλώθηκε οποιαδήποτε διεύθυνση από τον Εναγόμενο
- Σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.1, οι επιστολές ημερ. 27.06.13 και 23.07.13 (Τεκμήρια 13 και 14 αντίστοιχα) στάλθηκαν σε όλους τους Εναγόμενους, περιλαμβανομένου και του Εναγόμενου 4, με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή τους και δεν επιστράφηκαν. Έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο του όρου 14, την απουσία καταγραφής συγκεκριμένης διεύθυνσης από τον Εναγόμενο 4 στο Τεκμήριο 11 και την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.1 περί αποστολής των επιστολών μέσω συνηθισμένου ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των Εναγομένων, θεωρώ ότι η Ενάγουσα απέδειξε την αποστολή γραπτής απαίτησης προς τον Εναγόμενο
- Υποδεικνύεται, ότι ουδεμία αντίθετη μαρτυρία προσφέρθηκε από τον Εναγόμενο
- Η απόδειξη της αποστολής απαίτησης πληρωμής προς τον Εναγόμενο 4 (βλ. δέσμη Τεκμηρίου 14), σε συνάρτηση με την απαίτηση εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού προς τον πρωτοφειλέτη ‑ Εναγόμενο 1 (βλ. επίσης δέσμη Τεκμηρίου 14) στοιχειοθετεί την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και εναντίον του Εναγόμενου
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων 1 και 4 εισηγήθηκε, ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αξιώνει οτιδήποτε με την παρούσα αγωγή, αφού δεν δικογραφήθηκε με ποιο τρόπο εμπλάκηκε στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Η σημασία της δικογραφίας, όπως αυτή αναδύεται και μέσα από τη νομολογία που παρέθεσε ο κ. Ζαννούπας, είναι καλά γνωστή. Όπως επίσης, καλά γνωστή, είναι και η αρχή ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων αγνοείται, έστω κι αν παρείσφρησε στη διαδικασία (Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Εφ.94/10 και 158/10 ημερ.28.09.15 και Παπά και D. Stavrinos Constructions Ltd Πολ. Εφ.217/08 ημερ.21.02.17). Το ζήτημα, επομένως, έγκειται στο κατά πόσο η Ενάγουσα όφειλε να δικογραφήσει τις διάφορες συγχωνεύσεις και μετονομασίες που μεσολάβησαν και οδήγησαν στην προώθηση της παρούσας αγωγής από την ίδια. Στον φάκελο του Δικαστηρίου εντοπίζονται σχετικές ειδοποιήσεις που έχουν καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο από τους συνηγόρους της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, στις 07.01.14 καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση για τη συγχώνευση της Σ.Π.Ε Στρουμπίου Λτδ με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Επισημαίνεται, ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στο όνομα της Σ.Π.Ε Στρουμπίου Λτδ. Ακολούθως, στις 16.08.17, καταχωρήθηκε δεύτερη ειδοποίηση περί της συγχώνευσης του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου Λτδ με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Όλες οι πιο πάνω ειδοποιήσεις καταχωρήθηκαν, δυνάμει του άρθρου 49 ΣΤ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/85, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Στην υποπαράγραφο της παραγράφου 1 του άρθρου 49 ΣΤ αναφέρεται ρητά ότι η αντικατάσταση της επωνυμίας της μεταφέρουσας εταιρείας με την επωνυμία της αποδεχόμενης εταιρείας πραγματοποιείται με την καταχώρηση από την αποδεχόμενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο Πρωτοκολλητείο. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι η διαδικασία αυτή θα ακολουθείται, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού. Συνεπώς, η καταχώρηση των σχετικών ειδοποιήσεων ήταν αρκετή και δεν απαιτείτο να ακολουθηθεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία και δη διαδικασία τροποποίησης, ως η σχετική εισήγηση του κ. Ζαννούπα. Όσον αφορά την τελευταία χρονικά ειδοποίηση, ήτοι την ειδοποίηση ημερ. 08.10.18, με αυτή γνωστοποιήθηκε η μετονομασία της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Η εν λόγω γνωστοποίηση, δεν αφορούσε αλλαγή ή υποκατάσταση διαδίκου ή μεταβίβαση δικαιώματος από ένα πρόσωπο σε άλλο. Συνεπώς, ορθά, κατά την κρίση μου, ενήργησαν οι συνήγοροι της Ενάγουσας καταχωρώντας τη σχετική ειδοποίηση με την οποία γνωστοποιήθηκε στο Πρωτοκολλητείο και τους Εναγόμενους η τυπική αυτή αλλαγή που αφορούσε τη μετονομασία της Ενάγουσας. Επισημαίνεται, ότι το άρθρο 12
(4)του Ν.22/85, αναφέρει ότι οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία δύναται να συνεχίζεται με τη νέα επωνυμία, χωρίς να επιβάλλει τη διενέργεια οποιασδήποτε διαδικαστικής πράξης. Από τα πιο πάνω, καθίσταται σαφές, ότι το πρόσωπο που νομιμοποιείται στην προώθηση της παρούσας αγωγής είναι η Ενάγουσα. Για τη δε νομιμοποίηση της, στη βάση των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων, δεν απαιτείτο η μεσολάβηση δικαστικής πράξης προς συμπερίληψη στο δικόγραφο της Ενάγουσας των συγχωνεύσεων και μετονομασιών που μεσολάβησαν, αλλά ήταν αρκετή η καταχώρηση σχετικών ειδοποιήσεων στο Πρωτοκολλητείο. Η Ενάγουσα, όπως ήδη αναφέρθηκε, συμμορφώθηκε με την εν λόγω υποχρέωσή της. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε, στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την υπόθεσή της. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001), 1 Α.Α.Δ., 1858, η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα μεταξύ τους και με τον Εναγόμενο 3 για το ποσό των €7.577,08 πλέον τόκο προς 8% επί του εν λόγω ποσού από τις 04.11.20 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, στις 30.06 και 31.12 έκαστου έτους. Επιπλέον, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο