← Κύπρος

MASON κ.α. ν. A. MANDZIAK ESTATE AGENCY LIMETED κ.α., Αρ. αγωγής: 129/2021, 21/5/2021

MASON κ.α. ν. A. MANDZIAK ESTATE AGENCY LIMETED κ.α., Αρ. αγωγής: 129/2021, 21/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 129/2021 xxxx MASON xxxxxxxxx MASON Ενάγοντες Εναντίον A. MANDZIAK ESTATE AGENCY LIMETED Xxxxxx xxxxxx WILLETT xxxxxxxx HAZEL Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 12/4/2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21/5/2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντες - αιτητές: κ. Μαργαρώνης Κώστας για Λίζα Λουκαϊδου - Θεοφάνους Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση : κα Ελπίδα Κνέκνα για Ν. Παπαθεοχάρους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες αιτητές ζητούν σειρά Διαταγμάτων. Συγκεκριμένα ζητούν προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 εταιρεία και σε όποιουσδήποτε αντιπροσώπους ή εταιρείες ή πρόσωπα ενεργούν για λογαριασμό και με βάση οδηγίες τους με πράξεις ή παραλείψεις από το να παραδώσουν ή να αποδεσμεύσουν ή και με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν το χρηματικό το ποσόν των € 39,000 (£ 35,000) που η εναγόμενη ένα έλαβε από τους ενάγοντες με βάση ρητό και / ή εξυπακουόμενο καταπίστευμα και ως καταπιστευματοδόχος των εναγόντων μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Σε επιπρόσθετη και διαζευκτική βάση ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγομένους 2 και 3 προσωπικά ή τους αντιπροσώπους ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή εταιρείες ενεργούν στο όνομα για λογαριασμό και με οδηγίες τους από το να πωλήσουν και γενικά να μην αποξενώσουν το ακίνητο που αναγράφεται στην παράγραφο Β της αίτησης. Ζητείται επίσης ενδιάμεσο απαγορευτικό Διάταγμα που να απαγορεύει σε όλους τους εναγομένους ή τους αντιπροσώπους αυτών από το να εμβάσουν ή να πληρώσουν ή να αποξενώσουν και με οποιοδήποτε τρόπο μεταφέρουν οποιοδήποτε ποσό που βρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή καταθέσεις που βρίσκονται σε τραπεζικά ή συνεργατικά ιδρύματα εντός δικαιοδοσίας και εκτός δικαιοδοσίας μέχρι το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Ζητείται επίσης απαγορευτικό Διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγομένους και μέσω διευθυντών ή πληρεξούσιων αντιπροσώπων αυτών από το να πωλήσουν ή με οποιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν ή αποξενώσουν οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία ή περιουσιακά στοιχεία είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας μέχρι του πιο πάνω αναφερόμενου ποσού. Επίσης ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου με τις διευκρινίσεις αναφορικά με πρόσωπα εκτός Κύπρου όπως καταγράφεται στο παρακλητικό της αίτησης και ειδικότερα να δεσμεύεται και να παγοποιείται τραπεζικός λογαριασμός των εναγομένων 1 μέχρι το πιο πάνω αναφερόμενο με τα στοιχεία που καταγράφεται στο παρακλητικό της αίτησης και ειδικότερα να εμποδίζεται ο εναγόμενος 1 να αποσύρει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό από τον τραπεζικό λογαριασμό που αναφέρεται στο παρακλητικό της αίτησης και τέλος, ζητείται Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τους εναγομένους να αποκαλύψουν το τραπεζικό λογαριασμό ή το τραπεζικό ίδρυμα όπου έχουν μεταφερθεί το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Ως προς το νομικό πλαίσιο της αίτησης δεν κρίνεται σκόπιμο να παραταχθεί αυτούσιο διότι θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελέσει ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ο οποίος στο αρχικό κείμενο της ένορκης του δηλώσεως κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης τις γνώσης του ως προς τα γεγονότα, της νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του και της εξουσιοδότησης που έλαβε από την ενάγουσα 2 για να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της αγωγής και τα παρακλητικά της αίτησης όπως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω, διευκρινίζοντας ότι είναι σύζυγοι με βρετανική υπηκοότητα και διαμένουν μόνιμα στην Αγγλία και λόγω της πανδημίας του κορονοϊού δεν μπορούν να ταξιδέψουν στην Κύπρο εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων και αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που η ένορκη δήλωση έγινε στο προξενείο της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ως προς το ιστορικό της αίτησης αναφέρει ότι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και είναι αδειούχος κτηματομεσιτική εταιρεία, οι δε εναγόμενοι 2 και 3 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Στον τίτλο της ακίνητης ιδιοκτησίας υπάρχουν σημειώσεις όπως αυτές καταγράφονται, όπως είναι επέμβαση σε γειτονικό τεμάχιο, δεν αναγράφεται κολυμβητική δεξαμενή, το γκαράζ και το μηχανοστάσιο της πισίνας, κτίρια τα οποία δεν έχουν νομιμοποιηθεί ώστε να εγγραφούν και είναι ξεκάθαρο ότι επιθυμούσαν να αγοράσουν το ακίνητο μόνο στην περίπτωση που όλα θα νομιμοποιούνταν και δεν θα υπήρχε καμιά σημείωση στον τίτλο και οποιαδήποτε οικοδομή υπήρχε επι τόπου θα γράφοντα πριν τον τίτλο την την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Σε όλον τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο η εναγόμενη 1 διαφήμιζε το ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων 2 και 3 ως κτηματομεσιτική εταιρεία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο οι ενάγοντες ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο και γι' αυτόν το σκοπό επικοινώνησαν με την εναγόμενη 1 η οποία απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα αναφέροντας ότι για να αποσύρει το ακίνητο από την αγορά απαιτούσε να πληρωθεί πόσο 10 τοις 100 επί της τιμής πώλησης του ακινήτου και ότι αυτό δεν ήταν διαπραγματεύσιμο. Όταν οι δικηγόροι των εναγόντων έθεσαν στην εναγόμενοι 1 τα προβλήματα που είχαν εντοπίσει στο ακίνητο και ζήτησαν τα στοιχεία των δικηγόρων των πωλητών ώστε να συντάξουν την συμφωνία κρατήσεως, η εναγόμενη 1 απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα αναφέροντας ότι τα προβλήματα είχαν ήδη επιλυθεί ή ότι δεν υπήρχαν και ότι δεν μπορούσαν να παρέχουν στους δικηγόρος των εναγόντων τα στοιχεία των δικηγόρων των πωλητών, δηλαδή των εναγόμενων 2 και 3 μέχρι να γίνει η σχετική πληρωμή. Ακολούθως, οι ενάγοντες με την εναγόμενη 1 στις 4/12/2020 υπόγραψαν μέσω εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους συμφωνία κρατήσεως για να αγοράσουν το επίδικο ακίνητο, νοουμένου ότι όλα τα προβλήματα που απαριθμούσαν στην συμφωνία θα είχαν επιλυθεί, όπου η εναγόμενοι 1 ενεργούσε στα πλαίσια της ανάθεσης σε αυτήν της πώλησης του ακινήτου από τους ιδιοκτήτες αυτού, οι δε εναγόμενοι 2 και 3 δεν αποτελούσαν μέρος της συμφωνίας και δεν υπόγραψαν την συμφωνία. Εξαιτίας των προβλημάτων που είχαν εντοπιστεί, ήταν ρητοί όροι της συμφωνίας ότι το ποσό των € 39,000 θα κρατείτο ως καταπίστευμα από την εναγόμενη 1 προς όφελος τους και δεν θα διδόταν προς τους εναγομένους 2 και 3 μέχρι την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου, ότι αυτό το ποσό θα είναι πλήρως και ολόκληρο επιστρεπτέο σε περίπτωση που το ζητούσαν εντός 5 ημερών περιπτώσεις που απαριθμούνται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση και που είχαν ως κεντρικό άξονα ότι δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό εμπόδιο στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και δεν θα υπήρχε γενικά οποιαδήποτε παρατήρηση ή οποιοδήποτε τεχνικό ή άλλο πρόβλημα που μεταξύ άλλων ήταν και το ζήτημα της επέμβασης σε γειτονικό τεμάχιο. Ενεργώντας στα πλαίσια της συμφωνίας, μετέφεραν το ποσό των £ 35,000 (€ 39,000) σε λογαριασμό που υπέδειξε η εναγόμενη 1 και η οποία έλαβε το συγκεκριμένο ποσό ως καταπίστευμα, καταγράφοντας λεπτομερώς τα στοιχεία του λογαριασμού που έγινε η συγκεκριμένη μεταφορά και επισύναψε σχετική απόδειξη στην ένορκη της δήλωση. Είναι η θέση του ότι το πιο πάνω ποσό κρατείται από την εναγόμενη 1 ως καταπίστευμα και προς όφελος των εναγόντων με υποχρέωση της εναγομένης 1 να της το επιστρέψει το ποσό όταν το ζητήσουν. Αφού πέρασαν σχεδόν 2 μήνες και η εναγόμενη 1 δεν τους είχε εφοδιάσει με τίτλο ιδιοκτησίας χωρίς σημειώσεις και στον οποίο να εγγραφούν όλα τα κτίσματα και η κολυμβητική δεξαμενή και μετά από έρευνα στο κτηματολόγιο από τους δικηγόρους των εναγόντων και αφού υπογράφηκε η πιο πάνω συμφωνία επιβεβαιώθηκαν σειρά προβλημάτων, που μεταξύ άλλων ήταν ότι η κολυμβητικη δεξαμενή δεν είχε εγγραφεί στον τίτλο του ακινήτου και ότι ο τίτλος του ακινήτου είχε σημείωση στην οποία αναφερόταν επέμβαση σε γειτονικό τεμάχιο. Επίσης υπήρχε μηχανοστάσιο και άλλα κτίσματα στα ακίνητα τα οποία είναι παράνομα και χωρίς άδεια και δεν έχουν εγγραφεί στον τίτλο και ότι υπάρχουν νομικά προβλήματα που επηρεάζουν τον τίτλο του ακινήτου και εμποδίζουν τον τίτλο να μεταβιβαστεί στο όνομα των εναγόντων ελεύθερο από εμπράγματα βάρη, σημειώσεις και παρατηρήσεις. Δια μέσου των δικηγόρων των εναγόντων προέβηκαν σε συχνές και επανειλημμένες γραπτές και προφορικές επικοινωνίες με τους εναγομένους και αντιπροσώπους αυτώνν και τους δικηγόρους τους, ζητώντας να επιλυθούν τα πιο πάνω προβλήματα ώστε να τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας και να προχωρήσουν με την υπογραφή αγοραπωλητηρίου, χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού μέχρι και σήμερα τα πιο πάνω προβλήματα υφίστανται και δεν έχουν επιλυθεί, παρά τις διαβεβαιώσεις και αναφορές των εναγομένων και των αντιπροσώπων αυτών ότι ήταν θέμα μερικών ημερών και ότι το θέμα θα έχει λήξει μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου και ότι δεν υφίσταντο τέτοια θέματα και ότι θα διορθώνονταν σύντομα τα οποιαδήποτε προβλήματα στον τίτλο ιδιοκτησίας όπως καταγράφονται αυτά μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Περί τις 8 Φεβρουαρίου 2021 μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν επιστολή προς την εναγόμενη 1 με την οποία την ενημέρωσαν ότι επιθυμούν την επιστροφή των χρημάτων που πλήρωσαν και τα οποία κρατεί η εναγόμενη 1 ως καταπίστευμα εκ μέρους των εναγόντων. Περαιτέρω, με την συγκεκριμένη επιστολή επισήμαναν ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας η εναγόμενη 1 θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα εντός 5 ημερών και ενημέρωσαν την εναγόμενη 1 ότι δεν επιθυμούν να προχωρήσουν με την υπογραφή αγοραπωλητηρίου για το ακίνητο λόγω των πιο πάνω αναφερόμενων προβλημάτων και άλλων προβλημάτων τα οποία δεν έχουν επιλυθεί μέχρι σήμερα. Τρεις μέρες αργότερα η εναγόμενοι 1 απάντησε μέσω συγκεκριμένου ηλεκτρονικού μηνύματος, αναφέροντας ότι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ότι δεν υπάρχει επέμβαση στο γειτονικό τεμάχιο και ότι η κολυμβητικη δεξαμενή έχει εγκριθεί και ότι δεν χρειάζεται κάποια άλλη άδεια και ότι απλώς δεν έχει ενημερωθεί ο τίτλος ιδιοκτησίας και ότι η ενημέρωση του τίτλου είναι θέμα ημερών. Ακολούθως μετά από τέσσερις μέρες απέστειλαν οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους συγκεκριμένη επιστολή με την οποία απαντούσαν στο ηλεκτρονικό μήνυμα της εναγομένης 1, όπου της ανέφεραν ότι το ποσοτό € 39.000 (£ 35,000) κρατείται από αυτήν ως καταπίστευμα εκ μέρους των εναγόντων και δεν μπορεί αυτό το ποσό να δοθεί στους εναγομένους 2 και 3 χωρίς τις οδηγίες και εντολές των εναγόντων και οι ενάγοντες ζητούσαν από αυτούς να τους προμηθεύσουν έγγραφα και επικαιροποιημένα έγγραφα που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς τους ότι το ακίνητο είναι σύμφωνα με τις άδειες που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες αρχές και ζητούσαν από αυτούς να τους ενημερώσουν για την ακριβή ημέρα που θα ανανεωθεί όπως υποστηρίζει η εναγόμενη 1 ο τίτλος του ακινήτου. Οι εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν τους απέστειλαν οποιαδήποτε έγγραφα στα οποία να φαίνεται η επίλυση των προβλημάτων και δεν απέστειλαν τίτλο του ακινήτου χωρίς σημειώσεις και χωρίς προβλήματα και τα προβλήματα και σημειώσεις στον τίτλο σε σχέση με το ακίνητο δεν έχουν επιλυθεί και κατά παράβαση της συμφωνίας και των καθηκόντων της ως καταπιστευματοδόχος η εναγόμενη 1 αρνείται και αμελεί να τους επιστρέψουν το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, παρόλο που της το έχουν ζητήσει επανειλημμένα. Η εναγόμενη 1 με την πιο πάνω συμπεριφορά της ενήργησε κατά παράβαση του καταπιστεύματος και ενήργησε αμελώς αφού η εναγόμενη 1 ενώ ενεργούσε ως καταπιστευματοδόχος των εναγόντων και ενώ κατείχε το πιο πάνω ποσό σε λογαριασμό στο όνομα της με βάση καταπίστευμα προς όφελος τους αυτή αρνήθηκε και έχει αμελήσει να της επιστρέψει το ποσό αυτό όταν της ζητήθηκε από τους ενάγοντες, η εναγόμενη 1 ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών των εναγόντων και κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που έχει ως καταπιστευματοδόχος απέναντι στους ενάγοντες, η εναγόμενη 1 κατά παράβαση των υποχρεώσεων της δεν έλαβε καμιά εύλογη επιμέλεια για να συμμορφωθεί με τις οδηγίες των εναγόντων δηλαδή να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό στους ενάγοντες, η εναγόμενη 1 ενώ γνώριζε ότι είχε οδηγίες και εντολές από τους ενάγοντες για να προβεί στην επιστροφή του πιο πάνω ποσού στους ενάγοντες, αμελώς και κατά παράβαση των καθηκόντων της ως καταπιστευματοδόχου αρνείται και αμελεί μέχρι σήμερα να τους επιστρέψει το ποσό, η εναγόμενη 1 ενώ γνώριζε και γνωρίζει ότι βλάπτει τα συμφέροντα των εναγόντων ενεργώντας αντίθετα με τις οδηγίες των εναγόντων αυτή κατακρατεί το ποσό προς ίδιο όφελος και γενικά η εναγόμενη 1 παραβίασε και εκμεταλλεύτηκε την θέση της ως καταπιστευματοδόχος του συγκεκριμένου ποσού έναντι των εναγόντων και δεν υπέδειξε καθήκον εντιμότητας, πίστης και επιμέλειας προς τους ενάγοντες και καθήκον όπως προωθεί τα συμφέροντα και τις οδηγίες τους. Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας που υπήρχε μεταξύ της εναγομένης 1 με τους ενάγοντες διότι παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας και τον όρο που περιείχε συμφωνία για επιστροφή του πιο πάνω ποσού εντός 5 ημερών από την ζήτηση από τους ενάγοντες αφού αρνήθηκαν και αμέλησαν να επιστρέψουν το ποσό, παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας και των όρων της συμφωνίας που προέβλεπε την εγγραφή της κολυμβητικής δεξαμενής στον τίτλο της ακίνητης ιδιοκτησίας αφού η κολυμβητική δεξαμενή δεν έχει εγγραφεί μέχρι σήμερα επί του τίτλου, παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας και τον όρο της συμφωνίας που προέβλεπε ότι ο τίτλος του ακινήτου θα ήταν ελεύθερος από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις, υποθήκες, δεσμεύσεις για οποιαδήποτε νομικά και πραγματικά εμπράγματα βάρη, διότι ο τίτλος του ακινήτου έχει και σημείωση ότι υπάρχει επέμβαση σε γειτονικό τεμάχιο και δεν έχει μέχρι σήμερα διαγραφεί από τον τίτλο, παραβίασαν τους όρους της συμφωνίας και των όρων της συμφωνίας που προέβλεπε ότι δεν θα υπάρχουν οποιεσδήποτε διαφοροποίησης από τα εγκεκριμένα σχέδια και τροποποιήσεις και μετατροπές και προσθήκες στο ακίνητο οι οποίες δεν καλύπτονται από τον τελικό πιστοποιητικό έγκρισης και δεν περιέχονται στα εγκεκριμένα καταχωρημένα αρχιτεκτονικά σχέδια αφού υπάρχει μηχανοστάσιο και άλλα κτίσματα στο ακίνητο τα οποία χρειάζονται άδειες και εγγραφή τους στον τίτλο και υπάρχουν κτίσματα τα οποία δεν μπορούν να εγγραφούν στον τίτλο αφού είναι παράνομα και χωρίς άδεια και γενικά ενεργήσαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας. Περί τις 1 Μαρτίου 2021 οι εναγόμενοι 2 και 3 απέστειλαν μέσω των δικηγόρων τους ηλεκτρονικά μήνυμα όπου πάλι ανέφεραν ότι είναι θέμα των επόμενων λίγων ημερών να ξεκαθαρίσει η κατάσταση και να δοθούν οι επικαιροποιημένοι τίτλοι και πρότειναν έως τότε να κρατηθούν τα χρήματα από τους εναγομένους

  1. Οι δικηγόροι των εναγόντων απάντησαν την ίδια μέρα επαναλαμβάνοντας ότι η πρόταση των δικηγόρων των εναγομένων 2 και 3 είχε εξ΄ αρχής απορριφθεί από τους ενάγοντες και δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Αντιπρότειναν άνευ βλάβης τα χρήματα να μεταφερθούν σε κοινό λογαριασμό των δικηγόρων των Εναγόντων και των εναγόμενων 2 και 3 και αν οι επικαιροποιημένοι τίτλοι δεν εκδίδονταν έως τις 20 Μαρτίου 2021 να επιστρέφονταν τα χρήματα. Εάν αυτή η πρόταση δεν γινόταν αποδεκτή τα χρήματα πρέπει να επιστραφούν την ίδια μέρα στους ενάγοντες. Οι δικηγόροι των εναγόμενων 2 και 3 απάντησαν στις 2 Μαρτίου 2021 λέγοντας ότι ο δικηγόρος των προηγούμενων αγοραστών τους ανέφερε ότι οι τίτλοι θα επικαιροποιηθούν πολύ σύντομα και ανέφεραν ότι δεν εκπροσωπούσαν πλέον τους εναγομένους 2 και 3 και ότι πρέπει να επικοινωνήσουν με την εναγόμενη 1 για να βρουν λύση στο ζήτημα. Περί τις 4 Μαρτίου 2021 οι εναγόμενοι 2 και 3 απέστειλαν μέσω των νέων δικηγόρων τους ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο περιέγραφε τα ζητήματα που είχαν προκύψει και ισχυρίζονταν είτε ότι τα προβλήματα δεν υπήρχαν, είτε ότι είχαν ήδη επιλυθεί και επαναλαμβάνουν για πολλοστή φορά ότι ήταν θέμα χρόνου να εκδοθεί ο επικαιροποιημένο τίτλος. Επίσης ισχυρίζονταν ότι για κάποιο λόγο ανέκυψε το ζήτημα ότι το κτίσμα του μηχανοστασίου δίπλα στην πισίνα ήταν παράνομο και ότι αυτό έχει κλιμακώσει την κατάσταση χωρίς λόγο. Παραδέχονταν ωστόσο ότι το κτηματολόγιο ζήτησε πληροφορίες για το συγκεκριμένο κτίσμα και για το λόγο αυτό προσλήφθηκε κατά τα λεγόμένα τους από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες ένας τοπογράφος για να λύσει το ανύπαρκτο για αυτούς ζήτημα καταθέτοντας την έκθεση του στο κτηματολόγιο. Οι δικηγόροι των εναγόντων απάντησαν στις 5 Μαρτίου 2021, επαναλαμβάνοντας ότι επιμένουν στο περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 8 Φεβρουαρίου 2021 ζητώντας ξανά να τους επιστραφεί το επίδικο ποσό. Οι δικηγόροι των εναγομένων απάντησαν στις 9 Μαρτίου 2021 εκπροσωπώντας πλέον και την εναγόμενη 1 και επιμένοντας ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το ακίνητο και ότι ισχυρισμοί των εναγόντων ήταν κατασκευάσματα για να καλύψουν την υπαναχώρηση των εναγόντων από την υπόσχεση να αγοράσουν το ακίνητο. Δήλωναν ότι σε περίπτωση που δεν προχωρήσουν με την αγορά, οι εναγόμενοι θα κρατήσουν το επίδικο ποσό ως αποζημίωση. Είναι η θέση της ότι υπάρχει σοβαρότατο ζήτημα προς εκδίκαση, οι ενάγοντες έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή και ότι εκτός εάν εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να αποζημιωθούν και να αποδοθεί Δικαιοσύνη. Μέχρι την έκδοση της απόφασης στην αγωγή υπάρχει σοβαρός κίνδυνος τα χρήματα να δοθούν στους εναγομένους 2 και 3, παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 τα κατακρατεί ως καταπιστευματοδόχος των εναγόντων και δεν έχει τέτοια εξουσία να αποφασίζει μόνη της που να δοθεί το ποσό και παρά το γεγονός ότι έχουν ζητήσει από αυτήν να τους επιστρέψει το ποσό φαίνεται ξεκάθαρα στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 9 Μαρτίου 2021 ότι αυτή προτίθεται να αποξενώσουν τα χρήματα αφού φαίνεται ότι θέλουν να τα κρατήσουν ως ισχυριζόμενες αποζημιώσεις και οι εναγόμενοι 2 και 3 προτίθενται να αποξενώσουν το ακίνητο αφού το έχουν θέσει προς πώληση και οι ενάγοντες να υποστούν ζημιές οι οποίες δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν. Είναι η θέση του ότι ενάγοντες έχουν καλή υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού τα χρήματα δόθηκαν στην εναγόμενη 1 ως καταπιστευματοδόχος των εναγόντων με τον ρητό όρο να δοθούν στους εναγομένους 2 και 3 μόνο με την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Σε κάθε περίπτωση το ποσό ήταν ολόκληρο επιστρεπτέο εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην συμφωνία ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2020 που στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν και έτσι ζητήθηκε η επιστροφή του ποσού από τους ενάγοντες. Επισημαίνει επίσης ότι οι εναγόμενες 2 και 3 δεν υπέγραψαν την συμφωνία ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2020 και ως εκ τούτου δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτών και των εναγόντων ώστε να δικαιούνται να κρατήσουν το ποσό ως αποζημίωση για παράβαση σύμβασης. Είναι η θέση του ότι είναι επείγον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα διότι με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 9 Μαρτίου 2021 διαφαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση τους να αποξενώσουν τα χρήματα. Περαιτέρω έχουν αποκαλύψει οι ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι διαφημίζουν και πάλι το ακίνητο προς πώληση και συνεπώς είναι επείγον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα αφού φαίνεται καθαρά η πρόθεση τους αποξενώσουν το ακίνητο. Πιστεύει ότι το ισοζύγιο γέρνει σαφώς εις βάρος των εναγομένων διότι αδυνατούν να παρουσιάσουν τον τίτλο του ακινήτου ο οποίος δεν θα περιείχε τα προβλήματα που περιγράφει στην ένορκη του δήλωση και για τα οποία ρητώς γινόταν πρόνοια στην πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία. Σε περίπτωση κατά την οποία τα αιτούμενα Διατάγματα δεν εκδοθούν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορούν να αποζημιωθούν σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 παραδώσει τα χρήματα στους εναγομένους 2 και 3 και οι εναγόμενοι 2 και 3 πουλήσουν το σπίτι και φύγουν από την Κύπρο. Από ότι γνωρίζει ίδια σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά διότι η εναγόμενη 1 μπορεί να αποξενώσει τα χρήματα για να τα παραδώσει στους εναγομένους 2 και 3 παρά την ρητή τους εντολή να μην επιστραφούν τα χρήματα. Περαιτέρω, ακόμη και να εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 για το πιο πάνω ποσό πλέον έξοδα, υπάρχει κίνδυνος να μην μπορούν να εκτελέσουν την απόφαση διότι η εναγόμενη 1 δεν έχει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και φαίνεται να έχει κυμαινόμενη επιβάρυνση σε ολόκληρη την περιουσία της από το 2016 από συγκεκριμένη τράπεζα, η δε εναγόμενη 1 στηρίζει την κτηματομεσιτική της άδεια σε συγκεκριμένο άτομο η οποία είναι 71 ετών με προβλήματα υγείας. Περαιτέρων, από ότι πιστεύει η ίδια, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά διότι εάν οι εναγόμενοι 2 και 3 λάβουν τα χρήματα από την εναγόμενη 1 υπάρχει πραγματικός και αντικειμενικός κίνδυνος να αποξενώσουν ακολούθως τα χρήματα, να αποξενώσουν το επίδικο ακίνητο το οποίο προτίθεται να πουλήσουν διότι διαφημίζουν μέχρι σήμερα προς πώληση και το οποίο αποτελεί τη μοναδική ακίνητη περιουσία και να φύγουν από την Κυπριακή Δημοκρατία διότι είναι άγγλοι υπήκοοι με συνέπεια να εμποδιστούν στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης και οι εναγόμενοι 2 και 3 θα είναι δύσκολο ή ακατόρθωτο να ανευρεθούν. Τα αιτούμενα διατάγματα πρέπει να εκδοθούν όπως είναι η θέση του, διότι έτσι θα διατηρηθεί το status quo, δηλαδή η διατήρηση στο λογαριασμό της εναγομένης 1 του χρηματικού ποσού το οποίο έλαβε με βάση το καταπίστευμα που αναφέρθηκε πιο πάνω και το ακίνητο να μην αποξενωθεί από τις εναγομένες 2 και 3, η αδυναμία απονομής της Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων και όπως είναι η θέση του η αγωγή έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης όπως ακριβώς δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού αυτά θα διατηρήσουν το status quo, ενώ αντίθετα η μη έκδοση των Διαταγμάτων θα προκαλέσει σίγουρα ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες λόγω σοβαρού ενδεχόμενου αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης όταν αυτή εκδοθεί από το Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση και ως προς το νομικό πλαίσιο αυτής δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσια για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Προβλήθηκαν συνολικά 19 λόγοι ενστάσεων και πιο συγκεκριμένα ότι η αίτηση των εναγόντων είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ότι η αίτηση των εναγόντων είναι καταχρηστική και / ή κακόπιστη και / ή παράτυπη και / ή δεν πληροί τις νομοθετικές και / ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και / ή στερείται πραγματικού υπόβαθρου το οποίο να ικανοποιεί τις νομοθετικές και / ή νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ότι δεν πληρούνται και / ή δεν μπορούν να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του νόμου 14 / 1960 για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ότι δεν τηρούνται και / ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τα άρθρα 4 και 5 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου κεφάλαιο 6 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει και / ή δεν έχουν προσφέρει επαρκή και / ή καθόλου μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και / ή ότι δεν δικαιούνται θεραπεία και / ή ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο και / ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι οι ενάγοντες κωλύονται με τη συμπεριφορά τους να εγείρουν την παρούσα αγωγή, ότι οι ενάγοντες δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και / ή πληροφορίες και δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωσή τους να ενεργούν με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης και ειδικότερα απέκρυψαν γεγονότα και έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή τους και / ή ήταν σε γνώση τους κατά τον ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες εσκεμμένα παρουσίασαν ψεύδη και / ή αναληθή στοιχεία στο Δικαστήριο με σκοπό να το παραπλανήσει, ότι δεν έχουν ικανοποιήσει και / ή αποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ούτε θα είναι δύσκολο και / ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον δεν έχουν προσκομίσει οιονδήποτε και / ή για τίποτε εύλογη και / ή αξιόπιστη μαρτυρία ότι οι ενάγοντες (Προφανώς πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους αφού θα εννοούν οι εναγόμενοι) προτίθενται ή σκοπεύουν να αποξενώσουν περιουσιακά τους στοιχεία, ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την διατήρηση της υφιστάμενης τάξης πραγμάτων αλλά θα έχει ως αποτέλεσμα την δραστική ανατροπή της υφιστάμενης κατάστασης, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποκαλύψει οποιοδήποτε βάση αιτήσεως και / ή αγωγής και / ή αγώγιμα δικαίωμα ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα επιτυχίας έναντι των εναγομένων και περαιτέρω ότι το ποσό το οποίο αξιώνεται με την αγωγή είναι πάρα πολύ μικρό σε σχέση με την περιουσία την οποία οι ενάγοντες ζητούν Διάταγμα μη αποξένωσης, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και / ή καταχρηστική διότι περιέχει ασάφειες διότι επιζητείται αόριστα η δέσμευση του πιο πάνω ποσού γενικά από τραπεζικούς λογαριασμούς, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και / ή καταχρηστική διότι ζητείται παγιοποίηση λογαριασμού ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και / ή καταχρηστική διότι δύναται να επιβαρύνει και / ή να βλάψει και / ή να αποστερήσει θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα από άτομα και / ή μέρη τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ήταν μέρη και / ή διάδικοι στην παρούσα αγωγή και τα οποία κανένα ποσό οφείλουν στους ενάγοντες, ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων στηρίζεται και / ή περιέχει ψευδείς και / ή αναληθείς και / ή ανακριβείς και / ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς, ότι η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος προκαλεί και / ή θα προκαλέσει τεράστιες και / ή ανεπανόρθωτες ζημιές στους εναγομένους, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ των εναγομένων και δεν είναι δίκαιο και / ή εύλογο η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και τέλος, ότι δεν είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης 1, ο οποίος στο αρχικό κείμενο της ένορκης του δηλώσεως κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσεως τους ως προς τα γεγονότα, της εξουσιοδότησης που έλαβε από τους εναγομένους 2 και 3 για να προβεί στην αρχική του δήλωση και ακολούθως υιοθετεί τους λόγους ενστάσεως όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω και προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων, εκτός όπου εκεί προβαίνει σε ρητες παραδοχές. Ως προς τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως, ουσιαστικά δεν υπάρχει άρνηση ότι αρχικά υπήρχε επέμβαση του επίδικου ακινήτου σε γειτονικό τεμάχιο και ότι υπήρχε υποχρέωση άρσης της επέμβασης και ότι η κολυμβητικη δεξαμενή δεν αναγραφόταν στον τίτλο της ακίνητης ιδιοκτησίας και ότι υπήρχε υποχρέωση να να γίνουν όλα τα αναγκαία διαβήματα, παρουσιάζοντας ως τεκμήριο προγενέστερο αγοραπωλητήριο έγγραφο και επιπρόσθετα αναφέρει ότι το γκαράζ και το μηχανοστάσιο της πισίνας δεν αναγράφονται στον τίτλο της ακίνητης ιδιοκτησίας παρά μόνο χρειάζεται να αναφέρονται στα σχέδια της άδειας οικοδομής και ο τίτλος ιδιοκτησίας εκδόθηκε στις 25 Οκτωβρίου
  2. Υπάρχει παραδοχή ότι υπήρχε διαφήμιση του επίδικου ακινήτου για πώληση και επιπρόσθετα αναφέρει ότι η συνήθης πρακτική των μεσιτικών γραφείων είναι να λαμβάνεται προκαταβολή πριν δώσουν οποιαδήποτε στοιχεία για να αποφεύγεται η παράκαμψη των μεσιτικών γραφείων μετά την παράδοση των εγγράφων από τους αγοραστές και / ή τους πωλητές όπως επίσης σε περίπτωση ακύρωσης μιας πράξης από πλευράς αγοραστών αποζημιώνονται οι πωλητές που απέσυραν το ακίνητο τους από την αγορά. Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2020 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της επόμενης μέρας από τον ίδιο στους δικηγόρος των εναγόντων και στον τότε δικηγόρο των εναγομένων 2 και 3 είχε αποσταλεί και έγγραφο με συγκεκριμένο τίτλο επί του οποίου αναγράφονται τα στοιχεία των αγοραστών και πωλητών, το ποσό της αγοραπωλησίας, το ποσό της κράτησης, το ποσό των μεσιτικών τελών όπως και το ποσό που έπρεπε να παραδώσει ο ίδιος στους εναγομένους 2 και 3 και περαιτέρω απέστειλε τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τον τίτλο εγγραφής πριν τον εκσυγχρονισμό του και πιστοποιητικό έρευνας, πιστοποιητικό έγκρισης και το αρχικό αγοραπωλητήριο έγγραφο ανάμεσα στους εναγομένους 2 και 3 και τους αρχικούς ιδιοκτήτες. Γίνεται παραδοχή ότι υπογράφτηκε η συμφωνία κρατήσεως με τους όρους που αναγράφονται σε αυτή, όμως υπάρχει άρνηση ότι το ποσό των € 39.000 θα κρατείτο ως καταπίστευμα από την εναγόμενη 1 προς όφελος των εναγομένων 2 και 3 πωλητών και όχι προς όφελος των εναγόντων. Γίνεται παραδοχή ότι κατατέθηκε το χρηματικό ποσό στο λογαριασμό που γίνεται αναφορά, αρνείται όμως όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς κατηγορηματικά και είναι η θέση του ότι είναι παράτυπο και / ή καταχρηστικό να ζητείται παγιοποίηση λογαριασμού ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και λέγει ότι ο λογαριασμός αυτός δεν ανήκει στην εναγόμενη εταιρεία αλλά είναι προσωπικός λογαριασμός του ίδιου και τρίτου προσώπου, ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε περίπτωση παγιοποιήσεως του θα αποστερηθεί θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα από το συγκεκριμένο άτομο το οποίο σε καμία περίπτωση δεν ήταν μέρος και / ή διάδικος στην παρούσα αγωγή και το οποίο ουδέν ποσό οφείλει στους ενάγοντες. Η θέση του είναι ότι το ποσό των € 39.000 κρατείτο ως καταπίστευμα για λογαριασμό των εναγομένων 2 και 3 και όχι ως καταπιστευματοδόχου των εναγόντων και με βάση την συμφωνία υπήρχε υποχρέωση επιστροφής του συγκεκριμένου ποσού εντός 5 ημερών μόνο και αν δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που αναγράφονται στην συμφωνία πριν από την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου για το οποίο τονίζει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ρητή και / ή προφορική χρονική στιγμή που θα έπρεπε να υπογραφεί. Είναι η θέση του ότι πολλές φορές απέστειλαν όλα τα έγγραφα που είχαν ζητήσει οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι αν πράγματι γινόταν έρευνα στο κτηματολόγιο όπως αναφέρουν οι ενάγοντες θα είχαν εξακριβώσει ήδη ότι όλα τα προβλήματα είχαν επιλυθεί και / ή είχε τροχοδρομηθεί η επίλυση τους. Στις 27 Σεπτεμβρίου 2019 είχε κατατεθεί εκ μέρους των αρχικών αγοραστών αίτηση εκσυγχρονισμού του τίτλου με συγκεκριμένη αίτηση με την οποία ζητούσαν τόσο την εγγραφή της κολυμβητικής δεξαμενής στον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, όπως επίσης ενημέρωναν το κτηματολόγιο για την άρση της επέμβασης στο γειτονικό τεμάχιο αφού είχε κατεδαφιστεί ο αρχικός τείχος και είχε ανεγερθεί νέος τείχος εντός των συνόρων του ακινήτου και επισύναψε συγκεκριμένο τεκμήριο ως απόδειξη της αίτησης εκσυγχρονισμού που έγινε από συγκεκριμένο τοπογράφο και αρχιτέκτονα και επισυνάφθηκαν οι σχετικές αποδείξεις πληρωμών. Είναι επίσης η θέση του ότι είναι ψευδής η αναφορά των εναγόντων ότι η κολυμβητική δεξαμενή δεν έχει εγγραφεί στον τίτλο του ακινήτου ιδιοκτησία και προς αυτό το σκοπό επισυνάπτει ως τεκμήριο 7 τον τίτλο του επίδικου ακινήτου όπου φαίνεται εγγεγραμμένη η σχετική πισίνα. Είναι επίσης η θέση του ότι αναφορικά με την επέμβαση στο γειτονικό τεμάχιο ότι αυτή η επέμβαση έχει αρθεί διότι ο αρχικός τοίχος έχει κατεδαφιστεί και έχει ανεγερθεί νέος εντός των συνόρων του ακινήτου πριν την καταχώριση της αίτησης για εκσυγχρονισμό του τίτλου και αναφέρει ότι από λάθος και εκ παραδρομής και / ή αμέλειας και / ή κωλυσιεργίας του κτηματολογίου δεν ενημερώθηκε και / ή δεν εκσυγχρονίστηκε ο τίτλος ως η αίτηση εκσυγχρονισμού παρά το ότι έγιναν όλες οι αναγκαίες ενέργειες και υπήρξε πλήρη συμμόρφωση. Αναφορικά με το μηχανοστάσιο και τα άλλα κτίσματα τα οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι παράνομα και χωρίς άδεια και δεν έχουν εγγραφεί στον τίτλο ιδιοκτησίας τα απορρίπτει και επισυνάπτει ως τεκμήριο 8 άδεια οικοδομής ημερομηνίας 30 Ιουνίου 2014, ως επίσης και ως τεκμήριο 9 αριθμό σχεδίων βάσει των οποίων δόθηκε η άδεια οικοδομής με εγκεκριμένο το μηχανοστάσιο της πισίνας, όπως επίσης και το γκαράζ και επισύναψε επίσης ως τεκμήριο 10 πιστοποιητικό έγκρισης ημερομηνίες 30 Ιουνίου 2014 με συγκεκριμένο αριθμό φακέλου. Είναι η θέση του ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε νομικά προβλήματα που επηρεάζουν τον τίτλο του ακινήτου και εμποδίζουν τον τίτλο να μεταβιβαστεί στο όνομα των εναγόντων ελεύθερο από εμπράγματα βάρη, σημειώσεις και παρατηρήσεις. Απορρίπτει τις θέσεις των εναγόντων ότι μέχρι και σήμερα δεν έχουν επιλυθεί τα προβλήματα και επαναλαμβάνει ότι κανένα πρόβλημα δεν υφίσταται διότι όλα έχουν επιλυθεί και επαναλαμβάνει ότι οι δικηγόροι των εναγομένων αρκετές φορές απέστειλαν τα έγγραφα στους δικηγόρους των εναγόντων που αποδείκνυαν ότι όλα τα θέματα που αναγράφονται στην συμφωνία ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2020 έχουν επιλυθεί και το μόνο που παρέμεινε ήταν να έχουν στα χέρια τους τον τελικό εκσυγχρονισμένο τίτλο του οποίου η έκδοση καθυστέρησε αποκλειστικά και λόγο που αφορούν το κτηματολόγιο και ειδικότερα ότι αυτό υπολειτουργούσε εξαιτίας της κατάστασης που δημιούργησε η πανδημία. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 11 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2020 από τους δικηγόρους των εναγομένων προς τους δικηγόρους των εναγόντων που για ακόμα μία φορά τους αποστέλλονται όλα τα σχετικά έγγραφα, αρχιτεκτονικά σχέδια, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, αίτηση εκσυγχρονισμού μαζί με την απάντηση των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2020, ως τεκμήριο 12 ότι θα ενημέρωναν πότε οι ενάγοντες θα διορίσουν αρχιτέκτονα, πράγμα και δεν έκανε ποτέ. Επαναλαμβάνει εκ νέου την θέση του ότι κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει με το ακίνητο και όλα τα θέματα έχουν επιλυθεί και είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες προβάλουν τους αντίθετους ισχυριζόμενος λόγους για να μην προχωρήσουν στην αγορά του ακινήτου σε μία προσπάθεια συγκάλυψης της υπαναχωρήσεως τους από την αγοραπωλησία για να λάβουν πίσω το ποσό των € 39.000 το οποίο κατέβαλε σαν εγγύηση σε τυχόν υπαναχώρηση τους και το οποίο δεν δικαιούνται. Επαναλαμβάνει την θέση ότι η εναγόμενη 1 ήταν καταπιστευματοδόχος των εναγόμενων 2 και 3 και όχι των εναγόντων και ότι είχε υποχρέωση επιστροφής του ποσού μόνο και αν δεν επιλύνονταν τα προβλήματα που αναφέρονται ρητά στην συμφωνία μέχρι την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου και για άλλη μια φορά είπαν στους δικηγόρος των εναγόντων ότι όλα έχουν τακτοποιηθεί και ήταν θέμα έκδοσης του εκσυγχρονισμένου τίτλου και στάλθηκε επίσης ηλεκτρονικό μήνυμα 26 Φεβρουαρίου 2021 όπου γινόταν αναλυτική επεξήγηση των ενεργειών για την νομιμοποίηση των κτισμάτων και άρση της επέμβασης και το οποίο επισυνάπτει και ως τεκμήριο
  3. Είναι η θέση του ότι το πρόβλημα που ανέκυψε με την έκδοση εκσυγχρονισμενου τίτλου οφείλεται σε ενέργειες που δεν έχουν οι ίδιοι ευθύνη αλλά το κτηματολόγιο και εν πάση περιπτώσει τα προβλήματα προϋπήρχαν στο παρελθόν και συνεπώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση για επιστροφή του πιο πάνω ποσού το οποίο δόθηκε ως προκαταβολή για την κράτηση και απόσυρση της οικίας από την αγορά και σε καμία περίπτωση δεν ήταν επιστρεπτέο το ποσό εκτός και αν δεν πληρείτο κάποιος από τους όρους που αναφερόταν στην συμφωνία ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2020 μέχρι την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου που κάτι τέτοιο δεν ισχύει διότι η κολυμβητική δεξαμενή έχει εγγραφεί επί του τίτλου, η επέμβαση έχει αρθεί αφού έχει κατεδαφιστεί ο τοίχος και έχει ανεγερθεί νέος όπως επίσης το μηχανοστάσιο έχει εγκριθεί. Καμία παραβίαση δεν υπάρχει από πλευράς των εναγομένων και οι ενάγοντες σε μια προσπάθεια αναίμακτης από πλευράς τους υπαναχώρησης από την συμφωνία ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2020 προσπαθούν να επιρρίψουν την ευθύνη στους εναγομένους. Ακολούθως περιγράφει είχε συγκεκριμένη ηλεκτρονική αλληλογραφία με την οποία είχε αποσταλεί και επίσυνημμένο προσχέδιο αγοραπωλητηρίου εγγράφου με το οποίο καλούνταν οι ενάγοντες να το υπογράψουν, πλην όμως αυτοί απάντησαν αρνητικά και προειδοποίησαν για την λήψη νομικών μέτρων σε περίπτωση μη επιστροφής του ποσού. Είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καλή αγωγή διότι δεν έχουν αποκαλύψει οποιαδήποτε βάση αιτήσεως και / ή αγωγής και / ή αγώγιμα δικαιώματα, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα επιτυχίας εναντίον των εναγομένων. Περαιτέρω, το ποσό το οποίο αξιώνεται με την αγωγή είναι πάρα πολύ μικρό σε σχέση με την περιουσία την οποία οι αιτητές ζητούν Διάταγμα μη αποξένωσης και σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν έχουν αποδείξει ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα θα είναι δύσκολο και / ή αδύνατο απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε οποιαδήποτε περίπτωση μετά την ακύρωση της συμφωνίας από τους ενάγοντες η εναγόμενη 1 παρέδωσε το ποσό των € 23.205 στους εναγομένους 2 και 3 όπως όφειλε και δέσμευε η συμφωνία ημερομηνίας 19 Αυγούστου 2020 και κράτησε το ποσό των € 19.500 ως μεσιτικά τέλη. Συνεπώς, από τη στιγμή που οι ενάγοντες δεν προτίθενται να προχωρήσουν στην αγορά του ακινήτου αυτό επανατοποθετήθηκε στην αγορά. Είναι επίσης η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και με κακή πίστη παρουσίασαν ότι έχουν καλή υπόθεση προς εκδίκαση ενώ δεν έχουν σοβαρή αιτία αγωγής με πιθανότητα επιτυχίας. Αναφορικά με την εναγόμενη 1 εταιρεία είναι η θέση του ότι αυτή ασχολείται με κτηματομεσιτικές εργασίες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας από το 2012 και μέχρι σήμερα ακολουθεί μία κερδοφόρα πορεία που της επιτρέπει να είναι φερέγγυα και σε περίπτωση έκδοσης αποφάσεως εναντίον της είναι σε θέση να αποζημιώσει τους ενάγοντες. Σχετική βεβαίωση από τον λογιστή της εναγομένης 1 εταιρείας η οποία επιβεβαιώνει την ευρωστία και την άριστη οικονομική της κατάσταση την έχει επισυνάψει ως τεκμήριο
  4. Συνεπώς οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν οιανδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη από την μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων ούτε και έχουν προσκομίσει οποιανδήποτε εύλογη ή αξιόπιστη μαρτυρία ή μαρτυρία γενικώς ότι η εναγόμενη 1 δεν έχει την δυνατότητα να αποζημιώσει τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Είναι επίσης η θέση του ότι τα ζητούμενα Διατάγματα σε βάρος των εναγομένων 2 και 3 είναι άδικα και σε περίπτωση έκδοσης τους θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτούς διότι μπορεί να παραστεί ανάγκη να θέλουν να χρησιμοποιήσουν κάποιο από τα δικαιώματά τους που απορρέουν από την κυριότητα, κατοχή και χρήση της ιδιοκτησίας στο ακίνητο τους. Αντίθετα, η μη έκδοση των Διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη και / ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες η οποία δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα μετά το πέρας της αγωγής. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η δέσμευση περιουσίας άνω των € 400.000 όπως είναι το ακίνητο των εναγόμενων 2 και 3 για μία πιθανολογημένη οφειλή ύψους € 23.000 είναι παράλογη, άδικη, υπερβολική και μη εύλογη, λαμβάνοντας υπ΄ όψη και του γεγονότος ότι μια τέτοια υπόθεση θα εκδικαστεί μετά από 3 με 3 χρόνια. Περαιτέρω οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη από την μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ούτε και έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε εύλογη ή αξιόπιστη μαρτυρία ή μαρτυρία γενικώς ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν τη δυνατότητα να αποζημιώσουν τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας αγωγής. Είναι η θέση του ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν οιανδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη από την μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ούτε και έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε εύλογη ή αξιόπιστη μαρτυρία ή μαρτυρία γενικώς ότι οι ενάγοντες (Προφανώς πάλι πρόκειται περί τυπογραφικού λάθος αφού θα εννοούν τους εναγομένους) δεν έχουν τη δυνατότητα να αποζημιώσουν τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Τέλος, είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και με καλή πίστη, δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα, δεν απέδειξαν ότι έχουν καλή βάση αγωγής, δεν απέδειξαν ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν τη δυνατότητα αποζημιώσεως σε περίπτωση επιτυχίας αγωγής και δεν απέδειξαν ότι το θέμα είναι επείγον και συνεπώς η αίτηση τους θα πρέπει να απορριφθεί είναι έξοδα εναντίον τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεση στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρ. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρ. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice: * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Στην υπόθεση Ζεμενίδης - ν - Ζεμενίδου 1992 1 Α.Α.Δ. σελ. 54, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί να αποξενώσει τόσο μέρος ακινήτου ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος μετά των εξόδων της αγωγής. Τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο, είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγων να ικανοποιηθεί με την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του. Αυτός είναι ο σκοπός του άρθρου αυτού. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα αν ο ενάγων αποδείξει ότι είναι επείγον ή υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ενός των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση προς τον άλλο.΄΄ Τέθηκε από πλευράς εναγομένων ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). Ως προς την φύση του αιτήματος για έκδοση Διατάγματος τύπου Mareva, σχετική είναι η υπόθεση SEAMARK CONSULTANCY SERVICES LEMITED - v - JOSEPH LASALA κ.α., όπου και το πιο κάτω διαφωτιστικό απόσπασμα και ιδίως ως προς το θέμα που προέκυψε στην παρούσα υπόθεση με αίτημα παγοποίησης λογαριασμού στο εξωτερικό. ΄΄ Ως προς το ουσιώδες θέμα του κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εξουσία να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας, παρατηρούμε τα εξής: Στην υπόθεση Pastella (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι αν και το φάσμα των διαταγμάτων τύπου Mareva είναι ευρύ, μέχρι την έκδοση εκείνης της απόφασης (που εκδόθηκε στις 17.9.1987) δεν είχε εντοπιστεί οποιαδήποτε αυθεντία που να υποστηρίζει την άποψη ότι με ένα τέτοιο διάταγμα μπορούσε να δεσμευθεί και περιουσία εκτός δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση εκείνη η περιουσία ήταν ένα πλοίο εκτός δικαιοδοσίας. Εφαρμόζοντας, στην υπόθεση εκείνη, την τότε Αγγλική Νομολογία, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα τύπου Mareva εναντίον του πλοίου, που κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
  1. f)και (
  2. h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva. Στην υπόθεση Derby & Co Ltd and Others v. Weldon and Others (Νο 2) [1989] 1 All E.R. 1002 το Αγγλικό Εφετείο σε απόφαση του το 1988 τόνισε ότι είχε δικαιοδοσία σε κατάλληλη υπόθεση να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα τύπου Mareva δεσμεύον τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου στο εξωτερικό παρόλο που ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου περιουσιακά στοιχεία εντός της (Αγγλικής) δικαιοδοσίας. Ο λόγος για τον οποίο το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα τύπου Mareva, με παγκόσμια ισχύ, ήταν ότι το διάταγμα αυτό λειτουργεί in personam και επομένως, σε περίπτωση παρακοής του, κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στο πρόσωπο που παρακούει το διάταγμα και βρίσκεται εντός δικαιοδοσίας. Οι ίδιες αρχές τονίστηκαν και στην υπόθεση Babanaft International Co v. Bassatne [1989] 1 All E.R. 433 στην οποία όμως τονίστηκε η ανάγκη διαφύλαξης και προστασίας και των δικαιωμάτων τρίτων προσώπων. Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 τονίστηκε ότι τα δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Σε σχέση με την αλλαγή που επήλθε στην Αγγλική νομολογία το 1975, με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων τύπου Mareva, το Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση παρατήρησε ότι το άρθρο 45 του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act του 1925, στο οποίο βασίστηκαν οι Αγγλικές αποφάσεις Nippon Ysen Kaisha v. Karagiorghis [1975] 3 All E.R.282 και Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyd's Rep. 509, είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 37
(1)του δικού μας παλαιού περί Δικαστηρίων Νόμου 40/53 και με το άρθρο 32 του ισχύοντος Νόμου 14/
  1. Είναι πρόδηλο πως τα Αγγλικά δικαστήρια έκριναν τότε ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία, ειδικότερα στον τομέα της επικοινωνίας, καθώς βέβαια και τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Λέχθηκε στην υπόθεση Κιταλίδης (ανωτέρω) ότι σήμερα μπορεί να γίνουν δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από τον ένα λογαριασμό σε άλλο και από τη μια χώρα στην άλλη σε λίγα δευτερόλεπτα. Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ' αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς. Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας. Με την ευρύτητα του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως ερμηνεύτηκε στην Κιταλίδης (ανωτέρω), κρίνουμε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στο να επεκτείνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το διάταγμα τύπου Mareva που εξέδωσε και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνουμε ότι στο Άρθρο 32 δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός, εκτός από τις τρεις προϋποθέσεις. Ο μόνος περιορισμός που τέθηκε από την Pastella (ανωτέρω), ήταν η μη επέκταση του διατάγματος σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας και τούτο ένεκα της Αγγλικής προσέγγισης του θέματος, μέχρ τότε. Σημειώνουμε ότι η ίδια η Pastella (ανωτέρω) είχε επεκτείνει την αρχή της Polish Ocean Lines and Another v. N. Spyropoullos and Another, 20 (Part II) C.L.R. 73, λαμβάνοντας υπόψη εξελίξεις στην Αγγλική νομολογία και πρακτική, οι οποίες αφαιρούσαν από την Spyropoullos το υπόβαθρο στο οποίο είχε βασιστεί. Με την ευρύτατη εξουσία που παρέχει το Άρθρο 32 στα Δικαστήρια, το ιστορικό της επέκτασης των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων όπως φαίνεται και από τις απόφασεις Spyropoullos και Pastella (ανωτέρω) και τις νέες αντιλήψεις που επικράτησαν στην Αγγλία μετά την Pastella, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχε δικαίωμα και εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε, ουσιαστικά ακολουθώντας την αρχή της Pastella,η οποία επιτρέπει την επέκταση της εμβέλειας των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων μέσα στα ευρύτατα πλαίσια του Άρθρου 32 και χωρίς αυτοπεριορισμούς που τέθηκαν πάνω σε υπόβαθρο που στο μεταξύ έχασε τη σημασία, την πειστικότητα και την εγκυρότητά του.΄΄ Στην POLTAVA PETROLEUM CO - v - MEXANA OIL LTD 2001 1 AAΔ 1301 λέχθηκαν τα πιο κάτω: ΄΄ Το διάταγμα τύπου Mareva αποτελεί διάταγμα που απογορεύει στον εναγόμενο να μετακινήσει περιουσιακά στοιχεία εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Χορηγήθηκε για πρώτη φορά στην Αγγλία στην υπόθεση Nippon Yusen Kaisha v. Karageorghis [1975] 1 W.L.R. 1093 και στην Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulkcarries S.A. [1975] 2 Lloyd΄s Rep. 509, από την οποία προέρχεται και το όνομα του. Το Αγγλικό Εφετείο άντλησε τη δικαιοδοσία του από το άρθρο 45 της Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act
  2. Στην Κύπρο διάταγμα τύπου Mareva μπορεί να εκδοθεί βάσει του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν14/60). Οδηγός επί του θέματος είναι οι αρχές που έχουν διατυπωθεί από την αγγλική νομολογία. Αυτό βεβαιώθηκε από τη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 583. Στην υπόθεση εκείνη ο Πικής, Δ. - όπως ήταν τότε - υπέδειξε πως η «διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου, και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας»*. Η αγγλική νομολογία έχει υιοθετηθεί και από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση. Στην Nemitsas Industries Ltd v. S & S Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302 (απόφαση Α. Λοΐζου, Δ. - όπως ήταν τότε), μετά που είχε διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 χορηγήθηκε διάταγμα τύπου Mareva σε σχέση με χρηματικό ποσό το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε τράπεζα. Κρίθηκε ότι τυχόν απόσυρση του ποσού ή μετακίνηση του εκτός Κύπρου θα είχε σαν συνέπεια να μην μπορούν "να το ανακτήσουν οι ενάγοντες και να υποστούν μεγάλη αδικία την οποία το δικαστήριο είχε εξουσία ν' αποτρέψει". Στην Sunoil Bunkering Limited v. Jaouhar Maritime Transport Co. Ltd
(1987)1 C.L.R. 627 (απόφαση Στυλιανίδη, Δ. - όπως ήταν τότε) επαναβεβαιώθηκε ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva. Λέχθηκε: "Ο σκοπός του διατάγματος τύπου Mareva είναι η διατήρηση περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένου και πλοίου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας, για να καταστεί δυνατό για τον ενάγοντα να προχωρήσει με την εκτέλεση όταν εκδίδεται απόφαση του δικαστηρίου υπέρ του". Η Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A. _______ * "The discretion of the Court to make a Mareva Injunction must be exercised with great circumspection and always with due regard with the specific aims of the law, notably an aid to the process of execution designed to forestall action likely to undermine the efficacy of the judicial process."
(1989)1 C.L.R. 182, 187 (απόφαση Δημητριάδη, Δ.) αποτέλεσε ακόμη μια απόφαση δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση στην οποία χορηγήθηκε διάταγμα τύπου Mareva. Κρίθηκε: "Εκτός αν χορηγηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν, υπάρχει κίνδυνος πριν από την εκτέλεση οι εναγόμενοι να μετακινήσουν τα χρήματα τους εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων" (Βλ. και Linmare Shipping Co. v. Roustani
(1979)1 C.L.R. 37). Διάταγμα τύπου Mareva εκδόθηκε και στην Πρόδρομος Κωνσταντίνου Λτδ και άλλοι ν. Του Πλοίου "Nikolay Markin" κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 122 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε). Υποδείχθηκε ότι η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος τύπου Mareva, βάσει του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, αναγνωρίσθηκε στην Pastella Marine (πιο πάνω). Επισκόπηση της πορείας της νομολογίας και της εξέλιξης της δικαστικής πρακτικής στην έκδοση από τα Κυπριακά και Αγγλικά Δικαστήρια διαταγμάτων τύπου Mareva έγινε και στην Α.B.P. Holdings κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 (απόφαση Αρτεμίδη, Δ.). Στην Αγγλία είναι καλώς θεμελιωμένο ότι διάταγμα τύπου Mareva χορηγείται σε σχέση με απειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας (Intraco Ltd v. Notis Shipping Corporation [1981] 2 Lloyd΄s Rep. 256, Ashtiani v. Kashi [1986] 3 W.L.R. 647).΄΄ Για το ζήτημα που προέκυψε αναφορικά με τον λογαριασμό ότι αυτός ανήκει σε μη διάδικο, σχετική είναι η υπόθεση GLOBAL CRUISES S.A. - v - METRO SHIPPING & TRAVEL LTD 1989 1 ΑΑΔ 607, όπου και το πιο κάτω αποσπασμα: ΄΄ Πριν αφήσουμε το θέμα θα ήταν χρήσιμο να τονίσουμε για μελλοντική καθοδήγηση ότι ο ορθότερος τρόπος αντιμετώπισης αξίωσης τρίτων σε περιουσιακά στοιχεία που καλύπτει το διάταγμα MAREVA είναι η εκδίκασή της σαν προκαταρκτικού θέματος. Αυτό έχει ήδη καθιερωθεί από την αγγλική δικαστηριακή πρακτική. Στις κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε η απόφαση Masri, ανωτέρω, αναφέρεται σχετικά στη σελ. 753: "(
  1. i)Where the defendant asserts that the assets belong to a third party, the court is not obliged to accept that assertion without inquiry, but may do so depending on the circumstances. The same applies where it is the third party who makes the assertion, on an application to intervene. (
  2. ii)Where the court decides not to accept the assertation without further inquiry, it may order an issue to be tried between the plaintiff and the third party in advance of the main action, of it may order that the issue await the outcome of the main action, again depending in each case on what is just and convenient΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικο, νομολογιακό και δικονομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξετάση αίτηση και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια και έχοντας πάντα υπ΄ όψη τις θέσεις και των δύο πλευρών, αλλά και τα όσα αναπτύχθηκαν στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις και των δύο πλευρών προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης, το Δικαστήριο, έχοντας υπ΄ όψη τόσο την έκθεση απαιτήσεως, αλλά και τα όσα σκιαγραφούνται μέσα από την ένορκη δήλωση των εναγόντων, κρίνει ότι χωρίς καμία αμφιβολία αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζήτηση υπόθεση και αυτό άπτεται και έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι μέσα από την συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1, οι ενάγοντες έδωσαν το ποσό των € 39.000 (£ 35.000) ΄΄in trust΄΄ όπως ρητά αναφέρεται στην σχετική συμφωνία και το οποίο ήταν επιστρεπτέο εντός 5 ημερών μετά από απαίτηση των εναγόντων εάν λάμβανε χώρα οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που καταγράφονται λεπτομερώς στην σχετική συμφωνία και που αφορούσαν κυρίως την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, απαλλαγμένο από οποιαδήποτε βάρη και νομικά εμπόδια, πράγμα το οποίο οι ενάγοντες απαίτησαν με επιστολή του ημερομηνίας 8 Φεβρουαρίου 2021 όταν τα προβλήματα υπήρχαν και αυτό επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη του τίτλου ιδιοκτησίας που εκδόθηκε ακόμα και τον επόμενο μήνα, ήτοι στις 22/3/2021, όπου ρητά αναγράφεται στον επικαιροποιημένο τίτλο ιδιοκτησίας ότι υπάρχει επέμβαση του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας σε γειτονικό τεμάχιο και συνεπώς υπήρξε τουλάχιστον αυτή η παρανομία και κατ΄ επέκταση παράβαση σχετικού όρου της συμφωνίας ημερομηνίας 4/12/2020. Δεν διαφύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η άλλη πλευρά αναφέρει ότι ο επικαιροποιημένος τίτλος ιδιοκτησίας απαλλαγμένος από αυτήν την αναφορά οφείλεται λόγω της πανδημίας, πλην όμως η ημερομηνία έκδοσης αυτού του τίτλου, δηλαδή ένα μήνα και μετά από την ρητή απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή του ποσού, επιβεβαίωσε το νομικό πρόβλημα που υπάρχει και που ήταν προϋπόθεση της συμφωνίας ότι σε περίπτωση που δεν αρθεί τέτοια παράνομη επέμβαση οι ενάγοντες θα δικαιούνται επιστροφή του ποσού και επομένως ο τίτλος ιδιοκτησίας που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2021 επιβεβαιώνει την πιο πάνω παρανομία και παρ΄ όλο που έχουν λάβει χώρα τα όσα αφορούν την πανδημία, πλην όμως ακόμα και σε αυτή την περίοδο εν καιρώ πανδημίας που επικαλούνται οι εναγόμενοι, πάλι το κτηματολόγιο εξέδωσε τον τίτλο ιδιοκτησίας όπου καταγράφεται εκ νέου και ρητά η παράνομη επέμβαση του ειδικού τεμαχίου στο γειτονικό τεμάχιο και συνεπώς οι ενάγοντες από την στιγμή που ρητά έχουν ζητήσει με την εν λόγω συμφωνία για να προχωρήσουν με την αγορά του επίδικου τεμαχίου, δικαιωματικά απαίτησαν την επιστροφή του επίδικου ποσού. Ως προς τις ορατές πιθανότητες επιτυχίας, ασφαλέστατα και αυτές υπάρχουν, ως συνέπεια και απόρροια των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, διότι επιβεβαιώνεται η επέμβαση του επίδικου ακινήτου σε γειτονικό τεμάχιο με τον τίτλο ιδιοκτησίας που επισύναψαν ακόμα και οι ίδιοι οι εναγόμενοι και πιο συγκεκριμένα το τεκμήριο 7, όπου ο τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου και που φέρει ημερομηνία έκδοσης 22 Μαρτίου 2021 ρητά αναφέρεται ότι υπάρχει επέμβαση σε γειτονικό τεμάχιο. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή την αδυναμία απονομής Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, το Δικαστήριο προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις ειδικότερα αναφορικά με την φύση και την έκταση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Συγκεκριμένα, όπως διαφαίνεται η έκδοση παγιοποιήσεως λογαριασμού και μάλιστα εκτός δικαιοδοσίας και σε άτομο το οποίο δεν είναι διάδικο μέρος και μάλιστα είναι εκτός δικαιοδοσίας και επιπρόσθετα έχοντας υπ΄ όψη και την αναφορά του διευθυντή της εναγομένης 1 εταιρείας ότι δόθηκαν ήδη χρηματικά ποσά στους εναγομένους και κατακράτησε η εναγόμενη 1 συγκεκριμένα ποσά, ανεξαρτήτως του κατά πόσο αυτά πραγματικά αυτά δόθηκαν αφού αυτό τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την πλευρά των εναγόντων, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η έκδοση παγιοποιήσεως και μη αποξένωσης χρηματικών ποσών που είναι στο εξωτερικό και μάλιστα όταν εμπλέκονται διάδικα μέρη που δεν είναι διάδικοι στην υπό εξέταση υπόθεση και υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και έχοντας υπ΄ όψιν την πιο πάνω νομολογία και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια ότι δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο από τις περιστάσεις να εκδοθούν τέτοια Διατάγματα. Στην προκειμένη περίπτωση όπως διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν όλα τα γεγονότα της παρούσας περιπτώσεως, ασχέτως εάν δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη στην συμφωνία ημερομηνίας 4/12/2020, διότι αυτό διαφαίνεται και μέσα από την επιβεβαίωση του ίδιου του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την ένσταση, δηλαδή του διευθυντή της εναγομένης 1 εταιρείας, διότι ουσιαστικά ενεργούσε η εναγόμενη 1 εταιρεία ως μεσιτική εταιρεία προς όφελος και εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 και που είχε ως στόχο την πώληση του επίδικου ακινήτου. Ως προς την γνώση των εναγομένων 2 και 3 για τα γεγονότα της παρούσας περιπτώσεως, αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα και μέσα από την αλληλογραφία που προσκόμισαν ακόμα και οι δύο πλευρές και όπου εκπροσωπούνταν από δικηγόρο και προωθούσαν τις ανάλογες θέσεις. Συνεπώς, οι εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν ότι οι ενάγοντες επιθυμούσαν την αγορά του επίδικου ακινήτου που είναι ιδιοκτησίας των εναγόμενων 2 και 3 και αποσύρθηκε από την αγορά προσωρινά το επίδικο ακίνητο και μετά την μία ευόδωση των πιο πάνω ενεργειών που είχαν ως στόχο την μη ύπαρξη νομικών εμποδίων για την έκδοση καθαρού τίτλο ιδιοκτησίας, οι εναγόμενοι 2 και 3 έχουν επανεντάξει στην αγορά αναζητώντας αγοραστή για το επίδικο ακίνητο. Αυτό βεβαίως ξεκάθαρα καταδεικνύει πρόθεση αποξένωσης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας, γεγονός άλλωστε που δεν έχουν αρνηθεί οι εναγόμενοι 2 και 3. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 μπορούν να εξασφαλίσουν το λαβείν των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από τη στιγμή που είναι η μόνη τους ιδιοκτησία, προφανώς με την πώληση του επίδικου ακινήτου αυτή θα αναχωρήσουν από την Κύπρο και θα υπάρχει ουσιαστική αδυναμία εκπλήρωσης της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον των εναγομένων 2 και 3. Υπό τις περιστάσεις λοιπόν κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια όπως εκδώσει Διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στους εναγομένους 2 και 3 από τον αποξενώσουν και με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνουν την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία, διότι σε αντίθετη περίπτωση η ικανοποίηση της απαιτήσεως των εναγόντων θα είναι άνευ αντικειμένου, διότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δύνανται να αποζημιώσουν τους ενάγοντες, διότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ότι αυτοί κατέχουν άλλη περιουσία πέραν της επίδικης. Ασφαλέστατα και δεν διαφεύγει της προσοχής του δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν έχουν συμβληθεί απευθείας με τους ενάγοντες, αφού στην συμφωνία ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2020 συμβαλλόμενα μέρη είναι οι ενάγοντες και η εναγόμενη 1 εταιρεία, πλην όμως οι ενγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν ακριβώς την ύπαρξη όλων των γεγονότων και διαφαίνεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 έλαβαν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από το ποσό που οι ενάγοντες έδωσαν στην εναγόμενη 1 εταιρεία όπως φάνηκε από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων 1. Ασφαλέστατα και δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το ύψος της απαίτησης, σε συνδυασμό με το ύψος της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου, πλην όμως το Δικαστήριο ισοζυγίζοντας και ισοσταθμίζοντας τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τους ενάγοντες σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα μη αποξένωσης της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας η ζημιά θα είναι μεγαλύτερη για τους ενάγοντες και λιγότερη για τους εναγομένους και ούτως ή άλλως το Δικαστήριο θα διατάξει την καταβολή σχετικής εγγυήσεως από τους ενάγοντες με υπογραφή συγκεκριμένης εγγυήσεως για τυχόν αντιστάθμισμα των οποιοδήποτε ζημιών ήθελαα προκληθεί από την έκδοση του σχετικού Διατάγματος. Ουδεμία απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων έλαβε χώρα από τους ενάγοντες, διότι όπως έχουν εκτιμηθεί τα επίδικα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα εκείνα τα ουσιαστικά γεγονότα, έγγραφα και τεκμήρια καταδεικνύεται η νόμιμη απαίτηση των εναγόντων για επιστροφή του ποσού που έδωσαν συνέπεια της μη έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας χωρίς οποιοδήποτε νομικό κώλυμα όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το δικαστήριο εκδίδεται Διάταγμα ως το Β της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Οι πλευρά των εναγόντων να υπογράψουν εγγύηση ύψους € 100.000. (Υπ)............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.