← Κύπρος

GREENTECH TRADING LIMITED ν. S. Z. ELIADES LEISURE LTD, Αρ. Αγωγής: 1117/13, 14/5/2021

GREENTECH TRADING LIMITED ν. S. Z. ELIADES LEISURE LTD, Αρ. Αγωγής: 1117/13, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A52 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1117/13 Μεταξύ: GREENTECH TRADING LIMITED Εναγόντων και S. Z. ELIADES LEISURE LTD Εναγομένων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 23.4.2021 Ημερομηνία: 14.5.2021 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κ. Β. Χιταρίδου για Χρήστος Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €194.400 πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, με γραπτή συμφωνία ημερ. 19.4.2007 οι Εναγόμενοι ανέθεσαν στους Ενάγοντες την κατασκευή και συντήρηση φυτωρίου για σκοπούς παραγωγής πολλαπλασιαστικού υλικού χορτοτάπητα στην Γεροσκήπου (παράγραφος 3). Με προφορική συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ τους τον ή γύρω στον Σεπτέμβρη 2008, οι Εναγόμενοι ανέθεσαν στους Ενάγοντες την συντήρηση του ως άνω φυτωρίου για την περίοδο Οκτωβρίου 2008 - Σεπτεμβρίου 2009, αντί αρχικού ποσού €194.400 πλέον Φ.Π.Α. (παράγραφος 4). Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας της παραγράφου 4, ότι οι Εναγόμενοι θα εξοφλούσαν το τίμημα για τις εργασίες της εν λόγω παραγράφου εντός εύλογου χρόνου από την αποπεράτωσή τους (παράγραφος 5). Οι Ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως τις εργασίες αυτές και επανειλημμένα και με επιστολή του δικηγόρου τους κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το ως άνω ποσό αλλά αυτοί μέχρι σήμερα αρνούνται και/ή παραλείπουν να το πράξουν. Οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους, παραδέχονται τα της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 19.4.2007 αλλά αρνούνται την κατάρτιση προφορικής συμφωνίας, όπως αυτή περιγράφεται στις παραγράφους 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης και προβάλλουν ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι εκ των υστέρων σκέψεις με τις οποίες οι Ενάγοντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν αδικαιολόγητες πληρωμές προς όφελος τους. Υποστηρίζουν δε ότι τα αληθή γεγονότα είναι ότι στους Ενάγοντες δεν ανατέθηκε οτιδήποτε άλλο παρά τα όσα περιγράφονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, για τα οποία έχουν πληρωθεί στο ακέραιο. Τέλος αρνούνται τους λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγόντων και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Με την υπό κρίση αίτηση τους οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται: «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: Α. Στην παρ.4, μετά τη λέξη «συμφωνία», να προστεθεί η φράση «και/ή τροποποίηση και/ή παράταση της συμφωνίας της παρ.3, παραπάνω». Β. Στην παρ.4, μετά τη λέξη «ΦΠΑ», να προστεθεί η φράση «ή, διαδοχικά, αντί εύλογης μηνιαίας αμοιβής τουλάχιστον €16.200,00 πλέον ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25, Κ.Κ.1-4 και Δ.48, Κ.Κ.2 & 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της κ. ΧΧΧΧ Γεωργίου. Οι λόγοι της ένστασης των Εναγομένων (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση»), η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧΧ Ηλιάδη, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: 1. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνιστούν επαναπροσδιορισμό των επίδικων ζητημάτων και/ή εισαγωγή νέων ισχυρισμών και/ή νέων ζημιών και/ή επιχειρείται τεχνηέντως να δημιουργηθεί νέα βάση αγωγής και/ή να διορθωθεί η θέση που προώθησαν οι Αιτητές κατά την ακροαματική διαδικασία. 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ασαφής ως προς το πότε διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης και/ή περιέχει δεύτερες σκέψεις και/ή ισχυρισμούς που προέκυψαν μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης. 3. Η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 4. Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή δέον όπως απορριφθεί καθότι υποβλήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο αφού έχει περατωθεί η ακρόαση με την προσαγωγή μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές. 5. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως επακόλουθο το επανάνοιγμα της υπόθεσης, θα προκαλούσε εκτροπή της διαδικασίας και θα έχει ως συνέπεια την ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων και/ή την παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας και στην σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2013, εδράζεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυε πριν την σχετικά πρόσφατη αναδιαμόρφωση - τροποποίηση της. Η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το θέμα είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη

(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Επαφίεται δε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες. Ο κρίσιμος όμως τελικά παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς (των επίδικων θεμάτων) μεταξύ των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας στον καθένα τους να διατυπώσει και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών τους διαφορών (βλ. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 817). Εφόσον συντρέχει κάτι τέτοιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή όπου ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Αναγνωρίζονται από τη νομολογία και άλλοι σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα πάντα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156). Άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της αίτησης και της όποιας καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί λοιπόν ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). Εξέταση της αίτησης Αρχίζοντας από την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και η εισαγωγή νέων ισχυρισμών, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με την σχετική νομολογία, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά πάντοτε κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. IKOS CIF LTD ν. Coward κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ. 663, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω και Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Όσον αφορά το τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής παραπέμπω στο σύγγραμμα Annual Practice 1959 σελ. 627. Η διαπίστωση λοιπόν πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Ως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Στην προκειμένη, είναι αναμφίβολο ότι, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η προσθήκη νέων ισχυρισμών και νέας βάσης αγωγής και εξηγώ. Ενώ στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης ο βασικός ισχυρισμός, που καταδεικνύει και την βάση της αγωγής, είναι ότι πέραν της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 19.4.2007, στην συνέχεια, τον ή γύρω στον Σεπτέμβρη 2008, οι διάδικοι συνήψαν νέα, αυτή την φορά προφορική συμφωνία, με την οποία ανατέθηκε στους Ενάγοντες η συντήρηση του φυτωρίου για την περίοδο Οκτωβρίου 2008 - Σεπτεμβρίου 2009 αντί συγκεκριμένου αρχικού ποσού, με την τροποποίηση επιχειρείται να προστεθούν διαζευκτικοί ισχυρισμοί για παράταση και/ή τροποποίηση της συμφωνίας ημερομηνίας 19.4.2007 και νέα διαζευκτική βάση αγωγής, για εύλογη αμοιβή συγκεκριμένου μηνιαίου ποσού. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το είδος της υπόθεσης και τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική και δύναται να οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Ως όμως έχει προαναφερθεί τα πιο πάνω από μόνα τους δεν μπορούν να οδηγήσουν σε απόρριψη της αίτησης. Αποτελεί επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι έγκριση της θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους. Εδώ να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπου υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P) ανωτέρω κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Έτσι κρίθηκε ότι όταν η αίτηση γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην Χριστοδούλου ανωτέρω λέχθηκε δε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην Ταξί Κυριάκος ανωτέρω, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (για όλα τα πιο πάνω βλ. και Federal Bank Of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223). Ως δε λέχθηκε στην IKOS CIF LTD ανωτέρω, πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Τέτοια αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε όταν θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των αντιδίκων αλλά και της Δικαιοσύνης, που είναι συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσής της (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Προς εξέταση της ως άνω θέσης των Καθ' ων η αίτηση, κρίνεται απαραίτητο να γίνει κατ' αρχάς αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, ως αυτό προκύπτει από τον φάκελο της. Συγκεκριμένα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε δια γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 25.4.
  1. Ακολούθησε η έκθεση απαίτησης στις 3.6.
  2. Η έκθεση υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 7.11.
  3. Μετά δε από αίτηση ημερομηνίας 10.3.2014, με την συναίνεση των Καθ' ων η αίτηση, εκδόθηκε στις 30.5.2014 διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, δια του οποίου αντικαταστάθηκε στην παράγραφο 4, μετά το αναφερόμενο ποσό των €194.400, η φράση «περιλαμβανομένου του ΦΠΑ» από την φράση «πλέον ΦΠΑ» και έγινε προσθήκη της τελευταίας φράσης μετά το ίδιο ποσό στην παράγραφο (α) του αιτητικού. Η τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 10.7.
  4. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν στις 11.9.2014 έκθεση υπεράσπισης στην τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης, η οποία υπεράσπιση παρέμεινε ακριβώς ως η αρχική. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 3.6.2015 και έκτοτε και μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 15.4.2021, ορίσθηκε για ακρόαση άλλες 12 φορές. Στα πλαίσια της ακρόασης, στις 15.4.2021 κατέθεσε η μια και μοναδική μάρτυρας για τους Ενάγοντες-Αιτητές (πρόκειται για το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει και την υπό εξέταση αίτηση, στο εξής «η Μ.Ε.1») και οι αυτοί έκλεισαν την υπόθεση τους. Έτσι αυτή ορίσθηκε για συνέχιση στις 23.4.2021 με σκοπό να προσέλθουν οι μάρτυρες των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση και να ολοκληρωθεί η μαρτυρία αυτών. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.4.
  5. Εκείνη την ημέρα πριν συνεχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, η συνήγορος των Αιτητών ενημέρωσε το Δικαστήριο για την καταχώρηση της αίτησης και ότι αυτή ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 27.5.
  6. Η αίτηση δεν βρισκόταν στον φάκελο του Δικαστηρίου. Δεν έγινε δε οποιοδήποτε αίτημα για αναβολή της υπόθεσης ώστε να εκδικασθεί η αίτηση. Την ίδια ημέρα κλήθηκαν και κατέθεσαν δύο μάρτυρες για τους Καθ' ων η αίτηση (ο ένας εξ αυτών που στην συνέχεια θα αναφέρεται ως «ο Μ.Υ.1» είναι το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης) και οι αυτοί έκλεισαν την υπόθεση τους. Ενόψει αυτού και πριν τον ορισμό της υπόθεσης για τελικές αγορεύσεις, το Δικαστήριο ζήτησε από το Πρωτοκολλητείο να τοποθετήσει την αίτηση στον φάκελο όπως και έγινε την ίδια ημέρα, οπόταν επιλήφθηκε αυτής και την όρισε για ακρόαση στις 7.5.2021, δίδοντας οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι και τις 29.4.
  7. Με βάση τα πιο πάνω αντικειμενικά δεδομένα προκύπτει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε στις 23.4.2021 δηλ. 7 χρόνια και 10 περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και 6 χρόνια και 9 περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Έκτοτε και μέχρι την έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση 13 φορές. Σε σχέση με το πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση και γιατί υπήρξε τέτοια καθυστέρηση, στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση, η Μ.Ε.1 αναφέρει τα ακόλουθα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, ο αποβιώσας σύζυγος της (στο εξής «ο αποβιώσας») ήταν διοικητικός σύμβουλος των Αιτητών και χειριζόταν προσωπικά όλες τις συμφωνίες αυτών. Ανέκαθεν η θέση του αποβιώσαντα ήταν πως το Σεπτέμβριο του 2008, με προφορική συμφωνία μεταξύ του ίδιου εκ μέρους των Αιτητών και του Μ.Υ.1 εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, είχε συμφωνηθεί ότι οι πρώτοι θα συντηρούσαν το φυτώριο για τουλάχιστον 12 μήνες πέραν της περιόδου που προνοούσε η συμφωνία ημερομηνίας 19.4.2007, αντί €16.200 πλέον Φ.Π.Α. μηνιαία. Αναφορικά με τις περιστάσεις σύναψης της συμφωνίας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ορισμένες λεπτομέρειες διότι δεν είχε την ευκαιρία να τις συζητήσει με τον αποβιώσαντα. Δεν τέθηκε στην έκθεση απαίτησης επειδή κατά τον χρόνο σύνταξης της τα δεδομένα ήταν διαφορετικά αφού ο αποβιώσας βρισκόταν στην ζωή και πρόθεσή του ήταν να δώσει ο ίδιος μαρτυρία στην υπόθεση. Στις 15.4.2021, κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, αμφισβητήθηκε έντονα τόσο η σύναψη της εν λόγω συμφωνίας όσο και το εύλογο της αμοιβής που διεκδικούν οι Αιτητές. Μετά από αυτό, συζήτησε το θέμα με τους δικηγόρους των Αιτητών και έδωσε οδηγίες να προχωρήσουν αμέσως σε αίτηση τροποποίησης για να περιληφθεί στην έκθεση απαίτησης ο ισχυρισμός ότι το ποσό που διεκδικείται από τους ενάγοντες, εκτός από συμφωνημένο με τους εναγόμενους, είναι εύλογο. Τα πιο πάνω, για τους λόγους που θα τεθούν στην συνέχεια, δεν κρίνονται πειστικά. Κατ' αρχάς δεν δίδεται απάντηση στο εύλογο ερώτημα γιατί εφόσον ήταν ανέκαθεν η θέση του αποβιώσαντα πως τον Σεπτέμβριο του 2008, έγινε νέα, αυτήν την φορά προφορική συμφωνία με τους Καθ' ων η αίτηση και μάλιστα συγκεκριμένου μηνιαίου ποσού €16.200 + Φ.Π.Α., στην έκθεση απαίτησης, η οποία τροποποιήθηκε στις 30.5.2014, δεν έγινε αναφορά σε οποιοδήποτε συμφωνηθέν μηνιαίο ποσό αλλά σε ένα ποσό €194.400, το οποίο μάλιστα αναφέρεται ως «αρχικό». Πέραν όμως και ανεξάρτητα αυτού δεν εξηγείται και δεν είναι πειστικό να επιχειρείται η συγκεκριμένη τροποποίηση, με δεδομένο ότι ανέκαθεν η θέση του αποβιώσαντα ήταν για νέα προφορική συμφωνία και όχι για παράταση, ή τροποποίηση της προγενέστερης γραπτής συμφωνίας και για εύλογη αμοιβή. Με δεδομένη δε την πιο πάνω «ανέκαθεν» θέση του αποβιώσαντα, μη πειστικό κρίνεται βέβαια και το ότι η αιτούμενη να προστεθεί θέση για εύλογη αμοιβή, δεν τέθηκε στην έκθεση απαίτησης επειδή κατά τον χρόνο σύνταξής της ο αποβιώσας βρισκόταν στην ζωή και πρόθεσή του ήταν να δώσει ο ίδιος μαρτυρία στην υπόθεση. Να σημειωθεί δε και το ότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της η Μ.Ε.1 δεν έκανε λόγο για το πιο πάνω συγκριμένο ποσό των €16.200 + Φ.Π.Α. Σε κάθε περίπτωση εύλογα εγείρεται το ερώτημα γιατί εφόσον υφίστατο τέτοια θέση, που προφανώς ήταν γνωστή εξ αρχής, αυτή δεν τέθηκε ούτε στην αρχική έκθεση απαίτησης, ούτε κατά την τροποποίησης αυτής, όταν ο αποβιώσας βρισκόταν εν ζωή αλλά ούτε και μεταγενέστερα πριν την έναρξη της ακρόασης, παρά το ότι η υπόθεση αναβλήθηκε για σκοπούς ακροάσεως 13 φορές. Δεν κρίνεται βάσιμη, ούτε και εύλογη η δικαιολογία ότι η αίτηση καταχωρήθηκε σε αυτό το στάδιο, καθότι κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 στην ακροαματική διαδικασία, αμφισβητήθηκε έντονα η σύναψη της εν λόγω προφορικής συμφωνίας. Αυτό καθότι ήταν εξ αρχής η δικογραφημένη θέση των Καθ' ων αίτηση, ότι δεν υπήρξε τέτοια προφορική συμφωνία και προφανώς ήταν αναμενόμενη η αμφισβήτηση της κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Αιτητών. Να σημειωθεί εδώ ότι αυτό που προκύπτει από την γραμμή αντεξέτασης δεν είναι η αμφισβήτηση από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση οποιουδήποτε θέματος εύλογης αμοιβής, καθότι κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν δικογραφείται αλλά ούτε και τέθηκε από την Μ.Ε1, η οποία τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της υποστήριξε ότι είχε συναφθεί νέα προφορική συμφωνία και απέρριψε το να είχε παραταθεί ή τροποποιηθεί η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 19.4.
  8. Οι όποιες ερωτήσεις έγιναν κατά την αντεξέταση της, ήταν στα πλαίσια κατάρριψης του ισχυρισμού για τέτοια συμφωνία με συγκεκριμένο ποσό ως αντάλλαγμα και όχι για εύλογη αμοιβή. Η δε θέση των Καθ' ων η αίτηση, ως προωθήθηκε και κατά την ακρόαση, είναι ότι όσες εργασίες έγιναν από τους Αιτητές, έγιναν στα πλαίσια της συμφωνίας ημερομηνίας 19.4.2007 και μόνο και το συμφωνηθέν τίμημα αυτών καταβλήθηκε πλήρως. Εδώ θα πρέπει να υπομνησθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, ενώ είναι επιτρεπτή η παράθεση διαζευκτικών ισχυρισμών στα δικόγραφα, δεν είναι αποδεκτή η προβολή διαζευκτικών γεγονότων κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ. Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Μιχαήλ
(2012)1Α Α.Α.Δ. 41). Στην προκειμένη η Μ.Ε.1, ως προαναφέρθηκε, κατά την μαρτυρία της προέβαλε ήδη ένα συγκεκριμένο ουσιώδη ισχυρισμό και δη για νέα προφορική συμφωνία. Πρέπει συναφώς να σημειωθεί ότι όταν η τροποποίηση σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει να αγνοηθεί μαρτυρία που έχει δοθεί, δεν είναι επιτρεπτή (βλ. Jamal κ.ά. ν. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211). Δεν βρίσκει δε έρεισμα στην λογική ούτε η θέση της Μ.Ε.1 ότι μετά την αντεξέτασης της, όταν αντιλήφθηκε τα πιο πάνω, συζήτησε το θέμα με τους δικηγόρους των Αιτητών και έδωσε οδηγίες να προχωρήσουν αμέσως σε αίτηση τροποποίησης. Αυτό καθότι ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Μ.Υ.1 και δεν αμφισβητήθηκε, το απόγευμα της 22.4.2021 δηλαδή της μέρας πριν την καταχώρηση της αίτησης και μια εβδομάδα μετά την περάτωση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, οι δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν στους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, άνευ βλάβης πρόταση εξώδικης διευθέτηση της υπόθεσης, στην οποία καμία μνεία δεν γίνεται για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης. Δεν μου διαφεύγει ότι η υποβολή τέτοιων προτάσεων μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης και πάντα άνευ βλάβης αλλά στην προκειμένη αυτό δεν συνάδει με την θέση της Μ.Ε.1, η οποία σχετίζεται με το κατά πόσο είναι αναγκαία η τροποποίηση και πότε προέκυψε αυτό, ότι δηλαδή έδωσε αμέσως οδηγίες για καταχώρηση της αίτησης. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να πείσουν ότι η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης είναι δικαιολογημένη. Όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε συνδυασμό με τον χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες καταχωρήθηκε η αίτηση δηλαδή μετά και ενόψει της αντεξέτασης της Μ.Ε.1, επιβεβαιώνουν την θέση των Καθ' ων η αίτηση και δημιουργούν, κατά την κρίση μου, βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα με σκοπό την προώθηση διαζευκτικής βάσης, σε περίπτωση που η θέση που οι Αιτητές προώθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία δεν γίνει δεκτή. Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι έχουν ήδη παρέλθει 8 και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής. Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει, οι διάδικοι κάλεσαν όλους τους μάρτυρες τους και έκλεισαν την υπόθεση τους και παρέμεινε ο ορισμός της υπόθεσης για τελικές αγορεύσεις. Οι Καθ' ων η αίτηση διεξήγαν την υπόθεση του έχοντας πάντα υπόψην τους συγκεκριμένους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών, ανάμεσα στους οποίους δεν περιλαμβάνονταν οι επιχειρούμενοι να προστεθούν. Εδώ να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα πριν παρουσιάσουν οι Καθ' ων η αίτηση την μαρτυρία τους και επιδόθηκε σε αυτούς, ασφαλώς και δεν τους δημιούργησε οποιαδήποτε υποχρέωση απάντησης στους εκτός δικογράφων αυτούς ισχυρισμούς. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, δύναται να έχουν ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και το να δοθεί η ευκαιρία στους Αιτητές να προωθήσουν μια διαζευκτική νέα βάση αγωγής προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Είναι λοιπόν ορατή, η ύπαρξη καταλυτικών συνεπειών και ο κίνδυνος επηρεασμού της υπόθεσης των Καθ' ων η αίτηση και κατ' επέκταση η πρόκληση σε αυτούς βλάβης που δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα. Περαιτέρω υπό τις ως άνω περιστάσεις, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, πέραν του ότι θα δοθεί η ευχέρεια στους Καθ' ων η αίτηση να απαντήσουν δικογραφικά, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο επανακλήτευσης μαρτύρων ή ακόμη και κλήσης άλλων μαρτύρων, κάτι που θα δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της πολύ καθυστερούμενης αυτής υπόθεσης, με κίνδυνο παραβίασης του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι πρόσφορη και θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση αλλά και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης, τα οποία είναι συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης αλλά και με την λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσης της. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συναφώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.