Τράπεζας Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ ν. Αχιλλέως κ.α., Αρ. Αγωγής: 3019/12, 28/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A62 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3019/12 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ και
- ΧΧΧΧ Αχιλλέως
- ΧΧΧΧ Αχιλλέως, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα, τέως από την Πάφο
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα, τέως από την Πάφο ---------------------------------------------------------------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 28.2.2013 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ και
- ΧΧΧΧ Αχιλλέως
- ΧΧΧΧ Κολνάκου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας ΧΧΧΧΧ Μαυρονικόλα, τέως από την Πάφο Ημερομηνία: 28.5.2021 Για Ενάγοντες: κα Χ. Πολυβίου για Νίκος Παπακλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κ. Σ. Σταυρινίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €104.927,44 πλέον τόκο 9,75% ετησίως επί του ποσού αυτού από 13.6.2012, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω αξιώνουν την έκδοση διαταγής εκποίησης της υποθήκης που αφορά ακίνητο της αποβιώσασας ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, στις 24.5.2007 οι Ενάγοντες συνήψαν με τον Εναγόμενο 1 σύμβαση δανείου τακτής προθεσμίας για το ποσό των Λ.Κ.65.000 πλέον τόκους. Προς εξασφάλιση αυτής, η ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα (στο εξής «η αποβιώσασα») υπέγραψε στις 24.5.2007 προσωπική εγγύηση και περαιτέρω συνήφθη Γ' υποθήκη επί ακινήτου της αποβιώσασας, στην Γεροσκήπου. Το ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε. Μετά από αίτηση του Εναγόμενου 1, στις 6.10.2009, υπεγράφη μεταξύ αυτού και των Εναγόντων συμφωνία τροποποίησης της σύμβασης δανείου, η οποία αφορούσε το επιτόκιο. Οι εξασφαλίσεις παρέμειναν οι ίδιες. Στις 21.2.2012 οι Ενάγοντες κατάγγειλαν και τερμάτισαν την σύμβαση δανείου και τον σχετικό με αυτήν λογαριασμό και αξίωσαν άμεση εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που τότε ήταν €101.409,79, πλέον τόκοι. Ανάλογη επιστολή ίδιας ημερομηνίας απεστάλη και στους τότε διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας. Το οφειλόμενο υπόλοιπο δεν έχει εξοφληθεί. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και έκθεση υπεράσπισης. Όμως στις 26.2.2020, οι δικηγόροι του, ζήτησαν και έλαβαν άδεια να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση του και ενόψει της απουσίας του παρά το ότι ειδοποιήθηκε σχετικά, η υπόθεση ορίσθηκε για απόδειξη. Δεν εμφανίσθηκε ούτε στην συνέχεια και στις 6.5.2020 εκδόθηκε εναντίον του απόφαση. Η Εναγόμενη 2, διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας από τις 21.11.2012, καταχώρησε Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Στην Έκθεση Υπεράσπισης της αρχικά εγείρει διάφορες προδικαστικές ενστάσεις. Αναφορικά με την σύμβαση δανείου προβάλλει βασικά ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα απειλής και/ή πίεσης και/ή εξαναγκασμού. Ως προς την σύμβαση εγγύησης και την παροχή υποθήκης προβάλλει ότι ήταν αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή πιέσεων και/ή εκβιασμού και/ή ότι παραβιάζουν τα συναλλακτικά ήθη και/ή τον περί Συμβάσεων νόμο. Δηλώνει δε ότι αγνοεί και αρνείται τους ισχυρισμούς περί τροποποίησης της σύμβασης δανείου και αναφέρει ότι οι Ενάγοντες δεν προέβηκαν σε σχετική ενημέρωση της αποβιώσασας. Περαιτέρω δηλώνει ότι αγνοεί και αρνείται τους ισχυρισμούς περί τερματισμού της σύμβασης δανείου και τα της σχετικής ενημέρωσης του Εναγόμενου 1 και των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας. Ισχυρίζεται δε ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομες χρεώσεις στον λογαριασμό υπό μορφή ισχυριζόμενου τόκου και/ή ανατοκισμού και/ή προμηθειών και/ή εξόδων. Με την Ανταπαίτηση της αξιώνει την έκδοση αποφάσεων με τις οποίες να αναγνωρίζεται και να κηρύσσεται ότι η σύμβαση εγγύησης καθώς και η επίδικη υποθήκη, είναι άκυρες, παράνομες και στερημένες εννόμου αποτελέσματος, ως προϊόντα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή πιέσεων και/ή εκβιασμού εκ μέρους των Εναγόντων και σε βάρος της αποβιώσασας και/ή ότι παραβιάζουν τα συναλλακτικά ήθη και/ή τον περί Συμβάσεων νόμο και/ή τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου, να εξαλείψει την εν λόγω υποθήκη. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες, αρνούνται όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που παρατίθενται στο δικόγραφο της Εναγόμενης
- Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η αποβιώσασα, επέλεξαν κατά την δική τους κρίση και ελεύθερη βούληση να συμβληθούν μαζί τους και το έπραξαν χωρίς κανένα εξαναγκασμό ή απειλή και ότι η σύμβαση εγγύησης και η υποθήκη δεν ήταν προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού και/ή πιέσεων. Αρνούνται κατηγορηματικά τις ανταξιώσεις της Εναγομένης 2 και ζητούν την απόρριψη της Ανταπαίτησης με έξοδα. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσαν έξι μάρτυρες. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Εναγόμενης 2, κατέθεσε ένας μάρτυρας. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Κανάρη, υπεύθυνη στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων, σε υποκατάστημα των Εναγόντων στην Πάφο. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην αίτηση του Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες για έγκριση δανείου τακτής προθεσμίας, στην έγκριση αυτής, στην επακόλουθη υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου ημερ. 24.5.2007 (τεκμήριο 8) και στους όρους αυτής. Ανέφερε δε ότι το προϊόν του δανείου συμφωνήθηκε όπως χρησιμοποιηθεί για να εξοφλήσει διάφορα άλλα δάνεια και οφειλές του Εναγόμενου
- Σε αντάλλαγμα της σύμβασης δανείου, η αποβιώσασα ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα (στο εξής «η αποβιώσασα»), υπέγραψε σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 24.5.2007 μέχρι του ποσού των Λ.Κ.78.000, πλέον τόκους (τεκμήριο 9) και στις 29.5.2007, συνήψε με τους Ενάγοντες και δήλωσε στο Κτηματολόγιο Πάφου, την σύμβαση Υποθήκης με αρ. XXXXX/2007 (τεκμήριο 11). Ο Εναγόμενος 1 με νέο αίτημα του στις 31.8.2009 ζήτησε από τους Ενάγοντες την μεταβολή του επιτοκίου του επίδικου δανείου. Οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν αυτό, με τις ίδιες προαναφερόμενες εξασφαλίσεις της αποβιώσασας και η σχετική τροποποιητική συμφωνία υπογράφτηκε στις 6.10.2009 (τεκμήριο 14). Επειδή το επίδικο δάνειο στις 21.2.2012 παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο €101.409,79, οι Ενάγοντες με επιστολές ίδιας ημερομηνίας κατάγγειλαν και τερμάτισαν την σύμβαση δανείου και την λειτουργία του συνδεόμενου λογαριασμού, αξίωσαν την εξόφληση του υπολοίπου και ενημέρωσαν για την πρόσθετη επιβάρυνση και με τόκο υπερημερίας (τεκμήριο 16). Περαιτέρω η Μ.Ε.1 κατέθεσε αναλυτικές καταστάσεις κίνησης του επίδικου λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος μέχρι τον τερματισμό του (τεκμήριο 18) και αναδομημένη κατάσταση του ίδιου λογαριασμού (τεκμήριο 19), τις οποίες και εξήγησε. Τέλος, ως ανέφερε, κανένα ποσό δεν πληρώθηκε έναντι του χρέους μετά την έγερση της αγωγής και εξακολουθεί να οφείλεται το ποσό των €214.113,42 πλέον τόκος προς 9% ετησίως επί ποσού €204.845,02 από 1.1.2021, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, μέχρι εξοφλήσεως. Η επίδικη υποθήκη δεν εκποιήθηκε. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Ασπρομάλλη, υπάλληλος των Εναγόντων. Αυτή ως η υπεύθυνη λειτουργός («banker») ετοίμασε την αίτηση για το επίδικο δάνειο, τις συμβάσεις τεκμήρια 8 και 9 και εξήγησε στους πελάτες τους όρους αυτών. Ως ανέφερε οι όροι τυγχάνουν διαπραγμάτευσης με τους πελάτες, καταλήγουν, ετοιμάζονται τα έγγραφα, εξηγούνται οι όροι τους και δίδεται αντίγραφο στους πελάτες να το μελετήσουν, πριν υπογράψουν. Αυτά έγιναν στην προκειμένη και καμία πίεση ή εξαναγκασμός δεν ασκήθηκε, για την υπογραφή των τεκμηρίων 8 και
- Ως Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 κατέθεσαν οι υπάλληλοι των Εναγόντων, ΧΧΧΧ Παπαθεοχάρους και ΧΧΧΧ Δημητρίου. Αυτές αναγνώρισαν τις υπογραφές τους, ως μάρτυρες στις επίδικες συμβάσεις δανείου και εγγύησης και ανέφεραν ότι τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η αποβιώσασα υπέγραψαν τα έγγραφα αυτά στην παρουσία τους, με την ελεύθερη βούλησή τους και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε πίεσης. Ως Μ.Ε.5 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου, υπάλληλος των Εναγόντων. Σύμφωνα με αυτήν οι επιστολές τερματισμού ημερ. 21.2.2012 προς τον Εναγόμενο 1 και τους τότε διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας, ΧΧΧΧ Αχιλλέως και ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα (τεκμήριο 16) ετοιμάστηκαν από την υπηρεσία της (εκτέλεσης αποφάσεων και ετοιμασίας εγγράφων) στην Πάφο και υπογράφτηκαν από την ίδια και από συνάδελφο της. Πέραν των πιο πάνω επιστολών, στάληκε στους διαχειριστές, επιστολή ίδιας ημερομηνίας στην οδό ΧΧΧΧ 6, ΧΧΧΧ Γεροσκήπου, Πάφος (τεκμήριο 23). Όλες οι ως άνω επιστολές στάληκαν χωρίς να επιστραφούν. Ως Μ.Ε.6 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Ηλία, του Κλάδου Μεταβιβάσεων και Δηλώσεων του Κτηματολογίου. Η μάρτυρας είχε στην κατοχή της και κατέθεσε ως τεκμήριο 24 τα έγγραφα της επίδικης υποθήκης υπ' αρ. Υ2871/
- Ανέφερε ότι τα έγγραφα κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο στις 29.5.2007 και ότι η υποθήκη εξακολουθεί να υφίσταται. Δέχθηκε ότι δεν ήταν αυτή που παρέλαβε την υποθήκη αλλά είπε ότι γνωρίζει την διαδικασία που ακολουθείται. Εξήγησε ότι για να αποδεχθεί το Κτηματολόγιο αυτή την υποθήκη διαβάσθηκε στα μέρη το έντυπο υποθήκης «Ν271». Πιο συγκεκριμένα είπε ότι το Κτηματολόγιο απευθύνεται στον ενυπόθηκο οφειλέτη και αφού ζητήσουν την ταυτότητά του για να βεβαιώσουν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο με αυτό που βλέπουν στο σύστημα, του διαβάζουν ότι υποθηκεύεται το τάδε ακίνητο στην τάδε τράπεζα για το τάδε ποσό και ερωτάται εάν συμφωνεί ή όχι. Ανέφερε επίσης ότι δεν είναι απαραίτητο τα έγγραφα της υποθήκης να υπογραφτούν ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου του Κτηματολογίου αλλά συνήθως υπογράφονται στην τράπεζα, όπου οι μάρτυρες επιβεβαιώνουν τις υπογραφές και το Κτηματολόγιο δεν ζητά να είναι παρόντες οι μάρτυρες αλλά ερωτάται ο ενυπόθηκος οφειλέτης εάν οι υπογραφές στα έγγραφα είναι οι δικές του. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο πρώην Εναγόμενος 1, ΧΧΧΧ Αχιλλέως, ο οποίος συζούσε με την αποβιώσασα για 11 χρόνια. Για το δάνειο συζητούσαν με τον διευθυντή της τράπεζας κ. Χατζήπαπα, έκαναν αίτηση, αυτή εγκρίθηκε και πήγαν με την αποβιώσασα να υπογράψουν. Υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα ενώπιον κάποιου Αντώνη, χωρίς να τους δοθούν οποιαδήποτε έγγραφα και χωρίς να τους εξηγηθούν οι όροι τους. Απλά ο Αντώνης τους υπέδειξε που να υπογράψουν. Περαιτέρω δεν έδωσαν στην αποβιώσασα οποιαδήποτε έγγραφα για να τα πάρει και να συμβουλευτεί δικηγόρο. Την υπάλληλο των Εναγόντων, ΧΧΧΧ Ασπρομάλλη δεν την γνωρίζει. Την έχει μόνο ακουστά. Ούτε την ΧΧΧΧ Παπαθεοχάρους γνωρίζει. Εξ όσων θυμάται δεν πήραν οποιαδήποτε επιστολή που να λέει ότι είχαν καθυστερημένες δόσεις. Όταν ακόμη ήταν διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας εξέτασε εάν υπήρχε οποιαδήποτε επιστολή των Εναγόντων προς εκείνη, αλλά δεν βρήκε κάτι τέτοιο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία της παρέθεσε όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και κατέθεσε τα σχετικά με τα επίδικα θέματα τεκμήρια, αποκαλύπτοντας για ποια θέματα ενήργησε η ίδια και ποια ήταν και από πού προήλθε η γνώση της για το καθετί. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και υποστήριξε με πειστικότητα τις θέσεις της, οι οποίες βρίσκουν έρεισμα στα τεκμήρια, ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Αναφορά στην μαρτυρία της θα γίνει και στις επιμέρους ενότητες που θα ακολουθήσουν. Στο σημείο αυτό αρκεί να λεχθούν τα ακόλουθα: Η Μ.Ε.1 κατέστησε ξεκάθαρο ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων και ότι δεν γνωρίζει τα όσα προηγήθηκαν. Τούτου δεδομένου και ενώ αναφέρθηκε στις σχετικές πρακτικές που ακολουθεί η τράπεζα, με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει τι έγινε στην προκειμένη. Όσον αφορά το γιατί ενώ στις επίδικες συμβάσεις δανείου και εγγύησης (τεκμήρια 8 και 9) αναγράφεται ως μάρτυρας ο ΧΧΧΧ Κρητικός, αυτό διαγράφηκε και μπήκε η σφραγίδα της ΧΧΧΧ Δημητρίου, εξήγησε, και αυτό συνάδει και με την σχετική μαρτυρία των Μ.Ε.3-4, ότι επειδή στην τράπεζα είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να υπογράψουν για την πιστοποίηση των υπογραφών, ετοιμάζονται τα έγγραφα και μπαίνει το όνομα αυτών που θα μαρτυρήσουν και στην προκειμένη υποθέτει, αφού ως είπε δεν γνωρίζει, ότι την συγκεκριμένη ημέρα απουσίαζε ο προαναφερόμενος και ως εκ τούτου υπόγραψε άλλος συνάδελφος. Της υποβλήθηκε ότι την ώρα που υπέγραψε η αποβιώσασα την σύμβαση εγγύησης, παρόντες ήταν μόνο ο διευθυντής του υποκαταστήματος χωρίς κανένα μάρτυρα και ο λόγος που φαίνεται διαγραμμένος ο Κρητικός είναι γιατί αργότερα υπέγραψαν οι μάρτυρες, κάτι με το οποίο διαφώνησε, πάντα με βάση την πληροφόρηση που της έδωσαν οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4, οι οποίες και το επιβεβαίωσαν με την μαρτυρία τους. Δεν ρώτησε αυτές εάν ήταν παρούσες από την αρχή και εάν επεξηγήθηκε στην αποβιώσασα το περιεχόμενο του εγγράφου που θα υπέγραφε και εξήγησε ότι αυτές ήταν μάρτυρες υπογραφών και ότι άλλος ήταν ο συνάδελφος που χειρίζεται έναν πελάτη και ετοιμάζει τα έγγραφα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή. Όσον αφορά την Μ.Ε.2 θα πρέπει να λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι η όποια σύγχυση, ιδιαίτερα στην ακολουθία των γεγονότων, παρουσιάζεται σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα αναξιοπιστία της. Αντίθετα φαίνεται ότι ήταν αποτέλεσμα άγχους αλλά και της παρέλευσης μεγάλου χρόνου από τα γεγονότα, ενώ προσεκτική εξέταση του συνόλου των όσων ενόρκως ανέφερε καταδεικνύει την πειστικότητα και το βάσιμο των ουσιωδών θέσεων της, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Κατά την μαρτυρία της εξήγησε τα όσα η ίδια έκανε στην προκειμένη, ως η υπεύθυνη λειτουργός («banker»). Ανέφερε συγκεκριμένα ότι μετά από συνέντευξη με τους πελάτες, αυτή κατήρτισε την αίτηση για το επίδικο δάνειο, ετοίμασε τις συμβάσεις δανείου και εγγύησης (τεκμήρια 8 και 9) και πριν την υπογραφή τους, εξήγησε το περιεχόμενο τους στον Εναγόμενο 1 και στην αποβιώσασα και τους έδωσε αντίγραφα. Ανέφερε δε στα πλαίσια αυτά ότι πρώτα ετοιμάζεται η αίτηση, μετά από οδηγίες-συνέντευξη των πελατών και μετά τα λοιπά έγγραφα. Ως προς την αίτηση εξήγησε βασικά ότι και στην προκειμένη αυτή έγινε και υπογράφτηκε, στην συνέχεια έγινε η συνέντευξη των πελατών και τους ζητήθηκαν κάποια στοιχεία και μετά η μάρτυρας διεκπεραίωσε την αίτηση και ηλεκτρονικά ώστε να ετοιμαστούν τα έγγραφα. Ως δε είπε η αίτηση γίνεται πολύ πιο πριν την ετοιμασία των εγγράφων. Δεν δέχθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε μόνος του την αίτηση καθώς, ως εξήγησε, με βάση την διαδικασία, για να υποβληθεί η αίτηση έπρεπε να πάει ο Εναγόμενος 1 και ο προτεινόμενος εγγυητής για να τους γίνει η συνέντευξη. Είπε δε ότι στην προκειμένη δεν θυμάται εάν αυτοί πήγαν μαζί αλλά σίγουρα πριν υποβληθεί η αίτηση πήγε και η αποβιώσασα, εφόσον διαφορετικά δεν θα μπορούσε να υποβληθεί η αίτηση. Είπε επίσης ότι πέραν από την ετοιμασία των τεκμηρίων 8 και 9, έδωσε στον Εναγόμενο 1 και στην αποβιώσασα αντίγραφα αυτών να τα μελετήσουν, να συμβουλευτούν δικηγόρο αν το επιθυμούσαν και μετά να επανέλθουν για να υπογράψουν. Όταν ρωτήθηκε πότε πήγαν οι πελάτες και τους τα εξήγησε, είπε ότι συνήθως αυτό γίνεται την ίδια ημέρα αλλά όχι πάντα. Αφού ζήτησε και είδε τα τεκμήρια 8 και 9, είπε ότι ετοιμάσθηκαν στις 16.5.2007 και ότι κάποια μέρα μετά δόθηκαν αντίγραφα αυτών στους πελάτες για να τα μελετήσουν. Ήταν πριν τους δώσει τα αντίγραφα που τους εξήγησε το περιεχόμενο τους. Να λεχθεί δε ότι η εν λόγω θέση της είναι λογική εφόσον από το ίδιο το τεκμήριο 8 επιβεβαιώνεται ότι αυτό ετοιμάσθηκε στις 16.5.2007 και υπογράφθηκε στις 24.5.2007 όπως και το τεκμήριο
- Στο τεκμήριο 9 δεν αναφέρεται μεν η ημερομηνία 16.5.2007 αλλά η Μ.Ε.2 έδωσε πειστική εξήγηση για τούτο, λέγοντας ότι τις συμβάσεις εγγύησης τις τυπώνουν ξανά την ημερομηνία που θα υπογραφτούν. Αναφορικά δε με το τι εξήγησε στους πελάτες για το πόσες μέρες τον χρόνο θα τοκιζόταν το δάνειο, είπε «Όσες μέρες έχει ο χρόνος», χωρίς να αναφερθεί σε αριθμό, κάτι που δεν έρχεται σε αντίθεση με το ότι στο τεκμήριο 8 αναφέρεται «360 μέρες» και ως λογικά είπε, όταν εξηγούσε τους όρους τους έβλεπε και άρα εξήγησε ό,τι αναγραφόταν. Εξήγησε επίσης ότι παρά το ότι ετοίμασε η ίδια τα έγγραφα δεν τα υπέγραψε σαν μάρτυρας καθότι αυτή ήταν η πρακτική της τράπεζας δηλαδή να υπογράφει άλλος υπάλληλος για τον σκοπό αυτό. Ανέφερε δε ότι ήταν παρούσα στις 24.5.2007, κατά την υπογραφή των τεκμηρίων 8 και 9 από τον Εναγόμενο 1 και την αποβιώσασα και ότι ως μάρτυρες των υπογραφών αυτών ήταν οι Μ.Ε.3 και Μ.Ε.
- Εξήγησε ότι παρά το ότι στα έγγραφα αναγράφηκε ως μάρτυρας ο Κρητικός εντούτοις εκείνος απουσίαζε κατά τον χρόνο υπογραφής και για αυτό το όνομα του σβήστηκε και υπέγραψε άλλος. Και αυτή η θέση συνάδει με το γεγονός ότι τα έγγραφα ετοιμάσθηκαν στις 16.5.2007 ενώ υπογράφτηκαν στις 24.5.2007 και επιβεβαιώνεται από τις Μ.Ε.3 και Μ.Ε.
- Να σημειωθεί δε ότι εκείνο που της υποβλήθηκε είναι ότι τόσο κατά την ημέρα της υπογραφής όσο και προηγουμένως, αυτή δεν ήταν παρούσα στις διαδικασίες, γιατί όλα έγιναν στην παρουσία του διευθυντή του υποκαταστήματος και είναι με αυτόν που συνομίλησαν οι πελάτες, με το οποίο και διαφώνησε. Ως θα λεχθεί στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1, αυτός κατά την μαρτυρία του ενώ αρχικά δήλωσε ότι έχει μόνο ακουστά την μάρτυρα, κατά την αντεξέταση του δεν απέκλεισε τελικά να υπέγραψε ενώπιον αυτής. Επίσης η μάρτυρας δεν δέχθηκε ότι κανένας δεν τους επεξήγησε τα εν λόγω έγγραφα. Να σημειωθεί όμως και πάλι ότι η υποβολή δεν ήταν ότι η ίδια δεν τους τα εξήγησε αλλά ότι εκείνη δεν ήταν παρούσα. Αναφορικά δε με το κατά πόσο πριν υπογράψει η αποβιώσασα, της δόθηκε το εγγυητήριο και όλα τα περιουσιακά στοιχεία που αφορούσαν τον πρωτοφειλέτη, η μάρτυρας έδειξε να μην αντιλαμβάνεται ποια ήταν η ερώτηση και είπε ότι της έδωσε την συμφωνία δανείου. Υποθέτοντας ότι η ερώτηση αφορούσε ποια περιουσία είχε ο πρωτοφειλέτης, είπε ότι δεν της έδωσε τέτοια. Σε σχέση όμως με αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί και ούτε ρωτήθηκε η μάρτυρας για το τεκμήριο 10, στο οποίο η αποβιώσασα δήλωσε ενυπογράφως την ημέρα υπογραφής των τεκμηρίων 8 και 9 ότι παρέλαβε και έγγραφο-δήλωση περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου
- Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Ε.2 γίνεται δεκτή. Η Μ.Ε.3 κατά την αντεξέταση της ξεκαθάρισε ότι για τις επίδικες συμφωνίες ήταν απλά μάρτυρας των υπογραφών και δεν γνωρίζει τι προηγήθηκε της σχετικής αίτησης. Είπε ότι είναι αρμοδιότητα του «banker», που στην προκειμένη ήταν η Μ.Ε.2, να εξηγήσει τα έγγραφα στους πελάτες πριν υπογράψουν και όχι του διευθυντή, ο οποίος δεν έχει σχέση ούτε με τις υπογραφές των εγγράφων. Για αυτό και δεν δέχθηκε ότι η Μ.Ε.2 δεν είχε καμία σχέση γιατί, ως της τέθηκε, ήταν ο διευθυντής που είχε επαφή με τους πελάτες. Σε υποβολή ότι το αίτημα για το δάνειο έγινε από τον Εναγόμενο 1 στον διευθυντή, εξήγησε ότι μπορεί ο διευθυντής να τον είδε αλλά ακολούθως οπωσδήποτε μίλησε με την banker που θα έχτιζε ηλεκτρονικά την αίτηση και δεν υπήρχε περίπτωση μόνο ο διευθυντής να κάνει αίτηση δανείου. Υποστήριξε ότι κατά την ημέρα υπογραφής των συμβάσεων, η Μ.Ε.2 εξήγησε στον Εναγόμενο 1 και στην αποβιώσασα, πριν υπογράψουν, τι υπογράφουν. Ήταν προφανές όμως από το σύνολο όσων είπε αλλά και του ότι ως μάρτυρας υπογραφής και μόνο δεν είναι λογικό να βρισκόταν εκεί από την αρχή της συνάντησης της Μ.Ε.2 με τους υπογράφοντες, ότι η ως άνω θέση της, στηριζόταν όχι σε προσωπική γνώση της αλλά στο ότι αυτή ήταν η πρακτική που ακολουθούσε η τράπεζα. Είπε ότι δεν γνωρίζει εάν η Μ.Ε.2 τους έδωσε και αντίγραφο των εγγράφων ή εάν ζητήθηκε κάτι τέτοιο μετά που τελείωσαν με τις υπογραφές. Δεν γνωρίζει ούτε εάν έγινε κάτι τέτοιο πριν την ημέρα των υπογραφών. Δεν δέχθηκε ότι τόσο αυτή όσο και η Μ.Ε.4 δεν ήταν παρούσες κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων και ότι μετά τους δόθηκαν αυτές από τον διευθυντή για να υπογράψουν. Αναφορικά με τον συνάδελφο της Κρητικό, ο οποίος αναγράφεται στις εν λόγω συμβάσεις ως ένας από τους μάρτυρες, είπε ότι νομίζει ότι εκείνη την ημέρα αυτός εργαζόταν στο ταμείο αλλά από τα όσα είπε στην συνέχεια προκύπτει ότι δεν ήταν σίγουρη κατά πόσο εργαζόταν εκείνη την ημέρα. Εξήγησε δε ως και οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.4 ότι τα έγγραφα ετοιμάζονται από πριν και ότι σε αυτά δακτυλογραφούνται τα ονόματα δύο μαρτύρων και ότι για να υπογράψει η Μ.Ε.4 σημαίνει ότι ο Κρητικός δεν ήταν παρών. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία της Μ.Ε.4, η οποία επίσης είπε ότι δεν γνώριζε αυτό αλλά είπε περαιτέρω ότι αυτό γίνεται βασικά ακόμη και στην περίπτωση που ο υπάλληλος εργάζεται αλλά δεν βρίσκεται κατά τον χρόνο υπογραφής στο μέρος της τράπεζας όπου λαμβάνει χώρα αυτή. Η Μ.Ε.4, αναφορικά με τον λόγο που ενώ στα τεκμήρια 8 και 9 αναγράφεται στο μέρος όπου υπογράφουν οι «Μάρτυρες» το όνομα του ΧΧΧΧ Κρητικού, αυτό είναι διαγραμμένο και τελικά υπέγραψε η ίδια, εξήγησε, ως και οι Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, ότι τα έγγραφα ετοιμάσθηκαν πριν μέρες και σε αυτά αναγράφηκε το όνομα του συναδέλφου της για να μαρτυρήσει. Κατά την ημέρα υπογραφής όμως υπέγραψε εκείνη σε αντικατάσταση του συναδέλφου της, είτε γιατί εκείνος απουσίαζε από την εργασία του εκείνη την ημέρα είτε γιατί δεν βρισκόταν μπροστά στο σημείο που υπέγραφαν οι πελάτες. Το γεγονός ότι δεν γνώριζε γιατί δεν υπέγραψε ο συνάδελφος της δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι κλήθηκε να υπογράψει και υπέγραψε εκείνη σαν μάρτυρας των υπογραφών και σίγουρα δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι οι πελάτες δεν υπέγραψαν στην παρουσία της, ως της τέθηκε. Είπε δε ότι είδε τους δύο πελάτες εκείνη την ημέρα στο γραφείο της banker (Μ.Ε.2), όχι από την αρχή και ότι γνώριζε αυτούς ως πελάτες της τράπεζας. Δέχθηκε ότι ενόψει του ότι δεν τους είδε από την αρχή δεν ξέρει τι προηγήθηκε. Ως εκ τούτου, και είναι και κάτι που η ίδια δέχθηκε στην συνέχεια, η θέση της ότι εξηγήθηκαν τα έγγραφα στους πελάτες πριν υπογράψουν, στηριζόταν όχι σε προσωπική γνώσης της αλλά στο ότι, ως είπε, αυτή ήταν η τακτική της τράπεζας. Για όσο χρόνο ήταν παρούσα δεν είδε την Μ.Ε.2 να δίδει τα έγγραφα σε draft στους πελάτες. Διαφώνησε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των εγγράφων και ότι μετά κλήθηκε να πάει, όχι από την Μ.Ε.2, αλλά από τον διευθυντή του καταστήματος. Η θέση της δε για υπογραφή των πελατών χωρίς πίεση, ως δέχθηκε στην αντεξέταση, αφορούσε το τι είδε κατά τον χρόνο που ήταν παρούσα. Δεν τέθηκε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει το αντίθετο. Η μαρτυρία της Μ.Ε.5 περιορίσθηκε στο θέμα της αποστολής των επιστολών τερματισμού. Ως ανέφερε ο έλεγχος που έγινε από την ίδια, έγινε βάσει του φακέλου του πελάτη και των αρχείων και αφορούσε το κείμενο των επιστολών, τα ονόματα των εμπλεκομένων, διευθύνσεις, αριθμό λογαριασμού, υπόλοιπα και τόκους, ώστε να είναι ορθά. Εξήγησε δε ότι η ετοιμασία και η αποστολή των επιστολών τερματισμού έγιναν από την υπηρεσία της με οδηγίες του banker, ο οποίος για τον σκοπό αυτό τους έστειλε τα δεδομένα του πελάτη και τον φάκελο του. Ανέφερε ότι στον φάκελο, η τελευταία δοθείσα από τον πελάτη διεύθυνση στην προκειμένη ήταν η ΧΧΧΧ 11, 12 Πάφος. Όσον δε αφορά την διεύθυνση ΧΧΧΧ, Γεροσκήπου, που αναφέρεται στα έγγραφα τεκμήρια 8 και 9 δέχθηκε ότι δεν είναι η ίδια με την πιο πάνω άλλα όπως είπε η υπηρεσία της ενεργεί με βάση τις οδηγίες που τους δίνει ο banker και ως προς το που να σταλούν οι επιστολές. Η μαρτυρία των Μ.Ε.3, Μ.Ε.4 και Μ.Ε.5 γίνεται λοιπόν δεκτή με τις ως άνω διευκρινίσεις. Η μαρτυρία της Μ.Ε.6 αφορούσε τα έγγραφα της επίδικης υποθήκης και κατ' ουσία δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.1, πρώην Εναγόμενος 1 και πρωτοφειλέτης στο επίδικο δάνειο, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Από τα όσα θα τεθούν στην συνέχεια καθίσταται εμφανές ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει την Εναγόμενη 2 στην υπόθεση της. Συγκεκριμένα: Τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση του συνοψίσθηκαν ανωτέρω, κατά την παράθεση της μαρτυρίας. Σε σχέση με αυτά θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατ' αρχάς η θέση που υποβλήθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων κατά την αντεξέταση τους, αναφορικά με το ποια πρόσωπα ήταν παρόντα κατά την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων ήταν διαφορετική και συγκεκριμένα ότι ήταν μόνο ο διευθυντής του υποκαταστήματος και κανένας άλλος. Εδώ να λεχθεί περαιτέρω ότι οι Μ.Ε.2-4 ανέφεραν ότι τότε διευθυντής ήταν ο κ. ΧΧΧΧ Μαυρονικόλας και όχι ο κ. Χατζήπαπα, ως ανέφερε ο Μ.Υ.
- Αναφορά στον Αντώνη, ο οποίος ήταν άλλο πρόσωπο από τον διευθυντή, έκανε για πρώτη φορά ο Μ.Υ.
- Μάλιστα είπε ότι και για άλλα δάνεια όταν πήγαινε στην τράπεζα και πάλι ήταν ο Αντώνης που τους έβαζε να υπογράφουν τα έγγραφα. Στην κυρίως εξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν αυτός και η αποβιώσασα υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο που σχετίζεται με το δάνειο, την εγγύηση και την υποθήκη, στην παρουσία των Ασπρομάλλη και Παπαθεοχάρους έδωσε την ακόλουθη απάντηση που δείχνει ότι δεν ήταν βέβαιος «Αν δεν κάνω λάθος ήταν μόνο ο κύριος XXXXX που υπογράψαμε παρών». Στην αντεξέταση του αρχικά επέμενε ότι η υπογραφή των επίδικων συμβάσεων έγινε μόνο στην παρουσία του XXXXX. Στην συνέχεια όμως, σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του, δεν απέκλεισε κατά τις επισκέψεις του στην τράπεζα να είδε και την Μ.Ε.2 και άρα να την γνώριζε, δεν απέκλεισε για το επίδικο δάνειο η τραπεζική λειτουργός να ήταν η Μ.Ε.2, ενώ δεν θυμόταν να πει ποιο άτομο ήταν παρών στην προκειμένη κατά τις υπογραφές, λέγοντας ότι στο ένα δάνειο (είχε λάβει και άλλο τέτοιο με την αποβιώσασα) σίγουρα ήταν ο XXXXX. Ενώ προσπάθησε να πείσει ότι τα έγγραφα ετοιμάσθηκαν από πριν και δεν τους έδωσαν οποιαδήποτε επιλογή αλλά απλά τους υπέδειξαν που να τα υπογράψουν, από τα όσα δέχθηκε στην αντεξέταση του προκύπτει τουλάχιστον ότι πριν την υπογραφή, έβαλαν τα έγγραφα μπροστά τους και είχαν την ευχέρεια εάν επιθυμούσαν να τα διαβάσουν αλλά δεν το ζήτησαν και ήταν επιλογή τους να μην τα διαβάσουν. Δεν δέχθηκε ότι του είπαν ότι εάν επιθυμούν μπορούν να συμβουλευθούν δικηγόρο. Όταν δε προς αντίκρουση της θέσης του υποδείχθηκε στην σύμβαση εγγύησης το ακόλουθο που αναγράφεται στο πάνω πάνω μέρος της πρώτης σελίδας: «ΠΡΟΣΟΧΗ. Με την παραχώρηση της εγγύησης σας με το έγγραφο αυτό δυνατό να βρεθείτε εξ ολοκλήρου και μόνος υπεύθυνος για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη κατά το χρόνο υποβολής απαίτησης από την Τράπεζα και τούτο ισχύει είτε είστε ο μοναδικός εγγυητής είτε υπογράφετε το έγγραφο μαζί με άλλους εγγυητές. Πριν να υπογράψετε το παρόν έγγραφο καλό είναι να συμβουλευτείτε το δικηγόρο σας» (η υπογράμμιση δική μου), είπε βασικά ότι δεν μπορούσε να απαντήσει εκ μέρους της αποβιώσασας και επανέλαβε ότι δεν διάβασαν τα έγγραφα πριν υπογράψουν. Όταν εύλογα ερωτήθηκε εάν, εφόσον είναι η θέση του ότι δεν τους εξήγησαν τους όρους, αυτός ως πρωτοφειλέτης και σαν συνδιαχειριστής αρχικά της περιουσίας της αποβιώσασας έκανε κάτι, απάντησε αρνητικά, δίδοντας την μη πειστική δικαιολογία ότι δεν ήταν ειδικός να στέλνει σχετικές επιστολές, ούτε δικηγόρος. Δέχθηκε όμως ότι ποτέ πριν την καταχώρηση της αγωγής δεν απευθύνθηκε σε δικηγόρο. Όταν του υποδείχθηκε ότι στην έκθεση υπεράσπισης που καταχώρησε ο ίδιος στην παρούσα δεν αναφέρεται τίποτα για το ότι δεν του εξήγησαν τους όρους και ρωτήθηκε εάν θυμήθηκε να το πει αυτό κατά την μαρτυρία του, και πάλι μη πειστικά είπε ότι δεν γνωρίζει τι έκανε ο δικηγόρος του. Όταν επίσης πολύ λογικά ρωτήθηκε γιατί εφόσον δεν τους εξηγήθηκαν οι όροι, πλήρωνε την δόση του δανείου μέχρι και τον Οκτώβριο του 2011, υπεκφεύγοντας δικαιολόγησε μόνο την παράλειψη πληρωμής των δόσεων. Η ασυνέπεια και η μη αξιοπιστία της εν λόγω θέσης του προκύπτει όμως και από το γεγονός ότι ενώ και ο ίδιος ήταν Εναγόμενος στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, χωρίς να δώσει κάποια δικαιολογία, δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο ούτε κατά την ημέρα που τον ειδοποίησε ο δικηγόρος του για την πρόθεση του να αποσυρθεί αλλά ούτε και μεταγενέστερα, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του στην απουσία του και να έλθει σαν μάρτυρας μόνο για την Εναγόμενη
- Στην αντεξέταση του δεν απέκλεισε οι Ενάγοντες να του έστειλαν στις 21.2.2012 και να παρέλαβε επιστολές τερματισμού, τόσο προσωπικά ως πρωτοφειλέτης όσο και ως ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας. Περαιτέρω ως προς τούτο να σημειωθεί ότι, ως ανέφερε στην αντεξέταση του, η αποβιώσασα πέραν από συμβία του για 11 χρόνια, ήταν και συνέταιρος του στο εστιατόριο ΧΧΧΧ Αχιλλέως Ltd και εργαζόταν εκεί σαν υπάλληλος. Δέχθηκε επίσης ότι με την αποβιώσασα έκτισαν σπίτι, δεν απέκλεισε να πλήρωναν δόσεις από κοινό λογαριασμό ενώ δέχθηκε ότι εκείνη γνώριζε την οικονομική του κατάσταση, όταν υπέγραφε ως εγγυήτρια του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν γίνεται δεκτή. Προδικαστική ένσταση Σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις, η Εναγόμενη 2, στις τελικές της αγορεύσεις κάνει βασικά αναφορά μόνο σε αυτήν με την οποία προβάλλεται ότι η αγωγή «πάσχει νομικά γιατί είναι αντικανονική και/ή ελαττωματική για τον λόγο ότι έχει εγερθεί από ανύπαρκτο διάδικο». Από την σχετική νομολογία προκύπτει ότι ένα τέτοιο θέμα δεν εξετάζεται στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά προδικαστικά. Ως λέχθηκε στην Lioufis And Co. Ltd v. Ανδρονίκου
(1996)1Β Α.Α.Δ 773, η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του ενάγοντα. Το κατά πόσο αυτός είναι ή όχι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας με τον εναγόμενο μέσω των δικογράφων εφόσον τέτοια αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα ή της νομιμοποίησης προσώπου να καταχωρήσει αγωγή είναι αίτηση για την διαγραφή της αγωγής και το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τέτοια διαγραφή παρέχεται από τη Δ.27 Κ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην επίσης σχετική υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ 990, έγινε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 575: «Αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει ν' αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. Δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη» (παρατίθεται ως έχει μεταφρασθεί). Πρόκειται για αρχή που διατυπώθηκε στην Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte De Mulhouse and Others [1925] A.C. 112, η οποία υιοθετήθηκε στην Lioufis & Co Ltd. Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται και στην πιο πρόσφατη Artesa Trading Co. Limited κ.α. v. Credit Bank of Moscow, Πολ. Έφεση Αρ.147/2012, ημερ. 3.4.2018, όπου αναφέρεται ότι η νομιμοποίηση ενός ενάγοντα πρέπει να αποφασίζεται εκ των προτέρων. Στην προκειμένη η υπό εξέταση θέση της Εναγόμενης 2 εγέρθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης υπό μορφή προδικαστικής ένστασης αλλά καμία σχετική αίτηση ακολούθησε, ώστε το θέμα να προδικασθεί. Ακόμη όμως και εάν μπορούσε να τεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, τέτοιο θέμα δεν εγέρθηκε εκεί. Εγέρθηκε μόνο στις τελικές αγορεύσεις, όπου ο συνήγορος της Εναγόμενης 2, εισηγείται ότι ο τίτλος της αγωγής πάσχει γιατί δεν υφίσταται νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αλλά Bank of Cyprus Public Company Limited, με αποτέλεσμα ενώπιον του Δικαστηρίου να μην βρίσκεται ο ορθός διάδικος. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι η Μ.Ε.1 ανέφερε κατά την ένορκη μαρτυρία της ότι οι Ενάγοντες αποτελούν δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία και υποκαταστήματα σ' όλες τις επαρχίες. Μέχρι την 11.7.2004 λειτουργούσαν με το όνομα «Bank of Cyprus Ltd» ή στα ελληνικά «Τράπεζα Κύπρου Λτδ» και από τις 12.7.2004 έχουν μετονομαστεί σε «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» και στα αγγλικά σε «Bank of Cyprus Public Company Ltd». Αυτά με κανένα τρόπο δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης. Ως εκ των άνω η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Καταχρηστική ρήτρα Αποτελεί επίσης θέση της Εναγόμενης 2, ότι ο όρος 2 της σύμβασης δανείου που αφορά τον τόκο αποτελεί καταχρηστική ρήτρα γιατί υπολογίζεται στη βάση των 360 ημερών αντί των 365 ημερών που προβλέπει το άρθρο 5 του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/1996. Περαιτέρω το ίδιο ισχύει για τους όρους 3, 4, 9 και 11, με αποτέλεσμα η εν λόγω σύμβαση να καθίσταται παράνομη και άκυρη και αυτό συμπαρασύρει σε ακυρότητα τόσο την σύμβαση εγγύησης όσο και την σύμβαση υποθήκης. Ως είναι παγίως νομολογημένο οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από την δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων είναι ουσιώδης εφόσον συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει την διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Όταν δε τίθενται ζητήματα που αφορούν παρανομία ή σύγκρουση με συγκεκριμένη νομοθεσία, αυτά θα πρέπει δικογραφούνται όχι γενικά αλλά με την δέουσα σαφήνεια και να δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες της παρανομίας ή της σύγκρουσης (βλ. Δ.19 Κ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 75/13, ημερ. 28.3.2019). Στο δικόγραφο της η Εναγόμενη 2 καμία αναφορά δεν κάνει στην ύπαρξη οποιασδήποτε καταχρηστικής ρήτρας. Τούτου δεδομένου το θέμα δεν έχει καταστεί επίδικο και έτσι δεν μπορεί να εξετασθεί. Σε κάθε περίπτωση η εν λόγω θέση δεν ευσταθεί και εξηγώ. Κατ' αρχάς για πρώτη φορά εγείρεται θέμα καταχρηστικών ρητρών στις τελικές αγορεύσεις. Ακόμη όμως και εκεί το θέμα όσον αφορά τους όρους 3, 4, 9 και 11 δεν εξειδικεύεται. Ως προς τον υπολογισμό του τόκου στην βάση των 360 ημερών, καμία ερώτηση δεν τέθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων και ιδιαίτερα κατά πόσο αυτό έγινε κατά τον υπολογισμό του οφειλόμενου υπολοίπου στις καταστάσεις λογαριασμού αλλά και στην αναδομημένη κατάσταση αυτού. Πέραν όμως και ανεξάρτητα του πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί και τούτο. Ο όρος 2 της επίδικης σύμβασης δανείου, πράγματι προβλέπει ότι ο τόκος υπολογίζεται επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για υπολογισμό του, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Η πρόνοια με την οποία θεωρείται καταχρηστική κάθε ρήτρα με την οποία υπολογίζεται το επιτόκιο και περιγράφεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου στην βάση των 360 ημερών ή άλλου αριθμού ημερών αντί στην βάση των 365 ή 366 ημερών σε περίπτωση δίσεκτου έτους (άρθρο 5
(5)του Νόμου 93(Ι)/96) εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 49(Ι)/2016 που τέθηκε σε ισχύ 30 ημέρες μετά τη δημοσίευση του, που ήταν την 22.4.2016 και άρα δεν ίσχυε κατά τους χρόνους που οι Ενάγοντες, στην βάση των όρων της επίδικης σύμβασης δανείου χρέωναν τον λογαριασμό αυτού με τόκο που υπολόγιζαν με βάση το οικονομικό έτος των 360 ημερών. Επεξήγηση όρων συμβάσεων - Σύσταση για νομική συμβουλή Είναι επίσης η θέση της Εναγόμενης 2 στις τελικές αγορεύσεις ότι πριν την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, ο Εναγόμενος 1 και η αποβιώσασα δεν έτυχαν πληροφόρησης σχετικά με τα νομικά δικαιώματα τους και τους όρους των συμβάσεων και ότι υπέγραψαν τα έγγραφα αυτά χωρίς να τα μελετήσουν αφού δεν τους δόθηκαν. Ούτε ως προς αυτό δικογραφείται κάποιος ισχυρισμός και συνεπώς επίσης δεν έχει καταστεί επίδικο θέμα. Να σημειωθεί δε ότι οι ισχυρισμοί στο δικόγραφο της Εναγόμενης 2, που αφορούν το θέμα της εγκυρότητας των επίδικων συμβάσεων είναι άλλοι και δεν προωθήθηκαν μέσω της μαρτυρίας εφόσον ούτε στους μάρτυρες των Εναγόντων τέθηκαν, ούτε ο Εναγόμενος 1 έκανε αναφορά σε τέτοιους. Συγκεκριμένα δικογραφείται ότι οι Ενάγοντες, εκμεταλλευόμενοι την οικονομική αδυναμία του Εναγόμενου 1 να εξοφλήσει τις προηγούμενες συμβατικές υποχρεώσεις, με απειλή και/ή εξαναγκασμό και/ή πίεση, ανάγκασαν αυτόν να υποβάλει αίτημα για παροχή νέου δανείου και αφού υπέβαλαν αυτόν σε δυσμενείς και/ή επαχθείς και/ή ασύμφορους όρους, τον εξανάγκασαν να υπογράψει την συμφωνία δανείου. Ένας από τους επαχθείς όρους ήταν όπως η αποβιώσασα δώσει προσωπικές εγγυήσεις και/ή υπογράψει υποθήκη για το ποσό του δανείου. Η σύμβαση καθώς και οι παρασχεθείσες εγγυήσεις και/ή η παροχή υποθήκης ήταν αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή πιέσεων και/ή μη νομικών ενεργειών εκ μέρους των Εναγόντων, οι οποίες συνιστούσαν εμμέσως εκβιασμό των Εναγομένων. Περαιτέρω η σύμβαση εγγύησης παραβίαζε τα συναλλακτικά ήθη και/ή τον περί Συμβάσεων νόμο. Το μόνο που τέθηκε στην Μ.Ε.1 και αυτό γενικά και αόριστα είναι ότι μέσα στους όρους της σύμβασης εγγύησης υπήρχαν δυσμενείς και ευπαθείς όροι, οι οποίοι δεν επεξηγήθηκαν, κάτι για το οποίο διαφώνησε. Εδώ να σημειωθεί δε ότι ούτε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 αλλά ούτε και στην τελική του αγόρευση ο συνήγορος της Εναγόμενης 2 διευκρίνισε ποιοι είναι οι όροι αυτοί, πόσο μάλλον γιατί είναι δυσμενείς. Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω, ως προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή η μαρτυρία της Μ.Ε.2 ότι πριν την υπογραφή των συμβάσεων επεξηγήθηκαν, στον Εναγόμενο 1 και στην αποβιώσασα, οι όροι και τους δόθηκε αντίγραφο να το μελετήσουν και εάν επιθυμούσαν να συμβουλευθούν δικηγόρο. Άλλωστε ως παραδέχθηκε βασικά ο Εναγόμενος 1, πριν την υπογραφή των συμβάσεων, αυτές τέθηκαν μπροστά σε αυτόν και την αποβιώσασα και μπορούσαν εάν επιθυμούσαν να τις διαβάσουν αλλά επέλεξαν να μην το πράξουν. Όσον δε αφορά την αποβιώσασα, ως προαναφέρθηκε, στο πάνω πάνω μέρος της πρώτης σελίδας της σύμβασης εγγύησης, αφού της εφίσταται η προσοχή ότι με την εγγύηση της είναι δυνατό να βρεθεί εξ ολοκλήρου και μόνη υπεύθυνη για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, συστήνεται όπως πριν την υπογραφή του εγγράφου συμβουλευτεί δικηγόρο. Το γεγονός δε ότι η αποβιώσασα, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, επέλεξε να μην διαβάσει το έγγραφο πριν το υπογράψει δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται, από τα όσα είπε ο Εναγόμενος 1, είτε αυτός είτε η αποβιώσασα να ζήτησαν οποτεδήποτε να τους δοθεί χρόνος να διαβάσουν τα έγγραφα ή να τους εξηγηθούν αυτά αλλά ούτε και να συμβουλευθούν δικηγόρο. Αποτελεί νομική αρχή ότι όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος θέτει την υπογραφή του σε μια συμφωνία, δεσμεύεται από αυτήν, έστω και αν δεν την έχει διαβάσει ή έστω και αν τελεί υπό άγνοια αναφορικά με την επίδρασή της κατά το δίκαιο. Είναι υπόλογος, στη βάση αυτήν, έναντι του αντισυμβαλλόμενου μέρους (βλ. Κκαζάνου ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσιας, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2013, ημερ. 27.5.2020 και L'Estrange v. F. Graucob Ld. [1934] 2 K.B. 394). Ως λέχθηκε στην Μακρή κ.α. ν. Χ"Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 203, ο γενικός κανόνας είναι πως ο καθένας θεωρείται πως έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου, το οποίο υπογράφει. Εδώ να σημειωθεί ότι σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 και η αποβιώσασα υπέγραψαν τις επίδικες συμβάσεις. Η αμφισβήτηση της παρουσίας των Μ.Ε.3 και Μ.Ε.4 κατά την υπογραφή, προφανώς αποσκοπούσε όχι στο να αμφισβητήσει αυτό αλλά την θέση ότι εξηγήθηκαν οι όροι πριν την υπογραφή. Παράβαση του περί της Προστασίας Ορισµένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόµου Σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης, η αποβιώσασα δεν υπόγραψε οποιοδήποτε επιστολή σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νομού 197(Ι)/2003 και/ή ότι εάν υπάρχει τέτοια επιστολή η υπογραφή δεν είναι δική της αλλά αποτελεί πλαστογραφία. Σε σχέση με αυτό στην τελική της αγόρευση η Εναγόμενη 2 προβάλλει ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν επιστολή και γραπτή δήλωση, όπως προβλέπει το άρθρο 5 του Νόµου 197(Ι)/
- Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, προτού ο προτιθέµενος εγγυητής υπογράψει σύµβαση εγγύησης σε σχέση µε την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέµενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέµενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του: (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται συγκεκριμένα στοιχεία (γίνεται εξαντλητική αναφορά στο άρθρο) σχετικά µε την παροχή της εγγύησης και (β) γραπτή δήλωση του προτιθέµενου πρωτοφειλέτη σχετικά µε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, περιλαµβανοµένων των λεπτοµερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν µε την σύναψη της συµφωνίας δανείου. Είναι γεγονός ότι με δεδομένο ότι η εγγυήτρια ήταν φυσικό πρόσωπο και το επίδικο δάνειο ήταν για ποσό άνω των Λ.Κ.5.000, η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου 197(Ι)/
- Η ως άνω θέση της Εναγόμενης 2, όμως για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν ευσταθεί. Η Μ.Ε.1 ανέφερε κατά την μαρτυρία της και δεν αμφισβητήθηκε ότι η αποβιώσασα ως εγγυήτρια, δήλωσε ενυπογράφως στις 24.5.2007 ότι παρέλαβε από την Τράπεζα αντίγραφο της σύμβασης δανείου όπως και δήλωση περιουσιακών στοιχείων του πρωτοφειλέτη - Εναγόμενου
- Η θέση της δε αυτή επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο
- Πρόκειται για έγγραφο που απευθύνεται στην αποβιώσασα, στην διεύθυνση που αναγράφεται στην σύμβαση εγγύησης και σύμφωνα με αυτό, ως δηλώνεται υπό τον τίτλο «Ο ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΕΓΓΥΗΤΩΝ ΝΟΜΟΣ», ο πρωτοφειλέτης - Εναγόμενος 1, δηλώνει ότι εξουσιοδοτεί την τράπεζα να παραδώσει στην αποβιώσασα αντίγραφο της απόφασης για την σύναψη της συμφωνίας πιστωτικής διευκόλυνσης την οποία έχει αιτηθεί και δήλωση περιουσιακών στοιχείων και κατάσταση επιβαρύνσεων που βαρύνουν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Στο κάτω μέρος του τεκμηρίου υπογράφει η αποβιώσασα ότι παρέλαβε τα πιο πάνω έγγραφα από την τράπεζα αυτοπροσώπως στις 24.5.
- Αυτό ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
- Εν πάση περιπτώσει να σημειωθεί ότι στις αγορεύσεις του, ο συνήγορος της Εναγόμενης, αναφέρεται στο θέμα χωρίς όμως να προβαίνει σε οποιαδήποτε εισήγηση αναφορικά με τις συνέπειες που θα ενείχε η παράβαση του άρθρου
- Ως δε συνάγεται από το σύνολο των προνοιών του Νόμου 197(Ι)/2003, εκεί όπου ο νομοθέτης θέλησε να ορίσει ότι κάποια παρατυπία ή παράλειψη με βάση το Νόμο, είχε συνέπειες που αφορούν είτε την ίδια την εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης είτε την ευθύνη του εγγυητή, το όρισε ρητά όπως για παράδειγμα στα άρθρα 4 και
- Δεν έπραξε όμως το ίδιο αναφορικά με το άρθρο
- Συνεπώς κρίνεται στην προκειμένη ότι ακόμη και εάν οι Ενάγοντες δεν συμμορφώνονταν με την εν λόγω πρόνοια, αυτό δεν θα είχε οποιαδήποτε συνέπεια στην εγκυρότητα της σύμβασης εγγύησης ή στην σχετική ευθύνη της αποβιώσασας, ως εγγυήτριας. Είναι περαιτέρω η θέση της Εναγόμενης 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης, αφού δηλώνει ότι αγνοεί και αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί τερματισμού της σύμβασης και τα της σχετικής ενημέρωσης του Εναγόμενου 1 και των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας, ότι οι Ενάγοντες δεν τήρησαν και/ή δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του Νόμου 197(Ι)/
- Παρά το ότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της σε τι συνίσταται η μη συμμόρφωση, στην τελική της αγόρευσης προβάλλει ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία ότι ενημέρωσαν γραπτώς την αποβιώσασα για την υπερημερία (παράλειψη καταβολής των δόσεων) του πρωτοφειλέτη - Εναγόμενου 1, ως προβλέπει το άρθρο 12 του Νόμου. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, σε κάθε σύµβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενηµερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή µε επιστολή του στην διεύθυνση του που καταγράφηκε στην συµφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του, για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάµει της συµφωνίας δανείου ή άρση ή µεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συµφωνίας δανείου. Ως δε προκύπτει από τα όσα ανέφερε η Μ.Ε.1 και ουσιαστικά επιβεβαίωσε και ο Εναγόμενος 1, σε κάποια χρονική στιγμή το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις στην εξόφληση του εφόσον ο τελευταίος δεν κατέβαλλε τις δόσεις του. Όταν η Μ.Ε.1 ρωτήθηκε εάν η τράπεζα έστειλε στην αποβιώσασα επιστολή σχετικά με τις καθυστερήσεις αυτές, ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ότι δεν στάληκε τέτοια καθότι ο λογαριασμός παρουσίασε καθυστέρηση μετά τον θάνατο της αποβιώσασας (απεβίωσε 1.9.2011 σύμφωνα με το τεκμήριο 6). Ήταν λοιπόν εκ των πραγμάτων αδύνατο να τηρηθούν οι πρόνοιες του άρθρου
- Για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω όμως και το ποιες θα ήταν οι συνέπειες σε περίπτωση που κρινόταν ότι, παρά τον θάνατο της αποβιώσασας, η τράπεζα είχε υποχρέωση με βάση το άρθρο 12 να στείλει τέτοια επιστολή στους διαχειριστές της περιουσίας της, κάτι που ως προκύπτει από την μαρτυρία δεν έπραξε. Ως προκύπτει από το άρθρο 12
(3)(α), τέτοια παράλειψη θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή µέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συµβάσεων Νόµου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη. Το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, με τον πλαγιότιτλο «Απαλλαγή εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή», προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυµβίβαστη µε τα δικαιώµατα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται». Στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract And Specific Relief Acts (9th edition) σελ. 636, σε σχέση με το άρθρο 139 του Ινδικού Νόμου, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 97 του δικού μας Κεφ. 149, υπό τον τίτλο «Act or omission of creditor tending to impair surety's remedy» αναφέρονται τα εξής: «Observe that the injurious quality to be considered is tendency to diminish the surety's remedy or increase his liability». Στην ίδια σελίδα αναφέρεται επίσης ότι ο σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι να διασφαλίσει ότι δεν θα επιβληθεί στον εγγυητή οποιαδήποτε διευθέτηση διαφορετική από εκείνη που περιλαμβάνεται στην σύμβαση εγγύησης και σε περίπτωση που ο εγγυητής πληρώσει το χρέος θα έχει το ωφέλημα κάθε θεραπείας που είχε ο πιστωτής έναντι του πρωτοφειλέτη. Στην προκειμένη στην τελική της αγόρευση η Εναγόμενη 2, όσον αφορά τις συνέπειες της παράλειψης, αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι αυτή δημιουργεί κίνδυνο και παραβλάπτει τα δικαιώματα αυτής, ώστε να δικαιούται να απαλλαγεί από την σύμβαση εγγύησης, την οποία καλεί το Δικαστήριο να κηρύξει άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο
- Είναι επίσης η θέση του κ. Σταυρινίδη ότι η ακυρότητα αυτή συμπαρασύρει σε ακυρότητα και την σύμβαση υποθήκης. Πέραν της ως άνω γενικής και αόριστης αναφοράς, δεν έχει παρουσιασθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχεία που να δείχνουν ότι συνεπεία της υπό κρίση παράλειψης, αλλοιώνεται ή αυξάνεται η ευθύνη του εγγυητή ή παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση αυτού από τον πρωτοφειλέτη. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και να κρινόταν ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη και μη δεσμευτική για τους πιο πάνω λόγους, αυτό δεν θα συμπαρέσυρε αυτόματα και δίχως άλλο και την επίδικη υποθήκη καθότι η τελευταία αποτελεί μια αυθύπαρκτη και ανεξάρτητη σύμβαση, που συνήφθη ως περαιτέρω εξασφάλιση του επίδικου δανείου και δεν επηρεάζεται από την εγκυρότητα της έτερης εξασφάλισης ήτοι της σύμβασης εγγύησης. Άλλωστε και στην ίδια την σύμβαση εγγύησης (τεκμήριο 9) στον όρο 3 στην δεύτερη σελίδα, αναφέρεται ότι η εν λόγω εγγύηση θα είναι επιπρόσθετη εγγύηση και εξασφάλιση και δεν θα επηρεάζει ή επηρεάζεται από υφιστάμενες ή μελλοντικές εξασφαλίσεις που θα έχει η τράπεζα είτε από την εγγυήτρια ή άλλα πρόσωπα. Τερματισμός της σύμβασης δανείου Αναφορικά με τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης δανείου, η Εναγόμενη 2 στο δικόγραφο της δηλώνει ότι αγνοεί και συνεπώς αρνείται τους ισχυρισμούς περί τερματισμού της συμφωνίας και τα της σχετικής ενημέρωσης του Εναγόμενου 1 και των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας. Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι και ως προς τούτο το δικόγραφο της Εναγόμενης 2 παρουσιάζει έλλειψη της απαιτούμενης εξειδίκευσης εφόσον καμία αναφορά δεν γίνεται στο θέμα των επιστολών τερματισμού. Ως υποδείχθηκε στην Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019, προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής επιστολών τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα πρέπει να είναι πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς και η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών (βλ. και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Πέραν και ανεξάρτητα από αυτό, η Εναγόμενη 2 στις τελικές της αγορεύσεις καμία αναφορά δεν κάνει στο θέμα και συναφώς κρίνεται ότι το έχει εγκαταλείψει. Σε κάθε περίπτωση όμως για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η επιστολή τερματισμού προς τον πρωτοφειλέτη - Εναγόμενο 1 είναι η πρώτη επιστολή στο τεκμήριο
- Αυτή φέρει ημερομηνία 21.2.2012 και σύμφωνα με την μαρτυρία στάληκε στην διεύθυνση ΧΧΧΧ 11-12, ΧΧΧΧ Πάφος. Με αυτήν οι Ενάγοντες τερμάτισαν την σύμβαση δανείου, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 4 των Γενικών Όρων της και κατέστησαν απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο. Στην ίδια διεύθυνση στάληκαν άλλες δύο επιστολές ίδιας (ημερομηνίας 21.2.2012 - είναι η δεύτερη και η τρίτη στο τεκμήριο 16) προς τους τότε διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας και συγκεκριμένα τον Εναγόμενο 1 και την ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα (σύμφωνα με το τεκμήριο 6 η Εναγόμενη 2 αντικατέστησε τα ως άνω πρόσωπα, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας, στις 21.11.2012). Με τις δύο αυτές επιστολές έγινε ενημέρωση ότι ζητήθηκε η εξόφληση του επίδικου δανείου και υποβλήθηκε απαίτηση εξόφλησης του υπολοίπου στον πρωτοφειλέτη και καλούνταν οι παραλήπτες να εξοφλήσουν το υπόλοιπο για το οποίο ευθύνονταν ως εγγυητές, πλέον τόκους. Προειδοποιούνταν δε ότι παράλειψη τους να συμμορφωθούν θα συνεπαγόταν την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Επιστολή ίδιου περιεχομένου και ημερομηνίας με τις δύο ως άνω αναφερόμενες επιστολές, που επίσης απευθύνεται στους τότε διαχειριστές, στάληκε και στην οδό ΧΧΧΧ 6, Γεροσκήπου, Πάφος (τεκμήριο 23). Εδώ να σημειωθεί ότι και οι καταστάσεις κίνησης του επίδικου λογαριασμού τεκμήριο 18 φέρουν ως διεύθυνση την ΧΧΧΧ 11-
- Ως προς τούτο η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι αυτές αποστέλλονταν στην εν λόγω διεύθυνση. Όταν της τέθηκε ότι η διεύθυνση του Εναγόμενου 1 βάσει της συμφωνίας τεκμήριο 8 ήταν η ΧΧΧΧ 7, Γεροσκήπου, εξήγησε ότι οι αναλυτικές καταστάσεις φέρουν την τελευταία διεύθυνση, η οποία βρίσκεται στο σύστημα της τράπεζας και ότι από την στιγμή που φαίνεται διαφορετική διεύθυνση στο τεκμήριο 8, φαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 επιθυμούσε να λαμβάνεται η κατάστασή του λογαριασμού στην διεύθυνση αυτή. Ανέφερε περαιτέρω και δεν αμφισβητήθηκε, ότι ο Εναγόμενος 1 διατηρούσε και εταιρείες και είχε άλλους λογαριασμούς και γι' αυτό υπάρχει διαφορετική διεύθυνση. Εδώ μάλιστα να λεχθεί ότι ο ίδιος ο συνήγορος της Εναγόμενης 2 υπέβαλε στην Μ.Ε.1 ότι η οδός ΧΧΧΧ 11-12, είναι αυτής της εταιρείας του εστιατορίου του ΧΧΧΧ Αχιλλέως Restaurant Ltd, στο οποίο ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 στην μαρτυρία του είπε ότι ήταν συνεταίροι με την αποβιώσασα και ότι η τελευταία εργαζόταν εκεί. Ήταν δε ενόψει των ανωτέρω λογική η θέση της Μ.Ε.1 ότι η εν λόγω διεύθυνση δεν τέθηκε από την τράπεζα, ως της υποβλήθηκε. Είπε επίσης ότι η εν λόγω διεύθυνση αναφέρεται και στο τεκμήριο 13 ως διεύθυνση του Εναγόμενου
- Το εν λόγω τεκμήριο πράγματι αναφέρει την οδό ΧΧΧΧ 11-12, Πάφος, ως διεύθυνση του Εναγόμενου 1 και είναι έγγραφο με το οποίο οι Ενάγοντες ενέκριναν αίτηση αυτού, υπογράφεται από τον ίδιο και με βάση το οποίο ακολούθησε τροποποιητική συμφωνία της επίδικης σύμβασης δανείου (τεκμήριο 14 ημερ. 6.10.2009). Επιβεβαιώνεται λοιπόν ότι μετά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου, ο Εναγόμενος 1 έδωσε άλλη διεύθυνση στην τράπεζα δηλαδή την ΧΧΧΧ 11-
- Δέχθηκε δε η Μ.Ε.1 ότι η διεύθυνση της αποβιώσασας ήταν η ΧΧΧΧ 7 όταν υπέγραφε το τεκμήριο 9, κάτι που άλλωστε φαίνεται και στο ίδιο το τεκμήριο. Ανέφερε δε ότι οι επιστολές τερματισμού στάληκαν μέσω του ταχυδρομείου και ότι δεν έχει την διεύθυνση της ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα (συν-διαχειρίστριας τότε) αλλά εξήγησε ότι στάληκε σε αυτήν στην εν λόγω διεύθυνση, γιατί αυτή ήταν που διατηρούσε η αποβιώσασα στο σύστημα της τράπεζας την περίοδο που απεβίωσε. Στην Έλληνας κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019, κρίθηκε ότι η απλή υποβολή κατά την αντεξέταση ότι οι επιστολές δεν παραλήφθηκαν, ελλείψει υποστηρικτικής περί τούτου μαρτυρίας, δεν μπορούσε να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Εφόσον η συγκεκριμένη διεύθυνση ως διεύθυνση αλληλογραφίας συνδεόταν με τους εφεσείοντες και δεν ήταν άγνωστη ή αυθαίρετη, ως αυτή προσπάθησαν να παρουσιάσουν, δημιουργήθηκε μαχητό τεκμήριο ότι οι επιστολές που αποστάληκαν με κοινό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν, παραδόθηκαν και περιήλθαν στην γνώση των προσώπων στους οποίους απευθύνονταν (βλ. και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Πιττάκα v. Γ. και Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Στην προκειμένη ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 κατά την μαρτυρία του δεν απέκλεισε ότι έλαβε τις εν λόγω επιστολές δηλαδή τόσο αυτήν που του στάληκε ως πρωτοφειλέτη όσο και αυτήν που του στάληκε ως ενός εκ των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας. Να λεχθεί επίσης ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εν λόγω επιστολές στάληκαν μέσω ταχυδρομείου στις διευθύνσεις που αναγράφουν και ότι ποτέ δεν επιστράφηκαν όπως και καμιά ένδειξη δεν σημειώθηκε ότι παρέμειναν αζήτητες ή ότι δεν παραλήφθηκαν. Όσον δε αφορά την διεύθυνση ΧΧΧΧ 6, Γεροσκήπου, Πάφος, πρέπει να σημειωθεί ότι, από τον τίτλο ιδιοκτησίας του ενυπόθηκου ακινήτου (τεκμήριο 18), φαίνεται ότι αυτή ήταν η διεύθυνση της ΧΧΧΧ Μαυρονικόλα, δηλαδή της μιας εκ των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας και συνιδιοκτήτριας του ½ μεριδίου του ακινήτου. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω επιστολές στάληκαν στις συγκεκριμένες διευθύνσεις και παραλήφθηκαν. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής τερματίζει την επίδικη σύμβαση ακόμη και εάν μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι επιστολές δεν είχαν περιέλθει στη γνώση του Εναγόμενου 1 και των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας. Η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της τράπεζας τερματισμού της σύμβασης και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών (βλ. Έλληνας κ.ά. ανωτέρω, Μακεδόνας ν. Λαζάρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1322 και Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2029). Ως εκ των άνω κρίνεται ότι αποδείχθηκε ο νομότυπος τερματισμός της επίδικης σύμβασης δανείου καθώς και η σχετική ενημέρωση και απαίτηση εξόφλησης του οφειλόμενου υπολοίπου από την εγγυήτρια αυτού. Οφειλόμενο υπόλοιπο Αναφορικά με τα αξιούμενα από τους Ενάγοντες ποσά, η Εναγόμενη 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης της, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παράνομα και/ή χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα έκαναν παράνομες χρεώσεις στον λογαριασμό υπό μορφή ισχυριζόμενου τόκου και/ή ανατοκισμού και/ή άλλων επιβαρύνσεων που ισοδυναμούσαν με τόκο και/ή χρεώσεων υπό την μορφή προμηθειών και/ή εξόδων. Ως λέχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της εταιρείας Deme-Dairy Ltd, ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019, εκείνο το οποίο προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι εκεί όπου αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ως οφειλόμενου ποσού, θα πρέπει να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει τις χρεοπιστώσεις και την κίνηση του λογαριασμού από την έναρξη της ισχύος του μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Να σημειωθεί δε ότι εκεί παρά την εκτενή αντεξέταση του μάρτυρα όχι μόνο δεν είχαν αμφισβητηθεί οι πράξεις που καταγράφονται στις καταστάσεις αλλά επίσης δεν είχε προσκομισθεί καμία μαρτυρία που να έθετε υπό αμφισβήτηση τις χρεώσεις. Προς απόδειξη του οφειλόμενου ποσού στην προκειμένη, μαρτυρία έδωσε η Μ.Ε.1, η οποία κατέθεσε αναλυτικές καταστάσεις που παρουσιάζουν την κίνηση του επίδικου λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος μέχρι την ημερομηνία τερματισμού του (τεκμήριο 18) και αναδομημένη κατάσταση του ίδιου λογαριασμού (τεκμήριο 19), με βάση την οποία οι Ενάγοντες περιορίζουν την απαίτηση τους. Η Μ.Ε.1 εξήγησε πώς και με βάση τί ετοιμάσθηκε η κάθε κατάσταση, το περιεχόμενο τους και τις διαφορές μεταξύ τους. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι η μαρτυρίας της προς τούτο όπως και το περιεχόμενο των τεκμηρίων 18 και 19 δεν αμφισβητήθηκαν κατ' ουσία και καμία ερώτηση έγινε επί συγκεκριμένων πράξεων ώστε να διαπιστωθεί το όποιο λάθος. Ήταν δε πρόσωπο αρμόδιο να καταθέσει για αυτά με βάση τα καθήκοντα της και όλα τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της. Μόνο κάποιες ερωτήσεις της έγιναν και αυτές μόνο για το τεκμήριο 18 και δεν δείχνουν την όποια αμφισβήτηση. Συγκεκριμένα ρωτήθηκε κατά πόσο έλεγξε την πηγή δηλαδή από που προήλθε αυτή η αποτύπωση των χρεοπιστώσεων στον υπολογιστή και απάντησε ότι δεν προέβη σε έλεγχο όλων των δοσοληψιών της εν λόγω αναλυτικής κατάστασης, αναφερόμενη βασικά στα σχετικά έντυπα αναλήψεων και καταθέσεων καθότι ως είπε αυτά βρίσκονται σε κεντρικό αρχείο της Λευκωσίας και δεν ήταν απαραίτητο για τον σκοπό που κατέθετε, αφού στο τεκμήριο 18 αναγράφονται όλες οι κινήσεις του λογαριασμού αυτού. Εδώ να λεχθεί ότι για σκοπούς του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, στο οποίο θα γίνει αναφορά κατωτέρω, οι αρχικές καταχωρήσεις με βάση τις οποίες γίνεται ο έλεγχος των καταστάσεων που κατατίθενται στο Δικαστήριο, είναι αυτές που έγιναν και τηρούνταν στο τραπεζικό βιβλίο και όχι τα σχετικά με αυτές έντυπα αναλήψεων και καταθέσεων. Περαιτέρω η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι οι πελάτες λάμβαναν την αναλυτική κατάσταση αυτού του λογαριασμού κάθε μήνα και εάν εντόπιζαν ή θεωρούσαν ότι υπήρχαν παράνομες χρεώσεις ή ανατοκισμοί θα έπρεπε να επικοινωνήσουν με την τράπεζα. Ουδέποτε όμως επικοινώνησαν για οτιδήποτε θεωρούσαν παράνομο. Το άλλο που ρωτήθηκε για το τεκμήριο 18 ήταν «για νέες χρεώσεις» που δεν τις υποδείχθηκαν και οι οποίες, σύμφωνα με τον κ. Σταυρινίδη, έγιναν μετά από κάποια συμφωνία με τον Εναγόμενο 1, χωρίς να το γνωρίζει η Εναγόμενη 2. Όταν η μάρτυρας ζήτησε να τις υποδειχθούν οι χρεώσεις αυτές, της λέχθηκε ότι η ερώτηση είναι εάν γνωστοποιήσαν στην αποβιώσασα την εν λόγω μεταβολή. Προφανώς ο συνήγορος αναφερόταν στην τροποποιητική, της σύμβασης δανείου, συμφωνία ημερομηνίας 6.10.2009, με την οποία μειώθηκε το επιτόκιο εξ ου και η Μ.Ε.1 παρέπεμψε στην παράγραφο 5 της σύμβασης εγγύησης, σύμφωνα με την οποία οι Ενάγοντες θα είχαν εξουσία κατά την απόλυτη κρίση τους, χωρίς άλλη συγκατάθεση από την αποβιώσασα εγγυήτρια και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη της βάσει της εγγύηση, να τροποποιούν τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παρείχαν στον πρωτοφειλέτη - Εναγόμενο 1 και τους όρους αυτών. Σε σχέση δε με το επιτόκιο (και τα τεκμήρια 20 και 21) η μάρτυρας εξήγησε ότι τα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εφαρμόστηκαν από την τράπεζα μετά την 1.1.2008 για δάνεια που είχαν χορηγηθεί πριν από την 1.1.2008. Η επίδικη σύμβαση δανείου έγινε βάσει του βασικού επιτοκίου που διατηρούσε η Τράπεζα κατά την σύναψη της συμφωνίας και μετά την 1.1.2008 εφαρμόσθηκε και για αυτήν το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Με βάση δε όλα όσα ανέφερε η Μ.Ε.1 αναφορικά με τις καταχωρήσεις στο τεκμήριο 18 και στους ελέγχους και συγκρίσεις που έκανε προς διαπίστωση της ορθότητας τους, κρίνεται ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ως έχει αναφερθεί και στην σχετική νομολογία, η πιο πάνω διάταξη δημιουργεί μαχητό τεκμήριο. Όταν δηλ. το αντίγραφο της καταχώρησης γίνεται δεκτό στο Δικαστήριο (μάλιστα δεν αποτελεί προϋπόθεση η εκ συμφώνου κατάθεση του - βλ. Vourna Limited κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2020:A170, Πολ. Έφεση Αρ. 295/2013, ημερ. 1.6.2020) συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου του και το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους της άλλης πλευράς για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το τελευταίο επιτυγχάνεται εφόσον η άλλη πλευρά αποδείξει την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Ζερβός ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2357, Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 149/2013, ημερ. 14.4.2020). Το επόμενο ερώτημα που χρήζει λοιπόν απάντησης στην προκειμένη είναι κατά πόσο η Εναγόμενη 2 έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης προς κατάρριψη του τεκμηρίου. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι η Εναγόμενη 2 όχι μόνο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αλλά, ως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβήτησε στην ουσία τις καταχωρήσεις στο τεκμήριο 18. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν απέσεισε το εν λόγω βάρος απόδειξης. Ως προαναφέρθηκε η Μ.Ε.1, κατέθεσε και αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (τεκμήριο 19). Ως λέχθηκε στην Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238, αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται συνήθως για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία η άλλη πλευρά φέρει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι είτε μετά από παράκληση του αντιδίκου ή και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Ως προς το τεκμήριο 19 καμία αντεξέταση δεν έγινε, ώστε να τίθεται θέμα αμφισβήτησης της ορθότητας του. Τούτου δεδομένου και λαμβάνοντας υπόψην όλα όσα ανέφερε σχετικά η Μ.Ε.1, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί η ορθότητα του περιεχομένου και αυτού του τεκμηρίου. Κατ' επέκταση και ενόψει του ότι οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στο ύψος του οφειλόμενου ποσού, με βάση το τεκμήριο 19, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι το οφειλόμενο ποσό είναι €214.113,42 πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού €204.845,02 από 1.1.2021 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Συμπεράσματα - Κατάληξη Σε υποθέσεις που αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, όπως η παρούσα, για να επιτύχει η αξίωση θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
(1)η σύναψη της σύμβασης δανείου και των σχετικών συμβάσεων εξασφάλισης αυτής,
(2)η παράβαση όρου της σύμβασης δανείου,
(3)ο τερματισμός της σύμβασης αυτής και
(4)το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 829). Όπως είναι επίσης νομολογημένο η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Στην προκειμένη με βάση την μαρτυρία που έγινε δεκτή και τα όσα εξηγήθηκαν ανωτέρω, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την σύναψη των επίδικων συμβάσεων μεταξύ αυτών και του Εναγόμενου 1 και της αποβιώσασας ως εγγυήτριας και ενυπόθηκης οφειλέτη καθώς και της επίδικης υποθήκης, την παράβαση όρου της σύμβασης δανείου από τον Εναγόμενο 1 και το νόμιμο τερματισμό αυτής. Περαιτέρω πέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού και το ύψος αυτού. Πέτυχαν λοιπόν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό, δηλ. στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους, ως την περιόρισαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Αντίθετα η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτηση της και έτσι αυτή απορρίπτεται. Η Αγωγή επιτυγχάνει και συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των €214.113,42, πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €204.845,02, από 1.1.2021 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος 22.Γ. της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της υπόθεσης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 2. Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση, όσον αφορά το επιδικασθέν ποσό, τους τόκους και τα έξοδα, εκδίδεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1 εναντίον του οποίου έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο