← Κύπρος

HADJIVASILI BROS CO LTD κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 422/13, 1/3/2021

HADJIVASILI BROS CO LTD κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 422/13, 1/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 422/13 Μεταξύ: HADJIVASILI BROS CO LTD ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ HADJIVASILI BROS CO LTD Ενάγουσες και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED ΧΧΧΧ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΧΧΧΧ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ ΧΧΧΧ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ ΧΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ ΧΧΧΧ ΚΟΥΝΝΗΣ ΧΧΧΧ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΧΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΧΧΧ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ Εναγόμενοι Ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 6/5/14 Αρ. Αγωγής: 422/13 Μεταξύ: HADJIVASILI BROS CO LTD ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ HADJIVASILI BROS CO LTD Ενάγουσες και

  1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  2. ΧΧΧΧ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ
  3. ΧΧΧΧ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ
  4. ΧΧΧΧ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ
  5. ΧΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ
  6. ΧΧΧΧ ΚΟΥΝΝΗΣ
  7. ΧΧΧΧ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
  8. ΧΧΧΧ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
  9. ΧΧΧΧ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ
  10. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  11. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  12. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι -------------------- Ημερομηνία: 01.03.2021 Για Ενάγοντες: κ. Κ. Μελάς μαζί με κα Λ. Χατζηξενοφώντος Για Εναγόμενη 1: κ. Σ. Γιορδαμλής Για Εναγόμενη 11: κα Θ. Ραφτοπούλου μαζί με κα Μ. Φράγκου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή αφορά την αγορά αξιογράφων συνολικού ποσού €1.136.
  13. Η αγωγή στρεφόταν, αρχικά, εναντίον 12 προσώπων, στην πορεία όμως προωθήθηκε μόνο εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  14. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί τον Μάιο του 2009, η Ενάγουσα 1 αγόρασε 1000 αξιόγραφα κεφαλαίου αόριστης διάρκειας ονομαστικής αξίας €1.000 έκαστο, ήτοι συνολικής αξίας €1.000.
  15. Η δε Ενάγουσα 2, κατά τον ίδιο χρόνο, προέβη σε αγορά 136 αξιογράφων συνολικής αξίας €136.
  16. Η αγορά των επίδικων αξιογράφων επιτεύχθηκε κατόπιν δηλώσεων της Εναγόμενης 1, οι οποίες έγιναν κακόπιστα και/ή με σκοπό να ξεγελάσουν και/ή παρακινήσουν και/ή εξωθήσουν γενικότερα το κοινό και ειδικότερα τις Ενάγουσες στην αγορά αξιογράφων. Συγκεκριμένα, οι Ενάγουσες αποδίδουν στην Εναγόμενη 1 απατηλή πρόθεση και/ή ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες διενεργήθηκαν με σκοπό την καταδολίευσή τους και/ή την εξαπάτησή τους. Στη βάση της πιο πάνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης 1 και ενόψει της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους, οι Ενάγουσες εξωθήθηκαν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων. Περαιτέρω, αποτελεί ισχυρισμό των Εναγουσών, ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε επενδυτική υπηρεσία και/ή συμβουλή εφαρμόζοντας αθέμιτες και/ή παράνομες πρακτικές αποκρύπτοντας ουσιώδη στοιχεία και έγγραφα που σχετίζονταν με τα αξιόγραφα. Όσον αφορά την Εναγόμενη 11, οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι ευθύνεται λόγω αμέλειας και/ή πλημμελούς εποπτείας και/ή ελέγχου της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τις διαδικασίες που ακολούθησε η τελευταία κατά την προώθηση των αξιογράφων. Η Εναγόμενη 1 στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι η αγορά των επίδικων αξιογράφων πραγματοποιήθηκε στη βάση συγκεκριμένων όρων που περιλαμβάνονται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και/ή στο Ενημερωτικό Δελτίο τα οποία καταρτίστηκαν στη βάση των σχετικών ευρωπαϊκών και εγχώριων νομοθεσιών και κανονισμών. Τα προαναφερόμενα έγγραφα εγκρίθηκαν από τις αρμόδιες Αρχές και σε αυτά γίνεται, ανάμεσα σε άλλα, αναφορά ότι τα αξιόγραφα είναι αόριστης διάρκειας και αποτελούν μη εξασφαλισμένες και/ή δευτερεύουσας προτεραιότητας υποχρεώσεις. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1, αρνείται την παροχή συμβουλών στις Ενάγουσες και/ή ότι καθ' οιονδήποτε τρόπο παραπλάνησε και/ή εξώθησε αυτές στην αγορά των επίδικων αξιογράφων υποστηρίζοντας, ότι η σχέση μεταξύ Εναγόμενης 1 και Εναγουσών ήταν η τυπική σχέση τραπεζίτη‑πελάτη. Οι Ενάγουσες 1 και 2 στην Απάντησή τους υποστηρίζουν, ότι το ουσιώδες έγκειται στο τι παρουσιάστηκε σε αυτούς από την Εναγόμενη 1 κατά την προώθηση των αξιογράφων, καθώς και στο ότι εμποδίστηκαν από το να ελέγξουν ή να μελετήσουν τα σχετικά έγγραφα ή να λάβουν συμβουλές από εμπειρογνώμονες. Επιπροσθέτως, ισχυρίζονται, ότι δεν ενημερώθηκαν για την ύπαρξη του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου ή του Ενημερωτικού Δελτίου πριν την αγορά των αξιογράφων. Στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 11 προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι η τελευταία δεν επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια και δεν εκτέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντά της κατά την εποπτεία της Εναγόμενης
  17. Συγκεκριμένα προβάλλεται η θέση, ότι η Εναγόμενη 11 δεν είχε την υποχρέωση καθημερινού ελέγχου των υπαλλήλων της Εναγόμενης 1 ή τον έλεγχο κάθε συναλλαγής που διεκπεραιωνόταν από την Εναγόμενη
  18. Επίσης, προβάλλεται η θέση, ότι η μοναδική εμπλοκή της Εναγόμενης 11, κατά το στάδιο της έκδοσης των αξιογράφων της Εναγόμενης 1, ήταν η έγκρισή τους, αφού πληρούσαν τα κριτήρια για κατηγοριοποίηση τους ως πρωτοβάθμιων κεφαλαίων σε σχέση με τους εποπτικούς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας. Στην Απάντηση των Εναγουσών προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι η Εναγόμενη 11 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πρακτικές και/ή διαδικασίες προώθησης των αξιογράφων στο κοινό από την Εναγόμενη 1 δεν ήταν σύμφωνες προς τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων τους, ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους, παραθέτοντας σχετική νομολογία η οποία υπήρξε βοηθητική για την απόφαση του Δικαστηρίου και προς τούτο εκφράζονται ευχαριστίες. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ο Μ.Ε.1, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του (Έγγραφο Α). Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι γραμματέας της Ενάγουσας 1, καθώς επίσης και της Διαχειριστικής Επιτροπής της Ενάγουσας
  19. Η Ενάγουσα 1 είναι οικογενειακή επιχείρηση στην οποία, πέραν του ιδίου, εργάζονται και τα αδέλφια του. Τόσο ο ίδιος, όσο και τα αδέλφια του, είναι απόφοιτοι Γυμνασίου και δεν διέθεταν γνώσεις επί εξειδικευμένων οικονομικών θεμάτων και ειδικότερα επί των αξιογράφων. Με την Εναγόμενη 1 διατηρούσε ο ίδιος και τα αδέλφια του σε προσωπικό και επιχειρηματικό επίπεδο συνεργασία για περίοδο πέραν των 25 ετών. Η Εναγόμενη 1 είχε καταστεί η κύρια τράπεζα με την οποία συνεργάζονταν και ως εκ τούτου ανέπτυξαν και προσωπική σχέση με τους εκάστοτε υπαλλήλους και ειδικότερα με τον πρώην Εναγόμενο 8, ο οποίος ήταν ο περιφερειακός διευθυντής της Εναγόμενης 1 στην Πάφο. Με τον πρώην Εναγόμενο 8 αναπτύχθηκε μια πολύ καλή σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας, η οποία προσμέτρησε στην απόφαση των Εναγουσών για αγορά των αξιογράφων. Συγκεκριμένα, περί το τέλος Απριλίου του 2009, ο πρώην Εναγόμενος 8 τον προσκάλεσε για φαγητό και του μίλησε για ένα νέο καταθετικό προϊόν, δηλαδή για τα αξιόγραφα. Επειδή, δεν μπορούσε να λάβει μόνος του την απόφαση για αγορά αξιογράφων, ο πρώην Εναγόμενος 8, ζήτησε όπως επισκεφθεί τον ίδιο και τα αδέλφια του στα γραφεία της Ενάγουσας 1 όπου με θέρμη και ενθουσιασμό τους παραίνεσε να προχωρήσουν στην αγορά αξιογράφων. Στην εν λόγω συνάντηση, εκτός από τον ίδιο και τον πρώην Εναγόμενο 8, παρόντες ήταν δύο εκ των αδελφών του. Ο πρώην Εναγόμενος 8 παρουσίασε τα αξιόγραφα ως καταθετικό σχέδιο πενταετούς διάρκειας, με επιτόκιο 7% πληρωτέο κάθε τρεις μήνες. Δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε επένδυση ή σε οποιονδήποτε κίνδυνο, ενώ απέφυγε να αναφερθεί στην περίπτωση μη καταβολής τόκου, καθώς και στο γεγονός ότι τα αξιόγραφα συνδέονταν με το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής «Χ.Α.Κ»). Ο Μ.Ε.1 και τα αδέλφια του, παρά τις παραινέσεις του πρώην Εναγόμενου 8, ήταν διστακτικοί. Ωστόσο, ο πρώην Εναγόμενος 8, είχε απαντήσεις σε όλους τους προβληματισμούς τους. Συγκεκριμένα, ο πρώην Εναγόμενος 8, διασκέδασε την ανησυχία τους ως προς το κατά πόσο θα μπορούσαν να αποσύρουν το ποσό που θα αντιστοιχούσε στην αγορά των αξιογράφων, λέγοντας ότι η Εναγόμενη 1 θα τους χορηγούσε δάνειο ισόποσο της αξίας των αξιογράφων με μοναδική εξασφάλιση τα ίδια τα αξιόγραφα. Μάλιστα, στην προσπάθεια του να τους πείσει για τα πλεονεκτήματα των αξιογράφων και απαντώντας στην επισήμανση του Μ.Ε.1 ότι γραμμάτιο που διατηρούσε η Ενάγουσα 1 έφερε επιτόκιο 6,8%, δήλωσε εμπιστευτικά στον Μ.Ε.1 ότι τα καταθετικά επιτόκια θα μειώνονταν μέχρι και στο 3%, ενώ με τα αξιόγραφα το επιτόκιο θα ήταν 7% εξασφαλισμένο για πέντε έτη. Στη βάση επομένως των προτροπών και παραινέσεων του πρώην Εναγόμενου 8, αποφάσισαν όπως καταθέσουν τα χρήματα των Εναγουσών 1 και 2 προς αγορά αξιογράφων ύψους €1.000.000 σε σχέση με την Ενάγουσα 1 και €136.000 σε σχέση με την Ενάγουσα
  20. Η σχετική αίτηση έγινε κατά την τελευταία μέρα παράτασης του σχεδίου αγοράς αξιογράφων, ήτοι στις 05.05.
  21. Υπό την πίεση του χρόνου, καθώς ως ήδη αναφέρθηκε η αίτηση έγινε την τελευταία μέρα της παράτασης, ο Μ.Ε.1, μελετώντας βιαστικά την αίτηση, εντόπισε ότι σε αυτήν γινόταν αναφορά σε Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο (στο εξής «Ε.Π.Μ»). Ρωτώντας σχετικά τον πρώην Εναγόμενο 8, έλαβε την απάντηση ότι πρόκειται για ένα τυπικό έγγραφο, οι σημαντικοί όροι του οποίου είναι αυτοί που τους είχαν αναλυθεί. Κατά τον χρόνο επομένως υπογραφής της αίτησης, δεν είχαν προμηθευτεί με το Ε.Π.Μ. Περαιτέρω, ούτε η πρώην Εναγόμενη 9, ούτε ο πρώην Εναγόμενος 8, κατηγοριοποίησαν τις Ενάγουσες 1 και 2 και ασφαλώς δεν τους παρουσίασαν τους κινδύνους από την αγορά των αξιογράφων. Το 2010, μετά από παραινέσεις και πάλι του πρώην Εναγόμενου 8, ο Μ.Ε.1 και δύο εκ των αδελφών του διέθεσαν και τις προσωπικές καταθέσεις τους για αγορά αξιογράφων. Στις 21.12.11, παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα 1 δάνειο από την Εναγόμενη 1 για το ποσό των €500.000, με μόνη εξασφάλιση την ενεχυρίαση 500 αξιογράφων που αγοράστηκαν το
  22. Μέχρι τον Ιούνιο του 2012 όλα κυλούσαν ομαλά και κάθε τρεις μήνες λάμβαναν τον τόκο των καταθέσεων τους. Κατά τον Ιούνιο του 2012, η Εναγόμενη 1 πληροφόρησε τις Ενάγουσες 1 και 2 για τη διακοπή της καταβολής των τόκων επί του ποσού των αξιογράφων και τους κάλεσε να τα μετατρέψουν, είτε σε μετοχές, είτε σε ενισχυμένα αξιόγραφα έκδοσης του
  23. Τότε, αντιλήφθηκαν ότι εξαπατήθηκαν από την Εναγόμενη 1, αφού, ενώ θεωρούσαν ότι τα χρήματά τους ήταν ασφαλή σε καταθετικό λογαριασμό, εντούτοις εν αγνοία τους χρησιμοποιήθηκαν σε ένα προϊόν υψηλού ρίσκου για να μπορέσει η Εναγόμενη 1 να συνεχίσει τη λειτουργία της. Στις 18.07.12 και 30.07.12 η Ενάγουσα 1 ζήτησε από την Εναγόμενη 1, όπως της παραχωρήσει νέο δάνειο ύψους €500.000, στη βάση της συμφωνίας τους ότι σε περίπτωση που χρειάζονταν κεφάλαιο θα τους παραχωρείτο δάνειο ισόποσο της αξίας των αξιογράφων. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη 1, με σχετική επιστολή της, απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας
  24. Παράλληλα, η Ενάγουσα 1 ζήτησε από την Εναγόμενη 1 όπως την προμηθεύσει με αντίγραφα όλων των εγγράφων που σχετίζονταν με τα αξιόγραφα των Εναγουσών 1 και
  25. Ο πρώην Εναγόμενος 8, την 01.08.12, επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας 1, όπου και παρέδωσε για πρώτη φορά τα σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, η Ενάγουσα 1 απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με κοινοποίηση στην Εναγόμενη 1 στην οποία έκφραζε τα παράπονά της για τον τρόπο προώθησης των αξιογράφων από την Εναγόμενη
  26. Όσον αφορά την Εναγόμενη 11, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε, ότι δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου η Εναγόμενη 1 να εφαρμόσει ορθές και νόμιμες διαδικασίες σε σχέση με την προώθηση των αξιογράφων. Η Εναγόμενη 11, ως εποπτική αρχή της Εναγόμενης 1, όφειλε να διαπιστώσει τις μεθόδους και τακτικές προώθησης που εφάρμοζε η τελευταία. Αυτό το καθήκον της το έπραξε μέσω του πορίσματος που εκδόθηκε το 2012 (Τεκμήριο 26), με το οποίο καταδίκασε την Εναγόμενη 1 για παραβιάσεις της σχετικής νομοθεσίας. Αντεξεταζόμενος δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι για τη λήψη αποφάσεων από την Ενάγουσα 1 δεν γίνονταν γενικές συνελεύσεις και γενικότερα δεν λειτουργούσε σαν ένας μεγάλος οργανισμός. Ήταν μια οικογενειακή επιχείρηση και τα τέσσερα αδέλφια λάμβαναν από κοινού αποφάσεις. Για ορισμένα, ωστόσο, ζητήματα που αφορούσαν φορολογικά ή λογιστικά θέματα, τις αποφάσεις τις λάμβανε ο αδελφός του Μ.Ε.1, ο Ανδρέας, καθώς ενέπιπταν στη δική του αρμοδιότητα. Γενικότερα, τα διοικητικά ζητήματα ήταν αρμοδιότητα του Ανδρέα, ο οποίος ήταν και ο διευθυντής της Ενάγουσας
  27. Ο Μ.Ε.1, ως γραμματέας της Ενάγουσας 1, ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράφει εκ μέρους της Ενάγουσας 1 για διάφορα ζητήματα στα οποία περιλαμβάνονταν και αιτήσεις για άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών. Κατά το 2009, η Ενάγουσα 1 εργοδοτούσε περί τους 13 υπαλλήλους στους οποίους περιλαμβάνονταν και τα 5 μέλη της οικογένειας τους. Ο ίδιος αριθμός υπαλλήλων εξακολουθεί να εργάζεται και σήμερα στην Ενάγουσα
  28. Μέσα σε αυτούς τους υπαλλήλους, περιλαμβάνονται και δύο υπάλληλοι οι οποίοι απασχολούνται στο λογιστήριο της εταιρείας. Η Ενάγουσα 1, πέραν των δύο υπαλλήλων του λογιστηρίου, διατηρεί συνεργασία με εξωτερικό λογιστή και ελεγκτή. Η Ενάγουσα 2 δεν έτυχε να λάβει οποιεσδήποτε αποφάσεις, καθώς το ταμείο προνοίας απλώς υπήρχε για να κατατίθενται οι εισφορές των υπαλλήλων και του εργοδότη. Είναι μέλος του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων και πιο συγκεκριμένα υπήρξε και μέλος του Συμβουλίου του προαναφερόμενου Συνδέσμου. Μάλιστα, για κάποιο χρονικό διάστημα διεκπεραίωσε περιορισμένα και τον ρόλο του εκπροσώπου τύπου. Περαιτέρω, υπήρξε Πρόεδρος της Κίνησης Εξαπατηθέντων Καταθετών, η οποία όμως εδώ και χρόνια είναι ανενεργή. Επιπρόσθετα, είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Συνδέσμου Επιχειρηματιών Ανάπτυξης Γης και Οικοδομών, ο οποίος Σύνδεσμος είναι με τη σειρά του μέλος της Ομοσπονδίας Εργοδοτών και Βιομηχάνων. Με τον πρώην Εναγόμενο 8, διατηρούσε πολύ στενή προσωπική σχέση σε βαθμό που όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «ήξερα τα οικογενειακά του». Όσον αφορά την πρώην Εναγόμενη 9, η πρώτη φορά που τη συνάντησε, τόσο ο ίδιος όσο και τα αδέλφια του, ήταν το 2010 όταν απέκτησαν προσωπικά αξιόγραφα. Στην επισήμανση του κ. Γιορδαμλή, ότι η πρώην Εναγόμενη 9 εργαζόταν ως ταμίας στο κεντρικό υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 στο οποίο τηρούνταν και οι λογαριασμοί της Ενάγουσας 1, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται να τη συνάντησε ως ταμία στο εν λόγω υποκατάστημα. Αναφορικά με τις προσωπικές τραπεζικές διευκολύνσεις που διατηρούσε ο Μ.Ε.1 με την Εναγόμενη 1, συμφώνησε με τον συνήγορο της τελευταίας, ότι από το 1997 μέχρι και το τέλος της συνεργασίας τους είχε τέσσερα γραμμάτια, εννέα πιστωτικές κάρτες, τέσσερεις λογαριασμούς προειδοποιήσεως και έναν καταθετικό λογαριασμό. Δεν θυμόταν τη διαδικασία που ακολουθείτο για να ανοίξει γραμμάτιο, είτε στο όνομα της Ενάγουσας 1, είτε επ' ονόματι του. Όταν χρειαζόταν να μεταβεί στην τράπεζα για να υπογράψει για το άνοιγμα γραμματίου, δεν διάβαζε τα έγγραφα που του δίδονταν για υπογραφή και περιοριζόταν στο να δει τον τίτλο του εγγράφου. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι τα έγγραφα που υπέγραφε για το άνοιγμα γραμματίων διέφεραν από τις αιτήσεις ‑ Τεκμήρια 5 και 6 που υπέγραψε για την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Ειδικότερα, σε σχέση με την αγορά των επίδικων αξιογράφων, όταν επισκέφθηκε τα γραφεία της Ενάγουσας 1 ο πρώην Εναγόμενος 8, δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε κίνδυνο από την αγορά των αξιογράφων, ούτε και ο Μ.Ε.1 ρώτησε κατά πόσο υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, διότι η αίσθηση που είχε βασιζόμενος στα γραμμάτια που διατηρούσαν στην Εναγόμενη 1 ήταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος. Πριν την απόφαση για αγορά των αξιογράφων δεν απευθύνθηκαν σε λογιστή, αλλά, ως οικογενειακή εταιρεία, έλαβαν από κοινού την απόφαση μεταξύ τους τα αδέλφια. Κατά τον ίδιο τρόπο λήφθηκε η απόφαση και όσον αφορά την Ενάγουσα 2, αφού τα μισά μέλη της Ενάγουσας 2, ήταν η οικογένεια του Μ.Ε.
  29. Συμφώνησε με τον κ. Γιορδαμλή, ότι κατά την προηγούμενη συνεργασία, τόσο της Ενάγουσας 1, όσο και του ιδίου με την Εναγόμενη 1, ουδέποτε έγινε λόγος για ονομαστική αξία των γραμματίων ή για ενεχυρίαση των γραμματίων. Οι αιτήσεις για την απόκτηση των επίδικων αξιογράφων (Τεκμήρια 5 και 6), κατά τον χρόνο υπογραφής τους από τον ίδιο, ήταν συμπληρωμένες με όλα τα στοιχεία. Όταν του δόθηκαν οι αιτήσεις και ξεκίνησε να τις διαβάζει, σταμάτησε όταν διάβασε τη φράση «Εμπιστευτικό Μνημόνιο». Ρώτησε τον πρώην Εναγόμενο 8 τι είναι αυτό το Εμπιστευτικό Μνημόνιο και ο τελευταίος τον αποπήρε λέγοντας τους ότι είναι ένα χοντρό βιβλίο από το οποίο ούτε ο ίδιος (ο πρώην Εναγόμενος 8) δεν θα μπορούσε να «βγει από μέσα» και του ανέφερε ότι οι βασικοί όροι των αξιογράφων είναι αυτοί που ήδη του έχουν επεξηγηθεί. Χαρακτηριστικά ο πρώην Εναγόμενος 8 του ανέφερε: «Άτε ρε Λεοντή υπόγραψε, δαμέ, δαμέ, να τελειώνουμε». Αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις, ότι ουδεμία προτροπή ή συμβουλή έλαβε από τον πρώην Εναγόμενο 8 ή άλλους υπαλλήλους της Εναγόμενης
  30. Αρνήθηκε, επίσης ότι οι Ενάγουσες ήταν αυτές που ενδιαφέρθηκαν για να επενδύσουν τα χρήματά τους σε αξιόγραφα. Τέλος, αρνήθηκε ότι συναντήθηκε με την πρώην Εναγόμενη 9, η οποία και τον ενημέρωσε για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων. Όσον αφορά την Εναγόμενη 11, η ευπαίδευτη συνήγορός της υιοθέτησε την αντεξέταση του συνηγόρου της Εναγόμενης 1 και προέβη σε ορισμένες επιπρόσθετες ερωτήσεις προς τον Μ.Ε.
  31. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, η θέση της κας Φράγκου ήταν, ότι η Εναγόμενη 11 προέβη σε όλες τις απαραίτητες, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, ενέργειες αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθούσαν οι τράπεζες για την προώθηση των αξιογράφων. Η εν λόγω θέση αντικρούστηκε από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 11 τα έτη 2008‑2010 δεν επόπτευσε δεόντως τις τράπεζες, όπως έγινε με τον ειδικό έλεγχο που διεξήγαγε το
  32. Στην επισήμανση της κας Φράγκου, ότι αν δεν αναστέλλονταν οι πληρωμές των τόκων δεν θα είχαν οποιοδήποτε παράπονο και δεν θα προέβαιναν σε καταγγελία έτσι ώστε να διερευνηθεί το όλο ζήτημα από την Εναγόμενη 11, ο Μ.Ε.1, απάντησε ότι η Εναγόμενη 11 θα έπρεπε μέσω του ελέγχου, που όφειλε να διεξάγει, να αντιληφθεί την απάτη, κατά την έκφρασή του, που διέπραξαν οι τράπεζες έναντι των πολιτών. Ο Μ.Ε.2, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Στο Έγγραφο Β αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι εργάστηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου την περίοδο 2004‑2008 με καθήκοντα που αφορούσαν παροχή νομικής στήριξης στο Συμβούλιο της Επιτροπής και σε τμήματά της συμπεριλαμβανομένων και αυτών που σχετίζονταν με την αδειοδότηση και εποπτεία επενδυτικών εταιρειών. Είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος και από το 2008 επικεντρώθηκε στην παροχή νομικών υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα σε σχέση με το δίκαιο της Κεφαλαιαγοράς. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του δεν προέβηκε σε ελέγχους τραπεζικών ιδρυμάτων σε σχέση με τις παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες της λήψης καταθέσεων και δανεισμού, ωστόσο, θεωρεί, ότι στην επίδικη υπόθεση η τράπεζα ενήργησε υπό την ιδιότητα του παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών. Τα επίδικα αξιόγραφα ήταν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα και αυτό προκύπτει από τα ειδικά χαρακτηριστικά τους. Συγκεκριμένα, αποτελούσαν ομόλογα στα οποία ενσωματώνονταν παράγωγα. Πιο συγκεκριμένα, στην υπό εξέταση περίπτωση υπήρχε το ακόλουθο παράγωγο, ήτοι το δικαίωμα εξαγοράς των αξιογράφων από την Εναγόμενη 1 στις 30.09.14 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπετο, κατόπιν έγκρισης της Εναγόμενης
  33. Το δικαίωμα εξαγοράς που είχε η Εναγόμενη 1, καθιστούσε τα επίδικα αξιόγραφα, εξαγοράσιμα ομόλογα από τον εκδότη και τέτοια ομόλογα θεωρούνται ως περίπλοκα. Περαιτέρω, η απόδοση και η αξία των επίδικων αξιογράφων εξαρτάτο από αριθμό μεταβλητών, καθώς αυτά ήταν αξίες αορίστου διάρκειας, η πληρωμή των τόκων υπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της Εναγόμενης 1 και αποτελούσαν μη εξασφαλισμένα χρηματοοικονομικά μέσα. Η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε πελάτες και ιδιαίτερα σε ιδιώτες, ενέχει σημαντικές υποχρεώσεις για την προστασία τους. Αυτές οι υποχρεώσεις εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα εκδίδει τις δικές του αξίες στην πρωτογενή αγορά, δηλαδή όταν οι αξίες διατίθενται απευθείας στους επενδυτές από τον εκδότη τους πριν την εισαγωγή τους στο Χ.Α.Κ. Η βέλτιστη πρακτική, με βάση τη σχετική νομοθεσία και τα έγγραφα Ευρωπαϊκών Θεσμών, επιβάλλει την παροχή σαφούς, ακριβούς και μη παραπλανητικής πληροφόρησης προς αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων. Επίσης, επιβάλλει την υποχρέωση αξιολόγησης της συμβατότητας του προϊόντος με τον πελάτη, λαμβάνοντας υπόψη τις γνώσεις και την εμπειρία του. Στις περιπτώσεις όπου, κατά την πώληση προϊόντων, παρέχεται και επενδυτική συμβουλή, τότε θα πρέπει επιπρόσθετα να διεξάγεται και έλεγχος καταλληλότητας. Εάν ο υποψήφιος πελάτης δεν περάσει τον έλεγχο καταλληλότητας, τότε δεν θα παρέχεται σύσταση για τη διενέργεια συναλλαγής στο πλαίσιο παροχής επενδυτικής συμβουλής. Στο έγγραφο ημερομηνίας 31.07.14 (Τεκμήριο 35) υπενθυμίζεται στα χρηματοοικονομικά ιδρύματα ότι συγκρούσεις συμφερόντων δημιουργούνται κατά την πώληση περίπλοκων προϊόντων ειδικά όταν ο πωλητής είναι και ο εκδότης. Στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο που να δεικνύει ότι έγινε κατηγοριοποίηση των Εναγουσών. Επομένως, το επίπεδο προστασίας τους, με βάση τον νόμο και τη δεοντολογία, θα έπρεπε να είναι αυτό των ιδιωτών πελατών. Όσον αφορά την αξιολόγηση συμβατότητας, όταν ο υποψήφιος πελάτης είναι νομικό πρόσωπο που δεν έχει κατηγοριοποιηθεί ως επαγγελματίας επενδυτής, τότε, με βάση τη βέλτιστη πρακτική, η αξιολόγηση συμβατότητας γίνεται στο φυσικό πρόσωπο το οποίο δίδει τις εντολές εκ μέρους του νομικού προσώπου για την αγορά αξιών. Αποτελεί, επίσης, υποχρέωση των παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών η παροχή κατάλληλης πληροφόρησης στους υποψήφιους πελάτες και ειδικά στους μη επαγγελματίες επενδυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, ακολουθώντας τις βέλτιστες πρακτικές και διαδικασίες, θα έπρεπε, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ότι τα επίδικα αξιόγραφα δεν αποτελούν κατάθεση ή προϊόν ίσης ασφάλειας ως εμπρόθεσμη κατάθεση, αλλά περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα που θα εισάγονταν στο Χ.Α.Κ με ειδικούς κινδύνους. Περαιτέρω, σε περίπτωση που διαφαινόταν από τον έλεγχο συμβατότητας, ότι ο υποψήφιος πελάτης δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τους κινδύνους, τότε, θα μπορούσε ως βέλτιστη πρακτική, να συνδυαστεί η πληροφόρηση με την προειδοποίηση μη συμβατότητας. Η Εναγόμενη 1 από την έκδοση και πώληση των επίδικων αξιογράφων είχε ίδιο όφελος, καθώς η έκδοσή τους αποσκοπούσε στη βελτίωση της κεφαλαιακής της επάρκειας. Σύμφωνα με τη νομοθεσία και τη βέλτιστη πρακτική σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, το γεγονός αυτό θα πρέπει να αναφέρεται στους επενδυτές και να επεξηγείται η φύση της σύγκρουσης συμφερόντων. Αναφορικά με την Εναγόμενη 11, αυτή, είχε ρυθμιστικό και εποπτικό ρόλο ως προς την εφαρμογή του Ν.144(Ι)/
  34. Για να υπάρχει αποτελεσματική εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα, τούτη πρέπει να είναι προληπτική, συνεχής, να λαμβάνει υπόψη τις ενέργειες και πράξεις των εποπτευόμενων σε βάθος χρόνου και να αξιοποιεί τη γνώση και εμπειρία του επόπτη. Για τις εκδόσεις αξιογράφων, περιλαμβανομένης και της επίδικης έκδοσης του 2009, η Εναγόμενη 1 κοινοποιούσε τους βασικούς όρους έκδοσης στην Εναγόμενη 11 και ζητούσε την έγκρισή της για τη συμπερίληψη των κεφαλαίων που θα αντλούνταν στα ίδια κεφάλαια της Εναγόμενης
  35. Στη βάση των πληροφοριών που έλαβε από τους δικηγόρους των Εναγουσών, προκύπτει, ότι η Εναγόμενη 11 διενήργησε τρεις ελέγχους στην Εναγόμενη 1 και υπήρξε μια ενημέρωση από την Εναγόμενη 1 προς την Εναγόμενη
  36. Ξεκινώντας από την ενημέρωση, ο Μ.Ε.2 επισήμανε ότι στην έκθεση προόδου της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 53) γίνεται αναφορά μόνο στις υπηρεσίες "Treasury" και "Wealth Management". Οι προαναφερόμενες υπηρεσίες δεν στοχεύουν στο ευρύ κοινό ή σε πελάτες της λιανικής τραπεζικής. Τα Ενημερωτικά Δελτία, όμως, που αφορούν τις εκδόσεις αξιογράφων των ετών 2008, 2009 και 2010 αναφέρουν ότι η υποβολή αιτήσεων για αγορά αξιογράφων μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε από τα καταστήματα της Εναγόμενης 1 στην Κύπρο. Συνεπώς, η Εναγόμενη 11, ήδη από το 2008, γνώριζε ότι για την προώθηση των αξιογράφων θα χρησιμοποιούνταν τα καταστήματα της Εναγόμενης
  37. Το 2009, η Εναγόμενη 11, διενήργησε επιτόπιο έλεγχο με κοινό κλιμάκιο επιθεωρητών της Τράπεζας της Ελλάδος στην Marfin Egnatia Τράπεζα AE. Η τελευταία, αποτελούσε μέρος του Ομίλου της Εναγόμενης 1 και είχε ως έδρα την Ελλάδα. Στον εν λόγω έλεγχο, δεν εξετάστηκε η εφαρμογή των διαδικασιών που επιβάλλει η Οδηγία 2004/39 (στο εξής «MIFID») στα καταστήματα της θυγατρικής εταιρείας της Εναγόμενης 1, αλλά, ο έλεγχος επικεντρώθηκε στο τμήμα "Treasury" και στις υποχρεώσεις καταγραφής διαδικασιών. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, ο έλεγχος θα έπρεπε να επικεντρωθεί στο δίκτυο καταστημάτων της Εναγόμενης 1, όπου τα περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα προωθούνταν προς τη μεγάλη μάζα των μη επαγγελματιών επενδυτών. Τέλος, αποτελεί θέση του ότι αν γίνονταν ικανοί εποπτικοί έλεγχοι, τα πλείστα από τα προβλήματα που ήλθαν στην επιφάνεια με τον έλεγχο του 2012 θα έρχονταν νωρίτερα στην επιφάνεια και θα μπορούσαν να ληφθούν διορθωτικά μέτρα. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 1 δήλωσε, ότι η Εναγόμενη 11 είναι η εποπτική Αρχή των πιστωτικών ιδρυμάτων όταν αυτά παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Ουδέποτε εργάστηκε στην Εναγόμενη 11 και η νομική στήριξη που παρείχε σε τμήματα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν αφορούσαν την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Στα πλαίσια της εργασίας του ουδέποτε παρείχε υπηρεσίες ή νομικές συμβουλές σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτε και διενήργησε έλεγχο αξιολόγησης πιστωτικών ιδρυμάτων. Αναφορικά με τις υπηρεσίες που παρείχε στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, αυτές αφορούσαν την εκπόνηση μελέτης σε σχέση με την προώθηση και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων για την περίοδο 2007‑2011 (Τεκμήριο 61). Μέρος των υπηρεσιών του αφορούσε την παρουσίαση και επεξήγηση της εν λόγω μελέτης σε συνελεύσεις του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων, καθώς και την παροχή απαντήσεων σε ερωτήματα που αφορούσαν την προαναφερόμενη μελέτη. Οι υπηρεσίες του προς τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων ήταν, ασφαλώς, έναντι αμοιβής και η επαφή που υπήρχε ήταν με μέλη του Συμβουλίου του εν λόγω Συνδέσμου. Δεν γνωρίζει όλα τα μέλη του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων και δεν έτυχε να γνωρίσει τον Μ.Ε.1 ως μέλος του Συμβουλίου του Συνδέσμου. Συγκεκριμένα, γνώρισε για πρώτη φορά τον Μ.Ε.1 στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Μετά την πάροδο των δύο ετών, όπου παρείχε υπηρεσίες στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, οι σχέσεις του με τον εν λόγω Σύνδεσμο κατέστησαν πλέον τυπικές. Ο Μ.Ε.2 συμφώνησε με τον κ. Γιορδαμλή, ότι στις δημοτικές εκλογές του 2016 κατήλθε ως υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος Λευκωσίας. Υποδείχθηκε στον Μ.Ε.2 ανακοίνωση του Συνδέσμου στην οποία περιλαμβάνεται και η δική του υποψηφιότητα και με την οποία ο Σύνδεσμος καλεί τα μέλη του όπως στηρίξουν πρόσωπα που είναι μέλη ή φίλοι του Συνδέσμου (Τεκμήριο 62). Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση από τον Σύνδεσμο για την εν λόγω ανακοίνωση και υποθέτει ότι μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ενημερώθηκε ο Σύνδεσμος για τη δική του υποψηφιότητα. Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί για την ανακοίνωση του Συνδέσμου, ούτε και την ενέκρινε. Αναφορικά με την επίδικη αγορά αξιογράφων από τις Ενάγουσες 1 και 2, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει τις συνθήκες πώλησης των επίδικων αξιογράφων, ούτε και τις διαδικασίες στη βάση των οποίων λήφθηκε από τις Ενάγουσες η απόφαση για αγορά τους. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν είχε προσωπική επαφή με τον Μ.Ε.1 και δεν γνωρίζει τις γνώσεις και την εμπειρία του σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα. Κατά την επίδικη περίοδο, δεν ήταν ασύνηθες το φαινόμενο τραπεζικά ιδρύματα να εκδίδουν δικά τους χρηματοοικονομικά μέσα. Αποτελούσε μια πρακτική η οποία εφαρμοζόταν, τόσο πριν το 2009, όσο και μεταγενέστερα. Διευκρίνισε, επίσης, ότι δεν εντοπίζεται οτιδήποτε μεμπτό στο να επιδιώκεται η βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας ενός πιστωτικού ιδρύματος μέσω της έκδοσης χρηματοοικονομικών προϊόντων. Ο κ. Γιορδαμλής υπέδειξε ότι ζήτημα εφαρμογής του Ν.144

(1)/2007 και της MIFID τίθεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η πώληση γίνεται κατόπιν επενδυτικής συμβουλής. Ο μάρτυρας διαφώνησε με την εν λόγω θέση υποστηρίζοντας, ότι στις περιπτώσεις που πιστωτικό ίδρυμα πωλεί και διαθέτει τα δικά του χρηματοοικονομικά μέσα εφαρμόζονται οι κανόνες της MIFID αναφορικά με την προστασία των πελατών, είτε η πώληση γίνεται κατόπιν επενδυτικής συμβουλής, είτε και στις περιπτώσεις που η πώληση πραγματοποιείται χωρίς επενδυτική συμβουλή. Ο Μ.Ε.2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι αφέθηκε στα χέρια των δικηγόρων των Εναγουσών και ότι η μαρτυρία του περιορίστηκε μόνο στα έγγραφα που του υπέδειξαν οι δικηγόροι τους. Τόνισε, ότι η μαρτυρία του έχει βασιστεί στα έγγραφα των Ευρωπαϊκών Θεσμών, αλλά ασφαλώς και στα έγγραφα που του δόθηκαν από τους δικηγόρους των Εναγουσών και σχετίζονται με την επίδικη έκδοση αξιογράφων. Αρνήθηκε, επίσης, ότι τα συμπεράσματά του σε σχέση με την Εναγόμενη 1 είναι αυθαίρετα, καθώς και ότι ο στόχος του, μέσω της μαρτυρίας του, ήταν η προάσπιση των συμφερόντων των Εναγουσών και των πρώην πελατών του, δηλαδή του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων. Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 11 συμφώνησε, ότι με βάση τα Τεκμήρια 30 και 31 η έκδοση των επίδικων αξιογράφων έγινε για βελτίωση της κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης
  1. Ερωτηθείς, κατά πόσο η Εναγόμενη 1 αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα ικανοποίησης του απαιτούμενου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας κατά την έκδοση των επίδικων αξιογράφων, απάντησε, ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την εν λόγω πληροφορία. Επίσης, δεν γνώριζε ποιος ήταν ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας που επέβαλε στην Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 11, κατά τον Απρίλιο του
  2. Ο Μ.Ε.2 περιορίστηκε να απαντήσει, ότι οι κανόνες της Βασιλείας καθορίζουν ως ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας το 8%. Στην υποβληθείσα θέση της κας Ραφτοπούλου, ότι ο δείκτης που επέβαλε η Εναγόμενη 11 ήταν 9% κατά τον επίδικο χρόνο και ικανοποιείτο από την Εναγόμενη 1, ο μάρτυρας απάντησε και πάλι ότι δεν γνωρίζει τη συγκεκριμένη πληροφορία. Συμφώνησε με τη συνήγορο της Εναγόμενης 11, ότι η έγκριση που θα έπρεπε να εξασφαλίσει η Εναγόμενη 1 από αυτή αφορούσε τη συμπερίληψη του ποσού που θα εξασφάλιζε από την πώληση των επίδικων αξιογράφων στα πρωτοβάθμια κεφάλαια της Εναγόμενης
  3. Κατά τη θητεία του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν συμμετείχε σε οποιονδήποτε επιτόπιο έλεγχο, καθώς η θέση του ήταν στο νομικό τμήμα. Ωστόσο απέκτησε πολύτιμη πείρα βλέποντας τα αποτελέσματα και τη χρησιμότητα των επιτόπιων ελέγχων στα καταστήματα των παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών. Κληθείς να αναφέρει πόσους επιτόπιους ελέγχους διενήργησε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε. Στην υποβληθείσα θέση, ότι η Εναγόμενη 11 προέβαινε σε συνεχή και διαρκή έλεγχο για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, ο μάρτυρας απάντησε ότι οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν από το 2008 μέχρι το 2011 δεν συμπεριελάμβαναν τα καταστήματα της Εναγόμενης 1 στα οποία γινόταν διάθεση περίπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων σε ιδιώτες πελάτες, αλλά περιορίστηκε σε συγκεκριμένα τμήματα της Εναγόμενης
  4. Συμφώνησε με τη θέση της κας Ραφτοπούλου ότι έλεγχοι από εποπτικές Αρχές μπορούν να γίνουν και εκ του μακρόθεν, παρά ταύτα, όμως, οι επιτόπιοι έλεγχοι στα σημεία πώλησης είναι ιδιαίτερα σημαντικοί όταν αφορούν διάθεση περίπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων προς το ευρύ κοινό. Κατά την άποψή του, η διενέργεια τέτοιων επιτόπιων ελέγχων θα έφερνε στην επιφάνεια τα προβλήματα τα οποία ανέδειξε ο ειδικός έλεγχος που διενεργήθηκε το
  5. Ο Μ.Υ.1
(1)ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Γ). Εργάζεται ως σύμβουλος στο γραφείο του ειδικού διαχειριστή της Εναγόμενης 1 και τα καθήκοντά του περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον χειρισμό του συνόλου των δικαστηριακών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον της Εναγόμενης 1. Καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν αποσπασμένος σε θυγατρική της Εναγόμενης 1 στη Σερβία και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση των επίδικων αξιογράφων, ούτε και στην πώληση οποιασδήποτε άλλης σειράς αξιογράφων. Ο Μ.Υ.1
(1)κατέθεσε ως Τεκμήριο 64 την εγκύκλιο της διεύθυνσης λιανικής τραπεζικής της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 31.03.09, η οποία συνοδευόταν από εσωτερικά σημειώματα της Marfin CLR. Το προαναφερόμενο Τεκμήριο είχε αποσταλεί από τη διεύθυνση της Εναγόμενης 1 στους υπαλλήλους της τράπεζας πριν την έκδοση των επίδικων αξιογράφων, ούτως ώστε να τύχουν ενημέρωσης σε σχέση με τα κύρια χαρακτηριστικά τους, τους όρους έκδοσης, τους κινδύνους που ενείχε η επένδυση σε αυτά, καθώς και τις εφαρμοστέες διαδικασίες κατά την προσφορά τους σε ενδιαφερόμενους επενδυτές. Στο Τεκμήριο 64 καταγράφεται ρητά ότι θα έπρεπε να παραδίδεται στους υποψήφιους επενδυτές η αίτηση εγγραφής μαζί με το Ε.Π.Μ. Τα εν λόγω έγγραφα θα ήταν ονομαστικά και αριθμημένα και θα δίνονταν μόνο από το τμήμα επενδυτικής τραπεζικής της Marfin CLR. Επομένως, σε περίπτωση που κάποιος υποψήφιος επενδυτής επιθυμούσε να προχωρήσει σε υποβολή αίτησης αγοράς αξιογράφων, η Εναγόμενη 1 θα έπρεπε να αποταθεί στην Marfin CLR για να σταλεί στο σχετικό υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 έντυπο υποβολής αίτησης αγοράς αξιογράφων με τον αύξοντα αριθμό του ενδιαφερόμενου επενδυτή και Ε.Π.Μ με το όνομα και τον αύξοντα αριθμό του εκάστοτε ενδιαφερόμενου επενδυτή. Η Εναγόμενη 1 τηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο μητρώα για κάθε ξεχωριστή έκδοση αξιογράφων αναφορικά με την παράδοση του Ε.Π.Μ στον κάθε επενδυτή. Ο Μ.Υ.1
(1)κατέθεσε ως Τεκμήριο 65 το μητρώο παράδοσης της επίδικης έκδοσης αξιογράφων και από αυτό προκύπτει ότι το Ε.Π.Μ με αύξων αριθμό 1405 και 1411 (Τεκμήρια 31 και 30 αντίστοιχα) στάλθηκε από υπάλληλο της Marfin CLR στο Commercial Banking Unit της Πάφου
(324)στις 05.05.
  1. Τα πρόσωπα που επιθυμούσαν να υποβάλουν αίτηση για αγορά αξιογράφων θα έπρεπε να τηρούν ενεργό λογαριασμό αποθετηρίου στο κεντρικό μητρώο του Χ.Α.Κ και θα έπρεπε να δηλώσουν στην αίτηση τον σχετικό αριθμό εγγραφής. Η Ενάγουσα 1 διατηρούσε μερίδα επενδυτή στο Χ.Α.Κ, η οποία ανοίχθηκε στις 12.06.02, ενώ η μερίδα επενδυτή της Ενάγουσας 2 ανοίχθηκε την ημέρα υποβολής της επίδικης αίτησης για αγορά αξιογράφων, δηλαδή, στις 05.05.
  2. Περαιτέρω, ο Μ.Υ.1
(1)δήλωσε ότι από την ημερομηνία αγοράς των αξιογράφων μέχρι και την παύση καταβολής τόκων εκ μέρους της Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα 1 έλαβε ως τόκους το συνολικό ποσό των €223.805,54 και η Ενάγουσα 2 το συνολικό ποσό των €30.437,54 (Τεκμήρια 73 και 74 αντίστοιχα). Ο Μ.Υ.1
(1)αντεξετάστηκε μόνο από τις Ενάγουσες. Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε, ότι δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πωλήθηκαν τα επίδικα αξιόγραφα στις Ενάγουσες 1 και 2, ούτε και γνωρίζει οποιονδήποτε εκπρόσωπο των Εναγουσών 1 και
  1. Όσον αφορά το Τεκμήριο 65, δήλωσε ότι δεν ήλθε οποτεδήποτε σε επικοινωνία με την υπάλληλο της Εναγόμενης 1 στην οποία παραδόθηκαν τα Τεκμήρια 30 και
  2. Τόσο το Ε.Π.Μ, όσο και η αίτηση, στις πλείστες περιπτώσεις αποστέλλονταν ηλεκτρονικά. Ο μάρτυρας διευκρίνισε επίσης, ότι η παραλαβή του Ε.Π.Μ δεν υπογραφόταν από τον εκάστοτε πελάτη στον οποίον παραδιδόταν. Αναφορικά με τη σύσταση ενέχυρου σε 500 αξιόγραφα ιδιοκτησίας της Ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 70), ο Μ.Υ.1
(1)ανέφερε ότι η γνωστοποίηση σύστασης ενέχυρου και τα υπόλοιπα έγγραφα που την συνοδεύουν, ήταν έγγραφα τα οποία δεν δίδονταν στους πελάτες, αλλά τηρούνταν στον φάκελο του δανείου. Κατά την επανεξέτασή του διευκρίνισε, ότι το Ε.Π.Μ που αποστελλόταν κατόπιν εκδήλωσης ενδιαφέροντος ήταν αριθμημένο και ονομαστικό. Όσον αφορά τη γνωστοποίηση σύστασης ενεχύρου που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 70, ο Μ.Υ.1
(1)διευκρίνισε, ότι ο πελάτης υπέγραφε την εν λόγω γνωστοποίηση, αντίγραφο της οποίας όμως δεν του δινόταν και τηρείτο αποκλειστικά στον φάκελο του δανείου που διατηρούσε η Εναγόμενη 1. Η Μ.Υ.2
(1), επίσης, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή δήλωση της (Έγγραφο Δ) δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  1. Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, ανέφερε ότι από τον Απρίλιο του 2009 μέχρι και το 2013 εκτελούσε καθήκοντα τραπεζικού υπαλλήλου και ήταν εξουσιοδοτημένη πωλητής και πιστοποιημένη εξουσιοδοτημένη λειτουργός πωλήσεων χρηματοοικονομικών μέσων. Λόγω των πιο πάνω προσόντων της, συμπεριλαμβανόταν στα πρόσωπα που είχαν εξουσιοδοτηθεί και αδειοδοτηθεί για να συμμετάσχουν στη διαδικασία πώλησης αξιογράφων έκδοσης 2009, καθώς και των επόμενων εκδόσεων. Ως εξουσιοδοτημένη πωλητής δεν είχε πελάτες και δεν περιλαμβανόταν στις αρμοδιότητες της η πρώτη επαφή με τυχόν ενδιαφερόμενους επενδυτές. Κατά την επίδικη περίοδο, η πρώτη επαφή με ενδιαφερόμενους επενδυτές γινόταν συνήθως μέσω των διευθυντών των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 ή άλλων υπαλλήλων της. Ακολούθως, αν υπήρχε ενδιαφέρον από τον εκάστοτε πελάτη της Εναγόμενης 1, διευθετείτο συνάντηση με την ίδια προκειμένου να τους επεξηγήσει τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, τους κινδύνους που ενείχε η απόκτησή τους και να επιλύσει σχετικές απορίες που μπορεί να είχαν. Οι εντολές από την Εναγόμενη 1, ήταν να μην παρέχουν συμβουλές και να μην πράττουν οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί ως συμβουλή ή παρότρυνση για αγορά επενδυτικών προϊόντων της Εναγόμενης
  2. Σε όλους τους ενδιαφερόμενους επενδυτές ανέλυε τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και επίσης επεξηγούσε με απλά λόγια τους κινδύνους που μπορούσαν να προκύψουν από την αγορά τους. Πιο συγκεκριμένα, ενημέρωνε τους υποψήφιους επενδυτές, ότι τα αξιόγραφα ήταν αορίστου διαρκείας, ότι σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 δεν διατηρούσε τα απαιτούμενα ποσοστά κεφαλαιακής επάρκειας θα μπορούσε να αναστείλει την πληρωμή των τόκων και ότι τα αξιόγραφα ήταν χρηματοοικονομικά προϊόντα δευτερεύουσας προτεραιότητας. Ξεκαθάριζε, επομένως, ότι ο βασικότερος κίνδυνος αγοράς αξιογράφων θα επερχόταν σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 χρεοκοπούσε. Τον Μ.Ε.1, τον γνώρισε πριν το 2009, κατά την περίοδο που εκτελούσε χρέη ταμία στο υποκατάστημα 063, καθώς τον είχε εξυπηρετήσει αρκετές φορές. Στις 05.05.09 συναντήθηκε με τον Μ.Ε.1 στο Τμήμα "Commercial Banking Unit" που βρισκόταν στο ίδιο κτίριο με το υποκατάστημα 063, αλλά σε διαφορετικό όροφο. Η συνάντηση διευθετήθηκε μέσω άλλων υπαλλήλων της Εναγόμενης
  3. Παρόντες στην εν λόγω συνάντηση ήταν οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1, ΧΧΧΧ Σκορδή και ο πρώην Εναγόμενος 8, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο περιφερειακός διευθυντής της Εναγόμενης 1 στην Πάφο. Ενημέρωσε τον Μ.Ε.1 για τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιογράφων και του επεσήμανε τους κινδύνους ενδεχόμενης επένδυσης του σε αυτά. Επίσης, όπως έπραττε σε κάθε περίπτωση, τον προέτρεψε να μελετήσει το Ε.Π.Μ. Μετά από τη συζήτηση που είχε με τον Μ.Ε.1 και εφόσον ο τελευταίος εξακολουθούσε να ενδιαφερόταν, συμπλήρωσαν τις αριθμημένες αιτήσεις και ο Μ.Ε.1 υπέγραψε στην παρουσία της και η ίδια στην δική του τα Τεκμήρια 5 και
  4. Στη διά ζώσης μαρτυρία της, αφού της υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 5 και 6, ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 5 ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις που παρουσιάζονται στην πρώτη και τη δεύτερη σελίδα είναι δικές της, εκτός από τον αριθμό μερίδας επενδυτή και τον αριθμό λογαριασμού αξιών. Όσον αφορά το Τεκμήριο 6, στον δικό της γραφικό χαρακτήρα ανήκει η αναγραφή του ποσού αγοράς των αξιογράφων ολογράφως, ενώ οι υπόλοιπες χειρόγραφες σημειώσεις δεν ανήκουν στην ίδια. Σε σχέση με την καταχώρηση που εμφανίζεται στα Τεκμήρια 5 και 6 ως "branch.date.time", η Μ.Υ.2
(1)διευκρίνισε ότι οι σχετικές αναφορές παραπέμπουν στην ημέρα και την ώρα που έγινε η καταχώρηση στο «σύστημα» της Εναγόμενης
  1. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ο πελάτης υπέγραψε νωρίτερα και ακολούθως οι αιτήσεις μεταφέρθηκαν στο κατάστημα της Λεωφόρου Απ. Παύλου για να καταχωρηθούν στο «σύστημα» του. Αντεξεταζόμενη, δήλωσε ότι ήταν η μοναδική πιστοποιημένη υπάλληλος στην Επαρχία Πάφου και συναντήθηκε με όλους τους αγοραστές αξιογράφων της Επαρχίας Πάφου. Δεν συμμετείχε στη σύνταξη του Τεκμηρίου 64 και ο δικός της ρόλος περιοριζόταν στο να παρουσιάσει τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιογράφων, να ενημερώσει σχετικά τους υποψήφιους επενδυτές και να απαντήσει σε τυχόν απορίες τους. Κατά την πώληση της επίδικης σειράς αξιογράφων του 2009, δεν εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες της MIFID και συγκεκριμένα δεν έγινε κατηγοριοποίηση ή έλεγχος συμβατότητας των υποψηφίων επενδυτών και ούτε ασφαλώς δόθηκε προειδοποιητικό μήνυμα. Οι οδηγίες που είχε λάβει, ως πιστοποιημένη υπάλληλος, ήταν να μην εφαρμοστούν οι προαναφερόμενες πρόνοιες. Δεν γνωρίζει ποιος υπάλληλος της Εναγόμενης 1 συναντήθηκε με τους αντιπροσώπους των Εναγουσών πριν τη δική της συνάντηση. Η πάγια τακτική που ακολουθείτο ήταν, ότι η πρώτη επαφή γινόταν μέσω υπαλλήλων των καταστημάτων και ακολούθως, αν υπήρχε ενδιαφέρον, προγραμματιζόταν συνάντηση και με την ίδια. Δεν θυμάται λεπτομέρειες της συνάντησης που είχε με τον Μ.Ε.1, ούτε και ήταν σε θέση να θυμηθεί ποιος την κάλεσε για να συναντήσει τον Μ.Ε.
  2. Κατά τη συνάντηση μαζί του, δεν ζήτησε να πληροφορηθεί για το μορφωτικό του επίπεδο. Γνώριζε για αρκετά χρόνια τον Μ.Ε.1, ο οποίος ήταν πελάτης της Εναγόμενης 1 και εξυπηρετείτο από το κατάστημα στο οποίο δούλευε για αρκετό χρόνο. Γνώριζε, επίσης, ότι ήταν επιτυχημένος επιχειρηματίας και ότι τα μεγέθη της εταιρείας του υπάγονταν στο "Business Centre", στο οποίο εντάσσεται συγκεκριμένο πελατολόγιο. Παρά το ότι δεν θυμάται αρκετά πράγματα από τη συνάντηση στις 05.05.09, αυτό το οποίο θυμόταν ήταν ότι έλαβε χώρα στο γραφείο της ΧΧΧΧ Σκορδή και ότι παρών στην εν λόγω συνάντηση, εκτός από την προαναφερόμενη συνάδελφό της, ήταν και ο πρώην Εναγόμενος
  3. Απέκλεισε το ενδεχόμενο η αίτηση να συμπληρώθηκε από άλλον υπάλληλο στην απουσία της ιδίας. Τόνισε, ότι όλες οι αιτήσεις συμπληρώνονταν στην παρουσία της, αφού προηγουμένως ενημέρωνε τον υποψήφιο πελάτη, συζητούσε μαζί του και βεβαιωνόταν ότι ήθελε να προχωρήσει με την αγορά των αξιογράφων. Αυτό έγινε και στην προκειμένη περίπτωση. Σε σχέση με τον αριθμό επενδυτή και αποθετηρίου, συνήθως το εν λόγω σημείο παρέμενε κενό, έως ότου δοθεί η σχετική πληροφόρηση από τον πελάτη. Σε σχετική ερώτηση της κας Χατζηξενοφώντος, απάντησε ότι δεν τηρείτο οποιοδήποτε μητρώο στο οποίο να φαίνεται η υπογραφή του Μ.Ε.1 με την οποία να βεβαιώνει ότι υπήρξε συνάντηση μαζί της. Περαιτέρω, δεν θυμόταν κατά την εν λόγω συνάντηση να αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο ο Μ.Ε.1 όταν του επεξήγησε ότι τα επίδικα αξιόγραφα ήταν αορίστου διαρκείας και ότι δεν αποτελούσαν καταθετικό προϊόν αλλά ήταν δευτερεύουσας προτεραιότητας. Ερωτηθείσα για τη διαδικασία εξασφάλισης μερίδας επενδυτή, η μάρτυρας απάντησε ότι σε περίπτωση που υπήρχε μερίδα, τότε επικοινωνούσε ο πελάτης με τη Marfin CLR για να δοθεί η σχετική πληροφόρηση ή αν διέθετε μερίδα σε άλλην εταιρεία, τότε ο πελάτης και πάλι επικοινωνούσε με τα ανάλογα χρηματιστηριακά γραφεία. Εξουσιοδότηση από τον πελάτη προς την Εναγόμενη 1 για να λάβει την σχετική πληροφόρηση μπορούσε να δοθεί μόνο εάν η μερίδα διατηρείτο στη Marfin CLR. Το Ε.Π.Μ είχε σταλθεί πριν τη συνάντηση που πραγματοποίησε η ίδια με τον Μ.Ε.
  4. Κατά τη συνάντηση και τη συζήτηση που είχε με τον Μ.Ε.1, υπήρχε ήδη η αίτηση και το Ε.Π.Μ, τα οποία ήταν αριθμημένα. Δεν ήταν δική της αρμοδιότητα να ζητά αιτήσεις ή τα Ε.Π.Μ, απλώς σε κάθε συνάντηση βεβαιωνόταν ότι οι πελάτες είχαν ήδη ενώπιον τους το Ε.Π.Μ. Στην υποβληθείσα θέση, ότι το Ε.Π.Μ δόθηκε για πρώτη φορά στον Μ.Ε.1 από τον πρώην Εναγόμενο 8 το 2012, η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό το οποίο γνωρίζει είναι, ότι η ίδια βεβαιώθηκε ότι κατά τη συνάντηση τους είχε ήδη δοθεί το Ε.Π.Μ. Η Μ.Υ.2
(1)αρνήθηκε, επίσης, την υποβληθείσα θέση, ότι στις 05.05.09 δεν ήταν παρούσα στη συνάντηση που έγινε με τον Μ.Ε.1 και την υπογραφή των επίδικων αιτήσεων για αγορά των αξιογράφων. Τέλος, στην υποβληθείσα θέση ότι ουδείς ανέφερε στον Μ.Ε.1 ότι τα επίδικα αξιόγραφα έχουν σχέση με το Χ.Α.Κ, η μάρτυρας απάντησε ότι η ίδια έδωσε τη σχετική πληροφόρηση στον Μ.Ε.1. Η Μ.Υ.1
(11), ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, υιοθέτησε γραπτή δήλωση την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Ε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  1. Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, δήλωσε ότι από τον Ιούνιο του 2010 εργάζεται στην Εναγόμενη 11 και συγκεκριμένα κατέχει τη θέση του Λειτουργού Α' στη Διεύθυνση Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων. Γνωρίζει τη νομοθεσία που αφορά τις επενδυτικές υπηρεσίες, διότι όταν προσλήφθηκε στην Εναγόμενη 11 εντάχθηκε στην ομάδα που ήταν υπεύθυνη για την εποπτεία και την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας από τις τράπεζες. Η Εναγόμενη 11 είχε την ευθύνη για τη μεταφορά της MIFID στην εθνική νομοθεσία, καθώς επίσης και την ευθύνη για την ετοιμασία των ΚΔΠ557/07 και ΚΔΠ558/
  2. Προτού τεθεί σε ισχύ η σχετική νομοθεσία, η Εναγόμενη 11 προέβη σε διάφορες ενέργειες με σκοπό την ενημέρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τις βασικές πρόνοιες του Ν.144(Ι)/
  3. Τον Νοέμβριο του 2007, οπότε και τέθηκε σε εφαρμογή ο Ν.144(Ι)/2007, η Εναγόμενη 11 εξέδωσε εγκύκλιο ενημερώνοντας σχετικά τις τράπεζες (Τεκμήριο 78). Με την εν λόγω εγκύκλιο ζητήθηκε, μεταξύ άλλων, όπως οι τράπεζες γνωστοποιήσουν μέχρι τις 30.11.07 την κάθε επενδυτική ή παρεπόμενη υπηρεσία που παρείχαν ή επενδυτική δραστηριότητα που ασκούσαν. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 11 με επιστολές της (Τεκμήρια 79 και 80) ενημέρωσε τις τράπεζες για τις ΚΔΠ557/07 και 558/
  4. Η Εναγόμενη 11 είναι, με βάση τον Ν.144(Ι)/2007, η αρμόδια εποπτική αρχή για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων του από τις τράπεζες. Ο όρος εποπτεία καλύπτει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων. Η εποπτεία των τραπεζών είναι μια συνεχής εξέταση ως προς το κατά πόσο οι τελευταίες συμμορφώνονται με τις διατάξεις του Ν.144(Ι)/2007 και των σχετικών ΚΔΠ. Η εποπτεία, γίνεται με επιτόπιους ελέγχους και με την αξιολόγηση στοιχείων και πληροφοριών που ζητά η Εναγόμενη 11 από τις τράπεζες, χωρίς δηλαδή τη φυσική παρουσία λειτουργών της Εναγόμενης 11 στην κάθε τράπεζα. Είναι, εκ των πραγμάτων, ανέφικτο ο επόπτης να βρίσκεται συνεχώς δίπλα από τον κάθε υπάλληλο της εποπτευόμενης τράπεζας για να ελέγχει τις ενέργειες του. Μέσα στα πλαίσια του εποπτικού της ρόλου, η Εναγόμενη 11 διοργάνωσε και σεμινάρια. Ειδικότερα, όσον αφορά την Εναγόμενη 1, τον Απρίλιο του 2008 πραγματοποιήθηκε σεμινάριο στην εκπαιδευτική εστία της Εναγόμενης 1 με σκοπό την εκπαίδευση του προσωπικού της σε σχέση με τις πρόνοιες του Ν.144(Ι)/
  5. Επιπρόσθετα, μέσα στα πλαίσια πάντοτε των εποπτικών αρμοδιοτήτων της Εναγόμενης 11 για την ορθή συμμόρφωση με τον Ν.144(Ι)/2007, στάλθηκαν διάφορες εγκύκλιοι. Επίσης, πέραν των εγκυκλίων που κατά καιρούς στάλθηκαν προς τις τράπεζες από την Εναγόμενη 11, η τελευταία προχώρησε και σε επιτόπιους ελέγχους προκειμένου να ελεγχθεί η συμμόρφωσή τους με τον Ν.144(Ι)/2007 και τις ΚΔΠ. Αναφορικά με την Εναγόμενη 1, για έλεγχο της συμμόρφωσής της με τον Ν.144(Ι)/2007 κατά την περίοδο 2008-2012, διενεργήθηκαν τέσσερις επιτόπιοι έλεγχοι. Ο πρώτος έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2009 και διενεργήθηκε στην Ελλάδα για ολόκληρο τον Όμιλο της Εναγόμενης 1, ο δεύτερος διεξάχθηκε τον Μάρτιο του 2011, ο τρίτος τον Ιούνιο του 2011 και ο τέταρτος τον Ιούλιο ‑ Σεπτέμβριο του
  6. Κατά τον πρώτο επιτόπιο έλεγχο κλιμάκιο της Εναγόμενης 11, μετέβηκε στην Ελλάδα όπου ο έλεγχος έγινε σε συνεργασία με την Τράπεζα της Ελλάδος. Παράπονα από κατόχους αξιογράφων άρχισαν να λαμβάνονται στην Εναγόμενη 11 το καλοκαίρι του 2012, οπότε η Εναγόμενη 1 και η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσαν ότι θα σταματήσουν την πληρωμή τόκων επί των αξιογράφων. Μετά τη λήψη των προαναφερόμενων παραπόνων, αποφασίστηκε αμέσως όπως γίνει επιτόπιος έλεγχος στις πιο πάνω αναφερόμενες τράπεζες κατά την περίοδο Ιουλίου ‑ Σεπτεμβρίου
  7. Ο ειδικός έλεγχος που διενεργήθηκε στην Εναγόμενη 1 έγινε με σκοπό να εξακριβωθεί κατά πόσο παρείχε την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής και κατά πόσο κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας τηρήθηκαν οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Ο υπό αναφορά έλεγχος κάλυψε καταστήματα του δικτύου της Εναγόμενης 1, καθώς και τη Διεύθυνση Λιανικής Τραπεζικής, διότι από τα παράπονα που υποβλήθηκαν διαφαινόταν ότι ενδεχομένως να εμπλέκονταν στην προώθηση και διάθεση αξιογράφων μη πιστοποιημένοι υπάλληλοι στα καταστήματα της Εναγόμενης
  8. Η τελική απόφαση της Εναγόμενης 11 σε σχέση με τον υπό αναφορά έλεγχο περιλαμβάνεται στην επιστολή της ‑ Τεκμήριο
  9. Συγκεκριμένα, με βάση τα ευρήματα της επιτόπιας επιθεώρησης, η Εναγόμενη 11 κατέληξε ότι τα μέτρα που έλαβε η Εναγόμενη 1 ήταν ανεπαρκή για να εξασφαλίσουν τη μη παροχή άμεσα ή έμμεσα της επενδυτικής υπηρεσίας της επενδυτικής συμβουλής κατά τη διάθεση των αξιογράφων. Στην προφορική της μαρτυρία, διευκρίνισε ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας αποτελείται από τον αριθμητή, ο οποίος είναι τα κεφάλαια της τράπεζας και τον παρονομαστή, ο οποίος είναι τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας σταθμισμένα ανάλογα με τον κίνδυνο και τα ρίσκα που έχει το καθένα. Τα αξιόγραφα θεωρούνται πρόσθετα πρωτοβάθμια κεφάλαια και λαμβάνονται υπόψη στον αριθμητή του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων αξιογράφων, ο ελάχιστος απαιτούμενος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ανερχόταν στο 8%. Η Εναγόμενη 1 ικανοποιούσε τον εν λόγω δείκτη χωρίς την έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Η Μ.Υ.1
(11)αντεξετάστηκε πρώτα από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης
  1. Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε, ότι ο επιτόπιος έλεγχος που διενήργησε η Εναγόμενη 11 σε υποκαταστήματα και διάφορα τμήματα της Εναγόμενης 1 αφορούσε τις διαδικασίες και πολιτικές που εφάρμοζε η Εναγόμενη
  2. Οι λειτουργοί της Εναγόμενης 11, διεξήγαγαν συνεντεύξεις τόσο με πρόσωπα της διοίκησης της Εναγόμενης 1, όσο και με τους πιστοποιημένους υπαλλήλους. Κατά τον εν λόγω επιτόπιο έλεγχο δεν διερευνήθηκε ξεχωριστά το κάθε παράπονο που περιήλθε στη γνώση της Εναγόμενης 11, αλλά έγινε έλεγχος σε έγγραφα με τυχαίο δειγματοληπτικό τρόπο. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι κατά τον προαναφερόμενο δειγματοληπτικό έλεγχο δεν έτυχε να διερευνηθεί η επίδικη περίπτωση. Κατά την αντεξέτασή της από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγουσών δήλωσε, ότι στις περιπτώσεις που τίθεται σε εφαρμογή μια νομοθεσία ή οδηγία συνήθως παρέχεται από την Εναγόμενη 11 ένα εύλογο χρονικό διάστημα στις τράπεζες προκειμένου να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για συμμόρφωση με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας ή οδηγίας και ακολούθως η Εναγόμενη 11 ασκεί τον εποπτικό της ρόλο. Η Εναγόμενη 11 τον Μάρτιο του 2008 απέστειλε εγκύκλιο επιστολή (Τεκμήριο 52) με την οποία κάλεσε τις τράπεζες να φέρουν εις γνώση της, τους μηχανισμούς, τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που υιοθέτησαν για σκοπούς συμμόρφωσης με τη σχετική νομοθεσία. Η Εναγόμενη 11 με την επιστολή της ‑ Τεκμήριο 53 ανέφερε, ότι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνο μέσω των τμημάτων "Wealth Management" και "Treasury". Η Εναγόμενη 11, δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να αμφισβητήσει τα στοιχεία που έλαβε από την Εναγόμενη 1 ή από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα που τελεί υπό την εποπτεία της. Συνεπώς, με βάση την πληροφόρηση που λήφθηκε από την Εναγόμενη 1, ο έλεγχος για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας εστιάστηκε στα προαναφερόμενα τμήματα της Εναγόμενης
  3. Αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων της Εναγόμενης 1, η μάρτυρας ανέφερε ότι σύγκρουση συμφερόντων υπάρχει όταν ο εκδότης ενός χρηματοοικονομικού μέσου παρέχει την επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής ή διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Σε περίπτωση, κατά την οποία παρέχονται άλλες επενδυτικές υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα η εκτέλεση εντολών ή η λήψη και διαβίβαση εντολών, δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων. Διαφώνησε με τη θέση της κας Χατζηξενοφώντος, ότι σύγκρουση συμφέροντος υπάρχει από τη στιγμή της έκδοσης ενός χρηματοοικονομικού μέσου και πριν να παρασχεθεί οποιαδήποτε επενδυτική υπηρεσία. Η Εναγόμενη 11 μέσα στα πλαίσια του εποπτικού της ρόλου έλεγχε, μεταξύ άλλων, κατά πόσο οι τράπεζες είχαν πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων και κατά πόσο αυτή ήταν επαρκής. Γινόταν έλεγχος των πολιτικών και διαδικασιών, καθώς επίσης και κατά πόσο αυτές εφαρμόζονταν. Η κα Χατζηξενοφώντος υπέδειξε, ότι η Εναγόμενη 11 όφειλε να εξετάσει προληπτικά κατά πόσο εφαρμόζονταν οι διαδικασίες αναφορικά με τη σύγκρουση συμφέροντος, ανεξαρτήτως της παροχής επενδυτικής συμβουλής. Η Μ.Υ.1
(11)διαφώνησε με την εν λόγω θέση, τονίζοντας ότι η ενημέρωση που δόθηκε από την Εναγόμενη 1, ήταν ότι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνο από δύο συγκεκριμένα τμήματά της και ως εποπτική αρχή, δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την πληροφόρηση που έλαβε από την Εναγόμενη
  1. Ερωτηθείσα κατά πόσο κατά τον έλεγχο που διενήργησε η Εναγόμενη 11 στην Εναγόμενη 1 το 2009 ζητήθηκε από την τελευταία όπως ενημερώσει για τα μέτρα που υιοθέτησε προς τον σκοπό διαχείρισης της σύγκρουσης συμφέροντος, η μάρτυρας απάντησε ότι αν και δεν ήταν παρούσα κατά τον έλεγχο του 2009, εντούτοις η πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων είναι από τα ζητήματα που τυγχάνουν ελέγχου. Η μάρτυρας, αφού της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 55, συμφώνησε με τη συνήγορο των Εναγουσών ότι τον Αύγουστο του 2009 δεν είχε ακόμη εγκριθεί το εγχειρίδιο για τη σύγκρουση συμφερόντων της Εναγόμενης
  2. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 57, οι διαδικασίες που εξασφαλίζουν την πρόληψη και διαχείριση της σύγκρουσης συμφερόντων της Εναγόμενης 1 δεν ήταν ολοκληρωμένες. Επισήμανε, ότι δεν είναι ασύνηθες το φαινόμενο κατά τους εποπτικούς ελέγχους που διεξάγει η Εναγόμενη 11 να εντοπίζονται αδυναμίες από πλευράς των τραπεζών σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες που ακολουθούν για συμμόρφωσή τους με τις διάφορες νομοθεσίες. Αντιθέτως, τόνισε, ότι είναι σύνηθες, σε κάθε σχεδόν έλεγχο, να εντοπίζονται αδυναμίες διαφόρων βαθμών σημαντικότητας. Αναφορικά με την πληροφόρηση που έλαβε η Εναγόμενη 11, ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε προμήθεια στα υποκαταστήματα για την προώθηση και πώληση των αξιογράφων, η μάρτυρας απάντησε ότι η εν λόγω προμήθεια δεν ήταν αμοιβή υπό μορφή χρημάτων προς το προσωπικό της Εναγόμενης
  3. Ουσιαστικά ήταν ένας εσωτερικός επιμερισμός κερδών ανά υποκατάστημα. Επομένως, για την Εναγόμενη 11, η εν λόγω προμήθεια από μόνη της δεν θεωρήθηκε ως κάτι το μεμπτό. Στην υποβληθείσα θέση της κας Χατζηξενοφώντος ότι η Εναγόμενη 11, αν εκτελούσε σωστά τον εποπτικό της ρόλο, θα διαπίστωνε ότι υπήρχε εμπλοκή των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 στην προώθηση και πώληση αξιογράφων, απάντησε ότι η υποβολή αίτησης για αγορά αξιογράφων στα υποκαταστήματα δεν αποτελεί από μόνη της επενδυτική υπηρεσία. Μόλις έλαβε παράπονο η Εναγόμενη 11 για ουσιαστική εμπλοκή των υποκαταστημάτων στην πώληση των αξιογράφων, τότε ενήργησε άμεσα, όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο
  4. Αξιολόγηση μαρτυρίας Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να αναφερθώ σε ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης, τα οποία, έχοντας κατά νου, τις δικογραφημένες θέσεις και την προσαχθείσα μαρτυρία, αποτελούν κοινό έδαφος. Συγκεκριμένα:
  5. Η ύπαρξη καταθέσεων των Εναγουσών στην Εναγόμενη 1 υπο μορφή κατάθεσης τακτής προθεσμίας (γραμμάτιο).
  6. Ο τερματισμός καταθέσεων τακτής προθεσμίας που διατηρούσαν οι Ενάγουσες στην Εναγόμενη 1, χωρίς την επιβολή προστίμου, και η χρησιμοποίηση του προϊόντος αυτών για αγορά των επίδικων αξιογράφων.
  7. Η υποβολή αίτησης στις 05.05.09 από τις Ενάγουσες 1 και 2 για αγορά 1000 και 136 αξιογράφων της Εναγόμενης 1 αντίστοιχα. Οι εν λόγω αιτήσεις υπογράφηκαν για λογαριασμό των Εναγουσών 1 και 2 από τον Μ.Ε.
  8. Ως τελευταία ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων για αγορά αξιογράφων της Εναγόμενης 1 καθορίστηκε η 30.04.09, ωστόσο, παραχωρήθηκε παράταση μέχρι τις 05.05.
  9. Κατά τον επίδικο χρόνο, η Εναγόμενη 1 δεν διενεργούσε ελέγχους καταλληλότητας και συμβατότητας και δεν προχωρούσε σε κατηγοριοποίηση των πελατών που επιθυμούσαν να αγοράσουν αξιόγραφα. Επίσης, δεν έδιδε προειδοποιητικό μήνυμα και δεν εφάρμοζε πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων.
  10. Οι αιτήσεις αγοράς αξιογράφων εγκρίθηκαν και οι Ενάγουσες 1 και 2 απέκτησαν 1000 και 136 αξιόγραφα της Εναγόμενης 1, αντίστοιχα. Για την αγορά των αξιογράφων, η μεν Ενάγουσα 1 κατέβαλε το ποσό των €1.000.000, η δε Ενάγουσα 2 το ποσό των €136.
  11. Οι πληρωμές τόκων επί των αξιογράφων καταβάλλονταν κανονικά από την Εναγόμενη 1 μέχρι τον Ιούνιο του
  12. Κατά τον Ιούνιο του 2012, η Εναγόμενη 1 ενημέρωσε τους κατόχους αξιογράφων, περιλαμβανομένων των Εναγουσών 1 και 2, ότι ανέστελλε την πληρωμή των τόκων.
  13. Η Εναγόμενη 11 έγινε δέκτης παραπόνων από κατόχους αξιογράφων, μετά την ανακοίνωση της Εναγόμενης 1 και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ περί αναστολής πληρωμής τόκων επί των αξιογράφων. Τα παράπονα, δηλαδή, υποβλήθηκαν μόνο μετά τον Ιούνιο του
  14. Ο Μ.Ε.1 και δύο εκ των αδελφών του αγόρασαν τον Μάιο του 2010 προσωπικά αξιόγραφα της Εναγόμενης
  15. Κατά την εν λόγω αγορά αξιογράφων υπήρξε κατηγοριοποίηση του Μ.Ε.1 και των αδελφών του, οι οποίοι κατατάγηκαν στην κατηγορία του ιδιώτη πελάτη. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 παρέδωσε στον Μ.Ε.1 και τα αδέλφια προειδοποιητικό μήνυμα ενημερώνοντας τον ότι η αγορά αξιογράφων δεν είναι συμβατή με αυτούς. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει, επομένως, μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών (Παπαλλής κ.α ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83), με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa ν. Κακουρή κ.ά.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Μ.Ε.1 Η πεμπτουσία της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 έγκειται στη θέση, ότι ο πρώην Εναγόμενος 8 με ψευδείς παραστάσεις εξαπάτησε τις Ενάγουσες 1 και 2 και τις εξώθησε στην αγορά των επίδικων αξιογράφων, αποκρύπτοντας σημαντικές πληροφορίες ως προς τη φύση και τους κινδύνους των αξιογράφων, υπερτονίζοντας τα θετικά τους στοιχεία. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1, εστίασε, κατ' επανάληψη, στη φιλική σχέση και τη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ του ιδίου και του πρώην Εναγόμενου
  1. Η ύπαρξη φιλικών σχέσεων μεταξύ του Μ.Ε.1 με τον πρώην Εναγόμενο 8, δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση από την Εναγόμενη
  2. Όπως επίσης δεν έτυχε, ουσιαστικής αμφισβήτησης, ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1, ότι ο πρώην Εναγόμενος 8 ήταν το πρόσωπο που τους πληροφόρησε για τα αξιόγραφα. Αυτό το δεδομένο, όμως, δεν οδηγεί, χωρίς άλλο, και σε συμπέρασμα ότι αναπτύχθηκε μεταξύ τους τέτοια σχέση εμπιστοσύνης, έτσι ώστε ο Μ.Ε.1, και κατ' επέκταση οι Ενάγουσες, να βασίζονται απόλυτα και να αποδέχονται αβασάνιστα όσα ο πρώην Εναγόμενος 8, κατ' ισχυρισμό, τους μετέφερε. Η προσπάθεια του Μ.Ε.1 να αναδείξει την ύπαρξη τέτοιας σχέσης εμπιστοσύνης, δεν ήταν πειστική για τους λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο τελευταίος, δεν συμφώνησε άμεσα, μετά τη συνάντηση που είχε με τον πρώην Εναγόμενο 8, στην αγορά αξιογράφων για λογαριασμό των Εναγουσών 1 και
  3. Αντιθέτως, ακολούθησε νέα συνάντηση στην παρουσία του ιδίου και δύο εκ των αδελφών του. Ούτε, όμως, και μετά την εν λόγω συνάντηση λήφθηκε απόφαση από τις Ενάγουσες για αγορά των αξιογράφων, αλλά η σχετική απόφαση λήφθηκε μετά από τρίτη συνάντηση του Μ.Ε.1 και του πρώην Εναγόμενου
  4. Η εξέλιξη, επομένως, των γεγονότων δεικνύει, ότι ο πρώην Εναγόμενος 8 δεν ασκούσε καταλυτική επίδραση στον Μ.Ε.1 και κατ' επέκταση στις Ενάγουσες. Άλλωστε, όπως δήλωσε ο ίδιος ο Μ.Ε.1 (παράγραφος 7 του Εγγράφου Α), ήταν διστακτικοί στο να προχωρήσουν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων και μάλιστα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 13, ζητούσαν «πιεστικά», να τους παρατεθούν οι οποιοιδήποτε κίνδυνοι από την αγορά αξιογράφων. Η προαναφερόμενη διαπίστωση ενισχύεται και από το γεγονός, ότι η Ενάγουσα 1 ζήτησε και έλαβε γραπτώς τη διαβεβαίωση της Εναγόμενης 1 ότι τα επίδικα αξιόγραφα θα μπορούσαν να ενεχυριάζονται προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που θα μπορούσε να αιτηθεί η Ενάγουσα 1 και τις οποίες δεσμευόταν να εγκρίνει η Εναγόμενη 1 (Τεκμήρια 3 και 4). Μάλιστα, από το Τεκμήριο 3 προκύπτει, ότι η Ενάγουσα 1 ζήτησε όπως γίνουν προσθήκες στο περιεχόμενο του, με αποτέλεσμα να σταλθεί στη συνέχεια το Τεκμήριο
  5. Επομένως, οι «παραστάσεις» και ο «λόγος» του πρώην Εναγόμενου 8, δεν γινόταν ανεπιφύλακτα δεκτός από τον Μ.Ε.1 και τις Ενάγουσες, ούτε και οι τελευταίοι βασίζονταν αποκλειστικά στα λεγόμενα του πρώην Εναγόμενου 8 και την ισχυριζόμενη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, όπως προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει ο Μ.Ε.
  6. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε, ασφαλώς θα περιορίζονταν στη δέσμευση του πρώην Εναγόμενου 8 και δεν θα απαιτούσαν τη γραπτή διαβεβαίωση της Εναγόμενης
  7. Όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, σε σχέση με την επίδραση που ασκούσε ο πρώην Εναγόμενος 8 στον Μ.Ε.1 και τις Ενάγουσες, συμπαρασύρουν και τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι υπέγραψε για λογαριασμό των Εναγουσών τα Τεκμήρια 5 και 6, χωρίς να τα μελετήσει βασιζόμενος στις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις του πρώην Εναγόμενου
  8. Επαναλαμβάνω, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, οι Ενάγουσες δίσταζαν στο να προχωρήσουν στην αγορά αξιογράφων. Αυτή η διστακτικότητα από τη μία και το ύψος του ποσού που θα κατέβαλλαν οι Ενάγουσες για την αγορά των αξιογράφων από την άλλη (€1.136.000), δεν συνάδει με τον όψιμο ισχυρισμό του Μ.Ε.1 περί υπογραφής των Τεκμηρίων 5 και 6, χωρίς προηγουμένως να μελετήσει το περιεχόμενό τους. Παράλληλα, επισημαίνω, ότι μία τέτοια ενέργεια, δεν θα ήταν συμβατή με την «εικόνα» του Μ.Ε.1 και των Εναγουσών. Συγκεκριμένα, η οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας 1, όπως αυτή αναδεικνύεται από την ύπαρξη καταθέσεων τακτής προθεσμίας ύψους τουλάχιστον €1.400.000 τον Οκτώβριο του 2008 (Τεκμήριο 2) και €3.337.538,32 τον Απρίλιο του 2010 (Τεκμήριο 11), αλλά και από την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Υ.
(1)2, ότι το «μέγεθος» της Ενάγουσας 1 ήταν τέτοιο που υπαγόταν στο "Business Centre" της Εναγόμενης 1, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ήταν μία εταιρεία με σωστή διοίκηση και οικονομική διαχείριση. Αυτό, προφανώς οφείλεται, στον Μ.Ε.1 και τα αδέλφια του, καθώς η Ενάγουσα διοικούνταν από αυτούς ως μία οικογενειακή εταιρεία. Το ότι ο Μ.Ε.1 και οι Ενάγουσες λειτουργούσαν συγκροτημένα, επιβεβαιώνεται και από τη σπουδή (για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω) με την οποία ζήτησε η Ενάγουσα 1 και έλαβε γραπτώς από την Εναγόμενη 1 τη δέσμευση της για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με μόνη εξασφάλιση την ενεχυρίαση των αξιογράφων. Αυτά τα δεδομένα, οδηγούν, κατά την κρίση μου, στο ασφαλές συμπέρασμα, ότι ο Μ.Ε.1 και οι Ενάγουσες δεν δρούσαν με επιπολαιότητα και προχειρότητα. Επιπρόσθετα, η παρουσία του Μ.Ε.1 στο εδώλιο του μάρτυρα, έδωσε την εικόνα ενός έξυπνου και ικανού επιχειρηματία, ο οποίος, ασφαλώς, δεν θα υπέγραφε τις επίδικες αιτήσεις χωρίς προηγουμένως να τις μελετήσει και να τις κατανοήσει. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 5 και 6, χωρίς να τα μελετήσει, κατόπιν των προτροπών του πρώην Εναγόμενου 8, δεν πείθει. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Μ.Ε.1 δεν ισχυρίστηκε ότι αδυνατούσε να αντιληφθεί το περιεχόμενο και την έννοια των Τεκμηρίων 5 και 6 ή ότι εμποδίστηκε, είτε από τον πρώην Εναγόμενο 8, είτε από οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο της Εναγόμενης 1 να αναγνώσει τα εν λόγω Τεκμήρια ή να λάβει συμβουλή για την αγορά των αξιογράφων. Δεν παραβλέπω τον ισχυρισμό του, ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 υπογράφηκαν κάτω από πίεση χρόνου, αφού συμπληρώθηκαν κατά την εκπνοή της παράτασης της προθεσμίας για υποβολή των σχετικών αιτήσεων. Όντως, στα Τεκμήρια 5 και 6 καταγράφεται, ότι καταχωρήθηκαν στο σύστημα της Εναγόμενης 1 στις 05.05.09 και ώρα 13:56 και 14:05 αντίστοιχα. Όπως, όμως εξήγησε η Μ.Υ.
(1)2, η συγκεκριμένη καταγραφή δεν αποτυπώνει την ώρα υπογραφής των αιτήσεων από τον πελάτη, αλλά την ώρα που οι αιτήσεις καταχωρούνται στο σύστημα. Από την άλλη, η ενημέρωση για τα αξιόγραφα από τον πρώην Εναγόμενο 8 δεν έγινε στις 05.05.09, αλλά προηγήθηκαν τρεις τουλάχιστον συναντήσεις. Συνεπώς, υπήρχε ο χρόνος για να διερευνηθεί το ζήτημα των αξιογράφων από τις Ενάγουσες. Σημειώνεται ότι τα Τεκμήρια 5 και 6αποτελούνταν μόνο από τέσσερεις σελίδες έκαστο. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθεί και το εξής. Ο Μ.Ε.1 δεν επεξήγησε για ποιο λόγο, ακόμα και αν υπήρχε πίεση χρόνου, έπρεπε πάση θυσία να υπογράψει τα Τεκμήρια 5 και
  1. Επισημαίνω, ότι για τις Ενάγουσες 1 και 2, δεν υπήρχε οποιαδήποτε άμεση ή επείγουσα ανάγκη για την υπογραφή των εν λόγω Τεκμηρίων και την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Έχω στρέψει την προσοχή μου και στον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος, ότι ο ίδιος και τα αδέλφια του δεν έτυχαν πανεπιστημιακής μόρφωσης. Αυτό το δεδομένο δεν μεταβάλλει, κατά την άποψη μου, τα πράγματα. Η οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας 1, όπως αυτή εκτέθηκε πιο πάνω, δεικνύει ότι ο Μ.Ε.1 και τα αδέλφια του ήταν ικανοί να διοικήσουν με επιτυχία την Εναγόμενη
  2. Περαιτέρω, ο Μ.Ε.1, ήταν εξοικειωμένος με τραπεζικές διευκολύνσεις, αφού, όπως ο ίδιος δήλωσε, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με την Εναγόμενη 1 από το 1997, διέθετε τέσσερα γραμμάτια, εννέα πιστωτικές κάρτες, τέσσερεις λογαριασμούς προειδοποίησης και έναν καταθετικό λογαριασμό. Επίσης, δεν του ήταν άγνωστες οι επενδυτικές δραστηριότητες, αφού, όπως ανέφερε, επένδυσε και έχασε χρήματα στο Χ.Α.Κ. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε.1, έστω και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, διετέλεσε εκπρόσωπος τύπου του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων, γεγονός ενδεικτικό των ικανοτήτων του. Συνεπώς, η προσπάθεια του να καταδείξει ότι ο ίδιος και τα αδέλφια του ήταν πρόσωπα, που λόγω του μορφωτικού τους επιπέδου, μπορούσαν να παρασυρθούν από τον πρώην Εναγόμενο 8, παρέμεινε μετέωρη. Ακόμη όμως και αν ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει τι εστί αξιόγραφα, υποδεικνύεται ότι η Ενάγουσα 1 εργοδοτούσε δύο υπαλλήλους στο λογιστήριο της εταιρείας και διατηρούσε συνεργασία με εξωτερικό λογιστή και ελεγκτή. Η λογική και αναμενόμενη ενέργεια από έναν ικανό και έξυπνο επιχειρηματία, όπως τον Μ.Ε.1, θα ήταν να αναζητήσει τη συμβουλή του λογιστή - ελεγκτή της εταιρείας, ενόψει και του ύψους του ποσού που θα πληρωνόταν για την αγορά των αξιογράφων. Μία άλλη βασική θέση του Μ.Ε.1, ήταν ότι ο πρώην Εναγόμενος 8, ουδέποτε αναφέρθηκε στους κινδύνους από την αγορά αξιογράφων. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ο σοβαρότερος κίνδυνος από την αγορά των αξιογράφων ήταν το να περιέλθει σε οικονομική αδυναμία η Εναγόμενη
  3. Επ' αυτού, ο κ. Γιορδαμλής, υπέδειξε στον Μ.Ε.1 ότι, με βάση τη δέσμη Τεκμηρίου 9, ενημερώθηκαν οι Ενάγουσες για τον εν λόγω κίνδυνο. Ο Μ.Ε.1 απάντησε, ότι διαστρεβλώνεται το περιεχόμενο της δέσμης Τεκμηρίου 9, καθώς η συγκεκριμένη δήλωση του πρώην Εναγόμενου 8 έγινε, μετά την αγορά των επίδικων αξιογράφων και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του
  4. Παρατηρώ, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Μ.Ε.1, όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία, αλλά αντικρούεται από αυτήν. Συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της προαναφερόμενης απάντησης του Μ.Ε.1, παρουσιάζει εγγενή αδυναμία. Αυτό, διότι η συνάντηση του με τον πρώην Εναγόμενο 8 πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1, την 01.08.
  5. Η συνάντηση, δηλαδή, έλαβε χώρα όταν είχε ήδη προκύψει το πρόβλημα με την πληρωμή των τόκων των αξιογράφων. Ο Μ.Ε.1, περιγράφοντας την ισχυριζόμενη συνάντηση, ανέφερε ότι ο πρώην Εναγόμενος 8 ένιωθε ενοχές και εξέφρασε την απογοήτευση του λέγοντας ότι ποτέ δεν περίμενε τέτοια αρνητική εξέλιξη. Χαρακτηριστικά, στη δέσμη Τεκμηρίου 9, ο πρώην Εναγόμενος 8 φέρεται να δήλωσε, ότι: «..δεν περίμενε ότι η Λαϊκή Τράπεζα θα έφτανε σε αυτή την δεινή κατάσταση.». Είναι, επομένως, φανερό ότι δεν μπορεί από τη μία να έχει ήδη προκύψει αδυναμία της Εναγόμενης 1 να καταβάλει τους τόκους των αξιογράφων (υπενθυμίζεται ότι αυτό συνέβηκε τον Ιούνιο του 2012) με τον πρώην Εναγόμενο 8 να βρίσκεται στην κατάσταση που περιέγραψε ο Μ.Ε.1 και από την άλλη να δηλώνει ότι: «. ο μοναδικός κίνδυνος που έχετε είναι να παττίσει η τράπεζα και να προχωρήσει σε ρευστοποίηση. Ένα τέτοιο σενάριο όμως υπάρχει μόνο στη σφαίρα της φαντασίας. Θα μιλάμε για καταποντισμό ολόκληρης της οικονομίας της Κύπρου!!...». Δεν μπορούν να γίνονται ταυτόχρονα και οι δύο δηλώσεις. Κάτι τέτοιο αντιστρατεύεται την κοινή λογική, αφού, κατά τον χρόνο που φέρεται να έκανε την προαναφερόμενη δήλωση ο πρώην Εναγόμενος 8, ο κίνδυνος που περιγράφει ήταν ήδη ορατός και προ των πυλών. Η αναφορά στον κίνδυνο οικονομικής αδυναμίας της Εναγόμενης 1, έγινε, προφανώς, κατά την παρουσίαση των αξιογράφων στις Ενάγουσες 1 και
  6. Επομένως, ο εν λόγω κίνδυνος, ήταν σε γνώση τους πριν προβούν στην αγορά των αξιογράφων. Αυτό, επιβεβαιώνεται και από την επιστολή - Τεκμήριο 13, η οποία διαψεύδει τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, ότι δεν ενημερώθηκαν για τον βασικότερο κίνδυνο που ενείχαν τα αξιόγραφα. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα της εν λόγω επιστολής, το οποίο καταφανώς αναφέρεται στον χρόνο πώλησης των αξιογράφων: «Δεν προβήκατε, ως είχατε υποχρέωση με βάση τους κανονισμούς, να μας κατηγοριοποιήσετε σε πελάτη και να δημιουργήσετε το προφίλ μας και πολύ περισσότερο, δεν μας δώσατε προειδοποιητικό μήνυμα ότι δεν διαθέτομε την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις προκειμένου να κατανοήσομε τους κινδύνους που συνδέοντο με την αγορά αξιογράφων του
  7. Πως όμως ήταν δυνατό να κάνετε κάτι τέτοιο αφού η όλη προσπάθεια σας και ο στόχος σας ήταν ακριβώς το αντίθετο; Να μας πείσετε δηλαδή, αντί κατάθεσης των λεφτών μας σε γραμμάτιο, να τα μετατρέψομε σε αξιόγραφα, χωρίς να μας ενημερώνετε για τους πιθανούς κινδύνους. Όπως μας είχατε δηλώσει χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων, όταν πιεστικά σας ζητήσαμε να μας παραθέσετε τους οποιουσδήποτε κινδύνους, «.ο μοναδικός κίνδυνος που έχετε είναι να «παττίσει» η τράπεζα και να προχωρήσει σε ρευστοποίηση. Σε εκείνη την περίπτωση η σειρά είναι μέτοχοι, αξιόγραφα, καταθέτες. Ένα τέτοιο σενάριο όμως υπάρχει μόνο στη σφαίρα της φαντασίας. θα μιλάμε για καταποντισμό ολόκληρης της οικονομίας της Κύπρου.». Όλα τα ανωτέρω μεταξύ άλλων αποδεικνύουν περίτρανα την παραπλάνηση και εξαπάτηση μας». Οι ισχυρισμοί του περί εξαπάτησης από τον πρώην Εναγόμενο 8 και ειδικότερα ότι απεκρύβη η πραγματική φύση των αξιογράφων και οι κίνδυνοι που ενυπήρχαν, αποτελούν, κατά την κρίση μου, εκ των υστέρων σκέψεις. Καταρχάς, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 διέφεραν από τα έντυπα που υπέγραφε για τις καταθέσεις τακτής προθεσμίας και συμφώνησε με τον συνήγορο της Εναγόμενης 1, ότι για τις καταθέσεις τακτής προθεσμίας δεν του λέχθηκε ότι μπορούν να ενεχυριαστούν ως εξασφάλιση για την παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων. Επομένως, ήταν αντιληπτό στον Μ.Ε.1, ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 ήταν κάτι διαφορετικό από τις καταθέσεις τακτής προθεσμίας. Όσον αφορά τώρα τον ισχυρισμό του, ότι εάν γνώριζαν ότι τα αξιόγραφα συνδέονταν με το Χ.Α.Κ δεν υπήρχε περίπτωση να προχωρήσουν στην αγορά τους, σημειώνω, ότι από την απλή παρατήρηση των Τεκμηρίων 5 και 6 προκύπτει ευκρινώς ότι ζητούνται στοιχεία αποθετηρίου και αριθμός μερίδα επενδυτή. Υπενθυμίζεται, ότι ο Μ.Ε.1 ήταν σε θέση να γνωρίζει την έννοια των εν λόγω στοιχείων, αφού, ως ο ίδιος ανέφερε, διατηρούσε μερίδα στο Χ.Α.Κ, τόσο ο ίδιος προσωπικά, όσο και η Ενάγουσα
  8. Περαιτέρω, τονίζεται, ότι στη σελ.3 των Τεκμηρίων 5 και 6, στην παράγραφο που προηγείται του σημείου όπου ο Μ.Ε.1 έθεσε την υπογραφή του, γίνονται τρεις τουλάχιστον ευδιάκριτες αναφορές στο Χ.Α.Κ. Είναι, εκ των πραγμάτων αδύνατο, όταν έθετε την υπογραφή του να μην παρατηρούσε τις εν λόγω αναφορές. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι η Ενάγουσα 1, στις 21.12.11, υπέγραψε έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών (δέσμη Τεκμηρίου 70). Στη δέσμη Τεκμηρίου 70 επισυνάπτεται πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο η Ενάγουσα 1 διόρισε ανέκκλητα την Εναγόμενη 1 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της, παρέχοντας σε αυτήν εξουσία όπως, μεταξύ άλλων, εμφανίζεται ενώπιον των αρμόδιων αρχών του Χ.Α.Κ σχετικά με οποιεσδήποτε αξίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομά της στο κεντρικό αποθετήριο και στο κεντρικό μητρώο. Περαιτέρω, σε εμφανές σημείο, που προηγείται του τίτλου του πληρεξουσίου εγγράφου, εμφανίζεται η φράση «Επισημάνσεις Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς». Ως εκ των ανωτέρω, ακόμη και αν διέλαθε της προσοχής του Μ.Ε.1 η ρητή αναφορά στο Χ.Α.Κ στα Τεκμήρια 5 και 6, πράγμα το οποίο, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο, σε κάθε περίπτωση, ο Μ.Ε.1 και κατ' επέκταση οι Ενάγουσες, με την υπογραφή του εγγράφου ενεχυρίασης κινητών αξιών και του συνημμένου σε αυτό πληρεξουσίου εγγράφου (δέσμη Τεκμηρίου 70), γνώριζαν ότι τα επίδικα αξιόγραφα διαπραγματεύονται στο Χ.Α.Κ. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η δήλωση του Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του ότι: «Επειδή την επάθαμε, για αυτό είμαι τόσο έντονος με το Χρηματιστήριο, ήταν να πέσω του βούρου να φύω», δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα απλό προπέτασμα καπνού. Ένας άλλος βασικός ισχυρισμός του Μ.Ε.1, ήταν ότι ουδέποτε συναντήθηκε με τη Μ.Υ.2
(1). Ο εν λόγω ισχυρισμός του αντικρούεται από τη μαρτυρία της Μ.Υ.2
(1), η οποία για τους λόγους που θα εξηγηθούν πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, κρίθηκε ως αξιόπιστη. Επίσης, με τη μαρτυρία της Μ.Υ.2
(1), καταρρίπτεται ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι για πρώτη φορά παρέλαβε το Ε.Π.Μ τον Αύγουστο του 2012 από τον πρώην Εναγόμενο 8. Η μαρτυρία της Μ.Υ.2
(1)καταδεικνύει, ότι στη συνάντησή τους που έλαβε χώρα στις 05.05.09 ο Μ.Ε.1 είχε στην κατοχή του το Ε.Π.Μ. Έρχομαι στον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, ότι δεν έγινε κατηγοριοποίηση των Εναγουσών και δεν τους δόθηκε προειδοποιητικό μήνυμα. Είναι αλήθεια, ότι η Εναγόμενη 1 δεν προέβη στις πιο πάνω ενέργειες. Ο Μ.Ε.1 επικαλέστηκε το εν λόγω γεγονός στην προσπάθεια του να καταδείξει ότι η αγορά των αξιογράφων από τις Ενάγουσες έγινε παράτυπα και ότι, αν η Εναγόμενη 1 εκτελούσε τις εν λόγω ενέργειες, τότε, πολύ πιθανόν οι Ενάγουσες να μην προχωρούσαν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων. Η ουσία, όμως, έγκειται, κατά την κρίση μου, στο ότι δεν θα άλλαζε κάτι για τις Ενάγουσες, ακόμα και αν γινόταν κατηγοριοποίηση τους και διδόταν προειδοποιητικό μήνυμα. Αυτό, συνάγεται με ασφάλεια, από τη μεταγενέστερη αγορά αξιογράφων από τον Μ.Ε.1 κατά το
  1. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη δέσμη Τεκμηρίου 29, η Εναγόμενη 1, στις 07.05.10, κατέταξε τον Μ.Ε.1 στην κατηγορία του «ιδιώτη πελάτη» και τον προειδοποίησε με σχετικό μήνυμα της ότι η αγορά αξιογράφων δεν είναι συμβατή με αυτόν. Δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία, ότι, έστω και μετά τις 07.05.10, ο Μ.Ε.1 διαμαρτυρήθηκε στην Εναγόμενη 1 για την παράλειψη της να κατηγοριοποιήσει τις Ενάγουσες και να τους δώσει προειδοποιητικό μήνυμα, ή ότι ζήτησε οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες για τα επίδικα αξιόγραφα. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Μ.Ε.2 O Μ.Ε.2 κλήθηκε για να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με τη διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων και ειδικότερα σε σχέση με τις πρακτικές που πρέπει να εφαρμόζονται από εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και πιστωτικά ιδρύματα όταν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Καταρχάς, θα πρέπει να εξεταστεί, κατά πόσο η μαρτυρία του Μ.Ε.2 κατατάσσεται στην κατηγορία των εμπειρογνωμόνων. Οι ακαδημαϊκές γνώσεις και η επαγγελματική εμπειρία του Μ.Ε.2, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τις Εναγόμενες 1 και
  3. Προκύπτει, ωστόσο, από τη μαρτυρία του, ότι ο Μ.Ε.2 ουδέποτε παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε πιστωτικά ιδρύματα για σκοπούς συμμόρφωσης τους με τη νομοθεσία που διέπει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Επίσης, ουδέποτε συμμετείχε σε εποπτικό έλεγχο πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις δεν εμποδίζουν, κατά την κρίση μου, τον Μ.Ε.2 να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Η επαγγελματική σταδιοδρομία του τόσο στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, αποκαλύπτει ενασχόληση με τις διαδικασίες που θα πρέπει να εφαρμόζουν εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, το νομοθετικό πλαίσιο που κατά τον επίδικο χρόνο ρύθμιζε την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα και ΚΕΠΕΥ ήταν κοινό, ήτοι ο Ν.144(Ι)/2007και η MIFID. Συνεπώς, αποδέχομαι τον Μ.Ε.2 ως εμπειρογνώμονα στον χρηματοοικονομικό τομέα και ειδικότερα σε σχέση με τις πρακτικές που πρέπει να εφαρμόζονται από εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και πιστωτικά ιδρύματα όταν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα θα εξεταστεί η μαρτυρία του. Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Έκδοση 2014, σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).» Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020].» Τέθηκε, επίσης, υπό αμφισβήτηση η αντικειμενικότητα του Μ.Ε.
  1. Είναι γεγονός, ότι ο Μ.Ε.2 παρείχε υπηρεσίες στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, ετοιμάζοντας μάλιστα κατ' εντολή του, σχετική με τα επίδικα ζητήματα μελέτη (Τεκμήριο 61). Η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών από τον Μ.Ε.2 στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων έναντι αμοιβής και η εμφάνιση του Μ.Ε.2 ως μάρτυρα σε διάφορες δικαστικές υποθέσεις αξιογράφων, επίσης, έναντι αμοιβής, δεν οδηγούν, χωρίς άλλο, σε συμπέρασμα έλλειψης αντικειμενικότητας. Δεν διακρίνω οτιδήποτε μεμπτό στο ότι ο Μ.Ε.2 ετοίμασε μελέτη και καταθέτει ως μάρτυρας κατόπιν αμοιβής. Πρόκειται για επαγγελματία ο οποίος, ασφαλώς, θα αμειφθεί για τις υπηρεσίες που παρέχει. Ούτε και το γεγονός ότι στις Δημοτικές εκλογές του 2016 στηρίχθηκε από τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, δεικνύει έλλειψη αντικειμενικότητας. Στη σχετική ανακοίνωση (Τεκμήριο 62) περιλαμβάνονται και άλλοι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι, ενώ η δήλωσή του, ότι ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε την υποστήριξη του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων, δεν κλονίστηκε. Επομένως, η αντικειμενικότητα του, θα κριθεί, από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Έχοντας μελετήσει προσεκτικά τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων ή την παραποίηση επιστημονικών δεδομένων προς υποβοήθηση της υπόθεσης των Εναγουσών. Δεν παραβλέπω, ότι ο μάρτυρας σε ορισμένα σημεία διατύπωσε τη γνώμη του επί ζητημάτων που εκφεύγουν της εμπειρογνωμοσύνης του και για τα οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω. Αυτές οι αναφορές του Μ.Ε.2, οι οποίες, όπως θα επεξηγηθεί κατωτέρω, συνιστούν μη αποδεκτή μαρτυρία, εντασσόμενες στο σύνολο της μαρτυρίας του, δεν καταδεικνύουν, κατά την άποψη μου, έλλειψη αντικειμενικότητας. Έρχομαι στην ουσία της μαρτυρίας του, ξεκινώντας από την άποψη του Μ.Ε.2, ότι τα αξιόγραφα του 2009 ήταν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Ο μάρτυρας επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους, κατά τον ίδιο, τα επίδικα αξιόγραφα κατατάσσονται στην κατηγορία των περίπλοκων χρηματοοικονομικών μέσων. Προς επίρρωση των θέσεων του, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 33, το οποίο ετοιμάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς και αφορά τα περίπλοκα και μη περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Θεωρώ, ότι ο Μ.Ε.2 παρέθεσε με σαφή τρόπο τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί η πολυπλοκότητα ενός χρηματοοικονομικού μέσου. Ένας βασικός παράγοντας που προσδίδει πολυπλοκότητα, είναι η δυνατότητα εξαγοράς του χρηματοοικονομικού μέσου από τον εκδότη του. Οι παράγοντες που παρέθεσε ο μάρτυρας ως σχετικούς για τον χαρακτηρισμό ενός μέσου ως πολύπλοκου ή όχι, δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε και προσκομίστηκε αντίθετη μαρτυρία. Ταυτόχρονα, σημειώνεται, ότι τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιογράφων, αποτελούν κοινό έδαφος (βλ. Τεκμήρια 30, 31 και 64). Έχοντας, επομένως, υπόψη μου από τη μία τους παράγοντες που καθορίζουν την πολυπλοκότητα ενός χρηματοοικονομικού μέσου και από την άλλη τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιογράφων και ειδικότερα τη δυνατότητα εξαγοράς τους από την Εναγόμενη 1, αποδέχομαι τη θέση του Μ.Ε.2, ότι τα επίδικα αξιόγραφα ήταν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Ο Μ.Ε.2 αναφέρθηκε και στις βέλτιστες πρακτικές που θα πρέπει να τηρούνται κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, παρουσιάζοντας τυπικό ερωτηματολόγιο (Τεκμήριο 41) σχετικό με την αξιολόγηση της συμβατότητας και καταλληλότητας ενός υποψήφιου επενδυτή. Οι αναφορές του Μ.Ε.2 στα προαναφερόμενα ζητήματα, καθώς και στα θέματα της υπογραφής συμφωνίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ του παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών και του επενδυτή, της κατηγοριοποίησης του επενδυτή σε επαγγελματία ή ιδιώτη, της υποχρέωσης παροχής πλήρους, σαφούς και μη παραπλανητικής πληροφόρησης και της ύπαρξης πολιτικής αποφυγής σύγκρουσης συμφέροντος, δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση και εν πάση περιπτώσει απορρέουν από τη σχετική νομοθεσία. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη 1, ήταν η εφαρμογή του Ν.144(Ι)/07 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αφού, σύμφωνα με τον κ. Γιορδαμλή, η Εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες στις Ενάγουσες. Η εφαρμογή του Ν.144(Ι)/07 στα γεγονότα της παρούσας δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αποτελέσει αντικείμενο μαρτυρίας εκ μέρους του Μ.Ε.
  2. Η ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας και η απόφανση ως προς το κατά πόσο τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υπάγονται σε αυτή, αποτελεί αποκλειστικά έργο του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία, επομένως, του Μ.Ε.2 επί του εν λόγω σημείου δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί, έστω κι αν αυτή παρείσφρησε στη διαδικασία (Miorage v. Radivojenik
(1998)1Β Α.Α.Δ 1162). Ως μη αποδεκτή αξιολογείται η μαρτυρία του Μ.Ε.2 και σε σχέση με την εσωτερική αλληλογραφία της Εναγόμενης
  1. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.2 σχολίασε το εσωτερικό έγγραφο της Εναγόμενης 1 - Τεκμήριο 46 και συνδυάζοντας το με το Τεκμήριο 26, υποστήριξε, ότι η Εναγόμενη 1 δεν εφάρμοσε σωστές διαδικασίες για την αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων και της παροχής επενδυτικής συμβουλής. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 επί του συγκεκριμένου ζητήματος, δεν είναι το αποτέλεσμα πραγματογνωμοσύνης, επί ζητημάτων για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Ως εκ τούτου, οι σχετικές αναφορές του εκφεύγουν του ρόλου του ως εμπειρογνώμονα. Η ερμηνεία των εγγράφων που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω, τα Τεκμήρια 46 και 26 βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου για να τα ερμηνεύσει, να τα αξιολογήσει και να αντλήσει οποιαδήποτε τυχόν συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από αυτά. Ομοίως, για τον προαναφερόμενο λόγο, θα αγνοηθεί και η μαρτυρία του σε σχέση με τη συνεδρίαση ημερ. 16.07.12 της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών και Αξιών (Τεκμήριο 47), αφού και πάλι ο Μ.Ε.2 σχολιάζει και διατυπώνει τη γνώμη του για τοποθετήσεις που έγιναν στην προαναφερόμενη Επιτροπή. Έρχομαι τώρα, στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 αναφορικά με την Εναγόμενη
  2. Η μαρτυρία του, σε σχέση με την Εναγόμενη 11, περιστράφηκε στην ορθή εκτέλεση του εποπτικού της ρόλου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, αναφορικά με τον ρόλο της Εναγόμενης 11 ως επόπτη των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από αυτά. Ειδικότερα, αποδέχομαι, όσα παρέθεσε σαν παράδειγμα ορθής άσκησης εποπτικού ρόλου, παραπέμποντας στην άσκηση εποπτείας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (βλ. σελ. 58-60 του Εγγράφου Β). Πιο συγκεκριμένα, τη διενέργεια ελέγχων προκειμένου να εξακριβωθεί η τήρηση των υποχρεώσεων των παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών όσον αφορά την κατηγοριοποίηση των πελατών τους, αξιολόγηση συμβατότητας, διενέργεια ελέγχου καταλληλότητας και εντοπισμού και διαχείρισης σύγκρουσης συμφερόντων. Επιπρόσθετα, την αναζήτηση από τα πιστωτικά ιδρύματα εσωτερικών σημειωμάτων, πρακτικών συναντήσεων με πελάτες και πραγματοποίηση συνεντεύξεων με διευθυντές τμημάτων και λειτουργούς για να διαπιστωθεί, μεταξύ άλλων, κατά πόσο τα πρόσωπα που επικοινωνούν με τους πελάτες έχουν τύχει κατάλληλης ενημέρωσης για να μπορέσουν με τη σειρά τους να παράσχουν στον πελάτη επαρκή πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή. Οι σχετικές δηλώσεις του Μ.Ε.2 ως προς την εφαρμογή του εποπτικού ρόλου της Εναγόμενης 11, συμβαδίζουν, άλλωστε, και με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1
(11). Η ουσιαστική διαφωνία μεταξύ του Μ.Ε.2 και της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 11, εντοπίζεται στους επιτόπιους ελέγχους που διενήργησε ή δεν διενήργησε η Εναγόμενη
  1. Ο Μ.Ε.2 υποστήριξε, ότι ήταν σε γνώση της Εναγόμενης 11 η χρησιμοποίηση από την Εναγόμενη 1 του δικτύου καταστημάτων της για την προώθηση των επίδικων αξιογράφων και παρά ταύτα, ασκώντας αμελώς τον εποπτικό της ρόλο, δεν τα συμπεριέλαβε στους ελέγχους που πραγματοποίησε στην Εναγόμενη 1 κατά τα έτη 2008-
  2. Η προαναφερόμενη δήλωση του Μ.Ε.2 περί γνώσης της Εναγόμενης 11 για τη χρησιμοποίηση του δικτύου καταστημάτων της Εναγόμενης 1, δεν πηγάζει από τη δική του προσωπική γνώση, ούτε και είναι το αποτέλεσμα της επιστημονικής του μαρτυρίας επί του πεδίου της εμπειρογνωμοσύνης του. Για τον πιο πάνω λόγο, η μαρτυρία του σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να ληφθεί υπόψη. Ως εμπειρογνώμονας μπορεί μεν να εκφέρει τη γνώμη του, όχι όμως επί ζητημάτων τα οποία εκφεύγουν του αντικειμένου της εμπειρογνωμοσύνης του. Το κατά πόσο γνώριζε ή όχι η Εναγόμενη 11, ότι χρησιμοποιούνταν τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1 για τη διάθεση αξιογράφων, αποτελεί ζήτημα πραγματικών γεγονότων. Συνεπώς, με εξαίρεση τα μη αποδεκτά μέρη της μαρτυρίας του, όπως αυτά προσδιορίστηκαν πιο πάνω, η λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε.2 κρίνεται ως αποδεκτή. · Μ.Υ.1
(1)Ο Μ.Υ.1
(1)δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διαδικασία πώλησης των επίδικων αξιογράφων. Οι δηλώσεις του μάρτυρα σε σχέση με την επίδικη πώληση των αξιογράφων, απορρέουν από τα καθήκοντα του και τη μελέτη των εγγράφων που κατέθεσε ως Τεκμήρια. Τα καθήκοντα του Μ.Υ.1
(1), ως συμβούλου στο Γραφείο του Ειδικού Διαχειριστή της Εναγόμενης 1 και η πρόσβαση του σε έγγραφα που σχετίζονται με τα αξιόγραφα, δεν αμφισβητήθηκαν. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε η πρόσβαση του Μ.Υ.1
(1)στο μητρώο που τηρείτο αναφορικά με την παράδοση των Ε.Π.Μ της σειράς έκδοσης αξιογράφων του 2009, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 65. Όσα δήλωσε ο Μ.Υ.1
(1)σε σχέση με τις καταγραφές επί του Τεκμηρίου 65, αλλά και σε σχέση με τα υπόλοιπα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια, ήτοι τα Τεκμήρια 63 - 74, προκύπτουν από τα ίδια τα έγγραφα. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, αφ' ης στιγμής συνάδει με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατέθεσε, τα οποία, σημειώνεται, ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τις Ενάγουσες. Από τη μαρτυρία του, ωστόσο, δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του ότι τα Ε.Π.Μ (Τεκμήρια 30 και 31), παραδόθηκαν στις Ενάγουσες. Όπως αναφέρθηκε, ο μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στη διαδικασία πώλησης των επίδικων αξιογράφων και, ως ο ίδιος δήλωσε, δεν ήλθε σε επαφή με την υπάλληλο της Εναγόμενης 1 στην οποία στάλθηκαν τα Ε.Π.Μ. Συνεπώς, η δήλωση του, ότι τα Τεκμήρια 30 και 31 παραδόθηκαν στις Ενάγουσες δεν στηρίζεται σε προσωπική γνώση, αλλά ούτε και σε εξ ακοής μαρτυρία. Αποτελεί, ουσιαστικά, το συμπέρασμα του Μ.Υ.1
(1)ενόψει του Τεκμηρίου 65. Είναι καλά γνωστό, ότι οι μάρτυρες καταθέτουν επί γεγονότων που περιέρχονται στην αντίληψη τους και δεν επιτρέπεται, κατά κανόνα, η εκφορά γνώμης ή συμπεράσματος. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν συντρέχει κάποια από τις νομολογιακά αναγνωρισμένες εξαιρέσεις που θα επέτρεπε στον Μ.Υ.1
(1)να εκφέρει τη γνώμη ή το συμπέρασμα του επί του εν λόγω ζητήματος (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 605 επ.). Με εξαίρεση, επομένως, το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.1
(1), η λοιπή μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). · Μ.Υ.2
(1)Η ουσία της μαρτυρίας της Μ.Υ.2
(1)έγκειται στην ισχυριζόμενη συνάντηση της με τον Μ.Ε.1, στην οποία, μέσω αυτού, επεξήγησε στις Ενάγουσες τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και τους κινδύνους που ενυπήρχαν σε περίπτωση επένδυσης σε αυτά. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Μ.Υ.2
(1), στην εν λόγω συνάντηση, ο Μ.Ε.1, στην παρουσία της υπέγραψε για λογαριασμό των Εναγουσών τα Τεκμήρια 5 και 6. Οι Ενάγουσες αρνήθηκαν, ότι υπήρξε συνάντηση της Μ.Υ.2
(1)με τον Μ.Ε.1 σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα, καθώς και ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 υπογράφηκαν στην παρουσία της. Θεωρώ, ότι η Μ.Υ.2
(1)μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και αποδέχομαι τη θέση της για τη συνάντηση που είχε με τον Μ.Ε.1 στις 05.05.09, στον οποίο εξέθεσε τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των επίδικων αξιογράφων. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της Μ.Υ.2
(1)συνάδει με τη διαδικασία που, σύμφωνα με τις εσωτερικές οδηγίες της Εναγόμενης 1, έπρεπε να ακολουθείται στις περιπτώσεις πώλησης αξιογράφων. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το έγγραφο με τίτλο «ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ» (Τεκμήριο 64), η συμμετοχή και διαμεσολάβηση εξουσιοδοτημένου προσώπου στη διαδικασία πώλησης αξιογράφων ήταν απαραίτητη (βλ. ερώτηση 17 του προαναφερόμενου εγγράφου). Το «κλείσιμο», επομένως της πώλησης, δεν αφορά μόνο την υπογραφή των αιτήσεων αγοράς αξιογράφων από τον εξουσιοδοτημένο πωλητή, ως υποστήριξαν οι συνήγοροι των Εναγουσών με αναφορά στην επιστολή ημερ. 31.03.09 (μέρος του Τεκμηρίου 64), αλλά περιλαμβάνει και τη διαμεσολάβηση του στη διαδικασία πώλησης. Αυτό, εξειδικεύεται στο έγγραφο «ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ» που, ως αναφέρθηκε, συνοδεύει την προαναφερόμενη επιστολή. Επομένως, η πραγματοποίηση της συνάντησης της Μ.Υ.2
(1)με τον Μ.Ε.1 στις 05.05.09, δεν ήταν κάτι ασύνηθες ή κάτι το οποίο ήταν πέραν των οδηγιών της Εναγόμενης 1, αλλά αντίθετα ήταν σε συμμόρφωση με τις εσωτερικές οδηγίες της Εναγόμενης 1. Η μάρτυρας έπραξε, αυτό το οποίο όφειλε να πράττει, σύμφωνα με τις οδηγίες της εργοδότριας της - Εναγόμενης 1, σε κάθε περίπτωση πώλησης αξιογράφων. Περαιτέρω, δεν έχει κλονιστεί η θέση της Μ.Υ.2
(1), ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ο Μ.Ε.1 είχε στην κατοχή του το Ε.Π.Μ. Δεν υπήρχε, άλλωστε, οποιοσδήποτε λόγος απόκρυψης του Ε.Π.Μ από τον Μ.Ε.1, αφ' ης στιγμής αναλύθηκαν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και κίνδυνοι των αξιογράφων από τη Μ.Υ.2
(1). Παράλληλα, σημειώνεται, ότι, με βάση το Τεκμήριο 65, τα Ε.Π.Μ (Τεκμήρια 30 και 31) στάλθηκαν στις 05.05.09 στο κατάστημα
  1. Δεν παραβλέπω, ότι η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε λεπτομέρειες της συζήτησης που είχε με τον Μ.Ε.
  2. Δεν θεωρώ, ωστόσο, ότι αυτό το γεγονός μπορεί να διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο ως προς την αξιοπιστία της Μ.Υ.2
(1). Υπενθυμίζω, ότι η συνάντηση της με τον Μ.Ε.1 πραγματοποιήθηκε στις 05.05.09, πριν 11 και πλέον έτη από την ημερομηνία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσει. Το χρονικό διάστημα είναι, ασφαλώς, ιδιαίτερα μεγάλο. Μετά την πάροδο ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, δεν μπορεί να αναμένεται από τη μάρτυρα να είναι σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη της λεπτομέρειες της εν λόγω συνάντησης. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η Μ.Υ.2
(1)ήταν η μοναδική εξουσιοδοτημένη πωλητής στην Επαρχία Πάφου. Επισημαίνεται, ότι η μαρτυρία της επί του συγκεκριμένου σημείου δεν κλονίστηκε. Επομένως, ενόψει των πολλών συναντήσεων που προφανώς πραγματοποίησε, σε συνάρτηση με το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε, καθιστούν αντικειμενικά δύσκολη την ανάκληση λεπτομερειών της κάθε συνάντησης. Παράλληλα, δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή της Μ.Υ.2
(1)επί των Τεκμηρίων 5 και 6, όπως και το γεγονός, ότι μέρος αυτών συμπληρώθηκε με τον δικό της γραφικό χαρακτήρα. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σταθερή θέση της μάρτυρος ότι συναντήθηκε με τον Μ.Ε.1 και επεξήγησε τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων, συνηγορούν, κατά την άποψη μου, στο ότι έλαβε χώρα η συνάντηση της Μ.Υ.2
(1)με τον Μ.Ε.1 κατά τον επίδικο χρόνο. Από την άλλη, δεν διέκρινα αλλότρια κίνητρα στα όσα η μάρτυρας κατέθεσε. Σημειώνω, ότι η παρούσα αγωγή αρχικά στρεφόταν και εναντίον της ίδιας, αλλά, αποσύρθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν καταθέσει ως μάρτυρας. Συνεπώς, η μαρτυρία της δεν θα επηρέαζε ενδεχόμενη προσωπική της ευθύνη στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Δεν αγνοώ, φυσικά, ότι εξακολουθεί να εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στην οποία μεταφέρθηκε δάνειο που χορηγήθηκε στην Ενάγουσα 1 από την Εναγόμενη 1 με εξασφάλιση την ενεχυρίαση 500 από τα επίδικα αξιόγραφα. Δεν θεωρώ, όμως, ότι αυτό το γεγονός μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της Μ.Υ.2
(1). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, η ουσία της οποίας επαναλαμβάνω έγκειται στο κατά πόσο συναντήθηκε με τον Μ.Ε.1 και τον ενημέρωσε για τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων περιλαμβανομένων των κινδύνων που σχετίζονται με αυτά, δεν διασυνδέεται με το δάνειο που παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1. Άλλωστε, δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τις Ενάγουσες κατά την αντεξέταση της. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η Μ.Υ.2
(1)δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό όφελος από την πώληση αξιογράφων. Η προμήθεια πώλησης 5%, για την οποία γίνεται λόγος στο Τεκμήριο 64, δεν αφορούσε την Μ.Υ.2
(1), αλλά τα καταστήματα της Εναγόμενης 1. Για όλους τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους, η μαρτυρία της Μ.Υ.2
(1)κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. · Μ.Υ.1
(11)Η Μ.Υ.1
(11)παρέθεσε τις ενέργειες στις οποίες η Εναγόμενη 11 προέβη, τόσο πριν την εφαρμογή του Ν.144(Ι)/07, όσο και μετά την εφαρμογή του. Όσα δήλωσε η μάρτυρας σε σχέση με τους ελέγχους που διενήργησε η Εναγόμενη 11 για την εφαρμογή της προαναφερόμενης νομοθεσίας και των Κ.Δ.Π 557 και 558/07 δεν αμφισβητήθηκαν. Σε κάθε περίπτωση, οι αναφορές της Μ.Υ.1
(11), ως προς τις ενέργειες και τους ελέγχους της Εναγόμενης 11 στην Εναγόμενη 1 και τον Όμιλο στον οποίο αυτή ανήκε, επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε (Τεκμήρια 79 - 88, και 90 - 92). Περαιτέρω, αναντίλεκτη παρέμεινε η μαρτυρία της και ως προς το ότι η Εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο πληρούσε τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και χωρίς την έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε, ήταν κατά πόσο η Εναγόμενη 11 άσκησε ικανοποιητικά τον εποπτικό της ρόλο, με ιδιαίτερη αναφορά αφενός στη μη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στο δίκτυο καταστημάτων της Εναγόμενης 1 την περίοδο 2008-2011 και αφετέρου στην παράλειψη εντοπισμού της απουσίας ολοκληρωμένης πολιτικής αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Επισημαίνω, ότι αποτελεί κοινό έδαφος, ότι κατά τους τρεις επιτόπιους ελέγχους που διενήργησε η Εναγόμενη 11 την περίοδο 2009-2011, δεν συμπεριλήφθηκε η τραπεζική λιανική, καθώς η ενημέρωση που είχε δοθεί από την Εναγόμενη 1, ήταν ότι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνο από τα τμήματα "Treasury" και "Wealth Banking". Παράλληλα, αποτελεί, επίσης, αναντίλεκτο γεγονός ότι τα πρώτα παράπονα από επενδυτές υποβλήθηκαν στην Εναγόμενη 11, μετά την παύση πληρωμής των τόκων, ήτοι μετά τον Ιούνιο του 2012. Επίσης, κοινά αποδεκτό είναι το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν εφάρμοζε ολοκληρωμένη πολιτική αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων. Στη βάση των προαναφερόμενων κοινά αποδεκτών γεγονότων, θεωρώ ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης οι απαντήσεις της μάρτυρος ως προς την επάρκεια των ελέγχων που διεξήγαγε η Εναγόμενη 11. Τούτο, διότι, με εξαίρεση τα γεγονότα που προσδιορίστηκαν πιο πάνω ότι αποτελούν κοινό έδαφος, οι υπόλοιπες αναφορές της Μ.Υ.1
(11)συνιστούν τη διατύπωση της προσωπικής της άποψης ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη 11 άσκησε επιμελώς ή όχι τον εποπτικό της ρόλο. Η Μ.Υ.1
(11)είναι μάρτυρας γεγονότων και δεν επιτρέπεται να εκφέρει τη γνώμη της, πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που αυτή άπτεται του έσχατου συμπεράσματος. Επίσης, δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου την αντεξέταση της Μ.Υ.1
(11)στο ζήτημα της εφαρμογής της πολιτικής σύγκρουσης συμφέροντος σε όλο το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και όχι μόνο στην παροχή επενδυτικής συμβουλής. Θεωρώ, ότι το όλο θέμα άπτεται της ερμηνείας του Ν.144(Ι)/2007. Ταυτόχρονα, σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της Έκθεσης Ειδικού Ελέγχου της Εναγόμενης 11 (Τεκμήριο 26), την οποία ουσιαστικά υιοθέτησε η Μ.Υ.1
(11). Όπως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, το κατά πόσο εφαρμόζεται ο Ν.144(Ι)/2007στα γεγονότα της παρούσας αποτελεί ζήτημα ερμηνείας του προαναφερόμενου νόμου. Επομένως, με εξαίρεση τα σημεία που περιγράφονται στις τρεις αμέσως πιο πάνω παραγράφους, η υπόλοιπη μαρτυρία της Μ.Υ.1
(11)υπήρξε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή (Shahin Mohamed ν. Αστυνομίας και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Ευρήματα Η Εναγόμενη 1 εξέδωσε αξιόγραφα κεφαλαίου, οι όροι έκδοσης των οποίων περιλαμβάνονταν στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 07.04.
  1. Τα αξιόγραφα κεφαλαίου που εκδόθηκαν ήταν για ποσό μέχρι €250.000.000 και αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της Εναγόμενης
  2. Πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν η εισαγωγή των αξιογράφων στο Χ.Α.Κ. Κατά τον χρόνο έκδοσης των αξιογράφων, ο ελάχιστος απαιτούμενος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ήταν 8%. Η Εναγόμενη 1 ικανοποιούσε τον προαναφερόμενο δείκτη και χωρίς την έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Η ονομαστική αξία έκαστου αξιογράφου ανερχόταν στο ποσό των €1.000 και θα διατίθονταν σε πρόσωπα τα οποία θα υπέβαλλαν αιτήσεις για ελάχιστο ποσό €50.
  3. Η περίοδος αποδοχής αγοράς αξιογράφων έληγε στις 30.04.09, ωστόσο δόθηκε παράταση μέχρι και τις 05.05.
  4. Η Ενάγουσα 1 διατηρούσε συνεργασία με την Εναγόμενη 1, αφού, μεταξύ άλλων, τηρούσε καταθέσεις τακτής προθεσμίας. Η Ενάγουσα 2, είναι το ταμείο προνοίας των υπαλλήλων της Ενάγουσας 1, και διατηρούσε επίσης κατάθεση τακτής προθεσμίας στην Εναγόμενη
  5. Τον Απρίλιο του 2009 ο Μ.Ε.1, ο οποίος είναι γραμματέας των Εναγουσών 1 και 2, ενημερώθηκε από τον πρώην Εναγόμενο 8 για τα αξιόγραφα σε συναντήσεις που είχαν. Οι Ενάγουσες, μέσω του Μ.Ε.1, επέδειξαν ενδιαφέρον για την αγορά αξιογράφων και προς τούτο πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του Μ.Ε.1 και της Μ.Υ.2
(1)στις 05.05.
  1. Στην εν λόγω συνάντηση, ο Μ.Ε.1 είχε στην κατοχή του το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 07.04.
  2. Η Μ.Υ.2
(1)ανέλυσε στον Μ.Ε.1 τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που σχετίζονται με την αγορά αξιογράφων. Οι Ενάγουσες αποφάσισαν όπως προχωρήσουν στην αγορά αξιογράφων και για τον σκοπό αυτό τερμάτισαν καταθέσεις τακτής προθεσμίας που διατηρούσαν στην Εναγόμενη
  1. Περαιτέρω, στις 05.05.09, ο Μ.Ε.1 εκ μέρους των Εναγουσών 1 και 2 υπέγραψε τα ειδικά έντυπα αίτησης για αγορά αξιογράφων κεφαλαίου της Εναγόμενης
  2. Πιο συγκεκριμένα, η Ενάγουσα 1 αιτήθηκε την αγορά 1000 αξιογράφων έναντι του ποσού του €1.000.
  3. Η δε Ενάγουσα 2 αιτήθηκε την αγορά 136 αξιογράφων έναντι του ποσού των €136.
  4. Για την αγορά των αξιογράφων, ο επενδυτής θα έπρεπε να δηλώσει τα στοιχεία αποθετηρίου που διατηρούσε στο Χ.Α.Κ. Η Ενάγουσα 1 δήλωσε τα στοιχεία αποθετηρίου της μερίδας που διατηρούσε στο Χ.Α.Κ από τις 12.06.
  5. Η Ενάγουσα 2, λόγω του ότι δεν διατηρούσε μερίδα στο Χ.Α.Κ, αποτάθηκε για το άνοιγμα σχετικής μερίδας, η οποία ανοίχθηκε στις 05.05.
  6. Οι προαναφερόμενες αιτήσεις εγκρίθηκαν για το σύνολο των αξιογράφων που ζήτησαν οι Ενάγουσες 1 και 2, οι οποίες κατέβαλαν στην Εναγόμενη 1 το συνολικό ποσό των €1.136.
  7. Τα προαναφερόμενα αξιόγραφα κεφαλαίου μπορούσαν, κατ' επιλογή της Εναγόμενης 1, να εξαγοραστούν στο σύνολό τους στην ονομαστική τους αξία μαζί με οποιουσδήποτε δεδουλευμένους τόκους στις 30.09.14 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπεται, κατόπιν έγκρισης της Εναγόμενης
  8. Η τελευταία ήταν, σύμφωνα με τον Ν.144(Ι)/2007, η αρμόδια εποπτική αρχή των τραπεζών. Η δυνατότητα εξαγοράς των αξιογράφων κατ' επιλογή της Εναγόμενης 1 σε συνδυασμό με την αόριστη διάρκεια τους, τα καθιστούσαν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Η Εναγόμενη 1, κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης των αξιογράφων του 2009, δεν εφάρμοζε πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων και δεν διενεργούσε ελέγχους συμβατότητας και καταλληλότητας. Περαιτέρω, δεν προχωρούσε σε κατηγοριοποίηση των πελατών της και συγκεκριμένα, δεν τους κατέτασσε στην κατηγορία του επαγγελματία ή ιδιώτη πελάτη. Η Εναγόμενη 1, μέχρι τον Ιούνιο του 2012, κατέβαλλε κάθε τρίμηνο τόκο 7% επί των αξιογράφων των Εναγουσών 1 και
  9. Στις 30.06.12, η Εναγόμενη 1 ανακοίνωσε την παύση καταβολής τόκων εκ μέρους της επί των αξιογράφων. Μέχρι τις 30.06.12, η Ενάγουσα 1 έλαβε ως τόκους επί των αξιογράφων το ποσό των €223.805,54 και η Ενάγουσα 2 το ποσό των €30.437,
  10. Η Εναγόμενη 11, μέσα στα πλαίσια άσκησης του εποπτικού της ρόλου σε σχέση με την εφαρμογή του Ν.144(Ι)/2007 και της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, απέστειλε προς όλες τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, εγκυκλίους επιστολές. Περαιτέρω, διοργάνωσε επιμορφωτικό σεμινάριο για στελέχη των ΚΕΠΕΥ και των τραπεζών και ειδικότερα, όσον αφορά την Εναγόμενη 1, παρέθεσε σεμινάριο για το προσωπικό της στις 03.04.
  11. Παράλληλα, απαντούσε τηλεφωνικώς σε ερωτήσεις που υποβάλλονταν από στελέχη των τραπεζών σε σχέση με την εν λόγω νομοθεσία και παρέπεμπε στην υποβολή ερωτημάτων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα "Your questions on MIFID". Τέλος, από την ημερομηνία εφαρμογής του Ν.144(Ι)/2007, δηλαδή από τις 15.11.07, μέχρι την έκδοση των επίδικων αξιογράφων τον Απρίλιο του 2009, διεξήγαγε έναν επιτόπιο έλεγχο στο κατάστημα της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα, ο οποίος αφορούσε τη συμμόρφωση ολόκληρου του Ομίλου της Εναγόμενης 1 στις πρόνοιες του Ν.144(Ι)/
  12. Νομική Πτυχή Ερχόμενος στη νομική πτυχή της υπόθεσης πρέπει καταρχάς να επισημάνω ότι η βάση της απαίτησης των Εναγουσών εναντίον των Εναγόμενων 1 και 11 είναι διαφορετική. Ξεκινώντας από την Εναγόμενη 1, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση εναντίον της στηρίζεται στις ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη και/ή κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων μέσω του πρώην Εναγόμενου
  13. Προβάλλεται, επίσης, ο ισχυρισμός ότι οι παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις που δόθηκαν από την Εναγόμενη 1, μέσω του πρώην Εναγόμενου 8, έγιναν εν γνώσει τους ότι ήταν ψευδείς. Επιπρόσθετα, η απαίτηση των Εναγουσών στηρίζεται και στην παραβίαση θεσμοθετημένου καθήκοντος της Εναγόμενης 1 και πιο συγκεκριμένα σε παράβαση της νομοθεσίας που αφορά την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας και/ή συμβουλής. Απαραίτητη προϋπόθεση για να κριθεί μια σύμβαση έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Κεφ.149, είναι όπως αυτή καταρτισθεί με ελεύθερη συναίνεση. Στο άρθρο 14 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι η συναίνεση θεωρείται ότι δόθηκε ελεύθερα, όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση και πλάνη. Σε περίπτωση κατά την οποία η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε μετά από εξαναγκασμό, απάτη, ή ψευδή παράσταση, τότε, η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με αυτόν τον τρόπο (άρθρο 19
(1)Κεφ.149). Οι Ενάγουσες 1 και 2, μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων τους, περιόρισαν την απαίτησή τους, όσον αφορά την Εναγόμενη 1, στη βάση των ψευδών παραστάσεων, της αμέλειας και της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος. Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 18 του Κεφ.149 ως εξής: «Ψευδής παράσταση περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». Για την απόδειξη των ψευδών παραστάσεων δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 18(α) του Κεφ.149, η ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης (Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου κ.ά.
(2012), 1Γ Α.Α.Δ., 2637). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts (15th ed), σελ. 419, αναφέρονται τα ακόλουθα για τη διαφορά της απάτης και της ψευδούς παράστασης: "The principal difference between fraud and misrepresentation is that in one case the person making the suggestion does not believe it to be true and in the other he believes it to be true, though in both cases it is a misstatement of fact which misleads." Επιπρόσθετα, η απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 βασίζεται και στην παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος και συγκεκριμένα σε παράβαση του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, Ν.144(I)/2007. Σύμφωνα με το άρθρο 143
(1)του Ν.144(I)/2007, οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του κανονισμού (EK Αριθ.1287/2006) υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο. Η τελευταία βάση επί της οποίας εδράζεται η αξίωση των Εναγουσών εναντίον της Εναγόμενης 1, είναι η αμέλεια. Επί της ίδιας βάσης στηρίζεται και η αξίωση των Εναγουσών εναντίον της Εναγόμενης 11. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας ρυθμίζεται στο άρθρο 51 του Κεφ.148. Το άρθρο 51
(1)διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε͘ ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια». Τα συστατικά στοιχεία που θα πρέπει να αποδειχθούν για να στοιχειοθετηθεί αμέλεια συνίστανται στην ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, στην έλλειψη της προσήκουσας προσοχής από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της αμελούς πράξης ή παράλειψης και στη δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Παπακώστας v. Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, Πολ. Έφ. 214/13 ημερομηνίας 24.06.19). Συμπεράσματα · Εναγόμενη 1 Όπως αναφέρθηκε κατά την παράθεση της νομικής πτυχής, οι αιτίες αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 περιορίστηκαν με την τελική αγόρευση των συνηγόρων των Εναγουσών στον ισχυρισμό ότι τα επίδικα αξιόγραφα αποκτήθηκαν κατόπιν ψευδών παραστάσεων, αμέλειας, καθώς και κατά παράβαση θέσμιου καθήκοντος ή υποχρέωσης της Εναγόμενης
  1. Θα ακολουθήσω τη σειρά των αιτιών αγωγής, όπως αυτές προσδιορίστηκαν πιο πάνω. Η θέση των Εναγουσών περί απόκτησης των αξιογράφων κατόπιν ψευδών παραστάσεων, εδράζεται στον ισχυρισμό ότι ο πρώην Εναγόμενος 8, στις συναντήσεις που είχε με τον Μ.Ε.1, βεβαίωσε ότι τα αξιόγραφα αποτελούν καταθετικό προϊόν, του οποίου η επιστροφή του κεφαλαίου στα 5 έτη ήταν εξασφαλισμένη. Επίσης, διαβεβαίωσε ότι ο τόκος προς 7% θα καταβάλλετο ανελλιπώς καθ' όλη την περίοδο των 5 ετών. Παράλληλα, ουδεμία αναφορά έγινε από τον πρώην Εναγόμενο 8 στο γεγονός ότι τα αξιόγραφα θα εισάγονταν προς διαπραγμάτευση στο Χ.Α.Κ. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, υπήρξε συνάντηση μεταξύ του πρώην Εναγόμενου 8 και του Μ.Ε.1 σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα. Ωστόσο, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ως προς το τι διαμείφθηκε μεταξύ του πρώην Εναγόμενου 8 και του Μ.Ε.
  2. Το μόνο συμπέρασμα στο οποίο μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω, έχοντας κατά νου τη δέσμη Τεκμηρίου 9 και το Τεκμήριο 13, είναι ότι ο πρώην Εναγόμενος 8 πληροφόρησε τον Μ.Ε.1 για τον σημαντικότερο κίνδυνο που ενείχαν τα αξιόγραφα, ήτοι τον κίνδυνο κατάρρευσης της Εναγόμενης
  3. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι από τα Τεκμήρια 5 και 6 (αιτήσεις αγοράς αξιογράφων) προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα αξιόγραφα είναι επενδυτικό προϊόν το οποίο μπορεί να εισαχθεί στο Χ.Α.Κ (βλ. σελ. 2, όπου ζητούνται «στοιχεία αποθετηρίου» και σελ. 3 παράγραφος με τίτλο «Βεβαίωση» των Τεκμηρίων 5 και 6). Επίσης, στα Τεκμήρια 30 και 31 (Ε.Π.Μ), γίνεται ρητή καταγραφή των χαρακτηριστικών και των κινδύνων που σχετίζονται με τα αξιόγραφα ειδικά και με τον Όμιλο στον οποίον ανήκε η Εναγόμενη 1 γενικά, καθώς επίσης και στο ότι πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν όπως εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χ.Α.Κ. Πιο συγκεκριμένα, καταγράφεται ότι τα επίδικα αξιόγραφα είναι αόριστης διάρκειας και αποτελούν μη εξασφαλισμένες δευτερεύουσας προτεραιότητας αξίες της Εναγόμενης 1 (σελ. 16 Τεκμηρίων 30 και 31). Στον όρο 4.3(β)(i) (σελ. 16 Τεκμηρίων 30 και 31) καταγράφεται ότι καμία πληρωμή τόκου ή αποπληρωμή κεφαλαίου δεν θα καθίσταται πληρωτέα, εκτός στον βαθμό που η Εναγόμενη 1 δύναται να προβεί σε τέτοια καταβολή και συνεχίζει να διατηρεί την απαιτούμενη φερεγγυότητα αμέσως μετά από τέτοια πληρωμή. Τα ίδια τονίζονται και στον όρο 6(γ) (σελ. 40 Τεκμηρίων 30 και 31), όπου αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 μπορεί να αποφασίσει να μην καταβάλει πληρωμή τόκου στους κατόχους αξιογράφων, εφόσον κρίνει ότι οι όροι μη καταβολής τόκου ισχύουν. Παράλληλα, στον όρο 6(δ) δηλώνεται ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση εξαγοράς ή αγοράς των αξιογράφων σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα και οι κάτοχοι τους δεν έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα απαίτησης της εξαγοράς ή αγοράς από την τράπεζα (σελ. 40 Τεκμηρίων 30 και 31). Επομένως, δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία να υποστηρίζει ότι τα επίδικα αξιόγραφα αποκτήθηκαν από τις Ενάγουσες 1 και 2 χωρίς ελεύθερη συναίνεση και κατόπιν ψευδών παραστάσεων. Αντιθέτως, καθίσταται φανερό ότι η Εναγόμενη 1 δεν προέβη σε ψευδείς παραστάσεις και πιο συγκεκριμένα σε θετική βεβαίωση γεγονότος αναληθούς, αλλά εξέθεσε την πραγματική φύση και τους κινδύνους που σχετίζονται με τα αξιόγραφα. Το γεγονός της επέλευσης του κινδύνου της αφερεγγυότητας της Εναγόμενης 1 το 2012, δεν μετατρέπει σε ψευδείς τις παραστάσεις που έγιναν το 2009 ως προς το επιτόκιο που θα απέφεραν τα αξιόγραφα ή ως προς το ότι θα ήταν εξαγοράσιμα κατ' επιλογή της Εναγόμενης 1 στις 30.09.
  4. Συνεπώς, η συγκεκριμένη βάση αγωγής δεν μπορεί να επιτύχει. Οι Ενάγουσες στηρίζουν την απαίτησή τους και στο άρθρο 51 του Κεφ.
  5. Αναφορικά με τη συγκεκριμένη βάση αγωγής, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών δικογραφείται ο ισχυρισμός περί ύπαρξης αμέλειας της Εναγόμενης 1 κατά την προώθηση των επίδικων αξιογράφων. Υπενθυμίζω τη βασική αρχή του δικονομικού μας δικαίου, ότι η δίκη διεξάγεται στη βάση των έγγραφων προτάσεων. Στην υπόθεση Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826 επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή με αναφορά και σε παλαιότερη νομολογία: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής." (Βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154). Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd και Άλλοι ν. Χρίστου Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι, "Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82)."» Επίσης, στις Πολ. Εφέσεις 94/10 και 154/10 ημερομηνίας 28.09.15, Φελλά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και Παπαελευθερίου Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση. (Βλ. Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24).» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγουσών στην τελική τους αγόρευση εισηγούνται ότι η ισχυριζόμενη αμέλεια της Εναγόμενης 1 δικογραφείται επαρκώς στις παραγράφους 4, 7, 12, 21, 24, 32 Α, 32 Β και 32 ΙΒ της Έκθεσης Απαίτησης. Έχω μελετήσει με την ενδεικνυόμενη προσοχή την Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών και οφείλω να παρατηρήσω ότι δεν έχω εντοπίσει τη δικογράφηση ισχυρισμού για επίδειξη αμέλειας εκ μέρους της Εναγόμενης
  1. Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση των συνηγόρων των Εναγουσών, οι παράγραφοι που επικαλούνται στην τελική τους αγόρευση δεν παραπέμπουν σε δικογράφηση αμέλειας εκ μέρους της Εναγόμενης
  2. Συγκεκριμένα, στις παραγράφους 4, 7, 21 και 24 δεν γίνεται ουδεμία αναφορά σε αμέλεια της Εναγόμενης
  3. Οι παράγραφοι 32 Α, 32 Β και 32 ΙΒ αφορούν το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης και σε κάθε περίπτωση, στις παραγράφους 12, 32 Α, 32 Β και 32 ΙΒ, ο ισχυρισμός επίδειξης αμέλειας αφορά την Εναγόμενη 11 και όχι την Εναγόμενη
  4. Ειδικότερα, όσον αφορά την παράγραφο 21, οι λεπτομέρειες που καταγράφονται αφορούν την ισχυριζόμενη παράβαση των νομικών καθηκόντων της Εναγόμενης
  5. Σημειώνεται ότι τα αγώγιμα δικαιώματα της αμέλειας και της παράβασης νομικών καθηκόντων είναι διαφορετικά και οι αξιώσεις για κάθε ένα από αυτά θα πρέπει να δικογραφούνται ξεχωριστά στην Έκθεση Απαίτησης. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλέξανδρου Κωστάκη, ανήλικου μέσω των γονέων του και φυσικών κηδεμόνων του, Χρίστου και Μαρίας Κωστάκη,
(2008)1Α Α.Α.Δ., 432 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η πιο πάνω διατύπωση πόρρω απέχει από την ορθή δικογράφηση, η οποία επιβάλλει να ξεχωρίζουν οι αξιώσεις για αποζημιώσεις για οχληρία και για αμέλεια. (δέστε το πρότυπο αρ. 418 σελ. 718 του Bullen & Leake: Precedents of Pleadings 12η έκδ.). Αλλά και η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης νομίμων καθηκόντων, αποτελεί συγκεκριμένη θεραπεία του κοινοδικαίου και δεν πρέπει να συγχύζεται με την αξίωση αποζημιώσεων για αμέλεια, διότι η ίδια ζημιά μπορεί να προκληθεί είτε από συμπεριφορά που συνάδει με τη συνήθη αμέλεια, είτε και από συμπεριφορά που ισοδυναμεί με διάρρηξη νομίμου καθήκοντος. Η ορθή δικογράφηση πρέπει να ξεχωρίζει τα δύο αυτά αγώγιμα δικαιώματα όπως υποδεικνύει η υπόθεση London Passenger Transport Board v. Upson [1949] 1 A.C. 155, αλλά και το σύγγραμμα Bullen & Leake - supra- σελ. 59-60». Από τη στιγμή που δεν δικογραφείται αμέλεια της Εναγόμενης 1, δεν μπορεί να τύχει και εξέτασης η συγκεκριμένη αιτία αγωγής που επικαλέστηκαν οι Ενάγουσες στην αγόρευσή τους. Προχωρώ στην επόμενη και τελευταία βάση επί της οποίας στηρίζουν την απαίτησή τους οι Ενάγουσες, ήτοι την παράβαση θέσμιου καθήκοντος εκ μέρους της Εναγόμενης
  1. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω στην ανάπτυξη της νομικής πτυχής της υπόθεσης, η αξίωση των Εναγουσών εδράζεται σε ισχυριζόμενες παραβάσεις του Ν.144(Ι)/2007, οι οποίες δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 143 του εν λόγω νόμου. Η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει, ότι ο Ν.144(Ι)/2007δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση. Η θέση της Εναγόμενης 1 αναλύεται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της στους ακόλουθους τρεις πυλώνες: (α) ο Ν.144(Ι)/2007εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου ΚΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα παρέχουν υπηρεσίες σε επαγγελματική βάση, (β) ουδεμία αστική ευθύνη δύναται να έχει η Εναγόμενη 1 στη βάση του Ν.144(Ι)/2007, καθώς το άρθρο 143 δεν περιλαμβάνεται στα άρθρα της νομοθεσίας που εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις τράπεζες σύμφωνα με το άρθρο 120 του Ν.144(Ι)/2007 και (γ) οι υπηρεσίες λήψης και διαβίβασης, καθώς και της εκτέλεσης εντολών δεν παρέχονται όταν ο επενδυτής αγοράζει χρηματοοικονομικά μέσα απευθείας από τον ίδιο τον εκδότη. Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με τον δεύτερο πυλώνα της εισήγησης του κ. Γιορδαμλή. Σε περίπτωση επιτυχίας της σχετικής εισήγησης, περιττεύει η εξέταση των λοιπών εισηγήσεων της Εναγόμενης 1 αναφορικά με την εφαρμογή ή όχι του Ν.144(Ι)/2007 στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αφού, δεν θα υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα σε περιπτώσεις παράβασης των προνοιών του Ν.144(Ι)/2007 από τράπεζες. Το άρθρο 120 του Ν.144(Ι)/2007 περιλαμβάνεται στο Μέρος XII, το οποίο αφορά αποκλειστικά τις τράπεζες. Η ανάγνωση του άρθρου 120 αποκαλύπτει, όντως, ότι το άρθρο 143, το οποίο προβλέπει για την αστική ευθύνη προσώπων που παραβαίνουν τις διατάξεις του νόμου, δεν περιλαμβάνεται σε αυτό. Το ερώτημα το οποίο πρέπει, κατά την άποψη μου, να απαντηθεί είναι κατά πόσο η μη συμπερίληψη του άρθρου 143 στο άρθρο 120 οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης θέλησε να εξαιρέσει τις τράπεζες από αστική ευθύνη σε περίπτωση παράβασης του Ν.144(Ι)/
  2. Η απάντηση στο τεθέν ερώτημα, είναι, κατά την κρίση μου, αρνητική. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο νομοθέτης αφιέρωσε το Μέρος XII ειδικά στις τράπεζες. Σύμφωνα με τα άρθρα 4
(2)(δ) και 118, οι τράπεζες περιλαμβάνονται στα πρόσωπα που επιτρέπεται να παρέχουν ή να παρουσιάζονται ότι παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή/και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες στη Δημοκρατία. Το δε άρθρο 120 καταγράφει τα άρθρα που, κατ' αναλογία, εφαρμόζονται στις περιπτώσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τράπεζες. Οι αναγραφόμενες στο άρθρο 120 διατάξεις ρυθμίζουν κατά κύριο λόγο τις υποχρεώσεις των ΚΕΠΕΥ, καθώς και τα δικαιώματα των ΚΕΠΕΥ και των ΕΠΕΥ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Συνεπώς, με το άρθρο 120, ο νομοθέτης προσδιόρισε εκείνες τις διατάξεις του Ν.144(Ι)/2007 που αφορούν υποχρεώσεις, ως προς τη δομή, λειτουργία και δικαιώματα των ΚΕΠΕΥ και των ΕΠΕΥ κρατών μελών και τρίτων χωρών οι οποίες, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμόζονται και στις τράπεζες όταν αυτές παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Αυτή η επιλογή του νομοθέτη, ουδόλως σημαίνει ότι όλες οι υπόλοιπες διατάξεις του Ν.144(Ι)/2007 δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις των τραπεζών. Αποδοχή της ερμηνείας του κ. Γιορδαμλή θα καταστρατηγούσε τον σκοπό και το πνεύμα του Ν.144(Ι)/2007 και θα τον καθιστούσε ατελέσφορο, αφού από την μία θα αναγνώριζε την αναλογική εφαρμογή στις τράπεζες των υποχρεώσεων των εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ και ΕΠΕΥ), αλλά από την άλλη θα εξαιρούσε τις τράπεζες από οποιαδήποτε αστική ευθύνη. Περαιτέρω, θα οδηγούσε και σε παράλογα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, εάν ευσταθούσε η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης 1, τότε αυτό θα σήμαινε ότι το άρθρο 62 του Ν.144(Ι)/2007, το οποίο προβλέπει ειδικά για τη σύσταση και τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής του ταμείου αποζημιώσεων επενδυτών πελατών τραπεζών, δεν θα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις των τραπεζών, αφ' ης στιγμής δεν περιλαμβάνεται στα άρθρα πο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.