ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, η οποία έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3647/13, 31/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3647/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧ Ενάγοντες και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, η οποία έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ΧΧΧΧΧ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικού διαχειριστή της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD της οποίας έχει αναλάβει τις εργασίες ως αποκτών πρόσωπο η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενοι ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΣ Αρ. Αγωγής: 3647/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, ΧΧΧΧΧΧΧ Ενάγοντες και
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, η οποία έχει αναλάβει ως αποκτών πρόσωπο τις εργασίες της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED διά του εκάστοτε Ειδικού Διαχειριστή της Εναγόμενοι -------------------- Ημερομηνία: 31.03.2021 Για Ενάγοντες: κ. Α. Μελάς για Σούλα Ιακωβίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κα Α. Κορακίδου μαζί με κα Ξ. Μακρίδου για Aristi Korakidou - Makridou LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες 1 και 2, οι οποίοι είναι σύζυγοι, αγόρασαν κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009 αξιόγραφα της Εναγόμενης 2 έναντι του συνολικού ποσού των €855.
- Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες ήταν για αρκετά χρόνια πελάτες της Εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μεταξύ τους σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης. Η Εναγόμενη 2 και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της με ψευδείς παραστάσεις και/ή δόλο και/ή απάτη, εξαπάτησαν τους Ενάγοντες πείθοντας τους να μετατρέψουν το γραμμάτιο τους εκ ποσού €855.000 σε αξιόγραφα. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγόντων, ότι οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 2 παρείχαν επενδυτικές συμβουλές και προέβησαν σε παραπλανητική ενημέρωση σε σχέση με τα αξιόγραφα υπερτονίζοντας τα πλεονεκτήματα τους και αποκρύβοντας την πραγματική φύση τους και τους κινδύνους που εμπεριείχαν. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 2 κατά την προώθηση των αξιογράφων παραβίασε πρόνοιες Νόμων και Κανονισμών όπως, μεταξύ άλλων, τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμο, Ν.144(Ι)/
- Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 2 ενήργησε με αμέλεια και/ή παρέλειψε να επιδείξει καλή πίστη κατά την άσκηση των εργασιών της για την προστασία και/ή προώθηση και/ή διαφύλαξη των καλώς νοούμενων συμφερόντων των Εναγόντων. Η Εναγόμενη 2 στην τροποποιημένη Υπεράσπιση της εγείρει προδικαστική ένσταση επί του ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εξυγίανσης της Εναγόμενης 2 και/ή δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και/ή το ύψος της ζημίας που ενδεχομένως υπέστηκαν οι Ενάγοντες. Άνευ βλάβης της προδικαστικής ένστασης, η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι δεν παρείχε συμβουλευτικές υπηρεσίες στους Ενάγοντες και η σχέση που υπήρχε μεταξύ τους ήταν η τυπική σχέση τράπεζας και πελάτη της λιανικής τραπεζικής. Οι Ενάγοντες είχαν πλήρη και σαφή ενημέρωση για τα αξιόγραφα και με την ελεύθερη βούληση τους υπέγραψαν τη σχετική αίτηση προς απόκτηση των επίδικων αξιογράφων. Η Εναγόμενη 2 ουδέποτε παραπλάνησε και/ή απόκρυψε στοιχεία από τους Ενάγοντες, αλλά αντιθέτως παρουσίασε σε αυτούς όλα τα διαθέσιμα στοιχεία για να αξιολογήσουν την επένδυση σε αξιόγραφα. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι δεν ενήργησε αμελώς, ούτε και άσκησε επιρροή στους Ενάγοντες παροτρύνοντας τους να αγοράσουν αξιόγραφα. Οι Ενάγοντες στο δικόγραφο της τροποποιημένης Απάντησης, αρνούνται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι κατά την αγορά των αξιογράφων δεν τους δόθηκε το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο. Τέλος, ισχυρίζονται ότι η αγορά των αξιογράφων δεν ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις ασχολήθηκαν με τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που εγείρονται προς επίλυση. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει πιο κάτω, όπου αυτό κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η Ενάγουσα 2, η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε γραπτή δήλωση δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, την οποία και κατέθεσε ως Έγγραφο Α. Στη γραπτή δήλωσή της ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι τόσο η ίδια, όσο και ο σύζυγός της ‑ Ενάγων 1, φοίτησαν μέχρι την έκτη τάξη του δημοτικού σχολείου. Διαμένουν στην Αγγλία και επισκέπτονται την Κύπρο για διακοπές σχεδόν κάθε χρόνο. Τον Απρίλιο του 2007 πώλησαν με τον σύζυγό της μέρος χωραφιού στην ΧΧΧΧ, το οποίο της είχε δοθεί ως προίκα από τους γονείς της. Από την εν λόγω πώληση έλαβαν το ποσό των Λ.Κ. 1.013.
- Μετά την πληρωμή διαφόρων χρεών, παρέμεινε το ποσό των €855.000, το οποίο προοριζόταν για τις ανάγκες των παιδιών τους και για την κάλυψη των δικών τους καθημερινών εξόδων, καθώς ο σύζυγός της ‑ Ενάγων 1 δεν μπορούσε πλέον, για λόγους υγείας, να εργαστεί. Το προαναφερόμενο ποσό των €855.000 κατατέθηκε το 2008 στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην ΧΧΧΧΧ ως γραμμάτιο (Τεκμήριο 1). Το εν λόγω γραμμάτιο ήταν διάρκειας ενός έτους και όταν αυτό θα έληγε, το 2009, επισκέφθηκαν με τον Ενάγοντα 1 το υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 για να ανανεώσουν το γραμμάτιο τους για ακόμη ένα έτος. Κατά την επίσκεψή τους, συναντήθηκαν με τον διευθυντή του υποκαταστήματος, ο οποίος τους πρότεινε όπως ανανεώσουν το γραμμάτιο για περίοδο πέντε ετών, αντί ενός, διότι υπήρχε προσφορά της τράπεζας, η οποία, σε μια τέτοια περίπτωση, θα τους παραχωρούσε ψηλότερο επιτόκιο προς 7% το τρίμηνο. Ο Ενάγων 1 δήλωσε στον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2, ότι η περίοδος των πέντε ετών ήταν αρκετά μεγάλη και ότι θα χρειάζονταν να χρησιμοποιήσουν τα χρήματα για τις ανάγκες των παιδιών τους. Η απάντηση που τους δόθηκε από τον διευθυντή του υποκαταστήματος ήταν, ότι σε περίπτωση που χρειάζονταν οποιαδήποτε χρήματα η Εναγόμενη 2 θα τους παραχωρούσε δάνειο για το ποσό που επιθυμούν και η δόση του δανείου θα πληρωνόταν από τους τόκους. Περαιτέρω, ο εν λόγω διευθυντής, δήλωσε ότι μετά την πάροδο των πέντε ετών, θα λάμβαναν πίσω τα χρήματά τους. Ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 ήταν πειστικός και ως εκ τούτου, αποδέχθηκαν όπως επισκεφθούν εκ νέου το υποκατάστημα την επόμενη ημέρα προκειμένου να υπογράψουν για την ανανέωση του νέου γραμματίου. Στη νέα αυτή επίσκεψη παρούσα ήταν και μια υπάλληλος της Εναγόμενης 2, η οποία κρατούσε αρκετά έγγραφα, τα οποία θα έπρεπε να υπογράψουν. Η δήλωση του διευθυντή του υποκαταστήματος, ότι σε περίπτωση που χρειάζονταν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, τότε, η Εναγόμενη 2 θα τους παραχωρούσε ανάλογο δάνειο, αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα για να πειστούν και να προχωρήσουν στην αποδοχή της προσφοράς της τράπεζας για το νέο αυτό γραμμάτιο. Όταν η Εναγόμενη 2 ανακοίνωσε την παύση πληρωμής των τόκων, βρίσκονταν στο Λονδίνο και τηλεφώνησαν του διευθυντή του υποκαταστήματος για να τους εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Η απάντηση που τους δόθηκε ήταν, ότι η Εναγόμενη 2 αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα στην Ελλάδα και δεν θα καταβάλλονταν οι τόκοι τους επόμενους μήνες μέχρι να διευθετηθούν τα εν λόγω προβλήματα. Ήρθαν στην Κύπρο τον Ιούλιο του 2012 και μετέβηκαν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 ζητώντας εξηγήσεις για το τι είχε συμβεί. Λόγω του ότι δεν λάμβαναν απαντήσεις από την Εναγόμενη 2, προσέφυγαν σε λογιστή, ο οποίος τους εξήγησε ότι τα έγγραφα που υπέγραψαν δεν αφορούν ανανέωση γραμματίου, αλλά αίτηση για αγορά αξιογράφων. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ενημερώθηκαν για το τι είναι τα αξιόγραφα και για το ότι από καταθέτες στην Εναγόμενη 2 μετατράπηκαν σε δανειστές της. Στις 07.08.12 απέστειλαν, με τη βοήθεια του Συνδέσμου Κατόχων Αξιογράφων, επιστολή προς την Εναγόμενη 2, η οποία κοινοποιήθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στην Κεντρική Τράπεζα και στον Υπουργό Οικονομικών (Τεκμήριο 7). Οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 2 διαφήμισαν τα αξιόγραφα ως ένα νέο καταθετικό σχέδιο γραμματίου, πράγμα το οποίο δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Εκμεταλλεύτηκαν ουσιαστικά την εμπιστοσύνη που η ίδια και ο σύζυγός της, Ενάγων 1, είχαν στην Εναγόμενη 2 και το επίπεδο μόρφωσής τους, εμποδίζοντας τους να ενεργήσουν στη βάση της δικής τους βούλησης. Σε περίπτωση κατά την οποία οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 2 εξηγούσαν επακριβώς τι είναι τα αξιόγραφα και τους προειδοποιούσαν για τους κινδύνους σε σχέση με αυτά, δεν υπήρχε περίπτωση να προέβαιναν στην αγορά τους. Δεν είχαν καμία επιθυμία να επενδύσουν, αφού τα χρήματά τους, προορίζονταν για τα παιδιά τους και για τις δικές τους ανάγκες. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι στην Αγγλία ασχολούνταν ως εργάτες σε ραφεία. Σε σχέση με τα χρήματα του γραμματίου (Τεκμήριο 1), επισκέφθηκαν το υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην ΧΧΧΧΧ μόνο μια φορά, κατά το 2008, όταν και κατατέθηκαν τα χρήματα. Ακολούθως, επισκέφθηκαν ξανά το εν λόγω υποκατάστημα το 2009 για σκοπούς ανανέωσης του γραμματίου. Κατά την εν λόγω επίσκεψή τους και τη συζήτηση που είχαν με τον διευθυντή του υποκαταστήματος, ο τελευταίος δεν ανέφερε τη λέξη «αξιόγραφα» και ότι αυτά αποτελούν επενδυτικό προϊόν. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι επισκέφθηκαν ξανά το υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 την επόμενη ημέρα, ενόψει του ενδιαφέροντος που υπέδειξαν για την αγορά των αξιογράφων. Επίσης, αρνήθηκε ότι ο λόγος της επανόδου τους την επόμενη ημέρα, ήταν για να τους δοθεί η σχετική αίτηση και το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο (στο εξής «Ε.Π.Μ»). Σε σχέση με την πιστοποιημένη λειτουργό της Εναγόμενης 2 - Μ.Υ.2, δήλωσε ότι δεν τους επεξήγησε οτιδήποτε, αλλά τους οδήγησε σε μια παράμερη γωνιά του υποκαταστήματος για να υπογράψουν το νέο γραμμάτιο. Μετροφυλλούσε συνεχώς έγγραφα που είχε μπροστά της, χωρίς να τους αφήσει να δουν οτιδήποτε. Στην υποβληθείσα θέση, ότι η πιστοποιημένη υπάλληλος της Εναγόμενης 2 επεξήγησε το περιεχόμενο του Ε.Π.Μ και ειδικότερα τους κινδύνους από την αγορά αξιογράφων, η μάρτυρας επανέλαβε ότι δεν τους ανέφερε οτιδήποτε. Αυτό το οποίο δηλώθηκε στην ίδια και τον Ενάγοντα 1, ήταν ότι πρόκειται για ένα καινούργιο σχέδιο διάρκειας πέντε ετών και ότι με την πάροδο των εν λόγω ετών, θα λάμβαναν εγγυημένα πίσω τα χρήματά τους, πλέον τους σχετικούς τόκους. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 2 υπέβαλε, ότι μετά την επεξήγηση των χαρακτηριστικών των αξιογράφων από τη Μ.Υ.2 στις 16.04.09, επιφύλαξαν με τον σύζυγό της το δικαίωμά τους να σκεφθούν τα οφέλη και τους κινδύνους από τα αξιόγραφα και επανήλθαν στις 22.04.09, όπου η ίδια και ο σύζυγός της υπέγραψαν το Τεκμήριο 2 για την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Η μάρτυρας επανέλαβε, ότι δεν γνώριζαν οτιδήποτε για τα αξιόγραφα και ότι ήταν με την εντύπωση ότι υπέγραφαν για την ανανέωση του γραμματίου τους. Η Μ.Ε.1 συμφώνησε, ότι η Εναγόμενη 2 τους παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού, αρνήθηκε, όμως, ότι ήταν σε γνώση της ότι για την παραχώρηση των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων δεσμεύτηκαν 55 από τα επίδικα αξιόγραφα που αγόρασαν. Τόνισε, ότι αυτό το οποίο γνωρίζει είναι πως για τις προαναφερόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις ενεχυριάστηκε το γραμμάτιο τους. Η επιστολή ‑ Τεκμήριο 7 συντάχθηκε με τη βοήθεια των δικηγόρων τους και δεν γνώριζε το περιεχόμενό της. Συμφώνησε με τη θέση της κας Κορακίδου, ότι η ίδια και ο Ενάγων 1 δεν είχαν οποιαδήποτε ιδιαίτερη σχέση ή συχνή επαφή με τους υπαλλήλους της Εναγόμενης
- Αρνήθηκε, όμως, τη θέση της κας Κορακίδου ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν σε γνώση τους, ότι αγόραζαν αξιόγραφα. Τέλος, διαφώνησε με τη θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης 2, ότι τα όσα ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο για ανανέωση του γραμματίου αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Η Μ.Ε.2 εργάζεται ως δικηγόρος στο ένα εκ των δικηγορικών γραφείων που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, ως την κυρίως εξέτασή της (Έγγραφο Β). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο εγγράφου ερωταπαντήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών Κεφαλαιαγοράς ημερ. 03.11.09 και ως δέσμη Τεκμηρίου 11 αντίγραφο της Έκθεσης Ειδικού Ελέγχου της Εναγόμενης 2 ημερ. 17.10.
- Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσο τα επίδικα αξιόγραφα ήταν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Επίσης, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση δόθηκε στους Ενάγοντες επενδυτική συμβουλή από υπαλλήλους της Εναγόμενης
- Η Μ.Ε.3, επίσης δικηγόρος στο ένα εκ των δικηγορικών γραφείων που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, υιοθέτησε τη γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Γ) ως την κυρίως εξέτασή της, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο εγγράφου υπενθύμισης εκδοθέν από την Κοινή Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών του χρηματοοικονομικού τομέα σε σχέση με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ (στο εξής «MIFID»). Στις παραγράφους 23‑50 του Τεκμηρίου 12 γίνεται ειδική αναφορά στην προστασία που πρέπει να απολαμβάνουν οι επενδυτές με βάση τη MIFID και ειδικότερα, γίνεται αναφορά στην αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων και στην υποχρέωση παροχής ακριβούς, σαφούς και μη παραπλανητικής πληροφόρησης. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει εστία σύγκρουσης συμφερόντων, εφόσον η Εναγόμενη 2 ενήργησε υπό διπλή ιδιότητα, δηλαδή τόσο του εκδότη, όσο και του παρόχου επενδυτικών υπηρεσιών. Στην παράγραφο 28 του Τεκμηρίου 12 αναφέρεται, ότι συγκρούσεις συμφερόντων δημιουργούνται κατά την πώληση περίπλοκων προϊόντων, ειδικά όταν ο πωλητής είναι και ο εκδότης. Περαιτέρω, η προστασία των επενδυτών, που απορρέει από τη MIFID, εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα εκδίδει τις δικές του αξίες στην πρωτογενή αγορά. Αντεξεταζόμενη η Μ.Ε.3 δήλωσε ότι στο Ε.Π.Μ του 2009 δεν γινόταν οποιαδήποτε πρόβλεψη για σύγκρουση συμφερόντων. Στη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 2, ότι το Ε.Π.Μ δόθηκε στους Ενάγοντες οι οποίοι ενημερώθηκαν και από τη Μ.Υ.2 για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων, αλλά και για τη σύγκρουση συμφερόντων, η μάρτυρας είπε ότι δεν είναι σε θέση να απαντήσει. Ο Μ.Υ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Δ), δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται ως σύμβουλος στο γραφείο του ειδικού διαχειριστή της Εναγόμενης
- Γνωρίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση από την ενασχόλησή του με την ειδική διαχείριση της Εναγόμενης 2 και λόγω της τριβής του με τα επίδικα θέματα, καθώς και από τα διάφορα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι υπεύθυνος για τον εντοπισμό εγγράφων και την παραχώρηση πληροφοριών στους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Εναγόμενη 2 σε διάφορες δικαστικές υποθέσεις. Κατά την περίοδο Μαΐου 2010 μέχρι και τον Μάρτιο 2013, ήταν διευθυντής ελέγχου εξωτερικού και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση αξιογράφων οποιασδήποτε χρονιάς ή σειράς. Η Εναγόμενη 2 έκδωσε το Ε.Π.Μ ημερομηνίας 07.04.09 που αφορούσε στην έκδοση 250.000 αξιογράφων κεφαλαίου αόριστης διαρκείας, ονομαστικής αξίας €1.000 έκαστο. Το επενδυτικό κοινό ενημερώθηκε για τη διάθεση των αξιογράφων μέσω των υπαλλήλων της Εναγόμενης
- Σε όσους επέδειξαν ενδιαφέρον, παραδόθηκε αριθμημένη αίτηση για αγορά αξιογράφων, η οποία συνοδευόταν από αριθμημένο ονομαστικό Ε.Π.Μ. Ακολούθως, διευθετείτο συνάντηση με εξουσιοδοτημένο άτομο πωλήσεως αξιογράφων προκειμένου να επεξηγηθούν τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και να επιλυθούν τυχόν απορίες. Στις 16.04.09, οι Ενάγοντες υπέγραψαν την αίτηση με αριθμό 602 για αγορά 855 αξιογράφων (Τεκμήρια 2, 2Α και 2Β). Η πληρωμή του ποσού των €855.000, το οποίο αντιστοιχούσε στην αγορά 855 αξιογράφων προς €1.000 έκαστο, διεκπεραιώθηκε στις 22.04.09 με χρέωση λογαριασμού που διατηρούσαν οι Ενάγοντες στην Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 17). Κατά την ίδια ημερομηνία, καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση στο εσωτερικό σύστημα της Εναγόμενης
- Ανάμεσα στα έγγραφα που έχει παραλάβει, περιλαμβάνονται και μητρώα που διατηρούσε η Εναγόμενη 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο και αφορούν την παράδοση του Ε.Π.Μ στους υποψήφιους πελάτες που προέβαιναν σε υποβολή αίτησης αγοράς αξιογράφων. Για την παρούσα περίπτωση, εντόπισε το μητρώο παράδοσης του Ε.Π.Μ, το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 18, το Ε.Π.Μ στάλθηκε στο υποκατάστημα της ΧΧΧΧΧ στις 16.04.
- Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει ότι οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της ΧΧΧΧΧ, ενόψει της εκδήλωσης ενδιαφέροντος για αγορά αξιογράφων εκ μέρους των Εναγόντων, αποτάθηκαν στη Marfin C.L.R (Financial Services) Ltd (στο εξής «Marfin C.L.R») για να εξασφαλίσουν την αριθμημένη αίτηση και το αριθμημένο Ε.Π.Μ. Περαιτέρω, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έλαβαν το Ε.Π.Μ στις 16.04.09 και επανήλθαν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στις 22.04.09 για ολοκλήρωση της αγοράς και της πληρωμής. Από την ημερομηνία αγοράς των αξιογράφων μέχρι και την ημερομηνία παύσης καταβολής τόκου εκ μέρους της Εναγόμενης 2 στις 30.06.12, οι Ενάγοντες έλαβαν ως τόκους το συνολικό ποσό των €191.353,75, το οποίο, μετά την αφαίρεση των φόρων, περιορίστηκε στο καθαρό ποσό των €169.175,
- Κατά την αντεξέτασή του, δήλωσε ότι δεν επικοινώνησε και δεν έλαβε πληροφορίες από τα πρόσωπα που φέρεται ότι συνέταξαν ή εμπλέκονται στα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια. Ειδικότερα, διευκρίνισε ότι δεν ήλθε σε επαφή με την υπάλληλο της Εναγόμενης 2 που φέρεται ότι παρέλαβε το Ε.Π.Μ σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Διευκρίνισε, ότι το Τεκμήριο 18 τηρείτο από τη Marfin C.L.R, η οποία, βάσει των οδηγιών, παρέδιδε τα Ε.Π.Μ και τις αιτήσεις όταν υπήρχε ενδιαφέρον από υποψήφιους πελάτες. Όταν του ανατέθηκαν καθήκοντα στην ειδική διαχείριση της Εναγόμενης 2 σε σχέση με τα αξιόγραφα, εξασφάλισε πληροφορίες από τα αρμόδια πρόσωπα που ήταν υπεύθυνα για την πώλησή τους, δηλαδή τους εξουσιοδοτημένους πωλητές. Δεν έκρινε σκόπιμο να επικοινωνήσει με διευθυντές υποκαταστημάτων της Εναγόμενης
- Αυτό το οποίο προκύπτει από τις οδηγίες που εκδόθηκαν σε σχέση με τα αξιόγραφα, ήταν ότι τα καταστήματα θα έπρεπε να προσελκύσουν πελάτες και όταν υπήρχε ενδιαφέρον, θα ενημερώνονταν οι εξουσιοδοτημένοι πωλητές για να ολοκληρώσουν την πράξη πώλησης των αξιογράφων. Όσον αφορά τα "bonus" από την πώληση αξιογράφων, ο Μ.Υ.1 διευκρίνισε ότι αυτά δίδονταν στις μονάδες και όχι στους υπαλλήλους, οι οποίοι μόνο έμμεσα μπορεί να είχαν κάποια ανταμοιβή, όπως για παράδειγμα ένα δείπνο ή μια διανυκτέρευση. Επίσης, ανέφερε ότι στη βάση συμφωνίας μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Ε.Τ.Υ.Κ, η πώληση αξιογράφων δεν περιλαμβανόταν στην αξιολόγηση των υπαλλήλων για σκοπούς προαγωγής. Στην επίδικη αγορά αξιογράφων, πέραν της εξουσιοδότησης για χρέωση συγκεκριμένου λογαριασμού για την αγορά τους, η οποία περιλαμβάνεται στη σχετική αίτηση (Τεκμήριο 2, 2Α και 2Β), υπογράφηκε επιπρόσθετα και σχετικό παραστατικό - Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας διευκρίνισε, ότι αφ' ης στιγμής οι σχετικές οδηγίες περιλαμβάνονταν στην αίτηση, δεν χρειαζόταν και η υπογραφή του Τεκμηρίου 17, ωστόσο, πιθανό να έγινε αυτό, διότι η ημερομηνία υπογραφής της αίτησης ήταν στις 16.04.09, ενώ η ημερομηνία καταχώρησής της στο σύστημα και η ημερομηνία χρέωσης του λογαριασμού των Εναγόντων ήταν στις 22.04.
- Δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο μεσολάβησε το χρονικό διάστημα από τις 16 μέχρι τις 22.04.09 και κατά πόσο οι Ενάγοντες επανήλθαν στις 22.04.09, διότι ήθελαν στο μεσοδιάστημα να μελετήσουν τα έγγραφα που τους δόθηκαν. Τέλος, ο Μ.Υ.1 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο αριθμός μερίδας επενδυτή σε σχέση με τους Ενάγοντες ανοίχθηκε επ' ευκαιρία της αγοράς των επίδικων αξιογράφων. Η Μ.Υ.2 κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής της, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Ε. Σε αυτήν ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι πιστοποιημένο πρόσωπο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και ότι από τον Απρίλη του 2009 εκτελεί καθήκοντα τραπεζικού υπαλλήλου και συγκεκριμένα είναι "product specialist" και πιστοποιημένη εξουσιοδοτημένη λειτουργός πωλήσεως χρηματοοικονομικών μέσων. Κατά τον επίδικο χρόνο ασκούσε χρέη εξουσιοδοτημένου λειτουργού πωλήσεως χρηματοοικονομικών μέσων και δεν διέθετε πελατολόγιο. Οι συναντήσεις της με ενδιαφερόμενους πελάτες για αγορά αξιογράφων διευθετούνταν μέσω των διευθυντών των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 2 ή άλλων υπαλλήλων της. Στις συναντήσεις που πραγματοποιούσε με ενδιαφερόμενους πελάτες, επεξηγούσε τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, τους κινδύνους που ενείχαν και επίλυε τυχόν απορίες τους. Δεν έδιδε επενδυτικές συμβουλές και δεν αξιολογούσε κατά πόσο τα αξιόγραφα ήταν κατάλληλο χρηματοοικονομικό μέσο για τον συγκεκριμένο πελάτη. Σε κάθε συνάντηση προέτρεπε τους ενδιαφερόμενους πελάτες να μελετήσουν το Ε.Π.Μ και ειδικότερα τους παράγοντες κινδύνου. Περαιτέρω, προέτρεπε τους υποψήφιους πελάτες, όπως λάβουν επενδυτική συμβουλή από ειδικούς συμβούλους. Η τακτική που ακολουθούσε η Εναγόμενη 2, σε σχέση με τα αξιόγραφα του 2009, ήταν να προωθούνται στα καταστήματα της Εναγόμενης 2 τα Ε.Π.Μ, προκειμένου να δοθούν στους ενδιαφερόμενους πελάτες για να τα μελετήσουν κατά την ημέρα της προγραμματισμένης με την ίδια συνάντησης. Στην επίδικη περίπτωση, μέσω των υπαλλήλων της Εναγόμενης 2, ορίστηκε στις 16.04.09 συνάντηση της ιδίας με τους Ενάγοντες για να τους επεξηγήσει τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων. Μετέβηκε στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην ΧΧΧΧΧ, όπου συνάντησε τους Ενάγοντες, τους επεξήγησε τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και επέλυσε απορίες τους. Κατά την ημέρα της συνάντησής της με τους Ενάγοντες, οι τελευταίοι είχαν στην κατοχή τους το Ε.Π.Μ, το οποίο ήταν αριθμημένο και έφερε το όνομά τους. Οι Ενάγοντες αποφάσισαν να υποβάλουν την αίτηση για αγορά των επίδικων αξιογράφων (Τεκμήριο 2, 2Α και 2Β) και υπέγραψαν στην παρουσία της την προαναφερόμενη αίτηση. Ουδέποτε διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες για τις αποδόσεις των αξιογράφων και ούτε τους προέτρεψε να επενδύσουν σε αυτά. Οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν δεόντως, ότι τα αξιόγραφα ήταν επενδυτικό προϊόν και απαιτείτο η δημιουργία μερίδας επενδυτή στο Χρηματιστήριο. Δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο για την πώληση των αξιογράφων και ουδέποτε έλαβε "bonus" ή προμήθειες από την πώληση αξιογράφων. Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ότι για την πώληση των αξιογράφων ενεργούσε στη βάση οδηγιών που της δίδονταν από την Εναγόμενη
- Αναγνώρισε ότι τα Τεκμήρια 4 και 6 περιλαμβάνουν σχετικές οδηγίες που κυκλοφόρησαν το 2009, δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο υπήρχαν και άλλοι εγκύκλιοι που είχαν κυκλοφορήσει την επίδικη περίοδο. Στις οδηγίες που είχαν δοθεί από την Εναγόμενη 2 για τα αξιόγραφα του 2009, δεν περιλαμβανόταν η διενέργεια κατηγοριοποίησης του ενδιαφερόμενου πελάτη. Επίσης, δεν υπήρχε πρόνοια για διενέργεια ελέγχου συμβατότητας ή για αποστολή προειδοποιητικού μηνύματος. Δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο τα πιο πάνω δεν συμπεριλαμβάνονταν στις οδηγίες που εκδόθηκαν για τα αξιόγραφα του
- Επίσης, δεν γνωρίζει τον λόγο για τον οποίο στις μετέπειτα εκδόσεις αξιογράφων, των ετών 2010 και 2011, δόθηκαν οδηγίες για διενέργεια και των πιο πάνω διαδικασιών. Από έρευνα που πραγματοποίησε η ίδια, μέσω του διαδικτύου, αλλά και μέσω εγχειριδίων που είχε στην κατοχή της, δεν κατέληξε σε αποτέλεσμα ως προς το κατά πόσο τα επίδικα αξιόγραφα ήταν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Συμφώνησε, με τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων, ότι το στοιχείο της περιπλοκότητας ενός χρηματοοικονομικού μέσου είναι σημαντικό, διότι σε αυτήν την περίπτωση χρειάζεται να διενεργηθεί έλεγχος συμβατότητας. Κατά τις συναντήσεις της με τους διάφορους υποψήφιους πελάτες, στόχος της δεν ήταν απλώς να μεταφέρει τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και να ενεργήσει σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγόμενης 2, αλλά φρόντιζε όπως αυτά τα οποία έλεγε γίνουν κατανοητά από τον ενδιαφερόμενο πελάτη. Για αυτό τον λόγο, διέθετε αρκετό χρόνο στις συναντήσεις που πραγματοποιούσε και αρκετές φορές χρειάστηκε να πραγματοποιήσει πέραν της μίας συνάντησης με ενδιαφερόμενους πελάτες. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο πριν τη δική της συνάντηση με τους Ενάγοντες προηγήθηκε συνάντηση των τελευταίων με άλλον υπάλληλο της Εναγόμενης
- Συνεπώς, δεν μπορεί να γνωρίζει τι λέχθηκε σε τυχόν συνάντηση που προηγήθηκε της δικής της συνάντησης με τους Ενάγοντες. Δήλωσε, ωστόσο, ότι οι σαφείς οδηγίες της Εναγόμενης 2 ήταν να μην δίδονται επενδυτικές συμβουλές από οποιοδήποτε υπάλληλό της σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο αγοραστή. Τόνισε, παράλληλα, ότι από τη συνάντηση που είχε με τους Ενάγοντες δεν διαπίστωσε ότι είχε δοθεί προηγουμένως επενδυτική συμβουλή σε αυτούς. Στις συναντήσεις που είχε με πελάτες, δεν ρωτούσε για τη μόρφωσή τους. Φρόντιζε πάντοτε να χρησιμοποιεί απλές λέξεις και έννοιες, έτσι ώστε να μην είναι δύσκολο για τους πελάτες να κατανοήσουν τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων. Αναφορικά με τη συμπλήρωση της επίδικης αίτησης για αγορά αξιογράφων, η Μ.Υ.2 ανέφερε ότι δεν θυμάται κατά πόσο η αίτηση είχε συμπληρωθεί πριν φθάσει η ίδια στο υποκατάστημα της Εναγόμενης
- Τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν ιδιαίτερα πολυάσχολη και είναι πιθανό συνάδελφοι της στα υποκαταστήματα να συμπλήρωναν τις αιτήσεις μέχρι να μεταβεί η ίδια στο υποκατάστημα. Αυτό συνέβαινε ειδικά στην ΧΧΧΧΧ, όπου χρειαζόταν κάποιος χρόνος για να μεταβεί από την Πάφο. Στις περιπτώσεις, ωστόσο, που μια αίτηση συμπληρωνόταν από συναδέλφους της, όταν έφθανε η ίδια στο υποκατάστημα, διάβαζε την αίτηση μαζί με τους ενδιαφερόμενους πελάτες για επιβεβαίωση όλων των πληροφοριών που είχαν καταγραφεί σε αυτήν. Όσον αφορά το Ε.Π.Μ, δεν ήταν δική της ευθύνη να το παραδώσει στους ενδιαφερόμενους πελάτες. Η ευθύνη της περιοριζόταν στο να επιβεβαιώσει ότι το είχαν λάβει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό έπραξε. Δεν ήταν, όμως, σε θέση να θυμηθεί πώς ακριβώς εξελίχθηκε η συνάντηση με τους Ενάγοντες και κατά πόσο είχαν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις σε σχέση με το Ε.Π.Μ. Σε περίπτωση που διαπίστωνε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν αντιληφθεί την πράξη στην οποία θα προχωρούσαν, τότε, δεν θα προχωρούσε η διαδικασία και η αίτηση θα σκιζόταν. Σε κάθε περίπτωση, στις συναντήσεις πάντοτε γινόταν επεξήγηση του Ε.Π.Μ. Στην υποβληθείσα θέση ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε είδαν και έλαβαν το Ε.Π.Μ, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση του κ. Μελά, ότι η εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση περιορίστηκε στο να παρουσιαστεί κατά το κλείσιμο της πώλησης και να υπογράψει την επίδικη αίτηση. Επίσης, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι ήταν αυτή που παρουσίασε το Ε.Π.Μ, καθώς και ότι στην απορία του Ενάγοντα 1 για το μέγεθος των εγγράφων, η απάντηση που του έδωσε ήταν ότι αυτοί ήταν οι όροι της Εναγόμενης 2, σε σχέση με τα αξιόγραφα. Τέλος, αρνήθηκε τη θέση ότι δεν βεβαιώθηκε ότι οι Ενάγοντες αντιλήφθηκαν αυτά τα οποία τους ανέφερε στη συνάντησή τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει, ότι τα γεγονότα που παρατίθενται πιο κάτω αποτελούν μη αμφισβητούμενη ή κοινά αποδεκτή μαρτυρία: · Οι Ενάγοντες 1 και 2 φοίτησαν μέχρι την 6η τάξη του δημοτικού σχολείου. · Από την πώληση μέρους ενός χωραφιού, που είχε παραχωρηθεί ως προίκα στην Ενάγουσα 2, οι Ενάγοντες εισέπραξαν το ποσό των Λ.Κ.1.013.
- · Από το ποσό των Λ.Κ.1.013.000, μετά την πληρωμή διαφόρων χρεών, παρέμεινε στην κατοχή των Εναγόντων το ποσό των €855.000, το οποίο κατατέθηκε στην Εναγόμενη 2 στις 17.04.08 ως κατάθεση τακτής προθεσμίας (γραμμάτιο). Το προαναφερόμενο γραμμάτιο έφερε επιτόκιο 5% και έληγε στις 16.04.
- Πέραν του ποσού των €855.000, οι Ενάγοντες δεν διατηρούσαν άλλες «οικονομίες». · Η Εναγόμενη 2 έκδωσε 250.000 αξιόγραφα κεφαλαίου, αόριστης διάρκειας και ονομαστικής αξίας €1000 το κάθε ένα. Τα εν λόγω αξιόγραφα θα προσφέρονταν σε ενδιαφερόμενους επενδυτές που θα υπέβαλλαν αίτηση ύψους τουλάχιστον €50.
- · Οι Ενάγοντες ενημερώθηκαν για τα αξιόγραφα και για τη δυνατότητα αγοράς τους από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 στην ΧΧΧΧΧ. · Οι Ενάγοντες δεν ανανέωσαν το γραμμάτιο τους και στις 16.04.09 υπέγραψαν αίτηση για την αγορά αξιογράφων κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Η αίτηση ήταν για αγορά 855 αξιογράφων έναντι του ποσού των €855.
- · Οι €855.000 που διατέθηκαν για την αγορά των επίδικων αξιογράφων, προέρχονταν από το γραμμάτιο που διατηρούσαν οι Ενάγοντες. · Κατά τον επίδικο χρόνο, η Εναγόμενη 2 δεν διενεργούσε έλεγχο συμβατότητας και δεν προχωρούσε σε κατηγοριοποίηση των πελατών που επιθυμούσαν να αγοράσουν αξιόγραφα. Επίσης, δεν έδιδε προειδοποιητικό μήνυμα και δεν εφάρμοζε πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων. · Από την ημερομηνία αγοράς των αξιογράφων μέχρι και την ημερομηνία παύσης καταβολής τόκου εκ μέρους της Εναγόμενης 2 στις 30.06.12, οι Ενάγοντες έλαβαν ως τόκους το συνολικό ποσό των €191.353,75, το οποίο, μετά την αφαίρεση των φόρων, περιορίστηκε στο καθαρό ποσό των €169.175,
- Σύμφωνα με την Παπαλλής κ.α ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83, είναι αχρείαστη η αξιολόγηση μαρτυρίας που δεν αμφισβητείται ή αποτελεί κοινό έδαφος. Επομένως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών, με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή, ωστόσο, δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa ν. Κακουρή κ.ά.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Μ.Ε.1 Η αμφισβητούμενη μαρτυρία της Μ.Ε.1 εντοπίζεται στις συναντήσεις που είχαν οι Ενάγοντες με τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 αφενός και τη Μ.Υ.2 αφετέρου. Διευκρινίζω, ότι αυτό που αμφισβητείται είναι το τι λέχθηκε στις εν λόγω συναντήσεις, καθώς το ότι έλαβαν χώρα αποτελεί μη αμφισβητούμενη μαρτυρία. Ξεκινώντας, από τη συνάντηση με τον διευθυντή του υποκαταστήματος, η οποία κατά κοινή ομολογία προηγήθηκε της συνάντησης με τη Μ.Υ.2, οι Ενάγοντες υποστήριξαν ότι ο εν λόγω διευθυντής αναφέρθηκε σε ένα νέο καταθετικό προϊόν διάρκειας 5 ετών με επιτόκιο προς 7%. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.1, ο διευθυντής υποστήριξε ότι στα 5 χρόνια θα λάμβαναν, εγγυημένα, πίσω τα χρήματα τους. Περαιτέρω, δεν χρησιμοποίησε τη λέξη «αξιόγραφα» και δεν ανέφερε ότι το προϊόν που τους πρότεινε ήταν επενδυτικό. Αποτέλεσε, επίσης, ισχυρισμό των Εναγόντων, ότι ο εν λόγω διευθυντής τους παρότρυνε να προβούν στη συγκεκριμένη ενέργεια λέγοντας τους ότι ήταν «κρίμα» να χάσουν τέτοια ευκαιρία. H Μ.Ε.1 δεν μετέφερε, κατά την άποψη μου, την πλήρη αλήθεια σε σχέση με το περιεχόμενο της συνάντησης που είχαν με τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης
- Πιο συγκεκριμένα, στην προσπάθεια της να πείσει ότι η ίδια και ο σύζυγος της δεν ενημερώθηκαν, κατά τον επίδικο χρόνο, ότι θα διέθεταν τα χρήματά τους για την αγορά αξιογράφων, ισχυρίστηκε ότι ο διευθυντής του υποκαταστήματος προέβη στις δηλώσεις που παρατίθενται στην προηγηθείσα παράγραφο. Οι ισχυριζόμενες δηλώσεις διαστρεβλώνουν τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων και δεν θα ήταν, κατά την άποψή μου, λογικό και αναμενόμενο ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 να προβεί σε τέτοιες παραστάσεις προς τους Ενάγοντες. Αυτό, διότι μία τέτοια ενέργεια θα βρισκόταν σε πλήρη διάσταση με τις εσωτερικές οδηγίες που η ίδια η Εναγόμενη 2 έδωσε στους υπαλλήλους της, και επομένως και στον εν λόγω διευθυντή, σε σχέση με την προώθηση των αξιογράφων. Παραπέμπω στα Τεκμήρια 4 και 6, τα οποία κατατέθηκαν από τους Ενάγοντες και αποτελούν, ως ήδη αναφέρθηκε, εσωτερική αλληλογραφία της Εναγόμενης 2 προς τους υπαλλήλους της σε σχέση με την επίδικη έκδοση αξιογράφων. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια αποσπάσματα των Τεκμηρίων 4 και 6, ξεκινώντας από το Τεκμήριο 4 (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου): «Πιο κάτω παραθέτουμε τους σημαντικότερους όρους της έκδοσης: · Σταθερό επιτόκιο 7%, ανά έτος, πληρωτέο κάθε τρεις μήνες για όλη τη διάρκεια των Αξιογράφων. · Τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου δε θα έχουν ημερομηνία λήξης αλλά θα μπορούν, με επιλογή της Τράπεζας (εφόσον ληφθεί η έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου) να εξαγοραστούν στο σύνολό τους, πέντε χρόνια μετά την έκδοσή τους ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία τόκου ακολουθεί. · Όπως και στις προηγούμενες εκδόσεις Αξιογράφων, τα δικαιώματα και οι αξιώσεις των κατόχων των Αξιογράφων Κεφαλαίου 2009 θα είναι μειωμένης εξασφάλισης (subordinated) και δευτερεύουσας προτεραιότητας προς τις αξιώσεις των πιστωτών (που περιλαμβάνουν τους καταθέτες της Τράπεζας), αλλά θα έχουν προτεραιότητα έναντι των μετόχων της Τράπεζας. · Η Τράπεζα προτίθεται να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των Αξιογράφων Κεφαλαίου στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.» Επίσης, στο Τεκμήριο 6 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις στην απάντηση είναι δικές μου): «Ποιοι είναι οι κίνδυνοι των αξιογράφων κεφαλαίου; Τα 'αδύνατα σημεία' της κάθε έκδοσης αξιογράφων κεφαλαίου προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που θέτει η Κεντρική Τράπεζα για να κατηγοριοποιηθούν ως πρωτοβάθμιο υβριδικό κεφάλαιο: · Διάρκεια: Τα αξιόγραφα πρέπει να είναι αόριστης διάρκειας χωρίς ημερομηνία λήξης. Παράλληλα, δεν επιτρέπεται από την Κεντρική Τράπεζα η εξαγορά αξιογράφων από την εκδότρια τράπεζα πριν περάσει χρονικό διάστημα 5 ετών από την έκδοσή τους. · Προτεραιότητα (Subordination): Τα αξιόγραφα αποτελούν άμεσες, μη εξασφαλισμένες και δευτερεύουσας προτεραιότητας (subordinated) υποχρεώσεις. Παράλληλα, καμία πληρωμή τόκου ή πληρωμή κεφαλαίου σε σχέση με αξιόγραφα δε θα καθίσταται πληρωτέα, εκτός και αν η τράπεζα είναι φερέγγυα (solvent) και θα μπορεί να συνεχίσει να είναι φερέγγυα ευθύς αμέσως μετά την πληρωμή. · Αναβολή πληρωμής τόκων: Η εκδότρια τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να μην προβαίνει σε καμία πληρωμή τόκου ή αποπληρωμή κεφαλαίου εάν δεν ικανοποιεί την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια, ή εάν η πληρωμή τόκου θα έχει ως αποτέλεσμα η τράπεζα να παύσει να ικανοποιεί την απαιτούμενη κεφαλαιακή επάρκεια (όπως αυτή ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα). Σε τέτοια περίπτωση, με βάση την πρακτική έκδοσης αξιογράφων από κυπριακές τράπεζες, η πληρωμή των αναβαλλόμενων τόκων θα καταβληθεί μόνο κατά την ημερομηνία εξαγοράς των αξιογράφων, όταν και εάν αυτό αποφασιστεί από την εκδότρια τράπεζα, από το προϊόν που θα προκύψει από την έκδοση συνήθων μετοχών, ενώ δε θα λογίζεται τόκος επί των αναβαλλόμενων πληρωμών τόκων.» Τα προαναφερόμενα αποσπάσματα, αλλά και το συνολικό περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων, αποκαλύπτουν ότι απουσιάζει η παραμικρή αναφορά σε καταθετικό προϊόν ή οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση προτροπή προς τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 2 για παρουσίαση των αξιογράφων ως ένα νέο είδος γραμματίου. Αντιθέτως, γίνεται κατ' επανάληψη αναφορά σε επένδυση, επενδυτές και επενδυτικό προϊόν. Επίσης, δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαβεβαίωση ή εγγύηση ότι οι τόκοι θα καταβάλλονται ανελλιπώς και τα αξιόγραφα θα εξαγοραστούν με την πάροδο της πενταετίας. Οι φράσεις ότι: «Είθισται τα αξιόγραφα να εξαγοράζονται από τις εκδότριες τράπεζες κατά την πρώτη ημερομηνία που αποκτούν το δικαίωμα εξαγοράς, κάτι που γίνεται για σκοπούς αξιοπιστίας» και «Ταυτόχρονα, δεν μπορεί κάποιος να αγνοήσει το γεγονός ότι το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο παραμένει υγιές και φερέγγυο, με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα λογικό να εκτιμάται πως δεν θα προκύψουν προβλήματα σε σχέση με την πληρωμή τόκων και κεφαλαίου», οι οποίες περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 6, δεν μετατρέπουν τα αξιόγραφα σε καταθετικό προϊόν, ούτε και μεταβάλλουν την αόριστη διάρκεια τους ή το ότι η πληρωμή τόκου ή η αποπληρωμή κεφαλαίου τελούν υπό την αίρεση της κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης
- Με τις πιο πάνω αναφορές εκφράζεται απλώς, στη βάση των δεδομένων που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, η εκτίμηση και η προσδοκία ότι θα επισυμβούν τα πιο πάνω. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε σύσταση προς τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 2 για παράλειψη αναφοράς στη λέξη «αξιόγραφα». Συνεπώς, οι δηλώσεις που αποδίδονται στον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 δεν βρίσκουν έρεισμα στις οδηγίες που έδωσε η Εναγόμενη 2 στους υπαλλήλους της για προώθηση των αξιογράφων. Επίσης, δεν βλέπω για ποιο λόγο ο εν λόγω διευθυντής να παρέλειψε να αναφέρει τη λέξη «αξιόγραφα» και ποια σκοπιμότητα θα εξυπηρετούσε η εν λόγω παράλειψη του. Ανοίγω μία παρένθεση στο σημείο αυτό για να επισημάνω, ότι οι δηλώσεις και οι ενέργειες του διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2, θα πρέπει να κριθούν με βάση τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και όχι με βάση τα όσα επακολουθήσαν κάποια χρόνια αργότερα. Κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε οτιδήποτε μεμπτό στην έκδοση και την πώληση αξιογράφων από την Εναγόμενη
- Ούτε έχουν τεθεί μέσω της μαρτυρίας οποιεσδήποτε αντικειμενικές ενδείξεις, ικανές να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι κατά τον επίδικο χρόνο θα μπορούσε ο συγκεκριμένος υπάλληλος ή οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος της Εναγόμενης 2 να γνωρίζουν το τι θα επακολουθούσε τρία χρόνια αργότερα. Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση, επισημαίνοντας ότι, στη βάση των δεδομένων που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, θα ήταν άτοπο ο διευθυντής να απέφευγε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «αξιόγραφα» ή να αλλοίωνε την εικόνα των αξιογράφων παρουσιάζοντας τα ως ένα εγγυημένο καταθετικό σχέδιο ή προϊόν. Επαναλαμβάνω, ότι τα Τεκμήρια 4 και 6 δεν αφήνουν αμφιβολία, ότι τα αξιόγραφα ήταν επενδυτικό προϊόν αορίστου διάρκειας. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στη συνάντηση των Εναγόντων με τον διευθυντή του υποκαταστήματος, σημειώνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι ο τελευταίος θα αποκόμιζε οποιοδήποτε προσωπικό όφελος, που θα ήταν ικανό να τον ωθήσει στην αλλοίωση των χαρακτηριστικών των αξιογράφων για να επιτύχει, πάση θυσία, την πώλησή τους. Δεν αγνοώ ότι, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 4 και 6, θα διδόταν για κάθε πώληση αξιογράφων σχετική προμήθεια ύψους 5%. Η εν λόγω προμήθεια, ωστόσο, δεν αφορούσε προσωπικά τον διευθυντή και σε κάθε περίπτωση δεν ήταν χρηματική. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη επί του θέματος μαρτυρία του Μ.Υ.1, η προμήθεια αφορούσε το κατάστημα και οι υπάλληλοι απολάμβαναν μόνο έμμεσα κάποια ανταμοιβή, όπως ένα δείπνο ή μια διανυκτέρευση. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Υ.1, η πώληση αξιογράφων δεν περιλαμβανόταν στην αξιολόγηση των υπαλλήλων για σκοπούς περαιτέρω ανέλιξής τους. Προχωρώ στη συνάντηση των Εναγόντων με τη Μ.Υ.
- Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 ως προς το περιεχόμενο της συνάντησης με τη Μ.Υ.2, δεν ήταν πειστική. Η Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέταση της δήλωσε ότι η Μ.Υ.2 προσήλθε στη συνάντηση με αρκετά έγγραφα. Μάλιστα, ανέφερε ότι ένα από τα έγγραφα που κρατούσε η Μ.Υ.2, πιθανό να ήταν το Ε.Π.Μ. Στην αντεξέταση της πρόσθεσε ότι η Μ.Υ.2 μετροφυλλούσε διαρκώς τα έγγραφα που είχε μπροστά της και τα μονόγραφε. Καταρχάς, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε έγγραφο που να φέρει τη μονογραφή της Μ.Υ.
- Στο Ε.Π.Μ (Τεκμήριο 19) δεν υπάρχει μονογραφή, ούτε της Μ.Υ.2, αλλά ούτε και των Εναγόντων. Στην αίτηση για αγορά των αξιογράφων (Τεκμήριο 2, 2Α και 2Β) υπάρχουν μόνο οι μονογραφές των Εναγόντων και σε κάθε περίπτωση αυτές οι μονογραφές τέθηκαν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Μ.Ε.1, πριν έλθει η Μ.Υ.2 (βλ. Τεκμήριο 2). Ανοίγω μία παρένθεση για να επεξηγήσω την αρίθμηση της αίτησης αγοράς αξιογράφων σε Τεκμήριο 2, 2Α και 2Β. Το Τεκμήριο 2 είναι αντίγραφο της αίτησης, το οποίο δεν είναι πλήρως συμπληρωμένο και φέρει τις μονογραφές και υπογραφές των Εναγόντων. Το Τεκμήριο 2Β είναι το πρωτότυπο της αίτησης, πλήρως συμπληρωμένο και το Τεκμήριο 2Α είναι αντίγραφο του Τεκμηρίου 2Β. Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση και σημειώνω, ότι η αίτηση αγοράς αξιογράφων δεν είναι πολυσέλιδη, αφού αυτή αριθμείται σε τέσσερις μόνο σελίδες. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα ποια έγγραφα παρουσίασε προς υπογραφή η Μ.Υ.2, τα οποία, σύμφωνα με την επιστολή των Εναγόντων - Τεκμήριο 7, απαριθμούνταν σε «κάπου 60 σελίδες». Τα πιο πάνω αναδεικνύουν κενά και υπερβολές στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 που προκαλούν ρήγμα και σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της. Περαιτέρω, η Μ.Ε.1 πρόβαλε και αντικρουόμενες θέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ισχυρισμός της περί εκμετάλλευσης, από υπαλλήλους της Εναγόμενης 2, της εμπιστοσύνης που η ίδια και ο Ενάγων 1 είχαν στην Εναγόμενη
- Η εν λόγω δήλωση της ουσιαστικά αναιρέθηκε από την παραδοχή της κατά την αντεξέτασή της, ότι δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με την Εναγόμενη 2 ή συχνή επαφή με τους υπαλλήλους της, αφού επισκέφθηκαν το υποκατάστημά της το 2008, όταν προέβηκαν στην κατάθεση τακτής προθεσμίας και ακολούθως ένα χρόνο αργότερα, όταν προσήλθαν για την ανανέωση του γραμματίου, οπότε και πληροφορήθηκαν για τα αξιόγραφα. Οι 2-3 επισκέψεις που πραγματοποίησαν οι Ενάγοντες στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 σε περίοδο ενός έτους, εξ αντικειμένου δεν μπορούν να δημιουργήσουν τη σχέση εμπιστοσύνης που επικαλέστηκαν. Παράλληλα, μετέωρη και ατεκμηρίωτη παρέμεινε η θέση των Εναγόντων, η οποία καταγράφεται στο Τεκμήριο 7, περί αφόρητης πίεσης και «ψυχολογικά» (αυτή η λέξη χρησιμοποιείται στο Τεκμήριο 7) που κατ' ισχυρισμό υπέστησαν οι Ενάγοντες από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης
- Τέλος, έλαβα υπόψη μου, ότι σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της, η Μ.Ε.1 δάκρυσε λέγοντας «μην με πιέζετε». Οφείλω να παρατηρήσω, ότι η αντεξέταση δεν ήταν φορτική και σε κανένα σημείο δεν παρέκκλινε των επιτρεπτών ορίων έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα εξέτασης δυσμενούς επηρεασμού της μάρτυρος. Προφανώς, η αίσθηση «πίεσης» ήταν το αποτέλεσμα της συναισθηματικής φόρτισης και της απογοήτευσης της Μ.Ε.1 από την απώλεια των €855.
- Υποδεικνύεται, ότι το εν λόγω ποσό είχε πολλαπλή σημασία για τη Μ.Ε.1, αφού, σύμφωνα με αναντίλεκτη μαρτυρία της, αποτελούσε το προϊόν πώλησης της προικώας περιουσίας της και προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη των αναγκών της ιδίας και του Ενάγοντα 1, αλλά και για παροχή οικονομικής βοήθειας στα τρία τέκνα τους. Ως εκ των ανωτέρω, με εξαίρεση τα μη αμφισβητούμενα μέρη της μαρτυρίας της, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στην υπόλοιπη μαρτυρία της Μ.Ε.
- · Μ.Ε 2 και 3 Η μαρτυρία των Μ.Ε. 2 και 3 μπορεί να χαρακτηριστεί ως τυπική. Αυτό, διότι οι μάρτυρες δήλωσαν ότι δεν έχουν οποιαδήποτε προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων. Η μαρτυρία τους ουσιαστικά περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 10‑
- Ειδικότερα, όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 και τις αναφορές της επί του Τεκμηρίου 12, υποδεικνύεται ότι η ερμηνεία και η αξιολόγηση του εν λόγω Τεκμηρίου, ως επίσης και η σημασία που μπορεί να έχει στα πλαίσια της επίδικης διαφοράς, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Συνεπώς, με την επισήμανση που έγινε πιο πάνω σε σχέση με τη Μ.Ε.3, η μαρτυρία των Μ.Ε. 2 και 3 κρίνεται ως αποδεκτή. · Μ.Υ.1 Η εικόνα που αποκόμισα από τον Μ.Υ.1 ήταν θετική. Η μαρτυρία του συνάδει με τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Παρά τη γενικά θετική εικόνα που άφησε ο Μ.Υ.1, υπάρχουν, ωστόσο, μέρη της μαρτυρίας του τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου της απόδειξης, ότι οι μάρτυρες περιορίζονται στην παρουσίαση γεγονότων τα οποία περιήλθαν στην προσωπική τους αντίληψη. Στη βάση της πιο πάνω παγιωμένης αρχής, η θέση του Μ.Υ.1, ότι το Ε.Π.Μ (Τεκμήριο 19) παραδόθηκε στις 16.04.09 στους Ενάγοντες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η συγκεκριμένη δήλωση δεν προέρχεται από προσωπική γνώση του μάρτυρα, αλλά αποτελεί υποθετικό συμπέρασμα βασισμένο στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Το συμπέρασμα του Μ.Υ.1 παρέμεινε, ωστόσο, στη σφαίρα της απλής πιθανότητας. Το Τεκμήριο 18, δεν δηλώνει ότι το Ε.Π.Μ παραδόθηκε στους Ενάγοντες. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος ο Μ.Υ.1 δήλωσε, δεν επικοινώνησε με την υπάλληλο της Εναγόμενης 2 η οποία φέρεται να παρέλαβε, με βάση το Τεκμήριο 18, το Ε.Π.Μ (Τεκμήριο 19) για να εξακριβώσει κατά πόσο όντως το Τεκμήριο 19 παραδόθηκε στις 16.04.09 στους Ενάγοντες. Επίσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Υ.1 για την υπογραφή του παραστατικού - Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε ο Μ.Υ.1, δεν έχει προσωπική γνώση για τον λόγο υπογραφής του Τεκμηρίου 17, ούτε και γνωρίζει θετικά κατά πόσο οι Ενάγοντες επισκέφθηκαν εκ νέου το υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στις 22.04.
- Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί του κινούνται και πάλι στα πλαίσια της απλής πιθανολόγησης. Κατά συνέπεια, με εξαίρεση τα μη αποδεκτά σημεία της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, όπως αυτά προσδιορίστηκαν πιο πάνω, η υπόλοιπη μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. · Μ.Υ.2 Η ουσία της μαρτυρίας της Μ.Υ.2 έγκειται στη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 16.04.09 με τους Ενάγοντες στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην ΧΧΧΧΧ. Θεωρώ, ότι δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στη μαρτυρία της Μ.Υ.2 σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της εν λόγω συνάντησης, καθώς η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της δήλωσε κατ' επανάληψη ότι δεν θυμόταν την υπο αναφορά συνάντηση. Παραθέτω ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα της μαρτυρίας της: «E. Είπατε πριν ότι κάποιες φορές τις περισσότερες γινόταν μια συνάντηση με το στέλεχος που δεν είναι πιστοποιημένος με σκοπό την ενημέρωση του υποψηφίου; A. Μάλιστα. E. Και δεν ήσασταν παρών; A. Μάλιστα. E. Όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση; A. Δυστυχώς δεν θυμούμαι. Πριν να έρθω στην παρούσα δίκη, κάθε φορά ταλαιπωρώ τον εαυτό μου να θυμηθεί, κάποιες περιπτώσεις θυμούμαι και κάποιες όχι. Μετά το '09 ακολουθούν '10, '11, ακολούθησαν παρόμοιες συναντήσεις και εκείνη την περίοδο έβλεπα πάρα πολλούς πελάτες, δεν εφάρμοζα τα τυπικά ωράρια της τράπεζας, από το πρωί μέχρι το βράδυ έβλεπα πελάτες, δεν θυμούμαι όλες τις συναντήσεις. Μακάρι να ήμουν σε θέση να τεκμηριώσω τις απαντήσεις, δεν θυμούμαι τη συγκεκριμένη.» ........................................ «E. Αποσύρω. Δεν θυμάσαι καμία ερώτηση από τους συγκεκριμένους; A. Όχι δεν θυμούμαι το 2009 δυστυχώς, δεν είμαι σε θέση να θυμάμαι σχεδόν καμία συνάντηση από το 2009, πραγματικά προσπαθώ πραγματικά να θυμηθώ, δεν κατάφερα.» .......................................... «E. Δηλαδή υπογράψαν, αποδέχτηκαν το έγγραφο, άρα επήες εσύ έπιασες το μνημόνιο, τι έκανες μετά που υπογράψαν την αίτηση; A. Σας λέω τη συνάντηση τη συγκεκριμένη δεν την θυμάμαι. Αν είχαν οι πελάτες το μνημόνιο, αν το είχαν μελετήσει από πριν, αν ήταν η πρώτη συνάντηση η συγκεκριμένη δεν θυμούμαι να απαντήσω τούτες τις απαντήσεις.» Η επαναλαμβανόμενη δήλωση της Μ.Υ.2 ότι δεν θυμόταν τη συνάντηση στις 16.04.09 αναιρεί τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην κυρίως εξέτασή της σε σχέση με την παράδοση του Ε.Π.Μ στους Ενάγοντες και τις αναφορές της περί παραπομπής τους στο περιεχόμενο του. Ομοίως αναιρούνται οι ισχυρισμοί της περί επίλυσης αποριών των Εναγόντων. Συνιστά σχήμα οξύμωρο και λογική ανακολουθία από τη μία να δηλώνει τα προαναφερόμενα και από την άλλη να ξεκαθαρίζει ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί την επίδικη συνάντηση. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της περί υπογραφής της αίτησης αγοράς αξιογράφων στην παρουσία της, έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που υποβλήθηκε στη Μ.Ε.1 κατά την αντεξέτασή της. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκε η θέση ότι οι Ενάγοντες υπέγραψαν την επίδικη αίτηση, πριν προσέλθει στη συνάντηση η Μ.Υ.2, εξ ου και είχαν στην κατοχή τους το Τεκμήριο 2 το οποίο φέρει μόνο τις υπογραφές των Εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, από τη στιγμή που η μάρτυρας δεν θυμάται τη συνάντηση, τότε, ασφαλώς δεν μπορεί να δηλώνει θετικά ότι η αίτηση αγοράς αξιογράφων υπογράφηκε στην παρουσία της. Οι ισχυρισμοί της Μ.Υ.2, και σε αυτήν την περίπτωση, αλληλοσυγκρούονται και παρουσιάζουν λογική ανακολουθία. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός της Μ.Υ.2 ότι η εντύπωση που της προκλήθηκε από τους Ενάγοντες ήταν ότι οι τελευταίοι δεν είχαν λάβει επενδυτική συμβουλή από τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 τελεί, και πάλι, σε διάσταση με τη δήλωσή της ότι δεν θυμάται τη μεταξύ τους συνάντηση. Για τον ίδιο λόγο, η βεβαιότητα που εξέφρασε η Μ.Υ.2 περί του ότι οι Ενάγοντες κατανόησαν τι εστί αξιόγραφα, παρέμεινε γράμμα κενό. Από την άλλη, δεν αγνοώ το γεγονός της παρόδου 11 και πλέον ετών από τη συνάντηση των Εναγόντων και της Μ.Υ.2 μέχρι την ημέρα που η τελευταία κατέθεσε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Έχω λάβει επίσης υπόψη μου τη δήλωσή της ότι και στη συνάντηση με τους Ενάγοντες ακολούθησε την ίδια διαδικασία που ακολουθούσε σε κάθε συνάντηση με πελάτες που ενδιαφέρονταν για την αγορά αξιογράφων. Είναι μεν φυσικό, μετά την πάροδο ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, η μάρτυρας να μην είναι σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη της λεπτομέρειες της εν λόγω συνάντησης. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της δήλωσε απερίφραστα, ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε από την εν λόγω συνάντηση. Δεν μπορεί να παραμείνει χωρίς σχολιασμό το γεγονός, ότι η Μ.Υ.2 στην κυρίως εξέταση της ουδέν ανάφερε περί αδυναμίας να θυμηθεί την επίδικη συνάντηση. Αντιθέτως, πρόβαλε θετικούς ισχυρισμούς (βλ. παραγράφους 9 - 13 του Εγγράφου Ε) και μόνο κατά την αντεξέταση της δήλωσε ότι δεν θυμόταν καθόλου την επίδικη συνάντηση. Επομένως, η γενική αναφορά της ότι εφάρμοσε και στην παρούσα, ό,τι εφάρμοζε σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις δεν μπορεί να διασκεδάσει τα ανυπέρβλητα προβλήματα που παρουσιάζει η ποιότητα της μαρτυρίας της. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, με εξαίρεση τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της Μ.Υ.2, η υπόλοιπη μαρτυρία της κρίνεται ως μη αξιόπιστη. Ευρήματα Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι σύζυγοι, οι οποίοι σε νεαρή ηλικία μετανάστευσαν στην Αγγλία όπου και εξακολουθούν να διαμένουν μέχρι σήμερα επισκεπτόμενοι την Κύπρο για διακοπές κάθε χρόνο. Αμφότεροι οι Ενάγοντες φοίτησαν μέχρι την έκτη τάξη του δημοτικού. Στην Αγγλία εργάζονταν σε ραφεία. Η Ενάγουσα 2 ήταν ιδιοκτήτρια μέρους ενός χωραφιού το οποίο βρισκόταν στην ΧΧΧΧΧ και της είχε δοθεί ως προίκα. Η Ενάγουσα 2 αποφάσισε με τον σύζυγό της, Ενάγων 1, όπως πωλήσουν το προαναφερόμενο ακίνητο. Από την πώλησή του έλαβαν το ποσό των Λ.Κ. 1.013.
- Με το εν λόγω ποσό εξόφλησαν κάποια από τα χρέη που είχαν και παρέμεινε στην κατοχή τους το ποσό των €855.
- Το εν λόγω χρηματικό ποσό προοριζόταν για παροχή οικονομικής στήριξης στα τρία παιδιά τους και για αντιμετώπιση των δικών τους καθημερινών αναγκών, ενόψει του ότι ο Ενάγων 1 για λόγους υγείας δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί. Το ποσό των €855.000 κατατέθηκε από τους Ενάγοντες, υπό μορφή κατάθεσης τακτής προθεσμίας (γραμμάτιο), στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην ΧΧΧΧΧ στις 17.04.
- Η εν λόγω κατάθεση τακτής προθεσμίας έληγε στις 16.04.09 και έφερε επιτόκιο 5%. Η Εναγόμενη 2 εξέδωσε αξιόγραφα κεφαλαίου, οι όροι έκδοσης των οποίων περιλαμβάνονταν στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 07.04.
- Συγκεκριμένα, εκδόθηκαν 250.000 αξιόγραφα κεφαλαίου αόριστης διάρκειας και ονομαστικής αξίας €1000 το κάθε ένα. Τα εν λόγω αξιόγραφα θα προσφέρονταν σε ενδιαφερόμενους επενδυτές που θα υπέβαλλαν αίτηση ύψους τουλάχιστον €50.
- Οι Ενάγοντες επισκέφθηκαν το υποκατάστημα της Εναγόμενης 2, στις 15.04.09, για σκοπούς ανανέωσης της προαναφερόμενης κατάθεσης τακτής προθεσμίας. Κατά την εν λόγω επίσκεψή τους, συναντήθηκαν με τον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που τους εξυπηρέτησε έναν χρόνο πριν, όταν κατέθεσαν το ποσό των €855.
- Ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 2 πληροφόρησε τους Ενάγοντες για τα αξιόγραφα και για τη δυνατότητα που είχαν για να αγοράσουν αξιόγραφα. Οι Ενάγοντες επανήλθαν την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 16.04.09, στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 όπου υπέγραψαν το ειδικό έντυπο αίτησης για αγορά αξιογράφων κεφαλαίου της Εναγόμενης
- Το ειδικό έντυπο αίτησης έφερε τον αριθμό αίτησης
- Περαιτέρω, στις 16.04.09, οι Ενάγοντες συναντήθηκαν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 με τη Μ.Υ.2, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο πώλησης χρηματοοικονομικών μέσων. Επίσης, στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2, στις 16.04.09, στάλθηκε ηλεκτρονικά το Ε.Π.Μ που περιείχε τους όρους έκδοσης των επίδικων αξιογράφων και το οποίο έφερε τον αριθμό 602 και το ονοματεπώνυμο των Εναγόντων. Η αίτηση των Εναγόντων για αγορά αξιογράφων εγκρίθηκε από την Εναγόμενη 2 και οι Ενάγοντες απέκτησαν 855 αξιόγραφα έναντι του ποσού των €855.
- Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε στην Εναγόμενη 2 στις 22.04.09 και την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε στο «σύστημα» της Εναγόμενης 2 και η αίτηση η οποία υπογράφηκε από τους Ενάγοντες στις 16.04.
- Κατά τον χρόνο έκδοσης και πώλησης των επίδικων αξιογράφων, η Εναγόμενη 2 δεν διενεργούσε έλεγχο συμβατότητας των προσώπων που επιθυμούσαν να αγοράσουν αξιόγραφα. Περαιτέρω, δεν κατηγοριοποιούσε τα εν λόγω πρόσωπα σε ιδιώτες ή επαγγελματίες πελάτες. Επίσης, δεν έδιδε προειδοποιητικό μήνυμα και δεν εφάρμοζε πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων. Οι Ενάγοντες από την ημερομηνία αγοράς των αξιογράφων μέχρι και την ημερομηνία παύσης καταβολής τόκου εκ μέρους της Εναγόμενης 2 επί των αξιογράφων, στις 30.06.12, έλαβαν ως τόκους το συνολικό ποσό των €191.353,75, το οποίο, μετά την αφαίρεση των φόρων, περιορίστηκε στο καθαρό ποσό των €169.175,
- Νομική Πτυχή Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων με την τελική τους αγόρευση περιόρισαν τις αιτίες αγωγής στις ψευδείς παραστάσεις και στην παράβαση νομικών καθηκόντων της Εναγόμενης
- Απαραίτητη προϋπόθεση για να κριθεί μια σύμβαση έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Κεφ.149, είναι όπως αυτή καταρτισθεί με ελεύθερη συναίνεση. Στο άρθρο 14 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι η συναίνεση θεωρείται ότι δόθηκε ελεύθερα, όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση και πλάνη. Σε περίπτωση κατά την οποία η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε μετά από εξαναγκασμό, απάτη, ή ψευδή παράσταση, τότε, η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με αυτόν τον τρόπο (άρθρο 19
(1)Κεφ.149). Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 18 του Κεφ.149 ως εξής: «Ψευδής παράσταση περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». Για την απόδειξη των ψευδών παραστάσεων δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 18(α) του Κεφ.149, η ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης (Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου κ.ά.
(2012), 1Γ Α.Α.Δ., 2637). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts (15th ed), σελ. 419, αναφέρονται τα ακόλουθα για τη διαφορά της απάτης και της ψευδούς παράστασης: "The principal difference between fraud and misrepresentation is that in one case the person making the suggestion does not believe it to be true and in the other he believes it to be true, though in both cases it is a misstatement of fact which misleads." Η απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 2 προωθείται, ως ήδη αναφέρθηκε, και στη βάση της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος και συγκεκριμένα της παράβασης διατάξεων του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, Ν.144(I)/2007, καθώς και στις οδηγίες που έκδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει του προαναφερόμενου νόμου (Κ.Δ.Π 557/07 και 558/07). Σύμφωνα με το άρθρο 143
(1)του Ν.144(I)/2007, οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του κανονισμού (EK Αριθ.1287/2006) υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο. Συμπεράσματα Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι Ενάγοντες μέσω της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων τους περιόρισαν τις αιτίες αγωγής στις ψευδείς παραστάσεις και την παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος. Η πλευρά τώρα της Εναγόμενης 2, μέσω της τελικής αγόρευσης της συνηγόρου της, δεν προώθησε τις προδικαστικές ενστάσεις που εγέρθηκαν στο δικόγραφο της τροποποιημένης Υπεράσπισης και ως εκ τούτου, θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Συνεπώς, κατά τη διατύπωση των συμπερασμάτων μου, θα ασχοληθώ μόνο με τα θέματα που έχουν προωθήσει οι συνήγοροι με τις τελικές τους αγορεύσεις. Ξεκινώ με τη θέση των Εναγόντων, ότι η αγορά των αξιογράφων ήταν το αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων της Εναγόμενης 2 και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογούν συμπέρασμα περί ύπαρξης ψευδών παραστάσεων. Οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις αποδίδονται κατά κύριο λόγο στον διευθυντή του υποκαταστήματος της Εναγόμενης
- Δεν υπάρχει ωστόσο αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το περιεχόμενο της συζήτησης του εν λόγω διευθυντή με τους Ενάγοντες. Επίσης, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία, ούτε και σε σχέση με το περιεχόμενο της συνάντησης των Εναγόντων με τη Μ.Υ.
- Επομένως, οι Ενάγοντες, οι οποίοι έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν απέδειξαν τις ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις. Έρχομαι στη δεύτερη αιτία αγωγής, ήτοι την παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος της Εναγόμενης
- Στην παράγραφο 9 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 παραβίασε, μεταξύ άλλων, τις πρόνοιες του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή την οδηγία που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών και κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων. Η συγκεκριμένη αιτία αγωγής, θεωρώ ότι καλύπτεται δικογραφικά, έστω κι αν δεν εξειδικεύονται οι διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου και/ή της οδηγίας και δεν δίδονται λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων παραβάσεων. Στην υπόθεση Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ., 2134, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Μελάς, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Αν στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ισχυρισμός για παράβαση θεσμίου καθήκοντος, η άλλη πλευρά μπορεί πάντα να ζητήσει λεπτομέρειες. Διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές, έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (Κουρσουμά, ανήλικος ν. Κοσμά
(1991)1 C.L.R. 973 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1 A.A.Δ. 44).» Στην υπό κρίση υπόθεση, η Εναγόμενη 2 δεν ζήτησε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παράγραφο 9 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε επηρεασμό των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 2. Ούτε στην τελική της αγόρευση εγείρεται τέτοιο ζήτημα. Αντιθέτως, στην τελική αγόρευση της Εναγόμενης 2 γίνεται ρητή αναφορά στον Ν.144(Ι)/07 και αναπτύσσεται επιχειρηματολογία ως προς τη μη εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα της υπό κρίση διαφοράς. Έρχομαι, επομένως, στην ουσία. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 2, ως ήδη αναφέρθηκε, υποστήριξε ότι ο Ν.144(Ι)/07δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση διαφορά. Η κα Κορακίδου επικαλέστηκε τις εξαιρέσεις που καθιερώνει το άρθρο 3
(2)(ζ), (ι) και (ια) του Ν.144(Ι)/07. Καταρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ν.144(Ι)/2007θεσπίστηκε προς εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης με την Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21.04.2004 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (MIFID). Τόσο η MIFID, όσο και ο Ν.144(Ι)/2007, περιλαμβάνουν ρυθμίσεις για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από πιστωτικά ιδρύματα. Στο άρθρο 4 του Ν.144(Ι)/2007 καταγράφονται περιοριστικά τα πρόσωπα που επιτρέπεται να παρέχουν ή να παρουσιάζονται ότι παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή και να ασκούν ή να παρουσιάζονται ότι ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία. Μέσα σε αυτά τα πρόσωπα συγκαταλέγονται και οι τράπεζες (άρθρο 4
(2)(δ)). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.144(Ι)/2007 και την ερμηνεία του όρου «χρηματοπιστωτικός τομέας», οι τράπεζες, μαζί με τις ΕΠΕΥ, περιλαμβάνονται στις επιχειρήσεις που, μεταξύ άλλων, αποτελούν τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Περαιτέρω, στα άρθρα 118‑121 του Ν.144(Ι)/2007 γίνεται ειδική αναφορά στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι τράπεζες μπορούν να παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 118, για να παρέχει μια τράπεζα επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες ή και να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες αρκεί η άδεια λειτουργίας που της χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή από αρμόδιες Αρχές άλλων κρατών‑μελών. Σε όλα τα προαναφερόμενα άρθρα δεν τίθεται ως προϋπόθεση, ότι η άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών θα πρέπει να αποτελεί την κύρια επαγγελματική δραστηριότητα των τραπεζών, προκειμένου να εφαρμοστεί ο Ν.144(Ι)/2007. Θεωρώ, ότι, αν ο νομοθέτης ήθελε να περιορίσει την εφαρμογή του Ν.144(Ι)/2007 μόνο στις περιπτώσεις που η άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών αποτελούσε την κύρια επαγγελματική δραστηριότητα των τραπεζών θα το έπραττε ρητά. Συνεπώς, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνεται λόγος για εφαρμογή της εξαίρεσης του άρθρου 3
(2)(ζ) σε ό,τι αφορά τις τράπεζες. Προς αυτήν την κατεύθυνση συνηγορεί και το γεγονός ότι ο νομοθέτης, όπως προκύπτει από το άρθρο 3
(2)(α)‑(γ) του νόμου, εκεί όπου ήθελε να εξαιρέσει συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων, τα οποία μπορούσαν εύκολα να προσδιοριστούν, το έπραξε ρητά. Καθίσταται, επομένως, σαφές, ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει τις τράπεζες στις πρόνοιες του Ν.144(Ι)/07 κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων ή παροχή επενδυτικών υπηρεσιών εκ μέρους τους, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 118 του Ν.144(Ι)/07 (βλ. και άρθρο 4
(2)(δ)). Εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω, ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών δεν γινόταν σε επαγγελματική βάση από την Εναγόμενη 2 ή ότι η πώληση των επίδικων αξιογράφων αποτελούσε δευτερεύουσα εργασία της Εναγόμενης 2. Θα πρέπει δε να σημειωθεί, ότι στο Παράρτημα IV του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/97, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, παρατίθενται οι εργασίες που μπορεί να εκτελεί ένα πιστωτικό ίδρυμα. Στο σημείο 7 του πιο πάνω Παραρτήματος περιλαμβάνεται η διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό του ιδρύματος ή των πελατών του σε σχέση με κινητές αξίες. Ειδικότερα, όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 3
(2)(ι) και (ια) του Ν.144(Ι)/07, σημειώνω τα ακόλουθα. Η επίκληση της εξαίρεσης του άρθρου 3
(2)(ι) από τη συνήγορο της Εναγόμενης 2 είναι θεωρητικής πλέον σημασίας, αφ' ης στιγμής δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία και κατ' επέκταση εύρημα ότι στην προκείμενη περίπτωση η Εναγόμενη 2 παρείχε επενδυτική συμβουλή. Το δε άρθρο 3
(2)(ια), το οποίο επικαλείται εμμέσως στη σελ.47 της αγόρευσης της η κα Κορακίδου, ορίζει ότι η εξαίρεση που καθιερώνει δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές σε εμπορεύματα ή και παράγωγα επί εμπορευμάτων για ίδιο λογαριασμό ανήκουν σε όμιλο του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών. Εν προκειμένω, η προαναφερόμενη εξαίρεση δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθώς, δεν χωρεί αμφιβολία, ότι η κύρια δραστηριότητα της Εναγόμενης 2 ήταν η διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών. Ενόψει των πιο πάνω, θα πρέπει πλέον να εξεταστεί η εφαρμογή του άρθρου 143 του Ν.144(Ι)/07 στα γεγονότα της παρούσας διαφοράς. Το άρθρο 143
(1), έχει ως ακολούθως: «143.-
(1)Οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006, υποχρεούται να αποζημιώνει οποιοδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο, που τυχόν έχουν προκύψει λόγω ενέργειας ή παράλειψης του κατά παράβαση των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή/και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1287/2006: Νοείται ότι τυχόν ποινική ευθύνη ή ευθύνη από διοικητική παράβαση δεν απαλλάσσει τον παραβάτη από τυχόν αστική ευθύνη.» Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να επιλυθεί είναι το κατά πόσο στην επίδικη περίπτωση η Εναγόμενη 2 παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες στους Ενάγοντες. Εν πρώτοις σημειώνω, ότι δεν αμφισβητείται ότι η Εναγόμενη 2 διέθετε, κατά τον επίδικο χρόνο, άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Αδιαμφισβήτητο είναι, επίσης, το γεγονός, ότι τα αξιόγραφα εντάσσονται στην έννοια των χρηματοοικονομικών μέσων, σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του Ν.144(Ι)/07. Συγκεκριμένα, τα αξιόγραφα ανήκουν στην κατηγορία των μεταβιβάσιμων κινητών αξιών (βλ. Τεκμήριο 19 σελ.15 παρ.4.2). Επί της ουσίας τώρα του ζητήματος της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η Εναγόμενη 2 ήταν η εκδότρια των επίδικων αξιογράφων. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 2 επισήμανε στην αγόρευση της, ότι η έκδοση ενός χρηματοοικονομικού μέσου δεν συνιστά επενδυτική υπηρεσία. Με βρίσκει σύμφωνο η συγκεκριμένη παρατήρηση, όχι όμως και η επόμενη πρόταση της κας Κορακίδου στην οποία διατυπώνει την άποψη ότι ούτε η λήψη και διαβίβαση της αίτησης (Τεκμήριο 2, 2Α και 2Β) συνιστούν επενδυτικές υπηρεσίες. Οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Ν.144(Ι)/07, καθορίζονται στο Μέρος Ι του Τρίτου Παραρτήματος. Σε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση εντολών σχετικών με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα, καθώς και η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών. Στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση για αγορά αξιογράφων υπογράφηκε από τους Ενάγοντες και παραδόθηκε στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 2 στην ΧΧΧΧΧ. Οι δε Ενάγοντες απέκτησαν τα 855 αξιόγραφα. Συνεπώς, η Εναγόμενη 2 παρείχε τόσο την επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολής για αγορά των επίδικων αξιογράφων, όσο και την επενδυτική υπηρεσία της εκτέλεσης της εντολής, αφού παραχώρησε στους Ενάγοντες τα 855 αξιόγραφα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αίτησης τους. Το γεγονός της πώλησης από την Εναγόμενη 2 χρηματοοικονομικών μέσων που η ίδια εξέδωσε, δεν αναιρεί την παροχή των προαναφερόμενων επενδυτικών υπηρεσιών. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑688/15 και C‑109/16, Agnieska Anisimoviene κ.ά. v. Bankas "Snoras" AB, en liquidation κ.ά., ημερ. 22.03.18, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα ανέφερε: «...ότι η σύναψη εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος συμβάσεων με τους πελάτες του για την εγγραφή προς αγορά των νέων κινητών αξιών που θα εκδώσει το ίδρυμα αυτό συνιστά επενδυτική υπηρεσία, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας MiFID.» Το επόμενο θέμα που χρήζει επίλυσης, αφορά την τυχόν παραβίαση από την Εναγόμενη 2 των διατάξεων του Ν.144(Ι)/2007 ή των οδηγιών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, κατά την παράθεση της μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας, η Εναγόμενη 2 δεν εφάρμοζε πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων και δεν διεξήγαγε έλεγχο συμβατότητας. Σε αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα άρθρα 29
(1)και 36
(1)(δ) και (ε) του Ν.144(Ι)/07 : «29.-
(1)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να λαµβάνει κάθε εύλογο µέτρο για τον εντοπισµό των συγκρούσεων συµφερόντων µεταξύ αυτής της ιδίας, περιλαµβανοµένων των διευθυντικών στελεχών και υπαλλήλων της, συνδεδεµένων της αντιπροσώπων, ή άλλων αρµόδιων προσώπων, καθώς και κάθε προσώπου που συνδέεται µαζί τους άµεσα ή έµµεσα µε σχέση ελέγχου, και των πελατών της, ή µεταξύ δύο πελατών της, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόµενης υπηρεσίας ή συνδυασµού αυτών των υπηρεσιών. 36
(1)(δ) η ΚΕΠΕΥ οφείλει, όταν παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των προβλεποµένων στην παράγραφο (γ), να ζητεί από τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τοµέα σε σχέση µε το συγκεκριµένο τύπο προσφερόµενου ή ζητούµενου χρηµατοοικονοµικού µέσου ή υπηρεσίας, ώστε να µπορεί η ΚΕΠΕΥ να εκτιµήσει κατά πόσο η προτεινόµενη επενδυτική υπηρεσία ή χρηµατοοικονοµικό µέσο είναι συµβατό µε αυτόν· εφόσον η ΚΕΠΕΥ κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύµφωνα µε την παρούσα παράγραφο, ότι η επενδυτική υπηρεσία ή το χρηµατοοικονοµικό µέσο δεν είναι συµβατό µε τον πελάτη ή τον πιθανό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει περί τούτου, η δε γνωστοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή· αν ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης δεν παράσχει τις πληροφορίες σχετικά µε τη γνώση και την πείρα του, ή παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η ΚΕΠΕΥ οφείλει να τον προειδοποιήσει ότι η παράλειψή του αυτή δεν της επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο η σκοπούµενη επενδυτική υπηρεσία ή το σκοπούµενο χρηµατοοικονοµικό µέσο είναι συµβατό µε αυτόν· η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή· (ε) η ΚΕΠΕΥ, όταν παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες αποτελούµενες αποκλειστικά και µόνο από τη λήψη και διαβίβαση εντολών του πελάτη ή/και την εκτέλεσή τους, µε ή χωρίς την παροχή παρεπόµενων υπηρεσιών, δύναται να παρέχει τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες της χωρίς να εφαρµόζει την παράγραφο (δ), εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις: (
- i)Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν µετοχές εισηγµένες προς διαπραγµάτευση σε ρυθµιζόµενη αγορά ή σε ισοδύναµη αγορά τρίτης χώρας, µέσα χρηµαταγοράς, οµολογίες ή άλλες µορφές τιτλοποιηµένου χρέους (µε την εξαίρεση των οµολογιών ή άλλων µορφών τιτλοποιηµένου χρέους όπου ενσωµατώνονται παράγωγα), µερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα µη περίπλοκα χρηµατοοικονοµικά µέσα, µια δε αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναµη µε ρυθµιζόµενη αγορά εάν πληροί ισοδύναµες απαιτήσεις µε τις προβλεπόµενες στο Μέρος Χ, (
- ii)η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή του πιθανού πελάτη, (iii) ο πελάτης ή ο πιθανός πελάτης έχει ενηµερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η ΚΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συµβατότητα του χρηµατοοικονοµικού µέσου που του προσφέρεται ή της υπηρεσίας που του παρέχεται και ότι, εποµένως, ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχή προστασία των οικείων κανόνων επαγγελµατικής δεοντολογίας· η ενηµέρωση αυτή δύναται να παρέχεται σε τυποποιηµένη µορφή, (
- iv)η ΚΕΠΕΥ συµµορφώνεται µε τις κατά το άρθρο 29 υποχρεώσεις της» Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1), η υποχρέωση εφαρμογής πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων ισχύει κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας, ενώ η διενέργεια ελέγχου συμβατότητας πραγματοποιείται, κατά το άρθρο 36
(1)(δ), όταν παρέχονται επενδυτικές υπηρεσίες πλην της επενδυτικής συμβουλής και της διαχείρισης χαρτοφυλακίων. Ειδικότερα, όσον αφορά τον έλεγχο συμβατότητας, δεν υφίσταται υποχρέωση διενέργειας του, μόνο όταν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 36
(1)(ε). Στην παρούσα περίπτωση, η Εναγόμενη 2 ήταν υπόχρεη να διεξάγει έλεγχο συμβατότητας, αφού, αναμφίβολα, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις (iii) και (iv) του προαναφερόμενου άρθρου. Στη βάση των πιο πάνω, έχει καταδειχθεί ότι η Εναγόμενη 2 ενήργησε κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών της λήψης και διαβίβασης εντολής και της εκτέλεσης εντολής με τρόπο που παραβίασε τις πρόνοιες των άρθρων 29
(1)και 36
(1)(δ) του Ν.144(Ι)/
- Επίσης, παραβίασε τα άρθρα 15 και 16 της Κ.Δ.Π 558/07, τα οποία εξειδικεύουν τα της διενέργειας ελέγχου συμβατότητας. Περαιτέρω, έχει καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν ζημιά από την αγορά των αξιογράφων, αφού έχουν απωλέσει την αξία της επένδυσής τους. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 2 σταμάτησε την πληρωμή των τόκων από τις 30.06.12, τέθηκε σε καθεστώς εξυγίανσης (Τεκμήρια 15 και 16), και μέχρι και σήμερα δεν εξάσκησε το δικαίωμα εξαγοράς των αξιογράφων, αν και η πενταετία, μετά την πάροδο της οποίας θα μπορούσε να προχωρήσει στην εξαγορά τους, παρήλθε στις 30.09.
- Το τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των διαπιστωθέντων παραβάσεων των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 2 και της ζημίας που υπέστησαν οι Ενάγοντες (Δήμος Πάφου και C & N KYRIAKOY LTD Πολ. Έφεση αρ.228/09 ημερ.23.03.17). Η υποχρέωση προς αποζημίωση γεννάται, σύμφωνα με το άρθρο 143
(1)του Ν.144(Ι)/07, όταν η ζημιά προέκυψε λόγω της παράβασης υποχρεώσεων που απορρέουν από τον Ν.144(Ι)/07 ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.1287/
- Ξεκινώ από την παράλειψη εφαρμογής πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων. Με γνώμονα τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, δεν διακρίνω με ποιον τρόπο η απουσία τέτοιας πολιτικής επηρέασε τους Ενάγοντες στην απόφασή τους να αγοράσουν τα αξιόγραφα. Όπως προκύπτει από το άρθρο 29 του Ν.144(Ι)/07 και το άρθρο 22 της Κ.Δ.Π 557/07, η εφαρμογή πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων αποσκοπεί αφενός στον εντοπισμό τέτοιων συγκρούσεων εντός της οντότητας που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και αφετέρου στη διαχείριση των συγκρούσεων αυτών κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλιστεί η αποφυγή αρνητικού επηρεασμού των συμφερόντων των πελατών. Στην προκείμενη περίπτωση, η σύγκρουση συμφερόντων ήταν ευδιάκριτη στους Ενάγοντες. Τούτο, διότι ήταν ξεκάθαρο ότι εκδότης και πωλητής των επίδικων αξιογράφων ήταν το ίδιο πρόσωπο, ήτοι η Εναγόμενη
- Επομένως, η πληροφόρηση που θα διδόταν στους Ενάγοντες σε περίπτωση εφαρμογής πολιτικής σύγκρουσης συμφερόντων, ήταν ήδη γνωστή σε αυτούς. Επίσης, ήταν ηλίου φαεινότερον, ότι η προώθηση και η πώληση των αξιογράφων που έκδιδε η Εναγόμενη 2 εξυπηρετούσε και τα δικά της συμφέροντα. Έρχομαι τώρα στην παράλειψη διενέργειας ελέγχου συμβατότητας. Η συγκεκριμένη παράλειψη, θεωρώ ότι ήταν καίριας σημασίας στην απόφαση των Εναγόντων να αγοράσουν αξιόγραφα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, αμφότεροι οι Ενάγοντες φοίτησαν μέχρι την έκτη τάξη του δημοτικού. Κατά την επαγγελματική τους σταδιοδρομία εργάστηκαν σε ραφεία. Επομένως, το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα των Εναγόντων τους κατατάσσει, χωρίς δεύτερη σκέψη, στην κατηγορία του μη επαγγελματία πελάτη. Η Εναγόμενη 2, ωστόσο, δεν προχώρησε στην κατηγοριοποίηση των Εναγόντων. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Ε.1, οι Ενάγοντες, πέραν των χρημάτων που έλαβαν από την πώληση του ακινήτου που της είχε παραχωρηθεί ως προίκα, δεν διέθεταν οποιεσδήποτε άλλες «οικονομίες». Η συνολική αποτίμηση της μόρφωσης που έλαβαν, της επαγγελματικής τους δραστηριότητας και της οικονομικής τους κατάστασης, οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα, ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν εξοικειωμένοι με οικονομικές έννοιες και με τη διαχείριση μεγάλων χρηματικών ποσών. Υποδεικνύεται, ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να συνηγορεί προς την κατεύθυνσή της ύπαρξης γνώσεων ή εμπειρίας σε θέματα επενδύσεων. Ούτε και υπάρχει μαρτυρία, ότι οι Ενάγοντες διαχειρίστηκαν ξανά στο παρελθόν χρηματικά ποσά της τάξης των €855.
- Αντιθέτως, η αποδεκτή μαρτυρία δεικνύει, ότι οι Ενάγοντες, με την πώληση της προικώας περιουσίας της Μ.Ε.1, βρέθηκαν ξαφνικά να κατέχουν το ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό των €855.
- Το άρθρο 15 της Κ.Δ.Π 558/07 ορίζει ότι ο σκοπός της διενέργειας ελέγχου συμβατότητας ενός πελάτη έγκειται στο να διακριβωθεί κατά πόσο ο πελάτης διαθέτει την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις προκειμένου να κατανοήσει τους κινδύνους που συνδέονται με το προσφερόμενο ή ζητούμενο επενδυτικό προϊόν ή υπηρεσία. Περαιτέρω, το άρθρο 16
(1)της Κ.Δ.Π 558/07 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Η τράπεζα διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη στον τομέα των επενδύσεων περιλαμβάνουν τα στοιχεία που αναφέρονται κατωτέρω, στο μέτρο που είναι κατάλληλα για τη φύση του πελάτη, το είδος και την έκταση της υπηρεσίας που θα παρασχεθεί και τον προβλεπόμενο τύπο προϊόντος ή συναλλαγής, περιλαμβανομένης της πολυπλοκότητάς τους και των κινδύνων που συνεπάγονται: (α) τα είδη των υπηρεσιών, των συναλλαγών και των χρηματοοικονομικών μέσων με τα οποία είναι εξοικειωμένος ο πελάτης· (β) το είδος, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών του πελάτη σε χρηματοοικονομικά μέσα και την περίοδο εντός της οποίας πραγματοποιήθηκαν· (γ) το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα ή συναφές προηγούμενο επάγγελμα του υφιστάμενου ή πιθανού πελάτη.» Στη βάση των προαναφερόμενων δεδομένων, καθίσταται ξεκάθαρο ότι το αποτέλεσμα του ελέγχου συμβατότητας, δεν θα ήταν άλλο από το ότι τα αξιόγραφα δεν είναι συμβατά με τους Ενάγοντες. Η υποβολή των Εναγόντων σε έναν τέτοιο έλεγχο και η προειδοποίηση που όφειλε να δώσει η Εναγόμενη 2 περί της μη συμβατότητας των αξιογράφων, θεωρώ ότι θα αποτελούσε αποτρεπτικό παράγοντα στην όποια σκέψη των Εναγόντων να αγοράσουν αξιόγραφα, πόσω μάλλον να διαθέσουν το σύνολο των χρημάτων τους. Υπενθυμίζεται, ότι πρόθεση των Εναγόντων ήταν η διάθεση του ποσού των €855.000 προς οικονομική βοήθεια των τριών τέκνων τους και η κάλυψη των δικών τους αναγκών. Επομένως, εάν η Εναγόμενη 2 εκπλήρωνε το καθήκον της για διενέργεια ελέγχου συμβατότητας και προειδοποιούσε κατάλληλα ότι το προϊόν στο οποίο σκέφτονταν να επενδύσουν τα χρήματα τους οι Ενάγοντες δεν ήταν, ενόψει και των κινδύνων που συνδέονταν με τα αξιόγραφα, συμβατό με αυτούς, οι τελευταίοι δεν θα προχωρούσαν, κατά την άποψη μου, στην αγορά των αξιογράφων. Υπό το φως των πιο πάνω, η ζημιά που έχουν υποστεί οι Ενάγοντες από την αγορά των αξιογράφων συνδέεται άμεσα με την παραβίαση του θεσμοθετημένου καθήκοντος της Εναγόμενης 2 για διενέργεια ελέγχου συμβατότητας. Το άρθρο 143
(1)του Ν.144(Ι)/07 αναγνωρίζει την υποχρέωση αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη κάποιο πρόσωπο ή την απώλεια κέρδους ή και τα δύο. Εν προκειμένω, δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία για απώλεια κέρδους. Η μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε αφορά τη ζημία που υπέστησαν οι Ενάγοντες, λόγω της επένδυσης του ποσού των €855.000 στα αξιόγραφα. Συνεπώς, η ζημιά των Εναγόντων εντοπίζεται στο ποσό που επένδυσαν, αφαιρουμένου του οποιουδήποτε οφέλους έλαβαν ως εκ της αγοράς των αξιογράφων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι Ενάγοντες μέχρι τις 30.06.12 λάμβαναν κάθε τριμηνία τόκους από την επένδυση τους στα αξιόγραφα. Το ποσό των τόκων συμποσούται σε €191.353,75, το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ποσό των €855.
- Κατά συνέπεια, η ζημία των Εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των €663.646,
- Οι αξιώσεις τώρα των Εναγόντων για ακύρωση της αγοράς των αξιογράφων, δεν μπορούν να επιτύχουν. Το άρθρο 143 του Ν.144(Ι)/07, προνοεί μόνο για τη θεραπεία της αποζημίωσης. Ολοκληρώνοντας την παρούσα απόφαση, θα ασχοληθώ με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγόμενης 2 ότι οι Ενάγοντες κωλύονται, ενόψει της υπογραφής των εγγράφων που αφορούν την αγορά αξιογράφων, να προβάλουν τη θέση ότι δεν δεσμεύονται από αυτά. Ουσιαστικά αυτό το οποίο επικαλείται η κα Κορακίδου, είναι την ύπαρξη κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed). Θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφα. Σύμφωνα με την υπόθεση Χατζηστυλλή v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ 989, το κώλυμα εκ δηλώσεως σε έγγραφο αποτελεί κανόνα απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή, ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως ως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα εγκυρότητας της αίτησης αγοράς αξιογράφων που υπέγραψαν οι Ενάγοντες. Υπενθυμίζεται, ότι ο ισχυρισμός περί ψευδών παραστάσεων, για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, απέτυχε. Η παροχή θεραπείας στους Ενάγοντες δεν γίνεται στη βάση, είτε του περί Συμβάσεων Νόμου, είτε του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, αλλά στη βάση της παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος για το οποίο αναγνωρίζεται αγώγιμο δικαίωμα μέσω του άρθρου 143 του Ν.144(Ι)/07. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι αποδείχθηκε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων η παραβίαση θεσμοθετημένου καθήκοντος της Εναγόμενης 2 και η πρόκληση εξ αυτής ζημίας στους Ενάγοντες. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπερ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον της Εναγόμενης 2 για το ποσό των €663.646,25 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι τελικής εξόφλησης. Επιπλέον, επιδικάζονται υπερ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 2 τα δικηγορικά έξοδα, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο