← Κύπρος

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αρ. αγωγής: 71/2021, 24/5/2021

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ, Αρ. αγωγής: 71/2021, 24/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 71/2021 ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ενάγoντας Εναντίον ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ Εναγόμενος ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 1.3.2021 Ημερομηνία: 24/5/2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - αιτητή: κ. Γρηγόρης Φιλίππου Για εναγόμεν - καθ΄ ου αίτηση: κα Κατερίνα Ηλία για Α.& Α. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση αίτηση ο ενάγοντας αιτητής ζητά την έκδοση συνοπτικής αποφάσεως για το ποσό των € 50.000 πλέον ΦΠΑ δυνάμει συμβάσεως ημερομηνίας 27 Ιουλίου 2015 εναντίον του εναγομένου ως η αξίωση του ενάγοντα πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Ως προς την νομική βάση τις αιτήσεως αποτέλεσε κυρίως η Δ.

  1. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα. Στο αρχικό κείμενο της δήλωσης αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεις και επιπλέον αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στην Πάφο. Κατά του ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, ασκούσε και εξακολουθεί να εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και επισύναψε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Στις 1 Νοεμβρίου 2015 διορίστηκε ως νομικός σύμβουλος του εναγομένου για θητεία 5 χρονών, θέση την οποία κατείχε μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2020 όπου και έληξε η θητεία του. Ο διορισμός έγινε ως εξής και πιο συγκεκριμένα ο εναγόμενος είχε προκηρύξει την θέση του νομικού συμβούλου βάση όρων πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος ημερομηνίας 27 Ιουλίου 2015 και επισύναψε ως τεκμήριο 2 αντίγραφο της σχετικής πρόσκλησης. Επιλέγηκε για την θέση του νομικού συμβούλου βάσει των όρων της πρόσκλησης μετά από ψηφοφορία του δημοτικού συμβουλίου (ΔΣ) του εναγόμενου και επισύναψε αντίγραφο της σχετικής βεβαιώσεως του Δήμου Πάφου ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου 2015 ως τεκμήριο 3 και αποδέχτηκε ο ενάγοντας την πρόσκληση και ξεκίνησε η θητεία του την 1 Νοεμβρίου
  2. Σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης η οποία έληξε στις 31 Οκτωβρίου 2020, ο ενάγοντας συμμορφώθηκε πλήρως με όλα του τα καθήκοντα όπως φαίνονται στην πρόσκληση. Συγκεκριμένα, διέθετε τον εύλογα απαιτούμενο χρόνο για να εργάζεται στον εναγόμενο και ήταν πρόθυμος ανά πάσα στιγμή να παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτόν με βάση συγκεκριμένους όρους της σύμβασης και παρείχε νομική υποστήριξη στο ΔΣ και στην δημοτική υπηρεσία νομικές συμβουλές με βάση συγκεκριμένους όρους και παρευρισκόταν σε οποιαδήποτε συνεδρία του ΔΣ και των επιτροπών του εναγομένου όποτε του ζητείτο με βάση συγκεκριμένο όρο. Επιπρόσθετα ουδέποτε ο ίδιος ή το γραφείο του στο οποίο εργάζεται ανέλαβαν σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον του εναγομένου με βάση συγκεκριμένο όρο. Με βάση συγκεκριμένο όρο της σύμβασης, η αμοιβή του ορίστηκε στο ποσό των € 25.000 πλέον ΦΠΑ ετησιως και βάσει συγκεκριμένου όρου της σύμβασης ο εναγόμενος είχε δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση με μία απλή γραπτή ειδοποίηση εάν ο ίδιος ο εναγόμενος έκρινε ότι ο ενάγοντας παραβιάζει τους όρους της σύμβασης ή δεν ανταποκρινόταν επαρκώς τις υποχρεώσεις του. Ο εναγόμενος ουδέποτε τερμάτισε την σύμβαση ή εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για τις υπηρεσίες του και όπως έχει προαναφέρει ο ενάγοντας η σύμβαση ολοκληρώθηκε στις 31 Οκτωβρίου
  3. Ωστόσο ο εναγόμενος κατά παράβαση της σύμβασης δεν έχει προβεί στην πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Ο δήμαρχος Πάφου εξέφρασε σε συνάντηση που είχαν μεταξύ τους ημερομηνίας 22 Μαρτίου 2016 κάποια προσωπικά θέματα του προς το πρόσωπο του ενάγοντα επειδή ήθελε να τον αντικαταστήσει με δικηγόρο της αρεσκείας του. Αφού ο ενάγοντας έλαβε γνώση της άποψης του δημάρχου, τότε με επιστολή του ο ενάγοντας ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2016 του ζήτησε να θέσει το ζήτημα του τερματισμού της συνεργασίας του με τον εναγόμενο σε συνέδρια του ΔΣ ούτως ώστε να αποφασιστεί το θέμα από το ΔΣ του εναγομένου και επισύναψε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2016 ως τεκμήριο
  4. Ο δήμαρχος Πάφου ενημέρωσε για την άποψή του και έθεσε το ζήτημα τερματισμού της σύμβασης στο ΔΣ του εναγομένου σε τέσσερις συνεδριάσεις 4 Ιουλίου 2016, 13 Μαρτίου 2017, 21 Φεβρουαρίου 2018 και 28 Φεβρουαρίου 2018 όπου οι 3 τελευταίες έγιναν ενώπιον του νέου ΔΣ που είχε εκλεγεί κατά τον Δεκέμβριο του
  5. Επισυναψε αντίγραφο από απόσπασμα των πρακτικών της συνεδρίας ημερομηνίας 4 Ιουλίου 2016 ως τεκμήριο 5 και αντίγραφα της ημερήσιας διάταξης ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017, 21 Φεβρουαρίου 2000 18, 28 Φεβρουαρίου 2018 ως τεκμήρια 6, 7 και
  6. Σε καμιά εκ των προαναφερόμενων συνεδριάσεων και σε καμία περίπτωση σε όλη τη διάρκεια της σύμβασης το ΔΣ του εναγομένου εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο προς το πρόσωπο του ενάγοντα, ούτε αποφάσισε ούτε ενέκρινε τον τερματισμό της σύμβασης, αφού δεν συμμεριζόταν και δεν πείστηκε από τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του δημάρχου Πάφου. Το ζήτημα τερματισμού της συνεργασίας δεν τέθηκε ξανά από τον δήμαρχο Πάφου ή οποιοδήποτε άλλο ενώπιον του ΔΣ του εναγομένου παρά τις εκκλήσεις μελών του ΔΣ για την εκτενέστερη χρήση των υπηρεσιών του. Επισυνάπτει αντίγραφο επιστολών από μέλη του ΔΣ προς τον δήμαρχο Πάφου ημερομηνίας 12 Απριλίου 2017 και 10 Σεπτεμβρίου 2017 ως τεκμήριο 9 και
  7. Επιπρόσθετα, παρά τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς και ενέργειες του δημάρχου Πάφου από τον Μάρτιο του 2016, ο εναγόμενος συνέχισε να ζητά γνωματεύσεις από τον ίδιο. Μεταξύ άλλων προσέφερε γνωμάτευση στον δήμαρχο Πάφου οι οποίες κοινοποιήθηκαν και στο ΔΣ του εναγομένου στις 26 Ιουλίου 2016, 8 Αυγούστου 2016, 22 Σεπτεμβρίου 2016, 24 Νοεμβρίου 2016 και 24 Απριλίου 2017 και επισύναψε αντίγραφα των σχετικών γνωματεύσεων τεκμήρια 11, 12, 13, 14 και
  8. Περαιτέρω ο ενάγοντας παρευρέθηκε στην συνεδρία ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017 όπως ήταν η συμβατική του υποχρέωση με συγκεκριμένο όρο της πρόσκλησης αφού κλήθηκε να παρευρεθεί σε αυτή. Η σύμβαση συνεχίστηκε μέχρι και την λήξη της την 31 Οκτωβρίου 2020, ωστόσο μέχρι και σήμερα εναγόμενος δεν τον έχει πληρώσει κανένα ποσό ως όφειλε. Για την πληρωμή της αμοιβής του για τα πρώτα έτη της σύμβασης ο ενάγοντας ζήτησε με επιστολή ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2018 την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών για τα πρώτα 3 έτη εντός 21 ημερών με επιταγή την οποία θα παραλάβανε αυτοπροσώπως και επισύναψε αντίγραφο της σχετικής επιστολής ημερομηνίας 29 Νοεμβρίου 2018 ως τεκμήριο
  9. Αφού ο εναγόμενος δεν τον πλήρωσε, καταχώρησε συγκεκριμένη αγωγή στο επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και επισύναψε ως τεκμήριο 17 αντίγραφο της εν λόγω αγωγής και με την παρούσα αγωγή ζητά την πληρωμή της αμοιβής του με βάση την σύμβαση για τα τελευταία δύο χρόνια, δηλαδή από 1 Νοεμβρίου 2018 μέχρι 31 Οκτωβρίου 2020 για τα οποία ζήτησε πληρωμή από τον εναγόμενο με επιστολή ημερομηνίας 1 Δεκεμβρίου 2020 και επισύναψε ως τεκμήριο 18 αντίγραφο της συγκεκριμένης επιστολής. Ωστόσο και πάλι ο εναγόμενος δεν πλήρωσε τα οφειλόμενα ποσά παρά την συμβατική του υποχρέωση και πιστευει ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και καταχώρησε εμφάνιση για να καθυστερήσει την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην υπο εξετάση αίτηση με κύριο νομικό υπόβαθρο την Δ.
  10. Προέβαλε συνολικά εννέα λόγους ενστάσεις. Συγκεκριμένα προέβαλε την θέση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης συνοπτικής αποφάσεις που απαιτούν οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας ή / και η νομολογία κατά παρέκκλιση του δικαιώματος του εναγομένου σε δίκη και απόστερώντας το δικαίωμα του να ακουστεί, ότι ο εναγόμενος καθ΄ ού η αίτηση έχει καλή και γνήσια και / ή καλόπιστη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, ότι υπάρχει ουσιώδης ζήτημα προς εκδίκαση και / ή υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα και / ή ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση ή αποζημιώσεις ή ως οι αξιώσεις τους την αγωγή, ότι ο ενάγοντας / Αιτητής ουδέποτε εκπλήρωσε τις οποιεσδήποτε απορρέουσες υποχρεώσεις του από την σύμβαση η οποία ήθελε αποδειχθεί ότι υπάρχει και / ή ο ενάγοντας υπήρξε αμελής και / ή άλλως πως, ότι ο εναγόμενος / καθ΄ ού η αίτηση έχει αριθμό νόμω βάσιμων ή / και καλών ή / και καλόπιστων υπερασπίσεων, ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα απολήξει σε στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως του εναγομένου ή / και του δικαιώματος του σε δίκαιη δική ή / και της πρόσβασης τους στο Δικαστήριο, ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν εξυπηρετεί την ανάγκη απονομής Δικαιοσύνης και δεν συντρέχουν οι ανάγκες προϋποθέσεις του νόμου και / ή δεν διασφαλίζει το δικαίωμα ισότητας των όπλων και / ή δεν δικαιολογείται και / ή δεν είναι εύλογη και / ή δίκαιη η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, ότι η υπό κρίση αίτηση προωθήθηκε κακόπιστα και / ή κακόβουλα και / ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και / ή είναι καταπιεστική και / ή ενοχλητική και / ή καταχωρήθηκε για αλλότριους λόγους και / ή επιδιώκει την εξάλειψη του δικαιώματος υπεράσπισης του ενάγοντα / καθ΄ ού η αίτηση στην παρούσα αγωγή και τέλος ότι η αίτηση είναι καταχρηστική αφού με αυτήν ο ενάγοντας επιδιώκει να στερήσει το αναφαίρετο δικαίωμα του εναγομένου να τύχει δίκαιης δικής και να ακουστεί και να εκθέσει τις απόψεις του επί της ουσίας θυμάτων και / ή να του στερήσει το δικαίωμα ακρόασης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης προέρχεται από δημοτικό γραμματέα του Δήμου Πάφου, ο οποίος στο αρχικό κείμενο της ένορκης του δηλώσεως κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη δήλωση και της γνώσης του αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεως αλλά και της νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους που εκπροσωπούν τον εναγόμενο. Ακολούθως προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και υιοθετεί όλους τους λόγους ενστάσεων. Εκφράζει την θέση ότι ο ενάγοντας ουδέποτε εκπλήρωσε τσον απαιτούμενο βαθμό τις απορρέουσες από την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και ειδικότερα ο ενάγοντας ουδεμία υπηρεσία παρείχε στον εναγόμενο για τα έτη από 1 Νοεμβρίου 2018 μέχρι 31 Οκτωβρίου 2020 και επισύναψε ως τεκμήριο 1 την υπεράσπιση του εναγομένου σε άλλη αγωγή στην οποία έκανε αναφορά και ο ίδιος ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας παρείχε κατά βάση τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο από τον Νοέμβριο του 2015 μέχρι τον Μάρτιο του
  11. Όσον αφορά τις γνωματεύσεις που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις που δεν διαφοροποιούν την πραγματικότητα, δηλαδή το γεγονός ότι ο ενάγοντας παρείχε υπηρεσίες νομικού συμβούλου στον εναγόμενο σε συνεννόηση και επαφή με την διεύθυνση του εναγομένου κατά το διάστημα μεταξύ Νοεμβρίου 2015 και Μαρτίου
  12. Όσον αφορά την συνεδρία ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017, είναι η θέση του εναγομένου ότι δεν συνιστά παροχή υπηρεσίας από μέρους του ενάγοντα, διότι προσκλήθηκε να παρουσιαστεί στην συνεδρία αυτή για να ακουστεί επί του θέματος της σύμβασης του για παροχή υπηρεσιών στον εναγόμενο. Κατά την παροχή των υπηρεσιών του στον εναγόμενο ο ενάγοντας ήταν αμελής και παρουσίαζε σοβαρές αδυναμίες και ελλείψεις, με αποτέλεσμα να σταματήσει ο εναγόμενος να ζητά από αυτόν την παροχή οποιονδήποτε υπηρεσιών. Ο ενάγοντας επέδειξε προφανή ανεπάρκεια και επιφανειακή προσέγγιση στο χειρισμό σημαντικών για τα συμφέροντα και την εικόνα του εναγομένου υποθέσεων. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος (προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος και εννοεί ο ενάγοντας) παρείχε λανθασμένες και ανεπαρκής νομικές συμβουλές και υπηρεσίες, παρέλειπε να παρέχει νομικές συμβουλές και υπηρεσίες στον απαιτούμενο βαθμό, διέρρηξε την σχέση εμπιστοσύνης με τις πράξεις και παραλείψεις του που απαιτεί μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, παρέλειψε και απέτυχε να λαμβάνει υπ΄ όψη τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εναγομένου και ενήργησε αμελώς και αδιαφορώντας για τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος επιφυλάσσει το δικαίωμα του να παραθέσει περαιτέρω λεπτομέρειες αμέλειας εκ μέρους του ενάγοντα κατά την δικάσιμο. Ενδεικτικά αναφέρονται τα πιο κάτω περιστατικά στα οποία γίνεται εκτενέστερη αναφορά στα πρακτικά της συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου Πάφου ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017, αρ. 4 / 2017 όπως επικυρώθηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης ημερομηνίας 10 Απριλίου 2017 αρ.
  13. 2017 και τα έχει επισυνάψει ως τεκμήριο
  14. α. Δημοσίευση γνωματεύσεως για το ζήτημα της διαχείρισης του ΧΥΤΑ από τον Δήμο Πάφου. Ο ενάγοντας χωρίς εξουσιοδότηση από τον εναγόμενο δημοσίευσε σε τοπική εφημερίδα γνωμάτευση με την οποία υποστήριζε ότι ο εναγόμενος δεν δικαιούταν νομικά να αναλάβει την διαχείριση των εγκαταστάσεων του ΧΥΤΑ. Ο ενάγοντας δημοσίευσε την γνωμάτευση αυτή σε τοπική εφημερίδα παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του έναντι του εναγομένου και βλάπτοντας συμφέροντα του. Η γνωμάτευση του ενάγοντα προβαλλόταν κατά τρόπο έντονα επικριτικό σε τοπική εφημερίδα. Η σχετική δημοσίευση επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στην ένορκη του δήλωση. Σημειώνει ότι αυτή η γνωμάτευση δεν ζητήθηκε από τον εναγόμενο και ο ενάγοντας την ετοίμασε με δική του πρωτοβουλία και την δημοσίευσε με σκοπιμότητα, διότι ούτε ο δήμαρχος και ούτε ο δημοτικός γραμματέας είχαν ζητήσει από τον ενάγοντα να ετοιμάσει γνωμάτευση γι' αυτό το θέμα. Η γνωμάτευση αυτή ήταν λαθασμένη, αφού οι αρμόδιοι υιοθέτησαν την άποψη ότι ο εναγόμενος δικαιούται να αναλάβει την λειτουργία και διαχείριση των εγκαταστάσεων ΧΥΤΑ, σε αντίθεση με την θέση που υποστήριξε ο ενάγοντας. Περισσότερες λεπτομέρειες για το εν λόγω περιστατικό δίνονται στην παράγραφο 16 (α) των πρακτικών ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017 που επισυνάφθηκαν. Ο ενάγοντας προέβηκε σε λανθασμένες εκτιμήσεις, ανεπαρκείς, ατυχείς, αμελείς και αντιεπαγγελματικούς χειρισμούς και θέσεις σε σχέση με την προσφυγή συγκεκριμένης εταιρείας εναντίον του εναγομένου στην αναθεωρητική αρχή προσφορών και τον όλο χειρισμό της υπόθεσης αυτής, η οποία είχε ως αντικείμενο τον διαγωνισμό για την ανακαίνιση του Μαρκιδείου θεάτρου. Περισσότερες λεπτομέρειες γι' αυτό το περιστατικό δίνονται στην παράγραφο 16 (β) των πρακτικών ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017 που επισυνάπτονται. Ο ενάγοντας προέβη σε ανεπαρκής και λανθασμένους χειρισμούς στην περίπτωση δύο προσφύγων που ηγέρθηκαν στην αναθεωρητική αρχή προσφορών εναντίον της απόφασης του συμβουλίου προσφορών του εναγομένου για κατακύρωση του συγκεκριμενου διαγωνισμού με συγκεκριμένο αριθμό και τίτλο ΄΄Διορισμένη υπεργολαβία για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις του έργο της ανάπλασης του εμπορικού παραδοσιακού κέντρου και της πλατείας Κένεντυ΄΄. Περισσότερες λεπτομέρειες για το περιστατικό δίνονται στην παράγραφο 16 (γ) των πρακτικών ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017 που επισυνάπτονται. Ο ενάγοντας ετοίμασε γνωμοδότηση λίγων γραμμών χωρίς να έχει λάβει και διαβάσει το μαρτυρικό υλικό της έρευνας που υπέβαλε ερευνών λειτουργός για την υπόθεση της πρόκλησης ζημιάς στον εναγόμενο σε σχέση με την ενοικίαση του αναψυκτηρίου που θα ανεγειρόταν στο Δημόσιο κήπο και σύμφωνα με την γνωμάτευση αυτή μπορεί να έγιναν λάθη και παραλείψεις αλλά δεν διαπιστώνονταν ποινικές ευθύνες. Η γνωμάτευση του ενάγοντα φάνηκε ότι ήταν λανθασμένη. Με απόφαση του ΔΣ ημερομηνίας 21 Απριλίου 2016 ανατέθηκε στον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου Πάφου που κατονομάζει που ήταν την συγκεκριμένη περίοδο η ετοιμασία γνωμοδοτήσεων και άλλων εγγράφων που προβλέπονται στους περί δημοτικής υπηρεσίας κανονισμούς σε σχέση με τις εκθέσεις που υπέβαλαν οι ερευνώντες λειτουργοί για 6 συγκεκριμένες υποθέσεις. Στην γνωμοδότηση του για την υπόθεση του αναψυκτηρίου που θα ανεγειρόταν στον δημόσιο κήπο ο συγκεκριμένος δικηγόρος διατυπώνει την εκτίμηση ότι ενδεχομένως υπάρχει θέμα ποινικών ευθυνών ως προς τον τότε δήμαρχο κι άλλα πρόσωπα. Περισσότερες λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο περιστατικό δίνονται στην παράγραφο 16 (δ) των πρακτικών ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017 που επισυνάπτονται. Ο ενάγοντας εμπλεκόταν στην καταγγελθείσα από τον εναγόμενο στην αστυνομία στις 30 Ιανουαρίου 2017 υπόθεση για την απώλεια 5 φακέλων του εναγομένου που αφορούν την υπόθεση της απαλλοτριωθείσας γης για την δημιουργία της δημοτικής χονδρικής αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία διακίνησης φακέλων του κεντρικού αρχείου του εναγομένου, οι εν λόγω φάκελοι παραδόθηκαν στις 5 Φεβρουαρίου 2016 στον ενάγοντα και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη για επιστροφή τους. Οι επιστολές ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου 2018, 25 Φεβρουαρίου 2019 μεταξύ των διαδίκων επισυνάφθηκε ως τεκμήριο
  15. Περισσότερες λεπτομέρειες για το περιστατικό αυτό δίνονται στην παράγραφο 16 (ε) των πρακτικών ημερομηνίας 13 Μαρτίου 2017 που επισυνάπτονται. Ο ενάγοντας εμφανίστηκε στις 14 Απριλίου 2016 εκ μέρους του εναγομένου ενώπιον του επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου σε συγκεκριμένη αγωγή μεταξύ της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου εναντίον του γενικού εισαγγελέα και άλλων ατόμων χωρίς ενημέρωση και έγκριση από το αρμόδιο όργανο του εναγομένου και χωρίς οδηγίες. Ο εναγόμενος απέστειλε σχετική επιστολή στον ενάγοντα ημερομηνίας 26 Απριλίου 2016 η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 5 στην ένορκη του δηλωσή στην οποία επισημάνθηκε με έμφαση ότι χωρίς σαφείς οδηγίες από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο του εναγομένου δεν μπορεί ο ενάγοντας να εκπροσωπεί αυτόβουλα τον εναγόμενο ενώπιον οποιασδήποτε αρχής ή φυσικού προσώπου. Στα πρακτικά που επισυνάπτονται και αναφορά ήδη έγινε, καταγράφονται και οι θέσεις του ενάγοντα για τις πράξεις ή παραλείψεις που αναφέρθηκαν κατά την συνεδρία ημερομηνίας 13 Μαρτίου
  16. Προκύπτει, αναμφίβολα, διάσταση μεταξύ των θέσεων του ενάγοντα και εναγομένου τέτοιας φύσης που μόνο μετά από ακροαματική διαδικασία μπορεί να επιλυθεί. Είναι η θέση του εναγομένου ότι οι πράξεις, οι παραλείψεις, οι ενέργειες και συμπεριφορά του εναγομένου κατέστησαν την εκπλήρωση της οποιασδήποτε συμφωνίας αδύνατη, επιζήμια και επικίνδυνη. Με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, ο εναγόμενος έπαυσε να ζητά την παροχή οποιασδήποτε γνωματεύσεως ή υπηρεσία από τον ενάγοντα, λόγω των ενεργειών, παραλείψεων και συμπεριφοράς του τελευταίου. Το ζήτημα ουδόλως ήταν προσωπικό του δημάρχου, όπως εσκεμμένα αναφέρει ο ενάγοντας στην ένορκη του δηλωσή. Η προσπάθεια του ενάγοντα να παρουσιάσει το πρόβλημα που προέκυψε στη σχέση και την συνεργασία του με τον εναγόμενο ως προσωπική διαφορά μεταξύ του ίδιου και του δημάρχου είναι παραπλανητική, αποπροσανατολιστική και απορρίπτεται από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος με επιστολή του δημάρχου ημερομηνίας 29 Μαρτίου 2016 την οποία και επισυνάπτει ως τεκμήριο 6 στην ένορκη του δήλωση, απάντησε στην επιστολή του ενάγοντα ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2016 την οποία επισύναψε ως τεκμήριο 4 την ένορκη του δήλωση και τον ενημέρωσε για την πλημμελή, αμελή και ανεπαρκή παροχή των υπηρεσιών. Συγκεκριμένα ο δήμαρχος ανέφερε στον ενάγοντα ότι ο χειρισμός διαφόρων υποθέσεων του Δήμου είναι ανεπαρκής και επιφανειακός, ότι αναλαμβάνει πρωτοβουλίες σε σχέση με θέματα και υποθέσεις του εναγομένου χωρίς να έχουν δοθεί οδηγίες και χωρίς συνεννόηση, ότι προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες χωρίς να έχει σχετικές οδηγίες από εξουσιοδοτημένα όργανα του εναγομένου με αποτέλεσμα να βλαφθούν ή να τεθούν σε σοβαρό κίνδυνο συμφέροντα του εναγομένου. Η διακοπή της παροχής υπηρεσιών από τον ενάγοντα στον εναγόμενο ήταν αποτέλεσμα πράξεων και παραλείψεων του ίδιου του εναγομένου (προφανώς πρόκειται για τυπογραφικό λάθος και εννοεί του ενάγοντα) και ο εναγόμενος (πάλι από τυπογραφικό λάθος) φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την διάρρηξη και τον ουσιαστικό τερματισμό της συνεργασίας του με τον εναγόμενο. Όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση του εναγομένου (προφανώς πρόκειται πάλι για τυπογραφικό λάθος αφού θα εννοεί τον ενάγοντα) και χωρίς επηρεασμό των όσων αναφέρει ο ενόρκως δηλών, από το 2017 και έπειτα ο εναγόμενος ουδέποτε ζήτησε σε κανένα στάδιο και με οποιοδήποτε τρόπο την παροχή από τον ενάγοντα οποιασδήποτε υπηρεσίας, ούτε του ζήτησε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο να βρίσκεται σε ετοιμότητα ή αναμονή για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας και ο ενάγοντας ουδέποτε παρείχε την οποιαδήποτε υπηρεσία ή παρέστη σε οποιαδήποτε συνεδρία του εναγόμενου. Λόγω της πλημμελούς και ανεπαρκούς εκτέλεσης των καθηκόντων του ενάγοντα έγιναν προσπάθειες για να λυθεί η συνεργασία του ενάγοντα με τον εναγόμενο και προς τούτο στάλθηκε στον ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 5 Ιανουαρίου 2018 με την οποία προτάθηκε ο τερματισμός της συνεργασίας κοινή συναινέσει και η καταβολή αποζημιώσεων προς τον ενάγοντα για το διάστημα από 1 Νοεμβρίου 2015 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2017, την πρόταση όμως αυτή απέρριψε ενάγοντας με επιστολή ημερομηνίας 15 Ιανουαρίου 2018 και η σχετική αλληλογραφία επισυνάφθηκε τεκμήριο
  17. Με βάση την νομική συμβουλή που λαμβάνει, ο εναγόμενος, έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση τιμή επί της ουσίας της απαίτησης του ενάγοντα. Ο εναγόμενος έχει καλόπιστη υπεράσπιση και απαντά στην απαίτηση του ενάγοντα ώστε να πρέπει η αγωγή να εκδικαστεί. Η υπεράσπιση του εναγομένου είναι καλή και ουσιαστική και αποκαλύπτονται τέτοια και αρκετά γεγονότα ώστε να καθίσταται ορθό και δίκαιο να δοθεί στον εναγόμενο το δικαίωμα να προβάλλει την υπεράσπιση του. Ο εναγόμενος έχει στην διάθεση του μαρτυρία πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω την οποία επιφυλάσσει το δικαίωμα του να παρουσιάσει κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Για όλους τους λόγους που αναφέρει, ο ενάγοντας ουδεμία αποζημίωση δικαιούται και ο εναγόμενος απορρίπτει ως αβάσιμες τις αξιώσεις του ενάγοντα και είναι θέση του εναγομένου ότι ο ενάγοντας ουδεμία ζημιά υπέστη ή οποιαδήποτε ζημιά εξ΄ αιτίας της ισχυριζόμενης παράβασης της σύμβασης από τον εναγόμενο. Είναι η θέση του εναγομένου ότι προκύπτουν σοβαρά και πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία μπορούν να επιλυθούν μόνο μετά από ακροαματική διαδικασία κατά την οποία θα παρουσιαστεί η ολότητα της μαρτυρίας διότι φαίνεται να υπάρχει σοβαρή διαφωνία μεταξύ των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239) Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» Επίσης στην υπόθεση Φιλίππου κ.α. - ν - Κούτρα ECLI:CY:AD:2019:A235, Πολιτική έφεση 397/2012 ημερ. 20/6/2019 αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση δίδεται άδεια στον εναγόμενο να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να προσφέρει μαρτυρία στο πλαίσιο κανονικής δίκης, εφόσον αυτός πείσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, επί της ουσίας, όπως προβλέπεται στη Δ.18, Κ.1(α). Ο εναγόμενος ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή με την παρουσίαση στο δικαστήριο, στο πλαίσιο της ένστασης του, λεπτομερούς μαρτυρίας, από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί ότι αυτός έχει, όντως, τέτοιαν υπεράσπιση, που αναφέρεται πιο πάνω, (βλ. Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 204 και Trans Middle East Trading v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό, δικονομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπο εξετάση αίτηση για έκδοση συνοπτικής αποφάσεως και έχοντας υπ΄ όψη τις θέσεις που προβλήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές, τόσο στο μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, αλλά και τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αμφοτέρων των πλευρών, προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις. Ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές πληρούνται, διότι έχει καταχωρηθεί ειδικως οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρισμένη, έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επαληθεύει την απαίτηση του ενάγοντα και σε αυτήν ρητά αναφέρεται ότι από ότι πιστεύει η πλευρά του εναγομένου δεν έχει καλή υπεράσπιση. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν λησμονεί τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και ότι πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις και ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, έτσι ώστε να μην λησμονείται και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κάθε διαδίκου να ακουστεί και ότι ουσιαστικά η έκδοση συνοπτικής αποφάσεως είναι εξαίρεση από τον κανόνα ότι μία υπόθεση θα πρέπει να οδηγείται σε κανονική ακροαματική διαδικασία και ότι μόνο σε ξεκάθαρες υποθέσεις θα πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση και ότι δεν πρέπει να εκδίδεται απόφαση σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αμφιλεγόμενα γεγονότα, πολύπλοκα γεγονότα και πολύπλοκα νομικά ζητήματα. Στην υπό εξέταση αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα επίδικα ζητήματα και τα γεγονότα είναι εξαιρετικά απλά. Συγκεκριμένα, υπογράφτηκε μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου μετά από ανοιχτή πρόσκληση συγκεκριμένη συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών και το ύψος της αμοιβής καθορίστηκε στο ποσό των € 25.000 πλέον ΦΠΑ ετησίως. Η θέση του εναγομένου ότι δεν έχουν ζητηθεί νομικές υπηρεσίες για συγκεκριμένη χρονική περίοδο που άπτεται της επίδικης περιόδου δεν έχει κανένα νομικό, ουσιαστικό και συμβατικό υπόβαθρο, διότι όπως προκύπτει από την ανοιχτή πρόσκληση και τα όσα ακολούθησαν, δεν αποτελούσε ρητό ή εξυπακουόμενο όρο η αναζήτηση νομικών συμβούλων από τον Δήμο Πάφου για να καταβληθεί το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό των € 25.000 πλέον ΦΠΑ ετησίως, αλλά το πιο πάνω ποσό ήταν σταθερό ποσό με βάση τον όρο 4. Αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα από τον ρητό όρο αρ. 2 της συμφωνίας ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να έχει ετοιμότητα να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες. Από τη στιγμή λοιπόν που ο δήμος Πάφου δεν αναζήτησε τέτοιες νομικές συμβουλές και από τη στιγμή μάλιστα που δεν έχει τερματίσει την επίδικη συμφωνία, ως είχε δικαίωμα με βάσητον όρο 5, τότε η επίδικη συμφωνία παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την λήξη αυτής και συνεπώς ο κάθε διάδικος ήταν υποχρεωμένος να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση ο δήμος Πάφου δεν εκπλήρωσε τον όρο 4 της επίδικης σύμβασης για την καταβολή της αμοιβής στον ενάγοντα που ανέρχεται στο ποσό των € 50,000 πλέον Φ.Π.Α. που αποτελεί τις δύο ετήσιες αμοιβές προς € 25,000 πλέον Φ.Π.Α. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την XENOS TRAVEL LTD - v - PANASOFT A.E. Πολ. Έφεση 116/2011 ημερ. 21/2/2017, όπου είναι σχετικές οι αναφορές ως προς τις συνέπειες του μη τερματισμού μιας σύμβασης, όπως έγινε και στην παρούσα περίπτωση και η σύμβαση στην παρούσα περίπτωση είχε ισχύ μέχρι και την λήξη της και απομένει συνεπώς οι εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης του εναγομένου, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Ακόμα και να θεωρούσε ο εναγόμενος θεωρούσε ότι ο ενάγοντας παραβίασε την επίδικη συμφωνία, αυτό δεν σημαίνει ότι τερματίστηκε η επίδοκη σύμβαση, διότι θα έπρεπε να την τερματίσει με βάση τον όρο της επίδικης σύμβασης. Από την στιγμή που δεν τερμάτισε ο εναγόμενος την επίδικη σύμβαση, οφείλει να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και στην προκειμένη περίπτωση την καταβολή στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό. Ακολουθεί το πιο κάτω απόσπασμα από την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση. ΄΄Με διαπιστωμένη την παράβαση του όρου 14, η οποία κρίθηκε ως ουσιώδης, παρείχετο το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος, εδώ εφεσείοντα, να τερματίσει τη σύμβαση. Η σύμβαση, όμως, δεν τερματίζεται με την παράβασή της. Η εφεσείουσα δεν άσκησε το δικαίωμα που είχε και δεν προχώρησε σε τερματισμό. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρεί ότι έχει αποδεσμευτεί από τη σύμβαση και απαλλαγεί των δικών της υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Metaxas Loizides Syrimis & Co κ.ά.ν. L. K. Globalsoft Co Ltd
(2007)1 ΑΑΔ 54: «Στην ανάλυση το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα, με τα οποία συμφωνούμε:- «Αποτελεί κοινό τόπο στο δίκαιο των συμβάσεων ότι το αναίτιο μέρος έχει διάφορες επιλογές: είτε να θεωρήσει την παράβαση από το υπαίτιο μέρος ως τερματίζουσα τη σύμβαση, να αποδεχθεί τον τερματισμό εκ μέρους του υπαίτιου μέρους και να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις, οπότε και οι δύο πλευρές απαλλάσσονται από την περαιτέρω εκτέλεση και επιπλέον αποζημιώσεις για τυχόν ζημιά που προέκυψε από την αργοπορία στην εκτέλεση. Δύναται επίσης να προχωρήσει και με τις δύο πιο πάνω θεραπείες διαζευκτικά, αν και στη δίκη θα πρέπει να επιλέξει ποια εν τέλει θα ακολουθήσει. Αν ο πωλητής αποδεχθεί την παράβαση και τερματίσει τη σύμβαση, δεν μπορεί να ζητήσει ειδική εκτέλεση εφόσον και οι δύο πλευρές απαλλάσσονται από την περαιτέρω εκτέλεση. Όπου η ειδική εκτέλεση παραμένει επιλογή και εκδίδεται σχετικό διάταγμα, η σύμβαση παραμένει σε ισχύ και δεν απορροφάται ("merged") στη δικαστική απόφαση για ειδική εκτέλεση. Η επιλογή εδώ είναι για συνέχιση της σύμβασης υπό την επίβλεψη του Δικαστηρίου. Τέλος, αν ο αγοραστής δεν συμμορφωθεί με το διάταγμα για ειδική εκτέλεση, τότε ο πωλητής (το αναίτιο μέρος) δύναται είτε να ζητήσει από το Δικαστήριο την εφαρμογή του διατάγματος, είτε να αιτηθεί από το Δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος και να ζητήσει σ' εκείνο το στάδιο τον τερματισμό της σύμβασης και να του αποδοθούν αποζημιώσεις. Τα πιο πάνω αποτελούν την αυθεντική προσέγγιση του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων στην Johnson v. Agnew* - supra. O Lord Wilberforce έθεσε επίσης τέρμα στην λανθασμένη αντίληψη ότι αποδοχή μιας παράβασης σε σύμβαση που επιφέρει τερματισμό, ισοδυναμεί με τερματισμό της σύμβασης εξ υπαρχής. Εξ' υπαρχής τερματισμός ή ακύρωση ("rescission ab initio") συμβαίνει μόνο όπου η σύμβαση εμποτίζεται από λάθος, δόλο ή έλλειψη συγκατάθεσης, οπότε και η σύμβαση θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη. ... ... .... ... .... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... ... .... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... ... .... ... ... ... ... ... ... ... ... ... .... ... .... ... ... ... ... ... ... ... Οι πιο πάνω ορθές αρχές δεν βοηθούν την υπόθεση των εναγόντων. Οι ενάγοντες είχαν με τη διαπίστωση της διάρρηξης την επιλογή είτε να τερματίσουν είτε να συνεχίσουν τη συμφωνία. Δεν την τερμάτισαν και δεν υπάρχει τίποτε είτε στη συμπεριφορά τους είτε στην αλληλογραφία που να δείχνει το αντίθετο. Όπως αναφέρει και στον Treitel: The Law of Contract, 8η Έκδ., σελ. 746: «It is a question of fact in each case whether the option to rescind has been exercised. Active steps seem to be necessary for this purpose; and notice of the exercise of the option must sometimes be given to the party in breach.»» Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει οποιαδήποτε ενέργεια της εφεσείουσας που να υποδηλεί τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Η επιστολή ημερομηνίας 8.4.2005, που επικαλείται, η οποία απεστάλη μετά που ζητήθηκε από το δικηγόρο της εφεσίβλητης η πληρωμή του υπόλοιπου ποσού της συμφωνίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί, κατά αντικειμενικό τρόπο, τερματισμός της συμφωνίας. Με αυτήν η εφεσείουσα ενημερώνει απλά ότι η εγκατάσταση του προγράμματος είχε γίνει, αλλά ουδέποτε έχει λειτουργήσει και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει οποιαδήποτε υποχρέωση για πληρωμή. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η εφεσείουσα ουδέποτε επέστρεψε το επίδικο πρόγραμμα και συνέχισε να το κατέχει. Και αυτό, παρά την ύπαρξη πρόνοιας στη συμφωνία, ότι είχε το δικαίωμα να το επιστρέψει εντός περιόδου εννέα μηνών από την ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία. Τα γεγονότα αυτά δεν επέτρεπαν στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι η εφεσείυοσα είχε διακηρύξει την πρόθεσή της περί μη δέσμευσής της από τη συμφωνία, όπως επικαλείται στο περίγραμμα αγόρευσής της. ............................................................. Στην ίδια απόφαση αποφασίστηκαν και τα πιο κάτω: ΄΄Ως εκ των ανωτέρω θεωρούμε ότι, εφόσον η επίδικη συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε, ούτε επεστράφη το επίδικο πρόγραμμα, η εφεσείουσα ήταν υπόχρεη να συμμορφωθεί με τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, ήτοι την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού της σύμβασης. ..................................... Το γεγονός ότι το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρξε παράβαση αυτού του όρου, έδιδε δικαίωμα στην εφεσείουσα να τερματίσει τη σύμβαση, πέραν της ευχέρειας που παρείχε η σύμβαση για επιστροφή του προγράμματος. Από τη στιγμή που η εφεσείουσα δεν προέβη σε καμία από αυτές τις ενέργειες, όφειλε να συμμορφωθεί με τους όρους της σύμβασης και να καταβάλει το οφειλόμενο δυνάμει αυτής ποσό. Η δημιουργία του προγράμματος που προνοείτο στον όρο 14 δεν μπορούσε να διαχωριστεί από τις υπόλοιπες πρόνοιες της σύμβασης.΄΄ Ο δήμος Πάφου επομένως, εάν είχε οποιοδήποτε παράπονο για τον νομικό του σύμβουλο, όφειλε να τερματίσει νόμιμα και νομότυπα και σίγουρα πάντα με δημοκρατικές διαδικασίες, στα πλαίσια του δημοτικού συμβουλίου, την επίδικη συμφωνία, πράγμα που δεν έγινε, παρ΄ όλο που αυτό το ζήτημα τέθηκε σε σχετικές συνεδρίες και συνεπώς από τη στιγμή που ο δήμος Πάφου με το δημοτικό του συμβούλιο δεν έλαβαν μία τέτοια απόφαση, τότε ο δήμος Πάφου δεσμευόταν από την επίδικη συμφωνία για να καταβάλει το πιο πάνω ποσό, όπως δεσμευόταν και ο ενάγοντας όταν του ζητείτο να δώσει νομικές υπηρεσίες και να τις παράσχει και συνεπώς από τη στιγμή που δεν έκανε χρήση ο δήμος Πάφου αυτού του δικαιώματος, δεν δύναται να επικαλείται μετά την λήξη της συμφωνίας την μη καταβολή αυτών των ποσών που νόμιμα, αιτιολογημένα, δικαιολογημένα και σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση ο ενάγοντας απαιτεί. Ουδεμία καλόπιστη υπεράσπιση ο δήμος Πάφου προβάλλει, απεναντίας ουσιαστικά επιβεβαιώνει τον ενάγοντα διότι κάλεσε τον ενάγοντα για να εξευρεθεί μία συμβιβαστική λύση και μάλιστα να καταβάλει αποζημίωση στον ενάγοντα για να τερματιστεί ουσιαστικά κοινή συναινέση η επίδικη συμφωνία και να λυθεί οποιαδήποτε παρεξήγηση και γενικά οτιδήποτε σχετίζεται με την επίδικη συμφωνία, πράγμα που ο ενάγοντας, ως είχε δικαίωμα, έχει αρνηθεί. Δηλαδή, ο δήμος Πάφου εάν πράγματι είχε οποιοδήποτε παράπονο από τον ενάγοντα, θα τερμάτιζε την επίδικη συμφωνία και δεν θα ζητούσε να εξευρεθεί μία συναινετική λύση και μάλιστα να καταβάλει αποζημίωση στον ενάγοντα και αυτό καταδεικνύει παντελής έλλειψη καλόπιστης υπεράσπισης. Τα όσα επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου εκ των υστέρων, δηλαδή με τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την ένσταση αναφορικά με τους λανθασμένους. άστοχους και πλημμελής χειρισμούς του ενάγοντα σε συγκεκριμένες υποθέσεις δεν παρέχουν και δεν στοιχειοθετούν οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν τερματίσει την επίδικη συμφωνία προβάλλοντας αυτούς τους λόγους, όπως θα είχαν άλλωστε δικαίωμα με βάση την επίδικη συμφωνία και τον όρο 5 αυτής, αλλά αντιθέτως άφησαν την επίδικη σύμβαση να τερματιστεί και μάλιστα επιδίωξαν, κατανοώντας προφανώς την δύσκολη νομική θέση που βρίσκονται, να επιτύχουν κοινή συναινέση την λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας και μάλιστα να καταβάλουν αποζημίωση στον ενάγοντα. Αυτό που το Δικαστήριο διαπιστώνει, είναι μία αντιπαράθεση του επικεφαλής του Δήμου Πάφου, ήτοι του δημάρχου Πάφου με τον ενάγοντα, η οποία όμως κανένα αντίκτυπο δεν θα μπορούσε να είχε στην επίδικη σύμβαση και δεν είχε άλλωστε, διότι το δημοτικό συμβούλιο του δήμου Πάφου δεν προχώρησε με τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης και συνεπώς καμία καλόπιστη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, διότι τα όσα επικαλείται η άλλη πλευρά και με τα οποία καταλογίζει στον ενάγοντα όπως ισχυρίζεται με τους λανθασμένους και χωρίς οδηγίες χειρισμούς του, δεν ισοδυναμούν με τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν το γεγονός του μη τερματισμού της επίδικης σύμβασης και συνεπώς τα διάδικα μέρη δεσμεύονται από την επίδικη σύμβαση και κατ΄ επέκταση οι εναγόμενοι δεσμεύονται από αυτήν και οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των € 50.000 πλέον Φ.Π.Α. που αντιστοιχεί στο ποσό των € 25.000 πλέον ΦΠΑ ως ετήσια αμοιβή με βάση την επίδικη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών για τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής και το γεγονός ότι εκκρεμεί άλλη αγωγή ουδόλως επηρεάζει την παρούσα διαδικασία και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει άλλωστε επίδικο ζήτημα στην παρούσα διαδικασία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των € 50.000 πλέον ΦΠΑ πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Επιδικάζονται βεβαίως και τα έξοδα της όλη μέχρι τώρα διαδικασίας, δηλαδή τόσο της αγωγής, όσο και της υπό εξέταση αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου. (Υπ)............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.3. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.