ΛΑΖΑΡΟΥ κ.α. ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1335/13, 25/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1335/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ ΛΑΖΑΡΟΥ ΧΧΧΧΧ ΛΑΖΑΡΟΥ Ενάγοντες και CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED ΧΧΧΧΧΧ ΠΙΤΣΙΛΛΟΣ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγόμενοι -------------------- Ημερομηνία: 25.05.2021 Για Ενάγοντες: κ. Α. Μελάς για Κώστα Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 & 2: κ. Μ. Δημοσθένους μαζί με κ. Λ. Κωστακόπουλο για Π.Ν. Κούρτελλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 4: κ. Λ. Χατζηπέτρου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη διαφορά σχετίζεται με την αγορά αξιογράφων που εξέδωσε η Εναγόμενη 1 το
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες ήταν πελάτες της Εναγόμενης 1 για αρκετά χρόνια και αναπτύχθηκε σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης με τους υπαλλήλους του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1, στο οποίο διατηρούσαν λογαριασμούς και/ή καταθέσεις. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2009, η Εναγόμενη 1 και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι και/ή ο Εναγόμενος 2 συνωμότησαν μεταξύ τους δόλια και/ή παράνομα και με ψευδείς παραστάσεις και/ή απάτη, ξεγέλασαν και/ή παρακίνησαν και/ή εξώθησαν τους Ενάγοντες, οι οποίοι χωρίς την ελεύθερη βούληση και/ή συναίνεση τους προχώρησαν στην αγορά και/ή απόκτηση αξιογράφων κεφαλαίου αόριστης διάρκειας τα οποία εξέδωσε η Εναγόμενη
- Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες αγόρασαν αξιόγραφα αξίας €377.000 και εν αγνοία τους μετατράπηκαν από καταθέτες σε επενδυτές. Οι προαναφερόμενες ενέργειες και/ή παραστάσεις των Εναγομένων 1 και 2 έγιναν κάτω από την πλημμελή εποπτεία και/ή έλεγχο της Εναγόμενης 4 και/ή κατά παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε επενδυτική υπηρεσία και/ή συμβουλή παραβιάζοντας, μεταξύ άλλων, το καθήκον της όπως παρέχει ακριβή, σαφή και μη παραπλανητική ενημέρωση. Επιπρόσθετα, παρέλειψε να διασφαλίσει ότι τα αξιόγραφα ήταν συμβατά με τους Ενάγοντες και κατάλληλα για αυτούς. Αποτελεί, επίσης, ισχυρισμό των Εναγόντων, ότι η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων με τους Ενάγοντες, αποφάσισε την παύση πληρωμής τόκων επί των αξιογράφων. Ως εκ των πιο πάνω, οι Ενάγοντες αξιώνουν, ανάμεσα σε άλλα, αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν λόγω της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων και/ή λόγω παράβασης των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος, Ν.144(Ι)/
- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην τροποποιημένη Υπεράσπιση τους εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: · Δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής και/ή η αγωγή είναι πρόωρη και άνευ αντικειμένου, καθώς δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία εξυγίανσης της Εναγόμενης
- · Η απαίτηση εγείρεται επί λανθασμένης βάσης και/ή επί μη επιτρεπτής βάσης, λόγω της εφαρμογής ειδικής νομοθεσίας και/ή της περί εξυγίανσης νομοθεσίας η οποία προνοεί ρητά και/ή περιοριστικά και/ή εξαντλητικά αναφορικά με τη μεταχείριση της αξίωσης των Εναγόντων ως πιστωτών δευτερεύουσας προτεραιότητας. · Οι Ενάγοντες δεν έχουν locus standi επί τη βάσει των όρων δεδηλωμένου εμπιστεύματος και/ή Εγγράφου Εμπιστεύματος. · Οι Ενάγοντες κωλύονται εξ ιδίας συμπεριφοράς και/ή δηλώσεων σε έγγραφα να εγείρουν την παρούσα αγωγή και/ή τις αξιούμενες με αυτήν θεραπείες. Άνευ βλάβης των προαναφερόμενων προδικαστικών ενστάσεων, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και προβάλλουν τη θέση, ότι η ανάμειξη τους στην πώληση των αξιογράφων περιορίστηκε στην ενημέρωση των διαφόρων πελατών για την έκδοση των αξιογράφων κεφαλαίου 2009 χωρίς να συμβουλεύσουν ή να παρέχουν οποιασδήποτε φύσης επενδυτικές και/ή άλλες συμβουλές σε πελάτες. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα εκδόθηκε Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ.07.04.09 και Ενημερωτικό Δελτίο ημερ.03.07.
- Όλες οι σχετικές πληροφορίες για τα αξιόγραφα περιλαμβάνονταν στα εν λόγω έγγραφα. Επιπρόσθετα, στην αίτηση αγοράς αξιογράφων οι Ενάγοντες διαβεβαίωσαν ότι αποδέχθηκαν το περιεχόμενο του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και τους όρους έκδοσης αξιογράφων κεφαλαίου 2009 που παρατίθενται σε αυτό. Επίσης, δήλωσαν, ότι είχαν τη γνώση και την ικανότητα να αξιολογήσουν την επένδυση τους. Οι Ενάγοντες με την τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2, αρνούνται τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι τελευταίοι, επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν για την ύπαρξη του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και/ή του Ενημερωτικού Δελτίου. Επίσης, ισχυρίζονται ότι δεν αναγνώρισαν την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης για οποιοδήποτε κίνδυνο ενείχαν τα αξιόγραφα. Η Εναγόμενη 4 στην Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι οι υποχρεώσεις της περιορίζονταν στην εποπτεία της Εναγόμενης 1 και όχι στον καθημερινό έλεγχο ενός εκάστου υπαλλήλου αυτής ή ελέγχου κάθε συναλλαγής στην οποία θα προέβαινε η Εναγόμενη 1 κατά την άσκηση των εργασιών της. Αρνείται, ότι επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια κατά την άσκηση του καθήκοντος εποπτείας και ισχυρίζεται ότι εκτέλεσε το καθήκον εποπτείας και/ή εποπτικού ελέγχου με εύλογη επιμέλεια και φροντίδα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά το στάδιο έκδοσης των αξιογράφων περιορίστηκε στην έγκριση τους, αφού πληρούσαν τα κριτήρια για κατηγοριοποίηση τους ως πρωτοβάθμιο κεφάλαιο σε σχέση με τους εποπτικούς κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας. Οι Ενάγοντες με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 4 αρνούνται ότι η τελευταία άσκησε εποπτικό έλεγχο με τη δέουσα επιμέλεια και/ή φροντίδα. Αντιθέτως, ισχυρίζονται ότι η Εναγόμενη 4 γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πρακτικές προώθησης των αξιογράφων στο κοινό δεν ήταν σύμφωνες με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις και/ή οδηγίες και/ή κανονισμούς. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις ενδιέτριψαν στα νομικά και πραγματικά ζητήματα που τίθενται προς επίλυση. Έχουν μελετηθεί οι αγορεύσεις στο σύνολό τους και ειδική αναφορά σε αυτές θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Ενάγων 1 (Μ.Ε.1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Α, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Ανέφερε σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, ότι διατηρεί εταιρεία που ασχολείται με κατασκευές αλουμινίου, ενώ η σύζυγός του ‑ Ενάγουσα 2 είναι οικοκυρά. Ούτε ο ίδιος, ούτε η Ενάγουσα 2 έχουν σπουδάσει. Με την Εναγόμενη 1 διατηρούσαν συνεργασία τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο για αρκετά χρόνια. Συγκεκριμένα, διατηρούσαν στην Εναγόμενη 1 τις αποταμιεύσεις τους, οι οποίες κατά τον Απρίλιο του 2009 ανέρχονταν στο ποσό των €377.
- Το εν λόγω ποσό άνηκε στον ίδιο και την Ενάγουσα 2 και ήταν κατατεθειμένο σε γραμμάτια τα οποία απέφεραν επιτόκιο 5,2%, αλλά και σε λογαριασμούς υπό μορφή «δευτεράκι». Στα πλαίσια της συνεργασίας που διατηρούσαν με την Εναγόμενη 1 για περίοδο πέραν των 25 ετών, ανέπτυξαν στενές σχέσεις με τους υπαλλήλους που τους εξυπηρετούσαν και γενικότερα υπήρχε μια σχέση εμπιστοσύνης προς τους υπαλλήλους της Εναγόμενης
- Ένας εκ των υπαλλήλων της Εναγόμενης 1 με τον οποίο αναπτύχθηκε σχέση εμπιστοσύνης ήταν ο Εναγόμενος 2, ο οποίος για αρκετά χρόνια χειριζόταν τους λογαριασμούς τους. Αρχές Απριλίου του 2009 ο Εναγόμενος 2 τού τηλεφώνησε για να τον πληροφορήσει για ένα νέο σχέδιο της Εναγόμενης 1, δηλαδή για τα αξιόγραφα. Επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2 στο γραφείο του και ο τελευταίος τον ενημέρωσε για τα αξιόγραφα λέγοντας του ότι αποτελούν μια μορφή κατάθεσης που μοιάζει με τις ομολογίες που έκδιδε παλαιότερα η Τράπεζα Κύπρου. Περαιτέρω, του ανέφερε ότι τα αξιόγραφα έχουν διάρκεια 5 ετών, το επιτόκιο είναι σταθερό και ανέρχεται στο 7%, ο τόκος θα καταβάλλεται κάθε 3 μήνες και με τη λήξη των 5 ετών θα λάμβαναν άθικτο πίσω το κεφάλαιο τους. Ρώτησε τον Εναγόμενο 2 κατά πόσο τα αξιόγραφα σχετίζονται με μετοχές ή με το Χρηματιστήριο και η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική. Στην προαναφερόμενη συνάντηση, παρών ήταν και ο διευθυντής του υποκαταστήματος 062 της Εναγόμενης
- Τόσο ο Εναγόμενος 2, όσο και ο διευθυντής του υποκαταστήματος τον παρότρυναν και τον συμβούλευσαν να συμμετάσχει στο νέο σχέδιο της Εναγόμενης
- Την επόμενη μέρα του τηλεφώνησε ο Εναγόμενος 2 λέγοντας του ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός για συμμετοχή στο εν λόγω σχέδιο, το οποίο δίδεται μόνο στους καλούς πελάτες της Εναγόμενης
- Επίσης, τον ενημέρωσε για την πρόβλεψη της Εναγόμενης 1, ότι το ύψος των καταθετικών επιτοκίων θα μειωνόταν. Στη βάση των όσων λέχθηκαν από τον Εναγόμενο 2, τον οποίο εμπιστευόταν, θεώρησε ότι τα αξιόγραφα θα ήταν προς το συμφέρον της οικογένειας του και για αυτό αποφάσισε να προχωρήσει ο ίδιος και η Ενάγουσα 2 στην αγορά τους. Επισκέφθηκαν με την Ενάγουσα 2 τον Εναγόμενο 2 στο γραφείο του στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 όπου υπέγραψαν τις αποδείξεις αναλήψεως και καταθέσεων σε ένα νέο λογαριασμό στον οποίο μεταφέρθηκε το σύνολο των €377.000 που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των αξιογράφων. Ταυτόχρονα, υπέγραψαν και την αίτηση για αγορά των αξιογράφων. Στην εν λόγω συνάντηση, εκτός από τον Εναγόμενο 2, δεν παρευρισκόταν οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος της Εναγόμενης 1, ούτε και ενημερώθηκαν για την ύπαρξη του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου (Ε.Π.Μ). Αρκετές μέρες μετά την προαναφερόμενη συνάντηση, η οποία έλαβε χώρα στις 14.04.09, έλαβε τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος του ζήτησε να τον επισκεφθεί για να υπογράψει ακόμη ένα έντυπο. Το εν λόγω έντυπο, όπως του αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο 2, ήταν για να λάβει αριθμό Χρηματιστηρίου. Στην απορία του προς τον Εναγόμενο 2 για ποιο λόγο να λάβει αριθμό Χρηματιστηρίου αφ' ης στιγμής τα αξιόγραφα δεν σχετίζονται με το Χ.Α.Κ, η απάντηση που έλαβε ήταν ότι δεν θα διαπραγματεύονταν τα αξιόγραφα στο Χ.Α.Κ, αλλά η κυβέρνηση ζητά να φαίνονται στο Χ.Α.Κ. Οι πληρωμές των τόκων επί των αξιογράφων γίνονταν κανονικά μέχρι και τον Ιούνιο του 2012, οπότε ήλθε στην επιφάνεια το σκάνδαλο της απάτης των αξιογράφων και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι τράπεζες. Όταν πλέον έμαθε τι πραγματικά ήταν τα αξιόγραφα, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 2, ο οποίος τού ανέφερε ότι και ο ίδιος, όπως και ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1, ξεγελάστηκαν. Οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 2, ουδέποτε ενημέρωσαν τον ίδιο και την Ενάγουσα 2 για τα χαρακτηριστικά και τους πολλούς κινδύνους που εμπερικλείουν τα αξιόγραφα. Το Ε.Π.Μ (Τεκμήριο 4) το έλαβαν για πρώτη φορά μετά την παύση πληρωμής των τόκων και αφού ζήτησε ο ίδιος να του σταλούν από την Εναγόμενη 1 αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι κατέχει αξιόγραφα. Τότε, για πρώτη φορά στάλθηκε ταχυδρομικώς από την Εναγόμενη 1 τόσο η αίτηση για αγορά των αξιογράφων, όσο και το Ε.Π.Μ. Όταν έλαβε την αίτηση αγοράς αξιογράφων (Τεκμήριο 3), παρατήρησε ότι υπογράφεται από κάποια ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ (Μ.Υ.3 (1&2)). Ουδέποτε συναντήθηκαν με το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο, όπως πληροφορήθηκε αργότερα από τους δικηγόρους τους, παρουσιαζόταν ως εξουσιοδοτημένη πωλητής χρηματοοικονομικών μέσων και θα έπρεπε να συναντηθεί μαζί τους και να τους επεξηγήσει τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων πριν την υπογραφή της αίτησης αγοράς τους. Σε περίπτωση που λάμβαναν ενημέρωση για τα αληθή χαρακτηριστικά των αξιογράφων, δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση να προχωρήσουν στην αγορά τους, αφού τα χρήματα που είχαν αποταμιευμένα προορίζονταν για την κάλυψη των αναγκών της οικογένειας τους. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 1 δήλωσε, ότι μέχρι την ημερομηνία αγοράς των αξιογράφων χρειάστηκε να υπογράψει αρκετά τραπεζικά έγγραφα. Διευκρίνισε, ότι ουδέποτε έλαβε δάνειο από τραπεζικά ιδρύματα και τα διάφορα έγγραφα που υπέγραψε αφορούσαν κυρίως καταθέσεις. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις των καταθέσεων, ουδέποτε του ζητήθηκε να δηλώσει αριθμό μερίδας επενδυτή στο Χ.Α.Κ. Με τον Εναγόμενο 2 γνωρίζονταν αρκετά χρόνια λόγω των καταθέσεων που διατηρούσαν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης
- Ο Εναγόμενος 2 ήταν προϊστάμενος εξυπηρέτησης πελατών του εν λόγω υποκαταστήματος με αριθμό
- Όταν επισκεπτόταν το υποκατάστημα για σκοπούς των καταθέσεων που διατηρούσε εκεί, πάντοτε μιλούσε μαζί του, έπιναν καφέ, έκαναν αστεία και μιλούσαν για το κυνήγι. Φιλικές ή οικογενειακές σχέσεις, εκτός του επαγγελματικού πεδίου του Εναγόμενου 2, δεν διατηρούσαν. Η Εναγόμενη 1, ωστόσο, τους προσκαλούσε για φαγητό όταν γίνονταν οι ανανεώσεις των γραμματίων. Διευκρίνισε, ότι αυτό γινόταν σε προγενέστερο χρόνο, όταν διευθυντής του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1 ήταν κάποιος ΧΧΧΧΧΧ, και όχι κατά τον επίδικο χρόνο αγοράς των αξιογράφων. Πριν την αγορά των επίδικων αξιογράφων, ουδέποτε ασχολήθηκε με επενδύσεις. Επίσης, δεν γνωρίζει επακριβώς τα χαρακτηριστικά των ομολογιών. Το μόνο που γνωρίζει σε σχέση με τις ομολογίες ήταν όσα διαφημίζονταν από τα Μ.Μ.Ε και πιο συγκεκριμένα, ότι είχαν διάρκεια 5 ετών και με τη λήξη της εν λόγω περιόδου, ο κάτοχος λάμβανε πίσω το ποσό που διέθεσε για την αγορά των ομολογιών μαζί με κάποιο ποσό ως τόκο. Παρά το ότι ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε τα αξιόγραφα ως ένα καταθετικό προϊόν, εντούτοις ρώτησε κατά πόσο αυτά σχετίζονται με το Χ.Α.Κ, διότι για πρώτη φορά άκουγε την ονομασία «αξιόγραφα». Κατά τη συνάντηση που είχαν με τον Εναγόμενο 2 για την υπογραφή της αίτησης για αγορά των αξιογράφων, ούτε ο ίδιος, ούτε και η Ενάγουσα 2 διάβασαν την αίτηση και επομένως δεν πρόσεξαν τις αναφορές που περιλαμβάνονταν σε αυτήν για το Χ.Α.Κ. Είχαν εμπιστοσύνη στα λεγόμενα του Εναγόμενου 2 και περιορίστηκαν απλώς να υπογράψουν στα σημεία που τους υπέδειξε. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση του κ. Κωστακόπουλου, ότι η αίτηση για άνοιγμα μερίδας επενδυτή στο Χ.Α.Κ υπογράφηκε ταυτόχρονα με το Τεκμήριο 3 στις 13.04.
- Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 7, όπου φαίνεται ότι η σχετική αίτηση υπογράφηκε στις 13.04.09, επέμεινε ότι μετά πάροδο αρκετών ημερών έλαβε τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο 2 για να υπογράψει τη σχετική αίτηση και δεν γνωρίζει για ποιο λόγο παρουσιάζεται ως υπογραφείσα στις 13.04.
- Ανέφερε, μάλιστα, ότι κατά την υπογραφή της αίτησης για αγορά των αξιογράφων δεν ήταν βέβαιοι για το αν θα εγκρινόταν η αίτησή τους, καθώς και για το πόσα αξιόγραφα θα τους παραχωρούνταν. Όπως τους ανέφερε ο Εναγόμενος 2, ήταν περιορισμένος ο αριθμός αξιογράφων και για αυτό τον λόγο θα ήταν καλό να αιτηθούν μεγάλο αριθμό αξιογράφων, έτσι ώστε το συμβούλιο της Εναγόμενης 1 να τους εγκρίνει όσα περισσότερα αξιόγραφα γίνεται. Παρά ταύτα, διαφάνηκε ότι την ίδια μέρα και ώρα υπογραφής της αίτησης αγοράς αξιογράφων, ήτοι στις 14.04.09 και ώρα 12:00, η Εναγόμενη 1 ταυτόχρονα τους παραχώρησε το σύνολο των αξιογράφων που αιτήθηκαν. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι υπήρξε συνάντηση πριν την αγορά των αξιογράφων με τη Μ.Υ.3 (1&2) στα πλαίσια της οποίας επεξηγήθηκαν από την τελευταία τα χαρακτηριστικά και οι κίνδυνοι των αξιογράφων. Επίσης, αρνήθηκε ότι είχαν στην κατοχή τους πριν την υπογραφή της αίτησης αγοράς αξιογράφων το Ε.Π.Μ - Τεκμήριο
- Περαιτέρω, αρνήθηκε τη θέση του κ. Κωστακόπουλου ότι η απόφασή τους για επένδυση στα αξιόγραφα ήταν αποτέλεσμα της δικής τους εθελούσιας απόφασης προκειμένου να λαμβάνουν όσο το δυνατό μεγαλύτερο τόκο. Κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 4 δήλωσε, ότι ουδέποτε επικοινώνησε με αυτή σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα. Σε σχέση με το πόρισμα της Εναγόμενης 4 (Τεκμήριο 17), δεν έχει προσωπική γνώση, αλλά οι αναφορές του πηγάζουν από την πληροφόρηση που έλαβε από τους συνηγόρους του. Ο Μ.Ε.2 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής του (Έγγραφο Β) ως την κυρίως εξέτασή του, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Σε αυτήν ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατά την περίοδο 2013‑2015 μαζί με τον δικηγόρο ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧΧΧ παρείχαν υπηρεσίες συμβούλου στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων αναφορικά με τις υποχρεώσεις και ευθύνες των τραπεζών σε σχέση με την προώθηση και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων κατά τα έτη 2007‑
- Ετοίμασαν σχετική μελέτη‑γνώμη σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα, την οποία και παρουσίασαν σε συνελεύσεις του Συνδέσμου Κατόχων Τραπεζικών Αξιογράφων. Η μαρτυρία του στην παρούσα υπόθεση βασίζεται στα προσόντα και την πείρα του, η οποία αποκτήθηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και στον ιδιωτικό τομέα, τις ισχύουσες βέλτιστες πρακτικές και το σχετικό νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο. Για τα επίδικα αξιόγραφα εκδόθηκε Ε.Π.Μ ημερ. 07.04.09, ως επίσης και Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 03.07.09, στα οποία αναφέρονται οι όροι και τα χαρακτηριστικά τους. Η Εναγόμενη 4 ενημερώθηκε για την πρόθεση της Εναγόμενης 1 να εκδώσει τα επίδικα αξιόγραφα. Συγκεκριμένα, αφού εξέτασε τους κύριους όρους έκδοσης, ενέκρινε τη συμπερίληψη των επίδικων αξιογράφων στο πρωτοβάθμιο κεφάλαιο της Εναγόμενης
- Τα επίδικα αξιόγραφα ήταν περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα ως απόρροια αριθμού παραγόντων. Συγκεκριμένα, ήταν ομόλογα στα οποία ενσωματώνονταν παράγωγα. Πιο συγκεκριμένα, υπήρχε το ακόλουθο παράγωγο, ήτοι το δικαίωμα εξαγοράς της Εναγόμενης 1 στις 30.09.14 ή σε οποιαδήποτε ημερομηνία πληρωμής τόκου που έπετο κατόπιν έγκρισης της Εναγόμενης
- Επίσης, τα επίδικα αξιόγραφα ήταν αξίες αορίστου διάρκειας, η πληρωμή των τόκων υπόκειτο στη διακριτική ευχέρεια της Εναγόμενης 1 και αποτελούσαν χρηματοοικονομικά μέσα δευτερεύουσας προτεραιότητας. Η απόδοση, επομένως, και η αξία των αξιογράφων εξαρτούνταν από αριθμό μεταβλητών. Με βάση τη σχετική νομοθεσία, τη βέλτιστη πρακτική και τα έγγραφα των Ευρωπαϊκών Θεσμών, οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών οφείλουν να εφαρμόζουν πρόνοιες για αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων, για παροχή σαφούς, ακριβούς και μη παραπλανητικής πληροφόρησης, καθώς και να διενεργούν έλεγχο συμβατότητας των χρηματοοικονομικών μέσων με τον ενδιαφερόμενο πελάτη λαμβάνοντας υπόψη τις γνώσεις και την εμπειρία του. Το πρώτο, ωστόσο, στάδιο στην προστασία των υποψηφίων πελατών πριν από την παροχή οποιωνδήποτε επενδυτικών υπηρεσιών συνίσταται στην κατηγοριοποίηση του πελάτη. Ως ιδιώτης χαρακτηρίζεται ο πελάτης ο οποίος δεν είναι επαγγελματίας και σύμφωνα με τη δεοντολογία και τις βέλτιστες πρακτικές, λαμβάνει υψηλότερη προστασία από τον επαγγελματία. Τα φυσικά πρόσωπα κατηγοριοποιούνται ως ιδιώτες πελάτες, εκτός αν τα ίδια ζητήσουν εγγράφως από τον πάροχο επενδυτικών υπηρεσιών την κατηγοριοποίηση τους ως επαγγελματίες πελάτες. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι φυσικά πρόσωπα, θα έπρεπε να κατηγοριοποιηθούν από την Εναγόμενη 1 ως ιδιώτες πελάτες. Από τη μελέτη των εγγράφων που του έχουν δοθεί προκύπτει ότι δεν υπήρξε κατηγοριοποίηση των Εναγόντων, ούτε και διεξήχθη σε σχέση με αυτούς αξιολόγηση συμβατότητας και καταλληλότητας. Περαιτέρω, προκύπτει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στους Ενάγοντες σε σχέση με τη σύγκρουση συμφερόντων και την επεξήγηση της φύσης της. Η Εναγόμενη 4 ήταν η υπεύθυνη για την εποπτεία και επιθεώρηση των πιστωτικών ιδρυμάτων που παρείχαν επενδυτικές δραστηριότητες και ως εκ τούτου, ασκούσε ρυθμιστικό και εποπτικό ρόλο. Ως εποπτική αρχή όφειλε να εποπτεύει αποτελεσματικά την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την προστασία των ιδιωτών επενδυτών. Επίσης, όφειλε να δρα προληπτικά, ανεξαρτήτως της υποβολής παραπόνων, σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που μπορούσε να προκύψει κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Ειδικότερα, σε σχέση με την Εναγόμενη 1, ενόψει της ύπαρξης σύγκρουσης συμφερόντων, ο έλεγχος της Εναγόμενης 4 θα έπρεπε να ήταν λεπτομερής και εις βάθος. Η Εναγόμενη 4 δεν άσκησε ικανοποιητικά τον εποπτικό της ρόλο σε σχέση με την έκδοση και προώθηση αξιογράφων. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 4 με επιστολή της ημερ. 11.03.08 (Τεκμήριο 31) ζήτησε από την Εναγόμενη 1 να την ενημερώσει για τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ή προτίθετο να προβεί για σκοπούς συμμόρφωσης με τη σχετική νομοθεσία. Η Εναγόμενη 1 απάντησε στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτοντας έκθεση προόδου (Τεκμήριο 32). Στην εν λόγω έκθεση, όμως, η Εναγόμενη 1 αναφέρθηκε μόνο σε δύο υπηρεσίες της, ήτοι τις υπηρεσίες "Treasury" και "Wealth Management" και δεν συμπεριέλαβε το δίκτυο υποκαταστημάτων της Εναγόμενης
- Η χρησιμοποίηση, ωστόσο, του δικτύου των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 ήταν γνωστή, αφού αυτό φαινόταν τόσο στο Ενημερωτικό Δελτίο που εκδόθηκε για τα αξιόγραφα του 2008, όσο και στο Ε.Π.Μ των επίδικων αξιογράφων όπου αναφέρεται ότι η υποβολή των αιτήσεων αγοράς αξιογράφων μπορούσε να γίνει σε οποιοδήποτε κατάστημα της Εναγόμενης
- Συνεπώς, η Εναγόμενη 4 γνώριζε, τουλάχιστον από το 2008, ότι για την προώθηση των αξιογράφων θα αξιοποιείτο το δίκτυο υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 και όφειλε, ενεργώντας προληπτικά, να επιστήσει την προσοχή της Εναγόμενης 1 στο ότι το πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας καλύπτει και το δίκτυο των υποκαταστημάτων της, όταν αυτά παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες. Εν προκειμένω, αν διενεργούνταν ικανοί εποπτικοί επιτόπιοι έλεγχοι, θα διαφαινόταν ότι δεν υπήρξε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δεν διενεργήθηκε αξιολόγηση συμβατότητας των Εναγόντων με τα αξιόγραφα και δεν υπήρξε κατάλληλη πληροφόρηση σε απλή και κατανοητή μορφή η οποία να επεξηγεί, μεταξύ άλλων, τη φύση και τους ειδικούς κινδύνους των επίδικων αξιογράφων. Αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 1 ανέφερε, ότι με τον δικηγόρο ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ ήταν διευθυντές σε εταιρεία παροχής υπηρεσιών συμμόρφωσης προς εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές και συναφείς υπηρεσίες. Περαιτέρω, κατά τη συνεργασία που είχε με τον εν λόγω δικηγόρο, στα πλαίσια της οποίας παρείχαν υπηρεσίες προς τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, ετοίμασαν και μελέτη η οποία αφορούσε γενικά την ανάλυση του σχετικού νομικού πλαισίου και προοριζόταν για πρόσωπα χωρίς ιδιαίτερες νομικές γνώσεις. Το δικηγορικό γραφείο του κ. ΧΧΧΧΧΧΧ καταχώρησε αγωγές εκ μέρους κατόχων αξιογράφων, μετά την ετοιμασία και παράδοση της μελέτης που απευθυνόταν προς τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων. Στην προαναφερόμενη μελέτη εκφραζόταν η θέση, ότι η πώληση και προώθηση αξιογράφων από τις τράπεζες συνιστά παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, θα έπρεπε να εφαρμόζεται η νομοθεσία αναφορικά με την προστασία των πελατών. Στη μελέτη δεν εκφραζόταν κρίση επί γεγονότων, αλλά περιορίστηκαν στην επεξήγηση των υποχρεώσεων των τραπεζών ως παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών. Για την ετοιμασία της εν λόγω μελέτης έλαβαν αμοιβή από τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων. Στα πλαίσια της συνεργασίας που είχε με τον προαναφερόμενο Σύνδεσμο, αναπτύχθηκαν ανθρώπινες σχέσεις με τα μέλη του Συμβουλίου με τα οποία είχε επαφή. Ωστόσο, από το 2015 και έπειτα, οπότε και ολοκληρώθηκαν οι υπηρεσίες που παρείχε προς τον Σύνδεσμο, έχουν αραιώσει οι επικοινωνίες τους και δεν διατηρούν οποιαδήποτε άλλη συνεργασία. Δεν ήταν γνώστης της ανάρτησης που πραγματοποίησε στον ιστότοπό του ο Σύνδεσμος Κατόχων Αξιογράφων και με την οποία υποστήριξε την υποψηφιότητά του για τη θέση του δημοτικού συμβούλου στον Δήμο Λευκωσίας στις δημοτικές εκλογές του
- Η εν λόγω ανάρτηση ήρθε για πρώτη φορά στην αντίληψή του το 2019, όταν τέθηκε το εν λόγω ζήτημα από δικηγόρο ο οποίος εκπροσωπούσε την Εναγόμενη
- Μέχρι σήμερα κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας σε 11 περίπου υποθέσεις που αφορούν την πώληση αξιογράφων. Για την παρουσία του ως μάρτυρας λαμβάνει αμοιβή από τους εκάστοτε Ενάγοντες. Οι γραπτές δηλώσεις του ακολουθούν το σκεπτικό της μελέτης που παραδόθηκε το 2013 στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, καθώς τα χαρακτηριστικά και η φύση των αξιογράφων, αλλά και οι διαδικασίες και τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από παρόχους επενδυτικών υπηρεσιών αποτελούν αντικειμενικά δεδομένα. Για την ετοιμασία της δήλωσής του και την κατάθεσή του ως εμπειρογνώμονας δεν ήλθε σε επαφή με υπαλλήλους της Εναγόμενης
- Διαφώνησε με τη θέση του κ. Δημοσθένους, ότι θα έπρεπε να έλθει σε επαφή και με εκπροσώπους της Εναγόμενης 1, έτσι ώστε το προϊόν της εμπειρογνωμοσύνης του να είναι πλήρες και αμερόληπτο. Ο Μ.Ε.2 επεξήγησε, ότι από τη στιγμή που κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας από την πλευρά των Εναγόντων, θα ήταν αντιδεοντολογικό να προσεγγίσει την Εναγόμενη 1 για άντληση πληροφοριών. Αρνήθηκε, επίσης, τη θέση του κ. Δημοσθένους, ότι αντικρίζει μονόπλευρα το ζήτημα για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας, διότι σε περίπτωση επιτυχίας των εκάστοτε Εναγόντων, εξυπηρετούνται και τα προσωπικά του συμφέροντα, λόγω του οικονομικού οφέλους που εξασφαλίζει από την παροχή μαρτυρίας. Υπέδειξε, ότι η αμοιβή του είναι σταθερή και δεν διασυνδέεται με το αποτέλεσμα των υποθέσεων στις οποίες καλείται ως μάρτυρας. Διαφώνησε με τη θέση του κ. Δημοσθένους, ότι μετέβαλε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης μετά από απόφαση που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντα των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Πιο συγκεκριμένα, ο μάρτυρας δήλωσε, ότι ουδέποτε διαφοροποίησε γραπτή δήλωση για να υποβοηθήσει οποιοδήποτε Ενάγοντα. Κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 4 δήλωσε, ότι ουδέποτε συναντήθηκε ή επικοινώνησε με τους Ενάγοντες για να λάβει πληροφορίες σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ούτε και επιδίωξε να έλθει σε επαφή με υπαλλήλους της Εναγόμενης 4, οι οποίοι κατά τον επίδικο χρόνο είχαν ασκήσει εποπτεία επί της Εναγόμενης
- Κατά την άποψή του, εάν επιχειρούσε κάτι τέτοιο, θα δημιουργούνταν σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον έχει κληθεί ως μάρτυρας από την πλευρά των Εναγόντων. Κατά την περίοδο που εργάστηκε ως δημόσιος κατήγορος στην Αυστραλία και στην υπηρεσία κατηγόρων του στέμματος στο Λονδίνο, δεν ασχολήθηκε με ποινικές υποθέσεις που αφορούσαν ευθύνη τραπεζών λόγω παράλειψής τους να ακολουθήσουν τις οδηγίες της εποπτικής αρχής ή με ποινικές υποθέσεις που αφορούσαν την επάρκεια της εποπτείας τραπεζών από αρμόδια εποπτική αρχή. Κατά την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου στην Κύπρο, ουδέποτε χειρίστηκε ενώπιον Δικαστηρίου, εκπροσωπώντας διάδικο, υπόθεση που να αφορά εποπτεία τράπεζας. Στα πλαίσια της παροχής υπηρεσιών συμμόρφωσης προς παρόχους επενδυτικών υπηρεσιών, παρείχε υπηρεσίες σε δύο ή τρεις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εκδότης των χρηματοοικονομικών μέσων ήταν ταυτόχρονα και ο πάροχος των επενδυτικών υπηρεσιών. Κατά την υπηρεσία του, τώρα, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, δεν συμμετείχε προσωπικά σε εποπτεία οποιασδήποτε εταιρείας. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 4, ότι ο ελάχιστος δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών σύμφωνα με ευρωπαϊκές απαιτήσεις ήταν 8%. Στην επισήμανση του κ. Χατζηπέτρου, ότι στις 31.03.09 η Εναγόμενη 1 διατηρούσε δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 9,48%, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ο Μ.Ε.2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η Εναγόμενη 4 επόπτευε την Εναγόμενη 1 με κάθε επιμέλεια και φροντίδα. Ισχυρίστηκε, ότι η Εναγόμενη 4 γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι περίπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, τα οποία έκδιδε η Εναγόμενη 1, προωθούνταν προς το ευρύ επενδυτικό κοινό μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της. Διαφώνησε, επίσης, με τη θέση του κ. Χατζηπέτρου, ότι η Εναγόμενη 4 δεν γνώριζε ότι τα επίδικα αξιόγραφα προωθούνταν μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1, επισημαίνοντας ότι στα Ε.Π.Μ, αλλά και στα Ενημερωτικά Δελτία, αναφερόταν ξεκάθαρα ότι η υποβολή των αιτήσεων αγοράς αξιογράφων γινόταν μέσω του δικτύου υποκαταστημάτων της Εναγόμενης
- Στην υπόδειξη του κ. Χατζηπέτρου, ότι η παραλαβή αίτησης για αγορά αξιογράφων δεν αποτελεί από μόνη της επενδυτική υπηρεσία, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι η επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών συναποτελείται από αλυσίδα πράξεων, η οποία ξεκινά με την αίτηση για απόκτηση των αξιογράφων. Τέλος, αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας, καθώς και ότι η γνώμη του δεν στηρίζεται σε εμπειρία εποπτείας τραπεζών. Ο Μ.Υ.1 (1&2) υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή δήλωσή του που κατέθεσε ως Έγγραφο Γ, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 1 και συγκεκριμένα, ασκούσε τα καθήκοντα του διευθυντή ελέγχων εξωτερικού. Δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση αξιογράφων έκδοσης 2009, ούτε και στην πώληση αξιογράφων οποιασδήποτε άλλης έκδοσης. Επί του παρόντος εργάζεται ως σύμβουλος στο γραφείο του ειδικού διαχειριστή της Εναγόμενης 1 και στα καθήκοντά του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ο χειρισμός του συνόλου των δικαστηριακών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον της Εναγόμενης 1 και ο εντοπισμός εγγράφων που σχετίζονται με τις προαναφερόμενες υποθέσεις. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, οι Ενάγοντες στις 14.04.09 «έκλεισαν» τρεις λογαριασμούς καταθέσεων τακτής προθεσμίας, τα ποσά των οποίων μεταφέρθηκαν σε κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν στην Εναγόμενη
- Επιπρόσθετα, την ίδια ημερομηνία, κατατέθηκε στον ίδιο κοινό λογαριασμό των Εναγόντων η τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €37.
- Το άθροισμα των ποσών των τριών καταθέσεων τακτής προθεσμίας και της τραπεζικής επιταγής είναι €376.946,52, δηλαδή περίπου ανέρχεται στο ποσό των €377.000 που χρησιμοποιήθηκε από τους Ενάγοντες για την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Η Εναγόμενη 1, κατά τον επίδικο χρόνο, εφάρμοσε συγκεκριμένη διαδικασία σε σχέση με την υποβολή και παραλαβή αιτήσεων αγοράς αξιογράφων. Σύμφωνα με την εν λόγω διαδικασία, σε περίπτωση που υπήρχαν ενδιαφερόμενοι επενδυτές, η Εναγόμενη 1 όφειλε να αποταθεί στην Marfin C.L.R. (Financial Services) Ltd (στο εξής "Marfin C.L.R") για να σταλεί στο σχετικό υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 έντυπο υποβολής αίτησης αγοράς αξιογράφων με αύξοντα αριθμό και Ε.Π.Μ με το όνομα και τον αύξοντα αριθμό του εκάστοτε ενδιαφερόμενου επενδυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, ακολουθήθηκε η εν λόγω διαδικασία, αφού τόσο το Τεκμήριο 3, όσο και το Τεκμήριο 4 φέρουν τον αύξοντα αριθμό 400 που αντιστοιχούσε στους Ενάγοντες. Περαιτέρω, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1 διατηρούσε μητρώα αναφορικά με την παράδοση του Ε.Π.Μ. Στο απόσπασμα του σχετικού μητρώου (Τεκμήριο 41) αναγράφεται ο αύξων αριθμός που δόθηκε στο Ε.Π.Μ που αφορά την αίτηση αγοράς αξιογράφων από τους Ενάγοντες. Επίσης, αναγράφεται το ονοματεπώνυμο των Εναγόντων, οι αριθμοί ταυτότητάς τους, τα αρχικά του ονόματος του προσώπου που απέστειλε το Ε.Π.Μ, το τμήμα και ο αριθμός του υποκαταστήματος στο οποίο στάλθηκε, καθώς και το όνομα του υπαλλήλου της Εναγόμενης 1 που το παρέλαβε. Για την υποβολή αίτησης αγοράς αξιογράφων, απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η διατήρηση ενεργού λογαριασμού αποθετηρίου στο κεντρικό μητρώο αξιών του Χ.Α.Κ. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, οι Ενάγοντες, στις 13.04.09, υπέγραψαν σχετική αίτηση με την οποία ζήτησαν από τη Marfin C.L.R. να δημιουργήσει στο κεντρικό αποθετήριο / μητρώο του Χ.Α.Κ, μερίδα επενδυτή και λογαριασμό αξιών στο όνομά τους. Για την υποβολή της σχετικής αίτησης, οι Ενάγοντες κατέβαλαν στη Marfin C.L.R. το ανάλογο χρηματικό αντίτιμο (δεύτερο και τρίτο παραστατικό δέσμης Τεκμηρίου 40). Όσον αφορά την προμήθεια προς υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1, για την οποία γίνεται λόγος στο Τεκμήριο 19, αυτή δεν αφορά χρηματική αμοιβή που καταβαλλόταν σε υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 ως επιβράβευση για την αγορά αξιογράφων. Η προαναφερόμενη προμήθεια αποτελούσε μέθοδο αξιολόγησης των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 και των διευθυντών της και δεν ήταν χρηματική. Η εν λόγω προμήθεια ήταν συλλογική και πιστωνόταν στο εκάστοτε υποκατάστημα, νοουμένου ότι επιτυγχάνονταν όλοι οι στόχοι που τίθονταν από την Εναγόμενη 1 στην κάθε μονάδα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 1, ότι η σύζυγος του διευθυντή του υποκαταστήματος 062 είχε αγοράσει αξιόγραφα του 2009, από έρευνα που διενήργησε στα αρχεία της Εναγόμενης 1 διαπίστωσε ότι ο εν λόγω διευθυντής και η σύζυγός του είχαν επενδύσει σε αξιόγραφα της Εναγόμενης 1 έκδοσης του
- Από την ημερομηνία αγοράς των επίδικων αξιογράφων μέχρι και την παύση καταβολής τόκων εκ μέρους της Εναγόμενης 1 στις 30.06.12, οι Ενάγοντες έλαβαν το συνολικό ποσό των €84.374,71, το οποίο αντιπροσωπεύει πληρωθέντες τόκους. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των Εναγόντων ανέφερε, ότι δεν έχει οποιαδήποτε προσωπική γνώση για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποκτήθηκαν από τους Ενάγοντες τα επίδικα αξιόγραφα. Η μοναδική συνομιλία που είχε με τους Μ.Υ. 2 και 3 (1&2) αφορούσε την ενημέρωσή τους για την παρουσία τους στο Δικαστήριο προκειμένου να προσφέρουν μαρτυρία για την παρούσα υπόθεση. Η εμπλοκή του, δηλαδή, περιορίζεται στο να καλέσει, καθ' υπόδειξη των δικηγόρων της Εναγόμενης 1, τους μάρτυρες που απαιτούνται για την κάθε υπόθεση για να έρθουν σε επαφή με τους δικηγόρους. Στο δεύτερο και τρίτο παραστατικό της δέσμης Τεκμηρίου 40 αποτυπώνεται η πίστωση του λογαριασμού της Λαϊκής Επενδυτικής για το άνοιγμα της επενδυτικής μερίδας των Εναγόντων. Αφορά δηλαδή έξοδα, τα οποία απαιτούνται από το Χ.Α.Κ. Στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να υπήρξε χρέωση λογαριασμού των Εναγόντων και το πιθανότερο ήταν ότι τα σχετικά έξοδα πληρώθηκαν σε μετρητά από τους Ενάγοντες. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, ότι στα Τεκμήρια 19 και 25 καταγράφεται η διαδικασία που εφάρμοζε η Εναγόμενη 1 για την πώληση των επίδικων αξιογράφων έκδοσης
- Στην επισήμανση του κ. Μελά ότι από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 παρείχε επιβράβευση στα υποκαταστήματα που πραγματοποιούσαν πωλήσεις, ο μάρτυρας απάντησε ότι η επιβράβευση αφορούσε το σύνολο των επιμέρους στόχων που έθετε η Εναγόμενη 1 και δεν περιοριζόταν μόνο στα αξιόγραφα. Σε περίπτωση που κάποιο υποκατάστημα επιτύγχανε τον στόχο πώλησης αξιογράφων, αλλά όχι, για παράδειγμα, τον στόχο βελτίωσης των προβληματικών δανείων, τότε δεν λάμβανε επιβράβευση. Περαιτέρω, συμφώνησε με τον κ. Μελά ότι τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1 είχαν οδηγίες να προσπαθήσουν να προσελκύσουν πελάτες για αγορά αξιογράφων. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν γνωρίζει κατά πόσο οι Ενάγοντες από μόνοι τους προσήλθαν και εκδήλωσαν ενδιαφέρον ή όχι. Τέλος, ανέφερε ότι στις περιπτώσεις που υποβαλλόταν αίτηση συμπληρωμένη για αγορά αξιογράφων, τα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1 απέστελλαν τη σχετική αίτηση στη Marfin C.L.R. Ο Μ.Υ.2 (1&2) στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Δ. Σε αυτήν δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι εργαζόταν στην Εναγόμενη 1 από το 1978 μέχρι και το
- Κατά τον επίδικο για την παρούσα αγωγή χρόνο ασκούσε καθήκοντα προϊστάμενου εξυπηρέτησης πελατών. Αναφορικά με τα επίδικα αξιόγραφα, η Εναγόμενη 1 είχε δώσει οδηγίες στα διάφορα υποκαταστήματα όπως ενημερώσουν τους πελάτες για την έκδοση και διάθεση των αξιογράφων. Αν και η ενημέρωση για την ύπαρξη των αξιογράφων γινόταν από τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1, εντούτοις η επεξήγηση των χαρακτηριστικών τους γινόταν από εξουσιοδοτημένους πωλητές επενδυτικών προϊόντων. Ειδικότερα, για την Επαρχία Πάφου, εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την πώλησή τους ήταν η Μ.Υ.3 (1&2). Γνωρίζει τον Ενάγοντα 1, λόγω της ιδιότητάς του ως πελάτη της Εναγόμενης 1 και της συνεργασίας που διατηρούσε με το υποκατάστημα στο οποίο εργαζόταν και ο ίδιος. Αρχές Απριλίου του 2009, ο Ενάγων 1 επισκέφθηκε το εν λόγω υποκατάστημα και ζήτησε να ενημερωθεί για τα αξιόγραφα. Του επιβεβαίωσε την ύπαρξη και διάθεση των αξιογράφων και τον πληροφόρησε για τα γενικά χαρακτηριστικά τους, δηλαδή ότι ήταν επενδυτικό προϊόν, πενταετούς διάρκειας, το οποίο έφερε επιτόκιο προς 7%, πληρωτέο ανά τριμηνία. Ο Ενάγων 1 επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά αξιογράφων και ως εκ τούτου, διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ του ιδίου, της συζύγου του ‑ Ενάγουσας 2 και της Μ.Υ.3 (1&2) στο υποκατάστημα 062 στις 13.04.
- Επικοινώνησε με τη Marfin C.L.R. για να σταλεί στο υποκατάστημα έντυπο υποβολής αίτησης αγοράς αξιογράφων μαζί με Ε.Π.Μ επ' ονόματι των Εναγόντων και με τον αύξοντα αριθμό που αντιστοιχούσε στους Ενάγοντες. Στις 13.04.09 πραγματοποιήθηκε η συνάντηση μεταξύ της Μ.Υ.3 (1&2) και των Εναγόντων και μετά το πέρας αυτής, του παραδόθηκαν τα Τεκμήρια 3 και 7 συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα με οδηγίες όπως το συνολικό ποσό των γραμματίων που διατηρούσαν οι Ενάγοντες, καθώς και μια τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, όλα συνολικού ποσού €377.000, διατεθούν για την αγορά αξιογράφων. Το μοναδικό πεδίο επί του Τεκμηρίου 3 το οποίο συμπληρώθηκε από τον ίδιο ήταν ο αριθμός των αξιογράφων και το πληρωτέο ποσό, τόσο ολογράφως, όσο και αριθμητικώς. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέτασή του, ο Μ.Υ.2 (1&2) δήλωσε ότι ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα 1 ότι τα αξιόγραφα αποτελούν μορφή κατάθεσης και ουδέποτε έπεισε τον τελευταίο να επενδύσει στα αξιόγραφα. Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο των Εναγόντων ανέφερε, ότι εργαζόταν στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 που εξυπηρετούσε τους Ενάγοντες (δηλαδή το υποκατάστημα 062) από το 2006 περίπου. Δεν ήταν ο μοναδικός υπάλληλος της Εναγόμενης 1 που εξυπηρετούσε τον Ενάγοντα
- Ο Ενάγων 1, όταν πρόκειτο να διενεργήσει καταθέσεις, εξυπηρετούνταν από τους υπαλλήλους των ταμείων της Εναγόμενης 1, ενώ όταν επισκεπτόταν το υποκατάστημα για ανανέωση των γραμματίων που διατηρούσε και για διαπραγμάτευση του επιτοκίου τους, συναντιόταν, είτε με τον διευθυντή του υποκαταστήματος, είτε μαζί του, αναλόγως ποιος εκ των δύο ήταν διαθέσιμος τη δεδομένη χρονική στιγμή. Πέραν αυτής της επαγγελματικής σχέσης και γνωριμίας με τον Ενάγοντα 1, δεν διατηρούσε μαζί του οποιαδήποτε άλλη φιλική ή πιο στενή σχέση. Οι γνώσεις του σχετικά με τα αξιόγραφα περιορίζονταν στο ότι αποτελούν επενδυτικό προϊόν με πενταετή διάρκεια και επιτόκιο 7%, το οποίο πληρωνόταν κάθε τριμηνία. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πελάτες ενδιαφέρονταν να μάθουν περαιτέρω πληροφορίες για τα αξιόγραφα, τότε τους παρέπεμπε στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, που ήταν η Μ.Υ.3 (1&2). Αυτό έπραξε και στην περίπτωση των Εναγόντων, αρνούμενος ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στον Ενάγοντα 1 προκειμένου να τον πληροφορήσει για την ύπαρξη και διάθεση των αξιογράφων. Ουδέποτε τηλεφώνησε σε οποιοδήποτε πελάτη της Εναγόμενης 1 για να τον πληροφορήσει για την ύπαρξη των αξιογράφων. Ο κ. Μελάς υπέδειξε στον μάρτυρα τα "selling points" που καταγράφονται στο Τεκμήριο 19 υποδεικνύοντας ότι οι οδηγίες της Εναγόμενης 1 ήταν όπως οι υπάλληλοι προσελκύσουν πελάτες για αγορά αξιογράφων και ότι η μοναδική εμπλοκή των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων περιοριζόταν στην υπογραφή της σχετικής αίτησης αγοράς αξιογράφων. Ο Μ.Υ.2 (1&2) επέμεινε ότι ο ίδιος περιοριζόταν στο να αναφέρει τα γενικά χαρακτηριστικά των αξιογράφων, όπως αυτά προσδιορίστηκαν πιο πάνω, και στις περιπτώσεις όπου υπήρχε ενδιαφέρον από πελάτες, τους παρέπεμπε στη Μ.Υ.3 (1&2). Ειδικότερα όσον αφορά τον Ενάγοντα 1, επέμεινε στη θέση του ότι ο ίδιος τον επισκέφθηκε στο υποκατάστημα για να πληροφορηθεί για τα αξιόγραφα, καθώς είχε ήδη ενημερωθεί για την ύπαρξη τους. Δεν ρώτησε, ωστόσο, τον Ενάγοντα 1 με ποιον τρόπο πληροφορήθηκε για την ύπαρξη των αξιογράφων. Στην προαναφερόμενη πρώτη συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα 1, δεν ήταν παρούσα η Μ.Υ.3 (1&2) και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο παρευρισκόταν στην εν λόγω συνάντηση ο διευθυντής του υποκαταστήματος. Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 13.04.09 με τη Μ.Υ.3 (1&2), δεν παρευρισκόταν και ο ίδιος. Η Μ.Υ.3 (1&2) συναντήθηκε με τους Ενάγοντες σε άλλο γραφείο εντός του υποκαταστήματος. Ο λόγος για τον οποίο δεν συμπληρώθηκε ο αριθμός αξιογράφων και το ποσό που αντιστοιχούσε στην αγορά τους ήταν, διότι οι πράξεις έγιναν την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 14.04.
- Επομένως, κατά τον χρόνο συμπλήρωσης της αίτησης δεν ήταν επακριβώς γνωστό το ποσό που θα χρησιμοποιούνταν για την αγορά των αξιογράφων, καθώς έπρεπε να «σπάσουν» τα γραμμάτια και επιπρόσθετα, ο Ενάγων 1 θα προσκόμιζε και μια επιταγή από την Τράπεζα Κύπρου. Δεν θυμόταν πόση ώρα διήρκησε η συνάντηση της Μ.Υ.3 (1&2) με τους Ενάγοντες. Επίσης, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο η αίτηση αγοράς αξιογράφων και το Ε.Π.Μ στάλθηκαν στο υποκατάστημα την ίδια ημέρα που τα παρήγγειλε. Αυτό το οποίο θυμόταν ήταν ότι παρέδωσε τα πιο πάνω έγγραφα στη Μ.Υ.3 (1&2). Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι παρομοίασε τα αξιόγραφα με τις ομολογίες που εκδίδονταν παλαιότερα από την Τράπεζα Κύπρου. Επίσης, αρνήθηκε ότι μετά την αναστολή πληρωμής των τόκων επί των αξιογράφων, απολογήθηκε στον Ενάγοντα 1 λέγοντας του ότι δεν γνώριζε και ο ίδιος αρκετά πράγματα για τα αξιόγραφα. Τέλος, δήλωσε ότι προς το πρόσωπό του δεν υπήρξε οποιαδήποτε πίεση από την Εναγόμενη 1 προκειμένου να επιτύχει η έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Η Μ.Υ.3 (1&2) υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, γραπτή δήλωση (Έγγραφο Ε), δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Σε αυτήν, ανάμεσα σε άλλα, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην Εναγόμενη 1 και εκτελούσε καθήκοντα "product specialist", δηλαδή ήταν πιστοποιημένη εξουσιοδοτημένη λειτουργός πωλήσεως χρηματοοικονομικών μέσων. Κατά την επίδικη περίοδο πώλησης των αξιογράφων έκδοσης 2009, η Εναγόμενη 1, μέσω των διευθυντών ή άλλων υπαλλήλων των υποκαταστημάτων της, διευθετούσε συναντήσεις στα διάφορα υποκαταστήματα μεταξύ ενδιαφερόμενων πελατών και της ιδίας για επεξήγηση των χαρακτηριστικών των αξιογράφων. Μετέβαινε επιτόπου στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1, όπου συναντούσε τους ενδιαφερόμενους πελάτες και τους επεξηγούσε τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων. Επίσης, στις εν λόγω συναντήσεις απαντούσε σε τυχόν απορίες που είχαν οι ενδιαφερόμενοι πελάτες. Στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1 αποστέλλονταν οι σχετικές αιτήσεις αγοράς αξιογράφων και τα Ε.Π.Μ αριθμημένα και ονομαστικά για να δοθούν στους ενδιαφερόμενους πελάτες. Στις συναντήσεις που πραγματοποιούσε προέτρεπε τους ενδιαφερόμενους πελάτες να μελετήσουν το Ε.Π.Μ και να λάβουν όσο χρόνο ήθελαν οι ίδιοι για να εξετάσουν το ενδεχόμενο αγοράς αξιογράφων. Η πιο πάνω τακτική ακολουθήθηκε και στην περίπτωση των Εναγόντων, στους οποίους επεξήγησε όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες που αφορούσαν την αγορά αξιογράφων και έδωσε απαντήσεις σε απορίες που είχαν. Η αίτηση αγοράς αξιογράφων (Τεκμήριο 3) υπογράφηκε από την ίδια και τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, επεξήγησε στους Ενάγοντες, ότι πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν η εισαγωγή των αξιογράφων προς διαπραγμάτευση στο Χ.Α.Κ. Στη συνάντηση που είχε με τους Ενάγοντες στις 13.04.09, συμπληρώθηκε και υπογράφηκε έντυπο για άνοιγμα λογαριασμού αποθετηρίου στο Χ.Α.Κ στο όνομα των Εναγόντων (Τεκμήριο 7). Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο των Εναγόντων αναγνώρισε τα Τεκμήρια 19 και 25, λέγοντας ότι αφορούσαν οδηγίες που δόθηκαν από την Εναγόμενη 1 προς όλο το προσωπικό της τελευταίας. Πέραν των εν λόγω οδηγιών, η ομάδα των "product specialist", στην οποία άνηκε και η ίδια, είχε συνάντηση με τους προϊστάμενους που χειρίζονταν τη διαδικασία πώλησης των αξιογράφων. Στην εν λόγω συνάντηση, δόθηκαν συγκεκριμένες οδηγίες στην ομάδα των εξουσιοδοτημένων προσώπων, πέραν των γενικών εγκυκλίων που αφορούσαν όλο το προσωπικό. Επίσης, εκτός από τα Τεκμήρια 19 και 25, υπήρξαν και άλλες οδηγίες από την Εναγόμενη 1 σε σχέση με τα αξιόγραφα. Στην έκδοση αξιογράφων του 2009, η Εναγόμενη 1 δεν εφάρμοσε την Οδηγία 2004/39/ΕΚ (στο εξής «Οδηγία MIFID») και δεν είχαν δοθεί οδηγίες στην ίδια για να διενεργεί έλεγχο συμβατότητας ή για να ενημερώνει τους ενδιαφερόμενους αγοραστές για την πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων. Σε περιπτώσεις, ωστόσο, κατά τις οποίες η συζήτηση με τους ενδιαφερόμενους πελάτες επεκτεινόταν και σε θέματα νομοθεσίας ή σύγκρουσης συμφερόντων, απαντούσε στις σχετικές απορίες. Ερωτηθείσα κατά πόσο ακολουθούσε τις πρόνοιες της Οδηγίας MIFID, η Μ.Υ.3 (1&2) απάντησε ότι κατά τις συναντήσεις της με τους υποψήφιους επενδυτές ακολουθούσε τις οδηγίες της Εναγόμενης
- Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, ότι στα αξιόγραφα έκδοσης 2010 υπήρχαν οδηγίες για διενέργεια ελέγχου συμβατότητας, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη σειρά έκδοσης αξιογράφων είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά των επίδικων αξιογράφων έκδοσης
- Στις συναντήσεις που πραγματοποιούσε με τους ενδιαφερόμενους αγοραστές δεν τους πληροφορούσε για τη δυνατότητα ενεχυρίασης των αξιογράφων για σκοπούς δανειοδότησης ή για τη δυνατότητα εξασφάλισης δανείου για ποσό ίσο προς τα αξιόγραφα που θα αγόραζαν. Επίσης, δεν ενημέρωνε για την ευχέρεια που παραχωρούσε η Εναγόμενη 1 για «σπάσιμο» των γραμματίων χωρίς να επιβαρυνθούν με έξοδα πρόωρης εξόφλησης. Ομοίως, δεν ενημέρωνε για το ότι είθισται η εξαγορά των αξιογράφων με την πάροδο των πέντε ετών. Δεν προέβαινε στις προαναφερόμενες ενημερώσεις, διότι τα εν λόγω δεδομένα δεν αποτελούσαν χαρακτηριστικά των αξιογράφων. Δεν θυμάται το περιεχόμενο της συνάντησης που είχε με τους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο οι τελευταίοι υπέβαλαν οποιεσδήποτε απορίες σε σχέση με το Ε.Π.Μ ή τη διαπραγμάτευση των αξιογράφων στο Χ.Α.Κ. Επίσης, δεν θυμόταν κατά πόσο προηγήθηκε της συνάντησής τους οποιαδήποτε άλλη συνάντηση των Εναγόντων με τον Μ.Υ.2 (1&2) ή τον διευθυντή του υποκαταστήματος
- Αυτό το οποίο μπόρεσε να θυμηθεί, ήταν ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ημέρα Δευτέρα. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση του κ. Μελά, ότι ουδέποτε συναντήθηκε η ίδια με τους Ενάγοντες, αλλά απλώς περιορίστηκε στη συμπλήρωση και υπογραφή της αίτησης (Τεκμήριο 3) σε μεταγενέστερο χρόνο. Η Μ.Υ.3 (1&2) συμφώνησε με τον κ. Μελά, ότι στο Τεκμήριο 3 δεν καταγράφεται δίπλα από τις υπογραφές των Εναγόντων η ημερομηνία συμπλήρωσής του. Ανέφερε, ότι προφανώς οφείλεται σε λάθος δικό της και αρνήθηκε τη θέση ότι η ημερομηνία δεν συμπληρώθηκε, διότι σε μεταγενέστερο χρόνο υπέγραψε η ίδια την αίτηση. Καταληκτικά, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι η όλη της εμπλοκή περιορίστηκε απλά και μόνο στην υπογραφή του Τεκμηρίου 3 στην απουσία των Εναγόντων. Η Μ.Υ.1
(4), ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο ΣΤ, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
- Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Εναγόμενη 4 από τον Ιούνιο του 2010 και κατέχει τη θέση του Λειτουργού Α' στη διεύθυνση εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων. Γνωρίζει τις πρόνοιες του Ν.144(Ι)/07, καθώς είναι κάτοχος του πιστοποιητικού παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και όταν προσλήφθηκε στην Εναγόμενη 4, εντάχθηκε στην ομάδα που ήταν υπεύθυνη για την εποπτεία και την εφαρμογή του εν λόγω νόμου από τις τράπεζες. Η Εναγόμενη 4 είχε εμπλοκή στην ετοιμασία του νομοσχεδίου για την εναρμόνιση της εσωτερικής νομοθεσίας με την Οδηγία MIFID, η οποία οδήγησε στην ψήφιση του Ν.144(Ι)/
- Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 4 είχε την ευθύνη για την ετοιμασία των οδηγιών, ΚΔΠ 557/2007 και ΚΔΠ 558/
- Σύμφωνα με τον Ν.144(Ι)/07, η Εναγόμενη 4 είναι η αρμόδια εποπτική αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω νομοθεσίας από τις τράπεζες. Η εποπτεία που ασκούσε η Εναγόμενη 4 ήταν επί συνεχούς βάσης, όπως γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις άσκησης των εποπτικών της αρμοδιοτήτων. Κάλυπτε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και αποτελούσε μια συνεχή εξέταση του κατά πόσο οι τράπεζες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες συμμορφώνονται με τις διατάξεις της νομοθεσίας και των δύο ΚΔΠ που εξέδωσε η Εναγόμενη
- Η εποπτεία μπορούσε να γίνει τόσο εξ αποστάσεως, όσο και με τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στις τράπεζες. Η Εναγόμενη 4, στα πλαίσια του εποπτικού της ρόλου, πέραν της έκδοσης των προαναφερόμενων ΚΔΠ, διοργάνωσε σεμινάριο σε συνεργασία με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 26.10.07, με σκοπό την ενημέρωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τις βασικές πρόνοιες του Ν.144(Ι)/07, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01.11.
- Ειδικότερα, σε σχέση με την Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 4 έλαβε αίτημά της για να συμμετάσχει σε εκπαιδευτική παρουσίαση, η οποία προοριζόταν για το προσωπικό της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 4 αποδέχθηκε το αίτημα, και με εκπρόσωπό της έλαβε μέρος στο σχετικό επιμορφωτικό σεμινάριο στο οποίο επεξηγήθηκαν οι υποχρεώσεις που είχε η Εναγόμενη 1 και το προσωπικό της δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Το εν λόγω σεμινάριο πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του
- Περαιτέρω, απέστειλε προς τις τράπεζες εγκυκλίους επιστολές ή άλλες επιστολές (Τεκμήρια 27, 31, 51‑54, 57, 58, 60-62 και 64). Παράλληλα, λόγω του ότι τόσο ο Ν.144(Ι)/07, όσο και η Οδηγία MIFID ήταν νέα νομοθετήματα, υπήρχαν αρκετές απορίες για το πώς εφαρμόζεται η σχετική νομοθεσία και κατά πόσο ο τρόπος με τον οποίο εφαρμοζόταν ήταν σύμφωνος με τη φιλοσοφία και τον σκοπό της εν λόγω νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, υπήρχαν αρκετά ερωτήματα από τις τράπεζες. Οι απαντήσεις της Εναγόμενης 4 στα εν λόγω ερωτήματα κοινοποιούνταν σε όλες τις τράπεζες. Υπήρχαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες η Εναγόμενη 4 παρέπεμπε τις τράπεζες στη βάση δεδομένων "Your questions on Mifid", η οποία βρισκόταν σε ειδική ιστοσελίδα που δημιούργησαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη 4 προέβη και σε επιτόπιους ελέγχους με σκοπό τον έλεγχο συμμόρφωσης των τραπεζών με τον Ν.144(Ι)/07 και τις ΚΔΠ που εξέδωσε. Σε σχέση με την Εναγόμενη 1, κατά την περίοδο 2008‑2012 διενεργήθηκαν τέσσερις επιτόπιοι έλεγχοι. Μέχρι το καλοκαίρι του 2012 δεν είχε λάβει η Εναγόμενη 4 οποιοδήποτε παράπονο από κατόχους αξιογράφων ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σε σχέση με την παροχή επενδυτικής συμβουλής από μη πιστοποιημένο υπάλληλο της Εναγόμενης
- Τα παράπονα άρχισαν να λαμβάνονται όταν η Εναγόμενη 1 και η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσαν την παύση πληρωμής τόκων επί των αξιογράφων. Όταν υποβλήθηκαν συγκεκριμένα παράπονα περί τα μέσα Ιουνίου του 2012, αποφασίστηκε αμέσως να διεξαχθεί έλεγχος τόσο στην Εναγόμενη 1, όσο και στην Τράπεζα Κύπρου. Ο εν λόγω έλεγχος διεξάχθηκε κατά την περίοδο Ιουλίου‑Σεπτεμβρίου του 2012 και αφορούσε αποκλειστικά τη διαπίστωση και αξιολόγηση των πολιτικών, πρακτικών και διαδικασιών που ακολουθούνταν κατά την προώθηση της διάθεσης των αξιογράφων, με σκοπό να εξακριβωθεί κατά πόσο παρεχόταν η επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής και σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο η παροχή της ήταν σύμφωνη με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Ενόψει του ότι στα παράπονα που υποβλήθηκαν διαφαινόταν ότι μη πιστοποιημένοι υπάλληλοι στα καταστήματα της Εναγόμενης 1 εμπλέκονταν στην όλη διαδικασία αγοράς αξιογράφων, ο έλεγχος κάλυψε και υποκαταστήματα του δικτύου της Εναγόμενης 1, καθώς και τη διεύθυνση λιανικής τραπεζικής. Τα ευρήματα του επιτόπιου ελέγχου περιέχονται στην Έκθεση Ειδικού Ελέγχου που ετοιμάστηκε από την Εναγόμενη 4 (Τεκμήριο 17). Η τελική απόφαση της Εναγόμενης 4 επί του πιο πάνω ελέγχου περιέχεται στην επιστολή που στάλθηκε στην Εναγόμενη 1 στις 26.09.13 ‑ Τεκμήριο
- Στη διά ζώσης μαρτυρία της ανέφερε, ότι τα αξιόγραφα αποτελούν πρωτοβάθμια κεφάλαια και, ως εκ τούτου, εντάσσονται στον αριθμητή του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας της Εναγόμενης
- Η Εναγόμενη 4 λαμβάνει πληροφόρηση για τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών σε τριμηνιαία βάση. Η πληροφόρηση που είχε από την Εναγόμενη 1 στις 31.03.09 ήταν, ότι η τελευταία πληρούσε τον ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας πριν την έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο των Εναγόντων δήλωσε, ότι μια μορφή προληπτικής εποπτείας είναι η έκδοση οδηγιών στη βάση των οποίων απαιτείται από τη διοίκηση των τραπεζών η λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Στην προκειμένη περίπτωση, η έκδοση των ΚΔΠ 557/07 και 558/07 αποτελούσε μορφή προληπτικής εποπτείας, καθώς μέσω αυτών των οδηγιών ενημερώθηκαν οι διοικήσεις των τραπεζών για το πώς έπρεπε να ενεργήσουν για να αποφύγουν τη μη συμμόρφωσή τους με τον Ν.144(Ι)/07 και κατ' επέκταση το ενδεχόμενο βλάβης των δικαιωμάτων των επενδυτών. Τόσο στην παρούσα περίπτωση, όσο και σε κάθε περίπτωση που εφαρμόζεται μια νέα νομοθεσία, η Εναγόμενη 4 παρέχει ένα εύλογο χρονικό διάστημα προς τις τράπεζες για να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα. Ακολούθως, ασκείται εποπτεία για να διαπιστωθεί κατά πόσο οι διοικήσεις των τραπεζών έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθούν με τη νομοθεσία και τις πρόνοιες των οδηγιών που εκδίδει η Εναγόμενη
- Κατά την άσκηση του εποπτικού της ρόλου, η Εναγόμενη 4 δεν είναι ούτε εφικτό, ούτε πρακτικά δυνατό να παρευρίσκεται δίπλα από τον κάθε υπάλληλο εκάστης τράπεζας. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργεί η Εναγόμενη 4, ζητά από τις τράπεζες να πληροφορηθεί για τα μέτρα και τις διαδικασίες που εφαρμόζουν. Η πληροφόρηση που δίδεται από τις τράπεζες αξιολογείται από την Εναγόμενη 4 για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτά τα μέτρα και διαδικασίες είναι ορθά και ικανοποιούν τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. Κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων αξιογράφων, η ενημέρωση που είχε η Εναγόμενη 4 ήταν ότι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονταν μόνο μέσω των τμημάτων "Treasury" και "Wealth Management". Για αυτό τον λόγο, οι έλεγχοι που διενήργησε η Εναγόμενη 4 επικεντρώθηκαν στα εν λόγω τμήματα. Τον Δεκέμβριο του 2010 περιήλθε στη γνώση της Εναγόμενης 4, ότι μέσω των υποκαταστημάτων παρεχόταν η επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών σε σχέση με την αγορά αξιογράφων και για τον λόγο αυτό ο έλεγχος που διενεργήθηκε τον Μάρτιο του 2011 περιέλαβε και υποκαταστήματα της Εναγόμενης
- Κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι τράπεζες οφείλουν να εντοπίζουν και να διαχειρίζονται περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων. Σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη 1, μετά τον επιτόπιο έλεγχο που διενεργήθηκε τον Ιούλιο του 2009, εντοπίστηκε ως αδυναμία η απουσία καταγεγραμμένης διαδικασίας για αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων (Τεκμήριο 33). Η Εναγόμενη 4 εντόπισε την εν λόγω αδυναμία και είχε ζητήσει από την Εναγόμενη 1 να λάβει τα απαραίτητα μέτρα. Η μάρτυρας συμφώνησε με τον κ. Μελά, ότι ήταν εξαρχής γνωστή στην Εναγόμενη 4 η πρακτική υποβολής αίτησης αγοράς χρηματοοικονομικών μέσων στο δίκτυο υποκαταστημάτων των τραπεζών. Διαφώνησε, ωστόσο, με τη θέση του, ότι ενόψει της διαδεδομένης αυτής πρακτικής θα έπρεπε να αντιληφθεί η Εναγόμενη 4 ότι στα υποκαταστήματα παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών. Περαιτέρω, επισήμανε ότι κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης των αξιογράφων του 2009 δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να κινητοποιηθεί η Εναγόμενη 4 για τη διενέργεια ελέγχων στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης
- Η πληροφορία που είχε δοθεί από την Εναγόμενη 1 ήταν, ότι οι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνο από τα τμήματα "Treasury" και "Wealth Management". Η Εναγόμενη 4 δεν ελέγχει την ορθότητα των στοιχείων και των πληροφοριών που δίδονται από τις τράπεζες. Όταν περιήλθε στη γνώση της Εναγόμενης 4 τον Δεκέμβριο του 2010, ότι παρέχονται επενδυτικές υπηρεσίες λήψης και διαβίβασης στα υποκαταστήματα, διενεργήθηκε άμεσα επιτόπιος έλεγχος τον Μάρτιο του
- Κατά τον εν λόγω έλεγχο επιθεωρήθηκαν δειγματοληπτικά φάκελοι πελατών και διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε αδυναμίες σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας λήψης και διαβίβασης εντολών. Στην υποβληθείσα θέση του κ. Μελά, ότι ο έλεγχος ήταν ανεπαρκής καθώς δεν διαπιστώθηκε η απουσία ελέγχου συμβατότητας ή κατηγοριοποίησης των πελατών καθώς και η απουσία ενημέρωσής τους για τη σύγκρουση συμφερόντων, η μάρτυρας απάντησε ότι ο έλεγχος που διενεργήθηκε τον Μάρτιο του 2011 αφορούσε την έκδοση αξιογράφων του 2010 και όχι των επίδικων αξιογράφων. Καταληκτικά, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη 4 δεν άσκησε ορθά τον εποπτικό της ρόλο. Η Μ.Υ.1
(4)ανέφερε, ότι χωρίς την υποβολή συγκεκριμένων παραπόνων το 2009 που να δεικνύουν ότι ήταν λανθασμένη η πληροφόρηση που δόθηκε από την Εναγόμενη 1, δεν υπήρχε λόγος για να διενεργηθεί έλεγχος στο δίκτυο υποκαταστημάτων της. Κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2, συμφώνησε ότι στον έλεγχο που διενεργήθηκε το 2012 η Εναγόμενη 4 δεν έλεγξε μία προς μία όλες τις αιτήσεις για απόκτηση αξιογράφων και ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα που αγόρασαν οι Ενάγοντες παρασχέθηκε η επενδυτική υπηρεσία της επενδυτικής συμβουλής. Αξιολόγηση μαρτυρίας Από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας αναδεικνύονται γεγονότα τα οποία αποτελούν μη αμφισβητούμενη ή κοινά αποδεκτή μαρτυρία. Τα εν λόγω γεγονότα συνοψίζονται στα πιο κάτω αναφερόμενα: · Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι σύζυγοι και ουδείς εξ αυτών έλαβε πανεπιστημιακή μόρφωση. · Οι Ενάγοντες διατηρούσαν καταθέσεις τακτής προθεσμίας στην Εναγόμενη
- Συγκεκριμένα, διατηρούσαν από κοινού δύο καταθέσεις τακτής προθεσμίας για τα ποσά των €189.120,45 και €103.522,
- Περαιτέρω, ο Ενάγων 1 διατηρούσε αποκλειστικά στο όνομά του κατάθεση τακτής προθεσμίας εκ ποσού €47.303,
- · Η Εναγόμενη 1 έκδωσε 250.000 αξιόγραφα ονομαστικής αξίας €1.000 έκαστο. Τα εν λόγω αξιόγραφα θα προσφέρονταν σε ενδιαφερόμενους επενδυτές που θα υπέβαλλαν αίτηση ύψους τουλάχιστον €50.
- · Οι Ενάγοντες αποφάσισαν όπως αγοράσουν αξιόγραφα κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, διαθέτοντας προς τούτο τα χρήματα των καταθέσεων τακτής προθεσμίας που διατηρούσαν στην Εναγόμενη 1 μαζί με μια τραπεζική επιταγή άλλου τραπεζικού ιδρύματος ύψους €37.
- Για τον σκοπό αυτό, υπέγραψαν σχετική αίτηση αγοράς αξιογράφων της Εναγόμενης
- · Οι Ενάγοντες υπέγραψαν αίτηση δημιουργίας μερίδας λογαριασμού αξιών και εξουσιοδότηση χρήσης. Στις 14.04.09 ενεργοποιήθηκε στο Χ.Α.Κ ο λογαριασμός επενδυτή επ' ονόματι των Εναγόντων με αριθμό μερίδας επενδυτή ΧΧΧΧΧΧ. · Στις 14.04.09 έκλεισαν οι λογαριασμοί τακτής προθεσμίας των Εναγόντων και κατατέθηκε η τραπεζική επιταγή ύψους €37.000 σε κοινό λογαριασμό των Εναγόντων από τον οποίο εκταμιεύθηκε το συνολικό ποσό των €377.000 για την αγορά 377 αξιογράφων της Εναγόμενης
- · Το ποσό των €377.000 προερχόταν από τον γάμο των Εναγόντων και αποταμιεύσεις από την εργασία τους και προοριζόταν για την κάλυψη οικογενειακών αναγκών και τις σπουδές των παιδιών τους. · Η αίτηση αγοράς αξιογράφων εγκρίθηκε από την Εναγόμενη 1 και παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες 377 αξιόγραφα, τα οποία εισήχθηκαν στο Χ.Α.Κ στις 12.08.
- · Κατά τον χρόνο αγοράς των αξιογράφων από τους Ενάγοντες, η Εναγόμενη 1 δεν διενεργούσε ελέγχους καταλληλότητας και συμβατότητας και δεν κατηγοριοποιούσε τους υποψήφιους επενδυτές που επιθυμούσαν να αγοράσουν αξιόγραφα. Επίσης, δεν έδιδε σε αυτούς προειδοποιητικό μήνυμα και δεν εφάρμοζε πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων. · Η Εναγόμενη 4 είναι, δυνάμει του Ν.144(Ι)/07, η εποπτική αρχή των τραπεζικών ιδρυμάτων κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων. Η Εναγόμενη 4, μέχρι τον Ιούνιο του 2012, δεν έλαβε οποιαδήποτε παράπονα από κατόχους αξιογράφων. · Οι Ενάγοντες από την ημερομηνία αγοράς των επίδικων αξιογράφων μέχρι και την παύση καταβολής τόκων από την Εναγόμενη 1 στις 30.06.12, έλαβαν ως τόκους επί των αξιογράφων το ποσό των €84.374,
- Σύμφωνα με την Παπαλλής κ.α ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83, είναι αχρείαστη η αξιολόγηση μαρτυρίας που δεν αμφισβητείται ή αποτελεί κοινό έδαφος. Επομένως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών, με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή, ωστόσο, δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa ν. Κακουρή κ.ά.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). · Ενάγων 1 - Μ.Ε.1 Ο Μ.Ε.1, κατά τη μαρτυρία του, τόνισε ότι για την αγορά των αξιογράφων στηρίχθηκε στις παραστάσεις που του έγιναν από την Εναγόμενη 1 και ειδικότερα από τον Εναγόμενο
- Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι εμπιστευόταν τον Εναγόμενο 2, τον οποίο γνώριζε για αρκετά χρόνια και όταν μάλιστα επισκεπτόταν το υποκατάστημα της Εναγόμενης 1, έπιναν καφέ, μιλούσαν και αστειεύονταν. Η εμπιστοσύνη στα λεγόμενα του Εναγόμενου 2, αποτέλεσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τον ουσιαστικό λόγο για τον οποίο ο ίδιος και η Ενάγουσα 2, σύζυγός του, υπέγραψαν το Τεκμήριο 3 χωρίς να το μελετήσουν. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Μ.Ε.1, υπήρξε συνεννόηση εκ των προτέρων ως προς το τι θα αφορούσε η αίτηση για αγορά αξιογράφων και τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός του αντιμετώπισαν τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον τους προς υπογραφή ως απλές αποδείξεις και δεν διανοήθηκαν ότι υπήρχε περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 και 2 να τους ξεγελάσουν. Η σφαιρική θεώρηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 δεν δικαιολογεί, κατά την άποψή μου, τη δημιουργία τέτοιας σχέσης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του Εναγόμενου
- Αυτό, διότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο τελευταίος δεν διατηρούσε οποιεσδήποτε φιλικές σχέσεις με τον Εναγόμενο 2 σε προσωπικό ή οικογενειακό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, κατά την αντεξέτασή του, ξεκαθάρισε ότι ουδέποτε συναντήθηκαν εκτός τράπεζας σε καθαρά φιλικό επίπεδο. Επιπρόσθετα, από την αντεξέταση διαφάνηκε, ότι η δήλωσή του για παροχή γευμάτων από την Εναγόμενη 1 προς τον ίδιο δεν αφορούσε τον Εναγόμενο 2 ή τον κατά τον επίδικο χρόνο αγοράς των αξιογράφων διευθυντή του υποκαταστήματος
- Αντιθέτως, δήλωσε ρητά, ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν παρών σε αυτά τα γεύματα που παρέχονταν από τον προηγούμενο διευθυντή του εν λόγω υποκαταστήματος. Ο Μ.Ε.1 στην προσπάθεια του να ισχυροποιήσει τη θέση του για την εμπιστοσύνη που έτρεφε προς το πρόσωπο του Εναγόμενου 2, ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος χειριζόταν για χρόνια τους λογαριασμούς των Εναγόντων. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ανατράπηκε από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος δήλωσε ότι γνώρισε τον Μ.Ε.1 όταν τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα 062 περί το
- Μεσολάβησαν, δηλαδή, περί τα τρία χρόνια από τη γνωριμία τους μέχρι την αγορά των αξιογράφων. Περαιτέρω, σε αυτά τα τρία χρόνια ο Εναγόμενος 2 (σύμφωνα με τη μαρτυρία του η οποία, για τους λόγους που θα εξηγηθούν πιο κάτω, κρίνεται ως αξιόπιστη) δεν εξυπηρετούσε κατ' αποκλειστικότητα τον Ενάγοντα
- Συνεπώς, οι διαπροσωπικές επαφές του Μ.Ε.1 και του Εναγόμενου 2, σε συνάρτηση με τη χρονική περίοδο γνωριμίας τους, δεν συνηγορούν στη δημιουργία τέτοιας ισχυρής σχέσης εμπιστοσύνης. Οι σχέσεις, επομένως, του Εναγόμενου 2 με τον Ενάγοντα 1 και η συμπεριφορά του πρώτου προς τον τελευταίο, κινούνταν μέσα στα πλαίσια της αβρότητας και της ευγενικής συμπεριφοράς που ο Εναγόμενος 2, ως προϊστάμενος εξυπηρέτησης πελατών του υποκαταστήματος 062, το οποίο εξυπηρετούσε τους Ενάγοντες, όφειλε να επιδεικνύει προς τους πελάτες της Εναγόμενης
- Το γεγονός, ότι κατά τις συναντήσεις τους μιλούσαν και για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως για παράδειγμα το κυνήγι, ή ότι μπορούσε να ανταλλάξουν μεταξύ τους αστεία, δεν μεταβάλλει τα πλαίσια των μεταξύ τους σχέσεων, όπως αυτά προσδιορίστηκαν πιο πάνω. Συνεπώς, το πλέγμα των σχέσεων των Εναγόντων με τον Εναγόμενο 2, εξ αντικειμένου, δεν οδηγεί στη δημιουργία τέτοιας σχέσης εμπιστοσύνης που θα δικαιολογούσε και θα προσέδιδε πειστικότητα στον ισχυρισμό του Ενάγοντα 1 ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά στα λεγόμενα του Εναγόμενου 2, σε βαθμό που να μην αναγνώσουν καν την αίτηση αγοράς αξιογράφων (Τεκμήριο 3), η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, αποτελείται από τέσσερις μόνο σελίδες. Υποδεικνύεται, ότι η απόφαση των Εναγόντων για αγορά των επίδικων αξιογράφων δεν ήταν μία καθημερινή απόφαση ρουτίνας ή εν πάση περιπτώσει μία επουσιώδους σημασίας απόφαση. Αντιθέτως, ήταν μία σοβαρή απόφαση, αφού θα επένδυαν το σύνολο των οικονομιών τους, το οποίο ανερχόταν στο ουδόλως ευκαταφρόνητο ποσό των €377.000, το οποίο, σύμφωνα με αναντίλεκτη μαρτυρία του Ενάγοντα 1, προοριζόταν για την κάλυψη οικογενειακών αναγκών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων στην τελική του αγόρευση υποστήριξε ότι η σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου 2 ήταν σε λογικά και φυσιολογικά πλαίσια, λίγο περισσότερο από μια εντελώς τυπική σχέση μεταξύ ενός Κύπριου και της τράπεζάς του. Περαιτέρω, ανέφερε ο κ. Μελάς ότι αυτό ήταν το πνεύμα της τότε εποχής. Καταρχάς, θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το «πνεύμα» της τότε εποχής όσον αφορά τη σχέση μεταξύ ενός πελάτη τράπεζας και της τράπεζας. Όσον αφορά τη θέση του κ. Μελά για τη σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου 2, με κάθε σεβασμό, η σχετική εισήγησή του βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων και τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται λόγος για ανάπτυξη άριστης σχέσης η οποία εδραζόταν στη βάση της απόλυτης εμπιστοσύνης. Στη δε παράγραφο 2 του Εγγράφου Α, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι αναπτύχθηκαν στενές σχέσεις με τους υπαλλήλους της Εναγόμενης 1, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 2, και στην παράγραφο 7 του Εγγράφου Α δήλωσε ότι στηρίχθηκε στα λεγόμενα του Εναγόμενου 2 στον οποίον είχε εμπιστοσύνη. Τα πιο πάνω αναφερόμενα, δεν υποστηρίζουν τη σχετική εισήγηση του κ. Μελά. Περαιτέρω, ο κ. Μελάς στην αγόρευσή του εισηγήθηκε, ότι δεν πρέπει να εκληφθεί η παράλειψη των Εναγόντων να αναγνώσουν το Τεκμήριο 3 ως παράγοντας που επενεργεί ενάντια στην αξιοπιστία της εκδοχής του Ενάγοντα
- Η παράλειψη των Εναγόντων να μελετήσουν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 δεν συνιστά, ασφαλώς, από μόνη της στοιχείο αναξιοπιστίας του Ενάγοντα
- Αυτό το οποίο τυγχάνει αξιολόγησης ως στοιχείο που επηρεάζει την αξιοπιστία του Ενάγοντα 1, είναι ο λόγος που επικαλέστηκε για τη μη ανάγνωση του Τεκμηρίου
- Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη τους οφειλόταν στην εμπιστοσύνη που είχαν προς το πρόσωπο του Εναγόμενου
- Ο εν λόγω ισχυρισμός του, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν γίνεται αποδεκτός, με αποτέλεσμα να προκαλείται ρήγμα στην αξιοπιστία του Μ.Ε.
- Επανέρχομαι στη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ένα άλλο σημείο που στερείται, κατά την άποψή μου, πειστικότητας αφορά το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης πληροφόρησης που έλαβε από τον Εναγόμενο 2 για τα αξιόγραφα. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε, ότι κατά τη συνάντηση που είχε με τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος του ανέφερε ότι τα αξιόγραφα αποτελούν μια μορφή κατάθεσης, ότι μοιάζουν με τις ομολογίες που παλαιότερα έκδιδε η Τράπεζα Κύπρου και ότι στη λήξη των 5 χρόνων της διάρκειας τους θα λάμβαναν άθικτο πίσω το κεφάλαιο τους. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Μ.Ε.1 προσκρούουν στη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 (για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω), αλλά και στα Τεκμήρια 19 και 25, τα οποία κατέθεσε η πλευρά των Εναγόντων. Ανοίγω μία παρένθεση για να αναφερθώ στα Τεκμήρια 19 και
- Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1, 2 και 4 έφεραν ένσταση στην κατάθεση των εν λόγω εγγράφων ως Τεκμηρίων εισηγούμενοι ότι τυχόν κατάθεσή τους θα συνιστούσε παραβίαση του απορρήτου της επικοινωνίας της Εναγόμενης 1 δυνάμει των άρθρων 17 του Συντάγματος και 16 του Ν.92(Ι)/
- Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 22.12.20 επέτρεψε την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων αναφέροντας ότι το όλο ζήτημα άπτεται της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της βαρύτητας που μπορεί να αποδοθεί σε αυτά. Τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Η μαρτυρία του τελευταίου ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή των δικηγόρων των Εναγόντων και κατ' επέκταση τη δική του τα εν λόγω έγγραφα παρέμεινε αναντίλεκτη. Ενόψει τούτου, δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε παραβίαση είτε του άρθρου 17 του Συντάγματος, είτε του άρθρου 16 του Ν.92(Ι)/
- Το όλο ζήτημα, κατά την άποψή μου, άπτεται ενδεχόμενης παραβίασης εσωτερικών οδηγιών της Εναγόμενης 1 προς τους υπαλλήλους της. Κλείνοντας την παρένθεση, θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί βαρύτητα στα εν λόγω έγγραφα - Τεκμήρια 19 και
- Τα Τεκμήρια 19 και 25, αποτελούν εσωτερική εγκύκλιο της Εναγόμενης 1 η οποία απευθυνόταν αποκλειστικά προς το προσωπικό της (επομένως και τον Εναγόμενο 2) και αφορούσε την έκδοση των επίδικων αξιογράφων. Στα προαναφερόμενα Τεκμήρια, δεν εντοπίζεται η παραμικρή αναφορά στο ότι τα αξιόγραφα αποτελούν καταθετικό προϊόν. Αντιθέτως, καθίσταται ξεκάθαρο ότι πρόκειται για επενδυτικό προϊόν. Περαιτέρω, μέσα από τα Τεκμήρια 19 και 25, δεν δίδεται οποιαδήποτε οδηγία για σύγκριση των αξιογράφων με τις ομολογίες που εκδίδονταν παλαιότερα από την Τράπεζα Κύπρου. Παράλληλα, σε κανένα σημείο των εν λόγω εγγράφων εκφράζεται η βεβαιότητα ότι με την πάροδο των 5 ετών, οι επενδυτές θα λάμβαναν άθικτο το κεφάλαιο που θα επένδυαν στα αξιόγραφα. Δεν αγνοώ την καταγραφή επί του Τεκμηρίου 25 ότι: «Το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο παραμένει υγιές και φερέγγυο, με αποτέλεσμα να είναι απόλυτα λογικό να εκτιμάται πως δεν θα προκύψουν προβλήματα σε σχέση με την πληρωμή τόκων και κεφαλαίου, καθώς και για τη συνέχιση από υγιείς εκδότες της πρακτικής για εξαγορά των εκδομένων αξιογράφων μόλις αποκτούν το σχετικό δικαίωμα με βάση τις προϋποθέσεις που θέτει η Κεντρική Τράπεζα (από το 5ο έτος)». Η εν λόγω καταγραφή δεν εκφράζει βεβαιότητα, αλλά απλώς την εκτίμηση της Εναγόμενης 1 ως προς τη μελλοντική ομαλή εξέλιξη της επένδυσης στα αξιόγραφα, στη βάση των δεδομένων που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο. Επομένως, από τη στιγμή που στα Τεκμήρια 19 και 25 δεν καταγράφεται βεβαιότητα για επιστροφή του κεφαλαίου, η λογική υπαγορεύει ότι και ο Εναγόμενος 2 δεν θα εξέφραζε τέτοια βεβαιότητα. Σημειώνεται, ότι στην ερώτηση 2 του Τεκμηρίου 25, όπου περιγράφονται οι βασικοί όροι έκδοσης των αξιογράφων, αναφέρεται ότι η διάρκεια τους είναι αόριστη και ότι η τράπεζα απλώς διατηρεί δικαίωμα εξαγοράς. Επίσης, στην ερώτηση 6 επαναλαμβάνεται, ότι η τράπεζα διατηρεί δικαίωμα εξαγοράς των επίδικων αξιογράφων. Πουθενά, δεν γίνεται λόγος για «υποχρέωση εξαγοράς». Μία άλλη βασική θέση του Μ.Ε.1 η οποία στερείται πειστικότητας, ήταν η ισχυριζόμενη άγνοια του ως προς το ότι τα αξιόγραφα διασυνδέονταν με το Χ.Α.Κ. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε, ότι κατά τη συνάντηση που είχε με τον Εναγόμενο 2, ρώτησε ειδικά αν τα αξιόγραφα σχετίζονται με το Χ.Α.Κ και η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική. Η εν λόγω θέση, αφενός δεν συμβαδίζει με τους ισχυρισμούς του για το περιεχόμενο της συνάντησης που είχε με τον Εναγόμενο 2 και αφετέρου συγκρούεται με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου. Καταρχάς, η ισχυριζόμενη πληροφόρηση που έλαβε από τον Εναγόμενο 2 ότι τα αξιόγραφα ήταν καταθετικό προϊόν, δεν δικαιολογούσε την υποβολή ερώτησης για το Χ.Α.Κ. Με ποια λογική και στη βάση ποιων δεδομένων προβληματίστηκε για το Χ.Α.Κ, χωρίς μάλιστα ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε εμπειρία από το Χ.Α.Κ, αφού, ως ισχυρίστηκε, ουδέποτε στο παρελθόν ασχολήθηκε με επενδύσεις. Σε κάθε όμως περίπτωση, τα γεγονότα δεικνύουν, ότι ήταν σε γνώση του Μ.Ε.1 ότι τα αξιόγραφα σχετίζονταν με το Χ.Α.Κ. Τούτο, διότι στο Τεκμήριο 3, το οποίο τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός του υπέγραψαν, υπάρχουν ρητές αναφορές στο Χ.Α.Κ. Ακόμη, και αν γινόταν δεκτός ο ισχυρισμός του ότι δεν ανάγνωσαν το Τεκμήριο 3, υποδεικνύεται ότι στο κείμενο που βρίσκεται αμέσως πάνω από την υπογραφή των Εναγόντων, γίνονται τρεις τουλάχιστον αναφορές στην περίπτωση εισαγωγής των αξιογράφων στο Χ.Α.Κ. Είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να μην παρατήρησαν τις εν λόγω αναφορές, κατά τον χρόνο που έθεταν τις υπογραφές τους. Επιπρόσθετα, η θέση του Μ.Ε.1 περί του ότι δεν γνώριζε ότι τα αξιόγραφα διασυνδέονται με το Χ.Α.Κ καταρρίπτεται και από τα Τεκμήρια 7 και
- Το μεν Τεκμήριο 7 δεικνύει ότι οι Ενάγοντες στις 13.04.09 υπέγραψαν αίτηση για άνοιγμα μερίδας επενδυτή στο Χ.Α.Κ, το δε Τεκμήριο 42 επιβεβαιώνει το άνοιγμα μερίδας επενδυτή στις 14.04.
- Περαιτέρω, τα Τεκμήρια 7 και 42 αναδεικνύουν ευρύτερα ζητήματα σχετικά με τη γνησιότητα της εκδοχής του Μ.Ε.1 για τα οποία γίνεται λόγος αμέσως πιο κάτω. Ο Μ.Ε.1, κατά την κυρίως εξέτασή του (βλ. παράγραφος 9 Έγγραφο Α), ισχυρίστηκε ότι μετά την πάροδο αρκετών ημερών από τις 14.04.09, έλαβε τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος τον κάλεσε για να υπογράψει κάποιο έγγραφο προκειμένου να λάβει αριθμό στο Χ.Α.Κ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Ε.1, σε σχετική του ερώτηση προς τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν θα διαπραγματεύονταν τα αξιόγραφα στο Χ.Α.Κ και απλώς ήταν θέμα της κυβέρνησης. Ξεκινώντας από την εξήγηση που έδωσε ο Μ.Ε.1, θεωρώ ότι είναι μη πειστική και αποτελεί μια εκ των υστέρων προσπάθεια του να αιτιολογήσει το γεγονός της υπογραφής του ιδίου και της συζύγου του επί του Τεκμηρίου
- Είναι αδιανόητο από τη στιγμή που ο Ενάγων 1 είχε προβληματιστεί για το Χ.Α.Κ, υπενθυμίζεται ότι αποτέλεσε τη μοναδική ανησυχία-ερώτηση που έθεσε προς τον Εναγόμενο 2 κατά την αρχική τους συνάντηση όπου ενημερώθηκε για τα αξιόγραφα, να υπογράφει στη συνέχεια σχετικό έντυπο, αρκετές μάλιστα μέρες μετά την αγορά των αξιογράφων, δεχόμενος αβασάνιστα την εξήγηση που του έδωσε ο Εναγόμενος 2 περί απαίτησης της κυβέρνησης. Το αναμενόμενο θα ήταν να αντιδράσει ο Μ.Ε.1 και να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Πολύ δε περισσότερο, από τη στιγμή που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, διατηρούσε καταθέσεις σε τράπεζες και ουδέποτε του ζητήθηκε να δηλώσει αριθμό μερίδας επενδυτή στο Χ.Α.Κ. Επιπρόσθετα, παρατηρούνται και οι εξής αντιφατικές δηλώσεις του Μ.Ε.1 σε σχέση με τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου
- Κατά την κυρίως εξέτασή του, δήλωσε ότι έλαβε το τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο 2 για την υπογραφή του Τεκμηρίου 7 αρκετές μέρες μετά τις 14.04.
- Στην αντεξέτασή του διαφοροποίησε τη θέση του, λέγοντας ότι ήταν μία‑δύο μέρες μετά τις 14.04.
- Το Τεκμήριο 7, ωστόσο, διαψεύδει τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του, όσο και κατά την αντεξέτασή του. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, αυτό υπογράφηκε στις 13.04.
- Τούτο επιβεβαιώνεται και από τη δέσμη Τεκμηρίου 42, από την οποία προκύπτει, ως ήδη αναφέρθηκε, ότι ο λογαριασμός των Εναγόντων στο Χ.Α.Κ ενεργοποιήθηκε την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 14.04.
- Τα προαναφερόμενα ενισχύονται και από παραστατικά που περιλαμβάνονται στη δέσμη Τεκμηρίου
- Συγκεκριμένα, δύο εκ των παραστατικών της δέσμης Τεκμηρίου 40 (δεύτερο και τρίτο παραστατικό), καταμαρτυρούν την πληρωμή που έγινε στις 14.04.09 για σκοπούς ανοίγματος λογαριασμού επενδυτή στο Χ.Α.Κ. Παράλληλα, επισημαίνω ότι στην κυρίως εξέτασή του ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι μόνο ο ίδιος μετέβηκε στο υποκατάστημα της Εναγόμενης 1 για να υπογράψει το σχετικό έντυπο για άνοιγμα μερίδας επενδυτή και λογαριασμού αξιών στο Χ.Α.Κ. Ωστόσο, το Τεκμήριο 7 καταδεικνύει ότι αυτό φέρει και την υπογραφή της συζύγου του. Ο Μ.Ε.1 δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για το πώς υπέγραψε και η σύζυγός του, Ενάγουσα 2, επί του Τεκμηρίου
- Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν, ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι δεν γνώριζε ότι τα αξιόγραφα σχετίζονται με το Χ.Α.Κ. Ο ισχυρισμός τώρα του Μ.Ε.1 περί υπογραφής του Τεκμηρίου 3 στις 14.04.09 καταρρίπτεται από τα Τεκμήρια 3 και 7, τα οποία δηλώνουν ότι υπογράφηκαν στις 13.04.
- Το γεγονός, ότι στο Τεκμήριο 3, δεν καταγράφεται η ημερομηνία δίπλα από τις υπογραφές των Εναγόντων δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, καθώς δίπλα από την υπογραφή της Μ.Υ.3 (1&2) επί του Τεκμηρίου 3 καταγράφεται η ημερομηνία 13.04.
- Η ίδια ημερομηνία καταγράφεται και στο Τεκμήριο
- Ταυτόχρονα, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι το μεγαλύτερο μέρος του Τεκμηρίου 3 συμπληρώθηκε από τη Μ.Υ.3 (1&2), ενώ το Τεκμήριο 7 συμπληρώθηκε καθ' ολοκληρίαν από την τελευταία. Τα προαναφερόμενα αφήνουν έκθετο σε απόρριψη και τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, ότι δεν συναντήθηκε με τη Μ.Υ.3 (1&2), καθώς και ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 7 στην παρουσία μόνον του Εναγόμενου
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί καταρρίπτονται, επίσης, από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω. Τέλος, ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1, ότι ο διευθυντής του υποκαταστήματος 062 προκειμένου να τον πείσει να αγοράσει αξιόγραφα τού ανέφερε ότι αγόρασε και η σύζυγός του, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο εν λόγω διευθυντής και η σύζυγός του επένδυσαν (σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (1&2) για την οποία γίνεται λόγος πιο κάτω) σε αξιόγραφα της Εναγόμενης 1 έκδοσης του 2010 και όχι του
- Για όλους τους προαναφερόμενους λόγους, θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.
- · Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με τις υποχρεώσεις των παρόχων επενδυτικών υπηρεσιών και τις διαδικασίες και μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από εποπτικές αρχές για την αποτελεσματική εποπτεία της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η δυνατότητα του Μ.Ε.2 να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας αμφισβητήθηκε τόσο από τους Εναγόμενους 1 και 2, όσο και από την Εναγόμενη
- Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αμφισβήτησαν τους πανεπιστημιακούς τίτλους που επικαλέστηκε ο Μ.Ε.2, ενώ η Εναγόμενη 4 από τη δική της πλευρά επιχείρησε να καταδείξει ότι η επαγγελματική πείρα του μάρτυρα δεν διασυνδέεται με τα επίδικα θέματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Ξεκινώντας από τους Εναγόμενους 1 και 2, σημειώνεται ότι η θέση τους περί αμφισβήτησης των πανεπιστημιακών τίτλων που δήλωσε ο μάρτυρας ότι κατέχει, παρέμεινε σε επίπεδο απλής υποβολής. Συγκεκριμένα, πέραν της γενικής υποβολής που έθεσε ο κ. Δημοσθένους κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.2, η οποία συνάντησε την άρνηση του τελευταίου, δεν τέθηκε οτιδήποτε χειροπιαστό που να θέτει σε αμφισβήτηση τα ακαδημαϊκά προσόντα του Μ.Ε.
- Κατά συνέπεια, οι δηλώσεις του Μ.Ε.2 για κατοχή πτυχίου οικονομικών, πτυχίου νομικής, μεταπτυχιακού στη νομική το οποίο επικεντρώθηκε σε χρηματοοικονομικά θέματα, όπως τραπεζικό δίκαιο και χρηματοοικονομικό δίκαιο, παρέμειναν επί της ουσίας τους αναντίλεκτες. Περαιτέρω, παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του ότι κατά το 2011 έτυχε μετεκπαίδευσης στο δίκαιο της Κεφαλαιαγοράς και στο χρηματοοικονομικό δίκαιο στις Η.Π.Α, καθώς και στις πρακτικές εποπτείας που ακολουθούνται από την εποπτική αρχή Κεφαλαιαγοράς των Η.Π.Α. Ομοίως, δεν αμφισβητήθηκε η δήλωσή του ότι είναι κάτοχος της ανώτερης πιστοποίησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου σε σχέση με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του ότι είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, καθώς και ότι εργάστηκε στο νομικό τμήμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Αποτελεί, δικαστική γνώση ότι για να εγγραφεί κάποιο πρόσωπο ως δικηγόρος στη Δημοκρατία, θα πρέπει να είναι κάτοχος πτυχίου νομικής (άρθρο 4(δ) του περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ.2). Επομένως, η ακαδημαϊκή μόρφωση που έλαβε ο Μ.Ε.2, διασυνδέεται με τα θέματα για τα οποία κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας, αφού σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με χρηματοοικονομικά ζητήματα. Άλλωστε, ό,τι επιχείρησε να θέσει υπό αμφισβήτηση η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 αφορούσε την κατοχή των πανεπιστημιακών τίτλων από τον μάρτυρα και όχι τη σχετικότητα τους με το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του. Όσον αφορά το ζήτημα που εγέρθηκε από την Εναγόμενη 4, σε σχέση με την επαγγελματική του πείρα και τη δυνατότητα εξ αυτής για να καταθέτει ως εμπειρογνώμονας επί χρηματοοικονομικών θεμάτων, σημειώνω τα ακόλουθα. Είναι μεν γεγονός ότι η επαγγελματική σταδιοδρομία του Μ.Ε.2 στο εξωτερικό δεν περιελάμβανε ενασχόληση με υποθέσεις που αφορούσαν ευθύνη τραπεζών λόγω παράλειψής τους να συμμορφωθούν με οδηγίες της αρμόδιας εποπτικής αρχής ή με υποθέσεις οι οποίες αφορούσαν την επάρκεια των εποπτικών ελέγχων που ασκούσαν οι αρμόδιες εποπτικές αρχές σε εποπτευόμενες οντότητες. Είναι, επίσης, γεγονός ότι κατά τη σταδιοδρομία του ως δικηγόρος στη Δημοκρατία δεν εκπροσώπησε ενώπιον Δικαστηρίων οποιοδήποτε διάδικο σε υποθέσεις όπου η αντιδικία αφορούσε ζητήματα αντίστοιχα ή παρόμοια με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Επίσης, ουδέποτε ασχολήθηκε με την παροχή υπηρεσιών σε τραπεζικά ιδρύματα κατά την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από τα τελευταία. Οι προαναφερόμενες διαπιστώσεις δεν αναιρούν, κατά την άποψή μου, τη δυνατότητα του Μ.Ε.2 να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας επί των επίδικων θεμάτων. Αυτό, διότι, σύμφωνα με αναντίλεκτη επί του εν λόγω σημείου μαρτυρία του, κατά την περίοδο που εργάστηκε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ασχολήθηκε με ζητήματα που αφορούσαν την αδειοδότηση και εποπτεία επενδυτικών εταιρειών. Ακολούθως, σύμφωνα με αναντίλεκτη επί τούτου μαρτυρία, με τη δραστηριοποίηση του στον ιδιωτικό τομέα από το 2008 και έπειτα, επικεντρώθηκε στην παροχή νομικών υπηρεσιών που αφορούν το δίκαιο της κεφαλαιαγοράς με το πελατολόγιο του να συμπεριλαμβάνει εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Ασχολήθηκε, επομένως, τόσο κατά τη σταδιοδρομία του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όσο και ως ιδιώτης, με το δίκαιο της κεφαλαιαγοράς και με επενδυτικές εταιρείες. Αυτή η επαγγελματική εμπειρία, τον καθιστά εμπειρογνώμονα για τα θέματα που προσκομίστηκε η μαρτυρία του, καθώς το νομικό πλαίσιο, ήτοι η Οδηγία MIFID και ο Ν.144(Ι)/07, που διέπει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ) και τραπεζικά ιδρύματα, είναι κοινό. Επομένως, θεωρώ ότι στη βάση των ακαδημαϊκών προσόντων και της επαγγελματικής εμπειρίας του Μ.Ε.2, ο τελευταίος δύναται να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας για τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ως προς το καθήκον του εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Έκδοση 2014, σελ. 580-581: «Tο καθήκον των πραγματογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου κατά τη μαρτυρία τους έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει συναφώς τη δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ320/08, ημ. 15.3.12, Σαρρής ν Καλλέγιας και Πιττάλης και Άλλων ν Ianira Enterprises Ltd και Άλλων
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 814, Philippou v Odysseos
(1989)1 CLR1).» Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020].» Η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2, έθεσε υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία και αντικειμενικότητα του Μ.Ε.2 με αναφορά κυρίως στις σχέσεις που ανέπτυξε με τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων και την αμοιβή που έλαβε κατά την παροχή υπηρεσιών στον τελευταίο, αλλά και κατά την παρουσία του ως μάρτυρας σε δικαστικές υποθέσεις που καταχωρήθηκαν από κατόχους αξιογράφων. Όσον αφορά τις σχέσεις του με τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, οι συνήγοροι των Εναγομένων επεσήμαναν ότι ο δικηγόρος με τον οποίο συνεργάστηκε για την εκπόνηση μελέτης προς τον εν λόγω Σύνδεσμο καταχώρησε αγωγές εκ μέρους κατόχων τραπεζικών αξιογράφων. Επίσης, υπέδειξαν, ότι ο προαναφερόμενος Σύνδεσμος με σχετική ανάρτησή του στην ιστοσελίδα του υποστήριξε την υποψηφιότητα που έθεσε ο μάρτυρας ως δημοτικός σύμβουλος στις δημοτικές εκλογές του
- Το γεγονός, ότι ο Μ.Ε.2 παρείχε υπηρεσίες στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων εκπονώντας μαζί με δικηγόρο με τον οποίο συνεργαζόταν σχετική μελέτη, καθώς και το γεγονός ότι ο εν λόγω δικηγόρος καταχώρησε αγωγές εκ μέρους κατόχων αξιογράφων, δεν οδηγούν άνευ ετέρου σε έλλειψη αντικειμενικότητας. Όπως επεξήγησε ο Μ.Ε.2, χωρίς να αμφισβητηθεί επί τούτου η μαρτυρία του, η μελέτη που ετοιμάστηκε για τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων αφορούσε γενικά την ανάλυση του σχετικού νομικού πλαισίου, χωρίς να εκφράζεται κρίση επί γεγονότων. Σε σχέση τώρα με τις αγωγές που καταχωρήθηκαν από τον δικηγόρο με τον οποίο συνεργάστηκε κατά την περίοδο παροχής υπηρεσιών στον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων, δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι ο Μ.Ε.2 διασυνδέεται οικονομικά με το δικηγορικό γραφείο που καταχώρησε τις αγωγές. Το ζήτημα της αμοιβής του Μ.Ε.2, αποτέλεσε επίσης στοιχείο που ανέδειξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 ως ενδεικτικό της μεροληπτικής στάσης του μάρτυρα υπερ των κατόχων αξιογράφων. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε μεμπτό στο ότι ο Μ.Ε.2 έλαβε αμοιβή από τον Σύνδεσμο Κατόχων Αξιογράφων για την εκπόνηση της σχετικής μελέτης. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι μέχρι σήμερα κατέθεσε σε 11 δικαστικές υποθέσεις ως μάρτυρας για λογαριασμό κατόχων αξιογράφων και πάλι έναντι αμοιβής. Ο Μ.Ε.2, ως επαγγελματίας ιδιώτης, δικαιούται, ασφαλώς, να αμείβεται για τις υπηρεσίες που παρέχει. Ειδικότερα, όσον αφορά την αμοιβή για τις υποθέσεις στις οποίες καλείται να καταθέσει ως μάρτυρας, σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε η δήλωσή του ότι αμείβεται ανεξαρτήτως του αποτελέσματός τους. Για την υποστήριξη τώρα που εξέφρασε ο Σύνδεσμος Κατόχων Αξιογράφων προς το πρόσωπό του στις δημοτικές εκλογές του 2016, ο Μ.Ε.2 δήλωσε ότι η υπό αναφορά ενέργεια δεν ήταν σε γνώση του και έγινε κοινωνός αυτής για πρώτη φορά το 2019 όταν τέθηκε το εν λόγω ζήτημα σε μια εκ των δικαστικών υποθέσεων στην οποία κλήθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας. Η σχετική δήλωση του Μ.Ε.2 δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 και, ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή. Δεν θεωρώ επίσης μεμπτό το γεγονός, ότι ο Μ.Ε.2 δεν απευθύνθηκε προς την Εναγόμενη 1 ή την Εναγόμενη 4 για άντληση πληροφοριών σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Θα πρέπει, δε, σε κάθε περίπτωση, να σημειώσω ότι δεν υποστηρίχθηκε από τους Εναγόμενους ότι θα έπρεπε να τεθούν σε γνώση του συγκεκριμένες πληροφορίες τις οποίες αγνόησε ή δεν έλαβε υπόψη του κατά την εκφορά της εμπειρογνωμοσύνης του. Συνεπώς, η σχετική θέση των Εναγομένων 1, 2 και 4 παρέμεινε σε θεωρητικό επίπεδο. Ομοίως, σε γενικό και αόριστο επίπεδο παρέμεινε και η θέση των Εναγομένων 1 και 2 περί μεταβολής της γραπτής δήλωσής του μετά από απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Δεν υποδείχθηκε στον Μ.Ε.2 η δικαστική απόφαση ή η δήλωση που κατέθεσε στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, ούτε και υποδείχθηκαν ποια σημεία από τη μαρτυρία του διαφοροποιήθηκαν σε σύγκριση με τη δήλωση που παρουσίασε στα πλαίσια της υπό εκδίκαση διαφοράς. Η συγκεκριμενοποίηση που έγινε επί του εν λόγω ζητήματος στην τελική αγόρευση των Εναγομένων 1 και 2, δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω κατάληξη, αφ' ης στιγμής δεν τέθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέτασή του. Ερχόμενος στην ουσία της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, υποδεικνύεται ότι οι αναφορές του σε σχέση με τις βέλτιστες πρακτικές που οφείλουν να τηρούν οι πάροχοι επενδυτικών υπηρεσιών κατά την παροχή τέτοιων υπηρεσιών σε μη επαγγελματίες πελάτες, δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και
- Επίσης, δεν αμφισβητήθηκαν από την Εναγόμενη 4, οι αναφορές του σε σχέση με την ορθή εκτέλεση του εποπτικού ρόλου μίας εποπτικής αρχής. Βασικό σημείο της μαρτυρίας του, ήταν η επεξήγηση της φύσης των αξιογράφων. Η γνώμη του Μ.Ε.2, ότι τα επίδικα αξιόγραφα είναι πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, γίνεται αποδεκτή. Ο Μ.Ε.2 επεξήγησε με επάρκεια την άποψη του και παρέπεμψε στα χαρακτηριστικά που καθιστούν ένα χρηματοοικονομικό μέσο ως περίπλοκο (βλ. και Τεκμήριο 10). Σύμφωνα με μη αμφισβητούμενη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ένας βασικός παράγοντας που καθιστά ένα χρηματοοικονομικό μέσο ως περίπλοκο, είναι η δυνατότητα εξαγοράς του από τον εκδότη του σε συνάρτηση και με την αόριστη διάρκεια τους. Τα χαρακτηριστικά των επίδικων αξιογράφων καταγράφονται αναλυτικά στο Τεκμήριο 4 και με πιο συνοπτικό τρόπο στα Τεκμήρια 19 και
- Σε αυτά περιλαμβάνεται η δυνατότητα εξαγοράς τους από τον ίδιο τον εκδότη τους, αλλά και η αόριστη διάρκεια τους. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 επεκτάθηκε, ωστόσο, και σε ζητήματα τα οποία εκφεύγουν του ρόλου του ως εμπειρογνώμονα. Συγκεκριμένα, το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε παροχή επενδυτικής συμβουλής, αποτελεί ζήτημα γεγονότων. Περαιτέρω, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη τα σχόλια του μάρτυρα επί των Τεκμηρίων 19, 25 και 26, καθώς δεν αφορούν το πεδίο εμπειρογνωμοσύνης για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει. Συνεπώς, η μαρτυρία του επί των προαναφερόμενων ζητημάτων θα αγνοηθεί, έστω κι αν αυτή παρείσφρησε στη διαδικασία. Ειδικότερα τώρα, όσον αφορά την Εναγόμενη 4, επαναλαμβάνω ότι οι υποχρεώσεις της ως εποπτική αρχή της Εναγόμενης 1 δεν αμφισβητήθηκαν. Η ουσιαστική διαφωνία της Εναγόμενης 4 υπήρξε στο κατά πόσο ασκήθηκε επιμελώς ο εποπτικός της έλεγχος με ιδιαίτερη αναφορά στη μη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου στο δίκτυο υποκαταστημάτων της Εναγόμενης
- Ο Μ.Ε.2 διατύπωσε την άποψη, ότι ήταν σε γνώση της Εναγόμενης 4 η εμπλοκή των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Μ.Ε.2 κλήθηκε για να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας επί συγκεκριμένων θεμάτων τα οποία προσδιορίστηκαν πιο πάνω. Η υπό αναφορά δήλωσή του, δεν είναι το αποτέλεσμα της επιστημονικής του μαρτυρίας επί του πεδίου της εμπειρογνωμοσύνης του. Για τον πιο πάνω λόγο, η μαρτυρία του σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να ληφθεί υπόψη. Ως εμπειρογνώμονας μπορεί μεν να εκφέρει τη γνώμη του, όχι όμως επί ζητημάτων τα οποία εκφεύγουν του αντικειμένου της εμπειρογνωμοσύνης του. Το κατά πόσο γνώριζε ή όχι η Εναγόμενη 4, ότι χρησιμοποιούνταν το δίκτυο υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 για τη διάθεση αξιογράφων, αποτελεί ζήτημα πραγματικών γεγονότων. Συνεπώς, με εξαίρεση τα μη αποδεκτά μέρη της μαρτυρίας του, όπως αυτά προσδιορίστηκαν πιο πάνω, η λοιπή μαρτυρία του Μ.Ε.2 κρίνεται ως αποδεκτή. · Μ.Υ.1 (1&2) Ο Μ.Υ.1 (1&2) δεν είχε οποιαδήποτε άμεση εμπλοκή στη διαδικασία αγοράς των επίδικων αξιογράφων από τους Ενάγοντες και γενικότερα δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην πώληση αξιογράφων που έκδωσε η Εναγόμενη
- Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε κυρίως στη διαδικασία που ακολουθούσε η Εναγόμενη 1 και οι υπάλληλοι της κατά τη διάθεση των επίδικων αξιογράφων. Θεωρώ ότι ο Μ.Υ.1 (1&2) κατέθεσε με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα. Η μαρτυρία του, άλλωστε, επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 19 και 25 και, σε κάθε περίπτωση, δεν έτυχε αμφισβήτησης από την πλευρά των Εναγόντων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στα κίνητρα που δίδονταν από την Εναγόμενη 1 στους υπαλλήλους της τελευταίας για την προώθηση των επίδικων αξιογράφων και ειδικότερα στην επιβράβευση που θα λάμβαναν τα υποκαταστήματα που θα εκπλήρωναν τους στόχους πώλησης αξιογράφων. Ο μάρτυρας ξεκαθάρισε, ότι η επιβράβευση που θα λάμβαναν τα υποκαταστήματα δεν ήταν χρηματική και ουσιαστικά αποτελούσε μέθοδο αξιολόγησης των διαφόρων υποκαταστημάτων. Περαιτέρω, επεξήγησε, ότι στα διάφορα υποκαταστήματα ορίζονταν στόχοι οι οποίοι έπρεπε να εκπληρωθούν. Ένας από αυτούς τους στόχους ήταν, ασφαλώς, και η προώθηση των αξιογράφων. Για να λάβει, όμως, ένα υποκατάστημα επιβράβευση, θα έπρεπε να εκπληρωθούν όλοι οι επιμέρους στόχοι και όχι μόνο ένας εξ αυτών. Οι προαναφερόμενες δηλώσεις του Μ.Υ.1 (1&2) δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Εναγόντων. Από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (1&2) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του, ότι οι Ενάγοντες έλαβαν το Ε.Π.Μ στις 13.04.
- Η εν λόγω δήλωση του μάρτυρα δεν προκύπτει από προσωπική του γνώση, ούτε και αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία έτσι ώστε να αξιολογηθεί η βαρύτητα της συγκεκριμένης δήλωσης σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ.
- Υποδεικνύεται, ότι ο Μ.Υ.1 (1&2) δήλωσε πως δεν συζήτησε με οποιουσδήποτε υπαλλήλους της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η αναφορά του στην παραλαβή του Ε.Π.Μ, πηγάζει αποκλειστικά από το Τεκμήριο
- Επομένως, αποτελεί υποθετικό συμπέρασμα του μάρτυρα. Είναι, όμως, καλά γνωστό ότι οι μάρτυρες καταθέτουν σε σχέση με γεγονότα που περιέρχονται στην αντίληψή τους και δεν επιτρέπεται κατά κανόνα η εκφορά γνώμης ή συμπεράσματος. Ως εκ των ανωτέρω, με εξαίρεση το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας του, η λοιπή μαρτυρία του Μ.Υ.1 (1&2) κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). · Μ.Υ.2 (1&2) Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 (1&2) επικεντρώθηκε στη συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα 1 και ειδικότερα στην ενημέρωση που ο τελευταίος έτυχε από τον πρώτο σε σχέση με τα αξιόγραφα. Υπενθυμίζω, ότι αποτελεί κοινό έδαφος η συνάντηση μεταξύ Ενάγοντα 1 και Μ.Υ.2 (1&2), στην οποία υπήρξε συζήτηση αναφορικά με τα αξιόγραφα που εξέδωσε η Εναγόμενη 1 το
- Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε, ήταν το περιεχόμενο της συζήτησης και κυρίως το κατά πόσο ειπώθηκε από τον Εναγόμενο 2 ότι τα αξιόγραφα αποτελούσαν μορφή κατάθεσης με εγγυημένη την επιστροφή του κεφαλαίου στους Ενάγοντες. Ο Μ.Υ.2 (1&2) υπήρξε σταθερός και κατηγορηματικός στο ότι η πληροφόρηση που έδωσε στον Ενάγοντα 1 περιορίστηκε στα εξής τρία χαρακτηριστικά των αξιογράφων. Πρώτον, ότι πρόκειται για επενδυτικό προϊόν, δεύτερον, ότι η διάρκεια του είναι πενταετής και τρίτον, ότι το επιτόκιο είναι 7% και θα καταβάλλεται κάθε τριμηνία. Πέραν της φυσικότητας και πειστικότητας με την οποία κατέθεσε ο Μ.Υ.2 (1&2), σημειώνω, ότι η θέση του πως δεν ανέφερε στον Ενάγοντα 1 ότι τα αξιόγραφα είναι καταθετικό προϊόν συμβαδίζει με τις οδηγίες που η Εναγόμενη 1 έδωσε στο προσωπικό της. Θεωρώ, ότι θα ήταν παράλογο ο Εναγόμενος 2 να αναλάβει την ευθύνη και την πρωτοβουλία να χαρακτηρίσει τα αξιόγραφα ως καταθετικό προϊόν, τη στιγμή που η ενημέρωση και οι οδηγίες που έλαβε από τον εργοδότη του, ήτοι την Εναγόμενη 1, ήταν ότι το συγκεκριμένο προϊόν είναι επενδυτικό (Τεκμήρια 19 και 25). Στοιχείο το οποίο προσδίδει πειστικότητα στους ισχυρισμούς του Μ.Υ.2 (1&2) σε σχέση με την πληροφόρηση που έδωσε στον Ενάγοντα 1 για τα αξιόγραφα, αποτελεί η κατ' επανάληψη αναφορά του ότι τα αξιόγραφα ήταν πενταετούς διάρκειας. Η προαναφερόμενη πληροφόρηση δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά των αξιογράφων. Υποδεικνύεται, ότι τα αξιόγραφα ήταν αορίστου διάρκειας και η Εναγόμενη 1 είχε το δικαίωμα να τα εξαγοράσει μετά την πάροδο 5 ετών (βλ. Τεκμήριο 3 σελ. 1, Τεκμήριο 4 σελ. 1, 12, 20, Τεκμήρια 19 και 25). Εάν ο μάρτυρας ήθελε να παραποιήσει το τι πραγματικά ανέφερε στον Ενάγοντα 1, τότε θα προσάρμοζε αναλόγως τη μαρτυρία του υποστηρίζοντας ότι πληροφόρησε τον τελευταίο και για την αόριστη διάρκεια τους. Αντιθέτως, ευθαρσώς και κατ' επανάληψη αναφέρθηκε στην πενταετή διάρκεια τους, αναπαράγοντας με ειλικρίνεια και ενώπιον του Δικαστηρίου τη λανθασμένη εντύπωση που είχε σε σχέση με τη διάρκεια των αξιογράφων. Από την άλλη, σημειώνω ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία που να δεικνύει ότι ο Μ.Υ.2 (1&2) θα αποκόμιζε οποιοδήποτε όφελος από την αλλοίωση των χαρακτηριστικών των αξιογράφων. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (1&2) η προμήθεια, για την οποία έγινε αρκετός λόγος, δεν ήταν χρηματική, ούτε αφορούσε προσωπικά τον κάθε υπάλληλο που επιτύγχανε πώληση των αξιογράφων. Περαιτέρω, για να δοθεί προμήθεια θα έπρεπε να επιτευχθούν όλοι οι επιμέρους στόχοι που έθετε η Εναγόμενη 1 στα υποκαταστήματά της. Θα πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι δεν τέθηκε στον μάρτυρα η θέση ότι από την επίδικη πώληση προσδοκούσε στην απόκτηση προσωπικού οφέλους. Ο κ. Μελάς επικαλέστηκε ιδιαιτέρως τα Τεκμήρια 19 και 25 επιδιώκοντας να καταδείξει, ότι οι ισχυρισμοί του Μ.Υ.2 (1&2) για την πληροφόρηση που έδωσε στον Ενάγοντα 1 δεν συνάδουν ή βρίσκονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των προαναφερόμενων Τεκμηρίων. Αυτή η θέση δεν βρίσκει, κατά την άποψή μου, έρεισμα στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 19 και
- Είναι μεν αλήθεια ότι στα εν λόγω Τεκμήρια γίνεται αναφορά και στη δυνατότητα τερματισμού καταθέσεων τακτής προθεσμίας χωρίς την επιβολή εξόδων πρόωρης εξόφλησης, όπως και στη δυνατότητα ενεχυρίασης των αξιογράφων προς εξασφάλιση δανειοδότησης. Η μη αναφορά του Μ.Υ.2 (1&2) στις εν λόγω δυνατότητες δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών που δόθηκαν από την Εναγόμενη 1 προς τους υπαλλήλους της. Πολύ δε περισσότερο, δεν προκαλεί, κατά την άποψή μου, ρήγμα στην αξιοπιστία του Μ.Υ.2 (1&2). Υποδεικνύεται, ότι στο Τεκμήριο 19 και κάτω από την παράγραφο στην οποία παρατίθενται οι σημαντικότεροι όροι της έκδοσης των επίδικων αξιογράφων, δεν περιλαμβάνεται και η πληροφόρηση για τη δυνατότητα ενεχυρίασης τους ή τερματισμού καταθέσεων τακτής προθεσμίας χωρίς επιβολή εξόδων πρόωρης εξόφλησης. Σε κάθε περίπτωση, ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στη θέση του, ότι οι μοναδικές πληροφορίες που έδιδε για τα αξιόγραφα αφορούσαν τα προαναφερόμενα τρία χαρακτηριστικά τους (επενδυτικό προϊόν, πενταετής διάρκεια και τόκος 7% πληρωτέος κάθε τριμηνία). Επίσης, ο Μ.Υ.2 (1&2) υπήρξε πειστικός και σταθερός στη θέση του ότι οι Ενάγοντες συναντήθηκαν με τη Μ.Υ.3 (1&2) και στην εν λόγω συνάντηση υπέγραψαν τα Τεκμήρια 3 και 7, τα οποία ακολούθως παραδόθηκαν στον ίδιο. Η θέση του μάρτυρα παρουσιάζει λογική συνοχή και συνάδει με Τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι τα Τεκμήρια 3 και 7 συμπληρώθηκαν με τον γραφικό χαρακτήρα της Μ.Υ.3 (1&2). Ανοίγω σε αυτό το σημείο μια παρένθεση για να επισημάνω σε σχέση με το Τεκμήριο 3, ότι τα μοναδικά σημεία που δεν συμπληρώθηκαν από τη Μ.Υ.3 (1&2) αφορούν τον αριθμό αξιογράφων και το πληρωτέο ποσό αριθμητικά και ολογράφως, καθώς και τα στοιχεία αποθετηρίου. Τα Τεκμήρια 3 και 7 υπογράφηκαν στις 13.04.09, όπως τούτο προκύπτει από τις ημερομηνίες οι οποίες είναι συμπληρωμένες επί των εν λόγω Τεκμηρίων. Αποτελεί, επίσης, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το Τεκμήριο 3 υπογράφηκε από τη Μ.Υ.3 (1&2) υπό την ιδιότητά της ως εξουσιοδοτημένου πωλητή, ενώ αμφότερα τα Τεκμήρια 3 και 7 φέρουν τις υπογραφές των Εναγόντων. Όσον αφορά το ζήτημα της συμπλήρωσης επί του Τεκμηρίου 3 του αριθμού αξιογράφων και του ποσού που αντιστοιχούσε στην αγορά τους, ο Μ.Υ.2 (1&2) επεξήγησε ότι το συγκεκριμένο μέρος της αίτησης συμπληρώθηκε από τον ίδιο, διότι το «σπάσιμο» των καταθέσεων τακτής προθεσμίας έλαβε χώρα την επόμενη μέρα, δηλαδή στις 14.04.
- Παράλληλα, ανέφερε ότι πέραν του ποσού των καταθέσεων τακτής προθεσμίας, οι Ενάγοντες θα προσκόμιζαν και μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, η οποία επίσης προοριζόταν για την αγορά των αξιογράφων. Εν αναμονή, επομένως, των εν λόγω διαδικασιών και εφόσον δεν ήταν αποκρυσταλλωμένο το ποσό που θα διέθεταν οι Ενάγοντες για αγορά αξιογράφων, παρέμεινε το συγκεκριμένο σημείο κενό και συμπληρώθηκε την επόμενη μέρα από τον ίδιο. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις του Μ.Υ.2 (1&2) επιβεβαιώνονται τόσο από τη δέσμη Τεκμηρίου 2, στην οποία περιλαμβάνονται τα παραστατικά κλεισίματος των καταθέσεων τακτής προθεσμίας, όσο και από το Τεκμήριο 49 το οποίο επιμαρτυρεί την κατάθεση επιταγής της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €37.
- Η δέσμη Τεκμηρίου 2 και το Τεκμήριο 49 φέρουν αμφότερα ημερομηνία 14.04.
- Η μαρτυρία τώρα του Μ.Υ.2 (1&2) για τη διαδικασία που ακολουθούσε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με την επίδικη σειρά έκδοσης αξιογράφων, δηλαδή ότι στις περιπτώσεις που επιδεικνυόταν ενδιαφέρον από επενδυτές για αγορά αξιογράφων, ζητούνταν από τη Marfin C.L.R. η αποστολή του εντύπου αίτησης αγοράς αξιογράφων και το Ε.Π.Μ, τα οποία θα έφεραν αμφότερα τον αύξοντα αριθμό που αντιστοιχούσε στον ενδιαφερόμενο επενδυτή, δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση από μέρους των Εναγόντων και σε κάθε περίπτωση επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (1&2) και το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, το Τεκμήριο 41 επιβεβαιώνει την αποστολή του Ε.Π.Μ στις 13.04.09 στο υποκατάστημα 062, κατόπιν αιτήματος του Μ.Υ.2 (1&2). Το Ε.Π.Μ έφερε τον αύξοντα αριθμό 400, ο οποίος είναι ο ίδιος αριθμός που καταγράφεται και στο έντυπο αγοράς των αξιογράφων (Τεκμήριο 3). Η θέση τώρα των Εναγόντων περί ύπαρξης σχέσης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του Μ.Υ.2 (1&2) παρέμεινε γράμμα κενό. Όπως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα 1, οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Μ.Υ.2 (1&2) δεν επεκτάθηκαν σε οτιδήποτε άλλο πέραν από τη σχέση που διατηρούσε ο Μ.Υ.2 (1&2) ως προϊστάμενος εξυπηρέτησης πελατών με τον Ενάγοντα 1, ο οποίος ήταν πελάτης του υποκαταστήματος
- Υπενθυμίζεται, ότι ο Ενάγων 1 παραδέχθηκε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συνάντηση κοινωνικού περιεχομένου με τον Μ.Υ.2 (1&2) σε χώρο εκτός του υποκαταστήματος της Εναγόμενης 1, ή άλλη προσωπική σχέση μαζί του. Αυτό που δεν γίνεται αποδεκτό από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 (1&2), είναι η θέση του ότι ήταν ο Ενάγων 1 που τον προσέγγισε και ζήτησε να ενημερωθεί για τα αξιόγραφα. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν τέθηκε στον Ενάγοντα 1 κατά την αντεξέτασή του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να στερηθεί της δυνατότητας να απαντήσει στον εν λόγω ισχυρισμό. Εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για ζήτημα επουσιώδους σημασίας. Με εξαίρεση, επομένως, τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του Μ.Υ.2 (1&2), η λοιπή μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας ανωτέρω). · Μ.Υ.3(1&2) Η αντιπαράθεση επί της μαρτυρίας της Μ.Υ.3 (1&2) έγκειται αφενός στο κατά πόσο συναντήθηκε με τους Ενάγοντες και αφετέρου στο περιεχόμενο της συνάντησής τους. Η θέση της Εναγόμενης 1 και της Μ.Υ.3 (1&2) είναι, ότι η τελευταία συναντήθηκε με τους Ενάγοντες και τους ενημέρωσε λεπτομερώς για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγόντων, οι οποίοι, διά της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, υποστήριξαν ότι ουδέποτε συναντήθηκαν με τη Μ.Υ.3 (1&2) και ουδέποτε ενημερώθηκαν για την πραγματική φύση των αξιογράφων και τους κινδύνους που εμπεριείχε η αγορά τους. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, η θέση της Μ.Υ.3 (1&2), ότι συναντήθηκε με τους Ενάγοντες, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 (1&2), η οποία για τους λόγους που αναλύθηκαν κατά την αξιολόγηση κρίθηκε ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Περαιτέρω, η θέση της Μ.Υ.3 (1&2) περί συνάντησης με τους Ενάγοντες ενισχύεται και από το γεγονός ότι το μεν Τεκμήριο 3 είναι κατά κύριο λόγο συμπληρωμένο με τον δικό της γραφικό χαρακτήρα, το δε Τεκμήριο 7 είναι καθ' ολοκληρίαν συμπληρωμένο με τον δικό της γραφικό χαρακτήρα. Υπενθυμίζεται, ότι το Τεκμήριο 3 φέρει τις υπογραφές των Εναγόντων και της Μ.Υ.3 (1&2) και το Τεκμήριο 7 τις υπογραφές των Εναγόντων. Επίσης, και τα δύο Τεκμήρια φέρουν ημερομηνία 13.04.
- Όσον, όμως, αφορά το περιεχόμενο της συνάντησης της Μ.Υ.3 (1&2) με τους Ενάγοντες, θεωρώ, ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία της για τους εξής λόγους. Η μάρτυρας, παρά την εκφρασθείσα βεβαιότητα κατά την κυρίως εξέτασή της (βλ. παραγράφους 11, 13, 15 και 16 του Εγγράφου Ε) για το ότι ενημέρωσε λεπτομερώς για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων, εντούτοις, κατά την αντεξέτασή της, δήλωσε κατ' επανάληψη ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί το περιεχόμενο της συνάντησης που είχε με τους Ενάγοντες. Αναίρεσε, δηλαδή, κατά την αντεξέτασή της τη βεβαιότητα με την οποία εκφράστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της σε σχέση με το περιεχόμενο της επίμαχης συνάντησης. Δεν αγνοώ το γεγονός ότι παρήλθε περίοδος 12 περίπου ετών από τη συνάντηση των Εναγόντων με τη μάρτυρα, ως επίσης και τη δήλωσή της ότι σε κάθε συνάντηση με υποψήφιους επενδυτές ενημέρωνε για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων. Η πάροδος ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι φυσικό να προκαλεί δυσκολία σε κάποιο μάρτυρα να ανακαλέσει στη μνήμη του λεπτομέρειες μιας συνάντησης που έλαβε χώρα πριν 12 περίπου έτη. Στην προκείμενη, ωστόσο, περίπτωση, η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οτιδήποτε από την εν λόγω συνάντηση. Σημειώνεται, ότι ερωτήθηκε κατά πόσο ενημέρωσε για παράδειγμα τους Ενάγοντες για τη σύγκρουση συμφερόντων της Εναγόμενης 1 από την πώληση των επίδικων αξιογράφων, κατά πόσο ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες για το περιεχόμενο της συνάντησης που είχαν με τον Μ.Υ.2 (1&2), κατά πόσο κατά τη συνάντηση είχαν ήδη στην κατοχή τους οι Ενάγοντες και είχαν μελετήσει το Ε.Π.Μ ή κατά πόσο υπέβαλαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις. Η απάντησή της σε όλα τα προαναφερόμενα ζητήματα ήταν, ότι δεν θυμάται. Το μοναδικό σημείο που θυμήθηκε, ήταν ότι η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ημέρα Δευτέρα. Στη βάση των προαναφερόμενων, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στον ισχυρισμό της Μ.Υ.3 (1&2) ότι σε κάθε συνάντηση που είχε με υποψήφιους επενδυτές ενημέρωνε πάντα για τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους των αξιογράφων και ότι, επομένως, το ίδιο έπραξε και στην παρούσα περίπτωση. Πρόκειται για μια καθαρά υποθετική δήλωση της μάρτυρος. Παράλληλα, όπως ανέφερε η μάρτυρας, η επίδικη περίοδος ήταν εξαιρετικά δύσκολη, διότι από το πρωί μέχρι το βράδυ συναντούσε συνεχώς, χωρίς διάλειμμα, πελάτες. Επομένως, πέραν του ότι η δήλωσή της είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, υποθετική, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργούσε η μάρτυρας την επίδικη περίοδο, όπως η ίδια τις περιέγραψε, ήταν ιδιαίτερα πιεστικές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο λαθών και παραλείψεων στις εν λόγω συναντήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου λάθους ή παράλειψης είναι η μη συμπλήρωση της ημερομηνίας υπογραφής από τους Ενάγοντες του Τεκμηρίου
- Με εξαίρεση, επομένως, τη μη αμφισβητούμενη ή αναντίλεκτη μαρτυρία, καθώς και τη μαρτυρία της η οποία επιβεβαιώνεται από τον Μ.Υ.2 (1&2), δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο της υπόλοιπης μαρτυρίας της. · Μ.Υ.1
(4)Η μαρτυρία της Μ.Υ.1
(4)στο μεγαλύτερο μέρος της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, δεν υπήρξε αμφισβήτηση σε σχέση με όσα έπραξε η Εναγόμενη 4 στα πλαίσια άσκησης του εποπτικού της ρόλου. Η έκδοση των ΚΔΠ 557/07 και 558/07, η διενέργεια επιμορφωτικών σεμιναρίων, η αποστολή εγκυκλίων και άλλων επιστολών, καθώς και η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στην Εναγόμενη 1, δεν αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης. Το παράπονο των Εναγόντων για πλημμελή εποπτεία της Εναγόμενης 4 εστιάζεται στην παράλειψη της τελευταίας να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους στο δίκτυο υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1. Για το εν λόγω ζήτημα σημειώνω, ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία της Μ.Υ.1
(4), ότι η ενημέρωση που δόθηκε από την Εναγόμενη 1 προς την Εναγόμενη 4 ήταν ότι επενδυτικές υπηρεσίες παρέχονται μόνον από τα τμήματα "Treasury" και "Wealth Management". Αυτό, άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την επιστολή της Εναγόμενης 1 ημερ. 31.03.08 - Τεκμήριο
- Παράλληλα, δεν κλονίστηκε η θέση της, ότι η Εναγόμενη 4 δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την πληροφόρηση που λάμβανε από την Εναγόμενη 1 και γενικότερα από τα τραπεζικά ιδρύματα. Περαιτέρω, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρξαν οποιαδήποτε παράπονα για την εμπλοκή των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1 ή μη εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Κύριο σημείο τριβής, αποτέλεσε η γνώση της Εναγόμενης 4 για τη χρήση του δικτύου υποκαταστημάτων της Εναγόμενης
- Η Μ.Υ.1
(4)δέχθηκε, ότι ήταν σε γνώση της Εναγόμενης 4 η δυνατότητα υποβολής των αιτήσεων για αγορά αξιογράφων στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1. Το κατά πόσο, όμως, εκ της γνώσης αυτής, γεννάται υποχρέωση της Εναγόμενης 4, στα πλαίσια του εποπτικού της ρόλου, για έλεγχο των υποκαταστημάτων της Εναγόμενης 1, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας από το Δικαστήριο. Συνεπώς, η εξήγηση που έδωσε η μάρτυρας, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης, καθώς εμπεριέχει κρίση επί της επάρκειας της άσκησης των εποπτικών καθηκόντων της Εναγόμενης 4 και ως τέτοια άπτεται του έσχατου συμπεράσματος. Το κατά πόσο η Εναγόμενη 4 άσκησε επιμελώς τον εποπτικό της ρόλο αποτελεί, σε σχέση με την ενδεχόμενη ευθύνη της, το έσχατο συμπέρασμα και ως τέτοιο επαφίεται στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Επομένως, το εν λόγω ζήτημα θα εξεταστεί στο κεφάλαιο των συμπερασμάτων. Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας της Μ.Υ.1
(4)που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, αφορά την άποψή της, ότι ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων εγείρεται μόνον κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών της παροχής επενδυτικής συμβουλής και της διαχείρισης χαρτοφυλακίου. Το όλο ζήτημα άπτεται, κατά την άποψή μου, της ερμηνείας της σχετικής νομοθεσίας. Επομένως, ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της γίνεται αποδεκτή. Επίσης, σημειώνω ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της Έκθεσης Ειδικού Ελέγχου (Τεκμήριο 17), την οποία ουσιαστικά υιοθέτησε η Μ.Υ.1
(4). Το κατά πόσο εφαρμόζεται ο Ν.144(Ι)/2007στα γεγονότα της παρούσας αποτελεί ζήτημα ερμηνείας του και ως τέτοιο αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Από την άλλη, το κατά πόσο στην υπό εκδίκαση διαφορά παρασχέθηκε επενδυτική συμβουλή, αποτελεί ζήτημα γεγονότων και, επομένως, αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Με εξαίρεση, επομένως, τα προαναφερόμενα σημεία, η μαρτυρία της Μ.Υ.1
(4)κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη (Shahin Mohamed ν. Αστυνομίας και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Ευρήματα Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι σύζυγοι. Τόσο ο Ενάγων 1, όσο και η Ενάγουσα 2 δεν έλαβαν πανεπιστημιακή μόρφωση. Ο Ενάγων 1 ασχολείται επαγγελματικά με κατασκευές αλουμινίου, ενώ η Ενάγουσα 2 είναι οικοκυρά. Παράλληλα, αμφότεροι οι Ενάγοντες ασχολούνται με την καλλιέργεια αμπελιών. Κατά τον Απρίλιο του 2009, οι Ενάγοντες διατηρούσαν καταθέσεις τακτής προθεσμίας στο υποκατάστημα με αριθμό 062 της Εναγόμενης 1 συνολικού ύψους €324.916,95 πλέον τόκους προς 5,2%. Η Εναγόμενη 1 εξέδωσε 250.000 αξιόγραφα κεφαλαίου ονομαστικής αξίας €1.000 έκαστο. Οι όροι έκδοσης των αξιογράφων περιλαμβάνονταν σε Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 07.04.09 και θα διατίθονταν σε πρόσωπα τα οποία θα υπέβαλλαν αιτήσεις για ελάχιστο ποσό ύψους €50.
- Τα εν λόγω αξιόγραφα έκδοσης 2009 ήταν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα. Ο Εναγόμενος 2, κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, ήταν προϊστάμενος εξυπηρέτησης πελατών στο υποκατάστημα με αριθμό 062 της Εναγόμενης
- Σε συνάντηση που είχαν ο Ενάγων 1 με τον Εναγόμενο 2, ο τελευταίος έδωσε πληροφορίες στον πρώτο σε σχέση με τα αξιόγραφα της Εναγόμενης
- Συγκεκριμένα, του ανέφερε ότι είναι επενδυτικό προϊόν με πενταετή διάρκεια και λαμβάνει τόκο 7%, πληρωτέο κάθε τριμηνία. Ο Ενάγων 1 επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά αξιογράφων και μέσω του Εναγόμενου 2 διευθετήθηκε συνάντηση με τη Μ.Υ.3 (1&2), η οποία ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης 1 και εξουσιοδοτημένη πωλητής χρηματοοικονομικών μέσων. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 ζήτησε όπως σταλθούν η αριθμημένη αίτηση αγοράς αξιογράφων και το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο στο υποκατάστημα
- Τα εν λόγω έγγραφα έφεραν τον αύξοντα αριθμό
- Το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο έφερε ταυτόχρονα το ονοματεπώνυμο των Εναγόντων και στάλθηκε στο υποκατάστημα με αριθμό 062 στις 13.04.
- Στις 13.04.09 πραγματοποιήθηκε η συνάντηση μεταξύ των Εναγόντων και της Μ.Υ.3 (1&2) στο υποκατάστημα με αριθμό 062 της Εναγόμενης
- Κατά την εν λόγω συνάντηση, οι Ενάγοντες και η Μ.Υ.3 (1&2) υπέγραψαν την αίτηση για αγορά αξιογράφων. Συγκεκριμένα, η Μ.Υ.3 (1&2) συμπλήρωσε την αίτηση, με εξαίρεση τις παραγράφους με τίτλο «Στοιχεία Αίτησης» και «Στοιχεία Αποθετηρίου». Ταυτόχρονα, στις 13.04.09, οι Ενάγοντες υπέγραψαν την αίτηση δημιουργίας μερίδας λογαριασμού αξιών και εξουσιοδότηση χρήσης, καθώς πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν όπως τα αξιόγραφα εισαχθούν στο Χ.Α.Κ. Για τον σκοπό αυτό ήταν απαραίτητο όπως, τα πρόσωπα που θα αγόραζαν αξιόγραφα, διατηρούν ενεργό λογαριασμό αποθετηρίου στο κεντρικό μητρώο αξιών του Χ.Α.Κ. Ο κοινός λογαριασμός επενδυτή των Εναγόντων στο Χ.Α.Κ εγγράφηκε στις 14.04.
- Στις 14.04.09, οι Ενάγοντες τερμάτισαν τις καταθέσεις τακτής προθεσμίας που διατηρούσαν στην Εναγόμενη
- Τα ποσά των καταθέσεων τακτής προθεσμίας, τα οποία περιλαμβανομένων των τόκων ανήλθαν στο συνολικό ποσό των €339.946,52, μαζί με μια επιταγή ύψους €37.000, χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά αξιογράφων της Εναγόμενης
- Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες αγόρασαν 377 αξιόγραφα, συνολικής αξίας €377.
- Ο αριθμός αξιογράφων που αγόρασαν οι Ενάγοντες και το πληρωτέο ποσό καταγράφηκαν στα «Στοιχεία Αίτησης» της αίτησης αγοράς αξιογράφων από τον Εναγόμενο
- Η Εναγόμενη 1, κατά τον επίδικο χρόνο έκδοσης των αξιογράφων του 2009, δεν εφάρμοζε πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων και δεν διενεργούσε ελέγχους συμβατότητας και καταλληλότητας. Περαιτέρω, δεν κατηγοριοποιούσε τους ενδιαφερόμενους επενδυτές σε ιδιώτες ή επαγγελματίες πελάτες. Η Εναγόμενη 1 μέχρι την παύση πληρωμής των τόκων επί των αξιογράφων, δηλαδή μέχρι τον Ιούνιο του 2012, κατέβαλλε κάθε τρίμηνο τόκο 7% επί των αξιογράφων. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες έλαβαν ως τόκο επί των αξιογράφων το συνολικό ποσό των €84.374,
- Η Εναγόμενη 4 είναι, δυνάμει του Ν.144(Ι)/07, η εποπτική αρχή των τραπεζικών ιδρυμάτων κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών και άσκησης επενδυτικών δραστηριοτήτων. Μέσα στα πλαίσια άσκησης του εποπτικού της ρόλου, σε σχέση με την εφαρμογή του Ν.144(Ι)/2007 και της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, απέστειλε προς όλες τις τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης 1, εγκυκλίους επιστολές. Περαιτέρω, διοργάνωσε επιμορφωτικό σεμινάριο για στελέχη των ΚΕΠΕΥ και των τραπεζών και ειδικότερα, όσον αφορά την Εναγόμενη 1, παρέθεσε σεμινάριο για το προσωπικό της στις 03.04.
- Παράλληλα, απαντούσε τηλεφωνικώς σε ερωτήσεις που υποβάλλονταν από στελέχη των τραπεζών σε σχέση με την εν λόγω νομοθεσία και παρέπεμπε στην υποβολή ερωτημάτων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα "Your questions on MIFID". Επιπρόσθετα, από την ημερομηνία εφαρμογής του Ν.144(Ι)/2007, δηλαδή από τις 15.11.07, μέχρι την έκδοση των επίδικων αξιογράφων τον Απρίλιο του 2009, διεξήγαγε έναν επιτόπιο έλεγχο στο κατάστημα της Εναγόμενης 1 στην Ελλάδα, ο οποίος αφορούσε τη συμμόρφωση ολόκληρου του Ομίλου της Εναγόμενης 1 με τις πρόνοιες του Ν.144(Ι)/
- Οι Ενάγοντες, πριν την αγορά των επίδικων αξιογράφων, δεν ασχολήθηκαν με επενδυτικές δραστηριότητες. Τα χρήματα που διέθεσαν για την αγορά των αξιογράφων προέρχονταν από τον γάμο τους και από αποταμιεύσεις και προορίζονταν για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών των Εναγόντων, περιλαμβανομένων των σπουδών των τέκνων τους. Νομική Πτυχή Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, με την αγόρευσή του, περιόρισε τις αιτίες αγωγής σε ό,τι αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2 στις ψευδείς παραστάσεις. Επιπρόσθετα, αναφορικά με την Εναγόμενη 1, ως αιτία αγωγής προωθείται και η παράβαση νομίμου καθήκοντος. Συνεπώς, οι υπόλοιπες αιτίες αγωγής που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Απαραίτητη προϋπόθεση για να κριθεί μια σύμβαση έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του Κεφ.149, είναι όπως αυτή καταρτισθεί με ελεύθερη συναίνεση. Στο άρθρο 14 του ιδίου Νόμου ορίζεται ότι η συναίνεση θεωρείται ότι δόθηκε ελεύθερα, όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση και πλάνη. Σε περίπτωση κατά την οποία η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε μετά από εξαναγκασμό, απάτη, ή ψευδή παράσταση, τότε, η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με αυτόν τον τρόπο (άρθρο 19
(1)Κεφ.149). Ο ορισμός των ψευδών παραστάσεων δίδεται στο άρθρο 18 του Κεφ.149 ως εξής: «Ψευδής παράσταση περιλαμβάνει- (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~ (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~ (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής». Για την απόδειξη των ψευδών παραστάσεων δεν απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 18(α) του Κεφ.149, η ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης (Μούντης ν. Παπαχριστοφόρου κ.ά.
(2012), 1Γ Α.Α.Δ., 2637). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract & Specific Relief Acts (15th ed), σελ. 419, αναφέρονται τα ακόλουθα για τη διαφορά της απάτης και της ψευδούς παράστασης: "The principal difference between fraud and misrepresentation is that in one case the person making the suggestion does not believe it to be true and in the other he believes it to be true, though in both cases it is a misstatement of fact which misleads." Η ισχυριζόμενη παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος βασίζεται στον Ν.144(I)/2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με το άρθρο 143
(1)του Ν.144(I)/2007, οποιοσδήποτε ενεργεί κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών ή και του κανονισμού (EK Αριθ.1287/2006) υποχρεούται να αποζημιώνει οποιονδήποτε υποστεί ζημιά ή απώλεια κέρδους ή και τα δύο. Όσον αφορά την Εναγόμενη 4, η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της προωθείται στη βάση του ισχυρισμού περί πλημμελούς εποπτείας της Εναγόμενης 1 και επίδειξης σοβαρής αμέλειας κατά την εποπτεία της τελευταίας (σελ. 79 γραπτής αγόρευσης Εναγόντων). Σημειώνεται, ωστόσο, ότι δικογραφικά αυτό που αποδίδεται στην Εναγόμενη 4 είναι αμέλεια και όχι σοβαρή αμέλεια (παράγραφος 13 της Έκθεσης Απαίτησης). Για το εν λόγω ζήτημα θα επανέλθω κατά την παράθεση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου σε σχέση με την Εναγόμενη
- Συμπεράσματα · Εναγόμενοι 1 & 2 Ως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων περιόρισε τις αιτίες αγωγής στις ψευδείς παραστάσεις και την παράβαση του Ν.144(Ι)/07 και κατ' επέκταση των ΚΔΠ 557/07 και 558/
- Οι λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων που αποδίδονται στους Εναγόμενους 1 και 2 καταγράφονται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης και έχουν ως ακολούθως: «Α. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρουσίασαν στους Ενάγοντες ότι πρόκειται για ένα νέο ελκυστικό και/ή αναβαθμισμένο καταθετικό σχέδιο, το οποίο φέρει διάρκεια 5 χρόνια και επιτόκιο 7%. Β. Ότι πρόκειται για μια ασφαλή και ιδανική κατάθεση, καθώς το κεφάλαιο και η τοκοφορία ήταν απόλυτα εξασφαλισμένα. Γ. Ότι μετά την πάροδο των 5 χρόνων τα χρήματα που θα είχαν καταθέσει θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν όπως αυτοί επιθυμούν και ότι αν χρειάζονταν χρήματα πριν τα 5 χρόνια θα τους χορηγείτο δάνειο ισόποσο με το ποσό που θα κατέθεταν για το νέο αυτό σχέδιο με το ίδιο ή και με χαμηλότερο επιτόκιο με μοναδική εξασφάλιση τα αξιόγραφα. Δ. Ότι τα αξιόγραφα θα μπορούσαν να τα ενεχυριάσουν για εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων που θα τους ενέκριναν χωρίς έξοδα διευθέτησης κτλ. ή άλλες επιβαρύνσεις.» Το πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, προέβη στις αποδιδόμενες στους Εναγόμενους 1 και 2 ψευδείς παραστάσεις ήταν ο Εναγόμενος
- Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της. Συνεπώς, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με τις ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις που αποδίδονται στον Εναγόμενο 2 και κατ' επέκταση στην Εναγόμενη
- Εν πάση περιπτώσει, υποδεικνύεται ότι το επιτόκιο 7% και η δυνατότητα χορήγησης δανείου για ποσό ίσο με αυτό που διατέθηκε για την αγορά των αξιογράφων με εξασφάλιση την ενεχυρίαση των αξιογράφων, ήταν γεγονότα που ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Σύμφωνα, ωστόσο, με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, ο τελευταίος στη συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα 1 τού ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι τα αξιόγραφα είναι πενταετούς διάρκειας. Η πληροφόρηση που έδωσε ο Εναγόμενος 2 στον Ενάγοντα 1 σε σχέση με τη διάρκεια των αξιογράφων δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού τα τελευταία ήταν αόριστης διάρκειας (βλ. Τεκμήρια 3, 4, 19 και 25). Μέσα από την προαναφερόμενη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, θεωρώ ότι στοιχειοθετείται η έννοια της ψευδούς παράστασης του άρθρου 18(α) του Κεφ.149, καθώς ο τελευταίος προέβη σε θετική βεβαίωση αναληθούς γεγονότος. Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης δεν οδηγεί, ωστόσο, αυτόματα στη διεκδίκηση των θεραπειών που προβλέπονται στο άρθρο 19 του Κεφ.
- Θα πρέπει, ταυτόχρονα, να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις (βλ. Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, Τόμος Α', σελ. 361 του Π. Πολυβίου): «Υπάρχουν τρεις προϋποθέσεις στον Κυπριακό Νόμο που θα πρέπει να ικανοποιηθούν προτού το αθώο μέρος στο οποίο απευθύνθηκε η αναληθής παράσταση ή βεβαίωση γεγονότος αποκτήσει τα δικαιώματα (ακύρωσης και αποζημιώσεων) που προνοεί ο Νόμος, όπως έχει επεξηγηθεί από τη νομολογία. Πρώτον, η παράσταση θα πρέπει να ήταν ουσιώδης (material),