← Κύπρος

Σάββα ν. Θεοδώρου κ.α., Αρ. αγωγής: 1043/2020, 8/6/2021

Σάββα ν. Θεοδώρου κ.α., Αρ. αγωγής: 1043/2020, 8/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1043/2020 ΧΧΧ Σάββα Ενάγoντα και

  1. ΧΧΧ Θεοδώρου
  2. ALTAMIRA ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 26.4.2021 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Ιουνίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κα Άντρια Βαλέκρου Για Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ανδρέας Παπαχαραλάμπους Για Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτησης: κ. Κυριάκος Πανάγος για Πανάγος και Πανάγος ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ο ενάγοντας - αιτητής ζητά την έκδοση διαταγμάτων εναντίον του εναγομένου
  3. Συγκεκριμένα ζητά διάταγμα σύμφωνα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο 1 προσωπικά ή σε αντιπροσώπους του να επεμβαίνει, εισέρχεται, κατέχει, διαχειρίζεται ή να εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο το επίδικο ακίνητο καθώς επίσης ζητά διάταγμα σύμφωνα με το οποίο να εκκενώσει και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου ακινήτου και να κατεδαφίσει και απομακρύνει την μεταλλική κατασκευή που ανέγειρε ο εναγόμενος 1 χωρίς τις απαιτούμενες άδειες από τις αρμόδιες αρχές και χωρίς τη συγκατάθεση του εκάστοτε ιδιοκτήτη. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η Δ.18 θ.1-9, η Δ.48 θ. 1, 2, 4, 8 και 9 και το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  4. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου από τις 21.10.2019 το οποίο είναι γεωργικό τεμάχιο το οποίο αγόρασε κατόπιν προσφοράς που εξέδωσε η εναγόμενη
  5. Αφού είχε καταστεί ιδιοκτήτης του ακινήτου μετά από διάστημα μερικών μηνών διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος 1 καλλιεργεί το επίδικο ακίνητο και τότε η εναγόμενη 2 μετά από επικοινωνία που είχε μαζί της ο ενάγοντας, τον ενημέρωσε ότι ο εναγόμενος 1 δεν νομιμοποιείται να το κατέχει και θα αποχωρήσει. Μετά από επικοινωνία που είχε με τον εναγόμενο 1 και αφού τον ενημέρωσε ότι είναι νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου, τον παρακάλεσε όπως ολοκληρώσει τις εργασίες του και αποχωρήσει από το ακίνητο, απομακρύνοντας οτιδήποτε τοποθετήθηκε παράτυπα και ο ενάγοντας συμφώνησε και διαβεβαίωσε ότι θα το πράξει σύντομα. Η εναγόμενη 2 επικοινώνησε με τον ενάγοντα και τον ενημέρωσε ότι πριν καταστεί ιδιοκτήτης, ο εναγόμενος 1 κατέβαλε ενοίκιο στην εναγόμενη 2 και η οποία προτίθεται να το καταβάλει στον ενάγοντα. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι η εναγόμενη 2 ουδέποτε του ανέφερε ότι γνώριζε για την ύπαρξη κατοχής του ακινήτου από τον εναγόμενο 1 και του απέκρυψε το γεγονός είσπραξης εκ μέρους της ποσού ως ενοικίου. Το επίδικο ακίνητο το αγόρασε από τις αποταμιεύσεις της ζωής του και προτίθεται να το χρησιμοποιήσει για επαγγελματικούς σκοπούς και συγκεκριμένα να το καλλιεργεί και να ανεγείρει γεωργική αποθήκη για σκοπούς αποθήκευσης των προϊόντων που θα παράγει και προς αυτό το σκοπό καταχώρησε σχετική αίτηση στην αρμόδια αρχή και είναι θέμα χρόνου η έκδοση της σχετικής άδειας με ισχύ ένα χρόνο. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 παρά της επανειλημμένες οχλήσεις του αρνείται να αποχωρήσει από το επίδικο ακίνητο, δεν παρουσίασε καμία καταβολή ενοικίων και προσπαθεί να καθυστερήσει τη διαδικασία. Το τμήμα αναπτύξεως υδάτων τον ενημέρωσε ότι θα προχωρήσουν σε αποκοπή της παροχής νερού περί τα τέλη Απριλίου του
  6. Είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος 1 πρέπει να αποχωρήσει από το επίδικο ακίνητο επειδή δεν έχει κανένα πραγματικό και νομικό λόγο να το κατέχει, η δε κατοχή από τον εναγόμενο 1 γινόταν με την προηγούμενη ανοχή των προηγούμενων ιδιοκτητών, οι οποίοι δεν έπραξαν τα δέοντα και ο εναγόμενος το εκμεταλλεύθηκε και δεν έχει μέχρι σήμερα αποδείξει το νόμιμο της κατοχής του. Είναι επίσης η θέση του ότι ο εναγόμενος 1 δεν θα υποστεί οποιανδήποτε βλάβη διότι είναι εις γνώση του ότι ο ενάγοντας είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου και παρόλο που ο ενάγοντας έδωσε πίστωση χρόνου, ο εναγόμενος 1 αδιαφόρησε πλήρως και ετσιθελικά κατέχει το ακίνητο. Αναφορικά με την μεταλλική κατασκευή για την οποία γίνεται λόγος στο παρακλητικό της αίτησης και που ανέγειρε ο εναγόμενος 1, αναφέρει ότι από ότι έχει πληροφορηθεί από τον επόπτη της επαρχιακής διοίκησης Πάφου, αυτή έχει ανεγερθεί παράνομα χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι απαραίτητες άδειες και σε περίπτωση που αυτές δεν εξασφαλιστούν θα υπέχει και ο ίδιος ο ενάγοντας ποινική ευθύνη. Για αποφυγή περαιτέρω εξόδων και έντασης ο ενάγοντας στηρίχθηκε στις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 1 και όταν αντιλήφθηκε ότι δεν προτίθεται να τηρήσει τις δεσμεύσεις του, ο ενάγοντας απέστειλε προειδοποιητική επιστολή και ακολούθως καταχώρησε την παρούσα αγωγή και η οποιαδήποτε καθυστέρηση σημειώθηκε δεν οφείλεται στην αδιαφορία του αλλά ήλπιζε στην συμμόρφωση του εναγόμενου 1, η δε κατάσταση με την πανδημία δυσχέραινε την συνάντηση του με τους δικηγόρους του και να δώσει τις ανάλογες οδηγίες. Το γεγονός της αποκοπής παροχής νερού, η τελική έγκριση και έκδοση οικοδομικής άδειας και η συνεχιζόμενη προσπάθεια του εναγομένου 1 για καθυστέρηση της διαδικασίας κρίνουν αναγκαία, εύλογη, ορθή και δίκαια την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του και όπως πιστεύει ο ίδιος, έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας, ο ίδιος έχει υποστεί αδικία, υλική ζημιά και υπόκειται σε έξοδα, ενώ ο εναγόμενος 1 πλουτίζει εις βάρος του και είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα έχοντας επενδύσει ο ίδιος τις αποταμιεύσεις του και συνεχίζει ο ίδιος να επιβαρύνεται με έξοδα και ζημιές, θα είναι δε αδύνατη ή και αβέβαιη η πλήρης απονομή Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο διότι ο εναγόμενος θα συνεχίζει να κατέχει το ακίνητο και ο ενάγοντας θα ζημιώνει ανεπανόρθωτα και η απόφαση που θα εκδοθεί θα παραμείνει ανεκτέλεστη λόγω των αβέβαιων οικονομικών δυνατοτήτων του εναγόμενου
  7. Τέλος αναφέρει ότι ο εναγόμενος καθυστερεί την διαδικασία διότι δεν έχει καταχωρήσει υπεράσπιση, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο σχετικά με το νόμιμο της κατοχής του ακινήτου και ο ενάγοντας δεν μπορεί να αξιοποιήσει την περιουσία του και απώλεσε μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του. Η πλευρά του εναγόμενου 1 καταχώρησε ένσταση, η δε πλευρά της εναγόμενης 2 δεν έφερε οποιανδήποτε ένσταση, παρόλο που δεν την αφορά η υπό εξέταση αίτηση αλλά της επιδόθηκε ακριβώς επειδή είναι διάδικος στην αγωγή. Δεν αποδέχεται όμως ισχυρισμούς που αφορούν την ίδια που δεν είναι επί του παρόντος. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσαν τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί πολιτικής δικονομίας νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων νόμου 14/60, τα άρθρα 23, 25, 26, 33 και 35 του Συντάγματος και η Δ. 9 Θ. 2 και 10, η Δ. 48 Θ. 1 - 4, 8 και
  8. Προβλήθηκαν συνολικά 19 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα ότι: 1) Ελλείπει ο αναγκαίος διάδικος και/ή η αγωγή λανθασμένα κινήθηκε εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση 2 2) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλειπής 3) Η αίτηση είναι κακόπιστη, αβάσιμη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας 4) Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της δικονομίας και/ή των κανονισμών και/ή είναι αντικανονική 5) Ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια 6) Τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης είναι γενικά και αόριστα 7) Τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης είναι διαστρεβλωμένα και ελλιπή με σκοπό ο αιτητής να παραπλανήσει το Δικαστήριο 8) Ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και έχει επιδείξει μέχρι τώρα κακή πίστη 9) Ουδεμία επέμβαση υπάρχει και/ή υπήρξε ποτέ από μέρους του καθ΄ ου η αίτηση 1 και/ή οι ενέργειες του καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι καθόλα νόμιμες 10) Η έκδοση του Διατάγματος παραβιάζει το δικαίωμα του ελευθέρως συμβάλλεσθαι και το δικαίωμα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας και/ή το δικαίωμα της άσκησης οποιουδήποτε επαγγέλματος ή απασχόλησης, εμπόριο ή επικερδή εργασία 11) Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης του αιτητή 12) Δεν υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί ο αιτητής στην ικανοποίηση της απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του διότι ο καθ΄ ου η αίτηση είναι φερέγγυος 13) Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι σε θέση να πληρώνει τα ενοίκια του ακινήτου στον αιτητή 14) Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα καμία ζημιά δεν θα υποστεί ο αιτητής, ενώ αντίθετα η έκδοση του Διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και ταλαιπωρία στον καθ΄ ου η αίτηση 15) Ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή επαρκή μαρτυρία και/ή στοιχείο αναφορικά με την ζημιά που ισχυρίζεται ότι θα υποστεί από την μη έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος 16) Δεν πληρείται το στοιχείο του κατεπείγοντος 17) Με την επίδικη αίτηση επιδιώκονται μεταξύ άλλων ίδιες θεραπείες όπως και στην αγωγή, με αποτέλεσμα ο αιτητής να ζητά πρόωρη εκδίκαση της αγωγής 18) Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή στην καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης 19) Χωρίς βλάβη των πιο πάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά ο αιτητής απότυχε να αποσείσει το βάρος ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος στο αρχικό κείμενο της ένορκης του δήλωσης προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα, εκτός όπου συμπίπτουν με τις θέσεις του και υιοθετεί τους λόγους ένστασης του. Ακολούθως κάνει αναφορά στο ιστορικό που προηγήθηκε και που οδήγησε στην ενοικίαση του επίδικου ακινήτου και πιο συγκεκριμένα από αρχικά προφορική και ακολούθως με γραπτή συμφωνία ενοικίασης από συγκεκριμένη ΣΠΕ και ακολούθως με την λήξη της ενοικίασης συνέχισε να κατέχει το εν λόγω ακίνητο και καταβάλλοντας το ενοίκιο στον εκάστοτε ιδιοκτήτη και παραμένει στην κατοχή του το ακίνητο μέχρι σήμερα και οι εκάστοτε ιδιοκτήτες του ακινήτου αποδέχονταν την καταβολή του ενοικίου αδιαμαρτύρητα. Κατά τον Απρίλιο του 2020 πληροφορήθηκε ότι το ακίνητο αγοράστηκε από τον ενάγοντα και τότε ο εναγόμενος 1 με επιστολή του ημερομηνίας 4/5/2020 πρόσφερε στον ενάγοντα την πληρωμή του συμφωνημένου ενοικίου δυνάμει του ενοικιαστηρίου εγγράφου και οποιασδήποτε μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας ενοικίασης που δικαιούτο ο προγενέστερος ιδιοκτήτης και αντισυμβαλλόμενος αλλά ο ενάγοντας ουδέποτε απάντησε στην εν λόγω επιστολή. Στις 4/8/2020 η δικηγόρος του ενάγοντα του απέστειλε επιστολή με την οποία τον καλούσε μεταξύ άλλων να παύσει να επεμβαίνει στο ακίνητο και ακολούθως ο ίδιος απάντησε με με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 24/8/2020, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της επιστολής του ενάγοντα ημερομηνίας 4/8/2020 και ζήτησε ξανά από τον ενάγοντα να τον ενημερώσει για τον τρόπο με τον οποία επιθυμεί να του καταβάλλει τα ενοίκια ως νέος ιδιοκτήτης, όμως ο ενάγοντας ουδέποτε απάντησε, παρ΄ όλο που ο εναγόμενος 1 ήταν και είναι έτοιμος και σε θέση μόλις του ζητηθεί να καταβάλει το ενοίκιο στον ενάγοντα. Από το 2005 κατέχει, χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται το ακίνητο νόμιμα δυνάμει προφορικής και γραπτής συμφωνίας και διατηρεί εντός αυτού μόνιμη φυτεία με καρποφόρα δέντρα και ένα θερμοκήπιο όπως τα περιγράφει αναλυτικά και σύμφωνα με αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης πραγματογνώμονα η αξία της φυτείας είναι € 59.491 και του θερμοκηπίου € 17.500, κατέβαλλε δε και καταβάλλει στο τμήμα αναπτύξεως υδάτων όλα τα οφειλόμενα τέλη και δικαιώματα άρδευσης και προμήθειας και παροχής νερού σε αυτό, αρνούμενος ταυτόχρονα την θέση του ενάγοντα περί αποκοπής του νερού και παρέπεμψε σε σχετική αλληλογραφία επί του θέματος. Ακολούθως προβάλλει την θέση ότι κανένας από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες ιδιοκτήτες του ακινήτου τερμάτισε την σύμβαση ενοικίασης και συνεπώς κωλύονται αυτοί και οποιοιδήποτε άλλοι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες και συνεπώς και ο ενάγοντας όπως προβάλλει την θέση ότι δεν υπάρχει ενοικιαστική σχέση. Ο ενάγοντας γνώριζε ότι ο εναγόμενος κατέχει και διαχειρίζεται το επίδικο ακίνητο διότι τον πληροφόρησαν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες ή όφειλαν να τον ενημερώσουν, αλλά και να ην τον πληροφόρησαν στην πραγματικότητα αυτό είναι ζήτημα που αφορά τον ενάγοντα και τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του ακινήτου και πιστεύει ο εναγόμενος 1 ότι ο ενάγοντας προτού αγοράσει το ακίνητο το επιθεώρησε και είδε και γνώριζε και εν πάση περιπτώσει όφειλε να γνωρίζει ότι ο εναγόμενος 1 διατηρεί θερμοκήπιο και μόνιμη φυτεία καρποφόρων δέντρων εντός του ακινήτου και απέκρυψε αυτό το γεγονός από το Δικαστήριο. Είναι η θέση του εναγόμενου 1 ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να ακουστεί διότι ελλείπει αναγκαίος διάδικος στην αγωγή και δεν συμπεριλήφθηκε η προηγούμενη ιδιοκτήτρια εταιρεία του ακινήτου και λανθασμένα προστέθηκε ως διάδικος η εναγόμενη 2 και από τους πιο πάνω ισχυρισμούς προκύπτει ότι ο ενάγοντας δεν έχει καλή βάση αγωγής, ούτε προβάλλει οποιοδήποτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, η οποία καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση διότι ο ενάγοντας ενημερώθηκε για το γεγονός ότι ο εναγόμενος κατέχει το επίδικο ακίνητο τουλάχιστον από τον Αύγουστο του
  9. Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων επηρεάζει σημαντικά τις επαγγελματικές του δραστηριότητες του με κίνδυνο την παράλυση των εργασιών του με απώτερη συνέπεια την οικονομική του καταστροφή αφού από το θερμοκήπιο και τις φυτείες του λαμβάνει εισοδήματα ο ίδιος και η σύζυγος του για την διαβίωση της οικογένειας του, ενώ αντίθετα ο ενάγοντας δεν θα υποστεί οποιανδήποτε ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Άνευ βλάβης των όσων ισχυρίζεται πιο πάνω, ο εναγόμενος 1 προβάλλει την θέση ότι δεν αποκαλύπτεται ότι προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως με χρηματική αποζημίωση σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων του ή που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί παρά μόνο με την έκδοση των ζητηθέντων Διαταγμάτων. Στις 10/10/2019 πλήρωσε ο εναγόμενος 1 στους προηγούμενους ιδιοκτήτες το ποσό των € 700 που καλύπτει τα ενοίκια για την περίοδο μέχρι τις 31/12/2019 και αποδέχθηκαν την καταβολή αυτού του ποσού αδιαμαρτύρητα, κατέβαλλε τα ενοίκια για το ακίνητο και είναι έτοιμος να το καταβάλει στον ενάγοντα, είναι φερέγγυος με εισοδήματα και μπορεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα εάν τυχόν επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεση στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρ. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρ. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice: * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Τέθηκε από πλευράς εναγομένου 1 ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). Βεβαίως, σε αυτό το στάδιο θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε Διάταγμα μονομερώς διότι το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της αίτησης που αρχικά καταχωρήθηκε μονομερώς και έτσι κατέστη δια κλήσεως μεν, δεν παύει όμως η υποχρέωση του διαδίκου ο οποίος επιδιώκει την έκδοση προσωρινού Διατάγματος μονομερώς να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και να μην αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και τα όσα προέβαλαν αμφότερες οι πλευρές με το μαρτυρικό υλικό που προώθησαν για υποστηρίξουν τις θέσεις τους, ως επίσης και τα όσα ανέφεραν στις γραπτές τους αγορεύσεις, προβαίνει στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι μέσα από την έκθεση απαίτησης, την υπό εξέταση αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιο συγκεκριμένα στην απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου για άρση της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης και παράδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου. Ως προς την δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του και κυρίως μέσα από το μαρτυρικό υλικό που παρέθεσε ο εναγόμενος, ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για να κριθεί ότι υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας. Συγκεκριμένα, όπως διαφάνηκε από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε από πλευράς εναγομένου και ειδικότερα μέσα από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε, το οποίο δυστυχώς ο ενάγοντας το απέκρυψε, ότι ο εναγόμενος ήταν και είναι πρόθυμος να καταβάλει το ενοίκιο στον ενάγοντα, ως νέος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου όπως έπραττε και με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες, ζητώντας όπως του δοθεί αριθμός τραπεζικού λογαριασμού για να καταβάλει τα ενοίκια, χωρίς ο ενάγοντας να ανταποκριθεί. Ο ενάγοντας δυστυχώς δεν προέβη σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων και ήταν σε θέση να τα προβάλει. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα που δεν είναι αποκρυσταλλωμένο και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο ο ενάγοντας προέβηκε σε όλα τα δέοντα και νόμιμα διαβήματα για να διεκδικήσει την κατοχή του επίδικου ακινήτου για να διεκδικήσει την κατοχή του επίδικου ακινήτου, από την στιγμή που υπάρχει διαδοχή μεν του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου, ο δε εναγόμενος 1 είναι έτοιμος να συνεχίσει να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο. Παρ΄ όλο που με την πιο πάνω αξιολόγηση κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν υπάρχουν ορατές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής και συνεπώς μια εκ των προϋποθέσεων δεν πληρείται, εν τούτοις το Δικαστήριο για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσει κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Βεβαίως, δεν παραγνωρίζεται η ουσιώδη απόκρυψη γεγονότος, έστω και εάν δεν εξεδόθη μονομερώς οποιοδήποτε Διάταγμα, δεν παύει βεβαίως να υπάρχει η διαρκής υποχρέωση οποιουδήποτε διαδίκου σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι εις γνώση του και είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε η τρίτη προϋπόθεση πληρείται. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας επί αυτού του ζητήματος, προβαίνει σε γενικές, ασαφείς και αόριστες αναφορές περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, ενώ στον αντίποδα υπάρχει η ρητή και ξεκάθαρη τοποθέτηση και πρόθεση του εναγόμενου να καταβάλλει τα ενοίκια στον ενάγοντα και ζητώντας από αυτόν να τον εφοδιάσει με στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού για να γίνεται η κατάθεση των ενοικίων, χωρίς όμως ανταπόκριση και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι τουλάχιστον για να ενοίκια ο ενάγοντας δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, διότι ο εναγόμενος διαφαίνεται ότι κατέβαλλε τα ενοίκια και είναι σε θέση να τα καταβάλλει. Συνεπώς διαφαίνεται ότι ο εναγόμενος δεν είναι αφερέγγυος, ως η θέση του ενάγοντα. Ως προς την θέση του ενάγοντα ότι ενδέχεται να υπόκειται σε ποινική δίωξη αναφορικά με την ισχυριζόμενη παράνομη ανέγερση του οικοδομήματος που αναφέρεται στην αίτηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το ενδεχόμενο είναι απομακρυσμένο, διότι προφανώς ο ίδιος ούτε το ανέγειρε, ούτε το κατέχει και ούτε επέτρεψε ή ανέχθηκε την ανέγερση του, ως οι τοποθετήσεις του. Ως προς την θέση του ενάγοντα περί καθυστέρησης της διαδικασίας από τον εναγόμενο 1 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, αυτή είναι άνευ αντικειμένου πλέον, διότι ήδη καταχωρήθηκε έκθεση υπεράσπισης. Προβλήθηκε η θέση από τον εναγόμενο 1 ότι δεν έχουν συνενωθεί οι αναγκαίοι διάδικοι, ήτοι οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Αυτό δεν είναι μοιραίο για την αγωγή, διότι με βάση τα όσα αποφασίσθηκαν στην Αλεξάνδρου - ν - Edward
(2013)1Γ Α.Α.Δ 2387 και στην Οδυσσέως - ν - Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2001)1 ΑΑΔ. σελ. 1372 οι οποίες ερμήνευσαν την Δ. 9 Θ. 10, αποφασίστηκε ότι η επιλογή των εναγομένων είναι θέμα του ενάγοντα και το Δικαστήριο έχει την ανάλογη εξουσία, υπό προϋποθέσεις να διατάξει την προσθήκη των αναγκαίων διαδίκων και όχι να απορρίψει την αγωγή. Ως προς την θέση του εναγομένου 1 ότι επιδιώκεται με την υπό εξέταση αίτηση ταυτόσημες θεραπείες, αν και πλέον με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση είναι άνευ ουσίας, όμως για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο παραπέμπει σχετικά στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.α. - v - Ιωάννη Κλουκίνα
(2014)1Α Α.Α.Δ 118, όπου αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω, από τα οποία το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση: Όπως παρατηρεί ορθώς και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με παραπομπή στην Parico Aluminium Designs v. Muskita Aliminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 2015 και Κουνούνα ν. F & A Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται. Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά. (ανωτέρω)). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπερ του εναγομένου 1, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ)............ Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.