← Κύπρος

RAPP ν. SINDEN κ.α., Αρ. Αγωγής: 3274/11, 3/6/2021

RAPP ν. SINDEN κ.α., Αρ. Αγωγής: 3274/11, 3/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3274/11 Μεταξύ: χχχ χχχ RAPP Ενάγοντας και

  1. χχχ SINDEN
  2. χχχ ΣΙΑΗΛΗΣ ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης χχχ Σίντεν τέως από την Αγία Μαρίνα Χρυσοχούς δυνάμει διατάγματος διαχείρισης με αρ. 8χ/04 Ε.Δ. Πάφου Εναγόμενοι ------------------- 3 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Παύλος Ευθυμίου για Παύλος Ευθυμίου ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη 1: κα Αθηνά Παπαδοπούλου Σπύρου. Για τον Εναγόμενο 2: κ. Γιώργος Σιαηλής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή στην υπόθεση Η ερωτική σχέση και μακρόχρονη συμβίωση του ενάγοντος και της εναγόμενης 1 δεν είχε αίσιο τέλος. Αντίθετα, κατέληξε στα Δικαστήρια όπου ο πρώτος διεκδικεί από τη δεύτερη αλλά και από τον εναγόμενο 2 - διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας μητέρας της (εφεξής η μητέρα), την κυριότητα ενός ακινήτου (δύο τεμαχίων πλέον με κατοικία και σύστημα φωτοβαλταϊκών) στην Αργάκα της επαρχίας Πάφου, μεγάλης χρηματικής αξίας. Έγγραφες Προτάσεις Ας δούμε τις θέσεις των μερών με περισσότερη λεπτομέρεια ως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις. Ο ενάγοντας λοιπόν, ο οποίος είναι συνταξιούχος Γερμανός υπήκοος που ζει μόνιμα στην Πάφο εδώ και πολλά χρόνια, ισχυρίζεται ότι διατηρούσε σχέση με την εναγόμενη 1 από το 1994 μέχρι το
  3. Όταν γνωρίστηκαν ήταν ευκατάστατος, με πολλά χρήματα, έχοντας ακίνητη περιουσία και στο Νέο Χωριό Πάφου, την οποία πώλησε. Με το προϊόν της πώλησης, αγόρασε - με ιδίους πόρους - το επίδικο ακίνητο στην Αργάκα με αριθμό 1χ3, Φ/Σχ. ΧχχI/45, αριθμός εγγραφής 2χχ0, τοποθεσία Κουτσαλούδες, έκτασης 6875 τ.μ. Το τεμάχιο ενεγράφη στο όνομα της μητέρας διότι ήταν μεγάλης έκτασης και τότε δεν μπορούσε να εγγραφεί στο όνομα του διότι ήταν αλλοδαπός. Η εγγραφή στο όνομα της μητέρας έγινε υπό τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι θα το κατείχε ως καταπιστευματοδόχος του ενάγοντος μέχρι που θα ήταν νομικά δυνατή η μεταβίβαση στο όνομα του. Στη συνέχεια, η μητέρα μεταβίβασε μέρος του ακινήτου, δηλαδή 2141 τ.μ. στην εναγόμενη 1 και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος με αριθμό εγγραφής 3χχ1, τεμάχιο 1χ1, Φ/Σχ. 3χ/4χ Αργάκα. Η αξία του τεμαχίου αυτού προσδιορίζεται σε €100.
  4. Για το υπόλοιπο, έκτασης 4119 τ.μ. εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος στο όνομα της μητέρας με αριθμό εγγραφής 3χχ0, τεμάχιο 1χ0, φύλλο σχέδιο 2χ/4χ, Αργάκα. Στο τεμάχιο αυτό, πάλι με χρήματα του ενάγοντος, κτίστηκε κατοικία στην οποία συνέζησαν με την εναγόμενη 1 μέχρι το
  5. Η αξία του τεμαχίου αυτού (μαζί με την κατοικία) προσδιορίζεται σε €1.500.
  6. Στο δε διπλανό τεμάχιο 141 - πάντα με δικά του έξοδα - εγκατέστησε σύστημα φωτοβαλταϊκών το οποίο δίνει στην εναγόμενη 1 εισόδημα €12.000 ετησίως. Στη συνέχεια, στα πλαίσια της διαχείρισης της περιουσίας της μητέρας, έχει μεταβιβαστεί και εγγραφεί στον όνομα της εναγόμενης 1 και το τεμάχιο 1χ0 - με αποτέλεσμα η εναγόμενη 1 να είναι σήμερα η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια και των δύο επίδικων τεμαχίων. Στη βάση αυτών των θέσεων και ισχυρισμών, ο ενάγοντας καταλήγει να διεκδικεί στο Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης τα ακόλουθα: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας είναι ο δικαιούχος στην εγγραφή των ακινήτων ‑ 1α. Τεμάχιο αριθμός 1χ0, αριθμός εγγραφής 0/3χχ0, φύλλο σχέδιο 2χ/4χ, τοποθεσία Κουτσαλλούδες, έκτασης 4.119 τ.μ. στην Αργάκα. 1β. Τεμάχιο αριθμός 1χ1, αριθμός εγγραφής 0/3χχ1, φύλλο σχέδιο 2χ/4χ, τοποθεσία Κουτσαλλούδες, έκτασης 2676 τ.μ. στην Αργάκα. Β. Διάταγμα ακύρωσης των εγγραφών των αναφερόμενων ανωτέρω, στην παράγραφο Α, 2 ακινήτων και με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και/ή άλλα αρμόδια πρόσωπα, να προβούν στην ακύρωση των εγγραφών των ακινήτων από το όνομα της εναγόμενης [1] και στην εγγραφή των ακινήτων αυτών επ' ονόματι του ενάγοντα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως προβούν στη μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου αριθμός εγγραφής 0/3χχ0, τεμάχιο αριθμός 1χ0, φύλλο σχέδιο 2χ/4χ, στην Αργάκα, εις το όνομα του ενάγοντα, απαλλαγμένου από κάθε εμπράγματο βάρος. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη αρ. 1 όπως μεταβιβάσει επ' ονόματι του ενάγοντα, απαλλαγμένου από κάθε εμπράγματο βάρος, του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3χχ1, τεμάχιο 1χ1, φύλλο σχέδιο 2χ/4χ, στην Αργάκα. Ε. Διαζευκτικά 1.600.000 ευρώ ως η αξία των ακινήτων, ως αποζημιώσεις και/ή δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική και/ή δυνάμει καταπιστεύματος και/ή άλλως πως. ΣΤ. Απόφαση και/ή διάταγμα εναντίον της εναγόμενης 1, για το ποσόν των €12.000 ετησίως από το 2010 και κάθε χρόνο μέχρι παράδοσης της κατοχής, ως η χρονιαία ωφέλεια που έχει η εναγόμενη από το σύστημα / μονάδα φωτοβαλταϊκών παραγωγής ηλεκτρισμού. (Σημειώνεται ότι οι αξιώσεις υπό στοιχεία Ε και ΣΤ ανωτέρω εγκαταλείφθηκαν με ρητή αναφορά στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος). Η θεώρηση των γεγονότων από πλευράς εναγόμενης 1 στην Υπεράσπιση της είναι εντελώς διαφορετική. Κατ' αρχάς αμφισβητεί το καθαυτό αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος. Απ' εκεί και πέρα αναγνωρίζει και δέχεται ότι υπήρξε μακρόχρονη σχέση και συμβίωση με τον ενάγοντα αλλά απορρίπτει όλους τους κύριους ισχυρισμούς του. Ειδικά και με επίταση απορρίπτει τη θέση ότι το επίδικο ακίνητο, η ανεγερθείσα κατοικία και το σύστημα φωτοβαλταϊκών, είχαν ως πηγή χρηματοδότησης τον ενάγοντα. Το επίδικο ακίνητο - στην αρχική του μορφή - αγοράστηκε με χρήματα της μητέρας της εναγόμενης
  7. Στη συνέχεα - ως νόμιμη ιδιοκτήτρια - της μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς μέρος του ακινήτου και εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος στο όνομα της (το τεμάχιο 1χ1). Για το υπόλοιπο, εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος στο όνομα της μητέρας της (το τεμάχιο 1χ0). Στο τεμάχιο αυτό όντως ανεγέρθηκε κατοικία και στο τεμάχιο 1χ1 όντως εγκαταστάθηκε σύστημα φωτοβαλταϊκών, αλλά αμφότερα είχαν ως πηγή χρηματοδότησης την ίδια. Τέλος αποδίδει στον ενάγοντα αλλότρια κίνητρα με τις διεκδικήσεις του, επικαλείται ολιγωρία και κώλυμα, ζητώντας καταληκτικά απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Ο εναγόμενος 2 στο δικό του δικόγραφο αφού καλεί τον ενάγοντα σε απόδειξη των κύριων ισχυρισμών του, τηρεί στάση απορίας και κατάπληξης που η αγωγή στρέφεται και εναντίον του. Τούτο, με δεδομένο ότι αμφότερα τα τεμάχια έχουν προ πολλού μεταβιβαστεί και εγγραφεί στο όνομα της εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα - κατά τη θεώρηση του - να μην υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και η αγωγή να πρέπει απαρέγκλιτα να απορριφθεί. Η Ακροαματική Διαδικασία Στη βάση αυτής της δικογραφημένης εικόνας πραγμάτων, η υπόθεση, με αρκετή καθυστέρηση θα πρέπει να σημειωθεί, προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακρόαση έδωσαν προφορική μαρτυρία πέντε πρόσωπα. Συγκεκριμένα εκ μέρους του ενάγοντος κατέθεσαν οι χχχ Χρίστου (ΜΕ1), χχχ Κλεάνθους (ΜΕ2) και ο ίδιος ο ενάγοντας (ΜΕ3). Εκ μέρους της εναγόμενης 1, οι χχχ Σάββα (ΜΥ1) και χχχ χχχ Κάιζερ (ΜΥ2) ενώ ο εναγόμενος 2 δεν κάλεσε μάρτυρες. Από πλευράς έγγραφης μαρτυρίας κατατέθηκαν τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Πιστοποιητικό έρευνας της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Τεκμήριο 2 - Πιστοποιητικό έρευνας των επίδικων τεμαχίων. Τεκμήριο 3 - Επιστολή που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικαστικού επιδότη. Τεκμήριο 4Α - Τίτλος ιδιοκτησίας του τεμαχίου 1χ
  8. Τεκμήριο 4Β - Τίτλος ιδιοκτησίας του τεμαχίου 1χ
  9. Τεκμήριο 5 - Προσφορά ημερομηνίας 30.05.
  10. Τεκμήριο 6Α - Αίτηση Διαχείρισης 8χ/20χχ μαζί με τα συνημμένα έγγραφα. Τεκμήριο 6Β - Απογραφή Αίτησης Διαχείρισης 8χ/20χχ. Τεκμήριο 6Γ - Τελικοί λογαριασμοί Αίτησης Διαχείρισης 8χ/20χχ. Ο ΜΕ1, υπάλληλος του Κτηματολογίου Πάφου κατέθεσε χωρίς ένσταση τα τεκμήρια 1 και 2, χωρίς να αμφισβητηθεί οτιδήποτε από τα λεγόμενα του από πλευράς εναγομένων. Η μαρτυρία ωστόσο της ΜΕ2 αμφισβητήθηκε κατά κόρον. Η μάρτυρας αυτή υιοθετώντας γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) υποστήριξε ότι ήταν η επιβλέπουσα αρχιτέκτονας της κατοικίας στην Αργάκα. Οι αρχικές πληρωμές για τις υπηρεσίες της έγιναν από τον χχχ Φιλίππου της "George Philippou Estates, Property Developer" ο οποίος, απ' ό,τι της ελέχθη, όφειλε χρήματα στον ενάγοντα και με αυτόν τον τρόπο θα τον ξεπλήρωνε. Από την αποπεράτωση του σκελετού και μετά την πλήρωνε απευθείας ο ενάγοντας, ο οποίος, απ' ό,τι γνωρίζει, πλήρωνε και τους προμηθευτές και εργολάβους. Αργότερα, κατά το 1998, της ζητήθηκε να προβεί στη διαδικασία έκδοσης τελικής έγκρισης. Για την εργασία αυτή η εναγόμενη 1 την επισκέφθηκε στο γραφείο της και της κατέβαλε το ½ της αμοιβής της, ήτοι ποσό ΛΚ
  11. Αντεξεταζόμενη από τους συνηγόρους των εναγομένων διευκρίνισε ότι οι εργασίες δεν γινόντουσαν υπό τη σκέπη ενός μόνο εργολάβου, όπως συμβαίνει τώρα και για τον λόγο αυτόν δεν γνωρίζει πόσα στοίχισε συνολικά η ανέγερση της κατοικίας. Θυμάται πάντως ότι ο εργολάβος που έκαμε τον σκελετό ήταν κάποιος Λιασίδης και ακολούθως ανέλαβε κάποιος χχχ Σάββα για να κάνει τα τελειώματα. Σε σχέση με τις πληρωμές, επέμενε στη θέση ότι ο ενάγοντας πλήρωνε τους διάφορους προμηθευτές. Αυτή ήταν η εντύπωση της. Δέχτηκε πάντως ότι δεν είδε με τα μάτια της τι έγραφαν οι επιταγές, ούτε γνωρίζει αν η εναγόμενη 1 έδινε λεφτά στον ενάγοντα για να πληρώνει. Απ' ό,τι θυμάται, ο χχχ Φιλίππου την πλήρωσε ΛΚ3.500 και ο ενάγοντας ΛΚ
  12. Στη φάση της τελικής έγκρισης, ο ενάγοντας και εναγόμενη 1 τις κατέβαλαν από ΛΚ
  13. Της εναγόμενης 1 της έδωσε απόδειξη αλλά του ενάγοντος όχι, αφού δεν ήθελε. Ο ενάγοντας (ΜΕ3) υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (έγγραφο 2Α στην αγγλική γλώσσα και 2Β στην ελληνική) στην οποία επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχε πολλά χρήματα κατά τη γνωριμία του με την εναγόμενη 1 ενώ αυτή όχι, αφού εργαζόταν ως γραμματέας έχοντας εισοδήματα μόνο ΛΚ300 μηνιαίως. Σε ό,τι αφορά το επίδικο ακίνητο, ανέφερε ότι αγοράστηκε από κάποιο χχχ χχχ Θεωρή και το πλήρωσε ο ίδιος. Σε σχέση με την ανεγερθείσα κατοικία, ο κύριος εργολάβος ήταν ο κτίστης χχχ Δημοσθένους ενώ ο σκελετός έγινε από την εταιρεία Αδελφοί Φιλίππου. Την επίβλεψη την είχε η ΜΕ
  14. Όλα τα έξοδα για την κατασκευή τα πλήρωσε ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο της εναγόμενης 1 επανέλαβε ότι γνωρίστηκε με την εναγόμενη 1 το 1994 όταν ο ίδιος ήταν 47 χρονών. Επέμενε, παρά τις περί του αντιθέτου υποβολές, πως ήταν εύπορος όταν γνώρισε την εναγόμενη 1, έχοντας αρκετά χρήματα για να ζήσει το όνειρο του, το οποίο ήταν να αποκτήσει στην Κύπρο «κατοικία, φάρμα και φιλενάδα». Το επίδικο ακίνητο το αγόρασε το 1996 ή το
  15. Αρχικά πλήρωσε ΛΚ23.000 και ενεγράφη στο όνομα της μητέρας. Δεν έχει όμως ούτε συμβόλαιο αγοράς, ούτε απόδειξη πληρωμής, ούτε έγγραφο με τη μητέρα που να τον εξασφάλιζε για τη μεταβίβαση. Επί του ζητήματος των αποδείξεων, ανέφερε πως συνελήφθη από την Αστυνομία με την κατηγορία ότι είχε σεξουαλική σχέση με τη θυγατέρα της εναγόμενης 1 και όταν του επετράπη μετά από 4 ημέρες να επισκεφθεί το σπίτι του για να συλλέξει τα προσωπικά του αντικείμενα, αντιλήφθηκε ότι όλα τα σημαντικά έγγραφα είχαν εξαφανιστεί. Για το γεγονός της μη εγγραφής στο όνομα του, ανέφερε ότι η Κύπρος τότε δεν ήταν ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως αλλοδαπός, η μέγιστη έκταση που δικαιούτο να έχει εγγεγραμμένη στο όνομα του ήταν 3 εκτάρια ενώ το ακίνητο αυτό ήταν 6.7 εκτάρια. Ερωτηθείς γιατί δεν ενεγράφη στο όνομα τουλάχιστον της συμβίας του, εναγόμενης 1, ανέφερε πως ούτε τούτο μπορούσε να γίνει, διότι λογιζόταν και αυτή ως αλλοδαπή, έχοντας βρετανικό διαβατήριο. Ούτε το μισό ακίνητο δεν ενεγράφη στο όνομα του, διότι, εξ όσων γνώριζε, δεν επιτρεπόταν να διαμοιραστεί γη σε αγροτική ζώνη. Ο συντελεστής δόμησης ήταν 8% και δεν μπορούσε να διαχωριστεί. Στη συνέχεια απέρριψε υποβολές ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε αποκλειστικά με χρήματα της μητέρας, η οποία, κατά τη συνήγορο, πώλησε μεγάλες περιουσίες στην Αγγλία και έφερε στην Κύπρο τα χρήματα για να ζήσει με την κόρη της, εναγόμενη
  16. Η μητέρα δεν είχε καθόλου χρήματα ανέφερε, σε σημείο που δυσκολευόταν να επιβιώσει. Ερωτηθείς γιατί δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα από το 2003 που απεβίωσε η μητέρα μέχρι το 2011 που κινήθηκε η αγωγή, ανέφερε ότι για κάποια χρόνια βρισκόταν στην Ιταλία και εν πάση περιπτώσει είχε αναθέσει το θέμα στον κ. Σιαηλή (εννοώντας προφανώς τον διαχειριστή της περιουσίας της), τον οποίο επισκεπτόταν κάποτε μόνος του και κάποτε, συνοδευόμενος από την εναγόμενη
  17. Σε ερωτήσεις του συνηγόρου του εναγομένου 2 ανέφερε ότι δεν ενέγραψε 3.000τμ του επίδικου ακινήτου που δικαιούτο να κατέχει, διότι κανείς δεν τον ενημέρωσε πως θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Δεν είναι δικηγόρος για να γνωρίζει τέτοια πράγματα. Για τον ίδιο λόγο δεν γνωρίζει γιατί η αγωγή στρέφεται και εναντίον του εναγομένου
  18. Αυτό είναι καθαρά νομικό θέμα και απόφαση του δικηγόρου. Ο πρώτος μάρτυρας της πλευράς της εναγόμενης 1, χχχ Σάββα (ΜΥ1) υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (έγγραφο 3). Σ' αυτήν αναφέρει ότι από το 1995-2002 ασκούσε το επάγγελμα του εργολάβου και ότι στις 30.5.1996, λίγους μήνες δηλαδή πριν αρχίσει η ανέγερση της κατοικίας στην Αργάκα, έδωσε γραπτή Προσφορά στην εναγόμενη 1 (τεκμήριο 5). Τελικά του ανατέθηκε το έργο και υπεγράφη και συμβόλαιο, το οποίο όμως δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει. Η εναγόμενη 1, καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών, επισκεπτόταν συχνά το εργοτάξιο, έδιδε οδηγίες και προέβαινε στις εκάστοτε πληρωμές σε μετρητά. Της εξέδιδε και αποδείξεις τις οποίες όμως, πάλι, δεν μπόρεσε να εντοπίσει. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είχε άδεια εργολάβου κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά εργοδοτούσε αδειούχο εργολάβο, η άδεια του οποίου μεταφερόταν στην επιχείρηση. Μολονότι η Προσφορά είναι ελλιπής (απουσιάζει μέρος της), θυμάται ότι το σύνολο ανερχόταν σε περίπου ΛΚ50.000 και κάλυπτε ολόκληρη την κατοικία (πλην του σκελετού) και κάποιων επιπρόσθετων εργασιών που έγιναν στην πορεία. Τον σκελετό δεν τον κατασκεύασε ο ίδιος. Όταν ανέλαβε, ο σκελετός υπήρχε. Θυμάται ότι μηχανικός -αρχιτέκτονας του έργου ήταν κάποια χχχ Μπέλου, η οποία επισκέφθηκε αρκετές φορές την οικοδομή. Επανέλαβε ότι είναι η εναγόμενη 1 που τον πλήρωνε και όχι ο ενάγοντας και ότι τις πλείστες φορές οι πληρωμές γίνοντο σε μετρητά. Έπειτα αρνήθηκε εμφαντικά υποβολή του συνηγόρου του ενάγοντος ότι στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε υποβάλει οποιανδήποτε Προσφορά. Ομοίως αρνήθηκε ότι δεν υπεγράφη συμβόλαιο και ότι δεν έκανε καμία εργασία στην επίδικη κατοικία. Επ' αυτού επικαλέστηκε τους διάφορους τεχνίτες που εργάστηκαν και προέβη σε λεπτομερή περιγραφή διαφόρων χώρων της κατοικίας και των επιμέρους εργασιών που έγιναν. Η δεύτερη μάρτυρας της πλευράς της εναγόμενης 1 και τελευταία της υπόθεσης ήταν η πρωτοκολλητής χχχ χχχ Κάιζερ (ΜΥ2) η οποία, χωρίς ένσταση, παρουσίασε την Αίτηση Διαχείρισης της μητέρας με αρ. 8χ/0χ, την Απογραφή που καταχωρήθηκε και τους Τελικούς Λογαριασμούς (τεκμήριο 6Α-Γ). Η μάρτυρας διευκρίνισε περαιτέρω ότι από την Απογραφή προκύπτει να είχε εγγεγραμμένα στο όνομα της 8 ακίνητα η μητέρα και ότι δεν καταχωρήθηκε καμία ειδοποίηση ανακοπής της διαχείρισης. Μετά το πέρας της μαρτυρίας της ΜΥ2, δόθηκε χρόνος στους συνηγόρους να ετοιμάσουν τις αγορεύσεις τους. Όλοι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους σε σχέση με τη δοθείσα μαρτυρία και ευρύτερα τα θέματα που θεωρούν σημαντικά για την υπόθεση τους. Το Δικαστήριο έχει διεξέλθει με κάθε προσοχή τις αγορεύσεις των συνηγόρων και θα αναφερθεί σε επιμέρους επιχειρήματα εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Νομική Πτυχή Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας θεωρώ ορθό, για σκοπούς ομαλής ροής και καλύτερης κατανόησης της τελικής ετυμηγορίας του Δικαστηρίου, να αναφερθώ πρώτα στη νομική βάση της αγωγής. Στην Έκθεση Απαίτησης λοιπόν, η μόνη αναφορά σε νομική βάση είναι στην παράγραφο 7, όπου ο ενάγοντας, αναφερόμενος στην αρχική εγγραφή του ακινήτου (προτού διαχωριστεί και εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι και προτού ανεγερθεί η κατοικία και εγκατασταθούν τα φωτοβολταϊκά), κάνει λόγο για εγγραφή «υπό τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι [η μητέρα] θα κατείχε το ακίνητο ως καταπιστευματοδόχος του ενάγοντα μέχρι που θα ήταν δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου εις το όνομα του ενάγοντα». Η αναφορά αυτή είναι από μόνη της αντιφατική. Αν ήταν ρητός ο όρος, τότε μιλούμε για δεδηλωμένο καταπίστευμα (Express Trust) που όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, διέπεται από ειδικούς κανόνες και προϋποθέσεις. Από την άλλη, αν δεν ειπώθηκε οτιδήποτε περί της δημιουργίας καταπιστεύματος κατά τη στιγμή της εγγραφής, τότε μιλούμε για κατ' ισχυρισμό εξυπακουόμενο καταπίστευμα (και όχι όρο). Η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος δεν βοηθά επί του σημείου αφού και πάλι δεν προσδιορίζεται το ακριβές είδος καταπιστεύματος, στο οποίο στηρίζεται η αγωγή. Αντίθετα το θέμα αφήνεται στη γενικότητα του με απλή παραπομπή σε νομολογία, χωρίς στόχευση και χωρίς συνάρτηση με τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Θα πρέπει επομένως να σημειώσω ότι τόσο το δικόγραφο όσο και η αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος, θα μπορούσαν και θα έπρεπε να ήταν σαφώς ευκρινέστερα επί του κεντρικού αυτού σημείου. Εν πάση περιπτώσει, για σκοπούς πληρότητας, θα αναφερθώ στις αρχές του καταπιστεύματος τόσο στη γενικότητα του όσο και στις εξειδικευμένες τους εκφάνσεις. Το καταπίστευμα λοιπόν πηγάζει από τις αρχές της επιείκειας (equity) που ως γνωστό ενσωματώνεται στο Κυπριακό Δίκαιο δια του άρθρου 19

(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Υπάρχουν δύο γενικές κατηγορίες καταπιστευμάτων. Τα δεδηλωμένα καταπιστεύματα (Express Trusts) τα οποία ηθελημένα και ρητά, δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη και τα εξυπακουόμενα καταπιστεύματα (Implied Trusts) που είναι το αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (trusts arising by operation of the Law). Τα δεδηλωμένα καταπιστεύματα που αφορούν ειδικά ακίνητη ιδιοκτησία, θα πρέπει να καταρτίζονται κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 651Ε του Κεφ.224 (εγγράφως) για να θεωρούνται έγκυρα και να μπορούν έτσι να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής (βλ. Χαραλαμπίδης v. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1Β Α.Α.Δ. 709). Στην Χριστοφόρου v. Χριστοφόρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1551, αναγνωρίστηκε η δυνατότητα δημιουργίας εξυπακουόμενων καταπιστευμάτων σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία παρά την ανυπαρξία εγγράφου, φτάνει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δικαίου της επιείκειας. Τα εξυπακουόμενα καταπιστεύματα διαχωρίζονται σε εξ επαγωγής (Constructive) και καταληκτικά/απολήγοντα (Resulting). Το εξ επαγωγής καταπίστευμα δημιουργείται ανεξάρτητα από την πρόθεση του ιδιοκτήτη της περιουσίας, σε περιπτώσεις όπου θα αποτελούσε κατάχρηση εμπιστοσύνης εκ μέρους του να κατακρατεί περιουσία για δικό του όφελος (βλ. Χρίστος Κληρίδης ως εκτελεστής της διαθήκης της αποβιωσάσης Πετρούλλας Ρούσου v. Ηρόδοτου Σταυρίδη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Φωτιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ.521) στην οποία μνημoνεύεται και η θεμελιακή αγγλική υπόθεση Gissing v. Gissing [1971] AC 886, όπου ο Λόρδος Diplock αναφέρει τα ακόλουθα, πολύ σημαντικά: "A resulting, implied or constructive trust - and it is unnecessary for present purposes to distinguish between these three classes of trust - is created by a transaction between the trustee and the cestui qui trust in connection with the acquisition by the trustee of a legal estate in land, whenever the trustee has so conducted himself that it would be inequitable to allow him to deny to the cestui qui trust a beneficial interest in the land acquired. And he will be held so to have conducted himself if by his words or conduct he has induced the cestui qui trust to act to his own detriment in the reasonable belief that by so acting he was acquiring a beneficial interest in the land." Στην Crestar Overseas Ltd v. Βισσόσκαγια
(2008)1 Α.Α.Δ.942, σημειώθηκε ότι τόσο τα εξ επαγωγής καταπιστεύματα όσο και τα καταληκτικά/απολήγοντα βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. Τα τελευταία αυτά καταπιστεύματα, καλούνται καταληκτικά/απολήγοντα γιατί το δικαίωμα εκμετάλλευσης (beneficial interest) επανέρχεται (results) στο πρόσωπο που είχε προβεί στη μεταβίβαση. Όταν εξετάζεται η ύπαρξη του εξ επαγωγής καταπιστεύματος, οι πράξεις και οι δηλώσεις των ενδιαφερομένων πριν, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του και ευθύς μετά τη δημιουργία του κατ' ισχυρισμό καταπιστεύματος συνιστούν μέρος της συναλλαγής και μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Όμως συνακόλουθες πράξεις και δηλώσεις είναι αποδεκτές μόνο όταν στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του δηλούντος και όχι όταν γίνονται προς όφελός του. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Χριστοφίδου, ECLI:CY:AD:2018:A351, Πολ. Έφεση 328/2012, ημερ. 10.7.2018 αναφέρεται ότι το εξ επαγωγής καταπίστευμα μπορεί να εγερθεί ή να θεωρηθεί ότι υπάρχει σε μια πλειάδα διαφορετικών πραγματικών γεγονότων, έχοντας όμως ως κοινό παρονομαστή ότι το καταπίστευμα επιβάλλεται από το ίδιο το Δικαστήριο ανεξάρτητα από τη θέληση ή πρόθεση του ιδιοκτήτη της περιουσίας. Στην κρίση του Δικαστηρίου λαμβάνονται σαφώς υπόψη όλες οι περιβάλλουσες συνθήκες μεταξύ των οποίων οι πράξεις, τα λόγια και η συμπεριφορά των εμπλεκομένων μερών. Οι κατηγορίες του εξ επαγωγής καταπιστεύματος, όπως παρατηρείται στην Carl Zeiss Stiftung v Herbert Smith No.2 [1969] CA έχουν αφεθεί, ίσως ηθελημένα, απροσδιόριστες έτσι ώστε να εφαρμόζονται όποτε η δικαιοσύνη το επιβάλλει 'when justice.may require'. Εξ επαγωγής καταπιστεύματα είναι συνήθη όπου υπάρχει δόλος και/ή παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης (breach of fiduciary duty). Αξιολόγηση της μαρτυρίας Έχοντας καταγράψει τις νομικές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση, ως εύκολα γίνεται κατανοητό, είναι πολύ σημαντική σε ό,τι αφορά την κατάληξη του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων. Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα των Σάντη και Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης,
(2014), Κεφάλαιο 3, ΙΒ, η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου,
(2013)1 Α.Α.Δ. 1166 και Re N-BCM [2002] EWCA Civ. 1052). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως οδηγό μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική του παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παράλληλα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να γίνεται μικροσκοπικά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά να συναρτάται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172). Στο τέλος δε αυτής της διεργασίας, τα ευρήματα αξιοπιστίας θα πρέπει να είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και να συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Τέλος, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται και υπό το πρίσμα της συνοχής της σε σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Παπαγεωργίου ν. Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Ξεκινώ από τους ΜΕ1 και ΜΥ2, οι οποίοι ήταν «τυπικοί» μάρτυρες που δεν αντεξετάστηκαν και έτσι η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή, ως κοινής αποδοχής. Αν είναι κάτι σημαντικό που προκύπτει από τη μαρτυρία των προσώπων αυτών είναι η αναφορά της ΜΥ2 ότι στην καταχωρηθείσα Απογραφή της μητέρας, δηλώθηκαν 8 συνολικά ακίνητα, στοιχείο το οποίο αντιστρατεύεται της θέσης του ενάγοντος, ότι η μητέρα δεν είχε χρήματα σε σημείο που δυσκολευόταν και να επιβιώσει. Ο ΜΕ3 (ενάγοντας) που ήταν και ο ουσιαστικότερος μάρτυρας της υπόθεσης, δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Πέραν της σημειολογικής αρνητικής εικόνας που εξέπεμπε η γλώσσα του σώματος και του προσώπου κατά την περιφορά του λόγου, η εκδοχή του, διαψεύδεται από την ίδια τη ροή των γεγονότων και αντιστρατεύεται της λογικής. Συγκεκριμένα, αν κατά τον χρόνο της αρχικής μεταβίβασης ρητά είχε συμφωνηθεί μεταξύ του ιδίου και της μητέρας, ότι η τελευταία θα κατείχε το ακίνητο ως καταπιστευματοδόχος και θα του το επέστρεφε μόλις ο Νόμος το επέτρεπε - πέραν της νομοθετικής υποχρέωσης τούτο να γινόταν γραπτώς - με ποια λογική παρέμεινε αδρανής όταν η μητέρα αποξένωνε μέρος του ακινήτου - έστω στη συμβία του - δια δωρεάς χρόνια μετά; Γιατί δεν απαίτησε η μεταβίβαση να γίνει προς τον ίδιο - αφού και εκείνος αλλοδαπός και εκείνη (η συμβία του), έχοντας μόνο βρετανικό διαβατήριο ως ισχυρίστηκε; Πολύ πιο βασανιστικό γίνεται το ερώτημα μετά τον θάνατο της μητέρας το
  1. Απέχουμε πλέον 6-7 χρόνια από την αρχική αγορά, όπου επίκειται η οριστική και πλήρης αποξένωση του εναπομείναντος τεμαχίου από τον διαχειριστή της αποβιώσασας και κατ' ισχυρισμό καταπιστευματοδόχου. Πάλι μένει αδρανής ο ενάγοντας. Δεν παρεμβαίνει στη διαδικασία της διαχείρισης και δεν λαμβάνει κανένα μέτρο για προστασία των συμφερόντων του παρά μόνον 8 ολόκληρα χρόνια μετά, δια της καταχώρησης της παρούσας αγωγής το
  2. Η δικαιολογία ότι απουσίαζε στην Ιταλία για κάποια χρόνια είναι πολύ φτωχή, όπως φτωχή και παράλογη είναι ή θέση ότι δήθεν ανάθεσε το θέμα στον κύριο Σιαηλή, τον οποίο επισκεπτόταν ενίοτε συνοδευόμενος από την εναγόμενη
  3. Τον συνόδευε δηλαδή η εναγόμενη 1 στον κύριο Σιαηλή για να διευθετήσει να της πάρει την κυριότητα του ακινήτου και να τη μεταβιβάσει εκείνου. Η εκδοχή αυτή, βέβαια, είναι όσο παράλογη ακούγεται. Από τα πιο πάνω αποκλείεται η δημιουργία νομικά και πραγματικά δεδηλωμένου καταπιστεύματος. Ομοίως δεν νοείται η εφαρμογή εξ επαγωγής καταπιστεύματος και τούτο διότι δεν έχει αποδειχθεί η αγορά του ακινήτου από τον ενάγοντα. Δεν πιστεύω πως πλήρωσε τα πάντα εκείνος υπό συνθήκες που θα πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο ότι διατηρεί συμφέρον (beneficial interest). Ούτε έχει καταδειχθεί κάποια κατάχρηση εμπιστοσύνης από τη μητέρα ή από τον οποιονδήποτε τρίτο στην κατακράτηση περιουσίας. Ο μάρτυρας δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την από μέρους του αγορά του ακινήτου. Κανένα συμβόλαιο, καμία απόδειξη αγοράς και γενικά κανένα πειστήριο που να καταδεικνύει ότι αυτός αποκλειστικά πλήρωσε το σύνολο του τιμήματος αγοράς. Το ίδιο ισχύει και για την ανέγερση της κατοικίας. Κανένα συμβόλαιο με τον οποιονδήποτε, κανένα τιμολόγιο και καμία απόδειξη πληρωμής. Δεν ήταν καν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια το κόστος αγοράς του ακινήτου και της ανεγερθείσας κατοικίας. Ούτε καλά - καλά τους διάφορους συντελεστές του έργου δεν μπορούσε να προσδιορίσει και να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Η μόνη που κατέθεσε στο Δικαστήριο εκ μέρους του ήταν η αρχιτέκτονας (ΜΕ2) με την οποία θα ασχοληθώ στη συνέχεια ενώ ο εργολάβος (ΜΥ1) τον διαψεύδει κατηγορηματικά. Η δικαιολογία ότι δήθεν η Αστυνομία σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του κατάσχε όλα τα σχετικά έγγραφα στα πλαίσια διερεύνησης μιας υπόθεσης παντελώς άσχετης με τα επίδικα γεγονότα, ουδόλως πείθει. Στην πραγματικότητα δεν αποκλείεται ο ενάγοντας να συνέβαλε - ίσως και σημαντικά - τόσο στην αγορά του ακινήτου όσο και της κατοικίας και των φωτοβαλταϊκών. Τούτο όμως δεν έγινε στον βαθμό που ισχυρίστηκε και υπό τις συνθήκες και τη συνεννόηση που επιτηδευμένα και ψευδώς επιχείρησε να προβάλει στο Δικαστήριο. Ποτέ δεν συμφωνήθηκε η δημιουργία καταπιστεύματος μεταξύ ενάγοντος και μητέρας, ούτε και δικαιολογείται η εφαρμογή τέτοιου από το Δικαστήριο. Δεν έχω αμφιβολία ότι η σκέψη αυτή του ενάγοντος είναι υστερόβουλη και αλλότρια και ως τέτοια απορρίπτεται. Όπως απορρίπτεται ως αναξιόπιστη ολόκληρη η μαρτυρία του. Η ΜΕ2 μου προξένησε καλή εντύπωση και αποδέχομαι έτσι τη μαρτυρία της. Από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι ο ενάγοντας της κατέβαλε ΛΚ500 έναντι των αρχιτεκτονικών της εξόδων, χωρίς βέβαια να γνωρίζει πού έβρισκε αυτός τα χρήματα. Άλλες ΛΚ3500 της καταβλήθηκαν από κάποιο χχχ Φιλίππου εκ μέρους του ενάγοντος. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία της ότι η εναγόμενη 1 περί το 1998 της πλήρωσε τουλάχιστον τα μισά έξοδα για την έκδοση τελικής έγκρισης της κατοικίας και απαίτησε μάλιστα να της δοθεί σχετική απόδειξη. Η πληρωμή και απαίτηση αυτή καταδεικνύει πως από τότε, η εναγόμενη 1, είχε λόγο και ρόλο στην κυριότητα της κατοικίας και του τεμαχίου ευρύτερα, καταρρίπτοντας συνάμα την εκδοχή ότι δήθεν, όλα ανήκαν στον ενάγοντα και η μητέρα ήταν απλά καταπιστευματοδόχος. Οι γενικές αναφορές της μάρτυρος για πληρωμή των διαφόρων προμηθευτών του έργου από τον ενάγοντα δεν βοηθούν την υπόθεση του. Ήταν πολύ αόριστες και απροσδιόριστες (τόσο χρονικά όσα και πραγματικά) για να τους αποδοθεί ουσιαστική σημασία και αποδεικτική βαρύτητα. Είχε την εντύπωση, ανέφερε η μάρτυρας, ότι ο ενάγοντας πλήρωνε. Δεν ήξερε όμως πόσα πλήρωσε, σε ποιους τα πλήρωσε και βεβαίως πού έβρισκε τα χρήματα. Μια αναφορά της μάρτυρας όμως που ήταν σημαντική ήταν η επιβεβαίωση ότι ο χχχ Σάββα - ο ΜΥ1 δηλαδή - ήταν ο εργολάβος του έργου από την ολοκλήρωση του σκελετού και μετά. Ακόμα και ο ενάγοντας στην παράγραφο 14 της δήλωσης του κάνει λόγο για κάποιο χχχ (Δημοσθένους) ως τον κύριο εργολάβο του έργου. Δεν ρωτήθηκε βέβαια και δεν γνωρίζουμε αν πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο. Εν πάση περιπτώσει, παρά την επιβεβαιωτική αυτή αναφορά της μάρτυρος, στον ίδιο τον χχχ Σάββα (ΜΥ1) έγινε υποβολή ότι δεν ήταν ο εργολάβος του έργου και πως η μαρτυρία του ήταν κατασκευασμένη για να βοηθήσει την εναγόμενη
  4. Με τις επιμέρους αυτές επισημάνσεις η μαρτυρία της ΜΕ2 γίνεται αποδεκτή. Πλήρως αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του ΜΥ
  5. Ο μάρτυρας αυτός ήταν πηγαίος και ετοιμόλογος δίδοντας πειστικές απαντήσεις, λεπτομερείς περιγραφές και ουσιαστικές εξηγήσεις, σε βαθμό που αποδεικνύεται πέρα για πέρα η αυθεντικότητα των λεγομένων του. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 τον πλήρωνε για τις υπηρεσίες του και όχι ο ενάγοντας. Ούτε αυτός βέβαια θα μπορούσε να γνωρίζει πού έβρισκε τα χρήματα η εναγόμενη
  6. Μπορεί κάποια εξ αυτών να της τα έδινε ο ενάγοντας. Από τη μαρτυρία του όμως διαψεύδεται η θέση του ενάγοντος, ότι δήθεν πλήρωνε τα πάντα και τους πάντες και παράλληλα επιβεβαιώνεται ο ενεργός λόγος και ρόλος της εναγόμενης 1 στην κατασκευή της κατοικίας. Κατάληξη Αν και η προαναφερθείσα αξιολόγηση έχει σφραγίσει την τύχη της υπόθεσης, η οποία οδεύει πλέον προς απόρριψη, θα πρέπει κλείνοντας να επισημάνω και τούτο: Ακόμα και αν η αμφίσημη εκδοχή του ενάγοντος θα μπορούσε κατά κάποιο τρόπο να γίνει αποδεχτή, η αγωγή πάλι θα απορριπτόταν βάσει του αξιώματος ότι «ο αιτών θεραπεία δυνάμει του δικαίου της επιείκειας πρέπει να έλθει με καθαρά χέρια» (he who comes to equity must come with clean hands) - βλ. D & C Builders v. Rees [1966] 2 QB 617, Πίριλλος v. Κονναρή
(2000)1Β Α.Α.Δ.1153 και Halsbury's Laws of England (4η έκδοση), τόμος 48, σελ.685 και επόμενες). Ο ενάγοντας κάθε άλλο παρά με καθαρά χέρια έχει έλθει. Η βάση της αγωγής, το καταπίστευμα δηλαδή, είναι κλασσικό σχήμα του δικαίου της επιείκειας. Με την αγωγή του ο ενάγοντας παραδέχεται ουσιαστικά ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν μπορούσε - δυνάμει του Νόμου - να εγγράψει το ακίνητο στο όνομα του λόγω της αλλοδαπής του ιδιότητας και έτσι το ενέγραψε στο όνομα της μητέρας με σκοπό να το κρατά και να του το επιστρέψει όταν ο Νόμος θα το επέτρεπε. Να «ξεγελάσει» ουσιαστικά τον Νόμο, μεταφέροντας χρονολογικά την ημερομηνία εγγραφής και κυριότητας, μετατρέποντας κάτι που θα ήταν εξ αρχής παράνομο σε νόμιμο. Και για να το πετύχει αυτό τώρα, ζητά τη συνδρομή του Δικαστηρίου. Πρόκειται για κλασσική περίπτωση, κατά την κρίση μου, όπου τυγχάνει εφαρμογής το εν λόγω αξίωμα. Εν όψει όλων των πιο πάνω, παρέλκει ο σχολιασμός άλλων νομικών αδυναμιών της υπόθεσης του ενάγοντος. Η υπόθεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 (ξεχωριστό σετ εξόδων ενόψει της διαφορετικής εκπροσώπησης) και εναντίον του ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.