N. A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1051/2015, 15/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A67 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1051/2015 Μεταξύ: N. A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD Ενάγοντες και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- ΧΧΧΧΧΧ ΠΑΥΛΟΥ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΙΔΙΚΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΣΤΗΝ ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
- ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Εναγομένων ----------------- Αίτηση Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών ημερομηνίας 22.9.2020 Ημερομηνία: 15 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2- Αιτητές: Μάρκος Δημοσθένους Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτησης: Ανδρέας Δημητρίου για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι εναγόμενοι 1 και 2 - αιτητές ζητούν τη διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της έκθεσης απαίτησης που αφορούν τους εναγόμενους 1 και 2 προβάλλοντας τη θέση ότι αυτοί οι ισχυρισμοί τείνουν να περιπλέξουν και/ή προκαταβάλουν και/ή καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της αγωγής και/ή επειδή είναι άσχετες προς τον ουσιώδη χρόνο, τη σύναψη ιδιωτικής σύμβασης αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου του 2009 και τη διάθεση αυτών προς τους ενάγοντες και/ή ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι καταχρηστικοί και/ή περιττοί και/ή τείνουν να παραβλάψουν τα δικαιώματα των εναγομένων και/ή τελούν σε αντίθεση με τους κανόνες σύνταξης εγγράφων προτάσεων. Προβάλουν ιδιαίτερα τη θέση ότι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στερούνται πραγματικής και χρονικής σχετικότητας με το επίδικο ζήτημα. Η έκθεση απαίτησης θα πρέπει να τονιστεί ότι είναι μακροσκελέστατη, αποτελούμενη από 92 σελίδες. Τα επίδικα ζητήματα αφορούν τα γνωστά αξιόγραφα προβάλλοντας οι ενάγοντες μακροσκελή εμπεριστατωμένη και λεπτομερή καταγραφή των θέσεων τους. Κεντρικός άξονας των θέσεων των Εναγόντων είναι οι αποδιδόμενες μεταξύ άλλων στους εναγόμενους 1 και 2 αμελείς και σκόπιμες πράξεις και παραλήψεις αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1 και τη δόλια απόκρυψη εκ μέρους της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης 1 η οποία ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη, ως η θέση των εναγόντων με τα επίδικα αξιόγραφα με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να πεισθούν και να αγοράσουν τα επίδικα αξιόγραφα. Επιδιώκεται η διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων της έκθεσης απαίτησης στις οποίες περιγράφονται οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και/ή λεπτομέρειες παραπλάνησης και/η απόκρυψης από την εναγόμενη 1 αναφορικά με την οικονομικής και πραγματική εικόνα της εναγόμενης 1 εταιρείας, την ισχυριζόμενη αλόγιστη και ζημιογόνα κερδοσκοπική επένδυση σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου και η απόκρυψη της από ενημερωτικό δελτίο της εναγόμενης ημερομηνίας 28.5.2010, των ισχυριζόμενων παραβάσεων του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης της εναγόμενης 1, της ισχυριζόμενης κακοδιαχείρισης ελλειπών προβλέψεων επισφαλειών, παραχώρησης δανείων για αγορά συγκεκριμένης εταιρείας χωρίς εξασφαλίσεις ως επίσης επιδιώκουν την διαγραφή ισχυρισμών που άπτονται τη μετατροπή συγκεκριμένης ελληνικής τράπεζας από θυγατρικής τράπεζα της εναγομένης 1 σε υποκατάστημα της. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η Δ.2 θ.θ 1, 6, Δ.19 θ.θ 1, 2, 4, 14, 26, Δ.20 θ.θ. 1-5, Δ.27 θ.θ. 1-3, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 (j), (o), Δ.64 θ.θ.1, 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 29(γ), 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60(όπως τροποποιήθηκε), το άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τα άρθρα 15, 17 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 6, 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθερίων (κυρωτικός Νόμος 39/62), το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το κοινοδίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας (equity law), οι συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η ακολουθούμενη πρακτική και η διέπουσα επί του θέματος νομολογία. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση η οποία προέρχεται από δικηγόρο της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τους εναγόμενους 1 και 2 η οποία ρητά αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον ειδικό διαχειριστή της εναγόμενης 1 και τον εναγόμενο 2 όπως προβεί στην ένορκη της δήλωση λόγω αντικειμενικής αδυναμίας αυτών να ορκιστούν λόγω των επαγγελματικών τους υποχρεώσεων και επειδή η αίτηση αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα. Ρητά αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου, προβαίνει σε καταγραφή του δικονομικού ιστορικού της υπόθεσης και καταγράφει κάτω από τον τίτλο «καταστρατήγηση δικονομικών κανόνων» τις θέσεις της ότι η έκθεση απαίτησης όπως έχει συνταχθεί στις παραγράφους που επιδιώκεται η διαγραφή τους καταστρατηγεί συγκεκριμένους δικονομικούς κανόνες. Συγκεκριμένα προβάλει τη θέση ότι τα όσα αποδίδονται στην εναγόμενη 1 είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα, την αιτία αγωγής και του ουσιώδη χρόνου που σχετίζεται με την αγορά των αξιογράφων που ήταν ο Απρίλιος του
- Προβάλλει επίσης τη θέση ότι οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να διαγραφούν δεν σχετίζονται με τους διαδίκους και γενικά με τις συνθήκες υπογραφής της συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων, διότι αυτοί οι ισχυρισμοί, μεταξύ άλλων, είναι μεταγενέστεροι ή προγενέστεροι της σύναψης της συμφωνίας αγοράς αξιογράφων, θέτοντας ευθέως ζήτημα σχετικότητας με τα επίδικα ζητήματα. Επιπρόσθετα, όσον αφορά την διαγραφή ισχυρισμών που αφορούν τον τρόπο εκτέλεσης και δράσης του αιτητή 2, ως ειδικού διαχειριστή της αιτήτριας 1, κατά το χρόνο που διατελούσε υπό αυτή του την ιδιότητα, αφορούν την εξυγίανση του πιστωτικού ιδρύματος, αυτοί οι ισχυρισμοί είναι η θέση της ότι καμία σχετικότητα έχουν ως προς το χρόνο και τις περιστάσεις οι οποίες τυχόν έλαβαν χρόνο κατά τη σύναψη συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων κεφαλαίου του
- Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση. Προβλήθηκαν συνολικά 13 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ελλιπή, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, τα γεγονότα της αίτησης στηρίζονται σε εξ ακοής μαρτυρία και όχι πρωτογενή και συνεπώς δεν είναι ικανή να υποστηρίξει την αίτηση αφού η ενόρκως δηλούσα δεν έχει ιδίαν γνώση και χωρίς να δίδει επαρκής δικαιολογία ή να αποκαλύπτεται αδήριτη ανάγκη για τον λόγο που η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση και όχι διάδικος ή αξιωματούχος. Προβάλλουν επίσης τις θέσεις ότι οι παραγράφοι για τις οποίες επιδιώκεται η διαγραφή τους δεν τείνουν να περιπλέξουν ή να προκαταβάλουν ή να καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής, δεν είναι άσχετοι με την αγωγή, δεν προκαλούν αδικία στους αιτητές, ούτε τους επηρεάζουν δυσμενώς ή να τους προκαλούν ζημιά, σύγχυση ή αμηχανία, ως επίσης προβάλλουν τις θέσεις ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν στοιχειοθετεί την αναγκαιότητα διαγραφής των επίμαχων παραγράφων της έκθεσης απαίτησης οι οποίες είναι σύμφωνες με τους κανόνες δικογράφισης και ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η Δ.2 θ.θ 1, 6, Δ.19 θ.θ 1, 2, 4, 14, 26, Δ.20 θ.θ. 1-5, Δ.27 θ.θ. 1-3, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 (j), (o), Δ.64 θ.θ.1, 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, o περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6, άρθρα 29(γ), 31, 32 και ο περί Δικαστηρίων Νόμος Ν.14/60(όπως τροποποιήθηκε), το άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 15, 17, 30, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών (κυρωτικός 39/62) άρθρα 6 και 8, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι Αρχές της Επιείκειας, οι συμφυείς εξουσίες και γενικής πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων, ο οποίος στο αρχικό κείμενο της ένορκης δήλωσης αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες όπως προβεί στην ένορκη του δήλωση και υιοθετεί τους λόγους έντασης. Ειδικότερα αναφέρει ότι οι παραγράφοι που επιδιώκεται η διαγραφή τους είναι πολύ σημαντικοί για να αποδείξουν την υπόθεση τους και κάθε παράγραφος (από τυπογραφικό λάθος αναφέρει υπεράσπισης ενώ προφανώς εννοεί την έκθεση απαίτησης) έχει την δική της σημασία για τους λόγους που οδήγησαν τους ενάγοντες στην αγορά και διατήρηση των αξιογράφων μέχρι την κατάρρευση της τράπεζας, συνδέοντας ευθέως το όλο ζήτημα του επενδυτικού σχεδίου με την οικονομική δυνατότητα, αξιοπιστία, φερεγγυότητα και κεφαλαιακή επάρκεια μιας τράπεζας. Ακολούθως για να αιτιολογήσει και να δικαιολογήσει την χρησιμότητα των παραγράφων που επιδιώκεται η διαγραφή τους, κάνει εκτενείς αναφορές στις θέσεις και τους ισχυρισμούς που οι ενάγοντες προβάλλουν για να καταδείξει την σημασία που έχει μια η συναλλακτική πίστη που έδωσαν οι ενάγοντες στα λεγόμενα και στις παραστάσεις της τράπεζας, ως αυτοί δικογραφούνται λεπτομερώς και που οι ενάγοντες πείστηκαν για να αγοράσουν τα αξιόγραφα και που είχαν ως επίκεντρο την οικονομική επάρκεια και γενικά την οικονομική κατάσταση της τράπεζας, ζητήματα που έλαβαν υπ΄ όψην τους οι ενάγοντες και που τελικά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, για τους λόγους που καταγράφουν στις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης που επιδιώκεται η διαγραφή τους και αυτή η κατάσταση υπήρχε τόσο πριν την αγορά των αξιογράφων, τόσο κατά την διάρκεια που αυτά υπήρχαν μέχρι την στιγμή που η τράπεζα κατέρρευσε. Ειδικότερα για να αντικρούσει την θέση των εναγομένων 1 και 2 για την μη σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκεται η διαγραφή τους ως προς την αιτία αγωγής και τον ουσιώδη χρόνο, δίνει έμφαση στο γεγονός ότι η αγορά αξιογράφων ως σύμβαση διεπόταν από όρους και με χρονική διάρκεια και δεν ήταν κάτι το στιγμιαίο και αυτός είναι ο λόγος που γίνεται αναφορά για γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν, κατά, αλλά και μετά την υπογραφή της σύμβασης αγοράς αξιογράφων για να καταδείξουν τις συνεχείς ψευδείς παραστάσεις και διαστρεβλωμένη οικονομική εικόνα της τράπεζας όπως αυτή προβαλλόταν στους ενάγοντες και γενικά προς το κοινό, αποκρύπτοντας η τράπεζα την πραγματική οικονομική κατάσταση της και τα οποία έγιναν γνωστά στο κοινό μετά την κατάρρευση της τράπεζας. Επιπρόσθετα, τονίζει το γεγονός ότι τα περισσότερα γεγονότα που αναγράφονται στις παραγράφους που επιδιώκεται η διαγραφή τους είναι αδιαμφισβήτητα και γνωστοποιήθηκαν στο ευρύ κοινό μετά την κατάρρευση της τράπεζας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι μεταξύ άλλων αυτή της Δ.19 θ. 26 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action΄΄. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd - v - Hussein Ali Nasrat Abdallah Πολιτική Έφεση αρ. 69/2011 ημερ. 19/7/2013, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εξουσία διαγραφής που παρέχεται από τις πιο πάνω Διαταγές είναι διακριτικής μορφής και, ταυτόχρονα, πλατιά. Στη Vector Onega A.G. ν. Πλοίου M/V Girvas κ.ά. (Αρ. 1)
(2000)1 Α.Α.Δ. 16, αναφέρθηκε ότι:- (σελ. 23) «Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού από δικόγραφο λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δε χάνει ολότελα το διακριτικό της χαρακτήρα.» Σύμφωνα δε με το Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, η φράση: "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" - («τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής») - έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις΄΄ H παρούσα αίτηση στηρίζεται επίσης και στη Δ.27 θ. 3 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Όπως εξηγείται στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης
(2004)ΙΓ Α.Α.Δ. 1852, η διαγραφή δικογράφου είτε με βάση τη Δ.19 Θ.26 είτε με βάση τη Δ.27 Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Με άλλα λόγια η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του άρθρου 30
(1)του Συντάγματος (βλ. και In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον λοιπόν το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960 page 575). Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για επιτυχή επίκληση της Δ.27 Θ.3, σχετική είναι η απόφαση στην Πολιτική Έφεση 9512 Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας ΑΕ
(1999)1Β Α.Α.Δ 1316, όπου αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής παρά μόνο όπου διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, χωρίς καμία αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά όπως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση θα έμενε κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Στην εν λόγω απόφαση τονίζεται επίσης ότι από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής, που όπως και η παρούσα, βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αγγλική νομολογία. Στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and Others
(1999)1 ALL ER 769, 782 αναφορά στην οποία έγινε στην Λουκά (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: "The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see eg Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas 210 at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238)." Είναι δε σημαντικό να τονισθεί ότι η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά κρίνεται με βάση το ίδιο το δικόγραφο και το περιεχόμενο του και δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας, ούτε αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. (Βλ. In Re Pelmako (ανωτέρω) και Λουκά ανωτέρω). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω δικονομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, το περιεχόμενο των παραγράφων που επιδιώκεται η διαγραφή τους και τα όσα προέβαλαν αμφότερες οι πλευρές τόσο ενόρκως, όσο και στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις. Τα επίδικα ζητήματα δεν είναι απλά, αλλά πολύπλοκα, σύνθετα και που άπτονται του ζητήματος της αγοράς αξιογράφων και τα όσα έλαβαν χώρα γύρω από αυτά και ασφαλώς τα όσα έλαβαν χώρα το 2013 με τα γνωστά γεγονότα που βίωσε η Κυπριακή Δημοκρατία. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή, όχι μόνο τι περιεχόμενο των παραγράφων που επιδιώκεται η διαγραφή τους, αλλά το σύνολο της έκθεσης απαίτησης. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι θέσεις των εναγόντων όπως αυτοί προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης για να υποστηρίξουν το αγώγιμο τους δικαίωμα είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους, έχουν μια χρονική και λογική συνοχή, σύνδεση και συνέχεια, με κοινό άξονα και παρονομαστή την πίστη που έδωσαν οι ενάγοντες στις παραστάσεις, λεγόμενα και δεδομένα που παρουσίασε η τράπεζα για να γίνει η αγορά των αξιογράφων. Όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα που αποκαλύπτεται από αυτήν, οι ισχυριζόμενες πράξεις, παραπλανήσεις και αποκρύψεις εκ μέρους της τράπεζας ως προς την οικονομική της κατάσταση γενικά ήταν συνεχείς και διαρκείς, τόσο πριν την αγορά των αξιογράφων, όσο και κατά την διάρκεια διατήρησης τους, μέχρι την κατάρρευση της τράπεζας και οι ενάγοντες διασυνδέουν αυτά ζητήματα και γενικά το αγώγιμο τους δικαίωμα μαζί σε έναν ενιαίο ουσιώδη χρόνο, ως επίσης και σε ένα ενιαίο πλαίσιο γεγονότων, καταγράφοντας λεπτομερώς και με χρονική σειρά τα όσα έλαβαν χώρα. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει, ασκώντας και την διακριτική του ευχέρεια, ότι δεν είναι δυνατή η αποκοπή από τον ενιαίο κορμό της έκθεσης απαίτησης οποιασδήποτε παραγράφου από αυτές που επιδιώκεται η διαγραφή τους, διότι έτσι θα διασπόταν ο ενιαίος χαρακτήρας προβολής των ισχυρισμών των εναγόντων που στοιχειοθετούν το αγώγιμο τους δικαίωμα, αποστερώντας έτσι από τους ενάγοντες την δυνατότητα ολοκληρωμένης προβολής των θέσεων τους. Ως προς τις παραγράφους που επιδιώκεται η διαγραφή τους και που αφορούν τον εναγόμενο 2, ήτοι τις παραγράφους 203 έως 206 της έκθεσης απαίτησης το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις. Το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου 2, όπως αυτό αποκρυσταλλώνεται στην έκθεση απαίτησης, έχει την δική του αυτοτέλεια και που άπτεται κυρίως στην ισχυριζόμενη παράλειψη και αμέλεια να εκπληρώσει τα εκ του νόμου και διαταγμάτων απορρέοντα καθήκοντα και υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές, όπως αυτές περιγράφονται στις εν λόγω παραγράφους. Η αυτοτέλεια των ισχυρισμών αυτών αφορά όχι μόνο τον ουσιώδη χρόνο, αλλά γενικά το νομικό πλαίσιο που επικαλούνται οι ενάγοντες για να υποστηρίξουν το αγώγιμο τους δικαίωμα και σε περίπτωση που εκδιδόταν το αιτούμενο Διάταγμα, ουσιαστικά θα ισοδυναμούσε με διαγραφή του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων όπως αυτοί επέλεξαν να το δικογραφήσουν και που αναμφίβολα δεν δύναται το αγώγιμο δικαίωμα που προβάλλουν οι ενάγοντες έναντι του εναγόμενου 1 δεν σχετίζεται με τον ουσιώδη χρόνο αγοράς των αξιογράφων αλλά με τον ουσιώδη χρόνο διορισμού του ως ειδικού διαχειριστή. Εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ).............. Α. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο