← Κύπρος

Λαζάρου ν. CNP ASFALISTIKI LTD (πρώην ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ), Αρ. Αγωγής: 3393/13, 16/6/2021

Λαζάρου ν. CNP ASFALISTIKI LTD (πρώην ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ), Αρ. Αγωγής: 3393/13, 16/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3393/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) Λαζάρου, από την ΧΧΧΧ και τώρα ΧΧΧΧΧ Ενάγοντας και CNP ASFALISTIKI LTD (πρώην ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ) Εναγόμενη -------------------- Ημερομηνία: 16.06.2021 Για Ενάγοντα: κα Δ. Χατζησάββα Για Εναγόμενη: κ. Κ. Μασουρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας αποζημιώσεις για παράβαση της ασφαλιστικής σύμβασης περιεκτικής ασφάλισης του οχήματος με αριθμό εγγραφής XXX XXX μάρκας Bentley (στο εξής «το όχημα»). Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, κατά ή περί τις 07.07.13, ενώ το όχημα οδηγούνταν από εξουσιοδοτημένο οδηγό, ξέσπασε φωτιά στο εμπρόσθιο μέρος του. Η Εναγόμενη επιθεώρησε επανειλημμένα το όχημα μέσω υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων και/ή εκτιμητών της και κατά παράβαση της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης αρνείται να αποζημιώσει τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων αποτάθηκε σε ειδικό εμπειρογνώμονα, ο οποίος αποφάνθηκε ότι η φωτιά προκλήθηκε λόγω υπερθέρμανσης. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία και/ή αρμονία με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η φωτιά προκλήθηκε λόγω ηλεκτρικής και/ή μηχανικής βλάβης και/ή βραχυκυκλώματος της ηλεκτρικής εγκατάστασης που βρίσκεται στον χώρο της μηχανής. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατέληξαν σε σειρά παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, εξοικονομώντας με αυτό τον τρόπο δικαστικό χρόνο και έξοδα. Το Δικαστήριο δράττεται της ευκαιρίας για να εκφράσει την ευαρέσκεια του προς τους συνηγόρους. Τα παραδεκτά γεγονότα κατατέθηκαν από τους συνηγόρους σε έγγραφη μορφή (Έγγραφο Α) και είναι τα ακόλουθα (διατηρείται η σύνταξη και ορθογραφία του Εγγράφου Α): «

  1. Ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής XXX XXX BUNTLEY.
  2. Η Εναγομένη καθ' όλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι ασφαλιστική εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία, κατέχει δε άδεια ασφαλιστικών εργασιών σύμφωνα με τη σχετική Νομοθεσία, και/ή ασχολείται μεταξύ άλλων με ασφαλιστικές εργασίες και/ή παρέχει ασφαλιστικές υπηρεσίες σε ολόκληρη την Κύπρο.
  3. Το πιο πάνω όχημα του Ενάγοντα αρχικά ασφαλίστηκε από την Εναγομένη εταιρεία μέσω των αντιπροσώπων και υπαλλήλων αυτής με συμβόλαιο περιεκτικής κάλυψης με αριθμό XXXX-XXXX για το ποσό των €130.000=, για την περίοδο 24/11/2010 μέχρι 24/11/2011 στο όνομα XXXX Παυλή, πατέρα του Ενάγοντα ως προηγούμενου ιδιοκτήτη.
  4. Το ως άνω συμβόλαιο ανανεώθηκε στο όνομα XXXX Παυλή για την περίοδο 24/11/2011 μέχρι 24/11/2012, με τους ίδιους όρους και ακολούθως για την περίοδο 24/11/2012 μέχρι 24/11/2013 με τους ίδιους όρους, πλην της αξίας του οχήματος η οποία μειώθηκε στο ποσό των €85.
  5. Στις 30/11/2012, το όχημα με αριθμό εγγραφής XXX XXX, μεταβιβάσθηκε στο όνομα του Ενάγοντα από τον XXXX Παυλή, προηγούμενο ιδιοκτήτη, και η Εναγόμενη μέσω των αντιπροσώπων και υπαλλήλων αυτής, με πρόσθετη πράξη ημερ. 11/12/2012, μεταβίβασαν το συμφέρον του ασφαλιστηρίου με αριθμό XXXX-XXXX του οχήματος με αριθμό XXX XXX στο όνομα του ενάγοντα, με ημερομηνία έναρξης ισχύος της ασφάλισης για τους σκοπούς του Νόμου από 30/11/2012, και με ημερομηνία λήξης 24/11/
  6. Το πιο πάνω όχημα ασφαλίστηκε από την Εναγόμενη για το ποσό των €85.000= και με την πρόσθετη πράξη χρέωσαν τον Ενάγοντα με το ποσό των €243,50σ επιπρόσθετα ασφάλιστρα, ποσό το οποίο ο Ενάγοντας πλήρωσε προς την Εναγόμενη. Η Εναγομένη μέσω των υπαλλήλων και αντιπροσώπων αυτής αφού έλεγξαν όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία που ο Ενάγοντας και οι αντιπρόσωποι αυτού υπέβαλαν προς την Εναγόμενη περιλαμβανομένου και του τίτλου ιδιοκτησίας του οχήματος, προχώρησαν στην έκδοση του ασφαλιστηρίου με αριθμό XXXX-XXXX στο όνομα του ενάγοντα, του οχήματος με αριθμό XXX XXX, περιεκτικής κάλυψης για το ποσό των €85.000=.
  7. Σύμφωνα με το πιο πάνω αναφερόμενο ασφαλιστήριο έγγραφο με αριθμό XXXX-XXXX, ασφάλεια περιεκτικής κάλυψης, η Εναγόμενη ασφάλισε έναντι ασφαλίστρου το οποίο έλαβε από τον Ενάγοντα, έναντι οποιοσδήποτε ευθύνης για την οποία θα ήταν υπεύθυνοι έναντι οποιουδήποτε θανάτου, ή τραυματισμού , ή ζημιάς σε τρίτους, τα οποία θα επισυνέβαιναν λόγω της χρήσης του πιο πάνω οχήματος σύμφωνα με τον Νόμο 96 (I) 2000 (Νόμος που προνοεί για την υποχρεωτική ασφάλιση έναντι τρίτου από την χρήση μηχανοκινήτου οχήματος). (Μέρος I Ευθύνη έναντι Τρίτου).
  8. Ήταν ρητός και εξυπακουόμενος όρος του ως άνω αναφερόμενου ασφαλιστηρίου εγγράφου και πιστοποιητικών ασφάλισης, πως ότι η Εναγομένη θα αποζημιώσει τον ενάγοντα έναντι απώλειας ή ζημιάς στο μηχανοκίνητο όχημα τα εξαρτήματα και ανταλλακτικά του εφόσον αυτά είναι προσαρτημένα και αποτελούν μέρος του οχήματος σχετικά με απώλεια ή ζημιά που προκαλείται άμεσα από φωτιά, αυτοανάφλεξη, κεραυνό, έκρηξη, κλοπή ή απόπειρα κλοπής. (Μέρος II Απώλεια ή ζημιά στο Μηχανοκίνητο Όχημα από φωτιά ή Κλοπή σελίδα 8 του Ασφαλιστηρίου).
  9. Ήταν επίσης ρητός και εξυπακουόμενος όρος του ως άνω αναφερόμενου ασφαλιστηρίου εγγράφου, πως ότι η Εναγομένη θα αποζημιώσει τον ενάγοντα έναντι απώλειας ή ζημιάς στο μηχανοκίνητο όχημα τα εξαρτήματα και ανταλλακτικά του εφόσον αυτά είναι προσαρτημένα και αποτελούν μέρος του οχήματος σχετικά με απώλεια ή ζημιά που προκαλείται άμεσα εκτός από φωτιά, αυτοανάφλεξη, κεραυνό, έκρηξη, κλοπή ή απόπειρα κλοπής. (Μέρος III Περιεκτική Ασφάλιση Απώλεια ή ζημιά στο Μηχανοκίνητο Όχημα εκτός από φωτιά ή Κλοπή σελίδα 9 του Ασφαλιστηρίου).
  10. Η ευθύνη της Εναγομένης εταιρείας δεν θα υπερβαίνει την αξία των μερών που έχουν απωλεσθεί ή υποστεί ζημιά και το λογικό κόστος της εφαρμογής των εν λόγω μερών νοουμένου ότι η ευθύνη της Εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας περιορίζεται στη λογική αγοραία αξία του ασφαλισμένου αυτοκινήτου κατά το χρόνο της απώλειας ή ζημιάς η οποία όμως να μην υπερβαίνει την αξία που αναφέρεται στον πίνακα.
  11. Το πιο πάνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο, καθώς και το σχετικό πιστοποιητικό ασφάλισης τα οποία εξέδωσε η Εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία προς τον ενάγοντα ήταν νόμιμο και καθ' όλα έγκυρο, αφορούσε δε ασφάλιση περιεκτικής κάλυψης, είχε δε διάρκεια ισχύος από τις 30/11/2012 μέχρι 24/11/
  12. Το πιο πάνω ασφαλιστήριο έγγραφο και πιστοποιητικό ασφάλισης, κάλυπτε τον ασφαλισμένο, δηλαδή τον Ενάγοντα, και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ηλικίας 25 χρονών μέχρι και 70 ετών που είναι κάτοχος κανονικής άδειας οδηγού τουλάχιστο για περίοδο από 2 ετών και με διετή εμπειρία οδήγησης σε χώρες όπου η οδήγηση γίνεται στην αριστερή πλευρά του δρόμου και με την εντολή και εξουσιοδότηση του ασφαλισμένου Ενάγοντα.
  13. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό XXXX-XXXX ασφάλεια περιεκτικής κάλυψης του οχήματος του Ενάγοντα με αριθμό εγγραφής XXX XXX, ήταν σε πλήρη ισχύ και καθ' όλα έγκυρο κατά την ημερομηνία επέλευσης της ζημιάς και ο Ενάγοντας είχε καταβάλει το ασφάλιστρο προς την Εναγομένη.» Επίσης, δηλώθηκαν προφορικά και τα πιο κάτω αναφερόμενα γεγονότα ως παραδεκτά: «
  14. Ο οδηγός του οχήματος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, XXXX Παυλή, ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός εκ μέρους του Ενάγοντα και καλυπτόμενος σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
  15. Το ύψος της ζημιάς που υπέστη το όχημα συνεπεία του ατυχήματος ανέρχεται στο ποσό των €40.000.» Επιπρόσθετα, κατατέθηκαν εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 1 - Πιστοποιητικό εγγραφής του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής XXX XXX. Τεκμήριο 2 - Αντίγραφο του πιστοποιητικού ασφάλισης ημερομηνίας 24.11.10 με επισυνημμένο τον πίνακα και πρόσθετη πράξη. Τεκμήριο 3 - Βεβαίωση ανανέωσης του ασφαλιστηρίου για την περίοδο 24.11.12 - 24.11.13, με πρόσθετη πράξη ημερομηνίας 19.11.12 και μνημόνιο ιδίας ημερομηνίας. Τεκμήριο 4 - Αντίγραφο πιστοποιητικού ασφάλισης για την περίοδο 30.11.12 - 24.11.13 στο όνομα του Ενάγοντα με επισυνημμένη πρόσθετη πράξη ημερομηνίας 11.12.
  16. Τεκμήριο 5 - Αντίγραφο ειδοποίησης για πληρωμή ασφάλιστρου ημερομηνίας 11.12.12 επ' ονόματι του Ενάγοντα. Τεκμήριο 6 - Ασφαλιστήριο μηχανοκίνητων οχημάτων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων των διαδίκων που εκπροσωπούν. Έχω μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων και συγκεκριμένη αναφορά σε αυτές θα γίνει όπου κριθεί σκόπιμο. Μαρτυρία Ο Μ.Ε.1 είναι εκτιμητής μηχανοκίνητων οχημάτων και εξασκεί το επάγγελμά του για 46 χρόνια. Κατόπιν οδηγιών του Μ.Ε.2, επιθεώρησε το όχημα στις 11.09.13 στο συνεργείο της εταιρείας A.I. Motokinisi Ltd (στο εξής "Motokinisi") στη Λευκωσία και ακολούθως, στις 10.10.13, στο συνεργείο XXXXX και XXXXX στην Πάφο όπου είχε προηγουμένως μεταφερθεί. Για την επιθεώρηση του οχήματος ετοίμασε έκθεση την οποία κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 8 και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Από την επιθεώρηση του οχήματος διαπίστωσε, ότι οι ζημιές βρίσκονταν στην κυρίως ηλεκτρική εγκατάστασή του και στο ηλεκτρικό κύκλωμα της μηχανής, συμπεριλαμβανομένων δύο μονάδων ελέγχου της μηχανής. Κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η ζημιά προκλήθηκε από υπερθέρμανση μέσα στο διαμέρισμα της μηχανής και δεν διαπίστωσε την ύπαρξη βραχυκυκλώματος για τους εξής δύο λόγους. Πρώτον, όταν υπάρχει βραχυκύκλωμα, παρατηρείται μια μικρή έκρηξη στο εσωτερικό του καλωδίου προς τα έξω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν παρατήρησε αυτό το φαινόμενο, καθώς υπήρχε μόνο κάψιμο των καλωδίων. Δεύτερον, στις περιπτώσεις βραχυκυκλώματος ενεργοποιούνται οι ασφάλειες του ηλεκτρικού συστήματος, με αποτέλεσμα να διακόπτεται αμέσως η ροή του ρεύματος και να αποτρέπεται η πρόκληση φωτιάς. Στις φωτογραφίες 7 και 8 της δέσμης Τεκμηρίου 8 αποτυπώνονται αντίστοιχα η μπαταρία του οχήματος και η ασφαλειοθήκη με όλες τις ασφάλειες του ηλεκτρικού κυκλώματος. Τόσο η μπαταρία, όσο και οι ασφάλειες, ήταν άθικτες. Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι ο λόγος που επιθεώρησε το όχημα ήταν για να εντοπίσει την αιτία πρόκλησης φωτιάς και κατά την εξέτασή του δεν περιορίστηκε μόνο στο ενδεχόμενο του βραχυκυκλώματος και της υπερθέρμανσης. Στη δέσμη Τεκμηρίου 8, γίνεται ειδικά λόγος για την περίπτωση βραχυκυκλώματος, διότι στις περιπτώσεις που επισυμβαίνει ανάφλεξη στο διαμέρισμα της μηχανής, αυτή, σχεδόν πάντοτε αποδίδεται σε βραχυκύκλωμα. Όλα ανεξαιρέτως τα κυκλώματα και καλώδια διαθέτουν ασφάλειες. Ερωτηθείς κατά πόσο το starter (εκκινητής) ή ο δύναμος διαθέτουν ασφάλεια, απάντησε ότι δεν είναι σίγουρος, αν και κανονικά θα πρέπει να έχουν. Η υπερθέρμανση, στην οποία αποδίδει το γεγονός της φωτιάς, δεν έχει σχέση με την υπερθέρμανση της μηχανής η οποία μπορεί να συμβεί λόγω έλλειψης νερού ή λαδιού. Για αυτού του είδους την υπερθέρμανση, θα υπήρχε ένδειξη στον πίνακα οργάνων του οχήματος (ταμπλό). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υπερθέρμανση, κατά την άποψή του, δημιουργήθηκε λόγω της υψηλής θερμοκρασίας εντός του διαμερίσματος της μηχανής. Επισήμανε, ότι το όχημα διαθέτει δωδεκακύλινδρη μηχανή, η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δούλευε μαζί με τον κλιματισμό ενόψει του ότι ήταν καλοκαίρι. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης υπέδειξε, ότι ο σχηματισμός «δακρύων» (blobs) στα σύρματα που καίγονται αποτελεί ένδειξη ότι έχουν υποστεί βραχυκύκλωμα και τούτο φαίνεται στη φωτογραφία 1 της δέσμης Τεκμηρίου
  17. Ο Μ.Ε.1 διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση, λέγοντας ότι αν υπήρχε βραχυκύκλωμα, τότε θα ενεργοποιούνταν οι ασφάλειες. Διευκρίνισε, ότι δεν έλεγξε σε ποια καλώδια καταλήγουν οι ασφάλειες του οχήματος, διότι δεν είχε τα απαραίτητα μέσα για να προβεί σε τέτοια εργασία. Τόνισε, ωστόσο, ότι όλα τα καλώδια διέθεταν ασφάλειες και ήταν άθικτες. Δεν μπορεί, όμως, να γνωρίζει, σε ποια ασφάλεια αντιστοιχεί το κάθε καλώδιο. Ερωτηθείς, πώς γνωρίζει ότι όλα τα καλώδια του οχήματος διέθεταν ασφάλειες, ο Μ.Ε.1 απάντησε παραπέμποντας στην εμπειρία του, τις σπουδές του και την εξέταση άλλων οχημάτων τύπου Bentley. Ο Μ.Ε.1 συμφώνησε με τον κ. Μασουρή, ότι δεν εντόπισε στο όχημα άλλο καλώδιο το οποίο να υπέστη την ίδια ζημιά, όπως αυτή που υπέστη το καλώδιο που αποτυπώνεται στη φωτογραφία 1 της δέσμης Τεκμηρίου
  18. Ο Μ.Ε.2 είναι ο πατέρας του Ενάγοντα. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης (Έγγραφο Β), δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  19. Σε αυτήν δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι στις 07.07.13, με την εντολή και εξουσιοδότηση του Ενάγοντα, οδηγούσε το όχημα. Λόγω υπερβολικής ζέστης, λειτουργούσε το σύστημα κλιματισμού του οχήματος και περί ώρα 12:45 διαπίστωσε ότι ξέσπασε φωτιά στο εμπρόσθιο μέρος του οχήματος. Αμέσως σταμάτησε το όχημα, το οποίο γέμισε με μαύρους καπνούς, αποβίβασε την ανήλικη θυγατέρα του και αφού επέστρεψε πίσω στο όχημα, είδε φλόγες στον εσωτερικό χώρο της μηχανής κοντά στη βάση των υαλοκαθαριστήρων. Με τη βοήθεια άλλων προσώπων κατασβέστηκε η φωτιά. Ακολούθως, ενημέρωσε τον ασφαλιστή του για το επίδικο συμβάν και το όχημα παραλήφθηκε από την οδική βοήθεια που ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγόμενης. Κατόπιν οδηγιών του, το όχημα μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Motokinisi στη Λευκωσία, οι οποίοι είναι αντιπρόσωποι των οχημάτων μάρκας Bentley. Η Εναγόμενη, με επιστολή των δικηγόρων της - Τεκμήριο 9, αρνήθηκε, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, να καλύψει τη ζημιά του οχήματος και απέρριψε την απαίτηση του Ενάγοντα, ισχυριζόμενη ότι η ζημιά προκλήθηκε από ηλεκτρική βλάβη και συγκεκριμένα βραχυκύκλωμα. Στην εν λόγω επιστολή απάντησε η δικηγόρος του Ενάγοντα με δική της επιστολή ημερ. 06.09.13 ‑ Τεκμήριο 10, ενημερώνοντας την Εναγόμενη ότι ο Ενάγων εμμένει στην απαίτησή του. Στη συνέχεια, διόρισε τον Μ.Ε.1 ως εκτιμητή για λογαριασμό του Ενάγοντα. Ο Μ.Ε.1 επιθεώρησε το όχημα αρχικά στο συνεργείο της Motokinisi και στη συνέχεια, στο συνεργείο Κυριάκος και Ηρόδοτος, όπου μεταφέρθηκε και αποσυναρμολογήθηκε. Η δικηγόρος του Ενάγοντα, με νέα επιστολή της ημερ. 10.10.13 ‑ Τεκμήριο 12, ενημέρωσε την Εναγόμενη για την αποσυναρμολόγηση του οχήματος και την κάλεσε όπως το επιθεωρήσει εκ νέου. Οδηγούσε συχνά το όχημα του Ενάγοντα και είναι σε θέση να γνωρίζει, ότι βρισκόταν σε άριστη κατάσταση και ουδέποτε παρουσίασε οποιαδήποτε μηχανική ή ηλεκτρική βλάβη. Αντεξεταζόμενος δήλωσε, ότι είναι αδειούχος κτηματομεσίτης και δεν έχει οποιαδήποτε κατάρτιση σε σχέση με εκτιμήσεις ζημιών αυτοκινήτων, ούτε και είναι κάτοχος διπλώματος μηχανολογίας. Κατά την ημέρα του επίδικου συμβάντος, υπήρχε αρκετή ζέστη και υγρασία και οδηγούσε το όχημα για περίπου δύο ώρες. Μετά το ατύχημα, ανέλαβε ο ίδιος να επιδιορθώσει το όχημα, το οποίο εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βρίσκεται σε άριστη κατάσταση. Όταν διόρισε, εκ μέρους του Ενάγοντα, τον Μ.Ε.1 για να διενεργήσει εκτίμηση, ενημέρωσε τον τελευταίο για τη θέση της Εναγόμενης, ως προς το ότι η ζημιά προκλήθηκε από ηλεκτρική βλάβη και συγκεκριμένα από βραχυκύκλωμα. Ο Μ.Ε.2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η φωτιά δεν αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της ζημιάς του οχήματος. Ο Μ.Υ.1, κατά την κυρίως εξέτασή του, δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι είναι εκτιμητής ζημιών οχημάτων και εμπειρογνώμονας τροχαίων δυστυχημάτων. Για την παρούσα υπόθεση έλαβε οδηγίες από την Εναγόμενη για να εκφέρει την άποψή του ως προς την αιτία πρόκλησης της φωτιάς. Επισκέφθηκε το συνεργείο της Motokinisi και ετοίμασε σχετική έκθεση στην αγγλική γλώσσα, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 15Α. Μετάφρασε την εν λόγω έκθεση και στην ελληνική γλώσσα και την κατέθεσε ως Τεκμήριο 15Β. Από την επιθεώρηση του οχήματος κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι αυτό υπέστη ηλεκτρική βλάβη λόγω βραχυκυκλώματος. Οδηγήθηκε στο εν λόγω συμπέρασμα από το καλώδιο το οποίο παρουσιάζεται στη φωτογραφία 6 επί των Τεκμηρίων 15Α και 15Β. Η εν λόγω φωτογραφία απεικονίζει ένα καλώδιο το οποίο έχει αποκοπεί και στις δύο άκρες του έχει σχηματιστεί «δάκρυ» (blob). Το φαινόμενο αυτό, δηλαδή η ύπαρξη στις δύο άκρες ενός κομμένου καλωδίου «δακρύων», σημαίνει ότι το σύρμα υπέστη βραχυκύκλωμα. Στα οχήματα υπάρχουν καλώδια τα οποία δεν διαθέτουν ασφάλειες. Πρόκειται για καλώδια που είναι αρκετά μεγάλα, όπως για παράδειγμα τα καλώδια του εκκινητή (starter) και του κλιματισμού. Εάν υποστούν βλάβη αυτά τα καλώδια, τότε θα θερμανθούν και θα καούν, με αποτέλεσμα να προκληθεί βραχυκύκλωμα. Προς υποστήριξη της άποψής του ότι το όχημα υπέστη βραχυκύκλωμα, παρέπεμψε στο σύγγραμμα "Automobile Assessing", απόσπασμα από το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  20. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε, ότι το όχημα διέθετε ασφάλειες, τις οποίες όμως δεν έκρινε σκόπιμο να φωτογραφίσει, διότι ήταν εμφανές ότι υπέστη βραχυκύκλωμα. Το δε καλώδιο που υπέστη βραχυκύκλωμα δεν διέθετε ασφάλεια. Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία 6 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β, πρόκειται για πολύ χοντρό σύρμα το οποίο κατέληγε στο blower (ανεμιστήρας) του συστήματος κλιματισμού. Σε εκείνο το σημείο εντοπίζεται και η εστία της φωτιάς, βρίσκεται δηλαδή μεταξύ της μηχανής και του εσωτερικού του οχήματος στην αριστερή πλευρά (ο προσδιορισμός γίνεται με αναφορά τη θέση του οδηγού με κατεύθυνση από το εσωτερικό του οχήματος προς τα έξω), όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 3 και 4 των προαναφερόμενων Τεκμηρίων. Τα σύρματα που απεικονίζονται στη φωτογραφία 4 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β κάηκαν από τη φωτιά που προκλήθηκε λόγω του βραχυκυκλώματος του καλωδίου της φωτογραφίας 6 των εν λόγω Τεκμηρίων. Το καλώδιο της φωτογραφίας 6, το οποίο δεν διέθετε ασφάλεια, έλιωσε λόγω του βραχυκυκλώματος, κόπηκε, γείωσε και τα σύρματα τα οποία απεικονίζονται στη φωτογραφία 4, τα οποία ήταν μικρά, πήραν φωτιά. Αρνήθηκε τη θέση του Ενάγοντα, ότι η φωτιά προκλήθηκε ως αποτέλεσμα υπερθέρμανσης του αυτοκινήτου λόγω της λειτουργίας του συστήματος κλιματισμού και της υψηλής θερμοκρασίας που επικρατούσε. Δήλωσε, ότι φωτιά σε ένα όχημα μπορεί να προκληθεί μόνο από τρεις αιτίες και συγκεκριμένα, από εμπρησμό, βραχυκύκλωμα, ή απώλεια καυσίμου ή λαδιού. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε εμπρησμός, ενώ στον χώρο όπου ξέσπασε η φωτιά δεν υπήρχαν καύσιμα ή λάδι. Επομένως, το μοναδικό αίτιο που απομένει είναι το βραχυκύκλωμα. Αρνήθηκε τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόντων, ότι δεν δημιουργείται σε όλα τα βραχυκυκλώματα το φαινόμενο των «δακρύων». Περαιτέρω, δήλωσε, ότι δεν χρειάστηκε μικροσκόπιο για να εντοπίσει τα «δάκρυα» διότι αυτά ήταν εμφανή. Διαφώνησε, επίσης, με τη θέση της κας Χατζησάββα, ότι το σύρμα με το καφέ χρώμα που απεικονίζεται στη φωτογραφία 6 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β δεν ήταν ενωμένο με το έγχρωμο σύρμα επί του οποίου υπέδειξε ότι υπήρχε «δάκρυ». Ο Μ.Υ.1 επέμεινε, ότι τα δύο αυτά σύρματα ήταν ενωμένα. Η διαφορετική φορά του καφέ σύρματος οφειλόταν, σύμφωνα με τον μάρτυρα, στο βραχυκύκλωμα. Συμφώνησε με την κα Χατζησάββα, ότι δεν έλεγξε όλες τις ασφάλειες του οχήματος. Αρνήθηκε, όμως, τη θέση της ότι όλα τα καλώδια του οχήματος προστατεύονταν από ασφάλειες. Μετά την επανεξέταση του μάρτυρα, τέθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.1 διευκρίνισε, ότι το καλώδιο που απεικονίζεται στη φωτογραφία 6 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β κόπηκε, πιθανόν θα άγγιξε το αμάξωμα του οχήματος, με αποτέλεσμα να προκληθούν σπινθήρες και από εκεί να μεταφερθεί η φωτιά στα σύρματα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες 3 και 4 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι αυτό το οποίο κατέγραψε στα Τεκμήρια 15Α και 15Β, δηλαδή ότι το βραχυκύκλωμα ξεκίνησε από τα σύρματα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες 3 και 4, δεν ισχύει. Η θέση του είναι, ότι το βραχυκύκλωμα ξεκίνησε από το καλώδιο που παρουσιάζεται στη φωτογραφία
  21. Αξιολόγηση Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή, ωστόσο, δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa ν. Κακουρή κ.ά.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Κατά την αξιολόγηση θεώρησα ορθό να παρακάμψω τη σειρά παρουσίασης των μαρτύρων, ενόψει του κοινού αντικειμένου της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.
  1. Επομένως, θα ξεκινήσω με την αξιολόγηση των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 και στη συνέχεια θα αξιολογηθεί η μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Οι Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες σε σχέση με την αιτία πρόκλησης της φωτιάς στο όχημα. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων έναντι του Δικαστηρίου έχει προσδιοριστεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αυτό έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων, έτσι ώστε το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη άποψη διά της εφαρμογής των εν λόγω κριτηρίων στα γεγονότα της υπόθεσης (Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κκ Ηλιάδη και Σάντη, έκδοση 2014, σελ. 580‑581). Σχετική με τα πιο πάνω είναι και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ποιν. Έφ. 176/13 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευριπίδου κ.ά., ημερομηνίας 06/04/15, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου
(2000)1 ΑΑΔ 1020].» Καταρχάς, επισημαίνω ότι η εμπειρογνωμοσύνη των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 δεν αμφισβητήθηκε από τα διάδικα μέρη. Η θεώρηση, τώρα, της μαρτυρίας τους αναδεικνύει τη διαφορετική αποτίμηση των αιτιών πρόκλησης της φωτιάς. Συγκεκριμένα, οι μάρτυρες εκφράζουν διιστάμενες εκδοχές, αφού ο μεν Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι η φωτιά ήταν το αποτέλεσμα υπερθέρμανσης που δημιουργήθηκε στο διαμέρισμα της μηχανής του οχήματος, ενώ ο δε Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι η φωτιά ήταν αποτέλεσμα ηλεκτρικής βλάβης και συγκεκριμένα βραχυκυκλώματος. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση των συμπερασμάτων των μαρτύρων, σημειώνω ότι αποτελεί κοινή διαπίστωση των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 ότι προκλήθηκε φωτιά στον χώρο της μηχανής του οχήματος, καθώς και ότι υπέστη ζημιά το δίκτυο καλωδίωσης του οχήματος και οι μονάδες ελέγχου (control units). Επισημαίνεται, ότι οι Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 στις εκθέσεις τους (δέσμη Τεκμηρίου 8 και Τεκμήρια 15Α και 15Β αντίστοιχα) χρησιμοποιούν εν μέρει διαφορετικούς όρους στην περιγραφή της ζημιάς του οχήματος. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 αναφέρεται σε κυρίως ηλεκτρική εγκατάσταση, ηλεκτρικό κύκλωμα μηχανής και μονάδες ελέγχου της μηχανής, ενώ ο Μ.Υ.1 κάνει αναφορά στην κύρια καλωδίωση του αμαξώματος, στην καλωδίωση του κινητήρα και στις ηλεκτρονικές μονάδες ελέγχου. Παρά τη χρησιμοποίηση διαφορετικής ορολογίας, η μαρτυρία τους δεικνύει ότι αναφέρονται στα ίδια εξαρτήματα ή μέρη του οχήματος. Πέραν των προαναφερόμενων κοινών διαπιστώσεων σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη το όχημα, θεωρώ, για τους λόγους που θα προσπαθήσω να αναλύσω πιο κάτω, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στις απόψεις των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 ως προς την αιτία που προκάλεσε τη φωτιά στο όχημα. Ξεκινώ από τον Μ.Ε.
  1. Ως ήδη αναφέρθηκε, ο τελευταίος υποστήριξε ότι η φωτιά ήταν το αποτέλεσμα υπερθέρμανσης που προκλήθηκε στο διαμέρισμα της μηχανής του οχήματος. Εν πρώτοις, παρατηρώ ότι η συγκεκριμένη δήλωση του Μ.Ε.1 δεν υποστηρίχθηκε επιστημονικά. Συγκεκριμένα, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε σύγγραμμα, ούτε και αναφέρθηκαν οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις, οι οποίες βρίσκονταν στη γνώση του μάρτυρα ως εκ της εμπειρίας του, που να υποστηρίζουν την άποψη ότι μπορεί να προκληθεί φωτιά σε ένα όχημα λόγω υπερθέρμανσης στο διαμέρισμα της μηχανής. Σε κάθε όμως περίπτωση, η συγκεκριμένη άποψη του Μ.Ε.1 υπήρξε γενική, αφού δεν προσδιόρισε τον λόγο για τον οποίο θα μπορούσε δυνητικά να προκληθεί τέτοια υπερθέρμανση στο διαμέρισμα της μηχανής του οχήματος, η οποία να δικαιολογεί την πρόκληση φωτιάς εξ αυτής. Υποδεικνύεται, ότι στην έκθεσή του (δέσμη Τεκμηρίου 8) επιχειρεί κυρίως να επεξηγήσει για ποιο λόγο θεωρεί ότι η φωτιά δεν ήταν το αποτέλεσμα βραχυκυκλώματος, χωρίς όμως να αναλύει τη θέση του περί υπερθέρμανσης. Περιορίστηκε απλώς να αναφέρει, ότι η φωτιά προκλήθηκε από κάποιου είδους υπερθέρμανση εξωτερικά των ηλεκτρικών καλωδίων. Δεν αγνοώ τη δήλωση κατά την αντεξέτασή του, ότι το όχημα διαθέτει δωδεκακύλινδρη μηχανή και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα το καλοκαίρι με το σύστημα κλιματισμού του οχήματος να βρίσκεται σε λειτουργία, η θερμοκρασία εντός του διαμερίσματος της μηχανής ήταν πολύ υψηλή. Η συγκεκριμένη αναφορά χαρακτηρίζεται και πάλι από γενικότητα. Δεν προσδιορίστηκε ο λόγος για τον οποίο έγινε αναφορά στο ότι το όχημα διαθέτει δωδεκακύλινδρη μηχανή και ειδικότερα πώς μπορεί το γεγονός αυτό να συσχετιστεί με τη λειτουργία του συστήματος κλιματισμού του οχήματος και την εξωτερική θερμοκρασία που επικρατούσε. Επίσης, δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την ακριβή θερμοκρασία κατά την ώρα που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν. Αποτελεί μεν πασίδηλο γεγονός, ότι στην πατρίδα μας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες επικρατούν ψηλές θερμοκρασίες. Ταυτόχρονα, όμως, είναι πασίδηλο γεγονός ότι χρησιμοποιούνται στην Κύπρο οχήματα κατά την καλοκαιρινή περίοδο. Σημειώνω, ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν υποστήριξε ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία επικρατούσαν ιδιαίτερα ψηλές ή ασυνήθιστες θερμοκρασίες που θα δικαιολογούσαν υπερθέρμανση του οχήματος σε τέτοιο σημείο που να μπορεί να προκαλέσει φωτιά. Ούτε από την άλλη, έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία για τυχόν οδηγίες του κατασκευαστή του οχήματος για τη χρήση του τελευταίου σε ψηλές θερμοκρασίες. Ούτε και υποδείχθηκαν προειδοποιήσεις από τον κατασκευαστή για το ενδεχόμενο υπερθέρμανσης και πρόκλησης φωτιάς, όταν το όχημα οδηγείται με τη χρήση κλιματισμού κάτω από συγκεκριμένες υψηλές θερμοκρασίες. Όπως ανέφερα πιο πάνω, το συμπέρασμα του Μ.Ε.1 περί υπερθέρμανσης δεν υποστηρίχθηκε επιστημονικά. Εν προκειμένω, ταιριάζει απόλυτα η επισήμανση που έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευριπίδου κ.ά. (ανωτέρω) ότι ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας δεν πρέπει να αρκείται στην παρουσίαση της άποψής του με γυμνές δηλώσεις. Από την άλλη, εγείρονται ερωτηματικά ως προς την αντικειμενικότητα της έρευνας του Μ.Ε.
  2. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέτασή του, αρνήθηκε ότι γνώριζε πριν τη σύνταξη της δέσμης Τεκμηρίου 8 τη θέση της Εναγόμενης, ότι η φωτιά προκλήθηκε λόγω βραχυκυκλώματος. Ο Μ.Ε.2, ωστόσο, άφησε εκτεθειμένο τον Μ.Ε.1 ως προς το εν λόγω ζήτημα. Αυτό, διότι ο Μ.Ε.2 δήλωσε ότι είχε πληροφορήσει τον Μ.Ε.1, όταν του ανέθεσε τη διενέργεια εκτίμησης του οχήματος, για τη θέση της Εναγόμενης περί ύπαρξης βραχυκυκλώματος. Το εν λόγω γεγονός, σε συνάρτηση αφενός με το ότι στη δέσμη Τεκμηρίου 8 καταπιάνεται ως επί το πλείστον με τον αποκλεισμό της πιθανότητας βραχυκυκλώματος και αφετέρου με την απροθυμία του Μ.Ε.1 να τοποθετηθεί ξεκάθαρα στο κατά πόσο το βραχυκύκλωμα εντάσσεται στις ηλεκτρικές βλάβες που μπορεί να υποστεί ένα όχημα, δημιουργεί, κατά την άποψή μου, εύλογα ερωτηματικά ως προς την αντικειμενικότητα της έρευνάς του. Ο μάρτυρας προσπάθησε ανεπιτυχώς να αποστασιοποιηθεί από το ότι γνώριζε εκ των προτέρων τη θέση της Εναγόμενης και ήταν διστακτικός στο να τοποθετηθεί επί ενός απλού ζητήματος, ήτοι κατά πόσο το βραχυκύκλωμα είναι ηλεκτρική βλάβη. Σε σχέση με το τελευταίο ζήτημα, παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Ε.1: «E. Το βραχυκύκλωμα αποτελεί μηχανική και ηλεκτρική βλάβη; A. Σίγουρα δεν αποτελεί μηχανική βλάβη. E. Ηλεκτρική; A. Ηλεκτρική το βραχυκύκλωμα θα μπορούσε. E. Αν δεν ήταν ηλεκτρική, τι θα μπορούσε να ήταν; A. Τίποτα. E. Το βραχυκύκλωμα αποτελεί κάτι το οποίο δεν είναι φυσιολογικό σε μια ζημιά του αυτοκινήτου; A. Ποτέ δεν είναι φυσιολογικό. E. Το βραχυκύκλωμα ανάγεται, συμπεριλαμβάνεται μέσα στις ηλεκτρικές βλάβες ενός αυτοκινήτου; A. Θα μπορούσε.» Περαιτέρω, η γνώμη του περί απουσίας βραχυκυκλώματος, παρέμεινε, κατά την άποψή μου, ημιτελής. Ο Μ.Ε.1 τόνισε ιδιαίτερα το γεγονός, ότι σε τέτοια περίπτωση θα ενεργοποιούνταν οι ασφάλειες του ηλεκτρικού συστήματος και θα διέκοπταν την παροχή ρεύματος. Επισήμανε, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ασφάλειες του οχήματος ήταν άθικτες (φωτογραφία 8 δέσμης Τεκμηρίου 8). Αντεξεταζόμενος, ενώ αρχικά δήλωσε ότι όλα τα ηλεκτρικά κυκλώματα ενός οχήματος καλύπτονται από ασφάλειες, στη συνέχεια, όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα για τον εκκινητή (starter) και τον δύναμο, απάντησε ότι δεν είναι σίγουρος, αν και κανονικά θα πρέπει να έχουν. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής του ερωτήθηκε κατά πόσο έλεγξε σε ποια καλώδια καταλήγουν οι ασφάλειες του οχήματος που παρουσιάζονται στη φωτογραφία 8 της δέσμης Τεκμηρίου 8, με τον μάρτυρα να απαντά ότι δεν διέθετε τα μέσα για να προβεί σε τέτοιο έλεγχο. Όταν του υποδείχθηκε, ως απόρροια της πιο πάνω απάντησής του, ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο όλα τα καλώδια διέθεταν ασφάλειες, επαναδιατύπωσε τη θέση του ότι όλα τα καλώδια διέθεταν ασφάλειες. Στην απορία του κ. Μασουρή πώς μπορεί να είναι βέβαιος για την εν λόγω θέση του, η απάντηση του Μ.Ε.1 ήταν, ότι αυτό διδάχθηκε στο κολλέγιο που σπούδασε και από την 40χρονη εμπειρία του και εξέταση άλλων οχημάτων παρόμοιου τύπου με το επίδικο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα. Η βεβαιότητα που εξέφρασε ο Μ.Ε.1 ως προς το ότι όλα τα ηλεκτρικά καλώδια ενός οχήματος καλύπτονται από ασφάλειες, δεν δικαιολογείται από τη μαρτυρία του και αφήνει μετέωρο το επιχείρημά του, ότι αφ' ης στιγμής όλες οι ασφάλειες του οχήματος είναι άθικτες, τότε αποκλείεται το ενδεχόμενο βραχυκυκλώματος. Τούτο, διότι όταν ερωτήθηκε για συγκεκριμένα καλώδια, ήτοι του starter και του δύναμου, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί μετά βεβαιότητας, αλλά απάντησε υποθετικά. Επιπρόσθετα, ως ο ίδιος παραδέχθηκε, δεν εξέτασε κατά πόσο οι ασφάλειες που απεικονίζονται στη φωτογραφία 8 της δέσμης Τεκμηρίου 8 καλύπτουν όλα τα καλώδια του οχήματος. Παράλληλα, σημειώνω, ότι παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο επιχείρημα αποτέλεσε τον βασικό κορμό της άποψής του περί αποκλεισμού του βραχυκυκλώματος, εντούτοις, όταν επισκέφθηκε το συνεργείο των αντιπροσώπων του οχήματος, δεν φρόντισε να ρωτήσει στο συνεργείο ή να λάβει πληροφορίες από το εγχειρίδιο του κατασκευαστή του οχήματος για να επιβεβαιώσει την ορθότητα της δήλωσής του. Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ ότι θα ήταν παρακινδυνευμένο στην απουσία της κατάλληλης επιστημονικής τεκμηρίωσης, να βασιστώ στην άποψη του μάρτυρα ότι «κανονικά» σε αυτού του είδους τα οχήματα θα πρέπει όλα τα κυκλώματα να καλύπτονται από ασφάλειες. Έρχομαι τώρα στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ο οποίος, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, υποστήριξε ότι η φωτιά προκλήθηκε στο όχημα λόγω βραχυκυκλώματος. Το βασικό επιχείρημα πάνω στο οποίο στήριξε την άποψή του για ύπαρξη βραχυκυκλώματος συνίσταται στο ότι εντόπισε το σύρμα το οποίο, κατά την άποψή του, υπέστη βραχυκύκλωμα. Όπως εξήγησε ο Μ.Υ.1, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το σύρμα που απεικονίζεται στη φωτογραφία 6 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β ήταν αυτό που υπέστη βραχυκύκλωμα. Παρατήρησε, ότι στις δύο άκρες του αποκομμένου σύρματος δημιουργήθηκαν «δάκρυα». Το εν λόγω φαινόμενο συναντάται, σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, μόνο στις περιπτώσεις που κάποιο σύρμα λιώνει λόγω της ύπαρξης βραχυκυκλώματος. Προς υποστήριξη της προαναφερόμενης άποψής του, ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 απόσπασμα από το σύγγραμμα "Automobile Assessing". Μελέτησα με κάθε δυνατή προσοχή το απόσπασμα του εν λόγω συγγράμματος στο οποίο παρέπεμψε ο Μ.Υ.1 προς τεκμηρίωση της άποψής του. Διαπιστώνω, ότι το Τεκμήριο 19 δεν υποστηρίζει επακριβώς όσα ισχυρίστηκε ο Μ.Υ.
  3. Συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 19 δεν εκφράζεται η άποψη ότι σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις βραχυκυκλώματος συναντάται το φαινόμενο των «δακρύων». Αυτό το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 19 είναι, ότι το βραχυκύκλωμα συχνά παρουσιάζει το φαινόμενο της ύπαρξης πολύ μικρών «δακρύων» (" Short circuiting often results in very small 'blobs' "). Περαιτέρω, το Τεκμήριο 19 αναφέρει ότι τα «δάκρυα» που δημιουργούνται είναι πολύ μικρά (very small "blobs"), για τα οποία είναι χρήσιμο όπως χρησιμοποιείται μικρό μικροσκόπιο κατά την εξέταση της καλωδίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, τα «δάκρυα» ήταν μεγάλα και τα εντόπισε χωρίς να χρησιμοποιήσει μικροσκόπιο. Κατά συνέπεια, η εικόνα του υπό αναφορά καλωδίου, όπως αυτή μεταφέρθηκε από τον Μ.Υ.1, δεν συνάδει με τα χαρακτηριστικά των «δακρύων», όπως αυτά περιγράφονται στο Τεκμήριο
  4. Επιπροσθέτως των πιο πάνω, σημειώνω και τα ακόλουθα. Από την επιθεώρηση των φωτογραφιών 1 της δέσμης Τεκμηρίου 8, 6 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β, 6 της δέσμης Τεκμηρίου 16 και της φωτογραφίας - Τεκμήριο 18, αδυνατώ να εντοπίσω «δάκρυ» στο σύρμα που απεικονίζεται στις εν λόγω φωτογραφίες με καφέ χρώμα. Επίσης, από την επιθεώρηση των εν λόγω φωτογραφιών δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο το καφέ σύρμα αποκόπηκε, ως ο σχετικός ισχυρισμός του Μ.Υ.1, ή είναι ανεξάρτητο σύρμα που δεν αποκόπηκε από κάποιο άλλο (βλ. ιδιαιτέρως φωτογραφία 1 της δέσμης Τεκμηρίου 8). Η σύγκριση τώρα των Τεκμηρίων 15Α και 15Β αναδεικνύει, κατά την κρίση μου, το επισφαλές της άποψής του και δημιουργεί ερωτήματα ως προς την αντικειμενικότητα της έρευνάς του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, η έκθεση που ετοίμασε μετά την επιθεώρηση του οχήματος καταγράφηκε στην αγγλική γλώσσα και κατατέθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία ως Τεκμήριο 15Α. Για σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας, ο Μ.Υ.1 μετάφρασε το Τεκμήριο 15Α στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 15Β). Σημειώνεται, ότι κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε τόσο το Τεκμήριο 15Α, όσο και το Τεκμήριο 15Β. Τα Τεκμήρια 15Α και 15Β, ωστόσο, παρουσιάζουν μια ουσιαστική διαφορά. Συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 15Α, το οποίο αποτελεί την πρωτότυπη έκθεση, εφόσον ήταν αυτή που συντάχθηκε μετά την επιθεώρηση του οχήματος, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The damage to the vehicle is from an electrical breakdown, an electrical short circuit. The short circuit started near the control units which are placed on the left hand front side in front of the front bulkhead (see photos 3 &4). The wires on the right hand front side in front of the front bulkhead are also damaged from the short circuit. One can see these behind the brake servo (see photos 5 & 6)." Το αντίστοιχο μέρος στο ελληνικό κείμενο (Τεκμήριο 15Β) έχει ως ακολούθως: «Η ζημιά που υπέστη το όχημα είναι από ηλεκτρική βλάβη, από βραχυκύκλωμα. Το βραχυκύκλωμα ξεκίνησε στις ηλεκτρονικές μονάδες ελέγχου (control units), που βρίσκονται στην αριστερή μπροστινή πλευρά, μπροστά από το μπροστινό διάφραγμα (βλ. Φωτογραφίες 3 & 4). Τα καλώδια στη δεξιά πλευρά μπροστά από το μπροστινό διάφραγμα, επίσης υπέστηκε ζημία από το βραχυκύκλωμα. Το σύρμα που υπέστη βραχυκύκλωμα βρίσκεται στο πίσω μέρος του σέρβο φρένου (brake servo) (βλ. Φωτογραφίες 5 & 6).» Στο Τεκμήριο 15Β, αντί της μετάφρασης στα ελληνικά της φράσης "One can see these", προστέθηκε η φράση «Το σύρμα που υπέστη βραχυκύκλωμα». Είναι εμφανές ότι με την παράλειψη μετάφρασης της προαναφερόμενης φράσης και την προσθήκη της φράσης «Το σύρμα που υπέστη βραχυκύκλωμα», αλλάζει όλο το νόημα της έκθεσης του Μ.Υ.
  5. Αυτό, διότι στο Τεκμήριο 15Α, αναφέρεται ρητά ότι το βραχυκύκλωμα ξεκίνησε στις μονάδες ελέγχου που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά (φωτογραφίες 3 και 4). Τα δε καλώδια που βρίσκονται στη δεξιά πλευρά υπέστηκαν επίσης ζημιά λόγω του βραχυκυκλώματος (εννοείται των καλωδίων της αριστερής πλευράς - φωτογραφίες 3 και 4) και αυτή τη ζημιά μπορεί κάποιος να την εντοπίσει πίσω από το σέρβο των φρένων (φωτογραφίες 5 και 6). Στο Τεκμήριο 15Α, δηλαδή, δεν εντοπίζεται η αναφορά ότι το σύρμα που υπέστη το βραχυκύκλωμα είναι αυτό που βρίσκεται πίσω από το σέρβο των φρένων στη δεξιά πλευρά, ήτοι το σύρμα της φωτογραφίας 6 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β. Είναι, κατά την άποψή μου, προφανές ότι η επίμαχη φράση προστέθηκε στο Τεκμήριο 15Β με απώτερο σκοπό τη σύζευξη της διά ζώσης μαρτυρίας του Μ.Υ.1 με το περιεχόμενο της έκθεσής του. Η εκδοχή που παρουσιάστηκε στην προφορική μαρτυρία του Μ.Υ.1, ως ήδη αναφέρθηκε, είναι ότι το καλώδιο που υπέστη βραχυκύκλωμα είναι αυτό που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά πίσω από το σέρβο των φρένων (φωτογραφία 6 Τεκμηρίων 15Α και 15Β) και ότι από εκεί προκλήθηκε υπερθέρμανση η οποία ακολούθως μεταφέρθηκε στην αριστερή πλευρά με αποτέλεσμα να καούν τα καλώδια που παρουσιάζονται στις φωτογραφίες 3 και 4 των Τεκμηρίων 15Α και 15Β. Αυτό επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Υ.1 και στις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του έγιναν από το Δικαστήριο. Η επίμαχη, ωστόσο, φράση αναδεικνύει την αντιφατικότητα των θέσεων του Μ.Υ.1 επί του ουσιαστικού ζητήματος για το οποίο κλήθηκε να μαρτυρήσει ως εμπειρογνώμονας, αφού αναιρεί κατ' ουσίαν τη διαπίστωσή του ότι το βραχυκύκλωμα ξεκίνησε στην αριστερή πλευρά. Πρόκειται, επομένως, για ουσιαστική διαφοροποίηση της θέσης του Μ.Υ.1, η οποία προβλήθηκε εκ των υστέρων για να του δοθεί η δυνατότητα να αναπτύξει και το επιχείρημά του για την ισχυριζόμενη ύπαρξη «δακρύων» στο εν λόγω καλώδιο. Τούτο, ενισχύεται και από το εξής γεγονός. Παρά το ότι το ζήτημα των «δακρύων» αποτέλεσε το βασικό επιχείρημα στην προφορική μαρτυρία του Μ.Υ.1, εντούτοις ουδεμία αναφορά γίνεται σε τέτοιο φαινόμενο στην έκθεσή του ‑ Τεκμήριο 15Α και 15Β. Οι αντιφατικές δηλώσεις του Μ.Υ.1 καθιστούν, ως ήδη αναφέρθηκε, επισφαλή τη μαρτυρία του. Επιπρόσθετα, δημιουργούν εύλογα, κατά την άποψή μου, ερωτήματα. Εάν το βραχυκύκλωμα ξεκίνησε στην αριστερή πλευρά, ως η θέση του στο Τεκμήριο 15Α, τότε τίθεται το ερώτημα για ποιον λόγο δεν ενεργοποιήθηκαν οι ασφάλειες που, ως ο Μ.Υ.1 παραδέχθηκε, είχαν τα σύρματα της αριστερής πλευράς, τα οποία ήταν μικρά. Εάν από την άλλη ισχύει η άποψη που εν τέλει υιοθέτησε κατά την προφορική του μαρτυρία, τότε για ποιον λόγο δεν την διατύπωσε ευθύς εξαρχής στο Τεκμήριο 15Α και για ποιον λόγο ουδεμία αναφορά γίνεται στο θέμα των «δακρύων», για το οποίο αναλώθηκε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του και αποτέλεσε και βασικό μέρος της αντεξέτασης του Μ.Ε.
  6. Έρχομαι και στο θέμα των ασφαλειών που υπάρχουν στα καλώδια του οχήματος. Παρατηρώ, ότι η έρευνα του Μ.Υ.1, όπως και αυτή του Μ.Ε.1 επί του εν λόγω θέματος, δεν ήταν η ενδεδειγμένη. Συγκεκριμένα, κατά την επιθεώρηση του οχήματος στο συνεργείο της αντιπροσωπείας δεν φρόντισε να ενημερωθεί για το αν υπάρχουν καλώδια που δεν διαθέτουν ασφάλεια και ειδικότερα, κατά πόσο το καλώδιο που υπέδειξε κατά την προφορική του μαρτυρία ότι υπέστη βραχυκύκλωμα διέθετε ή όχι ασφάλεια. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στις μαρτυρίες των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 όσον αφορά την αιτία πρόκλησης της φωτιάς στο όχημα. Ο Μ.Ε.2 ήταν ο οδηγός του οχήματος κατά τον χρόνο επέλευσης του επίδικου συμβάντος. Η μαρτυρία του σε σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν στις 07.07.13 δεν έτυχε αμφισβήτησης εκ μέρους της Εναγόμενης. Συγκεκριμένα, η δήλωσή του ότι την προαναφερόμενη ημερομηνία οδηγούσε το όχημα για δύο περίπου ώρες έχοντας διαρκώς σε λειτουργία το σύστημα κλιματισμού, λόγω της ζέστης που επικρατούσε, παρέμεινε αναντίλεκτη. Ομοίως αναντίλεκτη παρέμεινε και η δήλωσή του, ότι η καμπίνα επιβατών γέμισε ξαφνικά με μαύρους καπνούς, καθώς και ότι όταν εξήλθε της καμπίνας του οχήματος και άνοιξε το καπό της μηχανής, διαπίστωσε την ύπαρξη φωτιάς. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε η δήλωσή του περί αντικατάστασης της καλωδίωσης του οχήματος, καθώς και ότι το τελευταίο βρίσκεται σε χρήση μέχρι σήμερα. Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 εντοπίζεται στα όσα έλαβαν χώρα στις 07.07.13, όταν και ξέσπασε η φωτιά στο όχημα. Όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, η μαρτυρία του σε σχέση με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στις 07.07.13 παρέμεινε αναντίλεκτη. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι ο μάρτυρας αφηγήθηκε τα γεγονότα με φυσικό και αυθόρμητο τρόπο. Δεν παραβλέπω, ότι ο Μ.Ε.2 ήταν ιδιαίτερα επικριτικός έναντι της Εναγόμενης. Η επικριτική στάση του και η απογοήτευση που εκδήλωσε σε αρκετά σημεία κατά την αντεξέτασή του για την απόρριψη της απαίτησης του Ενάγοντα, δεν επηρέασαν, κατά την άποψή μου, την ποιότητα της μαρτυρίας του. Όσον αφορά τώρα τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Μ.Ε.2 σε σχέση με την ερμηνεία του ασφαλιστηρίου εγγράφου και ως προς το κατά πόσο το βραχυκύκλωμα εντάσσεται στους όρους εξαίρεσης τυχόν ευθύνης της Εναγόμενης, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Οι συγκεκριμένες αναφορές του Μ.Ε.2 αποτελούν την προσωπική του γνώμη ως προς την ερμηνεία του επίδικου ασφαλιστηρίου εγγράφου - Τεκμήριο
  7. Είναι καλά γνωστή η αρχή, ότι οι μάρτυρες περιορίζονται στο να προσφέρουν μαρτυρία σε σχέση με γεγονότα τα οποία περιέρχονται στην προσωπική τους αντίληψη και δεν επιτρέπεται κατά κανόνα η εκφορά γνώμης. Σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 (έγγραφο της Motokinisi) το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Ε.2, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου άπτεται της αιτίας πρόκλησης της φωτιάς και το πρόσωπο που το συνέταξε δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. Έχοντας, επομένως, κατά νου τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.9, κρίνω ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία το Τεκμήριο
  8. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Ε.2, με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας του που προσδιορίστηκε πιο πάνω, κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). Ευρήματα Το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXX XXX μάρκας Bentley ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ιδιοκτησίας του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη είναι ασφαλιστική εταιρεία και κατά τον επίδικο χρόνο παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο όχημα, δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με αριθμό 3710‑
  1. Συγκεκριμένα, εκδόθηκε πιστοποιητικό ασφάλισης επ' ονόματι του Ενάγοντα για την περίοδο 30.11.12 ‑ 24.11.
  2. Η εκτιμώμενη αξία του οχήματος για την εν λόγω περίοδο καθορίστηκε στο ποσό των €85.
  3. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο παρείχε περιεκτική κάλυψη και ο Ενάγων είχε καταβάλει το ποσό του ασφάλιστρου για την προαναφερόμενη περίοδο. Στις 07.07.13 το όχημα οδηγούνταν από τον Μ.Ε.2, ο οποίος είναι ο πατέρας του Ενάγοντα και είχε εξουσιοδοτηθεί από τον τελευταίο για την οδήγηση του οχήματος. Ενώ το όχημα οδηγούνταν από τον Μ.Ε.2 για δύο περίπου ώρες έχοντας σε λειτουργία το σύστημα κλιματισμού, ξαφνικά η καμπίνα επιβατών γέμισε με μαύρους καπνούς. Ο Μ.Ε.2 στάθμευσε το όχημα, απομάκρυνε από αυτό την ανήλικη θυγατέρα του, η οποία ήταν συνεπιβάτης, και άνοιξε το καπό της μηχανής, όπου και διαπίστωσε την ύπαρξη φωτιάς. Με τη βοήθεια άλλων προσώπων κατέσβεσε τη φωτιά και ειδοποίησε τον ασφαλιστή του οχήματος. Το όχημα παραλήφθηκε από την οδική βοήθεια που συνεργάζεται με την Εναγόμενη, για να μεταφερθεί στο συνεργείο της εταιρείας Α.Ι. Motokinisi Ltd στη Λευκωσία, η οποία είναι αντιπρόσωπος των οχημάτων μάρκας Bentley. Το όχημα μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Α.Ι. Motokinisi Ltd και επιθεωρήθηκε από τον Μ.Υ.1 στις 23.07.13 για λογαριασμό της Εναγόμενης. Το συμπέρασμα του Μ.Υ.1 ήταν, ότι η ζημιά προκλήθηκε στο όχημα λόγω ηλεκτρικής βλάβης και συγκεκριμένα, λόγω βραχυκυκλώματος. Η Εναγόμενη, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 02.08.13, ενημέρωσε τον Ενάγοντα, ότι η απαίτησή του για κάλυψη της ζημιάς του οχήματος δεν γινόταν αποδεκτή, καθώς η ζημιά οφειλόταν σε ηλεκτρική βλάβη και συγκεκριμένα σε βραχυκύκλωμα. Ο Ενάγων, μέσω του Μ.Ε.2, ανέθεσε στον Μ.Ε.1 τη διενέργεια εκτίμησης της αιτίας από την οποία προκλήθηκε η ζημιά στο όχημα. Ο Μ.Ε.1 επιθεώρησε το όχημα τόσο στο συνεργείο της Α.Ι. Motokinisi Ltd στις 11.09.13, όσο και στο συνεργείο Κυριάκος και Ηρόδοτος στις 10.10.13, στο οποίο μεταφέρθηκε από τον Ενάγοντα και αποσυναρμολογήθηκε. Το συμπέρασμα του Μ.Ε.1 ήταν, ότι η φωτιά στο όχημα προκλήθηκε λόγω υπερθέρμανσης και όχι λόγω βραχυκυκλώματος. Ο Ενάγων, με επιστολή της δικηγόρου του, κάλεσε την Εναγόμενη όπως επιθεωρήσει το όχημα αποσυναρμολογημένο στο συνεργείο Κυριάκος και Ηρόδοτος στην Πάφο. Η Εναγόμενη δεν προχώρησε σε νέα επιθεώρηση του οχήματος. Τέλος, αποτελεί εύρημά μου, ότι το ύψος της ζημιάς που υπέστη το όχημα ανήλθε στο ποσό των €40.
  4. Συμπεράσματα Η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης στο όχημα του Ενάγοντα από την Εναγόμενη, είναι παραδεκτό γεγονός. Αποτελεί, επίσης, κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι η ασφαλιστική κάλυψη ήταν περιεκτική και οι όροι της περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο
  5. Παράλληλα, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, το όχημα υπέστη ζημία κατά την περίοδο ισχύος του ασφαλιστηρίου και καθ' ον χρόνο οδηγούνταν από εξουσιοδοτημένο οδηγό, ήτοι τον Μ.Ε.
  6. Έχοντας, επομένως, υπόψη όσα αναφέρθηκαν συνοπτικά στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο σε συνάρτηση με το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, αυτό το οποίο η πλευρά του Ενάγοντα οφείλει, μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας, να αποδείξει είναι ότι το επίδικο περιστατικό «καλύπτεται» από τους όρους του Τεκμηρίου
  7. Η αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.2 κατέδειξε ότι κατά τον χρόνο που οδηγούσε το όχημα εισήλθαν στην καμπίνα των επιβατών μαύροι καπνοί. Όταν δε άνοιξε το καπό της μηχανής αντίκρυσε φωτιά. Η ύπαρξη φωτιάς επιβεβαιώνεται και από την επιθεώρηση του οχήματος από τους Μ.Ε.1 και Μ.Υ.
  8. Το αποτέλεσμα, τώρα, της φωτιάς ήταν, σύμφωνα με τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1, η καταστροφή της κύριας ηλεκτρικής εγκατάστασης, του ηλεκτρικού κυκλώματος της μηχανής ή κινητήρα και των μονάδων ελέγχου (control units). Τα Μέρη II και III του Τεκμηρίου 6 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «Μέρος ΙΙ Απώλεια ή ζημιά στο Μηχανοκίνητο Όχημα από φωτιά ή κλοπή Η Εταιρεία θα αποζημιώσει τον Ασφαλισμένο έναντι απώλειας ή ζημιάς στο Μηχανοκίνητο Όχημα, τα εξαρτήματα και τα ανταλλακτικά του εφόσον αυτά είναι προσαρτημένα και αποτελούν μέρος του οχήματος, σχετικά με απώλεια ή ζημιά που προκαλείται άμεσα από φωτιά, αυτοανάφλεξη, κεραυνό, έκρηξη, κλοπή ή απόπειρα κλοπής.» «Μέρος ΙΙΙ Περιεκτική Ασφάλιση Απώλεια ή ζημιά στο Μηχανοκίνητο Όχημα εκτός από φωτιά ή κλοπή Απώλεια ή ζημιά Η Εταιρεία θα αποζημιώσει τον Ασφαλισμένο έναντι απώλειας ή ζημιάς στο Μηχανοκίνητο Όχημα, τα εξαρτήματα και τα ανταλλακτικά του εφόσον αυτά είναι προσαρτημένα και αποτελούν μέρος του οχήματος, σχετικά με απώλεια ή ζημιά που προκαλείται άμεσα εκτός από φωτιά, αυτοανάφλεξη, κεραυνό, έκρηξη, κλοπή ή απόπειρα κλοπής.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης στην αγόρευσή του εισηγήθηκε, ότι η φωτιά δεν αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της προκληθείσας ζημιάς, καθώς, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η φωτιά ήταν το αποτέλεσμα υπερθέρμανσης. Επομένως, σύμφωνα με τον συνήγορο, δεν παρέχεται κάλυψη δυνάμει του Μέρους ΙΙ του Τεκμηρίου 6, το οποίο καλύπτει μόνο εκείνες τις περιπτώσεις όπου η ζημιά προκλήθηκε άμεσα από φωτιά. Κατά τον κ. Μασουρή, η χρησιμοποίηση της λέξης «άμεσα» σημαίνει ότι «δεν καλύπτεται κάθε ζημιά από το καθετί που παίρνει με κάποιο τρόπο φωτιά» (βλ. παρ. 7.8 σελ. 24 της αγόρευσης της Εναγόμενης). Στην υπόθεση Λιπέρη, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθέριου Γεωργίου Πουντζιουρή τέως εξ Αραδίππου v. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά., Πολιτική Έφεση 42/13, ημερ. 19.07.19 (απόφαση πλειοψηφίας), στην οποία με παρέπεμψαν αμφότεροι οι συνήγοροι, επαναλήφθηκε η αρχή ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο, σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Επομένως, η ερμηνεία των ασφαλιστικών συμβολαίων δεν υπόκειται σε ιδιαίτερους ερμηνευτικούς κανόνες. Η συνήθης ερμηνευτική προσέγγιση είναι αυτή της γραμματικής ερμηνείας, η οποία συνίσταται στην απόδοση στους επίδικους όρους μιας συμφωνίας της συνήθους γραμματικής σημασίας, δηλαδή της σημασίας η οποία αποδίδεται σε αυτούς κατά τη χρήση τους στην καθομιλουμένη (Liberty Life Insurance Ltd v. Μιχαήλ, Πολιτική Έφεση 88/10, ημερ. 08.03.15). Εφαρμόζοντας τη γραμματική ερμηνεία στο Μέρος ΙΙ του Τεκμηρίου 6 παρατηρώ, ότι η λέξη «άμεσα» χρησιμοποιείται με αναφορά στην απώλεια ή ζημιά που μπορεί να υποστεί ένα όχημα. Η ζημιά θα πρέπει, δηλαδή, να είναι το άμεσο αποτέλεσμα της φωτιάς. Με άλλα λόγια, η ζημιά προκαλείται άμεσα από φωτιά όταν, εάν δεν υπήρχε η φωτιά, τότε, δεν θα προκαλείτο και η ζημιά. Σε αυτό το ερμηνευτικό αποτέλεσμα οδηγεί, κατά την άποψή μου, η εφαρμογή της γραμματικής ερμηνείας επί του Μέρους ΙΙ του Τεκμηρίου
  9. Η πιο πάνω ερμηνευτική προσέγγιση θεωρώ ότι συνάδει και με το σύγγραμμα MacGillivray on Insurance Law, 12η Έκδοση, παράγραφος 20‑001 υπό τον τίτλο "General Rule", στο οποίο παρέπεμψε ο κ. Μασουρής, ταυτίζοντας τη λέξη «άμεσα» με την έννοια "proximate cause". Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα: "A proximate cause is not the first or the last or the sole cause of the loss; It is the dominant or effective or operative cause". Περαιτέρω, στην υπόθεση Λιπέρη (ανωτέρω) γίνεται αναφορά στη θεωρία ή αρχή της πρόσφορης πλησιέστερης αιτίας (proximate cause), όπως αυτή επεξηγείται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, για να υποδειχθεί ότι ο ασφαλισμένος οφείλει να δείξει ότι η βλάβη που υπέστη είχε αιτιώδη συνάφεια και δημιουργήθηκε από τη λειτουργία ή κίνηση του μηχανισμού του κινδύνου για τον οποίο είχε ασφαλιστεί. Εν προκειμένω, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η βλάβη στο όχημα δημιουργήθηκε από τη φωτιά και συνδέεται αιτιωδώς με αυτή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης υποστήριξε, επίσης, ότι ως ζημιά άμεση από φωτιά λογίζονται οι τρεις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο Μ.Υ.1, δηλαδή ο εμπρησμός, το βραχυκύκλωμα, και η διαρροή καυσίμου ή λαδιού. Στη βάση, όμως, της συλλογιστικής της Εναγόμενης, ούτε οι προαναφερόμενες τρεις περιπτώσεις συνιστούν ζημιά που προέρχεται άμεσα από φωτιά. Αυτό, διότι η φωτιά δεν προκαλείται αυτόνομα ή από μόνη της, ως η ουσία της εισήγησης του κ. Μασουρή, αλλά η γενεσιουργός αιτία της εντοπίζεται σε ένα άλλο φαινόμενο και συγκεκριμένα στον εμπρησμό, το βραχυκύκλωμα και τη διαρροή καυσίμου ή λαδιού. Από την άλλη, θα πρέπει να σημειωθεί και το εξής. Το Μέρος ΙΙ του Τεκμηρίου 6 δεν εναποθέτει στον ασφαλισμένο το βάρος απόδειξης της γενεσιουργού αιτίας του μηχανισμού του κινδύνου (ήτοι της φωτιάς, αυτοανάφλεξης, κεραυνού, έκρηξης, κλοπής ή απόπειρας κλοπής) από τον οποίο προκλήθηκε η ζημιά. Ό,τι όφειλε να αποδείξει ο Ενάγων είναι ότι η ζημιά ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της φωτιάς και όχι την αιτία από την οποία ξέσπασε η φωτιά. Η προσκομισθείσα μαρτυρία κατέδειξε ότι η ζημιά στην καλωδίωση του οχήματος, η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων στο ποσό των €40.000, δημιουργήθηκε από τη φωτιά που ξέσπασε. Η φωτιά, αποτελεί έναν από τους ασφαλιστικούς κινδύνους δυνάμει του Μέρους ΙΙ του Τεκμηρίου 6 και ως εκ τούτου, πρόκειται για ζημιά για την οποία παρέχεται κάλυψη. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η ζημιά που προκλήθηκε στο όχημα δεν ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της φωτιάς που ξέσπασε, τότε, με βάση το Μέρος ΙΙΙ του Τεκμηρίου 6, το επίδικο περιστατικό εντάσσεται και πάλι στις περιπτώσεις «κάλυψης». Υπενθυμίζεται, ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν περιεκτικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, σε μία τέτοια περίπτωση, θα εφαρμοζόταν το Μέρος ΙΙΙ, το οποίο καλύπτει οποιαδήποτε απώλεια ή ζημιά που προκαλείται άμεσα εκτός από φωτιά, αυτοανάφλεξη, κεραυνό, έκρηξη, κλοπή, ή απόπειρα κλοπής. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω, ότι ο Ενάγων απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι το επίδικο περιστατικό εμπίπτει στις περιπτώσεις που παρέχεται ασφαλιστική κάλυψη, δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ‑ Τεκμήριο
  10. Σημειώνεται, ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι η καλωδίωση και οι μονάδες ελέγχου του οχήματος που υπέστηκαν ζημιά εντάσσονται στην έννοια των εξαρτημάτων που αναφέρονται στα Μέρη ΙΙ και ΙΙΙ του Τεκμηρίου
  11. Έρχομαι στην εισήγηση της Εναγόμενης, ότι δεν υποχρεούται να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για την επίδικη ζημιά, διότι αυτή εμπίπτει στις εξαιρέσεις του Τεκμηρίου
  12. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη επικαλείται την ακόλουθη εξαίρεση: «Η Εταιρεία δεν θα ευθύνεται να πληρώσει για (.) γ. μείωση της αξίας, φυσική φθορά, μηχανική ή ηλεκτρική βλάβη/διακοπή/θραύση» Από τη στιγμή που η ζημιά εμπίπτει στους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το βάρος απόδειξης ότι εφαρμόζεται κάποια από τις εξαιρέσεις που προνοούνται σε αυτό, το φέρει η ασφαλιστική εταιρεία, ήτοι η Εναγόμενη (Aristotelous v. General Insurance Co. Ltd of Cyprus
(1981)1 C.L.R, 582). Στην Aristotelous (ανωτέρω), η ασφαλιστική εταιρεία αρνήθηκε να αποζημιώσει την εφεσείουσα για τις ζημιές που προκλήθηκαν στα υποστατικά της λόγω φωτιάς. Συγκεκριμένα, η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία επικαλέστηκε όρο εξαίρεσης που περιλαμβανόταν στο σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ο οποίος εξαιρούσε την υποχρέωση της για να αποζημιώσει σε περίπτωση πρόκλησης ζημιών από φωτιά, όταν, μεταξύ άλλων, αυτή οφειλόταν σε πόλεμο, εχθροπραξίες ή πολεμικές επιχειρήσεις ή σε κίνημα ή στρατιωτικές ενέργειες που αποσκοπούν στον σφετερισμό της εξουσίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ήταν ορθή η καθοδήγηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι το αποδεικτικό βάρος απόδειξης για την επίκληση και εφαρμογή του όρου εξαίρεσης βρισκόταν στους ώμους της εφεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. Επομένως, κρίθηκε ότι ορθά η ασφαλιστική εταιρεία δεν παρείχε ασφαλιστική κάλυψη, καθώς η φωτιά προκλήθηκε μετά από ανταλλαγή πυρών μεταξύ των νόμιμων δυνάμεων που προάσπιζαν τη Δημοκρατία και των πραξικοπηματικών δυνάμεων. Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα General Principles of Insurance Law του E.R. Hardy Ivamy, 4η Έκδοση, σελ. 443-444, το βάρος απόδειξης ότι η ζημιά ή απώλεια εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου εγγράφου βρίσκεται στους ώμους του ασφαλιστή. Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 445 αναφέρεται ότι στις περιπτώσεις των όρων εξαίρεσης αυτό που αναμένεται είναι όπως η ασφαλιστική εταιρεία προσκομίσει θετική μαρτυρία, η οποία να καταδεικνύει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ζημιά του ασφαλισμένου εμπίπτει σε μια από τις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Εάν η ασφαλιστική εταιρεία αποτύχει να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία, τότε ο ασφαλισμένος θα επιτύχει στην απαίτησή του. Επίσης, στο εν λόγω σύγγραμμα υποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος γενικός κανόνας ως προς το βάρος απόδειξης μπορεί να διαφοροποιηθεί από τους όρους που περιλαμβάνονται σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που το ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιλαμβάνει όρο δυνάμει του οποίου ο ασφαλισμένος υποχρεούται να αποδείξει προς ικανοποίηση του ασφαλιστή ότι η ζημιά δεν προκλήθηκε από κίνδυνο που εξαιρείται, τότε το βάρος απόδειξης βρίσκεται στην πλευρά του ασφαλισμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τεκμήριο 6 δεν περιλαμβάνει τέτοιο όρο. Επομένως, εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο το βάρος απόδειξης όρου εξαίρεσης βρίσκεται στους ώμους του ασφαλιστή. Η Εναγόμενη, μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, επιχείρησε να υποστηρίξει τη θέση, ότι η φωτιά ήταν το αποτέλεσμα ηλεκτρικής βλάβης και συγκεκριμένα βραχυκυκλώματος. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν κατά την αξιολόγησή της, θεωρήθηκε επισφαλής. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης, ότι η ζημιά εμπίπτει στην επίμαχη εξαίρεση του Τεκμηρίου 6, ήτοι ότι πρόκειται για ηλεκτρική βλάβη. Το γεγονός ότι δεν έγινε αποδεκτή ως προς την αιτία πρόκλησης της φωτιάς η μαρτυρία του Μ.Ε.1, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Επαναλαμβάνεται, ότι το βάρος απόδειξης για το ότι η ζημιά εμπίπτει σε μια από τις εξαιρέσεις του συμβολαίου, το έφερε αποκλειστικά η Εναγόμενη. Η πλευρά του Ενάγοντα όφειλε απλώς να αποδείξει ότι η ζημιά εμπίπτει σε έναν από τους ασφαλιστικούς κινδύνους για τους οποίους παρέχεται κάλυψη δυνάμει των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Όπως αναφέρθηκε, η πρόκληση ζημιών από φωτιά, ή από άλλη αιτία εκτός φωτιάς, καλυπτόταν από το Τεκμήριο 6. Πέραν τούτου, ο Ενάγων δεν έφερε οποιοδήποτε βάρος για να αποκλείσει μέσω της μαρτυρίας του την εφαρμογή οποιουδήποτε όρου εξαίρεσης του Τεκμηρίου 6. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Ενάγων απέδειξε στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτησή του. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €40.000 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.