← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. αγωγής: 683/20, 2/6/2021

ΠΑΝΑΓΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. αγωγής: 683/20, 2/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 683/20 Μεταξύ: XXXXXXXX ΠΑΝΑΓΗ Ενάγοντα Και 1.ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ

  1. XXXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγομένων ------------------ Αίτηση Ενάγουσας - Αιτήτριας ημερομηνίας 18.3.2021 Ημερομηνία: 2 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Ανδρέας Μασούρας Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Παπακλεοβούλου για Νίκος Παπακλεοβούλου ΔΕΠΕ ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ο ενάγοντας αιτητής ζητά την τροποποίηση της απάντησης στην υπεράσπιση με την προσθήκη υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Χωρίς το Δικαστήριο να παραθέτει αυτούσιο το παρακλητικό ο Ενάγοντας επιδιώκει να προσθέσει ισχυρισμούς που έχουν ως επίκεντρο ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει καμία σχέση με την αγωγή που γίνεται αναφορά στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων και ότι το αντικείμενο στην παρούσα αγωγή είναι εντελώς διαφορετικά διότι υπάρχει ο ισχυρισμός και η θέση του ενάγοντα για απάτη εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 και συνεπώς δεν υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Επιπρόσθετα επιδιώκει την προσθήκη ισχυρισμών που έχουν ως επίκεντρο την ισχυριζόμενη απάτη εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 κατά τη διαδικασία σύναψης δανείου και των παράτυπων πρακτικών που ακολουθήθηκαν από την εναγόμενη
  2. Ο ισχυρισμός που επιδιώκεται να προστεθεί είναι τα γεγονότα όπως αυτά εγείρονται στην αγωγή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα διότι αυτά οδήγησαν ουσιαστικά στην αποτυχία της εναγομένης 1 να διαχειριστεί σωστά τη διαδικασία σύναψης δανείου και στη βάση προνοιών και οδηγιών όπως αυτές καθορίζονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, της Μεικτής Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, της Κεντρικής Τράπεζας και άλλων φορέων, αλλά και στην αποτυχία της εναγόμενης 1 να διαχειριστεί τις εξαντλητικές και συνεχιζόμενες προσπάθειες του ενάγοντα για εξεύρεση λύσης στο δανειακό πρόβλημα που προέκυψε συνεπεία των κακών πρακτικών της τράπεζας. Τέλος επιδιώκεται η προσθήκη θέσης ότι κατά την αγωγή που γίνεται αναφορά στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης δεν υπήρξαν αυτά τα επίδικα ζητήματα και γεγονότα όπως εγείρονται στην παρούσα αγωγή και συνεπώς είναι η θέση του ότι η εκδοθείσα απόφαση στην άλλη αγωγή είναι άσχετη με την παρούσα αγωγή και ότι ο ενάγοντας έχει προχωρήσει με αίτηση στο σχέδιο εστία σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε κυρίως η Δ.
  3. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ίδιου του δικηγόρου του ενάγοντα ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από τον πελάτη του να προβεί στην ένορκη δήλωση. Για να δικαιολογήσει την παρούσα αίτηση αναφέρει ότι κατά τη δακτυλογράφηση της απάντησης στην υπεράσπιση την οποία συνέταξε ο ίδιος εκ παραδρομής και λάθους δεν ενσωμάτωσε το αναγκαίο δικόγραφο για την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Ακολούθως απέστειλε διορθωτικό κείμενο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το οποίο δεν έγινε αποδεκτό και το Δικαστήριο έδωσε προθεσμία για να γίνουν όλα τα δικονομικά διαβήματα προς διόρθωση. Είναι η θέση του ότι πρόκειται για εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη του δικογράφου, και ότι είναι εύλογο και δίκαιο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης όπως επιτραπεί η ζητούμενη τροποποίηση ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου τα ορθά γεγονότα και αξιώσεις. Τέλος είναι η θέση του ότι σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση είναι πολύ πιθανό να έχει σοβαρότατες συνέπειες αναφορικά με την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αγωγή ενώ σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η πλευρά του εναγομένου δεν θα υποστεί καμιά ζημιά εκτός από το ζήτημα των εξόδων τα οποία όμως μπορούν να επιδικαστούν εις βάρος του ενάγοντα. Η πλευρά των εναγομένων 1 καταχώρησε ένσταση με κύριο νομικό υπόβαθρο την Δ.19, την Δ.21, την Δ.30, την Δ.39 και την Δ.
  4. Καταχωρήθηκαν συνολικά δέκα λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα προβάλλουν ως λόγους ένστασης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αστήρικτη και άκυρη. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι δεν μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διότι ζητείται η τροποποίηση ανύπαρκτου δικογράφου, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και άκυρη διότι καταρτίστηκε από τον ίδιο δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και χωρίς να προβληθεί βάσιμος λόγος ή εξήγηση που να δικαιολογεί το γεγονός ότι δεν ορκίστηκε ο ίδιος ο ενάγοντας. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικά δικαιολογημένες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων, ούτε έχει προβληθεί με μαρτυρία η χρησιμότητα της τροποποίησης και ότι με την αιτούμενη προσθήκη δεν αποκρούονται ειδικά οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 παρά μόνο γίνεται μία γενική αναφορά που δεν είναι απαραίτητη και αναγκαία. Τέλος προβάλλονται οι θέσεις ότι δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης του αιτούμενου δικογράφου, ούτε ζητήθηκε η παράταση του χρόνου καταχώρησης του και ότι η αίτηση έγινε με μεγάλη καθυστέρηση και καταχρηστικά. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση υπαλλήλου της εναγομένης 1 η οποία στο αρχικό κείμενο της ένορκης της δήλωσης κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα, της εξουσιοδότησης της να προβεί στην ένορκη δήλωση και της νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους της εναγομένης
  5. Ακολούθως επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και τους διανθίζει με περαιτέρω επιχειρηματολογία που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης τονίζοντας το γεγονός ότι ζητείται τροποποίηση ανύπαρκτου δικογράφου, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική διότι προέρχεται από το δικηγόρο του ενάγοντα που χειρίζεται την παρούσα αγωγή και κωλύεται εφόσον καθίσταται μάρτυρας γεγονότων και χωρίς να δίνει οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό. Τέλος η ενόρκως δηλούσα τονίζει την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης και ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται σ' αυτό το στάδιο, οφείλοντας ο ενάγοντας να προβεί εγκαίρως στα δέοντα δικονομικά διαβήματα και εν πάση περιπτώσει οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου, απορρέει από τις πρόνοιες της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών η οποία τυγχάνει εφαρμογής και σε περιπτώσεις ως η υπό κρίση. Η Δ.25 επακριβώς, προνοεί: «1.

(1)Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Από απλή αντιπαραβολή των προνοιών της Δ.25, κ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως αυτές ίσχυαν πριν την πρόσφατη τροποποίηση, με αυτές ως διαμορφώθηκαν μετά την τροποποίηση της, είναι εμφανής ο «ανασχεδιασμός» της σε πρόνοιες. Πλέον, σε μεγάλο βαθμό, η πρακτική των Δικαστηρίων και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναπτύχθηκε και σχετίζεται με την τροποποίηση δικογράφων δεν αντιστοιχεί με τις πρόνοιες της Δ.25 ως αυτή ισχύει σήμερα. Συγκεκριμένα με το καθεστώς που ίσχυε πριν την τροποποίηση της Δ.25 το νομολογιακό πλαίσιο είχε διαμορφώσει μια φιλελεύθερη τάση και ευρεία αποδοχή αιτημάτων τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος βασιζόταν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί την αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Είναι φανερό ότι η τροποποίηση της Δ.25 κρίθηκε τόσο αναγκαία όσο και επικουρική για να διασφαλίσει την καλύτερη εφαρμογή της Δ.30 αλλά και να εξυπηρετήσει την στόχευση (overriding principle) της διαχείρισης των υποθέσεων σύντομα, αποτελεσματικά με το μικρότερο δυνατό κόστος (cost effectiveness). Συνεπώς και αναλογικά περιορίστηκε και η εμβέλεια της δυνατότητας για τροποποίηση. Παρόλα αυτά όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εγκρίνει, στις περιπτώσεις όπου κρίνει αυτό ορθό και δίκαιο, νοουμένου ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις, έχει παραμείνει ανέπαφη. Αυτό προκύπτει και από τα όσα διαλαμβάνονται στον Κ. 5 της Δ.25 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «5. Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.» Τέθηκε από πλευράς εναγομένης ζήτημα παρατυπίας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση επειδή αυτή προέρχεται από δικηγόρο. Σχετική επί του θέματος είναι η και η πρόσφατη απόφαση στην Μαυρονικόλα - ν - Ξάνθου Πολιτική Έφεση 8/18 ημερ. 14/4/2020, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄ Ένα άλλο ζήτημα που έθεσε η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση αφορά το γεγονός ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του αιτητή. Αναφέρεται στην ένσταση ότι πρόκειται για «ακατάλληλη ένορκη δήλωση». Σαφής είναι η νομολογία ότι τούτο είναι ανεπιθύμητο, εκτός όταν είναι αναγκαίο. Από τις περιστάσεις δε, προκύπτει ότι είναι ο δικηγόρος εν προκειμένω που γνώριζε τα γεγονότα. Θα μπορούσε βέβαια περαιτέρω να λεχθεί ότι κατά γενική αρχή όταν ένας δικηγόρος έχει καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να εμφανίζεται ως δικηγόρος. Η ένορκη δήλωση όμως δεν πάσχει ώστε να πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί ( Rybolovlev - Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82).΄΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη το δικονομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση καθώς επίσης και το περιεχόμενο του φακέλου της διαδικασίας και τις θέσεις που προέβαλαν αμφότερες οι πλευρές προβαίνει στις πιο κάτω διαπιστώσεις. Η εναγόμενη 1 με το δικόγραφο της που αποτελείται από υπεράσπιση και ανταπαίτηση κάνει ειδική αναφορά σε άλλη δικαστική διαδικασία για την οποία ο ενάγοντας επιδιώκει με την αιτούμενη τροποποίηση να τοποθετηθεί και να προβάλει τις δικές του θέσεις αναφορικά με την εν λόγω διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι αναφορές του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση είναι πειστικές καθότι ο ίδιος ανέφερε ότι από καλόπιστο λάθος και εκ παραδρομής δεν συμπεριέλαβε κατά τη σύνταξη του δικογράφου τους ισχυρισμούς που επιδιώκει να προσθέσει με την αιτούμενη τροποποίηση και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι το λάθος είναι καλόπιστο και οφείλεται από τον ίδιο τον δικηγόρο ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον σύνταξης του δικογράφου. Όσον αφορά την θέση της εναγόμενης 1 ότι επιδιώκεται τροποποίηση ανύπαρκτου δικογράφου το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτή την τοποθέτηση διότι ναι μεν στο αρχικό κείμενο της αίτησης δεν έχει συνταχθεί ευκρινώς τι ακριβώς επιδιώκεται διότι παραπέμπει ευθέως σε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση που προφανώς δεν υπάρχει υπεράσπιση στην ανταπαίτηση πλην όμως στο ακόλουθο μέρος του παρακλητικού ευθέως παραπέμπει ο ενάγοντας αιτητής σε αίτημα για προσθήκη υπεράσπισης στην ανταπαίτηση που προδήλως δεν έχει συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι εύλογη και αναγκαία η τροποποίηση και θα εξυπηρετούσε την ορθή απονομή της δικαιοσύνης διότι με την τροποποίηση που θα λάβει χώρα το Δικαστήριο θα έχει μία ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των θέσεων και των ισχυρισμών αμφοτέρων των πλευρών αναφορικά με την άλλη δικαστική διαδικασία που κάνουν αναφορά και οι δύο πλευρές. Σε περίπτωση που το αίτημα του ενάγοντα δεν γινόταν αποδεκτό θα ελλόχευε ο κίνδυνος να μην μπορούσε να υπερασπιστεί στην ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 εταιρείας. Το Δικαστήριο δεν ασπάζεται τη θέση της εναγόμενης ότι θα έπρεπε να ζητηθεί παράταση του χρόνου καταχώρησης του δικογράφου διότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί σε ενιαίο δικόγραφο η απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και στην προκειμένη περίπτωση αυτό για να επιτευχθεί θα πρέπει να γίνει με τροποποίηση του εγγράφου όπως είναι και το αίτημα του ενάγοντα. Όσον αφορά τη θέση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και άκυρη το Δικαστήριο δεν ασπάζεται αυτή την τοποθέτηση. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω δικονομικό πλαίσιο που διέπει αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να παραμεριστεί και να αγνοηθεί διότι ο ενόρκως δηλών ρητά αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να προβεί στην ένορκη του δήλωση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος αναφέρει ότι το όλο ζήτημα προέκυψε από δικό του λάθος. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προβολή του αιτήματος διότι την ημέρα που ήταν ορισμένη η αγωγή για οδηγίες για πρώτη φορά, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, ο Ενάγοντας ζήτηση χρόνο για να προβεί στο σχετικό δικονομικό διάβημα και η άλλη πλευρά συμφώνησε. Η πλευρά της εναγόμενης 1 δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα, πράγμα το οποίο και ο ίδιος ο ενάγοντας αποδέχεται και αυτή θα είναι η ανάλογη διαταγή του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει εκδίδεται διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η πλευρά του ενάγοντα τροποποιήσει την απάντηση στην υπεράσπιση που καταχώρησε με την προσθήκη υπεράσπισης και ανταπαίτησης ως η παράγραφος 1, 2 και 3 της αίτησης. Το τροποποιημένο δικόγραφο να καταχωρηθεί εντός εφτά ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος το οποίο να ζητηθεί μέχρι τις 7.6.2021. Τα έξοδα της αίτησης και τυχόν έξοδα που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 1 και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.