← Κύπρος

Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Ρουβανιά κ.α., Αρ. Αγωγής: 277/13, 30/6/2021

Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Ρουβανιά κ.α., Αρ. Αγωγής: 277/13, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 277/13 Μεταξύ: Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Εναγόντων και

  1. ΧXXX XXXX Ρουβανιά
  2. XXXX XXXX Τουμπή
  3. XXXX XXXX Κουφού Εναγόμενων Ημερομηνία: 30.6.2021 Για Ενάγοντες: κα Μ. Α. Ομήρου για Ομήρου & Ομήρου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 3: κα Σ. Σωκράτους. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, δυνάμει συμφωνίας δανείου, το ποσό των €282.449,69, με τόκο 11,25% ετησίως από τις 25.1.2013, με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Περαιτέρω εναντίον του Εναγόμενου 3 αξιώνεται διάταγμα πώλησης του μεριδίου του επί ακινήτου, που υποθήκευσε ως εξασφάλιση της ως άνω συμφωνίας. Εδώ να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και κοινή με τον Εναγόμενο 3, Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση, εφόσον εκπροσωπούνταν από την ίδια δικηγόρο. Όμως στις 22.12.2020, η δικηγόρος τους, ζήτησε και έλαβε άδεια να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση τους και ενόψει της απουσίας τους, παρά το ότι ειδοποιήθηκαν σχετικά, η υπόθεση ορίσθηκε για απόδειξη. Δεν εμφανίσθηκαν ούτε στην συνέχεια και στις 27.5.2021, μετά από απόδειξη της υπόθεσης, εκδόθηκε εναντίον τους απόφαση. Έτσι παρέμεινε προς εκδίκαση η υπόθεση για τον Εναγόμενο
  4. Ως προς αυτόν συμφωνήθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων όπως εκδοθεί απόφαση αναφορικά με το αξιούμενο ποσό, πλέον τόκους, με κάποια αναστολή εκτέλεσης. Με τον τρόπο αυτό περιορίσθηκαν τα επίδικα θέματα μόνο στην αξίωση για πώληση του μεριδίου του επί του ενυπόθηκου ακινήτου. Συμφωνήθηκε δε όπως η ως άνω εκ συμφώνου απόφαση εκδοθεί την ημέρα που θα εκδοθεί η τελική απόφαση επί του εναπομείναντος θέματος. Δικογραφημένες θέσεις Ενόψει του περιορισμού των επίδικων θεμάτων η αναφορά στις δικογραφημένες θέσεις θα περιορισθεί ασφαλώς μόνο στις σχετικές με το θέμα. Οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους προβάλλουν ότι στις 3.9.2010, κατόπιν αίτησης των Εναγομένων 1-3 συμφώνησαν με αυτούς γραπτώς όπως τους παραχωρήσουν και τους παραχώρησαν δάνειο ύψους €230.
  5. Προς εξασφάλιση, μεταξύ άλλων, των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ως άνω συμφωνία δανείου, ο Εναγόμενος 3 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων, δυνάμει σύμβασης υποθήκης ημερ. 3.9.2010 και σχετικής δήλωσης υποθήκης, ολόκληρο το μερίδιο ή συμφέρον του σε ακίνητο στο χωριό XXXX. Στην Έκθεση Υπεράσπισης, αναφορικά με το θέμα που παρέμεινε προς κρίση, προβάλλεται ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε οιοδήποτε έγγραφο υποθήκης και/ή σύμβαση υποθήκης και ότι εάν ακόμα αποδειχθεί ότι οιονδήποτε έγγραφο υπογράφτηκε από αυτόν, αυτό έγινε με δόλο, απάτη και με παραπλάνηση του. Στην Ανταπαίτηση αξιώνεται δε δήλωση του Δικαστηρίου ότι «η εν λόγω συμφωνία στην οποία αναφέρονται οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους είναι παράνομη και/ή συνιστά απάτη και δόλο εις βάρος των Εναγομένων και/ή είναι άκυρη». Στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες αρνούνται τους άνω ισχυρισμούς και υποστηρίζουν ότι ο Εναγόμενος 3, έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών από τις πράξεις του, υπόγραψε με ελεύθερη και δική του βούληση τόσο το έγγραφο υποθήκης όσο και την σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου. Μαρτυρία Στα πλαίσια της ακρόασης της υπόθεσης δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Περαιτέρω για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε μια μάρτυρας ενώ κανένας μάρτυρας δεν κλήθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου
  6. Τα παραδεκτά γεγονότα, που ως τέτοια αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι τα ακόλουθα:
  7. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπίου (στο εξής «η Σ.Π.Ε.»), κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν εγγεγραμμένη συνεργατική πιστωτική εταιρεία δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και ασκούσε εργασίες αποδοχής καταθέσεων, παροχής δανείων πιστώσεων και άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων, ανοίγματος και διατήρησης λογαριασμών και άλλων συναφών εργασιών, σε μέλη της και μη εντός της Επαρχίας Πάφου.
  8. Η Σ.Π.Ε., από 24.6.2013 μετατράπηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπίου Λτδ. Ακολούθως αυτή συγχωνεύθηκε με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ από τις 26.10.2013 και διαλύθηκε. Το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ την ίδια ημέρα μετονομάστηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Στην συνέχεια αυτό και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ συγχωνεύτηκαν και η σχετική έγγραφη συμφωνία ενεγράφη από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 21.72017, με ημερομηνία ισχύος της μεταφοράς την 1.7.2017, με αποτέλεσμα η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ να διαδεχθεί εξ ολοκλήρου το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις και το τελευταίο να διαλυθεί. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ στις 24.7.2017 μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στις 3.9.2018 σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ.
  9. Οι Ενάγοντες διεξάγουν δραστηριότητες που αφορούν την διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και έχουν αναλάβει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις όπως αυτά απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου και την επίδικη υποθήκη.
  10. Ο Εναγόμενος 3, κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ήταν κάτοικος της επαρχίας XXXX και πελάτης της Σ.Π.Ε.
  11. Στις 3.9.2010 η Σ.Π.Ε. και οι Εναγόμενοι υπέγραψαν έγγραφη συμφωνία ίδιας ημερομηνίας (στο εξής η «συμφωνία δανείου») δυνάμει της οποίας η Σ.Π.Ε. παραχώρησε στους Εναγόμενους δάνειο ύψους €230.000 (στο εξής «το δάνειο»). Με βάση την συμφωνία δανείου την ίδια ημέρα, η Σ.Π.Ε. άνοιξε τον λογαριασμό με αριθμό XXXX (ο οποίος στη συνέχεια μετατράπηκε λόγω των ως άνω αναφερόμενων αλλαγών και συγχωνεύσεων σε XXXX και τέλος σε XXXX) προς όφελος των Εναγόμενων (στο εξής ο «λογαριασμός») και εκταμίευσε το δάνειο στον λογαριασμό.
  12. Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου από τους Εναγόμενους, η Σ.Π.Ε., μέσω επιστολών ημερομηνίας 21.8.2012 προς τους Εναγόμενους, τερμάτισε νόμιμα την συμφωνία δανείου και την λειτουργία του λογαριασμού.
  13. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, όπως παρουσιάζεται στις 31.12.2020 (τελευταία κεφαλαιοποίηση τόκων) είναι €522.639,16 - το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται μέχρι σήμερα - και συνεχίζεται να χρεώνεται τόκος προς 6,50% από 1.1.2021 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων ανά εξάμηνο μέχρι πλήρους εξόφλησης. Περαιτέρω οι διάδικοι συμφώνησαν και κατατέθηκε εκ συμφώνου (ως τεκμήριο 1) και δήλωσαν ότι αποδέχονται την αλήθεια του περιεχομένου της, αντίγραφο της συμφωνίας δανείου. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η XXXX Παναγή. Η μάρτυρας ήταν στην υπηρεσία της Σ.Π.Ε. από το 2002 μέχρι το 2013, στην αρχή ως Ταμίας και ακολούθως ως Υπεύθυνη στο Τμήμα Δανείων. Μετά τις ως άνω συγχωνεύσεις μεταφέρθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και παρέμεινε εκεί μέχρι το 2018, ότε και προσλήφθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στην οποία εργάζεται σήμερα. Κατά τον επίδικο για την αγωγή χρόνο ήταν Υπεύθυνη Δανείων στην Σ.Π.Ε. Συμμετείχε, μεταξύ άλλων, στην διαδικασία σύναψης δανείων και μεριμνούσε για την υπογραφή των αναγκαίων, για την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, εγγράφων από τους πελάτες. Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου, ο Εναγόμενος 3, στις 3.9.2010, στην παρουσία της Μ.Ε.1 και της XXXX Παπαχριστοφή ως μαρτύρων, υπέγραψε έγγραφο υποθήκης (τεκμήριο 4) και σύμβαση υποθήκης (τεκμήριο 3) με αριθμό Υ9048/10 προς όφελος της Σ.Π.Ε., τα οποία κατατέθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο XXXX και δυνάμει των οποίων υποθήκευσε ολόκληρο το μερίδιο ή συμφέρον του (εγγεγραμμένο μερίδιο ή συμφέρον XX) σε ακίνητο στο χωριό XXXX, στην XXXX. Περαιτέρω η μάρτυρας ανέφερε ότι διάβασε την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση και δήλωσε ότι αρνείται και απορρίπτει τους εκεί προβαλλόμενους ισχυρισμούς του Εναγόμενου
  14. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Απάντησε με αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν και οι σχετικές με το επίδικο θέμα θέσεις της ήταν λογικές, βρίσκουν έρεισμα στα σχετικά τεκμήρια, δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της, ούτε και ανατράπηκαν από άλλη μαρτυρία. Είναι δε προφανές από το σύνολο των όσων είπε ότι ήταν παρούσα και είδε τον Εναγόμενο 3, να υπογράφει το έγγραφο υποθήκης (τεκμήριο 4) και την σύμβαση υποθήκης (τεκμήριο 3) και για τον σκοπό αυτό, δηλ. ως μάρτυρας των υπογραφών έθεσε και αυτή τις υπογραφές της (ολογράφως το ονοματεπώνυμο της) στα εν λόγω τεκμήρια. Ανέφερε επίσης ότι στο έγγραφο υποθήκης πέραν από την υπογραφή του ενυπόθηκου δανειστή στην τελευταία σελίδα, αυτός έθετε και τα αρχικά του σε κάθε άλλη σελίδα (όπως πράγματι φαίνεται στο τεκμήριο 4 με αρχικά «XXXX» που είναι τα αρχικά του ονοματεπώνυμου του Εναγόμενου). Δεν μου διαφεύγει δε ότι σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της αναφέρθηκε στην πρακτική που ακολουθείτο για το θέμα από την Σ.Π.Ε. και συγκεκριμένα ότι μετά που το έγγραφο υπογραφόταν από τον πελάτη, υπέγραφαν οι μάρτυρες. Εξετάζοντας όμως την μαρτυρία της στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά, δεν προκύπτει ότι η θέση της ότι είδε τον Εναγόμενο 3 να υπογράφει είναι συμπερασματική δηλ. προέρχεται εκ του ότι πρέπει να τον είδε γιατί έτσι γινόταν στην πράξη. Εκείνο που προκύπτει θετικά είναι ότι είδε αυτόν, τον οποίο μάλιστα γνώριζε ως πελάτη δηλ. δεν τον έβλεπε για πρώτη φορά, να υπογράφει τα δύο έγγραφα και στην συνέχεια έθεσε και αυτήν την υπογραφή της ως μάρτυρας των υπογραφών. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι είναι φανερό από το σύνολο των όσων είπε ότι η αναφορά της ότι ήταν μετά που υπέγραψε ο Εναγόμενος 3, που υπέγραψε και η ίδια, δεν είχε την έννοια ότι υπέγραψε σε διαφορετικό χρονικό στάδιο και στην απουσία αυτού, αλλά τον ίδιο χρόνο αμέσως μετά που εκείνος υπέγραψε μπροστά της. Όσον δε αφορά την έλλειψη υπογραφής του Εναγόμενου 3 στην δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 3, η Μ.Ε.1 ανέφερε μεν αρχικά ότι δεν γνωρίζει για αυτό αλλά στην συνέχεια είπε ότι εκεί δεν υπέγραφε ο πελάτης, κάτι που επιβεβαιώνεται από το ίδιο έγγραφο εφόσον σε εκείνο το σημείο υπογράφει ο «Ενυπόθηκος Οφειλέτης» μόνο όταν δηλώνει ότι η γη πάνω στην οποία βρίσκεται το ακίνητο που υποθηκεύεται δεν ανήκει σε αυτόν είτε του ανήκει αλλά δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του. Δεν προέκυψαν δε από την μαρτυρία οποιεσδήποτε περιστάσεις που να καθιστούσαν αναγκαία την συμπλήρωση και υπογραφή εκείνου του μέρους του τεκμηρίου
  15. Εξέταση θέσεων διαδίκων Πριν προχωρήσω στα όσα σχετικά εγείρουν οι διάδικοι, αναφορά θα πρέπει να γίνει στο δικονομικό πλαίσιο που διέπει την εξέταση τους. Ως είναι παγίως νομολογημένο οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από την δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων είναι ουσιώδης εφόσον συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαϊικό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει την διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Όταν τίθενται ζητήματα που αφορούν παρανομία ή σύγκρουση με συγκεκριμένη νομοθεσία, αυτά θα πρέπει δικογραφούνται όχι γενικά αλλά με την δέουσα σαφήνεια και να δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες της παρανομίας ή της σύγκρουσης (βλ. Δ.19 Κ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 75/13, ημερ. 28.3.2019). Το Δικαστήριο δεν μπορεί δε να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Αποτελεί θέση του Εναγόμενου 3, στις τελικές του αγορεύσεις, ότι η επίδικη υποθήκη (έγγραφο υποθήκης και σύμβαση υποθήκης - τεκμήρια 3 και 4) δεν είναι έγκυρη καθότι δεν έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 (βλ. άρθρο 5 του Νόμου). Συγκεκριμένα αφού γίνεται αναφορά στα άρθρα 8, 10 και 21 του εν λόγω Νόμου προβάλλεται ότι: · Τα τεκμήρια 3 και 4 δεν υπογράφτηκαν δεόντως και υπογράφτηκαν κατά παράβαση του Νόμου · Δεν επιβεβαιώνεται η εγκυρότητα των υπογραφών επί του τεκμηρίου 3, όπως επιτάσσει το άρθρο 8 του Νόμου. · Η δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 3 δεν φέρει καμία υπογραφή ούτε από τον ενυπόθηκο οφειλέτη ούτε από τον ενυπόθηκο δανειστή, ούτε υπάρχει βεβαίωση, ούτε υπογραφή Κτηματολόγου . · Οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι το πρόσωπο που υπόγραψε την πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 3 και την τέταρτη σελίδα του τεκμηρίου 4, είχε το δικαίωμα υπογραφής ως επιτάσσει ο Νόμος και ούτε εμφαίνεται ότι παρείχε ως αντιπρόσωπος «έγγραφον εξουσιοδότησιν, προσηκόντως κεκυρωμένην παρ' αρμοδίας τινός αρχής και χαρτοσεσημασμένην» «προς διενέργειαν της τοιαύτης δηλώσεως μεταβιβάσεως», ως προβλέπει το άρθρο 10 του Νόμου. Εκείνο που θα πρέπει κατ' αρχάς να εξετασθεί είναι κατά πόσο τα ως άνω θέματα περιλήφθηκαν δεόντως, ως απαιτείται, στην δικογραφία του Εναγόμενου
  1. Αναφορά στο δικόγραφο του σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, ο Εναγόμενος 3, κάνει στην παράγραφο
  2. Εκεί αφού δηλώνει ότι αρνείται τον σχετικό ισχυρισμό των Εναγόντων (στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι δηλ. σε εξασφάλιση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την συμφωνία δανείου, αυτός υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων, δυνάμει σύμβασης υποθήκης ημερ. 3.9.2010 και σχετικής δήλωσης υποθήκης, μερίδιο του σε ακίνητο στον XXXX, προβάλλει ότι ουδέποτε υπέγραψε οιοδήποτε έγγραφο υποθήκης και/ή σύμβαση υποθήκης και ότι εάν ακόμα αποδειχθεί ότι οιονδήποτε έγγραφο υπογράφτηκε από αυτόν, αυτό έγινε με δόλο και απάτη και με παραπλάνηση του. Δεν μου διαφεύγει ότι σε άλλο σημείο της Έκθεσης Υπεράσπισης του και συγκεκριμένα στην παράγραφο 10 προβάλλει ισχυρισμούς για μη νόμιμη κατάρτιση, για ακυρότητα και παρανομία. Πέραν όμως από την γενικότητα με την οποία αυτό διατυπώνεται, προσεκτική ανάγνωση της εν λόγω παραγράφου καταδεικνύει με σαφήνεια ότι δεν αναφέρεται στην σύμβαση και την δήλωση υποθήκης αλλά στην επίδικη συμφωνία δανείου. Αυτό καθότι, ως αναφέρεται, επαναλαμβάνει προγενέστερους ισχυρισμούς, οι οποίοι απαντούν στους ισχυρισμούς εκείνους των Εναγόντων που αναφέρονται στην συμφωνία δανείου. Ότι περί αυτής πρόκειται προκύπτει άλλωστε και από εξής: Στην παράγραφο 10 γίνεται αναφορά «στην εν λόγω συμφωνία στην οποία αναφέρονται οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως». Οι Ενάγοντες στο δικόγραφο τους όπου μιλούν για συμφωνία, αναφέρονται στην επίδικη συμφωνία δανείου ενώ όσον αφορά την υποθήκη αναφέρονται σε σύμβαση και δήλωση υποθήκης. Εδώ να σημειωθεί ότι και η αξίωση στην Ανταπαίτηση για δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία είναι παράνομη και/ή συνιστά απάτη και δόλο και/ή είναι άκυρη, επίσης αφορά την συμφωνία δανείου, εφόσον και εκεί αναφέρεται και πάλι στην «συμφωνία στην οποία αναφέρονται οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους». Ως εκ τούτου προκύπτει ότι με την Ανταπαίτηση δεν αξιώνεται η ακύρωση της επίδικης υποθήκης. Το μόνο λοιπόν θέμα που έχει καταστεί επίδικο και είναι προς εξέταση είναι η υπογραφή των τεκμηρίων 3 και 4 από τον Εναγόμενο 3 και κανένα άλλο. Εδώ να σημειωθεί ότι και στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, πέραν από το κατά πόσο υπέγραψε ο Εναγόμενος 3 τα εν λόγω τεκμήρια και την μη ύπαρξη υπογραφών στην δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 3 που είναι σχετικό, κανένα άλλο θέμα δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
  3. Η έγερση των άλλων θεμάτων που προαναφέρονται, στην τελική αγόρευση του Εναγόμενου 3 και μόνον, ασφαλώς και δεν τα καθιστά επίδικα. Πρόκειται για θέματα που εγείρονται για πρώτη φορά σε αυτό το στάδιο και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν ως προς αυτά ούτε καν στις τελικές τους αγορεύσεις. Να υπομνησθεί ότι βασικός σκοπός του επακριβούς προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα είναι η διασφάλιση του δικαιώματος του διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Εξετάζοντας λοιπόν το μόνο θέμα που εγείρεται στην παρούσα θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2014)σελ. 365, ο γενικός κανόνας είναι ότι έγγραφο μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία αν αποδειχθεί η σωστή εκτέλεση του (βλ. και MA Goodvalue Suppliers Ltd κ.α. v. Barclays Bank PLC
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1038). Ο όρος «σωστή εκτέλεση» αναφέρεται στην υπογραφή ή σφράγιση του δηλ. ότι υπογράφτηκε ή σφραγίσθηκε από το πρόσωπο που υποτίθεται ότι φέρει την υπογραφή ή την σφραγίδα του. Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Γ.Π. Κακογιάννη, Η Απόδειξη
(1983)παρ.28-04-28-05, σε αστικές υποθέσεις η σωστή εκτέλεση ενός εγγράφου, γίνεται κατά κανόνα παραδεκτή. Όταν όμως αμφισβητείται αυτό θα πρέπει να αποδεικνύεται. Η σωστή εκτέλεση ενός εγγράφου μπορεί να αποδειχθεί με απόδειξη του γραφικού χαρακτήρα του προσώπου που υπέγραψε, με ένα από τους ακόλουθους τρόπους:
(1)με μαρτυρία από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε το έγγραφο ή
(2)με μαρτυρία προσώπου γνώστη του γραφικού χαρακτήρα του υπογράψαντος ή προσώπου που τον είδε να υπογράφει ή
(3)με μαρτυρία πραγματογνώμονα γραφολόγου (βλ. και σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης ανωτέρω σελ. 365 επ. και Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ν. Κακάβου, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολ. Έφεση Αρ. 278/2010, ημερ. 15.10.2015). Ως δε προκύπτει από τη νομολογία μας, όταν ένα έγγραφο αμφισβητείται, ο διάδικος που επικαλείται αυτό και την εγκυρότητα του και το προσάγει στο Δικαστήριο φέρει το βάρος της απόδειξης της ορθής εκτέλεσής του (βλ. Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676 και Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ.Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 843). Σε τέτοια περίπτωση εναπόκειται στο πρόσωπο που επικαλείται το έγγραφο να πείσει για την ορθότητα του ισχυρισμού του και όχι στον αντίδικο του να αποδείξει το αντίθετο ή την πλαστότητα του εγγράφου, εφόσον δεν είναι εκείνος που πρότεινε ή εισηγήθηκε την ύπαρξη του εγγράφου (βλ. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α. ανωτέρω). Εάν λοιπόν ο Εναγόμενος αρνείται μια γραπτή σύμβαση, την οποία ο Ενάγοντας επικαλείται και στην οποία βασίζει την απαίτηση του, τότε ο Ενάγοντας οφείλει να πείσει το Δικαστήριο πως τα μέρη έχουν συμβληθεί θέτοντας την υπογραφή τους. Όταν υπάρχει σχετική άρνηση στο δικόγραφο και σχετική αμφισβήτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, η απλή παρουσίαση του εγγράφου, χωρίς ένσταση από την πλευρά που το αμφισβητεί, δεν συνιστά παραδοχή και κατ' επέκταση ότι αποδείχθηκε η σύναψη της σύμβασης (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Σαλούμη κ.α.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 134). Προς υποστήριξη της αξίωσης τους για εκποίηση της υποθήκης, οι Ενάγοντες επικαλούνται στην προκειμένη την ύπαρξη σύμβασης υποθήκης ημερ. 3.9.2010 και σχετικής δήλωσης υποθήκης. Προς απόδειξη αυτών προσήγαγαν τα έγγραφα τεκμήρια 3 και
  1. Ως έχει δε προαναφερθεί έγινε δεκτή η μαρτυρία της Μ.Ε.1, ότι αυτά υπεγράφησαν στην παρουσία της από τον Εναγόμενο
  2. Υπέδειξε δε η μάρτυρας σε ποια σημεία υπέγραψε ο Εναγόμενος
  3. Ως δε προαναφέρθηκε, το συγκεκριμένο μέρος στην δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου 3, δεν είναι εκ λάθους ή παραλείψεως που δεν έφερε υπογραφή. Από το ίδιο το έγγραφο προκύπτει ότι σε εκείνο το σημείο υπογράφει ο «Ενυπόθηκος Οφειλέτης» και ο «Ενυπόθηκος Δανειστής» αλλά και ο «Κτηματολόγος», μόνο όταν δηλώνεται ότι η γη πάνω στην οποία βρίσκεται το ακίνητο που υποθηκεύεται δεν ανήκει στον πρώτο είτε του ανήκει αλλά δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του. Δεν προέκυψαν δε από την μαρτυρία οποιεσδήποτε σχετικές περιστάσεις, ως οι πιο πάνω, που να καθιστούσαν αναγκαία την συμπλήρωση και την υπογραφή εκείνου του μέρους του τεκμηρίου
  4. Καμία δε μαρτυρία αντίθετη με αυτήν της Μ.Ε.1 δεν προσήχθη. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί και τούτο. Η Μ.Ε.1 υπέγραψε σαν μάρτυρας υπογραφών και στο τεκμήριο 1 δηλ. στην επίδικη συμφωνία δανείου, την οποία είναι παραδεκτό ότι υπέγραψε ο Εναγόμενος 3 ως πρωτοφειλέτης. Πάρα δε τούτο, που να σημειωθεί περαιτέρω ότι έγινε την ίδια ημέρα με την υπογραφή των τεκμηρίων 3 και 4, στον ίδιο χώρο, κανένα θέμα δεν τέθηκε σε σχέση με την υπογραφή του τεκμηρίου 1 από τον Εναγόμενο 3, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την διαφορετική αυτή στάση. Ενόψει του ότι ο Εναγόμενος 3 αμφισβήτησε, τόσο στο δικόγραφο του όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι οι υπογραφές που του αποδίδονται στα τεκμήρια 3 και 4 ανήκουν σ' αυτόν, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης και της ορθής εκτέλεσης των δύο εγγράφων, ήταν στους ώμους των Εναγόντων. Με βάση δε τα όσα προαναφέρθηκε κρίνεται ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν την ορθή εκτέλεση των τεκμηρίων 3 και 4 δηλ. ότι οι υπογραφές σε αυτά τέθηκαν από τον Εναγόμενο 3 ως ενυπόθηκο οφειλέτη και ότι αυτός δεσμεύεται έναντι των Εναγόντων, από τα έγγραφα αυτά. Κατ' επέκταση πέτυχαν να αποδείξουν την αξίωση τους. Σε σχέση δε με τον αριθμό της υποθήκης, δεν μου διαφεύγει ότι αυτός δεν αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Παρά ταύτα ο εν λόγω αριθμός φαίνεται στα ίδια τα τεκμήρια 3 και 4 και δεν αμφισβητήθηκε ότι αυτός είναι που σχετίζεται με την επίδικη υποθήκη, η οποία με την σειρά της εξασφάλιζε το επίδικο δάνειο. Σε αντίθεση δε με τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος 3 δεν προώθησε καν την Ανταπαίτηση του εφόσον ως προαναφέρθηκε με αυτήν αξίωνε δήλωση για ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου. Καταληκτικά Ως εκ των άνω η Αγωγή επιτυγχάνει ενώ η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Με βάση δε την αρχικώς αναφερόμενη δήλωση των διαδίκων, εκδίδεται εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 3, για το ποσό των €522.639,16, πλέον τόκους προς 6,5% από 1.1.2021, του τόκου κεφαλαιοποιημένου κάθε 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Νοείται ότι η εκ συμφώνου απόφαση, στο μέτρο που αφορά τα ίδια ποσά και τόκους, εκδίδεται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους Εναγόμενους 1 και 2, εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της εκ συμφώνου απόφασης για περίοδο 6 μηνών από σήμερα. Της αναστολής θα εξαιρείται το δικαίωμα των Εναγόντων να καταχωρήσουν αμέσως memo επί της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  5. Περαιτέρω εκδίδεται εναντίον του Εναγόμενου 3, διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εκποίηση της υποθήκης με αρ. XXXX, του Επαρχιακού Κτηματολογίου XXXX, δια πώλησης με δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου μεριδίου του στο ακίνητο με αρ. εγγραφής XXXX, τεμ. XXXX, Φ./Σχ. XXXX που βρίσκεται στον XXXX της επαρχίας XXXX και όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί έναντι και/ή προς εξόφληση της απαίτησης των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Τα έξοδα της υπόθεσης, τόσον όσον αφορά την Αγωγή όσον και την Ανταπαίτηση, στον βαθμό που τα τελευταία είναι διαφορετικά, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου
  6. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.