← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1672/13, 16/7/2021

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1672/13, 16/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A72 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1672/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ
  2. I.C.E. DEVELOPERS LIMITED Εναγόμενων Ημερομηνία: 16.7.2021 Για Ενάγουσα: κ. Ι. Τηλεμάχου για Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1: κ. Α. Χ. Παπαχαραλάμπους. ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της Ενάγουσας στην παρούσα εδράζεται σε συμφωνία δανείου και στις εξασφαλίσεις αυτής. Η αγωγή αποσύρθηκε όσον αφορά την Εναγόμενη 2 και έτσι παρέμεινε μόνο για τον Εναγόμενο 1 (στο εξής «ο Εναγόμενος»). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, περί τις 18.4.2008 η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος συνήψαν συμφωνία (στο εξής «η συμφωνία»), με την οποία χορηγήθηκε στον δεύτερο, δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €77.000 (στο εξής «το δάνειο»), σε λογαριασμό πού ανοίχθηκε στο όνομα αυτού (στο εξής «ο λογαριασμός δανείου»). Το δάνειο εξασφαλίσθηκε:

(1)με την υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ΧΧΧΧ, που ενεγράφη επί ακινήτου του Εναγόμενου,
(2)με την εκχώρηση των δικαιωμάτων του Εναγόμενου που απορρέουν από το συμβόλαιο αγοράς διαμερίσματος ημερ. 25.1.2008 (στο εξής «η δεύτερη εκχώρηση») και
(3)με τις υφιστάμενες, κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, εξασφαλίσεις, ήτοι: (α) με την εκχώρηση των δικαιωμάτων του Εναγόμενου, που απορρέουν από το συμβόλαιο αγοράς διαμερίσματος, άλλου από το προαναφερόμενο, ημερ. 12.10.2005 (στο εξής «η πρώτη εκχώρηση»), (β) με την υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧΧ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ΧΧΧΧ, που ενεγράφη επί άλλου ακινήτου του Εναγόμενου και (γ) με όλες τις εξασφαλίσεις που ο Εναγόμενος θα παραχωρούσε σε μεταγενέστερο χρόνο. Περί τις 8.12.2009 η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος προέβησαν σε συμφωνία, τροποποιητική της συμφωνίας («η α΄ τροποποιητική»). Με αυτήν οι εξασφαλίσεις παρέμειναν οι ίδιες και προστέθηκε η υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧΧ, του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ΧΧΧΧ, που ενεγράφη επί τρίτου ακινήτου του Εναγόμενου. Περί τις 8.6.2010 η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος προέβησαν σε άλλη τροποποιητική συμφωνία («η β΄ τροποποιητική»), με την οποία ακυρώθηκε η δεύτερη εκχώρηση έναντι είσπραξης ποσού €90.000, το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό υπό προειδοποίηση. Το δάνειο συνέχισε να εξασφαλίζεται με τις υπόλοιπες μέχρι τότε ισχύουσες εξασφαλίσεις και περαιτέρω με την δέσμευση του λογαριασμού υπό προειδοποίηση μέχρι ποσού €90.
  1. Περί τις 23.7.2010 η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος προέβησαν σε τρίτη τροποποιητική συμφωνία («η γ΄ τροποποιητική»). Με αυτήν, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε η αποδέσμευση του λογαριασμού υπό προειδοποίηση και όπως από το προϊόν της αποδέσμευσης καλυφθούν συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Παρέμειναν ως εξασφαλίσεις οι υπόλοιπες που ίσχυαν μέχρι τότε. Λόγω του ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε καθυστερήσεις στην πληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, η Ενάγουσα με επιστολή ημερ. 30.5.2012 ειδοποίησε τον Εναγόμενο για την παράβαση και τον κάλεσε όπως διευθετήσει τις καθυστερημένες δόσεις. Ενόψει της παράλειψης του να ανταποκριθεί, η Ενάγουσα, με επιστολή ημερ. 20.6.2012 προς τον Εναγόμενο, τερμάτισε την συμφωνία και την λειτουργία του λογαριασμού δανείου, κατέστησε απαιτητό κάθε οφειλόμενο ποσό και κάλεσε αυτόν όπως εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, πλέον τόκους, κάτι που δεν έπραξε. Ως εκ των άνω αξιώνεται εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των €101.640,34, πλέον τόκους. Παρεμβάλλεται εδώ ότι από τα όσα έχουν τεθεί κατά την ακρόαση, προκύπτει ότι η Ενάγουσα δεν προωθεί πλέον την αξίωση για έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων και διαταγμάτων δυνάμει της πρώτης εκχώρησης, ενόψει της πώλησης του διαμερίσματος που αφορούσε το σχετικό συμβόλαιο ενώ δεν αξιώνονται ούτε διατάγματα αναφορικά με τις υποθήκες με αρ. ΥΧΧΧΧ και ΥΧΧΧΧ, εφόσον έχουν ήδη προωθηθεί και περατωθεί οι σχετικές διαδικασίες εκποίησης τους. Παραμένει η αξίωση για εκποίηση της υποθήκης με αρ. ΥΧΧΧΧ. Στην Έκθεση Υπεράσπισης αρχικά εγείρονται προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες τελικά δεν προωθήθηκαν. Άνευ βλάβης αυτών, ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και προβάλλει τα ακόλουθα: (Α) Οι όποιες συμφωνίες αποδειχθούν ότι συνήφθησαν είναι παράνομες και/ή άκυρες διότι αντιβαίνουν τους περί Συμβάσεων και Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων Νόμους, (Β) Η συμφωνία δανείου είναι ιδιαίτερα επαχθής για τον Εναγόμενο και τον καταπιέζει οικονομικά εφόσον επιβάλλεται ιδιαίτερα αυξημένο επιτόκιο, χρεώσεις, επιβαρύνσεις, ανατοκισμοί αλλά και γιατί εξασφαλίσθηκε η υποθήκευση μεγάλου αριθμού ακινήτων με αξία πολλαπλάσια του ποσού του δανείου και εκχωρήθηκε πωλητήριο έγγραφο, (Γ) Οι τρεις τροποποιητικές συμφωνίες του επιβλήθηκαν αυθαίρετα, μονομερώς μετά από απαίτηση της Ενάγουσας με σκοπό την αύξηση του επιτοκίου και την επιβολή ανατοκισμού, χρεώσεων, επιβαρύνσεων και τόκων υπερημερίας. Όσον δε αφορά τις επίδικες υποθήκες ισχυρίζεται ότι συστάθηκαν και/ή ενεγράφησαν χωρίς τη δέουσα ενημέρωση του ενώ η υποθήκη με αρ. ΥΧΧΧΧ είναι μεταγενέστερη και συνεστήθη μετά που είχε δοθεί το δάνειο. Περαιτέρω προβάλλεται ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε εγκύρως την όποια συμφωνία και ουδέποτε του απέστειλε τις επιστολές που ισχυρίζεται. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν οφείλεται το αξιούμενο ποσό και ότι εξόφλησε πλήρως το δάνειο. Τέλος διαζευκτικά προβάλλει ότι το εν λόγω ποσό είναι προϊόν παράνομων χρεώσεων και ανατοκισμών, δεν πιστώνει πληρωμές που έγιναν ενώ η επιβολή επιτοκίου προς 10,25% είναι μονομερής και αυθαίρετη. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, η Ενάγουσα αφού συνενώνει τα επίδικα και αρνείται όλους και τον κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, καθ' ην έκταση και βαθμό αυτοί είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν με τους δικούς της, απαντά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε μια μάρτυρας. Προς υπεράσπιση του κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Κανάρη, λειτουργός στο τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας, στην Πάφο. Κατά την μαρτυρία της αναφέρθηκε με λεπτομέρεια και κατέθεσε τεκμήρια σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου (ημερ. 18.4.2008 - τεκμήριο 4), τις 3 τροποποιητικές της συμφωνίες (ημερ. 8.12.2009, 8.6.2010 και 23.7.2010) και τις εκάστοτε εξασφαλίσεις της (υποθήκες με αρ. ΥΧΧΧΧ, ΥΧΧΧΧ και ΥΧΧΧΧ, συμφωνίες εκχώρησης και άλλες). Περαιτέρω αναφέρθηκε στις καθυστερήσεις πληρωμών των δόσεων που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός και στην ενόψει αυτού αποστολή στον Εναγόμενο προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 30.5.2012 (τεκμήριο 18) καθώς και στην λόγω της εξακολούθησης στην μη συμμόρφωση του, αποστολή επιστολής τερματισμού ημερ. 20.6.2012 (τεκμήριο 19). Τέλος προς απόδειξη του αξιούμενου ποσού ως οφειλόμενου υπολοίπου κατέθεσε αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού από την αρχή της λειτουργίας του (τεκμήριο 15) και αναδομημένη κατάσταση του ίδιου λογαριασμού (τεκμήριο 16) στην βάση της οποίας η Ενάγουσα περιόρισε βασικά την αξίωση της ως προς το ποσό. Ο Εναγόμενος κατά την μαρτυρία του παραδέχθηκε την σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου, το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, την παραχώρηση σε αυτόν του ποσού των €77.000 καθώς και την υπογραφή από αυτόν των σχετικών με τις 3 υποθήκες εγγράφων αλλά και άλλων εγγράφων. Ανέφερε δε ότι στις 20.5.2010 το διαμέρισμα για την αγορά του οποίου έλαβε το δάνειο, πωλήθηκε για €90.000 και μετά την επιστολή της Ενάγουσας, το ποσό αυτό καταχωρήθηκε σε λογαριασμό υπό προειδοποίηση. Ταυτόχρονα ο ίδιος έδωσε προφορικά οδηγίες στην Ενάγουσα, όπως το εν λόγω ποσό χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του επίδικου δανείου που τότε παρουσίαζε υπόλοιπο γύρω στις €78.000 και οι υπόλοιπες €12.000 να χρησιμοποιηθούν για να καλύψουν τις υπερβάσεις που παρουσίαζαν τότε δύο άλλοι λογαριασμοί δανείων του. Παρά τις οδηγίες του, στις 21.7.2010 η Ενάγουσα του παρέδωσε δια χειρός επιστολή (τεκμήριο 9) με την οποία του πρότεινε διάφορα. Αυτός ενημέρωσε προφορικά την Ενάγουσα ότι δεν αποδεχόταν όλους τους όρους του τεκμηρίου 9 και συγκεκριμένα αυτούς που αφορούσαν αποδέσμευση προς όφελος των δύο εταιριών. Η Ενάγουσα αποδέχτηκε το πιο πάνω και τελικά συμφωνήσαν όπως το ποσό των €90.000 κατανεμηθεί σύμφωνα με τις ως άνω οδηγίες του. Παρά δε τα πιο πάνω, αντί η Ενάγουσα να προχωρήσει στην εξόφληση του επίδικου δανείου με την κατάθεση του ως άνω ποσού στους λογαριασμούς του, συνέχιζε να διατηρεί και να τοκίζει ποσό που δεν υφίστατο ως οφειλόμενο. Οι δε εξασφαλίσεις της επίδικης συμφωνίας καθορίσθηκαν με σαφή τρόπο κατά την σύναψη της. Ποτέ δεν συμφώνησε, αποδέχθηκε ή υπέγραψε έγγραφο για εξασφάλιση του επίδικου δανείου με την υποθήκη αρ. ΥΧΧΧΧ. Από τον Ιούλιο του 2007, μετά από απαγορευτικό διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου ΧΧΧΧ (τεκμήριο 25) δεν διέμενε στην οικογενειακή του κατοικία στην Οδό ΧΧΧΧ. Εκεί διαμένει μέχρι σήμερα η πρώην σύζυγος του με τα παιδιά του. Αυτός από το 2008 διαμένει σε κατοικία στον ΧΧΧΧ. Κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας επισήμανε στους υπαλλήλους της Ενάγουσας ότι η διεύθυνση που είχαν βάλει στα έγγραφα ήταν λανθασμένη και τους είπε ότι η νέα του διεύθυνση ήταν στον ΧΧΧΧ. Εκείνοι ανέλαβαν να καταχωρήσουν τη νέα διεύθυνση στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας και του ανέφεραν ότι από τούδε και στο εξής θα του απέστελλαν την αλληλογραφία στην νέα του διεύθυνση. Όταν σε κάποιο στάδιο διαπίστωσε ότι δεν παραλάμβανε αλληλογραφία από την Ενάγουσα επικοινώνησε επανειλημμένα με τους υπεύθυνους και τους επεσήμανε το πρόβλημα όμως ποτέ η Ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε δεόντως. Μετά από έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει διεύθυνση ΧΧΧΧ. Ως εκ των άνω δεν ενημερωνόταν από την Ενάγουσα για τον επίδικο λογαριασμό, ουδέποτε παρέλαβε καταστάσεις αυτού ή οποιεσδήποτε επιστολές όπως τα τεκμήρια 18 και
  2. Με βάση τα πιο πάνω δεν οφείλει το αξιούμενο ποσόν εφόσον αυτό έχει πλήρως εξοφληθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Αρχίζοντας από την Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου διαφεύγει ότι αυτή, ως άλλωστε με ειλικρίνεια παραδέχθηκε, δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας της και την πηγή των γνώσεων της, κρίνω ότι αυτό δεν επιδρά ούτε στην αξιοπιστία της αλλά ούτε και στην υπόθεση. Ως η ίδια ανέφερε, είναι υπάλληλος της Ενάγουσας και της ανατέθηκε η παρακολούθηση του επίδικου δανείου και λογαριασμού και είναι εξουσιοδοτημένη για να δώσει σχετική μαρτυρία για την υπόθεση. Διευκρίνισε δε ότι τα όσα κατέθεσε περιήλθαν στη γνώση της από την θέση της στην Ενάγουσα, από μελέτη του συνόλου του αρχείου (ηλεκτρονικού και άλλου) που αυτή τηρεί σε σχέση με τους Εναγόμενους και τον επίδικο λογαριασμό και τα από όσα φαίνονται από τα σχετικά έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Το γεγονός ότι, ως ανέφερε κατά την αντεξέταση, τον επίδικο λογαριασμό μπορούν να παρακολουθήσουν και άλλοι υπάλληλοι και τον «χειρισμό του πελάτη» τον έχει συνάδελφος της σε άλλο τμήμα, υπό την έννοια ότι εκείνη ήταν η «banker», δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω. Πρόκειται λοιπόν για πρόσωπο, του οποίου η μαρτυρία δεν είναι ήταν τυπική αλλά που μπορούσε να καταθέσει για την υπόθεση και τα επίδικα αυτής θέματα (βλ. μεταξύ άλλων Εργατίδης κ.α. ν. Bank οf Cyprus Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A450, Πολ. Έφεση Αρ. 111/2012, ημερ. 11.12.2017). Πέραν των πιο πάνω η Μ.Ε.1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση της απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, αναφέρθηκε με επάρκεια και σαφήνεια στις περιστάσεις και δεδομένα της υπόθεσης, ήταν δε αρκούντως επεξηγηματική και κατατοπιστική σε σχέση με όσα της τέθηκαν, υποστηρίζοντας τις θέσεις της με παραπομπή στα τεκμήρια της υπόθεσης και αποκαλύπτοντας πάντοτε την πηγή των γνώσεων της. Η μαρτυρία της ήταν συνεπής και σταθερή και οι θέσεις της δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Αντίθετα ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Οι θέσεις του επί των ουσιωδών θεμάτων στερούνται συνέπειας και λογικής και είτε διαψεύδονται από είτε δεν βρίσκουν έρεισμα στην έγγραφη μαρτυρία. Αντιλαμβανόμενος δε την ασυνέπεια επιχείρησε να καταστήσει πειστικές τις θέσεις του, εισάγοντας για κάποιες απαράδεκτη εξωγενή μαρτυρία. Η μαρτυρία του λοιπόν δεν γίνεται δεκτή. Λεπτομερής αναφορά στην μαρτυρία των δύο μαρτύρων, από την οποία προκύπτουν τα πιο πάνω, θα γίνει κατωτέρω, κατά την εξέταση ενός εκάστου των θεμάτων που εγείρονται. Εδώ να σημειωθεί για τα όσα θα ακολουθήσουν ότι η υπεράσπιση βασικά κινήθηκε σε τρεις άξονες:
(1)στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και λογαριασμού,
(2)στην απόδειξη οφειλόμενου ποσού και
(3)στην αξίωση για εκποίηση της υποθήκης με αρ. ΥΧΧΧΧ. ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ Αποτελεί θέση του Εναγόμενου ότι δεν τερματίσθηκε νόμιμα η επίδικη συμφωνία και ο λογαριασμός καθότι δεν παρέλαβε ποτέ την επιστολή τερματισμού. Αναφορικά με αυτό το θέμα, η Μ.Ε.1 είπε ότι ενόψει του ότι το επίδικο δάνειο παρουσίαζε καθυστέρηση, η οποία ήταν εξακολουθούμενη, η Ενάγουσα, με επιστολή ημερ. 30.05.2012 (τεκμήριο 18) που ταχυδρόμησε με συνηθισμένο ταχυδρομείο, προς τον Εναγόμενο, στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, ενημέρωνε αυτόν για την υπέρβαση που παρουσίαζε ο λογαριασμός και τον καλούσε να επανορθώσει εντός 21 ημερών. Ο Εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε και έτσι η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερ. 20.6.2012 (τεκμήριο 19), που ταχυδρόμησε με συνηθισμένο ταχυδρομείο, προς τον Εναγόμενο, στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση και η οποία δεν επιστράφηκε, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και κάλεσε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, που τότε ανερχόταν σε €92.250,74, πλέον τόκους. Περαιτέρω τον ενημέρωνε ότι, μέχρι την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας 3%, ως του κοινοποιήθηκε με το τεκμήριο
  1. Διευκρίνισε δε η Μ.Ε.1 ότι στα τεκμήρια 18 και 19, η διεύθυνση ΧΧΧΧ, ήταν η τελευταία γνωστή διεύθυνση του Εναγόμενου και είναι διαφορετική από αυτήν που αναγράφεται στις συμφωνίες (αρχική και τροποποιητικές) που ήταν η ΧΧΧΧ, την οποία έδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος στην Ενάγουσα. Από έλεγχο που έγινε στον φάκελο της υπόθεσης, δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε επιστραφείσα ή μη παραδοθείσα επιστολή. Πιο συγκεκριμένα, ως προς την διεύθυνση ΧΧΧΧ, η Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι αυτή ήταν η δηλωμένη στο σύστημα της Ενάγουσας, διεύθυνση του Εναγόμενου κατά τον χρόνο τερματισμού και παρέπεμψε σχετικά στα τεκμήρια 18 και
  2. Τα πιο πάνω (βλ. ιδιαίτερα το τεκμήριο 2 για το οποίο δεν αντεξετάσθηκε) δεν αναιρούνται εκ του γεγονότος, ότι ως είπε η Μ.Ε.1 δεν είχε στην κατοχή της έγγραφο που να δείχνει ότι ο Εναγόμενος δήλωσε στην Ενάγουσα αυτή την διεύθυνση το
  3. Αυτό καθότι δεν είναι λογικό η Ενάγουσα από μόνη της και χωρίς λόγο να άλλαξε την διεύθυνση που της είχε δηλώσει εξ αρχής αλλά και στην συνέχεια ο Εναγόμενος. Διαφώνησε δε η Μ.Ε.1 ότι από το 2008 μέχρι σήμερα η διεύθυνση διαμονής του Εναγόμενου είναι ο ΧΧΧΧ. Δεν μου διαφεύγει ότι η Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική γνώση του θέματος αλλά υποστήριξε αυτά με βάση τα έγγραφα και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της. Ως προς την επιστολή τερματισμού διαφώνησε ότι κατά τον χρόνο αυτής δηλ. 20.6.2012 ο Εναγόμενος δεν διέμενε στην οδό ΧΧΧΧ, στην βάση του ότι οι επιστολές που στέλνονται από την Ενάγουσα στους πελάτες της όταν μετακομίσουν ή είναι αζήτητες, επιστρέφονται σε αυτήν με σφραγίδα του ταχυδρομείου και έτσι και στην προκειμένη, σε τέτοια περίπτωση θα επιστρεφόταν η επιστολή με σφραγίδα ότι μετοίκησε, κάτι που δεν έγινε. Εξ ου και σε υποβολή ότι στην εν λόγω διεύθυνση διέμενε από το 2008 η πρώην σύζυγος του Εναγόμενου με τα παιδιά της, είπε ότι δεν το γνωρίζει, προσθέτοντας λογικά ότι εάν έτσι είχαν τα πράγματα, ο Εναγόμενος όφειλε να ενημερώσει την τράπεζα για αλλαγή της διεύθυνσης. Ήταν δε λογική η θέση της ότι δεν ισχύει ότι ο Εναγόμενος μετακόμισε στον ΧΧΧΧ το 2008, την οποία παρέθεσε με βάση το ότι το τεκμήριο 9, που αυτός υπέγραψε το 2010 και αποδέχθηκε αναγράφει ως διεύθυνση την ΧΧΧΧ και δεν ενημέρωσε για οποιαδήποτε αλλαγή. Λογική ήταν και η θέση της ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει διεύθυνση ΧΧΧΧ, σημαίνει ότι ο Εναγόμενος δίδοντας αυτήν παραπλάνησε την Ενάγουσα. Πειστική εξήγηση έδωσε και για το γεγονός ότι στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 16 που ετοίμασε πρόσφατα, αναγράφεται η ΧΧΧΧ. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι αυτή ετοιμάσθηκε με βάση τις καταστάσεις τεκμήριο 15, οι οποίες προέρχονται από το σύστημα της Ενάγουσας και στις οποίες παρέμεινε η αρχική διεύθυνση και η ίδια δεν μπορούσε να αλλοιώσει τα δεδομένα του τεκμηρίου
  4. Ανέφερε επίσης ότι μετά τον τερματισμό δεν αποστέλλονται στους πελάτες καταστάσεις λογαριασμού. Ο Εναγόμενος ανέφερε σχετικά ότι από τον Ιούλιο του 2007, μετά από απαγορευτικό διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου ΧΧΧΧ (τεκμήριο 25 στην Αίτηση με αρ. ΧΧΧΧ) δεν διέμενε στην οικογενειακή κατοικία του που βρίσκεται στην Οδό ΧΧΧΧ. Εκεί διαμένει μέχρι σήμερα η πρώην σύζυγος του με τα παιδιά του. Αυτός από το 2008 διαμένει στον ΧΧΧΧ. Κατά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας επισήμανε στους υπαλλήλους της Ενάγουσας ότι η διεύθυνση που είχαν βάλει στα έγγραφα ήταν λανθασμένη και τους είπε ότι η νέα του διεύθυνση ήταν στον ΧΧΧΧ. Εκείνοι ανέλαβαν να καταχωρήσουν τη νέα του διεύθυνση στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας και του ανέφεραν ότι από τούδε και στο εξής θα του απέστελλαν την αλληλογραφία στη νέα του διεύθυνση. Όταν σε κάποιο στάδιο διαπίστωσε ότι δεν παραλάμβανε αλληλογραφία από την Ενάγουσα επικοινώνησε επανειλημμένα με τους υπεύθυνους και τους επεσήμανε το πρόβλημα όμως ποτέ η Ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε δεόντως. Περαιτέρω, λειτουργός του Δήμου Γεροσκήπου, του ανάφερε ότι δεν υπάρχει διεύθυνση ΧΧΧΧ. Ως εκ των άνω δεν ενημερωνόταν από την Ενάγουσα για τον επίδικο λογαριασμό, ουδέποτε παρέλαβε καταστάσεις αυτού ή επιστολές όπως αυτές ημερ. 30.5.2012 και 20.6.
  5. Ως προς την όλη θέση του Εναγόμενου θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η διεύθυνση ΧΧΧΧ, Γεροσκήπου, αναγράφεται σε όλα τα σχετικά έγγραφα, πλην της Υποθήκης αρ. ΥΧΧΧΧ (τεκμήριο 14 όπου αναγράφεται «ΧΧΧΧ») και των δύο επιστολών (προειδοποιητικής και τερματισμού όπου αναγράφεται «ΧΧΧΧ» - τεκμήρια 18 και 19). Η θέση του δε ότι διέμενε στον ΧΧΧΧ από το 2008 δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική και διαψεύδεται από την λοιπή έγγραφη μαρτυρία και εξηγώ. Στηρίζει μεν αυτή στο τεκμήριο 14 αλλά και στο τεκμήριο 25 που είναι το προαναφερόμενο διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε να εγκαταλείψει και του απαγορεύθηκε να εισέρχεται ή να χρησιμοποιεί την κατοικία στην οδό «ΧΧΧΧ» στην ΧΧΧΧ, που χρησιμοποιείτο σαν οικογενειακή στέγη. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι επρόκειτο για ένα προσωρινό διάταγμα, για την μετέπειτα πορεία του οποίου δεν έκανε κανένα λόγο κατά την μαρτυρία του. Μάλιστα ανέφερε ότι το διαζύγιο με την σύζυγο του εκδόθηκε το
  6. Το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε δε 9 μήνες πριν την σύναψη της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 4), η οποία - όπως και η απόφαση για έγκριση της σχετικής αίτησης του - αναγράφει ως διεύθυνση του την ΧΧΧΧ. Επιμελώς δε απέφυγε να αναφέρει από πότε το 2008 άρχισε να διαμένει στον ΧΧΧΧ. Για να προσαρμόσει δε την εκδοχή του στα έγγραφα ανέφερε ότι κατά την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας επισήμανε στους υπαλλήλους της Ενάγουσας ότι η διεύθυνση που είχαν βάλει ήταν λανθασμένη και τους είπε ότι η νέα του διεύθυνση ήταν στον ΧΧΧΧ. Η θέση του όμως αυτή στερείται πειστικότητας εάν ληφθούν υπόψην τα όσα ακολούθησαν και εξηγώ. Μετά την επίδικη συμφωνία ακολούθησε στις 15.5.2008 η σύναψη της υποθήκης αρ. ΥΧΧΧΧ (τεκμήριο 13), στην οποία και πάλι αναφέρεται η ως άνω διεύθυνση στην Γεροσκήπου. Καμία δε εξήγηση δεν έδωσε ως προς τούτο με δεδομένη την κατ' ισχυρισμό του προηγούμενη υπόδειξη στην Ενάγουσα, του λανθασμένου της διεύθυνσης. Όπως εξήγηση πειστική δεν έδωσε και για τον λόγο που ενώ ακολούθησε στις 12.6.2008 η σύναψη της υποθήκης αρ. ΥΧΧΧΧ όπου αναφέρεται «ΧΧΧΧ», στα έγγραφα που ακολούθησαν ήτοι στην απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 14.9.2009 (τεκμήριο 5) σε σχέση με αίτηση του και στην βάση της οποίας συνήφθη η α΄ τροποποιητική συμφωνία, στην απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 31.5.2010 (τεκμήριο 7) σε σχέση με αίτηση του και στην βάση της οποίας συνήφθη η β΄ τροποποιητική συμφωνία, στην απόφαση της Ενάγουσας ημερ. 5.7.2010 (τεκμήριο 9) σε σχέση με αίτηση του στην βάση της οποίας συνήφθη η γ΄ τροποποιητική συμφωνία ημερ. 23.7.2010 (τεκμήριο 10) αλλά και σε δική του επιστολή ίδιας ημερομηνίας προς την Ενάγουσα (τεκμήριο 11), αναγράφεται και πάλι η ΧΧΧΧ. Φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία φέρουν όλα την υπογραφή του, ότι ήταν εκείνος που έδωσε την εν λόγω διεύθυνση στην Ενάγουσα και δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική η θέση του ότι ήταν η Ενάγουσα από μόνη της που την χρησιμοποίησε. Δεν μπορεί δε να παραγνωρισθεί σε αυτό και το γεγονός ότι οι δύο διευθύνσεις δεν διαφέρουν ιδιαίτερα μεταξύ τους ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για τυχαία επιλογή από την Ενάγουσα. Δεν θα ήταν άλλωστε λογικό η Ενάγουσα να γνώριζε ότι χρησιμοποιεί μια διεύθυνση που κατά τον Εναγόμενο ήταν όχι μόνο λανθασμένη αλλά και ανύπαρκτη και να μην την αλλάξει. Όσον δε αφορά την θέση του ότι όταν σε κάποιο στάδιο διαπίστωσε ότι δεν παραλάμβανε αλληλογραφία από την Ενάγουσα επικοινώνησε επανειλημμένα με τους υπεύθυνους και τους επεσήμανε το πρόβλημα όμως ποτέ η Ενάγουσα δεν ανταποκρίθηκε δεόντως, θα πρέπει και πάλι να λεχθεί ότι χαρακτηρίζεται και όχι τυχαία από χρονική αοριστία. Είναι δε αντιφατική με την θέση του ότι κατά τον χρόνο υπογραφής των διαφόρων εγγράφων αυτός ενδιαφερόταν για την ουσία αυτών και όχι και για την διεύθυνση που ανέγραφαν. Τέλος πέραν του ότι ο ίδιος αποκάλυψε την σχέση του με την οδό ΧΧΧΧ (που αναγράφεται στα τεκμήρια 18 και 19), ως την πατρική του οικία όπου διέμενε με την οικογένεια του (έστω και εάν υποστηρίζει ότι αυτό αφορούσε το παρελθόν) δηλαδή δεν επρόκειτο για άσχετη διεύθυνση, στο ίδιο το τεκμήριο 2 που φέρει ημερομηνία εκτύπωσης 30.10.2012 και ενημέρωσης («update») 15.6.2012 και αποτελεί έγγραφο αναφορικά με την σύνθεση και τις επιβαρύνσεις της Εναγόμενης 2 εταιρείας, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, αναγράφεται ως διεύθυνση του (ήταν εκ των διευθυντών και Γραμματέα της εν λόγω εταιρείας) η ΧΧΧΧ. Ως εκ των άνω δεν γίνεται δεκτή η θέση του Εναγόμενου. Κρίνεται δε ότι έχει αποδειχθεί ότι αυτός έδωσε στην Ενάγουσα την διεύθυνση ΧΧΧΧ ως την διεύθυνση του, κατά την υπογραφή των διαφόρων σχετικών εγγράφων που φέρουν αυτήν και ότι η τελευταία, πριν τον τερματισμό, γνωστή διεύθυνση του ήταν η ΧΧΧΧ. Εδώ να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον όρο 9 της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 4), οποιαδήποτε ειδοποίηση βάσει αυτής μπορεί να δοθεί στον χρεώστη γραπτώς με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή με το χέρι στην διεύθυνση που δηλώνεται στην ίδια συμφωνία ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο χρεώστης προς την Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι η αποστολή τόσο της επιστολής τεκμήριο 18 όσο και αυτής του τεκμηρίου 9 έγιναν ορθά στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του Εναγόμενου. Ως δε έχει νομολογηθεί εφόσον συγκεκριμένη διεύθυνση ως διεύθυνση αλληλογραφίας συνδέεται με τα πρόσωπα στα οποία αποστέλλονται, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι οι επιστολές που στάληκαν με κοινό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν, παραδόθηκαν και περιήλθαν στην γνώση των προσώπων στους οποίους απευθύνονται (βλ. Έλληνας κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Στην παρούσα οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν και συναφώς τεκμαίρεται ότι περιήλθαν σε γνώση του Εναγόμενου. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι αποδείχθηκε ο νομότυπος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου και λογαριασμού. Ακόμη όμως και εάν κρινόταν ότι η επιστολή τερματισμού δεν στάληκε ή στάληκε σε διεύθυνση στην οποία δεν διέμενε ο Εναγόμενος ή δεν περιήλθε σε γνώση του, η κατάληξη δεν θα ήταν διαφορετική και εξηγώ. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1465, με αναφορά σε αγγλική νομολογία, λέχθηκε ότι κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής του πρωτοφειλέτη είναι ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς αυτόν για αποπληρωμή, επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Στην ίδια υπόθεση έγινε διάκριση της περίπτωσης δανείου για προκαθορισμένο ποσό πληρωτέου "σε πρώτη ζήτηση", το οποίο μπορεί να ανακτηθεί άνευ ετέρου με αγωγή και της περίπτωσης τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, οπόταν ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων δηλ. ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι σε περίπτωση απλού δανείου, για να υπάρχει δικαίωμα ανάκτησης του χρέους είναι απαραίτητος μεν ο τερματισμός αλλά όχι και η απαίτηση προς τον - ειδοποίηση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή (βλ. και Μακεδόνας ν. Λαζάρου κ.ά.
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1322). Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι στον όρο 5 της επίδικης συμφωνίας προβλέπεται ότι το μόλις το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο τούτου ήθελε απαιτηθεί από την τράπεζα, θα εξοφλείται και ο χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε οφειλόμενο ποσό. Ως όμως συνάγεται από την Lombard Natwest Ltd ανωτέρω, τέτοιος όρος είναι ανίσχυρος και δεν μεταβάλλει τις εκεί τεθείσες νομολογιακές αρχές. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι από την εξέταση των όρων 6 και 7 της επίδικης συμφωνίας προκύπτει ότι δεν απαιτείται τέτοια ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη. Αντίθετη ερμηνεία του όρου 5 θα εξουδετέρωνε τα δικαιώματα της Ενάγουσας με βάση τους όρους 6 και
  1. Στην προκειμένη λοιπόν που αφορούσε δάνειο, η Ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση ειδοποίησης - αποστολής της επιστολής τερματισμού στον Εναγόμενο. Συνεπώς θα ήταν άνευ σημασίας εάν το τεκμήριο 19 δεν αποστελλόταν στον Εναγόμενο ή δεν λάμβανε γνώση του. Το ουσιώδες για την γένεση του δικαιώματος της Ενάγουσας εκπληρώθηκε εφόσον στις 20.6.2012 ο επίδικος λογαριασμός βρισκόταν σε υπερημερία και την ίδια ημέρα έγινε ο τερματισμός της συμφωνίας, ως προκύπτει από το τεκμήριο
  2. Ως εκ τούτου ακόμη και σε τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη νόμιμο τερματισμό. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟ ΠΟΣΟ - ΥΠΟΛΟΙΠΟ Θέση περί πλήρους εξόφλησης Αποτελεί βασική θέση του Εναγόμενου ότι το επίδικο δάνειο εξοφλήθηκε πλήρως. Συγκεκριμένα κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι στις 20.5.2010 πωλήθηκε στην τιμή των €90.000 το διαμέρισμα για την αγορά του οποίου έκανε το επίδικο δάνειο και το ποσό αυτό καταχωρήθηκε σε λογαριασμό υπό προειδοποίηση. Ταυτόχρονα έδωσε προφορικά οδηγίες στην Ενάγουσα, όπως το ποσό αυτό χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του επίδικου δανείου που τότε παρουσίαζε υπόλοιπο γύρω στις €78.000 και οι υπόλοιπες €12.000 να χρησιμοποιηθούν για να καλύψουν τις υπερβάσεις που παρουσίαζαν τότε δύο άλλοι λογαριασμοί δανείων του. Παρά τις οδηγίες του, στις 21.7.2010 η Ενάγουσα του παρέδωσε δια χειρός την επιστολή τεκμήριο 9 με την οποία του πρότεινε: (α) παράταση αποπληρωμής άλλου από το επίδικο δανείου και αλλαγή επιτοκίων, (β) παράταση αποπληρωμής του επίδικου δανείου και αλλαγή επιτοκίων, (γ) παράταση αποπληρωμής άλλου από τα πιο πάνω δάνεια και αλλαγή επιτοκίων, (δ) τροποποίηση εξασφαλίσεων, (ε) το ως άνω ποσό των €90.000 να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη υπέρβασης 4 λογαριασμών του (ενός τρεχούμενο και τριών δανείων) άλλων από τον επίδικο και 2 λογαριασμών δύο εταιρειών (των ERΟ.2N. Estates Ltd και I.G.E. Estate Forum Ltd). Αυτός ενημέρωσε προφορικά την Ενάγουσα ότι δεν αποδεχόταν όλους τους όρους του τεκμηρίου 9 και συγκεκριμένα αυτούς που αφορούσαν αποδέσμευση προς όφελος των δύο εταιριών. Η Ενάγουσα αποδέχτηκε το πιο πάνω και τελικά συμφωνήσαν όπως το ποσό των €90.000 κατανεμηθεί σύμφωνα με τις ως άνω οδηγίες του. Ωστόσο αποδέχτηκε άλλους όρους και διευκολύνσεις που περιέχονταν στο εν λόγω έγγραφο και εν τέλει μετά από αυτό ετοιμάστηκε και υπογράφτηκε η γ΄ τροποποιητική συμφωνία ημερ. 23.7.2010 (τεκμήριο 10), η οποία αποσαφηνίζει και καθορίζει ρητώς τα συμφωνηθέντα. Στις 23.7.2010, υπέγραψε και εξουσιοδότησε ανέκκλητα την Ενάγουσα να εκταμιεύει, ως την πλήρη εξόφληση του επίδικου δανείου, χρήματα από τον τρεχούμενο λογαριασμό του, τα οποία μεταφέρονταν σταδιακά από λογαριασμό, ο οποίος δημιουργήθηκε και λειτουργούσε ως εγγύηση/εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Δεν έδωσε δε καμία εξουσιοδότηση για εκταμίευση ποσών προς όφελος των υπόλοιπων λογαριασμών που αναφέρονταν στο τεκμήριο 9 και δεν υπογράφηκε οποιαδήποτε συμφωνία ή άλλο έγγραφο. Παρά τα πιο πάνω, αντί η Ενάγουσα να προχωρήσει στην εξόφληση του επίδικου δανείου με την κατάθεση του ποσού στους λογαριασμούς του, συνέχισε να διατηρεί και να τοκίζει ποσό που ήταν οφειλόμενο. Από την πλευρά της Ενάγουσας, ως ανέφερε η Μ.Ε.1, με το τεκμήριο 9 συμφωνήθηκε με τον Εναγόμενο, μεταξύ άλλων, όπως ο ως άνω λογαριασμός υπό προειδοποίηση αποδεσμευτεί και από το προϊόν της αποδέσμευσης καλυφθούν οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο. Όσον δε αφορά τις αιτήσεις που αναφέρονται σε έγγραφα όπως το τεκμήριο 7 και 9, εξήγησε βασικά η Μ.Ε.1 στην αντεξέταση της, ότι αυτές γίνονται μεν από τον πελάτη ηλεκτρονικά και όχι σε γραπτή μορφή. Ήταν δε για αυτόν τον λόγο που δεν είχε σχετικά έγγραφα στην κατοχή της κατά την μαρτυρία της. Όσον δε αφορά το τεκμήριο 9 ήταν η θέση της ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε δια της υπογραφής του τα εκεί αναφερόμενα. Δέχθηκε μεν ότι η γ΄ τροποποιητική συμφωνία (τεκμήριο 10) υπογράφτηκε μετά το τεκμήριο 9, την ίδια ημέρα, αλλά εξήγησε πολύ λογικά ότι στην εν λόγω συμφωνία δεν αναφέρονται όλα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 9 καθότι στο τελευταίο δεν γινόταν ρύθμιση μόνο σε σχέση με το επίδικο δάνειο αλλά και για άλλες διευκολύνσεις του Εναγόμενου και έτσι το τεκμήριο 10 περιλαμβάνει την τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας. Ανέφερε δε ότι το ποσό των €90.000 δεν το κατέθεσε η Ενάγουσα στον επίδικο λογαριασμό γιατί αυτή ήταν η συμφωνία που έγινε με τον Εναγόμενο, παραπέμποντας στο τεκμήριο 9 και στην εκεί υπογραφή του τελευταίου ότι παραδέχεται το περιεχόμενο του. Ήταν βάση αυτών και του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε σχετική γραπτή οδηγία από τον Εναγόμενο που διαφώνησε η Μ.Ε.1 ότι αυτός έδωσε οδηγίες για εξόφληση του επίδικου λογαριασμού και για πληρωμή υποχρεώσεων του από άλλες διευκολύνσεις. Όσον δε αφορά την πληρωμή μέρους του εν λόγω ποσού (ως αναφέρεται στο τεκμήριο 9) στην εταιρεία ERO.2N. Estates Ltd, αυτό που τέθηκε στην Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση της, ότι δηλαδή δεν ήταν εταιρεία των συμφερόντων του Εναγόμενου, δεν ισχύει εφόσον τόσον ο ίδιος ο συνήγορος υπεράσπισης αλλά και στην συνέχεια ο ίδιος ο Εναγόμενος μέσω και του τεκμηρίου 24 που παρουσίασε, αποκάλυψαν ότι ο τελευταίος ήταν όχι μόνο αξιωματούχος αλλά και μέτοχος αυτής. Σε κάθε περίπτωση αυτό που εξήγησε λογικά η Μ.Ε.1 ήταν ότι το κατά πόσο οι δύο εταιρείες ήταν συμφερόντων του Εναγόμενου δεν είχε σημασία αλλά τέτοια είχε το κατά πόσο είχε κάποια σχέση με αυτές όπως για παράδειγμα να τους όφειλε χρήματα και έπρεπε να γίνει κατάθεση. Είπε επίσης πολύ λογικά ότι η Ενάγουσα δεν χρειάζεται πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου μιας εταιρείας για να δεχθεί μια κατάθεση. Ο Εναγόμενος στήριξε την ως άνω θέση του: (α) στο ότι ως ανέφερε (κατέθεσε σχετικά και τα τεκμήρια 23 και 24) ουδεμία σχέση είχε με την μια εκ των δύο εταιρειών ενώ στην άλλη είναι ένας εκ των μετόχων με ποσοστό συμμετοχής 33% και ένας εκ των τριών Διευθυντών και ο Γραμματέας, (β) ποτέ δεν αποδέχθηκε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, ούτε και το υιοθέτησε ως συμφωνία. Επρόκειτο απλά για ενημέρωση για την απόφασης της τράπεζας και όλες οι συμφωνίες του με την τράπεζα γίνονταν πάντα με συγκεκριμένο τρόπο και μορφή εγγράφου, ήταν χαρτοσημασμένες και πάντα έφεραν υπογραφή μαρτύρων (παρέπεμψε στα τεκμήρια 4, 6 και 10). Σε σχέση με την μαρτυρία του για το θέμα θα πρέπει εισαγωγικά να λεχθούν τα ακόλουθα: Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύσσεται στο έγγραφο. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση αυτή είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623). Δεν είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας, με λίγες καλά καθορισμένες εξαιρέσεις, γραπτής ή προφορικής, έξω από το γραπτό κείμενο, για να αντικρούσει ή να τροποποιήσει το περιεχόμενο του. Η μόνη δικαιολογία για την εισαγωγή εξωγενούς, όπως αποκαλείται, μαρτυρίας, είναι η αμφισημία του κειμένου, προς διευκρίνιση ασάφειας ή αμφιβολίας σε αυτό πάντα με σκοπό την διευκρίνιση της πρόθεσης των μερών (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ 168 και Georghiades v. Georghiades
(1988)1 CLR 428). Αποτελεί λοιπόν γενικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι η παράθεση εξωγενούς μαρτυρίας που αντικρούει, αλλοιώνει, αφαιρεί, προσθέτει, τροποποιεί ή επιφέρει διαφοροποιήσεις στο περιεχόμενο των όρων εγγράφου είναι απαράδεκτη (βλ. Χριστοδούλου Πόκουρου κ.α. ν. Κώστα
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1618 και Θεοδούλου ν. Aqua Masters Ltd, ECLI:CY:AD:2021:A65, Πολ. Έφεση Αρ. 340/13, ημερ. 25.2.2021). Λαμβάνοντας δε υπόψην και τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη η όλη θέση του Εναγόμενου διαψεύδεται από το ίδιο το τεκμήριο 9 ενώ η λοιπή μαρτυρία που έθεσε σε σχέση με αυτό είναι μη αποδεκτή εφόσον αποτελεί ανεπίτρεπτη εξωγενή μαρτυρία. Συγκεκριμένα: Το τεκμήριο 9 αναφέρει ότι είναι «Απόφαση» της Ενάγουσας ημερ. 5.7.2010 επί αίτησης του Εναγόμενου ημερ. 20.5.
  1. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι το προϊόν της αποδέσμευσης του προαναφερόμενου λογαριασμού υπό προειδοποίηση, ύψους 90.000 θα χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένα ποσά για συγκεκριμένο σκοπό ως εξής: το συνολικό ποσό των €31.000 για κάλυψη υπέρβασης ενός τρεχούμενου λογαριασμού και τριών δανείων (να σημειωθεί ότι σε αυτά περιλαμβάνεται και το επίδικο για €5.000) και το συνολικό ποσό των €60.000 για κάλυψη διευκολύνσεων των δύο προαναφερόμενων εταιρειών. Υπήρχε δε και ένα υπόλοιπο €1.000 το οποίο θα καλυπτόταν με πόρους του Εναγόμενου. Στο τέλος της καθεμίας από τις 3 σελίδες του τεκμηρίου 9 υπογράφει όχι μόνο εκπρόσωπος της Ενάγουσας αλλά και ο ίδιος ο Εναγόμενος, αποδεχόμενος τα πιο πάνω, κάτι που επιμαρτυρείται από το την υπογραφή του κάτω από την τυπωμένη φράση «Αποδέχομαι/μαστε τα πιο πάνω». Ενόψει δε της ενυπόγραφης αυτής του δήλωσης, κρίνεται μη πειστική η θέση του ότι το τεκμήριο 9 του δόθηκε δήθεν για να ενημερωθεί για την απόφαση της Ενάγουσας και ότι μάλιστα απέρριψε αυτή. Τούτο λαμβανομένου υπόψην και του μορφωτικού του επιπέδου (ΧΧΧΧ με πανεπιστημιακή μόρφωση), που δεν επιτρέπει αποδοχή της θέσης του ότι αντιλήφθηκε ότι είναι απλή ενημέρωση. Το περιεχόμενο δε του τεκμηρίου 9 είναι σαφές, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία και τα όσα ανέφερε που δεν περιέχονται σε αυτό και έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του, δεν μπορούν να γίνουν δεκτά καθότι αποτελούν μη παραδεκτή εξωγενή μαρτυρία. Να σημειωθεί δε ότι στο εν λόγω τεκμήριο γίνεται λόγος και για παράταση αποπληρωμής του επίδικου δανείου για ένα χρόνο. Περαιτέρω ενώ η θέση του ήταν ότι από το ποσό των €90.000 έδωσε οδηγίες να πληρωθεί και ποσό €12.000 για πληρωμή της υπέρβασης δύο άλλων λογαριασμών δανείου εντούτοις από το τεκμήριο 9 δεν φαίνεται να υπάρχουν δύο λογαριασμοί δανείου με τέτοια συνολική υπέρβαση. Πέραν τούτου δεν κρίνεται λογική η θέση του ότι εάν αποδεχόταν κάτι τέτοιο αυτό θα περιλαμβανόταν στην γ΄ τροποποιητική συμφωνία, καθώς σε αυτήν περιλήφθηκε ασφαλώς μόνο ότι αφορούσε αυτήν καθαυτήν την τροποποίηση του κειμένου της αρχικής συμφωνίας, ως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι τότε, δηλ. τροποποίηση ως προς την προσαύξηση στο επιτόκιο και όχι τα υπόλοιπα θέματα στο τεκμήριο 9, που δεν αφορούσαν τέτοια τροποποίηση. Μη πειστική κρίνεται και η παρεμφερής θέση του ότι για τα υπόλοιπα υπάρχει κάτι γραπτώς ενώ για αυτό το πολύ σημαντικό θέμα που αφορούσε την εξόφληση του δανείου, για το οποίο διαφώνησε βασικά με το τεκμήριο 9, ο ίδιος προέβη μόνο σε προφορικές οδηγίες. Όσον δε αφορά το θέμα της καταβολής ποσών σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις των δύο εταιρειών, ως έχει προαναφερθεί, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι είναι αξιωματούχος και μέτοχος της μιας εξ αυτών (ERΟ.2N. Estates Ltd). Αναφορικά δε με την άλλη εταιρεία (I.G.E. Estate Forum Ltd), το τεκμήριο 23 που παρουσίασε, πράγματι δεν τον αναφέρει καθόλου αλλά αυτό δεν φαίνεται να αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα της εταιρείας από τον καιρό της σύστασης εφόσον ως προκύπτει υπήρξαν αλλαγές σε αυτήν, με τις τελευταίες που αφορούν τον Γραμματέα και τους μετόχους να έγιναν στις 11.11.
  2. Δεν ήταν δε η θέση του ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη σχέση (μη εταιρική) με την εν λόγω εταιρεία. Η όλη θέση του στερείται όμως πειστικότητας και για ακόμη ένα λόγο. Ως προκύπτει από το τεκμήριο 16 και συμφώνησε όταν του υποδείχθηκε, μετά τις 8.6.2010 (που υποστήριξε ότι θεώρησε ότι το χρέος εξοφλήθηκε) και άρα πριν και τις 23.7.2010 μέχρι και την 1.11.2010 (που ήταν η τελευταία πληρωμή), έγιναν άλλες 6 πληρωμές συνολικού ύψους €6.787,56, οι οποίες πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό. Μάλιστα στις 16.8.2010 πιστώθηκε το ποσό των €5.000 που, ως προαναφέρθηκε, αναφέρεται στο τεκμήριο
  3. Εύλογα λοιπόν εγείρεται το ερώτημα γιατί εφόσον θεώρησε ότι με τις οδηγίες του εξοφλήθηκε το επίδικο χρέος συνέχισε να πληρώνει το δάνειο; Όταν δε του τέθηκε αυτό, αντιλαμβανόμενος την ασυνέπεια στην όλη θέση του, βασικά ισχυρίσθηκε μη πειστικά ότι ήταν μετά την 1.11.2010 που σταμάτησε να πληρώνει γιατί είχε εξοφλήσει. Όσον δε αφορά τις ως άνω πληρωμές υποστήριξε ότι αυτές έγιναν από άλλο συνδεδεμένο με όλα τα δάνεια του λογαριασμό του, ο οποίος πλήρωνε αυτόματα τις καθυστερήσεις τόκων. Όταν όμως εύλογα ρωτήθηκε γιατί εφόσον ο ίδιος θεωρούσε ότι εξοφλήθηκε ο επίδικος λογαριασμός δεν έκανε οποιεσδήποτε ενέργειες για να σταματήσει η πληρωμή δόσεων σε αυτόν, υποστήριξε ότι δεν το έκανε γιατί δήθεν δεν το γνώριζε εφόσον ουδέποτε έλαβε καταστάσεις του λογαριασμού. Ήταν μάλιστα η θέση του ότι ενημέρωσε την Ενάγουσα πολλές φορές για αυτό. Και πάλι όμως φαίνεται ότι η απάντηση του αποσκοπούσε στο να καλύψει τα κενά και ασυνέπειες στην θέση του εφόσον, λαμβάνοντας υπόψην την όλη συνεργασία που είχε με την Ενάγουσα και τα όσα είπε, θα αναμενόταν να ζητήσει και να επιμένει να λάβει τέτοιες καταστάσεις, κάτι που δεν έκανε. Όταν δε ρωτήθηκε σχετικά έδωσε την μη πειστική εξήγηση ότι δήθεν δεν είχε έγνοια για ένα λογαριασμό που εξόφλησε. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι αποδείχθηκε η μη εξόφληση του επίδικου λογαριασμού. Θέση περί παρανόμως επιβληθέντος τόκου Όσον αφορά το επιτόκιο η Μ.Ε.1 στην γραπτή της δήλωση, που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε με λεπτομέρεια το πότε και με βάση ποιο επιτόκιο και προσαύξηση χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός από το άνοιγμα του μέχρι και σήμερα, καταθέτοντας ως τεκμήριο 17, αντίγραφο των σχετικών με τις μεταβολές δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο καθώς και των καταστάσεων μεταβολών του Euribor. Αυτά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της παρά μόνο σε σχέση με το επιτόκιο που ίσχυε μετά την γ΄ τροποποιητική συμφωνία. Ο Εναγόμενος υποστήριξε σχετικά ότι με την γ΄ τροποποιητική συμφωνία ημερ. 23.7.2010 (τεκμήριο 10) συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, ότι θα επανέφεραν τους όρους της αρχικής συμφωνίας του δανείου ημερ. 18.4.2008 όπου ως βασικό επιτόκιο οριζόταν το κυμαινόμενο επιτόκιο 6 μηνών Euribor, προσαυξημένο κατά 1,50%. Ως θα εξηγηθεί στην συνέχεια πρόκειται για άλλη μια προσπάθεια του να διαστρεβλώσει τα σαφή στοιχεία ώστε να πείσει για την θέση του ότι παρά ταύτα η Ενάγουσα αυθαίρετα και παράνομα τόκιζε το υπόλοιπο με βασικό επιτόκιο 5,25%, το οποίο, όπως γενικά και αόριστα ανέφερε, του «εξήγησε ο σύμβουλος του για τραπεζικά θέματα ήταν έως και πέντε φορές υψηλότερο από το επιτόκιο 6 μηνών Euribor». Για το θέμα αυτό η Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι η γ΄ τροποποιητική συμφωνία ήταν συμπληρωματική της αρχικής και εκτός όπου ρητά την τροποποιούσε, η αρχική ήταν σε πλήρη ισχύ. Εξήγησε δε λογικά και άλλωστε προκύπτει και από τα όσα θα εκτεθούν στην συνέχεια ότι οι τροποποιητικές συμφωνίες που γίνονται μετά την αρχική, πάντα αναφέρουν ότι είναι τροποποίηση της αρχικής, άσχετα αν έχουν μεσολαβήσει άλλες τροποποιητικές όπως και έγινε στην προκειμένη. Δεν συμφώνησε κατά την αντεξέταση της ότι με την γ΄ τροποποιητική συμφωνία επανήλθε το επιτόκιο που προνοούσε η αρχική, δηλαδή 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 1,50% και ότι ως εκ τούτου η Ενάγουσα αυθαίρετα και παράνομα χρέωσε, μετά τις 23.7.2010, επιτόκιο με βασικό 5,25% και περιθώριο 1,50%. Υποστήριξε δε με παραπομπή στο σχετικό μέρος του τεκμηρίου 9 αλλά και στο τεκμήριο 10, που επιβεβαιώνουν την θέση της, ότι αυτό που τροποποιήθηκε τότε ήταν μόνο η προσαύξηση που έγινε από 1% σε 1,5%. Σε σχέση με την αναφορά της στην γραπτή της δήλωση ότι βασικά η τροποποίηση αυτή άρχισε από τις 18.8.2010, εξήγησε ότι επειδή το επιτόκιο που χρεωνόταν μέχρι τότε ο λογαριασμός ήταν Euribor, η μεταβολή θα γινόταν στο επόμενο «rollover» αφού δηλαδή αυτό άλλαζε κάθε έξι μήνες, το περιθώριο θα μεταβαλλόταν από την τελευταία μεταβολή που ήταν στις 18.8.
  4. Όσον αφορά την υπό εξέταση θέση του Εναγόμενου, να σημειωθεί εν πρώτοις ότι η αρχική συμφωνία (τεκμήριο 4) δεν αναφερόταν σε «βασικό επιτόκιο» αλλά σε «επιτόκιο» 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 2%. Διευκρίνιζε δε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας «το επιτόκιο ανέρχεται σε: Euribor: 4.639% ετησίως Προσαύξηση: 2.000% ετησίως Σύνολο: 6.639% ετησίως» (βλ. παράγραφο 3). Με την α΄ τροποποιητική συμφωνία ημερ. 8.12.2009 (τεκμήριο 6) τροποποιήθηκε η αρχική, με αντικατάσταση της ως άνω παραγράφου 3, ώστε να προβλέπεται ότι το δάνειο θα χρεώνεται με «κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 1%». Διευκρινίζεται και πάλι ότι κατά την εκτύπωση της τροποποιητικής συμφωνίας το επιτόκιο ανέρχεται σε: «Βασικό Επιτόκιο 5,250% ετησίως Προσαύξηση 1,000 % ετησίως Σύνολο 6,250% ετησίως». Είναι λοιπόν σε αυτήν την συμφωνία που γίνεται για πρώτη φορά λόγος σε «Βασικό Επιτόκιο της Τράπεζας» και με αυτήν αποσυναρτάται από το Euribor. Να σημειωθεί ότι στο ίδιο έγγραφο συμφωνείται προηγουμένως ότι πρόκειται για Τροποποιητική Συμφωνία, συμπληρωματική της Αρχικής Συμφωνίας και ότι εκτός όπου τροποποιείται ρητώς από αυτήν, η Αρχική Συμφωνία, θα παραμείνει σε πλήρη ισχύ. Η εν λόγω τροποποιητική συμφωνία έγινε δε μετά από απόφαση της Ενάγουσας σε αίτηση του ίδιου Εναγόμενου (βλ. τεκμήριο 5 όπου ο ίδιος ενυπογράφως δηλώνει ότι συμφωνεί με αυτήν την μεταβολή). Με την β΄ τροποποιητική συμφωνία δεν επήλθε οποιαδήποτε μεταβολή του επιτοκίου. Όσον δε αφορά την γ΄ τροποποιητική συμφωνία είναι δε λογικό αλλά προκύπτει άλλωστε και από το ίδιο το κείμενο της ότι με αυτήν τροποποιείτο η αρχική συμφωνία ως ίσχυε τότε, δηλαδή με τις προηγηθείσες τροποποιήσεις της. Συγκεκριμένα η συμφωνία αρχίζει με τις εξής δηλώσεις: «ΕΠΕΙΔΗ η Αρχική Συμφωνία έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί» και «ΕΠΕΙΔΗ ο Χρεώστης και η Τράπεζα επιθυμούν τώρα εκ νέου να τροποποιήσουν την Αρχική Συμφωνία ως φαίνεται κατωτέρω ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:». Τροποποιείται και πάλι η ως άνω αναφερόμενη παράγραφος 3 ώστε «η Προσαύξηση, ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με τους όρους της Αρχικής Συμφωνίας, τροποποιείται περαιτέρω από 1,00% σε 1,50 %». Καμία δε αναφορά γίνεται στο βασικό επιτόκιο, κάτι που δείχνει ότι αυτό δεν μεταβλήθηκε αλλά παρέμεινε ως ίσχυε τότε. Η αναφορά αμέσως πριν ότι η «Τροποποιητική Συμφωνία είναι συμπληρωματική της Αρχικής Συμφωνίας. Εκτός όπου τροποποιείται ρητώς από την παρούσα Τροποποιητική Συμφωνία, η Αρχική Συμφωνία θα παραμείνει σε πλήρη ισχύ» δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω και σίγουρα δεν οδηγεί στο συμπέρασμα που καταλήγει ο Εναγόμενος, ότι δηλ. με αυτήν επανήλθε το επιτόκιο της αρχικής συμφωνίας. Πέραν από τα πιο πάνω η όλη θέση του Εναγόμενου διαψεύδεται και από το τεκμήριο 9, το οποίο, ως προαναφέρθηκε, επίσης υπέγραψε αποδεχόμενος το περιεχόμενο του. Συγκεκριμένα στην πρώτη σελίδα αυτού, σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, γίνεται η ακόλουθη αναφορά που δεν αφήνει περιθώρια οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας: «μετατροπή του επιτοκίου από Βασικό Επιτόκιο Τράπεζας (σήμερα 20/5/10 5,25%) προσαυξημένο κατά 1,00% σε Βασικό Επιτόκιο Τράπεζας (σήμερα 20/5/10 5,25%) προσαυξημένο κατά 1,50%». Θέση περί τόκου υπερημερίας Είναι επίσης θέση του Εναγόμενου, στην γραπτή του αγόρευση, ότι η Ενάγουσα δεν έχει προσάξει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας 2%, που αξιώνει, αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της. Παραπέμπει ως προς τούτο στο άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/1999, ως προστέθηκε με το Νόμο 66(Ι)/
  5. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να λεχθεί ότι δεν δικογραφείται κάτι τέτοιο στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ως είναι παγίως νομολογημένο οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από την δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων είναι ουσιώδης εφόσον συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει την διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Το δε Δικαστήριο δεν μπορεί δε να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Στην προκειμένη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος στο δικόγραφο του προβαίνει σε γενική άρνηση της σχετικής δικογραφημένης θέσης της Ενάγουσας δεν μεταβάλλει τα πράγματα και δεν καθιστά το θέμα επίδικο (βλ. Δ.19 Κ.15 περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Εδώ να σημειωθεί ότι στο μόνο σημείο που αναφέρεται στο δικόγραφο του σε θέμα επιβολής τόκου υπερημερίας είναι σε σχέση με τις τροποποιητικές συμφωνίες, στις οποίες όμως δεν γίνεται λόγος για τέτοιο τόκο. Σε κάθε περίπτωση για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η Μ.Ε.1 στην γραπτή της δήλωση ανέφερε ότι από τις 20.6.2012 που έγινε ο τερματισμός, το επιτόκιο που χρεωνόταν αποτελείται από το 7,25% πλέον 2% ως τόκος υπερημερίας μετά τον τερματισμό δηλ. σύνολο 9,25%. Είπε δε ότι οι καθυστερημένες δόσεις σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία έπρεπε να επιβαρύνονται με τόκους υπερημερίας και ότι η Ενάγουσα μέσω των αναδομημένων προωθεί το ποσοστό τόκου υπερημερίας 2%. Εξήγησε ότι η χρέωση τέτοιου τόκου επί του συμβατικού επιτοκίου, απορρέει από το γεγονός ότι η παράλειψη του Εναγόμενου να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό εγκαίρως, προκαλεί επιπλέον ζημιά στην Ενάγουσα με αυξημένα διοικητικά έξοδα και εσωτερικές διαδικασίες καθώς και δυσλειτουργία, επηρεάζοντας την δυνατότητα της να χρησιμοποιεί ελεύθερα τα κεφάλαια της για την διεξαγωγή της εργασίας της ως τράπεζα. Το ύψος του τόκου υπερημερίας αντανακλά αυτήν την αυξημένη ζημιά, συμφωνήθηκε ελεύθερα με τον Εναγόμενο και αποτελεί γνήσιο προϋπολογισμό της ζημιάς της Ενάγουσας που απορρέει από την παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι η Ενάγουσα ως χρηματοδοτικός οργανισμός, χρησιμοποιεί τα κεφάλαια της για σκοπούς παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων για τις οποίες χρεώνει τόκο στο αντίστοιχο ποσό μέχρι την πλήρη εξόφληση. Από την παράβαση του Εναγόμενου αποστερήθηκε της δυνατότητας χρησιμοποίησης των ποσών που θα εισέπραττε, εάν αυτός συμμορφωνόταν κανονικά με τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έτσι υπέστη πρόσθετη ζημιά ίση με τον αξιούμενο τόκο υπερημερίας. Το δικαίωμα της Ενάγουσας να αξιώνει τόκο υπερημερίας πηγάζει και από τα διαλαμβανόμενα στην επίδικη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 4). Συγκεκριμένα στο όρο 3 προβλέπεται ότι αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, ο Χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας ετησίως από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον Χρεώστη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα ισχύει. Στον όρο 5 αναφέρεται δε ότι μόλις το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο τούτου ήθελε απαιτηθεί από την Τράπεζα, θα εξοφλείται, και ο Χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως προς την Τράπεζα κάθε οφειλόμενο ποσό, περιλαμβανομένου τόκου υπερημερίας. Παράλειψη του Χρεώστη να προβεί σε εξόφληση όλων των οφειλόμενων ποσών, θα δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή ολόκληρου του χρέους πλέον τόκους, ως πιο πάνω. Ως λέχθηκε στην Μουρτζινός ν. Του Πλοίου "Galaxias" κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ. 80, η επιδίκαση αποζημιώσεων στα πλαίσια του δικαίου των συμβάσεων διέπεται από το άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο ενσωματώνει δύο βασικές αρχές:
(1)την επαναφορά του ενάγοντα από οικονομική σκοπιά στην θέση που θα ήταν αν η σύμβαση προχωρούσε σε εκτέλεση και
(2)την λογική πρόβλεψη των συμβαλλομένων σαν κριτήριο για την ζημία που προξενήθηκε εξαιτίας της παραβίασης, αποκλειόμενης της έμμεσης και απομακρυσμένης απώλειας. Η λογική πρόβλεψη και τα φυσικά επακόλουθα των όσων ήταν προβλεπτά, συνιστούν το μέτρο για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας (βλ. και Saab a.o. v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του ίδιου Νόμου, ο προκαθορισμός της ζημιάς στην σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός και επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 518). Στην Evelthon Developments Ltd κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2486, επικυρώθηκε η πρωτόδικη κρίση σύμφωνα με την οποία με τον τερματισμό της σύμβασης δανείου λόγω της παράλειψης των εφεσειόντων να τηρήσουν τις πρόνοιες της σύμβασης για έγκαιρη πληρωμή των δόσεων, το αναίτιο μέρος δηλ. η τράπεζα, δικαιούτο σε αποζημιώσεις. Λέχθηκε επίσης ότι ο τόκος δεν αποτελεί προβλεπτή ζημιά, η οποία ανακύπτει από την διάρρηξη της σύμβασης εκτός αν αυτό ρητά προνοείται στην σύμβαση ή εξυπακούεται από την φύση της υποχρέωσης. Στην Έλληνας ανωτέρω, ο εφεσείων παραπονέθηκε ότι θα έπρεπε πρωτόδικα να εξεταστεί το ζήτημα του κατά πόσο το άρθρο 74
(1)του Κεφ.149 είχε εφαρμογή εφόσον η απαίτηση για τόκο υπερημερίας συνδεόταν άμεσα με τον τερματισμό της συμφωνίας και επομένως η τράπεζα θα έπρεπε να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά ώστε να προβεί στον καθορισμό του συγκεκριμένου τόκου. Επικυρώθηκε δε από το Εφετείο η πρωτόδικη κρίση ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, ήταν εντός των δικαιωμάτων της τράπεζας στην βάση συγκεκριμένου όρου αυτής, να αποφάσιζε κατά την απόλυτη κρίση της, να χρεώσει μετά τον τερματισμό τόκο και λοιπές επιβαρύνσεις ως αποτέλεσμα του γεγονότος ότι τα δάνεια ή οι διευκολύνσεις προς το χρεώστη είχαν καταστεί για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία, απαιτητά. Τέλος στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491, οι εφεσείοντες προέβαλαν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους εφεσίβλητους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου καθώς και ότι τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/99, καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου. Το Εφετείο απέρριψε αυτή την θέση αναφέροντας ότι το παράπονο των εφεσειόντων απαντάται από την ίδια την συμφωνία, η οποία προέβλεπε ότι «σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού». Έτσι κρίθηκε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν εξουσία να επιβάλουν τέτοια χρέωση. Για το θέμα σχετικές είναι και οι ακόλουθες πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 160(Ι)/1999, οι οποίες προστέθηκαν με το Νόμο 66(Ι)/2015 (δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 7.5.2015): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερηµερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων µονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2014 (πρόκειται για το Νόμο 141(Ι)/2014, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 9.9.2014), το επιτόκιο υπερηµερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες µονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερµατίστηκε κατά ή πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεµάτων (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, η επιβολή αυξηµένου τόκου από την υπερηµερία επί καθυστερηµένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης µορφής σύµβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δηµιουργεί µαχητό τεκµήριο για το πιστωτικό ίδρυµα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερηµερίας αντιπροσωπεύει την πραγµατική του ζηµιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση µη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυµα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερηµερίας δύναται να διεκδικήσει αποζηµιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυµα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζηµίωση στο πρόσωπο που ζηµιώθηκε από τη χρέωση αυτή». Στην προκειμένη τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο 1(β) του εν λόγω άρθρου εφόσον η επίδικη συμφωνία τερματίσθηκε στις 20.6.
  1. Ως έχει προαναφερθεί, η Ενάγουσα περιόρισε την αξίωση της για το θέμα σε 2% από την ημερομηνία τερματισμού, για τους λόγους που εξήγησε η Μ.Ε.
  2. Ενημέρωσε δε τον Εναγόμενο για την επιβολή τόκου υπερημερίας προς 3%, τόσο με την επιστολή προειδοποίησης όσο και με την επιστολή τερματισμού (τεκμήρια 18 και 19). Έγινε δε ήδη αναφορά στα όσα είπε σχετικά η Μ.Ε.
  3. Δεν μου διαφεύγει ότι αυτή δεν προσδιόρισε αριθμητικά την ζημιά που επικαλέσθηκε. Ωστόσο, ως επίσης προαναφέρθηκε, η επιβολή τόκου υπερημερίας και ο τρόπος καθορισμού του ποσοστού αυτού, προνοείται ρητά από την επίδικη συμφωνία. Συνεπώς η Ενάγουσα απέδειξε ότι είχε συμβατικό δικαίωμα χρέωσης τέτοιου, στο οποίο συμφώνησε ο Εναγόμενος. Δεν φαίνεται δε με αυτό να προνοείται κάποια υποχρέωση, η οποία μη εκπληρωνώμενη δημιουργεί με άλλο όρο της ίδιας συμφωνίας, την υποχρέωση καταβολής υπερβολικής αποζημίωσης ώστε να απολήγει σε τιμωρία δυνάμει εκφοβισμού και άρα να αποτελεί ποινική ρήτρα. Αντίθετα φαίνεται ότι αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υφίστατο η Ενάγουσα από την παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Ως εκ των άνω κρίνω ότι στην προκειμένη η Ενάγουσα δικαιούται να διεκδικεί τόκο υπερημερίας και δη τον αξιούμενο εφόσον τέτοιος προβλεπόταν στην επίδικη συμφωνία και ειδοποίησε κατάλληλα τον Εναγόμενο για την επιβολή αυτού μέσω των επιστολών τεκμήρια 18 και
  4. Θέση περί μη απόδειξης του οφειλόμενου υπολοίπου Είναι επίσης κατ' ουσίαν η θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Προς απόδειξη αυτού η Μ.Ε.1 κατέθεσε τα τεκμήρια 15 και
  5. Το τεκμήριο 15 αποτελεί κατάσταση του επίδικου λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι τις 31.12.
  6. Συνοδεύεται δε από πιστοποιητικό υπογραμμένο από την ίδια, σύμφωνα με το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, το οποίο πιστοποιεί ότι οι εν λόγω καταστάσεις αποτελούν αντίγραφο των καταχωρημένων πράξεων του ηλεκτρονικού αρχείου της Ενάγουσας, στις οποίες καταγράφεται όλη η πορεία του επίδικου λογαριασμού και οι οποίες βρίσκονται στα αρχεία της επιχείρησης της. Ως δε ανέφερε, όλες οι καταγραφές στις καταστάσεις αναπαράχθηκαν και συγκρίθηκαν από την ίδια, μέσω του ηλεκτρονικού της υπολογιστή, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το σε ηλεκτρονική μορφή τραπεζικό βιβλίο - αρχείο της Ενάγουσας, με τις αρχικές καταχωρήσεις αυτού και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθές. Επειδή η εκτύπωση των καταστάσεων γίνεται ανά εξάμηνο, η τελευταία είναι ημερομηνίας 31.12.
  7. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
  8. Με βάση δε τα όσα έχει θέσει σχετικά η Μ.Ε.1 και τα οποία έγιναν δεκτά, κρίνεται ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ως έχει αναφερθεί και στην σχετική νομολογία, η διάταξη αυτή δημιουργεί μαχητό τεκμήριο. Όταν δηλ. το αντίγραφο της καταχώρησης γίνεται δεκτό στο Δικαστήριο (μάλιστα δεν αποτελεί προϋπόθεση η εκ συμφώνου κατάθεση του - βλ. Vourna Limited κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2020:A170, Πολ. Έφεση Αρ. 295/2013, ημερ. 1.6.2020) συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου του και το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους της άλλης πλευράς για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το τελευταίο επιτυγχάνεται εφόσον η άλλη πλευρά αποδείξει την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 149/2013, ημερ. 14.4.2020). Το επόμενο ερώτημα που χρήζει λοιπόν απάντησης στην προκειμένη είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης προς κατάρριψη του εν λόγω τεκμηρίου. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθεί ότι όχι μόνο δεν προσκόμισε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αλλά ούτε και αντεξέτασε επί της ορθότητας του περιεχομένου του τεκμηρίου
  1. Η μη κατάρριψη του τεκμηρίου οδηγεί λοιπόν σε συμπέρασμα περί της ύπαρξης και ορθότητας των καταχωρήσεων του τεκμηρίου
  2. Όσον δε αφορά το τεκμήριο 16, η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι την αναδομημένη αυτή κατάσταση του επίδικου λογαριασμού την ετοίμασε με βάση το τεκμήριο 15, το περιεχόμενο του οποίου, ως ήδη λέχθηκε, δεν αμφισβητήθηκε. Η Μ.Ε.1 εξήγησε τον τρόπο σύνταξης του τεκμηρίου 16 και αναλυτικά τι περιλαμβάνει. Ως είπε, ετοίμασε αυτό με τρόπο που είναι προφανώς προς όφελος του Εναγόμενου. Έτσι σε αυτό αφαίρεσε όλα τα έξοδα και προμήθειες και χρεώνεται ποσοστό τόκου υπερημερίας μόνο 2% από την ημερομηνία τερματισμού (με το συνολικό επιτόκιο να είναι 9,25 %), παρά το ότι η Ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώσει μεγαλύτερο τόκο υπερημερίας. Να λεχθεί δε στο σημείο αυτό ότι η Ενάγουσα, μέσω της Μ.Ε.1 περιόρισε το αξιούμενο ποσό, σε αυτό που προκύπτει από το τεκμήριο
  3. Ως λέχθηκε στην Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται συνήθως για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία η άλλη πλευρά φέρει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι είτε μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Κρίθηκε επίσης ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί δεν δημιουργούσαν οποιαδήποτε ασάφεια και ότι με την αναδόμηση τους, μετά τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων, διαμορφώθηκε το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού και το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε σε αυτό αφού βεβαιώθηκε ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί ήταν ορθοί. Τα όσα, ως άνω, ανέφερε η Μ.Ε.1 δεν αμφισβητήθηκαν. Σε σχέση δε με το τεκμήριο 16, η υπεράσπιση της έθεσε μόνο γενικές υποβολές, με τις οποίες αυτή ασφαλώς διαφώνησε και συγκεκριμένα ότι: η Ενάγουσα, εσφαλμένα και παράνομα υπολόγισε τον τόκο χρησιμοποιώντας ως διαιρέτη τις 360 μέρες και όχι τις 365 (κάτι που δεν δικογραφείται και εν πάση περιπτώσει προβλέπει η επίδικη συμφωνία και δεν επεξηγήθηκε σε τι συνίσταται η παρανομία), ότι περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις, ότι παράνομα και εσφαλμένα έγιναν υπολογισμοί ποσών και τόκων και ότι η κεφαλαιοποίηση του τόκου είναι ανεπίτρεπτη χρέωση. Θα πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι στην τελική αγόρευση του Εναγόμενου, στο μέρος όπου υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι υφίσταται οφειλόμενο ποσό, προβάλλεται και η δικογραφημένη θέση ότι η Ενάγουσα δεν τον ενημέρωσε περί του ακριβούς ύψους του εκάστοτε χρεωνόμενου επιτοκίου και του τρόπου υπολογισμού του και δεν του παρείχε πληροφορίες ή λεπτομέρειες σχετικά με άλλες χρεώσεις και δικαιώματα τα οποία χρεώνει. Η θέση του όμως αυτή στο δικόγραφο δεν έχει να κάνει με το θέμα του οφειλόμενου ποσού αλλά προβάλλεται ως προς στήριξη ισχυρισμού του ότι οι όποιες συμφωνίες αποδείξει η Ενάγουσα, είναι παράνομες και/ή άκυρες διότι αντιβαίνουν τον περί Συμβάσεων Νόμο και τον Περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων Νόμο 160(Ι)/99. Κάτι τέτοιο όμως δεν προώθησε ούτε κατά την μαρτυρία του ούτε και κατά την αγόρευση του. Σε κάθε περίπτωση δεν εξηγείται πως κάτι τέτοιο, ακόμη και εάν ισχύει, επηρεάζει το θέμα της απόδειξης του οφειλόμενου υπολοίπου. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί και η ύπαρξη και η ορθότητα των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 16 και κατ' επέκταση η ύπαρξη του συγκεκριμένου, τελικώς αξιούμενου, χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. ΥΠΟΘΗΚΗ ΑΡ. ΥΧΧΧΧ Αποτελεί τέλος θέση του Εναγόμενου ότι κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και στην συνέχεια καθορίσθηκαν με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο οι εξασφαλίσεις αυτής, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η υποθήκη αρ.ΥΧΧΧΧ. Προέβαλε δε ότι ποτέ δεν συμφώνησε, αποδέχθηκε ή υπέγραψε έγγραφο για εξασφάλιση του επίδικου δανείου με αυτήν. Να σημειωθεί δε εισαγωγικά για το υπό εξέταση θέμα ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόµου 9/1965, «υποθήκη», µετά των γραµµατικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων σηµαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, µέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηµατικού τίνος χρέους ή υποχρεώσεως». Σύμφωνα δε με το άρθρο 22
(1)του ίδιου Νόμου, υποθήκη «δύναται να συσταθεί ως ασφάλεια διά την εκπλήρωσιν υφισταµένης, µελλούσης, ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβανοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού». Με βάση τα ως άνω, η σύσταση υποθήκης δεν προϋποθέτει καν την ύπαρξη χρέους, εφόσον μπορεί να συσταθεί ως ασφάλεια όχι μόνο υφιστάμενης αλλά και μελλούσης υποχρέωσης (βλ. X" Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 94). Τα πιο πάνω ασφαλώς ισχύουν και στην προκειμένη, στην οποία η όλη θέση του Εναγόμενου διαψεύδεται και από τις σχετικές πρόνοιες του ιδίου του εγγράφου της υποθήκης τεκμήριο 14, οι οποίες καταδεικνύουν το αντικείμενο της εξασφάλισης. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τους όρους 2 και 3: «
  1. Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα, άμεση ή έμμεση, είτε αυτή έγινε ή πιθανό να γίνει απαιτητή ...
  2. Η παρούσα υποθήκη είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση από οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις τις οποίες η Τράπεζα έχει σήμερα ή δυνατό να έχει μελλοντικά από εμένα ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή άλλα πρόσωπα σχετικά με τις υποχρεώσεις τις οποίες αυτή εξασφαλίζει. Η Τράπεζα μπορεί να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή να απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιοσδήποτε άλλες εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις χωρίς να επηρεάζεται οποιοδήποτε δικαίωμά της, βάσει αυτής της συμφωνίας. Παρά λοιπόν το ότι η εν λόγω υποθήκη δεν υφίστατο κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας (έγινε 2 μήνες μετά) και δεν αναφέρεται σε αυτήν το επίδικο δάνειο εντούτοις η λεκτική διατύπωση των ως άνω όρων του εγγράφου υποθήκης δηλ. η αναφορά ότι αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και για κάθε παρούσα υποχρέωση του Εναγόμενου ως πρωτοφειλέτη και ότι αποτελεί επιπρόσθετη εξασφάλιση οποιωνδήποτε εξασφαλίσεων είχε η Ενάγουσα, εκείνη την ημέρα, από τον Εναγόμενο, δεν αφήνει καμία αμφιβολία πως πρόθεση των μερών ήταν, ανεξαρτήτως της ύπαρξης άλλων εξασφαλίσεων, η Ενάγουσα να εξασφαλισθεί και δια της υποθήκης αυτής, για τις τότε υφιστάμενες διευκολύνσεις που παραχώρησε στον Εναγόμενο, μεταξύ των οποίων και αυτή του επίδικου δανείου. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σε υποθέσεις που αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, όπως η παρούσα, για να επιτύχει η αξίωση θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
(1)η σύναψη της σύμβασης δανείου και της σύμβασης εξασφάλισης αυτής μαζί με τους όρους τους,
(2)η παράβαση όρου της σύμβασης δανείου,
(3)ο τερματισμός αυτής και
(4)το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 829). Όπως είναι επίσης νομολογημένο η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Στην προκειμένη με βάση την μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, η οποία γίνεται δεκτή και τα όσα εξηγήθηκαν ανωτέρω, κρίνεται ότι αυτή πέτυχε να αποδείξει όλα τα πιο πάνω. Πέτυχε λοιπόν να αποδείξει στον απαιτούμενο για αστικές υποθέσεις βαθμό, δηλ. στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τις απαιτήσεις της, ως τις περιόρισε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ως εκ των άνω η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €184.583,92, με τόκο προς 9,25% από 31.12.2020, με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω εναντίον του Εναγόμενου 1 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 12.1.Ε. του απαιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης. (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.