← Κύπρος

Κόκκινου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1107/13, 28/6/2021

Κόκκινου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1107/13, 28/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A69 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1107/13 Μεταξύ: Κόκκινου ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ Ενάγουσας και

  1. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
  2. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενων Αίτηση τροποποίησης ημερ. 4.6.2021 Ημερομηνία: 28.6.2021 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Χ. Φωτίου. Για Εναγόμενη 1-Καθ' ης η αίτηση 1: κ. Σ. Κόκκινος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2-Καθ' ης η αίτηση 2: κ. Σ. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή της η Ενάγουσα αξιώνει: (Α) αναγνωριστική απόφαση ότι έχει κατατεθειμένο στην Εναγόμενη 1 και οφείλεται σε αυτήν, ως εμπρόθεσμη κατάθεση, το ποσό των €160.000 πλέον τόκους από την 29.1.2013 μέχρι την ημέρα τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσης, πλέον νόμιμους τόκους από την ημέρα εκείνη, (Β) αναγνωριστική απόφαση δια της οποίας, οι Νόμοι 17(Ι)/2013, 16(Ι)/2013, 12(Ι)/2013 και 11

(1)/2013 και τα διατάγματα του Υπουργού Οικονομικών ημερ. 27.3.2013, 29.3.2013, 2.4.2013, 3.4.2013 και 5.4.2013, να κηρύσσονται αντισυνταγματικά και (Γ) απόφαση δια της οποίας οι Εναγόμενοι να καταδικάζονται, ομού και κεχωρισμένα, στην καταβολή του ποσού των €160.000 πλέον τους τόκους και (Δ) νόμιμο τόκο επί του ίδιου ποσού από τις 10.4.
  1. Με την υπό κρίση αίτηση η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») αιτείται διατάγματος τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως ακολούθως:
  2. Με την προσθήκη 2ου εδαφίου στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ούτως ώστε η παράγραφος να έχει πλέον ως εξής: 7 Α. Η εναγόμενη 1 παρά την επίδοση σε αυτή του τερματισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 6 της παρούσας και παρά την παρέλευση της προθεσμίας που έτασσε ο τερματισμός αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των €160.000.00 πλέον τόκους το οποίο οφείλει στην ενάγουσα. Η ενάγουσα ζήτησε την καταβολή σε μετρητά του ποσού των € 160.000.00 την 19/4/
  3. Β. Την 29/7/2013 η εναγόμενη 1 ασκώντας παράνομα και αντισυνταγματικά τις παράνομες και αντισυνταγματικές δυνατότητες που της παρέχουν οι πιο πάνω αντισυνταγματικοί νόμοι μετάτρεψε παράνομα και αντισυνταγματικά ποσοστό 47.5% των καταθέσεων της ενάγουσας (άνω των €100.000.00) σε μετοχές και χρεόγραφα και το δέσμευσε το υπόλοιπο των καταθέσεων της. Όλες οι ενέργειες της εναγόμενης 1 έγιναν χωρίς την συγκατάθεσή της ενάγουσας και παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η παρούσα αγωγή. Με την πιο πάνω αναφερόμενη μετατροπή και δέσμευση η ενάγουσα απωλέσει συνολικά το ποσό των 28.500.00 πλέον τόκους επί του ποσού των €160.000.00 από την 16/3/2013 μέχρι την 6/4/
  4. Με την τροποποίησης του εδαφίου Γ της παραγράφου 20 ούτως ώστε το εδάφιο Γ να έχει πλέον ως εξής:
  5. Γ. Καταδικαστική απόφαση δια της οποίας οι εναγόμενοι να καταδικάζονται, ομού και κεχωρισμένα, να μου καταβάλουν το ποσό την απομείωση των καταθέσεων μου άνω των €100.000.00 πλέον τόκους από την 10/4/2013 ήτοι το ποσό των €28.500.00 πλέον νόμιμους τόκους από την ημέρα τερματισμού της εμπρόθεσμης κατάθεσης. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 Κ.1-5, Δ.48 Κ.1-7 και Δ.64 Κ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της ίδια της Αιτήτριας. Η Εναγόμενη 1 (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση 1») καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Βερζανλή ΧΧΧΧ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί. Η Εναγόμενη 2 (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση 2») επίσης καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κ. ΧΧΧΧ Εθελοντή, βοηθού γραμματειακού λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα στην Πάφο. Οι λόγοι των ενστάσεων είναι κατ' ουσία όμοιοι και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  6. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  7. Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έγκριση της, καθότι δεν έχει καταδειχθεί το ουσιώδες και η αναγκαιότητα της τροποποίησης προς τον σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων.
  8. Με την αίτηση η Αιτήτρια επιδιώκει να ανασκευάσει και/ή αναμοχλεύσει τα ισχυριζόμενα γεγονότα και/ή να αλλάξει δικούς της ισχυρισμούς και να εισάγει νέους και με αυτήν ζητείται ουσιαστικά η άρδην μεταβολή της ουσίας αλλά και του συνόλου της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης.
  9. Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή θα έπρεπε να ήταν γνωστά στην Αιτήτρια από ή περί το 2013 τουλάχιστον.
  10. Έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αργοπορία στην εκδίκαση της αγωγής, εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας και βλάβη στα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση, για τα οποία δεν μπορούν να αποζημιωθεί με έξοδα.
  11. Η αίτηση είναι κακόπιστη, έχει ως σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει την διαδικασία και προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση και κατάχρησης της διαδικασίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας και στην σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2013, εδράζεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυε πριν την σχετικά πρόσφατη αναδιαμόρφωση - τροποποίηση της. Η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το θέμα είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Επαφίεται δε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες. Ο κρίσιμος όμως τελικά παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς (των επίδικων θεμάτων) μεταξύ των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας στον καθένα τους να διατυπώσει και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών τους διαφορών (βλ. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 817). Εφόσον συντρέχει κάτι τέτοιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή όπου ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Αναγνωρίζονται από τη νομολογία και άλλοι σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα πάντα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως η προσθήκη νέας βάσης αγωγής, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156). Άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της αίτησης και της όποιας καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). Εξέταση της αίτησης Η εξέταση της υπό κρίση αίτησης θα γίνει λαμβανομένων ασφαλώς υπόψην των ως άνω νομικών αρχών και παραμέτρων, στην βάση πάντα των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης και των λόγων ένστασης, στο μέτρο που αυτοί τελικά προωθούνται και ως προωθούνται μέσω των αγορεύσεων. Το πρώτο που πρέπει να εξετασθεί, ως το κύριο και ουσιώδες κριτήριο, είναι το κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην Αιτήτρια να διατυπώσει τις θέσεις της στα πλαίσια του συνόλου των πραγματικών διαφορών που εγείρονται στην αγωγή. Ως προς τούτο η Αιτήτρια προβάλλει βασικά ότι η τροποποίηση είναι αναγκαία για να τεθούν λεπτομέρειες για το ύψος της ζημιάς της και τον χρόνο που αυτή έλαβε χώρα, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα. Απλή ανάγνωση του επιχειρούμενου να προστεθεί στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης, εδαφίου Β, καταδεικνύει ότι πράγματι επιζητείται η προσθήκη συγκεκριμένων γεγονότων, σε συνέχεια του ιστορικού που αναφέρεται στην υφιστάμενη παράγραφο 7, με τα οποία δίδονται λεπτομέρειες του τρόπου και χρόνου επέλευσης και του ακριβούς ύψους της τελικής ζημιάς της Αιτήτριας. Η άλλη δε επιχειρούμενη τροποποίηση του εδαφίου Γ της παραγράφου 20, δεν είναι τίποτα άλλο από την ενσωμάτωση των πιο πάνω και την ανάλογη διόρθωση του αξιούμενου ποσού στο απαιτητικό μέρος της έκθεσης απαίτησης. Προκύπτει λοιπόν ότι είναι πράγματι αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση προς διασαφήνιση των θέσεων και αξιώσεων της Αιτήτριας, κάτι που θα αποβεί προς όφελος της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Εδώ να σημειωθεί ότι και η ίδια η Καθ' ης η αίτηση 1, στο δικόγραφο της, φαίνεται ότι θεωρεί ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρείται να προστεθούν είναι αναγκαία για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 της έκθεση υπεράσπισης της, παραδέχεται ότι η Αιτήτρια διατηρούσε σε λογαριασμό εμπρόθεσμης κατάθεσης, από τις 29.1.20131 μέχρι τις 29.4.2013, το ποσό των 160.000 και ότι με επιστολή της ημερ. 10.4.2013 τερμάτισε τον λογαριασμό και ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού και προσθέτει ότι θα αναφερθεί κατά την ακρόαση στο υπόλοιπο του λογαριασμού και στον τρόπο που έχει διαμορφωθεί μετά την έκδοση των σχετικών Διαταγμάτων. Τα πιο πάνω καταρρίπτουν και την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι με την αίτηση επιχειρείται να εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί με αποτέλεσμα την άρδην μεταβολή της ουσίας αλλά και του συνόλου της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης. Αποτελεί επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση καθώς τα γεγονότα που επιχειρούνται να προστεθούν ήταν και/ή θα έπρεπε να είναι γνωστά στην Αιτήτρια από το 2013. Ως έχει νομολογηθεί ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπου υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA ανωτέρω κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ανωτέρω λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η ανυπαρξία καλής πίστης. Όταν λοιπόν η αίτηση γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αμέλεια, αβλεψία ή παραδρομή (βλ. IKOS και SABA ανωτέρω). Η αίτηση αποτυγχάνει μόνο όταν πλήττει ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα του αντιδίκου, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και την λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Προς εξέταση της ως άνω θέσης των Καθ' ων η αίτηση, κρίνεται απαραίτητο να γίνει κατ' αρχάς αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, ως αυτό προκύπτει από τον φάκελο της. Συγκεκριμένα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.4.
  1. Στις 14.6.2013 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση για συνοπτική απόφαση, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 13.2.
  2. Ακολούθησαν οι εκθέσεις υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στις 12.3.2014 και 18.6.2014 αντίστοιχα. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 5.12.
  3. Ορίσθηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 17.11.
  4. Έκτοτε και μέχρι σήμερα η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση 12 φορές. Στο μεσοδιάστημα και δη στις 19.5.2021 η Καθ' ης η αίτηση 2, καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης της και ενόψει της εκ συμφώνου έκδοσης σχετικού διατάγματος την ίδια ημέρα που το Δικαστήριο της επιλήφθηκε δηλαδή στις 21.5.2021, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 8.6.2021 ώστε να καταχωρηθούν τα τροποποιημένα δικόγραφα. Στις 4.6.2021 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση. Στις 8.6.2021 μετά από αίτημα της Αιτήτριας για αναβολή ενόψει της καταχώρησης της αίτησης, και ελλείψει ενστάσεως, η υπόθεση αναβλήθηκε και δόθηκαν οδηγίες με σκοπό την σύντομη εκδίκαση της παρούσας, η ακρόαση της οποίας έλαβε χώραν στις 24.6.
  5. Με βάση τα πιο πάνω αντικειμενικά δεδομένα προκύπτει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 8 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Ως όμως έχει αναφερθεί η πάροδος του χρόνου από μόνη της δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Εξετάζονται όλες οι σχετικές περιστάσεις. Σε σχέση με το πότε προέκυψε η αναγκαιότητα της τροποποίησης, η Αιτήτρια προβάλλει βασικά τα ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής δεν είχαν προκύψει με λεπτομέρεια οι ζημιές της. Στην συνέχεια θεώρησε με τον δικηγόρο της ότι δεν ήταν αναγκαία η τροποποίηση γιατί το ποσό που αξιώνει είναι πλέον μικρότερο και γιατί η απομείωση των καταθέσεων της έγινε με νόμο που όριζε ακριβώς το ποσό της μείωσης. Αντιλήφθηκε δε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, κατά την τελευταία δικάσιμο, όταν το Δικαστήριο είχε συζήτηση με τον δικηγόρο της για τις λεπτομέρειες των ζημιών της, που δεν δικογραφούνται. Λαμβάνοντας υπόψην το περιεχόμενο των αιτούμενων να προστεθούν ισχυρισμών και την διαπιστωθείσα αναγκαιότητα αυτών για την υπόθεση της Αιτήτριας, προκύπτει ότι η ως άνω δικαιολογία που δίδεται για την καθυστέρηση, συνίσταται σε παραδρομή από πλευράς της να παραθέσει αυτούς του ισχυρισμούς μετά την επέλευση των σχετικών γεγονότων (που επήλθαν μετά την καταχώρηση της αγωγής). Η ανάγκη προς τούτο διαπιστώθηκε, κατόπιν συζήτησης των διαφόρων θεμάτων πριν την έναρξη της ακρόασης. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι η συζήτηση που αναφέρεται ότι έγινε με το Δικαστήριο, έγινε με τους συνηγόρους όλων των διαδίκων παρόντες, στις 21.5.2021 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ενόψει και της αίτησης τροποποίησης της Καθ' ης η αίτηση
  6. Επρόκειτο δε για μια συζήτηση που έγινε με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει έδαφος για περιορισμό των επίδικων θεμάτων ή της μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Ως δε έχει νομολογηθεί, καθυστέρηση λόγω παραδρομής δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης αίτησης τροποποίησης. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να παραβλεφθεί και η όλη στάση των διαδίκων στα πλαίσια της αίτησης τροποποίησης ημερ. 19.5.2021 που καταχώρησε η Καθ' ης η αίτηση
  7. Ενώ η εν λόγω αίτηση αφορούσε θέμα το οποίο ήταν εξ αρχής γνωστό στην Καθ' ης η αίτηση 2, αυτή δεν καταχώρησε την αίτηση παρά μόνο μετά από 7 σχεδόν χρόνια από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης της. Παρά ταύτα η Αιτήτρια δέχθηκε κατά την πρώτη δικάσιμο της αίτησης, την έκδοση σχετικού διατάγματος ενώ η Καθ' ης η αίτηση 1 δεν ήγειρε τότε οποιοδήποτε θέμα καθυστέρησης και επηρεασμού των δικαιωμάτων της. Η στάση λοιπόν των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην παρούσα, η οποία έχει παρόμοια δεδομένα ως προς την καθυστέρηση με την ως άνω αναφερόμενη αίτηση, δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί τουλάχιστον ως ασυνεπής. Είναι επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι αίτηση είναι κακόπιστη, έχει ως σκοπό να καθυστερήσει και/ή να εκτροχιάσει την διαδικασία και βλάπτει τα δικαιώματα τους κατά τρόπο που δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα. Αποδίδονται λοιπόν στην Αιτήτρια κακόπιστα κίνητρα. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται όμως επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, με το βάρος απόδειξης να είναι στους ώμους αυτού που την επικαλείται (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ανωτέρω). Πρέπει δηλ. να υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη (βλ. και σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 624). Ο δε όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (βλ. Νικολάου ανωτέρω). Στην προκειμένη η ως άνω θέση των Καθ' ων η αίτηση εδράζεται βασικά στην ύπαρξη της καθυστέρησης. Με βάση όμως τα όσα ήδη τέθηκαν ως άνω για το θέμα της καθυστέρησης αλλά και για τα λοιπά θέματα, κρίνεται ότι δεν δημιουργείται βάσιμη πεποίθηση για την ύπαρξη κακοπιστίας. Η καθυστέρηση που δικονομικά θα προκύψει, λόγω της έγκρισης της αίτησης, δεν οδηγεί από μόνη της σε τέτοιο εύρημα. Ενόψει δε του περιεχομένου και της έκτασης της τροποποίησης, δεν προβλέπεται ότι η όποια καθυστέρηση προκύψει θα είναι μεγάλη. Δεν μου διαφεύγει φυσικά ότι η παρούσα είναι παλιά υπόθεση. Ως όμως προκύπτει από το ιστορικό της η καθυστέρηση στην εκδίκαση της δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην Αιτήτρια και σίγουρα όχι μόνο στην υπό κρίση αίτηση. Η δε ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει ώστε να υπάρχει κίνδυνος εκτροχιασμού της. Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι με την τροποποίηση επιχειρείται να παραβλαφτούν τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση ούτε και ότι αυτοί θα υποστούν την βλάβη που υποστηρίζουν. Αντίθετα γνωρίζοντας με μεγαλύτερη λεπτομέρεια όλες τις θέσεις και αξιώσεις της Αιτήτριας, θα έχουν την ευχέρεια να απαντήσουν σε αυτές, να παραθέσουν τις δικές τους θέσεις και να προβάλουν με τον καλύτερο τρόπο την υπεράσπιση τους κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Δεν προκύπτει λοιπόν ούτε ότι θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη για την οποία δεν μπορεί να αποζημιωθούν με έξοδα. Ούτε και η θέση τους περί κατάχρησης της διαδικασίας βρίσκει έρεισμα στις περιστάσεις της υπόθεσης. Εν κατακλείδι λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει καταδειχθεί η γνησιότητα των προθέσεων της Αιτήτριας και η αναγκαιότητα της τροποποίησης ώστε να εκδικαστούν στην αγωγή όλα τα θέματα μεταξύ των διαδίκων - κάτι το οποίο είναι προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης - καθώς και το ότι με αυτήν δεν θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στους Καθ' ων η αίτηση, εκτός από το θέμα των εξόδων για το οποίο μπορούν να αποζημιωθούν αλλά και το ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ των άνω εκδίδεται διατάγματα τροποποίησης ως οι παράγραφοι Α
(1)και
(2)της αίτησης. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο αυτού να παραδοθεί εντός 3 ημερών στους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2. Στη συνέχεια, οι εκθέσεις υπεράσπισης στο τροποποιηθέν κλητήριο ένταλμα, να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών και αντίγραφα αυτών να παραδοθούν στον δικηγόρο της Ενάγουσας εντός 3 ημερών από την εν λόγω καταχώρηση. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα και να γίνει εντός 5 ημερών από την ημέρα που θα ζητηθεί. Τέλος τα έξοδα της αίτησης καθώς και όλα τα έξοδα που θα απωλεσθούν συνεπεία της τροποποίησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και σε βάρος της Ενάγουσας - Αιτήτριας. (Υπ.) ................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.