ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΒΑΝΝΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2819/13, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2819/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΧΧΧΧ ΒΑΝΝΑΣ
- ΧΧΧΧ ΤΣΙΡΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 29.6.2021 Για Ενάγοντες: κα Ε. Κωνσταντινίδου για Ε & Μ Κωνσταντινίδου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1: κα Σ. Δίγκα για Ν. Παπαθεοχάρους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κ. Λ. Βρυωνίδης για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €236.854,75 πλέον τόκους προς 9% από 1.7.2013, με κεφαλαιοποίηση την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους, μέχρι πλήρους εξόφλησης, ως οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας δανείου. Περαιτέρω αξιώνουν την έκδοση διατάγματος εκποίησης υποθήκης που συστάθηκε επί ακινήτου της Εναγόμενης 2, ως εξασφάλιση του δανείου. Δικογραφημένες θέσεις Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες ήταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία. Κατά ή περί τις 19.12.2011 υπογράφτηκε μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 1 και 2, σύμβαση δανείου για το ποσό των €225.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο προς 5,50% ετησίως και ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός. Προς εξασφάλιση του δανείου, η Εναγόμενη 2 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων ακίνητη περιουσία της στην Λεμεσό. Λόγω της μη συμμόρφωσης των Εναγόμενων 1 και 2 με τους όρους παραχώρησης του δανείου και λόγω του ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε καθυστερήσεις στις πληρωμές, οι Ενάγοντες κάλεσαν αυτούς με επιστολή ημερ. 16.1.2013, να εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις εντός 21 ημερών, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση. Έτσι στην συνέχεια με επιστολή τους ημερ. 16.9.2013, οι Ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού και κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που ανερχόταν στα €236.854,75, πλέον τόκους. Με την ίδια επιστολή οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι ο λογαριασμός θα χρεώνεται με τόκο προς 9% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του δύο φορές τον χρόνο. Ο Εναγόμενος 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης του, αρνείται ότι έκανε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου με τους Ενάγοντες και ότι του παραχωρήθηκε δάνειο ύψους €225.000 σε λογαριασμό. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε χρεώσεις τόκων πέραν του επιτρεπόμενου δια νόμου ορίου και/ή σε παράνομους ανατοκισμούς και κεφαλαιοποιήσεις και/ή σε παράνομες και αδιευκρίνιστες χρεώσεις, γεγονός που δημιουργεί ακυρότητα ως προς τα απαιτούμενα ποσά. Προβάλλει δε ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί η εγκυρότητα της συμφωνίας δανείου τα υπόλοιπα δεν είναι τα αξιούμενα αλλά πολύ μικρότερα. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν περιήλθε σε γνώση του οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού και ότι ουδέν ποσό οφείλει στους Ενάγοντες. Η Εναγόμενη 2 απάντησε στην αγωγή με καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Για σκοπούς οικονομίας της απόφασης αρκεί στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι στο δεκαπεντασέλιδο δικόγραφο της, προβάλλει σωρεία διαζευκτικών ισχυρισμών (και βάσεων υπεράσπισης), πλείστους των οποίων τελικά δεν προώθησε όπως για παράδειγμα ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση της και/ή έγιναν, εν γνώση των Εναγόντων, για λογαριασμό και όφελος του Εναγόμενου 1 και/ή της εταιρείας του και/ή είναι το προϊόν αμέλειας και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος των Εναγόντων, ότι οι τελευταίοι ανέλαβαν και παρείχαν στους Εναγόμενους εξειδικευμένα χρηματοοικονομικά προϊόντα και/ή επαγγελματικές συμβουλές για προώθηση του αναπτυξιακού τους προγράμματος και/ή εργασιών, ότι η ίδια βασιζόταν στην συμβουλή του Εναγόμενου 1, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Εναγόντων και δεν ήταν σε θέση χωρίς επαγγελματική συμβουλή να αξιολογήσει τους κινδύνους και/ή ήταν εξαρτώμενη από τις συμβουλές και/ή εισηγήσεις των Εναγόντων. Αναφορά στους ισχυρισμούς εκείνους που τελικά προώθησε, στο μέτρο πάντα που έπραξε αυτό, θα γίνει πιο κάτω. Στην Ανταπαίτηση της αφού δηλώνει ότι επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης, υποστηρίζει ότι ως αποτέλεσμα και/ή συνέπεια των πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγόντων, έχει υποστεί ζημιά και είναι εκτεθειμένη στις απαιτήσεις της παρούσας αγωγής. Έτσι αξιώνει δήλωση ότι η εγγραφή της επίδικης υποθήκης είναι άκυρη και/ή χωρίς αποτέλεσμα καθώς και το ποσό των €236.854,75, πλέον τόκους και έξοδα. Στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες αρνούνται γενικά και ειδικά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης
- Σε σχέση δε με τους ισχυρισμούς αυτής που τελικά προώθησε, αναφέρουν ότι είχε την ευκαιρία να λάβει νομική συμβουλή εφόσον επιθυμούσε πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και ουδέποτε ζήτησε την γνώμη και/ή συμβουλή και/ή εισήγηση τους. Όλες δε οι χρεώσεις στον λογαριασμό των Εναγομένων γίνονταν πάντοτε δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας και των όρων των επίδικων συμφωνιών και καθόλα νόμιμα προέβησαν στον τερματισμό αυτών. Αρνούνται δε ότι η Εναγόμενη 2 υπέστη οποιαδήποτε ζημία και προβάλλουν ότι η Ανταπαίτηση δεν τεκμηριώνει βάση αγωγής εναντίον τους. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε μια μάρτυρας. Κανένας δε μάρτυρας δεν κατέθεσε από πλευράς των Εναγομένων. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Φιλίππου, πρώην υπάλληλος των Εναγόντων και νυν υπάλληλος της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία ενεργεί για λογαριασμό των Εναγόντων, δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων. Σύμφωνα με την μάρτυρα, στις 19.12.2011, μετά από την αποδοχή σχετικής αίτησης των Εναγομένων 1 και 2 (ημερομηνίας 2.12.2011 - τεκμήριο 16), αυτοί και η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω-Πάφου (στο εξής «η Σ.Π.Ε.») υπέγραψαν συμφωνία (στο εξής «η συμφωνία») χορήγησης στους Εναγόμενους, δανείου ύψους €225.000 (τεκμήριο 17). Βάσει της συμφωνίας η Σ.Π.Ε. άνοιξε λογαριασμό δανείου στο όνομα των Εναγομένων και τους χορήγησε το δάνειο (απόδειξη εκταμίευσης του δανείου κατατέθηκε ως τεκμήριο 18). Προς εξασφάλιση του δανείου, η Εναγόμενη 2, δυνάμει εγγράφου υποθήκης ημερ. 19.12.2011 εκτέλεσε προς όφελος των Εναγόντων την Υποθήκη με αρ. ΧΧΧΧ, δια της οποίας υποθήκευσε το όλο μερίδιο της σε ακίνητο της στην Λεμεσό (τεκμήριο 19). Λόγω συσσωρευμένων καθυστερήσεων του δανείου και παρά τις ενοχλήσεις της Σ.Π.Ε. προς τους Εναγόμενους αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν. Έτσι κατόπιν οδηγιών της Σ.Π.Ε., οι δικηγόροι αυτής απέστειλαν στους Εναγόμενους επιστολές ημερομηνίας 16.9.2013 (τεκμήριο 21), με τις οποίες τερμάτισαν την συμφωνία και την λειτουργία του λογαριασμού δανείου, κάλεσαν αυτούς να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο, που ανερχόταν τότε σε €236.854,75 πλέον τόκους και τους ενημέρωσαν ότι μέχρι την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου, ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο 9% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο ήτοι 30/6 και 31/
- Περαιτέρω η Μ.Ε.1 κατέθεσε αναλυτικές καταστάσεις κίνησης του επίδικου λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος μέχρι και τις 31.12.2020 (τεκμήριο 22) και αναδομημένη κατάσταση του ίδιου λογαριασμού (τεκμήριο 23). Τέλος, ως ανέφερε, οι Εναγόμενοι, μετά τον τερματισμό του επίδικου δανείου, κατέβαλαν μόνο το ποσό των €1.600 την 2.10.2013 και εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλουν το ποσό που αναφέρεται στο τεκμήριο 23 δηλαδή €352.430,93, με τόκο προς 5,50% από 1.1.2021, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Η επίδικη υποθήκη δεν έχει εκποιηθεί. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε προήλθε από τους Ενάγοντες, μέσω της Μ.Ε.
- Αυτή θα πρέπει να λεχθεί ότι άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, αποκάλυψε την πηγή των γνώσεων της για τα θέματα που κατέθεσε, επεξήγησε με την δέουσα σαφήνεια τα διάφορα δεδομένα και στοιχεία της υπόθεσης, παραπέμποντας στα σχετικά τεκμήρια, οι θέσεις της ήταν ξεκάθαρες, σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Η μαρτυρία της γίνεται λοιπόν δεκτή. Ακολουθεί η εξέταση των επιμέρους ζητημάτων που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Μη δικογράφηση εκχώρησης και/ή μεταβίβασης δικαιωμάτων στους Ενάγοντες Αποτελεί θέση της Εναγόμενης 2, στις αγορεύσεις της, ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν νόμιμες αξιώσεις εναντίον της, καθότι η μαρτυρία που προσκόμισαν για την «εκχώρηση και/ή μεταβίβαση των δικαιωμάτων από την επίδικη συμφωνία» σε αυτούς, πρέπει να αποκλειστεί ως μη δικογραφημένη. Πιο συγκεκριμένα προβάλλεται ότι δεν δικογραφείται η μετατροπή της Σ.Π.Ε. Κάτω Πάφου σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η συγχώνευσης της με το Ελληνικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και η διάλυση της και η επακόλουθη συγχώνευση του τελευταίου με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και η διάλυση του. Σύμφωνα με την ίδια θέση οι Ενάγοντες όφειλαν να προβούν σε διαδικαστικό διάβημα, για τον σκοπό αυτό και δη για αλλαγή τόσο στον τίτλο όσο και στο σώμα της αγωγής. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες (που στον τίτλο της αγωγής κατά τον χρόνο καταχώρησης της αναφέρονται ως Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου Λτδ) δικογραφούν ότι ήταν Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα, εγγεγραμμένο στην Κύπρο και ότι στις 24.6.2013 μετατράπηκαν σε Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και μετονομάσθηκαν σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου Λτδ και συνέχισαν ως τέτοια να ασκούν εργασίες κανονικά και να δεσμεύονται από τις συμφωνίες και έγγραφα τα οποία υπέγραψαν πριν την εν λόγω τροποποίηση. Από την αναντίλεκτη δε μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. και τεκμήρια 2-15) προκύπτουν τα ακόλουθα: Το επίδικο δάνειο παραχωρήθηκε από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου (η συμφωνία υπογράφηκε στις 19.12.2011). Αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν εγγεγραμμένη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και κατείχε άδεια λειτουργίας αναγνωρισμένου συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος. Στις 24.5.2013 αυτή μετατράπηκε σε περιορισμένης ευθύνης και στις 24.6.2013 μετονομάσθηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου Λτδ. Η αγωγή καταχωρήθηκε υπό αυτό το όνομα στις 10.10.
- Στις 26.10.2013 η εν λόγω Εταιρεία συγχωνεύθηκε με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ (το οποίο είχε άδεια λειτουργίας αναγνωρισμένου συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος από την 1.1.2008), το οποίο ανάλαβε μεταξύ άλλων όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της και έτσι ακυρώθηκε η εγγραφή της και διαλύθηκε. Την ίδια ημέρα το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ. Στις 21.7.2017 αυτό συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, (η οποία είχε άδεια λειτουργιάς πιστωτικού ιδρύματος από τις 3.11.2014) στην οποία μεταφέρθηκαν όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του καθώς και τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις, οι πράξεις και τα συμβόλαια του (με έγγραφη συμφωνία που ενεγράφη από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών την ίδια ημέρα και με ημερομηνία ισχύος της μεταφοράς την 1.7.2017) και έτσι ακυρώθηκε η εγγραφή του και αυτό διαλύθηκε. Στις 24.7.2017 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στις 3.9.2018 σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Εδώ να σημειωθεί ότι οι ίδιοι οι Εναγόμενοι 1 και 2 στα δικόγραφα τους που καταχώρησαν στις 28.2.2014 και 14.4.2014 αντίστοιχα, στον τίτλο ανέγραψαν ως Ενάγοντες το «Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λίμιτεδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κάτω Πάφου Λίμιτεδ)», ως έπραξαν εν συνεχεία και οι Ενάγοντες στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 και στην Απάντηση τους στην Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση της Εναγόμενης
- Στις 5.9.2017 καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης «Ειδοποίηση Συγχώνευσης και μετονομασίας». Με βάση αυτή οι Ενάγοντες Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, με απόφαση Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία συγχωνεύθηκαν με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ (καλείται ως «η αποδεχόμενη εταιρεία») και μετέφεραν σε αυτήν όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού τους, με ημερομηνία ισχύος την 1.7.2017 και συνεπώς, η αποδεχόμενη εταιρεία διαδέχθηκε τους Ενάγοντες εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Πρόσθετα η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, με ισχύ από 24.7.2017 (επισυνάπτονται αντίγραφα των σχετικών δημοσιεύσεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας). Αναφέρεται δε ότι λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, σε όλα τα μελλοντικά δικόγραφα οι Ενάγοντες τόσο στον τίτλο όσο και οπουδήποτε αλλού απαιτείται η αναγραφή του ονόματος τους θα αναφέρονται ως «Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ». Τέλος αναφέρεται ότι η ειδοποίηση αυτή δίδεται με βάση τα άρθρα 12
(4)και 49(Γ) έως 49(ΣΤ) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985. Στις 13.11.2018 καταχωρήθηκε στον φάκελο «Ειδοποίηση μετονομασίας», σύμφωνα με την οποία το όνομα των Εναγόντων έχει αλλάξει σε «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ» με ισχύ από 3.9.2018 (επισυνάπτεται αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής). Αναφέρεται δε ότι λαμβανόμενης υπόψη της μετονομασίας, σε όλα τα μελλοντικά δικόγραφα, αιτήσεις κ.λ.π. οι Ενάγοντες τόσο στον τίτλο όσο και οπουδήποτε αλλού απαιτείται η αναγραφή του ονόματος τους θα αναφέρονται ως «Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ». Σύμφωνα με το άρθρο 49Γ
(2)του Νόμου 22/1985, δύο ή περισσότερα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα («ΣΠΙ») δύνανται να συγχωνευθούν σε ένα ΣΠΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 49Δ του ίδιου Νόμου ένα ΣΠΙ μπορεί να προβεί με έγγραφη συµφωνία στην μεταφορά σε άλλο ΣΠΙ, όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού του. Ο Έφορος προβαίνει στην εγγραφή της γραπτής συµφωνίας για την µεταφορά, εφόσον παραχωρηθεί η έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία με την έγκριση της ορίζει και την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει η ισχύς της µεταφοράς. Αφού εγγραφεί η συµφωνία για την µεταφορά και η ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος της και ανακληθεί η άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, ο Έφορος εκδίδει διαταγή που ακυρώνει την εγγραφή της µεταφέρουσας εταιρείας, η οποία διαλύεται από την ηµέρα της έκδοσης της διαταγής αυτής. Σύμφωνα με το άρθρο 49ΣΤ
(1), η εγγραφή της συµφωνίας µεταφοράς µαζί µε την έναρξη της ισχύος της µεταφοράς, αποτελούν επαρκή απόδειξη της µεταφοράς όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της µεταφέρουσας εταιρείας στην αποδεχόµενη εταιρεία, καθώς και ότι η αποδεχόµενη εταιρεία διαδέχεται την µεταφέρουσα εξ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις της και ότι όλες οι πράξεις, τα συµβόλαια και τα άλλα έγγραφά της παραµένουν σε ισχύ. Σύμφωνα με την επιφύλαξη της εν λόγω πρόνοιας, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόµου ή κανονισµού, στις περιπτώσεις που εκκρεµεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, η αντικατάσταση της επωνυµίας της µεταφέρουσας εταιρείας µε την επωνυµία της αποδεχόµενης εταιρείας, για τους σκοπούς της εκκρεµούσας διαδικασίας, πραγµατοποιείται µε την καταχώριση από την αποδεχόµενη εταιρεία σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο Πρωτοκολλητείο. Η χρήση της φράσης «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε νόµου ή κανονισµού» στην ως άνω επιφύλαξη, δεικνύει κατά την κρίση μου, ότι η πρόνοια αυτή υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης αντίθετης πρόνοιας νόμου ή κανονισμού, περιλαμβανομένων ασφαλώς και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η ερμηνεία αυτή συνάδει άλλωστε και με τον επιδιωκόμενο από το Νομοθέτη σκοπό, που προφανώς δεν ήταν άλλος από το να επιτευχθεί η εκ των πραγμάτων αναγκαία υποκατάσταση διαδίκου σε αγωγή, με την απλή καταχώρηση της σχετικής ειδοποίησης, αντί των προβλεπόμενων για τον σκοπό αυτό διαδικασιών που καταναλώνουν χρόνο αλλά και επιβαρύνουν τις υποθέσεις με περαιτέρω έξοδα. Τα δεδομένα στην υπόθεση που επικαλέσθηκε ο συνήγορος της Εναγόμενης 2 (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825) διακρίνονται σαφώς από τα επίδικα στην παρούσα εφόσον σε εκείνη το θέμα δεν εξετάσθηκε υπό το φως της ισχύος οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας, ως η προαναφερόμενη επιφύλαξη του άρθρου 49ΣΤ
(1)του Νόμου 22/1985. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η εισήγηση της Εναγόμενης 2 δεν ευσταθεί και ότι η νομιμοποίηση των Εναγόντων στην προώθηση της αγωγής και η προσκόμιση της απαραίτητης μαρτυρίας για απόδειξη της, δεν προϋπέθετε την προβλεπόμενη από τους Θεσμούς διαδικασία της Δ.12 Κ.4, με την ανάλογη τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης. Επίδικες συμφωνίες Πριν προχωρήσω στα άλλα θέματα που εγείρονται, αναφορά θα πρέπει να γίνει στο δικονομικό πλαίσιο που διέπει την εξέταση τους. Ως είναι παγίως νομολογημένο οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από την δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων είναι ουσιώδης εφόσον συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαϊικό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει την διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Όταν τίθενται ζητήματα που αφορούν παρανομία ή σύγκρουση με συγκεκριμένη νομοθεσία, αυτά θα πρέπει δικογραφούνται όχι γενικά αλλά με την δέουσα σαφήνεια και να δίδονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες της παρανομίας ή της σύγκρουσης (βλ. Δ.19 Κ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, Ιωαννίδης κ.ά. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 75/13, ημερ. 28.3.2019). Το Δικαστήριο δεν μπορεί δε να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Αρχίζοντας λοιπόν από το θέμα των επίδικων συμφωνιών, χρήσιμη κρίνεται η αναφορά στις σχετικές δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης 2, στο μέτρο πάντα που τις προώθησε και είναι σχετικές με τα όσα παραθέτει στις γραπτές αγορεύσεις της. Συγκεκριμένα αρνείται τους όρους της συμφωνίας δανείου (περιλαμβανομένων αυτών που αφορούν την χρέωση τόκων) και προβάλλει ότι αντιβαίνουν τη νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή δεν ήταν συμφωνημένοι και/ή παραβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93(Ι)/96. Θέτει ως λεπτομέρειες ότι: Είναι ρήτρες κακής πίστης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, είχαν συνταχθεί εκ των προτέρων από την Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο τους. Δεν είχε δε διαπραγματευτική δύναμη έναντι των Εναγόντων. Περαιτέρω προβάλλει ότι δεν έτυχε ανεξάρτητης και πλήρους νομικής συμβουλής σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες. Το πρώτο που πρέπει να σχολιασθεί είναι ότι η ως άνω δικογράφηση είναι γενική και αόριστη εφόσον δεν καθορίζει σε ποιους συμβατικούς όρους αναφέρεται. Αποτελεί θέση της Εναγόμενης 2 στις τελικές αγορεύσεις ότι η πρόνοια για το βασικό επιτόκιο ήταν προτυπωμένη, δεν υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ότι οι Ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης, ως πωλητές, ότι η ρήτρα αποτέλεσε αντικείμενο τέτοιας διαπραγμάτευσης. Σε σχέση με το θέμα αυτό να λεχθεί κατ' αρχάς ότι η Μ.Ε.1 είχε προσωπική γνώση των συνθηκών που περιβάλλουν την σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου εφόσον, ως είπε, αυτή ήταν αυτή που την υπέγραψε για λογαριασμό των Εναγόντων και οι Εναγόμενοι υπέγραψαν στην παρουσία της και τους εξήγησε όλους του όρους, λόγω του ότι ήταν η υπεύθυνη λειτουργός τότε. Εξήγησε δε ότι η εν λόγω συμφωνία συντάχθηκε μετά από διαπραγμάτευση με τους Εναγόμενους και μετά από έγκριση του αιτήματός τους και αφού πρώτα ενημερώθηκαν προφορικά. Είπε δε ότι το έγγραφο της συμφωνία ετοιμάσθηκε από την Σ.Π.Ε. Οι ερωτήσεις δε που της έγιναν για το θέμα αφορούσαν γενικά και αόριστα τους όρους της συμφωνίας. Όταν ρωτήθηκε εάν το μόνο που διαφοροποιούσε η Σ.Π.Ε. ήταν τα αναγραφόμενα με μαύρα γράμματα, δηλαδή το ποσό, το επιτόκιο το βασικό και το περιθώριο, το όνομά του δανειολήπτη και ούτω καθ' εξής, είπε ότι οι συμφωνίες δανείου είναι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης με έκαστο πελάτη, ο οποίος μπορούσε να μην συμφωνήσει με οποιοδήποτε όρο στο έγγραφο, οπόταν θα αποφάσιζε η Επιτροπή της Σ.Π.Ε. κατά πόσο έδινε το δάνειο. Είπε δε ότι υπήρξαν περιπτώσεις που διαφοροποιήθηκαν οι όροι. Εδώ να σημειωθεί ότι ο όρος 9 της επίδικης συμφωνίας δανείου προβλέπει ότι οι όροι της μπορούν να τροποποιηθούν και/ή να συμπληρωθούν με την συγκατάθεση και των δύο συμβαλλομένων. Δεν δέχθηκε η Μ.Ε.1 ότι οι προτεινόμενοι όροι της συμφωνίας δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης, προσθέτοντας ότι μπορούσε να αφαιρεθεί και να προστεθεί οποιοσδήποτε όρος στην συμφωνία. Τα πιο πάνω, τα οποία παρέμειναν, ελλείψει και αντίθετης μαρτυρίας, αναντίλεκτα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας υπήρξαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης (σύμφωνα με το άρθρο 3
(5)του Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)1996) με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται ο Νόμος αυτός (βλ. άρθρο 3
(1). Ακόμη όμως και να κρινόταν ότι οι όροι της συμφωνίας δεν υπήρξαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και άρα ότι εφαρμόζεται ο Νόμος, στην προκειμένη αυτό δεν θα οδηγούσε αυτόματα σε εύρημα ότι ο όρος που αφορά το βασικό επιτόκιο αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, με αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)να μην δεσμεύει τους Εναγόμενους. Αυτό καθότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι αυτός ο όρος αποτελεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου, καταχρηστική ρήτρα εφόσον δεν φαίνεται να δημιουργεί σε βάρος των Εναγομένων σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση (βλ. και σχετικό Παράρτημα του Νόμου). Ως επίσης αναφέρεται στις τελικές αγορεύσεις της Εναγόμενης 2, στην επίδικη συμφωνία δανείου δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να προσδιορίζει τον τρόπο ή την φόρμουλα υπολογισμού του βασικού επιτοκίου και των διακυμάνσεων του και συνεπώς ο όρος για αυτό είναι αδιαφανής και παραβαίνει τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου του 2021. Πιο συγκεκριμένα προβάλλεται ότι ενόψει αυτού η Εναγόμενη 2 δεν μπορούσε να αξιολογήσει τις οικονομικές συνέπειες που θα συνεπαγόταν γι' αυτήν η εφαρμογή της συγκεκριμένης πρόνοιας για τον υπολογισμό των δόσεων και/ή του συνολικού ύψους των τόκων. Άρα ο σχετικός όρος θεωρείται καταχρηστική ρήτρα, λόγω του ότι δημιουργεί σε βάρος της σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών της σύμβασης. Ως προς τα πιο πάνω να λεχθεί κατ' αρχάς ότι από τις σχετικές πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Στον όρο 2 προβλέπεται ότι το δάνειο θα είναι πληρωτέο σε 300 ίσες μηνιαίες δόσεις από €1.377,66 καθεμία και ότι αυτές θα πληρώνονται ωσότου το δάνειο περιλαμβανομένων των τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων εξοφληθεί εντελώς. Σύμφωνα με τον όρο 3, το δάνειο θα χρεώνεται με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που στο εξής θα αναφέρεται ως «το βασικό επιτόκιο», το οποίο θα αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο της Συνεργατικής και το οποίο θα καθορίζεται από την Συνεργατική από καιρού εις καιρό και το οποίο θα αναφέρεται ως «το Βασικό Επιτόκιο», και την προσαύξηση, η οποία επίσης θα καθορίζεται από τη Συνεργατική και θα αναφέρεται ως το «Περιθώριο». Ως το τότε, αρχικό «Βασικό επιτόκιο» καθορίζεται το 3,25%, ως «Περιθώριο» το 2,25% και ως το «Συνολικό Επιτόκιο» το 5,50%. Αναφέρεται επίσης ότι ο τόκος υπολογίζεται πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα και για τον υπολογισμό του, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 365 μέρες. Τέλος αναφέρεται ότι η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να κεφαλαιοποιεί τις πιο πάνω χρεώσεις δύο φορές τον χρόνο. Σύμφωνα με τον όρο 4, η Συνεργατική δικαιούται να μεταβάλλει (είτε να αυξάνει, είτε να μειώνει) κατά την κρίση της και οποτεδήποτε, το Βασικό Επιτόκιο και το περιθώριο και η αλλαγή και/ή επιβολή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη, που θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της Συνεργατικής τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Νοείται ότι σε τέτοια περίπτωση η Συνεργατική θα έχει δικαίωμα να διαφοροποιεί ανάλογα και την δόση αποπληρωμής του δανείου. Στην αντεξέταση της η Μ.Ε.1 είπε ότι τόσο το βασικό επιτόκιο όσο και το περιθώριο μπορούσε η Σ.Π.Ε. να το αυξομειώσει αναλόγως των αποφάσεων της. Εξήγησε δε ότι το περιθώριο είναι το κέρδος που έχει ένας οργανισμός και το βασικό επιτόκιο είναι το κόστος που έχει. Η αύξηση ή μείωση του βασικού επιτοκίου αναπροσαρμοζόταν αναλόγως του κόστους και αναλόγως και το περιθώριο μπορεί να αυξανόταν, εάν η Σ.Π.Ε. ήθελε να μειώσει ή να αυξήσει το κέρδος που θα έχει από κάποιο δάνειο. Όταν ρωτήθηκε εάν οι πελάτες τους γνώριζαν για αυτές τις αυξομειώσεις και ότι αυτή μιλά για ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο, είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο έγιναν δημοσιεύσεις. Είπε δε ότι στην δήλωση αναφέρει ότι λάμβαναν γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με γραπτή ειδοποίηση αλλά αυτή δεν ήταν το υπεύθυνο άτομο. Περαιτέρω εξήγησε ότι στην επίδικη συμφωνία αναφέρεται ότι το βασικό επιτόκιο που χρησιμοποιείτο ήταν αυτό της Σ.Π.Ε., το οποίο αποφάσιζε η Επιτροπή αυτής και την εποπτεία της Σ.Π.Ε. είχε ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών. Σε ερώτηση με ποιον τρόπο καθορίζεται η αναφορά στο κυμαινόμενο επιτόκιο, είπε ότι την συγκεκριμένη στιγμή η Σ.Π.Ε. είχε το συγκεκριμένο βασικό επιτόκιο βάσει του κόστους που είχε να εξεύρει αυτά τα χρήματα λόγω του επιτοκίου του καταθέσεων που έδινε ή των επιτοκίων της αγοράς. Δεν δέχθηκε ότι το κόστος του δανεισμού ήταν αυτό που μπορούσε να δανειστεί από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, προσθέτοντας λογικά ότι σε τέτοια περίπτωση θα αναφερόταν στην συμφωνία σε βασικό επιτόκιο Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Της υποβλήθηκε ότι η εν λόγω πρόνοια, είναι αδιαφανής γιατί δεν δίνει τη δυνατότητα στον δανειολήπτη να ξέρει πως θα επηρεαστεί το κόστος της χρηματοδότησής του, κάτι που βασικά δεν δέχθηκε παραπέμποντας στον όρο 3 της συμφωνίας όπου αναφέρεται το βασικό επιτόκιο της Σ.Π.Ε. οπόταν ήταν ξεκάθαρο ότι το βασικό επιτόκιο της συμφωνίας ήταν αυτό. Της υποβλήθηκε επίσης ότι με τον εν λόγω όρο παραπλάνησαν την Εναγόμενη 2, καθότι πίστεψε ότι θα ακολουθούσαν στις χρεώσεις το βασικό επιτόκιο της Κεντρικής Τράπεζας και μεταγενέστερα της Ευρωπαϊκής, οπόταν απάντησε ότι εάν η Εναγόμενη 2 δεν είχε αντιληφθεί ποιος ήταν ο όρος κυμαινόμενο θα έπρεπε να ρωτήσει για να της τον επεξηγήσει. Καμία απορία όμως δεν έκανε και επιπλέον είναι πράγματι ξεκάθαρος ο όρος στο έγγραφο, ότι πρόκειται για ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο. Ως δε ανέφερε και δεν αντικρούσθηκε με άλλη μαρτυρία, εξ όσων γνωρίζει αν και τότε η Εναγόμενη 2 ήταν άνεργη, έχει αρκετά καλή μόρφωση και ξέρει να διαβάζει. Σε υποβολή ότι οι Ενάγοντες είχαν καθήκον και υποχρέωση να της επεξηγήσουν πως λειτουργούσε η χρέωση του κυμαινόμενου επιτοκίου είπε - και επίσης παρέμεινε χωρίς αντίκρουση - ότι της εξήγησε όλους τους όρους, καμιά απορία δεν έγινε, ούτε και πήγε ποτέ στα γραφεία της Σ.Π.Ε. να κάνει παράπονο, είτε για αυξημένους τόκους είτε για άλλο όρο. Σε γενική και αόριστη υποβολή ότι η επίδικη συμφωνία περιέχει όρους, οι οποίοι είναι μονομερείς και αδιαφανείς, είπε ότι οι όροι είχαν επεξηγηθεί στους πελάτες από την ίδια, αφότου είχε εγκριθεί το αίτημά τους για δανειοδότηση και δεν έφεραν καμία ένσταση, δεν έδειξαν ότι δεν κατάλαβαν τους όρους και προχώρησαν στη σύναψη της συμφωνίας. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί και πάλι ότι πέραν της γενικότητας της υποβολής, καμία αντίθετη μαρτυρία σε σχέση με όσα ανέφερε η Μ.Ε.1 δεν προσήχθη. Σε σχέση με την υπό κρίση θέση της Εναγόμενης 2, θα πρέπει και πάλι να υποδειχθεί ότι γίνεται αναφορά στον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021 και στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, χωρίς κάτι τέτοιο να δικογραφείται αλλά ούτε και να γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένες πρόνοιες. Σε κάθε περίπτωση με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν για την σχετική πρόνοια της συμφωνίας και την μαρτυρία της Μ.Ε.1, δεν προκύπτει η ύπαρξη οιασδήποτε ασάφειας ή αδιαφάνειας σε σχέση με τον τρόπο καθορισμού και τον υπολογισμό του βασικού επιτοκίου και της διακύμανσης του. Παρέμεινε δε αναντίλεκτο ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας επεξηγήθηκαν στους Εναγόμενους οι όροι της και αυτοί δεν έκαναν οποιαδήποτε απορία και έδειξαν να αντιλαμβάνονται τα όσα τους λέχθηκαν. Δεν φαίνεται δε ούτε σε μεταγενέστερο χρόνο να υπέβαλαν οποιαδήποτε απορία ή παράπονο για το θέμα. Εν πάση περιπτώσει δεν προκύπτει ούτε ότι αυτός ο όρος αποτελεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου, καταχρηστική ρήτρα εφόσον δεν φαίνεται να δημιουργεί σε βάρος των Εναγομένων σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από την σύμβαση. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι το όλο θέμα της διακύμανσης του επιτοκίου δεν επηρεάζει εν τέλει με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση καθότι, ως ανέφερε η Μ.Ε.1, στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 23) με βάση την οποία οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους, το συνολικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται είναι το αρχικώς συμφωνηθέν δηλαδή 5,50% (3,25% το βασικό επιτόκιο + 2,25% το περιθώριο). Με άλλα λόγια ο υπολογισμός του τόκου στο τεκμήριο 23 δεν γίνεται στην βάση κυμαινόμενου επιτοκίου. Περαιτέρω ο εν λόγω υπολογισμός είναι ο ευνοϊκότερος για τους Εναγόμενους, με δεδομένο ότι στην συνέχεια υπήρξε αύξηση και ποτέ μείωση του επιτοκίου. Συγκεκριμένα ως ανέφερε η Μ.Ε.1 μετά την υπογραφής της συμφωνίας από 28.2.2013 το συνολικό επιτόκιο αυξήθηκε σε 5,75%, από 31.12.13 σε 9% και από 19.7.2018 σε 8,50%. Η θέση δε της Εναγόμενης 2, στις τελικές της αγορεύσεις, ότι το βασικό επιτόκιο που χρησιμοποίησαν οι Ενάγοντες παραβιάζει τα άρθρα 8 και 40
(1)(γ) του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου 138(Ι)/2002 και το άρθρο 8 του περί Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου 33(Ι)/2007, δεν είναι δικογραφημένη και συνεπώς δεν κατέστη επίδικη ώστε να εξετασθεί. Εν πάση περιπτώσει δεν επεξηγείται σε τι συνίσταται η παραβίαση ούτε και καταδεικνύεται η σχετικότητα με την παρούσα ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 40 του Νόμου 138(Ι)/2002 καταργήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 34(Ι)/2007 δηλαδή πριν την σύναψη των επίδικων συμφωνιών. Αποτελεί επίσης θέση της Εναγόμενης 2, στις τελικές αγορεύσεις, ότι αναφορικά με την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δανείου και της υποθήκης οι Ενάγοντες παρέλειψαν να της δώσουν τις νομικές προειδοποιήσεις και συμβουλές σε σχέση με την υπογραφή, το περιεχόμενο και τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες αυτών, πριν την σύναψη τους για να μπορεί να αποφασίζει εάν επιθυμούσε να δεσμευτεί από τους όρους. Περαιτέρω προβάλλει ότι δεν έτυχε ανεξάρτητης νομικής συμβουλής σε σχέση με αυτές και ότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν ή αμέλησαν να την πληροφορήσουν για την ανάγκη και το δικαίωμα που είχε για ανεξάρτητη γνώμη και συμβουλή. Η Μ.Ε.1 ανέφερε κατά την αντεξέταση της ότι κατά το στάδιο της συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας και της σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου, δεν έδωσε οποιαδήποτε νομική συμβουλή στην Εναγόμενη
- Ούτε ζήτησε από την Εναγόμενη 2 γραπτώς να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το περιεχόμενο των εγγράφων που θα υπέγραφε, γιατί ως είπε, της επεξήγησε τους όρους και εκείνη δεν της είπε ότι δεν αντιλήφθηκε κάτι, ούτε έκανε διευκρινιστικές ερωτήσεις για να της επεξηγήσει περαιτέρω. Ήταν δε η θέση της ότι δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα των Εναγόντων να συμβουλεύουν τους πελάτες ή να τους πείσουν να λάβουν νομική συμβουλή. Της υποβλήθηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν καθήκον και υποχρέωση με βάση τα περιστατικά του δανεισμού να συμβουλεύσουν την Εναγόμενη να πάρει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, κάτι που δεν δέχθηκε. Ως προκύπτει από τα πιο πάνω, η θέση της Εναγόμενης 2 είναι ότι οι Ενάγοντες όχι μόνο όφειλαν να την συμβουλεύσουν να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή αλλά είχαν υποχρέωση να της δώσουν οι ίδιοι τέτοιες. Ως προς το τελευταίο η θέση στηρίζεται, σύμφωνα με την αγόρευση, στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ καθώς και στον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμου 112(Ι)
- Πέραν όμως του ότι το πιο πάνω δεν εμπίπτει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης 2, και πάλι δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένη πρόνοια του Νόμου είτε της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, ώστε να μπορεί το θέμα να εξετασθεί δεόντως. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη η σχέση Εναγόντων ως πιστωτικού ιδρύματος και Εναγομένων ως πελατών αυτών - δανειοληπτών, δεν ήταν κατά την κρίση μου τέτοια ώστε να δημιουργεί καθήκον ή υποχρέωση (συμβατική ή άλλη) στους πρώτους να παροτρύνουν τους δεύτερους να λάβουν οποιαδήποτε ανεξάρτητη συμβουλή, πόσο μάλλον να δώσουν οι ίδιοι τέτοια. Το γεγονός ότι το δάνειο δόθηκε με σκοπό οι Εναγόμενοι να αγοράσουν μετοχές εταιρείας δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω. Ούτε η αρχή που τέθηκε στην Hedley Byrne & Co. v. Heller & Partners
(1963)2 All E.R. 575 (και υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία βλ. (βλ. Premier Chemical Co Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ κ.ά.
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1951, Pentaliotis & Papapetrou Estates Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 1931 και APAK Agro Industries Ltd κ.ά. ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Λτδ
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 322) ισχύει στην προκειμένη εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν πληροφορίες ή συμβουλές από τους Ενάγοντες και οι τελευταίοι παρά το ότι δεν είχαν υποχρέωση αποφάσισαν να τους δώσουν τέτοιες, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν νομική υποχρέωση να επιδείξουν την υπό τις περιστάσεις απαιτούμενη επιμέλεια (βλ. και Κωμοδρόμου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημοσίας Εταιρείας Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2020:A99, Πολ. Έφεση Αρ. 281/2013, ημερ. 11.3.2020). Τερματισμός των επίδικων συμφωνιών Αναφορικά με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου, η Εναγόμενη 2 στο δικόγραφο της αρνείται τα όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης και ότι οι τελευταίοι έχουν «νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και/ή ότι ζήτησε και/ή ότι νομότυπα ζήτησε την εξόφληση του, τερματίζοντας τις ισχυριζόμενες συμφωνίες». Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι και ως προς τούτο το δικόγραφο της Εναγόμενης 2 παρουσιάζει έλλειψη της απαιτούμενης εξειδίκευσης εφόσον καμία αναφορά γίνεται στο θέμα των επιστολών. Ως υποδείχθηκε στην Έλληνας κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, ημερ. 3.12.2019, προκειμένου να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός περί νομότυπης αποστολής και παραλαβής επιστολών προειδοποίησης και τερματισμού, το δικόγραφο της υπεράσπισης θα πρέπει να είναι πλέον επεξηγηματικό και να θέτει τους αναγκαίους ισχυρισμούς και η γενική άρνηση ισχυρισμών δεν εξυπακούει την προβολή θετικών ισχυρισμών (βλ. και Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Η Μ.Ε.1 ανέφερε κατά την μαρτυρία της ότι λόγω συσσωρευμένων καθυστερήσεων του δανείου και παρά τις ενοχλήσεις προς τους Εναγόμενους αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν και τότε οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες προς τους δικηγόρους τους να αποστείλουν επιστολές τερματισμού της επίδικης συμφωνίας. Οι δικηγόροι τους με επιστολές που απέστειλαν ταχυδρομικώς, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 16.9.2013, στις διευθύνσεις που οι ίδιοι δήλωσαν, τερμάτισαν την συμφωνία και την λειτουργία του λογαριασμού δανείου και κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του, πλέον τόκους. Κατέθεσε δε αντίγραφα των δύο επιστολών (απευθύνονται και στους δύο Εναγόμενους) ως τεκμήριο
- Στην αντεξέταση της δεν δέχθηκε υποβολή ότι οι εν λόγω επιστολές ουδέποτε παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη 2, λέγοντας ότι απεστάλησαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των δανειοληπτών, που ήταν η συγκεκριμένη διεύθυνση, που αναφέρεται και στην συμφωνία δανείου, καθότι δεν προσήλθαν ουδέποτε στις εγκαταστάσεις των Εναγόντων να διαφοροποιήσουν τη διεύθυνσή τους. Υπέδειξε δε ότι στην συμφωνία υπήρξε όρος ότι η αλληλογραφία αποστέλλεται με σύνηθες ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση (πρόκειται για τον όρο 12). Τα ως άνω θα πρέπει να λεχθεί ότι επίσης παρέμειναν αναντίλεκτα και καμία αντίθετη προς τούτο μαρτυρία προσήχθη. Άλλωστε καμία αναφορά στο θέμα δεν γίνεται στις τελικές αγορεύσεις της Εναγόμενης
- Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, η απλή υποβολή κατά την αντεξέταση ότι οι επιστολές δεν παραλήφθηκαν, ελλείψει υποστηρικτικής περί τούτου μαρτυρίας, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Εφόσον η συγκεκριμένη διεύθυνση ως διεύθυνση αλληλογραφίας συνδέεται με τα πρόσωπα στα οποία αποστέλλονται, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο ότι οι επιστολές που στάληκαν με κοινό ταχυδρομείο και δεν επιστράφηκαν, παραδόθηκαν και περιήλθαν στην γνώση των προσώπων στους οποίους απευθύνονταν (βλ. Έλληνας ανωτέρω, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Ως εκ των άνω κρίνω ότι αποδείχθηκε ο νομότυπος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου. Οφειλόμενο υπόλοιπο Στο δικόγραφο της η Εναγόμενη 2 προβάλλει ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούται τα αξιούμενα ποσά γιατί σε αυτά περιλαμβάνονται παράνομοι τόκοι και/ή χρεώσεις οι οποίες αντιβαίνουν τη νομοθεσία και/ή συνιστούν ποινική ρήτρα και/ή δεν ήταν συμφωνημένες και/ή παραβαίνουν τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93
(1)/96. Ως έχει προαναφερθεί δεν έγινε δεκτό ότι το επιτόκιο που προέβλεπε η επίδικη συμφωνία δανείου ήταν παράνομο ή ότι συνιστούσε καταχρηστική ρήτρα. Αποτελεί όμως περαιτέρω θέση της Εναγόμενης 2, στις τελικές αγορεύσεις, ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι το τεκμήριο 22 δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, καθότι η Μ.Ε.1 δεν είναι υπάλληλος των Εναγόντων και η εταιρεία που την εργοδοτεί δεν αποτελεί τραπεζικό οργανισμό. Περαιτέρω υποστηρίζουν ότι η Μ.Ε.1 δεν είναι αρμόδια λειτουργός δυνάμει του άρθρου 35 του ίδιου Νόμου. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου έχει ως πλαγιότιτλο «Τραπεζικά Βιβλία». Σύμφωνα με το εδάφιο
(1), αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σ' αυτό. Σύμφωνα με τα εδάφια 2 και 3, για να γίνει δεκτό το αντίγραφο καταχώρησης ως απόδειξη, θα πρέπει να αποδειχθεί:
(1)ότι κατά τον χρόνο της καταχώρησης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας,
(2)ότι η καταχώρηση έγινε κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών,
(3)ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας και
(4)ότι το αντίγραφο έχει συγκριθεί µε την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Μαρτυρία για τα υπ' αρ. 1-3 ανωτέρω δύναται να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση ενώ για το υπ' αρ. 4 δύναται να δοθεί είτε προφορικά είτε µε ένορκη δήλωση, από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο µε την αρχική καταχώρηση. Η Μ.Ε.1 ήταν το πρόσωπο που παρήγαγε και εκτύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου (τεκμήριο 22). Ως ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, αυτό το έκανε από τον ηλεκτρονικό της υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με το, σε ηλεκτρονική μορφή, τραπεζικό βιβλίο των Εναγόντων. Η ίδια συνέκρινε τις εν λόγω καταστάσεις που αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο με τις αρχικές καταχωρήσεις στο εν λόγω βιβλίο και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Εξήγησε δε ότι το τραπεζικό αυτό βιβλίο τηρείτο από την Σ.Π.Ε. Κάτω Πάφου και σε ηλεκτρονική μορφή και ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο και είναι, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της υπό αναφορά Σ.Π.Ε. και ακολούθως των Εταιρειών που την διαδέχθηκαν ως και τους Ενάγοντες που επίσης αποτελούν πιστωτικό ίδρυμα. Όλες οι καταχωρήσεις σε αυτό έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των ως άνω Εταιρειών και το αρχείο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις αυτών και πλέον βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους. Σε αυτό έχει πρόσβαση η μάρτυρας λόγω των καθηκόντων της στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Εδώ να σημειωθεί ότι από τα όσα ανέφερε η μάρτυρας και δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι η γνώση της για τα ως άνω, ήταν προσωπική εφόσον η ίδια ήταν από το 2007 μέχρι και την 1.12.2018, που εργοδοτήθηκε στην Altamira, υπάλληλος των Εναγόντων. Συγκεκριμένα το 2007 προσελήφθη στην Σ.Π.Ε. Κάτω Πάφου και παρέμεινε στην εργοδότηση αυτής και στην συνέχεια των Εταιρειών που την διαδέχθηκαν. Είναι δε η προϊστάμενη στην Πάφο της διαχείρισης καθυστερήσεων και αναδιαρθρώσεων της Altamira, η οποία ενεργεί, δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων, για λογαριασμό των Εναγόντων, έχοντας αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και το επίδικο δάνειο και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Ως δε ανέφερε και επίσης δεν αμφισβητήθηκε, όλα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο αποτελούν γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση της λόγω, των ως άνω αναφερόμενων ιδιοτήτων και καθηκόντων της αλλά και από μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρούν οι Ενάγοντες σε σχέση με τους Εναγόμενους και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της. Είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να τους εκπροσωπεί και να δίδει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την παρούσα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το τραπεζικό βιβλίο με βάση το οποίο έλεγξε την η Μ.Ε.1 την ορθότητα των καταστάσεων τεκμήριο 22, ήταν κατά τον χρόνο των καταχωρήσεων, ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων, ότι οι καταχωρήσεις έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών και ότι το βιβλίο βρίσκεται υπό την φύλαξη και τον έλεγχο αυτών. Για να πληρούνται δε οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 η σύγκριση γίνεται με βάση τις καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο, όπως έπραξε η Μ.Ε.1, και όχι τα παραστατικά ή άλλα έγγραφα τα οποία εκδόθηκαν για τις αντίστοιχες δοσοληψίες. Δεν τέθηκε δε θέμα ότι οι καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο ήταν λανθασμένες. Το ότι η Μ.Ε.1 έχει πρόσβαση στο εν λόγω βιβλίο δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι αυτό βρίσκεται υπό την φύλαξη και τον έλεγχο των Εναγόντων. Περαιτέρω με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν το γεγονός ότι αυτή σήμερα εργάζεται στην Altamira, δεν την καθιστά αναρμόδιο πρόσωπο να αναφερθεί στα γεγονότα που ικανοποιούν τις πρόνοιες του άρθρου 22. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόνοια αυτή, σε σχέση με τα ποια πρόσωπα δίνουν μαρτύριά για τους σκοπούς αυτής, αναφέρει ότι τέτοια «δύναται», δεν είναι λοιπόν απαραίτητο, «να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας». Ως έχει αναφερθεί και στην σχετική νομολογία, η εν λόγω διάταξη δημιουργεί μαχητό τεκμήριο. Όταν δηλ. το αντίγραφο της καταχώρησης γίνεται δεκτό στο Δικαστήριο (μάλιστα δεν αποτελεί προϋπόθεση η εκ συμφώνου κατάθεση του - βλ. Vourna Limited κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ECLI:CY:AD:2020:A170, Πολ. Έφεση Αρ. 295/2013, ημερ. 1.6.2020) συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου του και το βάρος απόδειξης μετατίθεται πλέον στους ώμους της άλλης πλευράς για να καταρρίψει το τεκμήριο. Το τελευταίο επιτυγχάνεται εφόσον η άλλη πλευρά αποδείξει την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων ή την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491 και Alpha Bank Cyprus Limited ν. Ζαλούμη κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 149/2013, ημερ. 14.4.2020). Το επόμενο ερώτημα που χρήζει λοιπόν απάντησης στην προκειμένη είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι έχουν αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης προς κατάρριψη του εν λόγω τεκμηρίου. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθεί ότι όχι μόνο δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αλλά ούτε και αντεξέτασαν επί του περιεχομένου του τεκμηρίου
- Η μη κατάρριψη του τεκμηρίου οδηγεί σε συμπέρασμα περί της ύπαρξης και ορθότητας των καταχωρήσεων του τεκμηρίου
- Ακόμη όμως και εάν ήθελε κριθεί ότι τα ως άνω δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 22, το τεκμήριο 22 δεν παύει να έχει αποδεικτική αξία. Υποστηρίχθηκε από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, το οποίο ετοίμασε και υπέγραψε η Μ.Ε.1 και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε. Σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 35 «αρµόδιος λειτουργός» είναι και πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση µε τις σχετικές δραστηριότητες της επιχείρησης ή σε σχέση µε τα αρχεία της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω αλλά και τα όσα προαναφέρθηκαν αναφορικά με την σχέση της Μ.Ε.1 με τους Ενάγοντες και το αρχείο αυτών, την προσωπική γνώση που είχε για όλα τα θέματα και τα καθήκοντα της, κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί ότι το τεκμήριο 22 αποτελεί μέρος του αρχείου των Εναγόντων. Ως τέτοιο αποτελεί, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου, αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιµάται από το Δικαστήριο (βλ. και Δημήτρη v. Εllinas Finance Public Company Limited κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A389, Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, ημερ. 6.11.2017). Υπόκειται λοιπόν σε αξιολόγηση και του αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 194 και Χριστοδούλου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A232, Πολ. Έφεση Αρ. 294/2012, ημερ. 18.6.2019). Αξιολογώντας λοιπόν αυτό θα πρέπει να επαναληφθεί ότι καμία αντεξέταση ή αμφισβήτηση του περιεχομένου του τεκμηρίου 22 υπήρξε από πλευράς Εναγομένων και καμία αντίθετη μαρτυρία προσήχθη σε σχέση με αυτό. Το μόνο που ρωτήθηκε η Μ.Ε.1 ήταν κατά πόσο υπήρχε υπάλληλος που παρακολουθούσε το βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή - σύστημα, έλεγχε την ασφάλεια του και ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν οποιεσδήποτε παρεμβάσεις σε αυτό, οπόταν απάντησε καταφατικά και είπε ότι υπήρχαν οι έλεγχοι που γίνονταν κάθε τέλος της μέρας, από τους υπαλλήλους. Δεν έχει λοιπόν αμφισβητηθεί η ύπαρξη των καταχωρήσεων του τεκμηρίου 22, ούτε και η ορθότητα αυτών. Ως έχει δε προαναφερθεί πρόκειται για καταχωρήσεις που γίνονταν από τους Ενάγοντες κατά την συνήθη λειτουργία αυτών και διατηρούνται στο αρχείο τους. Κρίνεται λοιπόν ότι ακόμη και στην περίπτωση που δεν ίσχυε το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, υπό τις ως άνω περιστάσεις το περιεχόμενο του τεκμηρίου 22 αντικατοπτρίζει την ορθή και αληθινή κίνηση του επίδικου λογαριασμού. Πέραν δε του τεκμηρίου 22 η Μ.Ε.1, κατέθεσε ως τεκμήριο 23 αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, την οποία ετοίμασε η ίδια στην βάση του τεκμηρίου
- Εξήγησε δε με ποια διαδικασία ετοίμασε αυτή καθώς και ότι σε αυτήν αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις προμηθειών, επιβαρύνσεων, έξοδα καταστάσεων λογαριασμών και άλλων εξόδων (πλην των αρχικών χρεώσεων που φαίνονται στην απόδειξη τεκμήριο 18) και περιλαμβάνει μόνο τις αρχικές χρεώσεις κεφαλαίου του δανείου και τις πιστώσεις για πληρωμές που έγιναν έναντι του χρέους με το συμβατικό επιτόκιο (5,50%), με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο. Εδώ να επαναληφθεί ότι οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στην βάση του περιεχομένου του τεκμηρίου
- Δεν αξιώνουν δε πλέον οποιεσδήποτε χρεώσεις ή έξοδα και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εξέτασης του νομίμου ή παρανόμου τέτοιων. Ως δε εξήγησε στην αντεξέταση της η Μ.Ε.1, όσον αφορά τους τόκους στο τεκμήριο 23 εισήγαγε στο σύστημα το συνολικό συμβατικό επιτόκιο 5,50% (3,25% βασικό συμφωνηθέν επιτόκιο + 2,25% περιθώριο) με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο και χρησιμοποιώντας εμπορικό έτος 365 μέρες, ως η συμφωνία. Να σημειωθεί δε ότι κατά την αντεξέταση της επί του τεκμηρίου 23 της έγιναν κάποιες ερωτήσεις αναφορικά με το πως προέκυψαν συγκεκριμένα ποσά και οι τόκοι, τα οποία εξήγησε με επάρκεια και χωρίς να αμφισβητηθεί. Όσον δε αφορά το θέμα του συνολικού επιτοκίου, ως έχει προαναφερθεί, αυτό υπολογίσθηκε με βάση το αρχικώς συμφωνηθέν δηλαδή το 5,50%, το οποίο είναι το ευνοϊκότερο για τους Εναγόμενους, με δεδομένο ότι στην συνέχεια υπήρξε μόνο αύξηση και ποτέ μείωση του επιτοκίου. Ως λέχθηκε στην Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται συνήθως για να αφαιρεθούν κάποιες χρεώσεις και δικαιώματα για τα οποία η άλλη πλευρά φέρει ένσταση ή για να υπολογιστούν με διαφορετικό τρόπο οι τόκοι είτε μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και την διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Κρίθηκε επίσης ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί δεν δημιουργούσαν οποιαδήποτε ασάφεια και ότι με την αναδόμηση τους, μετά τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων, διαμορφώθηκε το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού και το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά κατέληξε σε αυτό αφού βεβαιώθηκε ότι οι αναδομημένοι λογαριασμοί ήταν ορθοί. Στην προκειμένη, ως προαναφέρθηκε, η Μ.Ε.1 εξήγησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 23 και πως το ετοίμασε καθώς και ότι αυτό είχε ως βάση το τεκμήριο 22, για την ορθότητα του οποίου έγινε αναφορά ανωτέρω. Κατά την αντεξέταση της απάντησε στις σχετικές ερωτήσεις που της τέθηκαν, χωρίς στην ουσία να υπάρξει αμφισβήτηση του τεκμηρίου 23 από τους Εναγόμενους, οι οποίοι δεν προσκόμισαν σχετική μαρτυρία για να καταδείξουν ότι αυτό περιέχει λανθασμένα στοιχεία. Έχω λοιπόν ικανοποιηθεί και περί της ορθότητας των όσων περιλαμβάνει το τεκμήριο 23. Τέλος αναφορά θα πρέπει να γίνει στην μοναδική υπεράσπιση, στην οποία κάνει λόγο στην τελική του αγόρευση ο Εναγόμενος 1 και συγκεκριμένα ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε χρεώσεις τόκων πέραν του επιτρεπόμενου δια νόμου ορίου και σε ανατοκισμούς και σε παράνομες και αδιευκρίνιστες χρεώσεις, γεγονός το οποίο δημιουργεί ακυρότητα ως προς τα απαιτούμενα ποσά. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία αντεξέταση έγινε από πλευράς της συνηγόρου του Εναγόμενου 1 σε σχέση με ανατοκισμούς και χρεώσεις. Οι μόνες ερωτήσεις που έγιναν ήταν σε σχέση με το βασικό επιτόκιο και το περιθώριο και την αυξομείωση αυτών, τα οποία η Μ.Ε.1 εξήγησε. Για το θέμα έγινε ήδη αναφορά ανωτέρω κατά την εξέταση της σχετικής θέσης της Εναγόμενης 2 και ενόψει του ότι ισχύουν τα ίδια και σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, δεν χρήζουν επανάληψης. Δεν τίθεται δε θέμα εξέτασης άλλων χρεώσεων εφόσον, ως προαναφέρθηκε, οι Ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους στην βάση του τεκμηρίου 23, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τέτοιες. Συμπεράσματα - Κατάληξη Σε υποθέσεις που αφορούν σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, όπως η παρούσα, για να επιτύχει η αξίωση θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
(1)η σύναψη της σύμβασης δανείου και της σύμβασης εξασφάλισης αυτής μαζί με τους όρους τους,
(2)η παράβαση όρου της σύμβασης δανείου,
(3)ο τερματισμός αυτής και
(4)το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.ά.
(2010)1Β Α.Α.Δ. 829). Όπως είναι επίσης νομολογημένο η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου
(2014)1 Α.Α.Δ. 2287 και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Deme-Dairy Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A523, Πολ. Έφεση Αρ. 246/2013, ημερ. 11.12.2019). Στην προκειμένη με βάση την μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες, η οποία γίνεται δεκτή και τα όσα εξηγήθηκαν ανωτέρω, κρίνεται ότι αυτοί πέτυχαν να αποδείξουν όλα τα πιο πάνω. Πέτυχαν λοιπόν να αποδείξουν στον απαιτούμενο για αστικές υποθέσεις βαθμό, δηλ. στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση τους, ως την περιόρισαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Αντίθετα η Εναγόμενη 2 δεν προώθησε την Ανταπαίτηση της και εν πάση περιπτώσει απέτυχε να την αποδείξει. Εν κατακλείδι η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €352.430,93, με τόκο προς 5,50% από 1.1.2021, με κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω εναντίον της Εναγόμενης 2 εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Β του απαιτητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Τέλος η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με τα έξοδα αυτής, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, να υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 2 (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο