← Κύπρος

Δημητριάδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 1937/13, 17/6/2021

Δημητριάδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 1937/13, 17/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A78 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1937/13 Μεταξύ: ΧΧΧΧ Δημητριάδης Ενάγοντα και Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα Εναγόμενης Αίτηση τροποποίησης ημερ. 26.4.2021 Ημερομηνία: 17.6.2021 Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Ε. Α. Κυριάκου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Θ. Αθανασίου για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης, στην βάση αμέλειας και/ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων αυτής, ως ιδιοκτήτριας και/ή κατόχου του κτιρίου του Επαρχιακού Δικαστηρίου ΧΧΧΧ, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία ατυχήματος, που επισυνέβη στις ΧΧΧΧ, κατά την διακίνηση του σε χώρο του Δικαστηρίου. Με την υπό κρίση αίτηση η Εναγόμενη (στο εξής «η Αιτήτρια») αιτείται διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης δια της αντικατάστασης των παραγράφων 8, 9, 10 και 15 και δια της προσθήκης νέας παραγράφου μετά την παράγραφο

  1. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 Κ.Κ.1 και 5 και Δ.48 Κ.Κ.1-4, 6 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία, στις γενικές αρχές του Νόμου, στους Κανόνες Επιείκειας, στην πρακτική και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κ. ΧΧΧΧ Εθελοντή, Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στην Πάφο. Ο Ενάγοντας (στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση») καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Οι 13 λόγοι ένστασης του μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
  2. Η αίτηση γίνεται κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  3. Με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων θεμάτων και/ή θέσεων με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται άρδην η υπεράσπιση και να γίνεται επαναπροσδιορισμός όλων των επίδικων θεμάτων.
  4. Η τροποποίηση δεν αφορά νέα γεγονότα και/ή ζητήματα τα οποία προέκυψαν εκ των υστέρων αλλά γεγονότα που ήταν πάντοτε γνωστά στην Εναγόμενη.
  5. Με την αίτηση επιζητείται η εισαγωγή ισχυρισμών που άπτονται μαρτυρίας και δεν μπορούν να περιέχονται σε δικόγραφα.
  6. Υπάρχει μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης.
  7. Η αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα, προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλης κατάχρησης της διαδικασίας, έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή εκτροχιάσει την όλη διαδικασία και έγκριση της θα επιφέρει τέτοια βλάβη στον Καθ' ου η αίτηση που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας και στην σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2013, εδράζεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυε πριν την σχετικά πρόσφατη αναδιαμόρφωση - τροποποίηση της. Η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το θέμα είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη

(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Επαφίεται δε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες. Ο κρίσιμος όμως τελικά παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς (των επίδικων θεμάτων) μεταξύ των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας στον καθένα τους να διατυπώσει και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών τους διαφορών (βλ. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 817). Εφόσον συντρέχει κάτι τέτοιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή όπου ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Αναγνωρίζονται από τη νομολογία και άλλοι σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα πάντα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156). Άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της αίτησης και της όποιας καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). Εξέταση της αίτησης Η εξέταση της υπό κρίση αίτησης θα γίνει λοιπόν λαμβανομένων υπόψην των ως άνω νομικών αρχών και παραμέτρων, στην βάση πάντα των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης και των λόγων ένστασης, στο μέτρο που αυτοί τελικά προωθούνται μέσω της αγόρευσης του Καθ' ου η αίτηση. Το πρώτο που πρέπει να εξετασθεί, ως το κύριο και ουσιώδες κριτήριο, είναι το κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην Αιτήτρια να διατυπώσει τις θέσεις της στα πλαίσια του συνόλου των πραγματικών διαφορών που εγείρονται στην αγωγή. Ως προς τούτο η Αιτήτρια προβάλλει ότι στο υφιστάμενο δικόγραφο της γίνονται κάποιες γενικές αρνήσεις γεγονότων, χωρίς να εκτίθενται λεπτομέρειες προς πλήρη αντίκρουση των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση. Έτσι με την αίτηση επιχειρείται να παρασχεθούν τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να αποκρυσταλλωθεί η γραμμή Υπεράσπισης, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τις ισχυριζόμενες ταλαιπωρίες και πόνους και τα προβαλλόμενα έξοδα που υπέστη ο Καθ' ου η αίτηση συνεπεία αυτών, την ισχυριζόμενη μείωση της ικανότητας για εργασία και την ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων που προβάλλει στο δικόγραφο του. Απλή ανάγνωση των υφιστάμενων παραγράφων 8, 9, 10 και 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης επιβεβαιώνει την ως άνω θέση εφόσον αυτές πράγματι περιορίζονται σε γενική άρνηση και μη παραδοχή των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης στους οποίους βασικά απαντούν (πρόκειται για τους ισχυρισμούς που αφορούν τις συνέπειες και το απότοκο που είχε ο τραυματισμός του Καθ' ου η αίτηση στην ικανότητα του για εργασία και στην επαγγελματική του απόδοση καθώς και στην υγεία και στην ζωή του εν γένει αλλά και τις ειδικές ζημιές του). Προκύπτει δε από το περιεχόμενο των επιχειρούμενων να αντικατασταθούν παραγράφων ότι με αυτές απαντούται με λεπτομέρειες οι σχετικές δικογραφημένες θέσεις του Καθ' ου η αίτηση και επεξηγείται η αντίστοιχη θέση της Αιτήτριας. Η επιχειρούμενη να προστεθεί παράγραφος 17 είναι άμεσα συνδεδεμένη με την προγενέστερη παράγραφο16 και με αυτήν βασικά ολοκληρώνεται η θέση της Αιτήτριας επί της ευθύνης που της αποδίδεται για το επίδικο ατύχημα. Φαίνεται λοιπόν ότι είναι πράγματι αναγκαία η αιτούμενη τροποποίηση προς διασαφήνιση των θέσεων της Αιτήτριας, κάτι που θα αποβεί προς όφελος της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης. Τα πιο πάνω καταρρίπτουν και την θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι με την αίτηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων θεμάτων, ισχυρισμών και θέσεων με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται άρδην η Υπεράσπιση και να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι ως προκύπτει από την σχετική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η προσθήκη νέας υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης παραμένει πάντοτε ο κυρίαρχος παράγοντας, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. IKOS CIF Ltd ν. Coward κ.α
(2014)1Α Α.Α.Δ. 663, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Περαιτέρω, ενώ η προσθήκη νέων βάσεων αγωγής, εντελώς διαφορετικών από τις αρχικές, τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα, η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε την δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Η δε «προσθήκη ως εκ του αμέσου συσχετισμού της προς τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής» δεν επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της υπεράσπισης αλλά «παρέχει μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα αν και μη συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό» (βλ. SABA ανωτέρω). Αποτελεί επίσης θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ως έχει νομολογηθεί ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπου υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA ανωτέρω κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ανωτέρω λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα η ανυπαρξία καλής πίστης. Όταν λοιπόν η αίτηση γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αμέλεια, αβλεψία ή παραδρομή (βλ. IKOS και SABA ανωτέρω). Η αίτηση αποτυγχάνει μόνο όταν πλήττει ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα του αντιδίκου, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και την λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Προς εξέταση της ως άνω θέσης των Καθ' ων η αίτηση, κρίνεται απαραίτητο να γίνει κατ' αρχάς αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, ως αυτό προκύπτει από τον φάκελο της. Συγκεκριμένα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.7.
  1. Η έκθεση υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 12.3.
  2. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 5.12.2015 και έκτοτε και μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ορίσθηκε για ακρόαση άλλες 10 φορές. Στο μεσοδιάστημα και δη στις 28.3.2018 η Αιτήτρια καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Τέτοια καταχωρήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση στις 26.8.
  3. Στις 14.12.2020, κατόπιν αίτησης της Αιτήτριας, εκδόθηκε διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής μέχρις ότου ο Καθ' ου η αίτηση συγκατατεθεί και/ή τεθεί σε ιατρική εξέταση ενώπιον Ιατροσυμβουλίου. Στις 22.2.2021 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία αποκάλυψε την σχετική απόφαση του Ιατροσυμβουλίου. Στις 22.3.2021, ενόψει της συμμόρφωσης του Καθ' ου η αίτηση με το διάταγμα ημερομηνίας 14.12.2020, ήρθη η αναστολή της διαδικασίας και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 26.4.
  4. Με βάση τα πιο πάνω αντικειμενικά δεδομένα προκύπτει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 7 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ως όμως έχει αναφερθεί η πάροδος του χρόνου από μόνη της δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Εξετάζονται όλες οι σχετικές περιστάσεις. Σε σχέση με το πότε προέκυψε η αναγκαιότητα της τροποποίησης η Αιτήτρια προβάλλει ότι, κατόπιν εκτενούς μελέτης της υπόθεσης από την συνήγορο που χειρίζεται την υπόθεση, προέκυψε ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης, η οποία είχε καταχωρηθεί από συνάδελφο της που την χειριζόταν προηγουμένως, είχαν περιληφθεί στοιχεία τα οποία χρήζουν τροποποίησης και προσθηκών, αφού τότε ο συνάδελφος της είχε ακολουθήσει διαφορετική πορεία χειρισμού. Όσον δε αφορά το θέμα της απώλειας εισοδημάτων που αξιώνει ο Καθ' ου η αίτηση, που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος των αξιούμενων ειδικών αποζημιώσεων, η Αιτήτρια αναφέρει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει αποδεικτικά στοιχεία αφού ο Καθ' ου η αίτηση αναμένει ακόμη σχετική έκθεση από τον λογιστή του. Στο μεσοδιάστημα από τις 7.4.2021 η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση ενήργησε παράλληλα για την λήψη στοιχείων από τον Έφορο Φορολογίας προς αντίκρουσης της μαρτυρίας του Καθ' ου η αίτηση και διαπίστωσε ότι τα επικαλούμενα στοιχεία, ουδόλως ανταποκρίνονται στα πραγματικά ή δηλωμένα εισοδήματα του Καθ' ου η αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψην το περιεχόμενο των αιτούμενων να προστεθούν ισχυρισμών και την διαπιστωθείσα αναγκαιότητα αυτών για την υπεράσπιση της Αιτήτριας, προκύπτει ότι η ως άνω δικαιολογία που δίδεται για την καθυστέρηση, συνίσταται όχι στο γεγονός ότι απλά άλλαξε ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση αλλά σε παράλειψη ή αμέλεια εκείνου να παραθέσει αυτούς του ισχυρισμούς εξ αρχής στο δικόγραφο που συνέταξε, κάτι που διαπιστώθηκε, κατόπιν μελέτης, από την δικηγόρο που ανέλαβε πλέον την υπόθεση. Τέτοια παράλειψη ή αμέλεια, ως έχει νομολογηθεί, δεν αποτελεί από μόνη της λόγω απόρριψης της αίτησης. Στο μέτρο δε που η αιτούμενη τροποποίηση αφορά το θέμα της απώλειας εισοδημάτων του Καθ' ου η αίτηση, τα όσα ως άνω σχετικά προβάλλει η Αιτήτρια δεν έχουν αμφισβητηθεί και παρέχουν ικανοποιητική δικαιολογία. Είναι επίσης θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση έχει ως μόνο σκοπό να καθυστερήσει και/ή να εκτροχιάσει και/ή να δυσχεράνει την όλη διαδικασία και ότι θα του επιφέρει ακραία βλάβη που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αποδίδονται λοιπόν στην Αιτήτρια κακόπιστα κίνητρα ως προς την καταχώρηση της αίτησης, που έχουν ως αποτέλεσμα την βλάβη των συμφερόντων του Καθ' ου η αίτηση. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται όμως επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, με το βάρος απόδειξης να είναι στους ώμους αυτού που την επικαλείται ( βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ανωτέρω). Πρέπει δηλ. να υπάρχει βάσιμη πεποίθηση ότι η αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη (βλ. και σύγγραμμα Annual Practice 1958 σελ. 624). Ο δε όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (βλ. Νικολάου ανωτέρω). Στην προκειμένη η ως άνω θέση του Καθ' ου η αίτηση τίθεται γενικά και αόριστα. Με βάση δε τα όσα ήδη τέθηκαν σε σχέση με την αναγκαιότητα της τροποποίησης και πως αυτή προέκυψε, κρίνεται ότι δεν δημιουργείται βάσιμη πεποίθηση για την ύπαρξη κακοπιστίας. Ούτε η όποια καθυστέρηση που εκ των πραγμάτων, με βάση την προβλεπόμενη από τους Θεσμούς ακολουθητέα διαδικασία, θα δημιουργήσει η έγκριση της αίτησης, δεν οδηγεί από μόνη της σε τέτοιο εύρημα. Εδώ να λεχθεί ότι δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι η παρούσα είναι παλιά υπόθεση. Ως όμως προκύπτει από το ιστορικό της η καθυστέρηση στην εκδίκαση της δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην Αιτήτρια και σίγουρα όχι μόνο στην υπό κρίση αίτηση. Η δε ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει ώστε να υπάρχει κίνδυνος εκτροχιασμού της. Περαιτέρω δεν προκύπτει ότι με την τροποποίηση επιχειρείται να παραβλαφτούν τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση ούτε και ότι αυτός θα υποστεί «ακραία» μάλιστα βλάβη, ως γενικά και αόριστα υποστηρίζει. Αντίθετα γνωρίζοντας με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τις θέσεις της Αιτήτριας, θα έχει την ευχέρεια να απαντήσει σε αυτές, να παραθέσει ανάλογα τις δικές του θέσεις και γενικά να προβάλει με τον καλύτερο τρόπο την υπόθεση του κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν προκύπτει λοιπόν ούτε ότι θα υποστεί οποιαδήποτε βλάβη για την οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Εν κατακλείδι λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει καταδειχθεί η γνησιότητα των προθέσεων της Αιτήτριας και η αναγκαιότητα της τροποποίησης ώστε να εκδικαστούν στην αγωγή όλα τα θέµατα μεταξύ των διαδίκων - κάτι το οποίο είναι προς όφελος της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης - καθώς και το ότι με αυτήν δεν θα προκληθεί δυσμενής επηρεασμός στον Καθ' ου η αίτηση, εκτός από το θέμα των εξόδων για το οποίο μπορεί να αποζημιωθεί αλλά και το ότι η ακροαµατική διαδικασία δεν έχει αρχίσει, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ των άνω εκδίδεται διατάγματα τροποποίησης ως η παράγραφος Α [1]-[6] της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο αυτής να παραδοθεί την ίδια μέρα στο δικηγόρο του Ενάγοντα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Η σύνταξη του διατάγματος να ζητηθεί εντός 4 ημερών από σήμερα και να γίνει εντός 5 ημερών από την ημέρα που θα ζητηθεί. Τέλος τα έξοδα της αίτησης καθώς και όλα τα έξοδα που θα απωλεσθούν συνεπεία της τροποποίησης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα- Καθ' ου η αίτηση και σε βάρος της Εναγόμενης-Αιτήτριας. (Υπ.) ................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.