← Κύπρος

A.A. AGATHOKLEOUS TRADING LTD ν. Μιλτιάδους κ.α., Αγ. Αρ.: 1633/2013, 29/6/2021

A.A. AGATHOKLEOUS TRADING LTD ν. Μιλτιάδους κ.α., Αγ. Αρ.: 1633/2013, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 1633/2013 Μεταξύ: A.A. AGATHOKLEOUS TRADING LTD, από την Πάφο Ενάγουσας και

  1. ΧΧΧΧ Μιλτιάδους από την Πάφο
  2. ΧΧΧΧ Θεοδοσίου από την Πάφο
  3. ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ από την Πάφο Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 29/06/
  4. Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Αλέξανδρος Χρ. Αλεξάνδρου. Για τους εναγόμενους αρ. 3: κ. Ανδρέας Δημητριάδης για κ.κ. Ανδρέας Δημητριάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται με την πώληση και εμπορία παραδοσιακών προϊόντων και οινοπνευματωδών ποτών στην τουριστική περιοχή της Κ. Πάφου και συγκεκριμένα στη Λεωφόρο XXXXX αρ. 52 -
  5. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 διατηρούν τις επιχειρήσεις με τις επωνυμίες Βacchus Bistro Café και Ideal Café Restaurant Snack Bar επίσης επί της Λεωφόρου XXXXX στην Κ. Πάφο αρ. 47 - 48 και 54 αντίστοιχα και οι οποίες γειτνιάζουν ή συνορεύουν με την επιχείρηση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος αρ. 3, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως Δημοτική Αρχή της οποίας με βάση το Νόμο ανατέθηκε η ευθύνη της διασφάλισης της ελεύθερης χρήσης των δημοσίων δρόμων από το κοινό και η Λεωφόρος XXXXX εμπίπτει εντός των δημοτικών ορίων. Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 από το έτος 2009 και μετέπειτα και/ή μετά την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Κ. Πάφου, παράνομα επεμβαίνουν σε δημόσιο χώρο και συγκεκριμένα τοποθετούν επί του πεζόδρομου μπροστά από τις επιχειρήσεις τους, τραπέζια, καρέκλες, διαφημιστικές πινακίδες και/ή ομπρέλες και δυσχεραίνουν και/ή εμποδίζουν την διακίνηση των πεζών στην περιοχή με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί σημαντικά η εμπορική κίνηση στην επιχείρηση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος αρ. 3 με τις πράξεις και/ή ενέργειες και/ή συμπεριφορά του ανέχεται και/ή επιτρέπει ο εν λόγω δημόσιος χώρος να χρησιμοποιείται από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 αντί από το κοινό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος αρ. 3 χορήγησε παράνομα άδεια χρήσης του εν λόγω δημόσιου χώρου στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 με αντάλλαγμα και παρά τη διαμαρτυρία της ενάγουσας, δεν λαμβάνει κανένα μέτρο για άρση της παρανομίας. Αντιθέτως υποβοηθά τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 στην συνέχιση των παράνομων επεμβάσεων σε δημόσιο χώρο εις βάρος των συμφερόντων και/ή δικαιωμάτων της ενάγουσας. Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή, αξιώνει εναντίον όλων των εναγόμενων διατάγματα απαγόρευσης της χρήσης των δημόσιων χώρων και διάταγμα εναντίον του εναγόμενου αρ. 3 που να του απαγορεύει να υποβοηθά και/ή επιτρέπει στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 από το να επεμβαίνουν στους εν λόγω δημόσιους χώρους και να εφαρμόσει τις εξουσίες που του παρέχει ο Νόμος. Η ενάγουσα επίσης, αξιώνει εναντίον όλων των εναγόμενων αποζημιώσεις για την απώλεια εισοδήματος και/ή διαφυγόντα κέρδη καθώς επίσης γενικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον του εναγόμενου αρ.
  6. Η αγωγή εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 αποσύρθηκε από την ενάγουσα και αυτή προώθησε την υπόθεση της μόνο εναντίον του εναγόμενου αρ.
  7. Ο εναγόμενος αρ. 3 με την Έκθεση Υπεράσπισης του εγείρει προδικαστικές ενστάσεις με προεξάρχουσα αυτή της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ότι ο εναγόμενος αρ. 3 ενέργησε τα πλαίσια των διοικητικών του αρμοδιοτήτων και δεν προηγήθηκε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο. Επί της ουσίας, ο εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίζεται ότι μετά την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Κ. Πάφου, η οποία ολοκληρώθηκε περί τα τέλη του 2008, προχώρησε και παραχώρησε σε όλα τα Κέντρα αναψυχής που βρίσκονται στην περιοχή μερικά τετραγωνικά μέτρα έμπροσθεν των υποστατικών τους για την τοποθέτηση τραπεζιών ούτως ώστε να βοηθήσει στην καλύτερη εξυπηρέτηση των τουριστών και συνακόλουθα την τουριστική αναβάθμιση της περιοχής, έναντι ετήσιου τέλους το οποίο καλύπτει τα έξοδα του εναγόμενου αρ. 3 για τον έλεγχο και καθαριότητα του χώρου. Αποτελεί ισχυρισμό του εναγόμενου αρ. 3 ότι τα κέντρα αναψυχής των εναγόμενων αρ. 1 και 2 δε συνορεύουν με το υποστατικό της ενάγουσας και σε καμία περίπτωση η χρήση του υπαίθριου χώρου εμποδίζει ή επηρεάζει τη λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας. Αρνείται επίσης την ύπαρξη οποιαδήποτε ζημιάς στην ενάγουσα. Η ενάγουσα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε ένα

(1)μάρτυρα και συγκεκριμένα τον κ. XXXXX Αγαθοκλέους (Μ.Ε.1), διευθυντή της. Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος αρ. 3 κάλεσε δύο
(2)μάρτυρες και συγκεκριμένα τον κ. XXXXX Φιλίππου (Μ.Υ.1) και τον κ. XXXXX Πέτρου (Μ.Υ.2). Ενώπιον του Δικαστηρίου επίσης κατατέθηκαν συνολικά εννέα
(9)τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, λαμβάνεται υπόψη και δεν κρίνω απαραίτητο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί. Θα αναφερθώ κατωτέρω στα ουσιώδη στοιχεία αυτής για να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις των μερών. Ο Μ.Ε.1, διευθυντής της ενάγουσας, με την γραπτή του δήλωση (βλ. έγγραφο Α), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης, υιοθέτησε και επανέλαβε ουσιαστικά στο Δικαστήριο τις θέσεις και ισχυρισμούς της ενάγουσας που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Σε περαιτέρω εξέταση του ο μάρτυρας προχώρησε και επεξήγησε τους χώρους και την περιοχή. Κατάθεσε τοπογραφικό σχέδιο και υπέδειξε τα καταστήματα 47-48 και 54 καθώς επίσης τα καταστήματα της ενάγουσας με αρ. 52 - 53 (βλ. τεκμήριο 6). Επίσης, κατάθεσε σχετικό usb το οποίο περιέχει φωτογραφίες και βίντεο της κατάστασης που επικρατεί στους επίδικους χώρους, μετά την έγερση της αγωγής (βλ. τεκμήριο 7). Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αυτή και τις αναφορές του μάρτυρα, αμέσως μπροστά από τα καταστήματα των εναγόμενων αρ. 1 και 2, έπρεπε να υπάρχει χώρος ελεύθερος για τη διακίνηση των πεζών. Η τοποθέτηση των τραπεζιών έπρεπε να γινόταν μετά από αυτόν το χώρο επί του δημόσιου πεζόδρομου που κατασκευάστηκε. Μετά από το χώρο όπου τοποθετούνταν τα τραπέζια υπήρχε άλλος ελεύθερος χώρος για τη διακίνηση των πεζών και ακολουθούσε ο δρόμος, ο οποίος κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ήταν κλειστός και χρησιμοποιείτο επίσης από τους πεζούς. Νοτιότερα υπάρχει επίσης άλλος πεζόδρομος, δίπλα από τη θάλασσα (μόλος), όπου επίσης διακινούνταν πεζοί. Ο μάρτυρας είπε ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, έβαζαν διαφημιστικές ταμπέλες και στο χώρο αμέσως μπροστά από τα καταστήματα τους και/ή περιόριζαν σημαντικά και το χώρο αυτό με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι πεζοί να περνούν από εκεί και να κατευθύνονται μπροστά από το κατάστημα της ενάγουσας. Επίσης, ο χώρος αυτός ήταν πολύ στενός και δεν μπορούσαν οι πεζοί να περάσουν από αυτόν και/ή διαμέσου των εστιατορίων. Αναγκάζονταν είπε να χρησιμοποιούν το πεζόδρομο νοτιότερα των τραπεζιών. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι οι ομπρέλες που τοποθετούνταν στο χώρο που ήταν τα τραπέζια εμπόδιζαν την ορατότητα και κάποιος που περνούσε από εκεί δεν μπορούσε να εντοπίσει το κατάστημα της ενάγουσας, κάτι το οποίο της προκαλούσε τεράστιες ζημιές. Η ενάγουσα, συνέχισε ο μάρτυρας, διαμαρτυρήθηκε τόσο προφορικά όσο και γραπτώς μέσω του δικηγόρου της προς τους ιδιοκτήτες των καφεστιατορίων και τον εναγόμενο αρ. 3, χωρίς όμως ο τελευταίος να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς άρση της παρανομίας. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι η ενάγουσα μαζί με άλλους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων που έχουν επηρεαστεί κατάγγειλαν τον εναγόμενο αρ. 3 στην Επίτροπο Διοικήσεως η οποία διερεύνησε το ζήτημα και εξέδωσε σχετική έκθεση καταλογίζοντας ευθύνες στον εναγόμενο αρ. 3 (βλ. τεκμήριο 2). Παρά ταύτα ο εναγόμενος αρ. 3 δεν λαμβάνει απολύτως κανένα μέτρο για να αρθούν οι παρανομίες. Απεναντίας υποβοηθά και παροτρύνει τους ιδιοκτήτες των καφεστιατορίων στην συνέχιση χρήσης των δημόσιων χώρων. Όσον αφορά τις ζημιές της ενάγουσας, o μάρτυρας είπε ότι αυτή απώλεσε εισοδήματα και κέρδη της τάξεως των €98,000 από το έτος 2009 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και άλλα συγκεκριμένα ποσά ανά έτος μετά την καταχώρηση της αγωγής μέχρι το τέλος του 2019, τα οποία συμποσούνται στο ποσό των €282.032,
  1. Κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο προς αναγνώριση αρ. 1 οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής πληροφορήθηκε ότι τροποποιήθηκε ο Νόμος και συγκεκριμένα το 2014 και πλέον έδινε δικαίωμα στον εναγόμενο αρ. 3 να εκδίδει άδειες παραχώρησης μέρους του πεζοδρομίου. Είπε επίσης ότι δεν προέβηκε σε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο για την έκδοση τέτοιων αδειών στους εναγόμενους αρ. 1 και
  2. Όσον αφορά τη λειτουργία της επιχείρησης του στον επίδικο χώρο, είπε ότι αυτή άρχισε τον Ιούνιο του 2009 και ο χρόνος που λειτούργησε πριν να αρχίσει η τοποθέτηση των τραπεζιών από τα καφεστιατόρια ήταν πολύ μικρός και τα εισοδήματα τους ήταν μηδέν. Δεν είχε μαζί του να καταθέσει ελεγμένους λογαριασμούς της ενάγουσας. Αμφισβητήθηκε επίσης κατά την αντεξέταση του ο τρόπος που ο ίδιος υπολόγισε τις κατ΄ ισχυρισμό ζημιές. Μεταξύ του χώρου που τοποθετούνται τραπεζάκια από τους ιδιοκτήτες των καφεστιατορίων και του καταστήματος της ενάγουσας, δηλαδή στο ενδιάμεσο, υπάρχει κενός χώρος πλάτους 17,5 μέτρων. Είναι ο χώρος μπροστά από το κατάστημα της ενάγουσας πλέον ο χώρος άλλων δύο καταστημάτων και αυτός ο χώρος εκτείνεται προς το δρόμο και την θάλασσα. Το παράπονο της ενάγουσας, ανάφερε περαιτέρω, ήταν και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 διότι δεν άφηναν χώρο να περνά ο κόσμος διαμέσου του διαδρόμου αλλά μετά από την πάροδο του χρόνου λόγω του ότι δεν θέλουν να έχουν κόντρες και έχθρες, απόσυραν την υπόθεση εναντίον τους. Τόνισε και διευκρίνισε επίσης ότι αν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 άφηναν χώρο μεταξύ των καταστημάτων τους και του χώρου όπου τοποθετούσαν τα τραπέζια για να περνά ο κόσμος, δεν θα τον ενοχλούσε καθόλου. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι είναι τεχνικός μηχανικός στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Πάφου. Επισκέφθηκε είπε επί τόπου την περιοχή και ετοίμασε σχετικό σχέδιο στο οποίο απεικονίζονται οι επίδικοι χώροι (βλ. τεκμήριο 8). Υπέδειξε το χώρο όπου ο Δήμος Πάφου παραχώρησε άδεια για τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων από τις επιχειρήσεις των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 και τον ελεύθερο χώρο, 3 μέτρων όπως είπε, που υπάρχει για την διακίνηση των πεζών μεταξύ των καταστημάτων των εν λόγω επιχειρήσεων και του σημείου που αρχίζει η τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων. Ο δρόμος που υπάρχει για την διέλευση των οχημάτων είναι πλάτους 5,5 μέτρων και απέχει από το όριο του χώρου των τραπεζοκαθισμάτων 6,7 μέτρα τουλάχιστον. Είπε επίσης ότι ως εμπλεκόμενη Υπηρεσία σε συνεργασία και με την τροχονομία του Δήμου Πάφου, γνωρίζει ότι γίνεται τακτικότατος έλεγχος για αποτροπή περιπτώσεων αυθαιρεσίας ή και παραβίασης των αδειών που έχουν δοθεί για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων. Γνωρίζει επίσης ότι έχουν εκδοθεί εξώδικα πρόστιμα στους ιδιοκτήτες των καταστημάτων στις περιπτώσεις που τοποθετούσαν αντικείμενα στο χώρο των 3 μέτρων που αφέθηκε για τη διακίνηση των πεζών. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι, κατά τη δική του αντίληψη, με την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων δεν εμποδίζεται η θέα προς τα καταστήματα της ενάγουσας ούτε ακόμα και η διακίνηση των πεζών. Αντεξεταζόμενος δεν είχε μαζί του τις σχετικές άδειες στις οποίες αναφέρθηκε, όμως βασίστηκε στις συμφωνίες για την χωροθέτηση του χώρου, τις οποίες επίσης δεν είχε. Επέμενε όμως ότι η τοποθέτηση των χώρων στο τεκμήριο 8 αντικαθρεφτίζει αυτούς που παραχωρήθηκαν. Κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 9 το οποίο αποτελεί μια επιστολή ημερομηνίας 23/07/2008 προς συγκεκριμένη εταιρεία και το «Ideal Café (Pastry), με την οποία ουσιαστικά της παραχωρείτο άδεια για τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων στο πεζόδρομο. Περαιτέρω, ο μάρτυρας είπε ότι δεν περιέπεσε στην αντίληψη του ότι από το 2009 υπήρχε έντονη αντίδραση ιδιοκτητών άλλων καταστημάτων για τις ενέργειες του Δήμου να παραχωρεί δημόσιο χώρο, αλλά γνωρίζει ότι υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιοκτητών στην περιοχή. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο Δήμος έλαβε πρόνοια για να υπάρχει διαρκής ελεύθερη διακίνηση πεζών πάνω στον πεζόδρομο. Ο Μ.Υ.2 ανάφερε ότι είναι Λοχίας της Τροχονομίας του Δήμου Πάφου από το 2000 και μεταξύ των καθηκόντων της υπηρεσίας τους είναι και ο έλεγχος των παρανομιών σε σχέση με την τοποθέτηση αντικειμένων σε πεζοδρόμια χωρίς την άδεια του Δήμου. Ο χώρος στον οποίον παραχωρήθηκε άδεια για τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων από τον Δήμο Πάφου στους εναγόμενους αρ. 1 και 2 είναι οριοθετημένος με σημάδια, με κίτρινη γραμμή και είναι υποχρεωμένοι να περιορίζονται στο χώρο αυτό. Μπροστά από τα καταστήματα των εναγόμενων αρ. 1 και 2 θα πρέπει να υπάρχει μια απόσταση τριών μέτρων από το σημείο όπου αρχίζουν τα τραπεζοκαθίσματα, για να σχηματίζεται ένας διάδρομος στον οποίο να μπορούν να κυκλοφορούν οι πεζοί. Στο χώρο των τραπεζοκαθισμάτων υπάρχουν ομπρέλες οι οποίες εκτείνονται στα 3 - 4 μέτρα από το έδαφος και διαμέσου αυτών υπάρχει άνετη ορατότητα προς τα καταστήματα και από κάποιο που περπατά στο χώρο νοτιότερα των τραπεζοκαθισμάτων. Ο Μ.Ε.1 του έκανε παράπονα εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων και ρωτούσε κατά πόσο αυτοί είχαν άδεια να το πράττουν. Επίσης, ανάφερε ότι έχουν καταγγείλει αρκετές φορές τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 γιατί παραβίαζαν την γραμμή η οποία καθόριζε το χώρο που είχαν δικαίωμα να τοποθετούν τραπεζάκια. Αντεξεταζόμενος είπε ότι υπάρχουν οι σχετικές άδειες για τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων στους συγκεκριμένους χώρους αλλά ο ίδιος δεν τις είχε μαζί του καθότι αυτές τις χειρίζεται άλλο τμήμα του Δήμου. Επέμενε στη θέση του ότι έγιναν καταγγελίες εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2, αλλά δε θυμόταν πότε συγκεκριμένα. Ήταν περαιτέρω η θέση του μάρτυρα ότι με την τοποθέτηση των συγκεκριμένων τραπεζοκαθισμάτων δεν υπήρχε καθόλου παρεμπόδιση στην ομαλή λειτουργία του καταστήματος της ενάγουσας. Μπροστά από την είσοδο του με κατεύθυνση προς τα νότια, δηλαδή προς την θάλασσα υπήρχε μεγάλος διάδρομος και είχε άνετη ορατότητα. Ο οποιοσδήποτε πεζός περνούσε από το σημείο και ήθελε να πάει είτε να ψωνίσει είτε να επισκεφθεί το κατάστημα της ενάγουσας, δεν εμποδίζετο η πρόσβαση ή η ορατότητα. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ήταν ελεύθερος ο διάδρομος των τριών μέτρων μπροστά από τα καταστήματα των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και στις περιπτώσεις που υπήρχε έστω η ελάχιστη παραβίαση, οι εν λόγω εναγόμενοι καταγγέλλονταν. Eκείνο το οποίο προκύπτει από την πιο πάνω μαρτυρία η οποία παράμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων καθώς επίσης και από τις δικογραφημένες θέσεις που δεν αμφισβητούνται, είναι τα κάτωθι γεγονότα τα οποία αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου: - H ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών από τις 28/02/1997 με έδρα τη Λεμεσό (βλ. τεκμήριο 1). Ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την πώληση και εμπορία παραδοσιακών προϊόντων και οινοπνευματωδών ποτών και στεγάζει την επιχείρηση της αυτή σε υποστατικά τα οποία βρίσκονται στην τουριστική περιοχή της Λεωφόρου XXXXX αρ. 52 - 53 στην Κ. Πάφο. - Οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2, διατηρούν επιχειρήσεις καφεστιατορίων οι οποίες γειτνιάζουν ή συνορεύουν με το κατάστημα της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, ο πρώην εναγόμενος αρ. 1 στεγάζει την επιχείρηση του στην Λεωφόρο XXXXX αρ. 47 - 48 ενώ ο πρώην εναγόμενος αρ. 2 στην Λεωφόρο XXXXX αρ.
  3. Δηλαδή, η επιχείρηση του συνορεύει με το κατάστημα της ενάγουσας ενώ μεταξύ της επιχείρησης του πρώην εναγόμενου αρ. 1, παρεμβάλλουν ακόμη δύο καταστήματα. - Κατά το έτος 2008 ή περί τα τέλη του εν λόγω έτους και μετά την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Κ. Πάφου, ο εναγόμενος αρ. 3 παραχώρησε σε όλα τα κέντρα αναψυχής τα οποία βρίσκονται στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των κέντρων των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2, κάποιο χώρο, κατόπιν σχετικής άδειας χρήσης έναντι κάποιου ανταλλάγματος, μπροστά από τα καταστήματα τους, επί του δημοσίου πεζόδρομου για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων. Έκτοτε και μέχρι σήμερα τοποθετούνται τραπεζοκαθίσματα μπροστά από τα καταστήματα των εναγόμενων αρ. 1 και 2 επί του δημοσίου πεζόδρομου. - Αμέσως μπροστά από τα καταστήματα των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 έπρεπε και πρέπει να υπάρχει κάποιος χώρος κενός και ελεύθερος για σκοπούς διακίνησης των πεζών και μετά από αυτό θα άρχιζε η τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων. - Νοτιότερα των τραπεζοκαθισμάτων παρέμενε και παραμένει ελεύθερος χώρος για την διακίνηση των πεζών επί του πεζόδρομου, πλάτους 7 περίπου μέτρων. - Στο τέλος του πεζόδρομου νοτιότερα υπάρχει δρόμος πλάτους 5,5 μέτρων, ο οποίος κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είναι κλειστός και μετατρέπεται σε πεζόδρομο για χρήση από τους πεζούς. - Νοτιότερα του δρόμου υπάρχει άλλος πεζόδρομος παρά τη θάλασσα, ο λεγόμενος μόλος ο οποίος χρησιμοποιείται επίσης από τους πεζούς. - Μεταξύ των καταστημάτων των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 και του καταστήματος της ενάγουσας, υπάρχει κενός και ελεύθερος χώρος πλάτους 17,5 μέτρων. Στο χώρο αυτό περιλαμβάνεται και ο χώρος μπροστά από το κατάστημα της ενάγουσας και εκτείνεται μέχρι τη θάλασσα. Εκείνο το οποίο προκύπτει να αποτελεί το κύριο επίδικο ζήτημα πραγματικού γεγονότος, με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, είναι κατά πόσο η τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων μπροστά από τις επιχειρήσεις των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 έχει ως αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται και/ή να αποκόπτεται η πρόσβαση των πεζών και/ή να μειώνεται η ορατότητα προς τα υποστατικά της ενάγουσας με αποτέλεσμα η τελευταία να εμποδίζεται δραστικά στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης της και να έχει απώλεια κερδών. Ως εκ τούτου, θα προχωρήσω να αξιολογήσω όλη την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία με σκοπό να προβώ σε ολοκληρωμένα ευρήματα γεγονότων. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ο Μ.Ε.1 ήταν ο μοναδικός και κύριος μάρτυρας εκ μέρους της ενάγουσας και ο διευθυντής αυτής. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του με πολλή προσοχή, την έχω αντιπαραβάλει με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου καθώς επίσης με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και την πραγματική μαρτυρία. Ως γενική αποτίμηση της μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί είναι ότι οι βασικές του αιτιάσεις και παράπονα εναντίον του εναγόμενου αρ. 3 περί της παραχώρησης άδειας τοποθέτησης τραπεζοκαθισμάτων στο πεζόδρομο μπροστά από τις επιχειρήσεις των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 και ότι τούτο έχει τις συνέπειες που δικογραφεί, δεν υποστηρίζονται επαρκώς και/ή δικαιολογούνται, τόσο από τη μαρτυρία του όσο και από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. H μαρτυρία του μάρτυρα αυτού προκύπτει να μην συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που ο ίδιος κατάθεσε αλλά και να παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες αναφορικά με το ποιο τελικά είναι το παράπονο του, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Η ουσία της αγωγής του και της κυρίως του εξέτασης είναι ότι η εν γένει τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων στο πεζόδρομο από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 επηρεάζει δραστικά την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας και η ενέργεια τους αυτή, με την ανοχή του εναγόμενου αρ. 3 είναι παράνομη. Ο μάρτυρας αυτός όμως κατά την αντεξέταση του και προφανώς αντιλαμβανόμενος τις αδυναμίες της θέσεως του αυτής, εν όψει και της πραγματικής μαρτυρίας που ο ίδιος κατάθεσε και θα αναφερθώ κατωτέρω, φαίνεται να περιορίζει το παράπονο του στο γεγονός ότι οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2, δεν αφήνουν κενό το διάδρομο που τους υποδείχθηκε από τον εναγόμενο και στην ουσία ότι αυτοί παραβαίνουν τους όρους της άδειας χρήσης που τους παραχωρήθηκε. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, μετά από απάντηση του ότι το παράπονο του είναι ότι οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2 έκλειναν το διάδρομο: «Δ/ΡΙΟ: « Θέλετε όμως να σηκώσουν τα τραπεζάκια;» ΜΑΡΤΥΡΑΣ: «Να μιλήσω ειλικρινά;» Δ/ΡΙΟ: «Ειλικρινά, διότι τα ζητάτε;» ΜΑΡΤΥΡΑΣ: «Να μιλήσω ειλικρινά, αν αυτοί οι κύριοι εσέβουντο και εμάς τους διπλανούς τους και άφηναν χώρο να περνά ο κόσμος, εμάς δεν θα μας ενοχλούσε καθόλου, γιατί εντάξει, μακάρι να κάμει και ο διπλανός μου εκατομμύρια.» Η πιο πάνω απάντηση του μάρτυρα και η υπόλοιπη μαρτυρία του κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, καταδεικνύει ότι η τοποθέτηση αυτή καθεαυτή των τραπεζοκαθισμάτων με τον τρόπο και στο χώρο επί του πεζόδρομου που τοποθετούνταν και τοποθετούνται από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, δεν προκαλεί οποιαδήποτε δυσχέρεια στην περιοχή και στην ομαλή λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας και κλονίζει τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανάφερε κατά την κυρίως του εξέταση. Ανεξάρτητα των πιο πάνω όμως, το πιο πάνω συμπέρασμα φαίνεται να καταδεικνύονται και από την ίδια την πραγματική μαρτυρία που ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε ένα usb (βλ. τεκμήριο 7) το οποίο περιέχει φωτογραφίες και βίντεο, τα οποία ετοίμασε ο ίδιος ο μάρτυρας για να καταδείξει την κατάσταση που επικρατεί στην περιοχή αλλά και την διαρρύθμιση των χώρων, έστω και μεταγενέστερα της αγωγής και συγκεκριμένα το 2014 και κυρίως το 2015. Δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα του εν λόγω τεκμηρίου, ούτε έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ότι αυτό ενδέχεται να είναι παραποιημένο και κατά συνέπεια κρίνω ότι μπορώ να το αποδεχτώ, να βασιστώ σε αυτό και να εξάξω τα δικά του συμπεράσματα. Το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί πραγματική μαρτυρία (βλ. Παύλος Ζαχαρία v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 180 και Έπαρχος Λεμεσού v. Στέλιου Γιωργάλλα
(2003)2 Α.Α.Δ. 298). Εκείνο το οποίο προκύπτει από το τεκμήριο 7 είναι η ύπαρξη ενός διαδρόμου μπροστά από τα καταστήματα των επιχειρήσεων των εναγόμενων αρ. 1 και 2 από το οποίο μπορούν και διακινούνται οι πεζοί. Κατά τη θέση των μαρτύρων υπεράσπισης πλάτους 3 μέτρων ενώ ο εναγόμενος δεν γνώριζε να πει εκφράζοντας τη θέση όμως ότι λόγω της τοποθέτησης αντικειμένων και ταμπελών από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, αυτό στένευε και εμπόδιζε τη διέλευση των πεζών, οι οποίοι θα μπορούσαν να περνούν ακριβώς μπροστά από το κατάστημα της ενάγουσας. Είναι γεγονός ότι σε κάποιες φωτογραφίες και βίντεο κατά το χρόνο που λήφθηκαν φαίνεται όντως να τοποθετούνται ταμπέλες και να περιορίζουν το χώρο διέλευσης των πεζών. Κατά τα άλλα όμως εκείνο το οποίο παρουσιάζεται στο τεκμήριο 7 είναι η διακίνηση πολλή κόσμου στην περιοχή και επί του συγκεκριμένου πεζόδρομου, τόσο νοτιότερα των τραπεζοκαθισμάτων όσο και διαμέσου του διαδρόμου που φαίνεται να υπάρχει και να περνά ακριβώς μπροστά από την επιχείρηση της ενάγουσας. Όσον αφορά το παράπονο του μάρτυρα για το κλείσιμο του εν λόγω διαδρόμου και το πλάτος αυτού, αναφύεται ως κοινό έδαφος ή μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι ο εναγόμενος αρ. 3 δεν παραχώρησε τον εν λόγω χώρο για την τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων, ακριβώς για να επιτρέπει τη διέλευση των πεζών και από εκείνο το σημείο και τυχόν τοποθέτηση αντικειμένων και ταμπελών από τους εν λόγω επιχειρηματίες, συνιστά παρανομία εκ μέρους τους. Ο μάρτυρας παρά τις αναφορές του ότι ο εναγόμενος ανέχεται αυτή την κατάσταση και γενικότερα όλη την κατάσταση με την τοποθέτηση αντικειμένων επί του διαδρόμου, έχει προκύψει ακόμη και από την ίδια τη μαρτυρία του ότι κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται. Ο ίδιος ανάφερε κατά τη μαρτυρία του ότι οι εν λόγω επιχειρηματίες καταγγέλθηκαν αρκετές φορές από το Δήμο, αφού εκείνοι του το ανάφεραν και του έκαναν παράπονο, παρά τη προσπάθεια του σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του να αναιρέσει τη πιο πάνω θέση του προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει και δεν είδε κανένα να τους καταγγέλλει. Οι εν λόγω αναφορές του όμως προκύπτει να υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση του. Σε κανένα σημείο επίσης κατά τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος παραλείπει να ασκήσει τα καθήκοντα του και/ή ότι σε οποιοδήποτε χρόνο αυτός παρέλειψε να επιβάλει το Νόμο και να καταγγείλει τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, μετά από δική του καταγγελία. Περιορίστηκε να πει ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο μετά από καταγγελία του οι τροχονόμοι προέβηκαν σε καταγγελίες, αποκρύβοντας το γεγονός ότι όντως κάτι τέτοιο γινόταν, όπως μπορεί να συναχθεί τόσο από την ίδια τη μαρτυρία αλλά και την υπόλοιπη που έχει τεθεί ενώπιον μου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Πέραν των πιο πάνω, αποτελεί οξύμωρο η ενάγουσα να έχει παράπονο από τις ενέργειες των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 αλλά να επιλέξει να αποσύρει την αγωγή εναντίον τους κατά τα έτη 2019 και
  1. Η θέση του μάρτυρα ότι το έπραξε για λόγους καλής γειτονίας δεν πείθει. Το σημαντικό είναι κατά πόσο οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2 εξακολουθούν να τοποθετούν ταμπέλες και άλλα αντικείμενα στο διάδρομο μέχρι σήμερα και ο εναγόμενος δεν λαμβάνει μέτρα. Επί τούτου, ο μάρτυρας δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις και ούτε ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση εξακολουθεί να είναι η ίδια. Και τούτο δεν μπορεί να είναι άσχετο εκ των πραγμάτων και με την απόσυρση της αγωγής εναντίον των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και
  2. Ερωτούμενος να πει κατά πόσο καλυτέρευσε η κατάσταση και απέσυρε την αγωγή εναντίον των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2, είπε ότι αποφάσισαν να το ξεχάσουν όλοι και επομένως δεν ξέρουμε αν η κατάσταση καλυτέρευσε ή χειροτέρευσε. Ύστερα είπε ότι μεσολάβησε η περίοδος του κορωνοϊού και ήταν νεκρή περίοδος, κάτι όμως που δεν ευσταθεί πλήρως καθότι η αγωγή εναντίον του πρώην εναγόμενου αρ. 1 αποσύρθηκε 15/02/2019, προ της περιόδου αυτής. Μετά είπε ότι θεώρησαν ότι θα ήταν καλό για λόγους καλής γειτονίας να φιλέψουν και να έρθουν πιο κοντά. Επομένως, δεν μπορεί να προκύψει οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα. Οι συλλογισμοί του μάρτυρα περί απώλειας πελατών που θα μπορούσαν να περνούν ακριβώς μπροστά από τα κατάστημα της ενάγουσας και να έμπαιναν μέσα σε αυτό για να αγοράσουν τα προϊόντα της, παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Η θέση του επίσης ότι οι πεζοί αναγκάζονταν να χρησιμοποιούν το μόλο, σε κάποια απόσταση από το κατάστημα του αντί του συγκεκριμένου πεζόδρομου, δεν μπορεί να ευσταθούν. Πρόκειται κατ' αρχάς για άλλο πεζόδρομο παρά τη θάλασσα. Κατά δεύτερο, οι πεζοί που ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τον πεζόδρομο που βρίσκονταν τα τραπεζοκαθίσματα μπορούσαν να το πράξουν, είτε από το διάδρομο μπροστά από τις εν λόγω επιχειρήσεις που ο εναγόμενος αρ. 3 άφησε ελεύθερο, είτε νοτιότερα των τραπεζοκαθισμάτων. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε ορατότητα και απρόσκοπτη πρόσβαση στο κατάστημα της ενάγουσας για κάποιο πεζό ή τουρίστα που ήθελε να προμηθευτεί τα προϊόντα της. Σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό ζημιές της ενάγουσας, αυτές παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας και της γενικότητας. Τα όσα ο μάρτυρας αυτός επιχείρησε να υποστηρίξει για τις ζημιές που υφίσταται η ενάγουσα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθότι δεν είναι ειδικός. Ακόμη όμως και με την εμπειρία του, όπως την έθεσε, εκείνο το οποίο πρόβαλε είναι κάποιους συλλογισμούς και εικασίες. Δεν έχουν προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας για την συγκεκριμένη επιχείρηση της, ούτε υποστηρίχθηκε καθοιονδήποτε τρόπο πως προκύπτουν οι αριθμοί που ο μάρτυρας επικαλέστηκε ως διαφυγόντα κέρδη. Το μόνο που κατατέθηκε ήταν κάποιες οικονομικές καταστάσεις της ενάγουσας, στις οποίες περιλαμβάνονται και άλλες επιχειρήσεις της. Οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις κατατέθηκαν από το μάρτυρα ως τεκμήριο για αναγνώριση 1 και ως τέτοιο παρέμειναν μέχρι το τέλος της δίκης. Είναι νομολογημένο ότι έγγραφο που παρουσιάζεται για σκοπούς αναγνώρισης και παραμένει ως τέτοιο χωρίς τελικώς να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο στη διαδικασία, δεν αποτελεί μαρτυρία (βλ. Οδυσσέως v. Χατζηλουκά
(2000)1Α Α.Α.Δ. 185, Δήμος Λευκωσίας v. ΕLK Trading Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 120 και Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, σελ. 396 - 397). Παραμένει το θέμα της Έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως ημερομηνίας 29/11/2010, τεκμήριο
  1. Η έκθεση αυτή ήταν το αποτέλεσμα παραπόνου κάποιας XXXXX Μαυρικίου και Κ. Κουρίδη, σχετικά με την παραχώρηση άδειας από τον εναγόμενο αρ. 3 για χρήση των πεζοδρόμων της οδού XXXXX στην Πάφο και της Λεωφ. XXXXX στην Κ. Πάφο. Το πρώτο παράπονο δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Το δεύτερο παράπονο προκύπτει να αφορά την ίδια Λεωφόρο όπου δραστηριοποιείται η ενάγουσα. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η εν λόγω έκθεση αποτελεί το αποτέλεσμα της διερεύνησης συγκεκριμένων καταγγελιών από ένα ανεξάρτητο θεσμό, ο οποίος λειτουργεί δυνάμει Νόμου και τα οποιαδήποτε συμπεράσματα του, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο χωρίς άλλο. Η εν λόγω έκθεση μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο σε συνδυασμό με την ενώπιον του υπάρχουσα μαρτυρία και μπορεί να ληφθεί υπόψη στο βαθμό που το περιεχόμενο της συνάδει με αυτή. Κατ' αρχάς η εν λόγω έκθεση πραγματεύεται το ζήτημα της νομιμότητας παραχώρησης τέτοιων αδειών σε κέντρα αναψυχής από τους Δήμους, στη βάση των προνοιών της νομοθεσίας που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο που έγινε, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω. Κατά δεύτερο, αναφέρεται στους εκεί παραπονούμενους και ότι από τη χρήση των πεζοδρόμων επηρεάζονται. Εκφράζεται επίσης γενικά η θέση ότι λόγω της παραχώρησης των δημόσιων πεζοδρόμων για χρήση από τα κέντρα αναψυχής στην Λεωφ. XXXXX επηρεάζονται σε ορισμένες περιπτώσεις δυσμενώς πρόσωπα (βλ. σελ. 6, δεύτερη παράγραφο). Δηλαδή, δεν προκύπτει να αναφέρεται στην ενάγουσα, η οποία δεν ήταν και παραπονούμενη. Πέραν τούτου όμως προκύπτει να αφορά την ίδια Λεωφόρο όπου δραστηριοποιείται η ενάγουσα και να εντοπίζει τα προβλήματα που παρατηρούνται. Συγκεκριμένα, η έκθεση αναφέρει ότι η πρόσβαση και διακίνηση των πεζών επί του επίδικου πεζόδρομου είναι εφικτή λόγω του πλάτους του, κάτι το οποίο συνάδει με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και ως ανωτέρω αναφέρθηκε. Εκείνο που διαπιστώνεται περαιτέρω στην έκθεση είναι ότι δεν τηρούνται οι όροι αναφορικά με την έκταση του δικαιώματος χρήσης του πεζόδρομου που έχει παραχωρήσει ο εναγόμενος αρ. 3 με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η διακίνηση των πεζών, κυρίως στην εσωτερική πλευρά του δρόμου. Δεν έχει προκύψει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε στην περίπτωση των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και ούτε επικαλείται ένα τέτοιο γεγονός ο μάρτυρας της ενάγουσας, πέραν από το παράπονο του για το διάδρομο. Πέραν των πιο πάνω, διαπιστώνεται η τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων κατά μήκος του διαδρόμου που αφήνεται ελεύθερος για τη διακίνηση των πεζών, μετά την τοποθέτηση των τραπεζιών και καρεκλών, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η διακίνηση των πεζών. Αυτό ήταν και το κύριο παράπονο του μάρτυρα της ενάγουσας, στο οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω. Επαναλαμβάνω όμως ότι η ενάγουσα δεν συνέχισε την υπόθεση εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 και 2 και ούτε ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος αρ. 3 παραλείπει να διασφαλίζει ελεύθερο τον εν λόγω διάδρομο και ότι κάτι τέτοιο εξακολουθεί να υφίσταται. Λαμβάνω υπόψη μου επίσης τη θέση που εκφράζεται στην έκθεση ότι οι καταστηματάρχες της περιοχής βρίσκονται σε διαμάχη με τους ιδιοκτήτες των κέντρων αναψυχής, κάτι που ουσιαστικά υποστηρίζει και ο Μ.Υ.
  2. Πέραν των πιο πάνω που αναφέρει η εν λόγω Έκθεση και τα οποία μπορώ να λάβω υπόψη μου με τις ανάλογες διευκρινήσεις, σημειώνεται ότι στην έκθεση γίνεται αναφορά και εισήγηση προς το Υπουργείο Εσωτερικών για να δοθούν οι απαραίτητες οδηγίες στις τοπικές αρχές ώστε η παραχώρηση των εν λόγω αδειών να γίνεται ορθολογιστικότερα και η εξέταση των σχετικών αιτήσεων να πραγματοποιείται με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε περιοχής. Από την αντίπερα όχθη ο Μ.Υ.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 8, στο οποίο προκύπτει να οριοθετεί τους χώρους που παραχωρήθηκαν στους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων και να απεικονίζει την όλη την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο όπου βρίσκεται το κατάστημα της ενάγουσας. O μάρτυρας αυτός είπε ότι οριοθέτησε τους χώρους που εμφαίνονται στο τεκμήριο 8 στη βάση των σχετικών συμφωνιών που είδε. Εκείνο το οποίο έχει προκύψει κατά τη μαρτυρία του είναι ότι ναι μεν έχει παρουσιάσει μια κατάσταση που κατά τη θέση του επικρατεί στην περιοχή σε σχέση με την παραχώρηση του δικαιώματος τοποθέτησης τραπεζοκαθισμάτων, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί τα ακριβή μέτρα. Επίσης, δεν ήταν σε θέση όχι μόνο να καταθέσει τις συγκεκριμένες άδειες ή συμφωνίες αλλά και να αναφέρει το τί είδε σε αυτές και προχώρησε στο σχεδιασμό του τεκμηρίου
  3. Παρόλα αύτα, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι το τεκμήριο 8 και τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας - ασχέτως διαστάσεων του χώρου που παραχωρήθηκε - είναι ότι συνάδει με την όλη κατάσταση που παρουσιάζεται στο τεκμήριο 7 το οποίο κατατέθηκε από τον Μ.Ε.
  4. Δηλαδή, προκύπτει να έπρεπε να αφήνεται χώρος αμέσως μπροστά από τα καταστήματα των πρώην εναγόμενων, μετά να έπρεπε να τοποθετούνται τα τραπεζοκαθίσματα και ακολούθως να υπάρχει χώρος ελεύθερος μέχρι το οδόστρωμα. Τούτα, όπως έχω αναφέρει ανωτέρω προκύπτει να αποτελούν κοινό έδαφος και μπορώ να τα αποδεχθώ. Περαιτέρω, μπορώ να αποδεχθώ τις αναφορές του μάρτυρα για το πλάτος του πεζόδρομου που παρέμενε ελεύθερο μετά το σημείο των τραπεζιών, δηλαδή γύρω στα 7 μέτρα και ότι το όλο μήκος του πεζόδρομου μπροστά από τα καταστήματα είναι 20 μέτρα. Τούτα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Πέραν των πιο πάνω, δεν μπορεί να προκύψει το ακριβές πλάτος του διαδρόμου που έπρεπε να παραμένει ελεύθερος πριν από την τοποθέτηση των τραπεζιών. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε 3 μέτρα χωρίς όμως να μπορεί να στηρίξει τη θέση αυτή επαρκώς. Δεν παραγνωρίζω ότι και ο Μ.Ε.1 δεν μπορούσε να αναφερθεί στις ακριβείς διαστάσεις του εν λόγω πεζόδρομου, παρόλα αύτα προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι μπορούσαν από εκείνο το σημείο να περνούσαν οι πεζοί αν οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν τοποθετούσαν ταμπέλες και το στένευαν. Ο μάρτυρας κατάθεσε κατά την αντεξέταση του το τεκμήριο 9, που κατά τη θέση της ενάγουσας είναι άδεια που παραχωρήθηκε στην επιχείρηση του πρώην εναγόμενου αρ. 2 κατά το 2008 για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων. Αν και ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο χώρος που έχει σχεδιάσει αφορά τα 64 τ.μ. που παραχωρήθηκαν εντούτοις αυτό δεν στηρίζεται επαρκώς από τη μαρτυρία του. Κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, πέραν των όσων ανάφερα ανωτέρω και τα οποία συνάδουν και με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και/ή δεν έτυχαν αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Υ.2 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής στο Δικαστήριο και κατάθεσε τη δική του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση και της υπηρεσίας της Τροχονομίας του εναγόμενου αρ.
  5. Αποδέχομαι τη θέση του ότι η περιοχή ελέγχεται από την εν λόγω υπηρεσία για τυχόν παρανομίες από τους καταστηματάρχες και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αυτοί καταγγέλθηκαν. Αν και γενική η μαρτυρία του χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων, το γεγονός ιδιαίτερα ότι έτυχε να καταγγελθούν οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2 για την απόφραξη του διαδρόμου μπροστά από τα καταστήματα τους, φάνηκε σε κάποιο στάδιο κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 να υποστηρίζεται. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδέποτε αποτέλεσε θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος αρ. 3 ανέχεται τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 να παρανομούν με την έννοια της χρήσης χώρων πέραν αυτών που τους παραχωρήθηκαν. Η θέση της ήταν ότι η ενέργεια αυτή καθαυτή του εναγόμενου αρ. 3 να παραχωρήσει άδεια για τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων παραβίαζε το νομοθετικό του καθήκον. Η βασική αιτίαση του Μ.Ε.1 ήταν η απόφραξη του διαδρόμου μπροστά από τα καταστήματα των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 και ουδέποτε ανάφερε ότι, παρά τις διαμαρτυρίες του προς τον εναγόμενο αρ. 3, εντούτοις αυτός δεν προχώρησε σε καταγγελία τους. Αντιθέτως, όπως ανάφερε, έτυχε να περιέλθει σε γνώση του ότι ορισμένες φορές καταγγέλθηκαν γι αυτές τους τις παρανομίες, κάτι που συνάδει με τα όσα ο μάρτυρας αυτός ανάφερε. Όσον αφορά τις θέσεις και απόψεις του μάρτυρα για την μη πρόκληση ζημιάς στην επιχείρηση της ενάγουσας και ότι υπάρχει απρόσκοπτη θέα και πρόσβαση προς το κατάστημα της ενάγουσας, αυτή φαίνεται να συνάδει με την πραγματική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου από τον Μ.Ε.
  6. Σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα στο οποίο το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει την δική του κρίση, ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  7. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, προκύπτουν τα κάτωθι περαιτέρω ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: - Το μήκος όλου του πεζόδρομου μπροστά από τα καταστήματα των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 και του καταστήματος της ενάγουσας και μέχρι το οδόστρωμα είναι γύρω στα 20 μέτρα. - Ο εναγόμενος αρ. 3 και η υπηρεσία τροχονομίας του είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο της περιοχής για την τήρηση των αδειών χρήσης που παραχωρήθηκαν, μεταξύ άλλων, στους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και
  8. - Σε ορισμένες περιπτώσεις οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2 καταγγέλθηκαν για την χρήση μεγαλύτερου χώρου από αυτό που τους παραχωρήθηκε καθώς επίσης και για την απόφραξη του διαδρόμου μπροστά από τα καταστήματα τους που έπρεπε να αφήνουν κενό για τη διέλευση των πεζών. - Ο τρόπος με τον οποίο παραχωρήθηκαν οι συγκεκριμένες άδειες και οι χώροι όπου έπρεπε να τοποθετούνταν τα τραπεζοκαθίσματα από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 δεν εμπόδιζαν τη θέα και την απρόσκοπτη πρόσβαση προς το κατάστημα της ενάγουσας. - Η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά με την ενέργεια του εναγόμενου αρ. 3 να παραχωρήσει άδειες χρήσης του πεζόδρομου με την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων από τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 ή διαφυγόντα κέρδη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Έχει προκύψει και αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι ο εναγόμενος αρ. 3, μετά την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου της Κ. Πάφου, η ολοκλήρωση του οποίου έλαβε χώρα περί τα τέλη του 2008, προχώρησε και παραχώρησε σε επιχειρήσεις κέντρων αναψυχής που δραστηριοποιούνται στην Λεωφ. XXXXX, μεταξύ αυτών και στους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, άδειες χρήσης του πεζόδρομου που διαμορφώθηκε μπροστά από τα καταστήματα τους. Οι εν λόγω άδειες περιλάμβαναν την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων σε ορισμένα τετραγωνικά μέτρα μπροστά από τα καταστήματα τους έναντι ανταλλάγματος και/ή τέλη καθαριότητας. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την εξέταση της απαίτησης της ενάγουσας σε σχέση με την αιτία αγωγής της, αυτή ισχυρίζεται ότι με αυτό τον τρόπο, δηλαδή με την παραχώρηση των εν λόγω αδειών κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ο εναγόμενος υποβοηθεί και/ή συναινεί και/ή παρανομεί καθότι παραβιάζει τις υποχρεώσεις που έχει με βάση των Περί Δήμων Νόμο Ν.111/
  9. Από την αντίπερα όχθη ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του, εγείρει ενστάσεις με τις οποίες ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την απαίτηση της ενάγουσας λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος αρ. 3 ισχυρίζεται ότι η ενέργεια και/ή πράξη του να παραχωρήσει άδεια χρήσης μέρους του δημόσιου πεζόδρομου προς τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, εμπίπτει στα πλαίσια άσκησης των διοικητικών του αρμοδιοτήτων και έπρεπε να προηγηθεί προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Προτού προχωρήσω λοιπόν στην εξέταση της ουσίας της απαίτησης της ενάγουσας, κρίνω ορθό όπως εξετάσω αρχικά τις εν λόγω ενστάσεις του εναγόμενου αρ.
  10. Έχω λάβει υπόψη τα όσα οι συνήγοροι έχουν θέσει ενώπιον μου σε σχέση με το ζήτημα αυτό καθώς και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Κρίνω ότι τα γεγονότα αυτά προσομοιάζουν με αυτά της Αντωνίου, προσωπικά αλλά και υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Συγκροτήματος Τsokkos Sea Court 12 κ.α. v Δήμου Λάρνακας, Υπόθεση Αρ. 1823/2006, Ημερ. 31/07/
  11. Σε εκείνη την υπόθεση ο Δήμος Λάρνακας παραχώρησε μέρος του χώρου που προέκυψε μετά τη διαμόρφωση του παραλιακού μετώπου, από τα έργα επιχωμάτωσης στους ιδιοκτήτες της μπυραρίας «Jungle». Η παραχώρηση έγινε προς εξυπηρέτηση ταμειακών συμφερόντων της διοίκησης, η οποία χρέωνε και συγκεκριμένο δικαίωμα γι' αυτό. Η προσφυγή που ασκήθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ότι αποτελούσε πράξη ιδιωτικού δικαίου. Έγινε παραπομπή στην Αντωνίου, προσωπικά αλλά και υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής του Συγκροτήματος Τsokkos Sea Court 12 κ.α. v Δήμου Λάρνακας
(2006)4 Α.Α.Δ. 548 στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση της νομολογίας ως προς τη διάκριση μεταξύ πράξεων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Το κύριο κριτήριο που προκύπτει από τη νομολογία, για τη διάκριση μεταξύ πράξεων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, είναι η φύση της ίδιας της πράξης και ο επιδιωκόμενος με την πράξη αυτή σκοπός. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε σε εκείνη την υπόθεση ότι «Θέματα που προκύπτουν από ενέργειες της διοίκησης που βασίζονται σε συμβάσεις με πολίτες, εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο και σαν τέτοια δεν υπόκεινται στην αρμοδιότητα ακυρωτικής προσφυγής (Pitsillos (No.1) v. Republic
(1966)3 C.L.R. 589). H ρύθμιση αστικών περιουσιακών δικαιωμάτων είναι θέμα ιδιωτικού δικαίου και δεν συνιστά πράξη ή απόφαση εντός της έννοιας του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Πράξεις διαχείρισης κρατικής περιουσίας εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου δικαίου (Tekkis a.o. v. Republic
(1982)3 C.L.R. 680)». Παραπέμπω επίσης στην Royal Ris Ltd v. Δήμου Λάρνακας
(2005)1 Α.Α.Δ. 1149, όπου αποφασίστηκε ότι οι συμφωνίες που διέπουν τη σχέση του Δήμου Λάρνακας, ο οποίος παραχώρησε χώρο στους εφεσείοντες στο δημόσιο πεζοδρόμιο και άλλο ανοικτό χώρο στο παραλιακό μέτωπο των Φοινικούδων για τοποθέτηση των τραπεζιών του εστιατορίου που κατείχαν, δεν συνιστούσαν ενοικίαση του χώρου, αλλά άδεια (licence), σχέση ιδιωτικού δικαίου. Στην παρούσα περίπτωση αν και δεν έχουν κατατεθεί οι συγκεκριμένες άδειες ή συμφωνίες με τις οποίες παραχωρήθηκε δικαίωμα στους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 για την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων στο πεζόδρομο που διαμορφώθηκε στο παραλιακό μέτωπο, εντούτοις αυτό προέκυψε ως κοινό έδαφος. Επίσης, προέκυψε ότι αυτό γινόταν έναντι ανταλλάγματος προς το εναγόμενο αρ. 3, το οποίο καταβαλλόταν από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και
  1. Σε περίπτωση επίσης μη συμμόρφωσης με τους όρους των εν λόγω αδειών, ο εναγόμενος αρ. 3 διατηρούσε το δικαίωμα να ακυρώσει ή να ανακαλέσει την απόφαση του για παραχώρηση άδειας χρήσης και να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα. Τούτο προκύπτει να υποστηρίζεται και από το τεκμήριο 9, το οποίο αποτελούσε τη σχετική άδεια που παραχωρήθηκε προς τον πρώην εναγόμενο αρ. 2 κατά το έτος
  2. Η εν λόγω ενέργεια του εναγόμενου αρ. 3, κρίνω ότι αποτελούσε πράξη ιδιωτικού δικαίου. Πρωταρχικός σκοπός ήταν η εξυπηρέτηση των ιδιοκτητών των κέντρων αναψυχής και η ταμειακή εξυπηρέτηση της διοίκησης. Σίγουρα η ενέργεια αυτή επηρέαζε κάποιο μέρος του κοινού αλλά όχι το ευρύτερο κοινό. Δεν έχει επίσης προωθηθεί ή τεκμηριωθεί αυτό το οποίο δικογραφεί η υπεράσπιση, ότι δηλαδή σκοπό είχε την τουριστική αναβάθμιση της περιοχής και ότι αυτός ήταν ο πρωταρχικός σκοπός. Κατά συνέπεια οι εν λόγω ενστάσεις απορρίπτονται και το Δικαστήριο τούτο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αγωγής. Τούτων λεχθέντων θα πρέπει να εξεταστεί η Έκθεση Απαίτησης για να διαπιστωθεί ποια ή ποιες είναι οι αιτίες αγωγής της ενάγουσας, με βάση τις οποίες θα πρέπει να εξεταστεί η απαίτηση της. Εκείνο το οποίο αναφύεται να αποτελεί την αιτία αγωγής, είναι η παράβαση των νομοθετικών καθηκόντων του εναγόμενου αρ. 3 και η πρόκληση οχληρίας στην περιοχή όπου δραστηριοποιείται η ενάγουσα. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του ως τοπική αρχή, συναινεί και/ή επιτρέπει όπως δημόσιος χώρος και μέρος το οποίο προορίζεται για χρήση από τους πεζούς, χρησιμοποιείται από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 για δικούς τους σκοπούς με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η επιχειρηματική της δραστηριότητα. Είναι γεγονός όμως ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν είναι συνταγμένη κατά τον καλύτερο και ενδεδειγμένο τρόπο. Η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης νόμιμων καθηκόντων, αποτελεί συγκεκριμένη θεραπεία του κοινοδικαίου και απαιτεί ιδιαίτερη και ξεχωριστή δικογράφηση από οποιαδήποτε άλλη αιτία αγωγής, όπως π.χ. την αμέλεια ή την οχληρία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλέξανδρου Κωστάκη Ανήλικου, μέσω των γονέων του και φυσικού κηδεμόνων του Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 432 και London Passenger Transport Board v. Upson [1949] 1 A.C. 155). Στην Ελπινίκη Παναγή κ.α. v. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, υποδείχθηκε ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας απαιτούν με τη Δ.19, Θ. 13, την ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν την παράβαση των νομίμων καθηκόντων. Η ενάγουσα με την δικογράφηση της δεν δικογραφεί συγκεκριμένες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράβαση των νομοθετικών υποχρεώσεων του εναγόμενου κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο. Ούτε δικογραφεί οποιαδήποτε αμέλεια του και να παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες αυτής. Ούτε προβάλλεται ρητώς ισχυρισμός για την πρόκληση οχληρίας. Παρά ταύτα εκείνο το οποίο προκύπτει από τη δικογράφηση του είναι ότι η ενάγουσα ενάγει τον εναγόμενο υπό την ιδιότητα του ως τοπική αρχή η οποία έχει την ευθύνη με βάση το Νόμο να διασφαλίζει την ελεύθερη χρήση των δημόσιων δρόμων. Τούτο σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό ότι οι ενέργειες των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 επηρεάζουν την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας της, δεν μπορεί παρά να παραπέμπει στο αστικό αδίκημα της πρόκλησης οχληρίας και στο Περί Δήμων Νόμο Ν. 111/85, άρθρα 84(ε), (ιζ) και
  1. Η ουσία των όσων δικογραφεί η ενάγουσα είναι βασικά ότι οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2, με την συναίνεση ή ανοχή του εναγόμενου αρ. 3, προχωρούν σε παράλογη χρήση των υποστατικών τους, τοποθετώντας δηλαδή τραπεζοκαθίσματα σε δημόσιο χώρο επηρεάζοντας την ενάγουσα και ο εναγόμενος αρ. 3 δεν προβαίνει σε μέτρα επιβολής του Νόμου ή άρσης αυτής της χρήσης και κατ' επέκταση οχληρίας που δημιουργείται. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εναγόμενος παράνομα παραχώρησε άδεια χρήσης μέρους του πεζόδρομου στους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 ενώ η υποχρέωση του ήταν να τον διατηρεί ελεύθερο για τη διακίνηση των πεζών. Παρά την μη ορθή δικογράφηση εκ μέρους της ενάγουσας, εντούτοις δεν προκύπτει να δημιουργήθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την διεξαγωγή της ακρόασης. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι ο εναγόμενος επιτρέπει και/ή ανέχεται την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων στο δημόσιο πεζόδρομο από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 και/ή παράνομα τους παραχώρησε άδεια χρήσης μέρους του πεζόδρομου, ενέργεια η οποία την εμποδίζει στην άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ισχυρισμό που ο εναγόμενος αρνήθηκε προσκομίζοντας τη δική του μαρτυρία για να καταδείξει την ορθολογιστική, ουσιαστικά, χρήση του πεζόδρομου. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω απόφαση του εναγόμενου αποτελεί Διοικητική Πράξη. Στις αγορεύσεις επίσης των διαδίκων, γίνεται αναφορά, από την μεν ενάγουσα στην παράβαση των νομοθετικών καθηκόντων του εναγόμενου, παραπέμποντας και στην Έκθεση της Επιτρόπου Διοίκησης, την οποία δικογραφεί και κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη δίκη και στο Αστικό Αδίκημα της Ιδιωτικής Οχληρίας ενώ από το δε εναγόμενο στο Αστικό Αδίκημα της Δημόσιας Οχληρίας. Στην χχχ Παπακώστα v. Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, ECLI:CY:AD:2019:A238, Πολ. Έφεση Αρ. 214/2013, Ημερ. 24/06/2019 λέχθηκε ότι «Η αναγκαιότητα ορθής και επιμελημένης δικογράφησης έχει βέβαια σημασία ως προς το τί αναμένεται να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του από πλευράς νομικής τοποθέτησης, ενώ είναι σημαντικό και για τον εναγόμενο να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην υπεράσπιση του». Σε εκείνη την υπόθεση, κρίθηκε ότι παρά την μη ενδεδειγμένη και ορθή δικογράφηση των λεπτομερειών που αφορούν την παραβίαση των νομοθετικών καθηκόντων του εφεσίβλητου, δεν φαίνεται να δημιουργήθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω την απαίτηση της ενάγουσας στη βάση της παραβίασης των νομοθετικών καθηκόντων του εναγόμενου και στη βάση των Αστικών Αδικημάτων της Δημόσιας και Ιδιωτικής Οχληρίας. Το Άρθρο 84 (ε) και (ιζ) του Περί Δήμων Νόμου Κεφ. 111/85 έχει ως ακολούθως: «
  2. Τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος Νόµου και οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύι νόµου, το συµβούλιου θα εκτελή, εν τω µέτρω των οικονοµικών δυνατοτήτων του δήµου, εντός των δηµοτικών ορίων πάντα ή οιαδήποτε των ακολούθων καθηκόντων, ήτοι— .................... (ε) θα προνοή διά την κατασκευήν, συντήρησιν, καθαριότητα, φωτισµόν και ελευθέραν χρήσιν των οδών και γεφυρών θα ελέγχη την κατασκευήν, µετατροπήν, κλείσιµον ή αλλαγήν κατευθύνσεως οιωνδήποτε οδών και γεφυρών και θα παρεµποδίζη την καθ' οιονδήποτε τρόπον παρακώλυσιν της ελευθέρας χρήσεως οιασδήποτε οδού και γεφύρας˙ (ιζ) θα ρυθµίζη, ελέγχη, περιορίζη ή απαγορεύη οιονδήποτε επιτήδευµα, επιχείρησιν, επάγγελµα ή εργασίαν η οποία δυνατόν να είναι επιβλαβής εις την δηµοσίαν υγείαν, ή πηγή δηµοσίου κινδύνου ή οχληρίας ή ενοχλήσεως των προσώπων των διαµενόντων εις την περιοχήν, ή εάν τούτο κρίνεται σκόπιµον διά το δηµόσιον συµφέρον˙ Το Άρθρο 91 του εν λόγω Νόμου ορίζει τί συνιστά οχληρία και ειδικότερα το Άρθρο 91(δ) έχει ως ακολούθως: «
  3. ∆ιά τους σκοπούς του παρόντος Νόµου, τα ακόλουθα θεωρούνται ως οχληρίαι αι οποίαι δύνανται να εκδικάζωνται κατά του υπό του παρόντος Νόµου προβλεπόµενον τρόπον: .................. (δ) οιονδήποτε φυτόν, είτε αυτοφυές είτε µη, οιαδήποτε συσσώρευσις, εναπόθεσις, τοποθέτησις, διατήρησις ή εναποθήκευσις οιουδήποτε αντικειµένου ή πράγµατος εις οιονδήποτε δηµόσιον ή ιδιωτικόν χώρον τα οποία αποτελούν οχληρίαν ή είναι επιβλαβή εις την υγείαν ή δηµιουργούν ακαλαισθησίαν ή είναι επιζήµια διά τας ανέσεις της περιοχής ή είναι ενδεχόµενον να επηρεάσουν την ασφάλειαν οιουδήποτε προσώπου˙ Το δε Άρθρο 92 του Νόμου προβλέπει τις ενέργειες που λαμβάνει ο Δήμος στις περιπτώσεις που πληροφορείται την ύπαρξη οχληρίας. Έχει ως ακολούθως: «
  4. Άµα τη λήψει οιασδήποτε πληροφορίας αναφορικώς προς την ύπαρξιν οχληρίας,·το συµβούλιον, εάν ικανοποιηθή διά την ύπαρξιν οχληρίας, επιδίδεί διά του δηµάρχου, ή ως αυτός ήθελεν ορίσει, ειδοποίησιν εις το πρόσωπον διά της πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής του οποίου προκαλείται ή συνεχίζεται η οχληρία, ή, εάν τούτο δέν δύναται να ανευρεθή, εις τον ιδιοκτήτην ή τον κάτοχον των υποστατικών εις τα οποία προκαλείται η οχληρία, δι' ης εντέλλεται αυτό να άρη την οχληρίαν εντός της καθοριζοµένης εν τη ειδοποιήσει προθεσµίας, και να προβή εις την εκτέλεσιν τοιούτων έργων ή ενεργειών αι οποίαι ήθελον κριθή αναγκαίαι διά τον σκοπόν αυτόν:» Το κατά πόσο οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες του Νόμου παρέχουν δικαίωμα έγερσης αγωγής υπέρ του ιδιώτη, είναι ζήτημα ερμηνείας τους, εφόσον δεν προνοούν ρητά ένα τέτοιο δικαίωμα. Στην Δήμος Πάφου v. C & N KYRIAKOY LTD, ECLI:CY:AD:2017:A100, Πολ. Έφεση Αρ. 228/2009, Ημερ. 23/03/2017 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει γενικό αγώγιμο δικαίωμα όπου ο Νόμος επιβάλλει δημόσιο καθήκον και προβλέπει ποινή για παράβαση του. Στον κανόνα υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: (α) όπου η υποχρέωση επιβάλλεται προς όφελος συγκεκριμένης τάξης, πρόσωπο που ανήκει σ' αυτήν, έχει αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 CLR 791) και (β) όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα, μέλος του δημοσίου έχει αγώγιμο δικαίωμα, αν υποστεί ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παράβασης (βλ. Κουππάρη v. Οργανισμός Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 Α.Α.Δ. 1780, όπου υιοθετήθηκε η υπόθεση Lonrho Ltd & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd & Others
(1981)1 All ER 456).» Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και εξετάζοντας τις πρόνοιες των πιο πάνω Άρθρων, εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι αυτές επιβάλλουν δημόσιο καθήκον στους Δήμους να προβαίνουν στις συγκεκριμένες ενέργειες, έτσι ώστε αφενός στην περίπτωση του Άρθρου 84(ε) να προνοούν, μεταξύ άλλων, για την ελεύθερη χρήση των οδών και να παρεμποδίζουν την παρακώλυση τέτοιας χρήσης και αφετέρου στην περίπτωση του Άρθρου 84(ιζ) να απαγορεύουν την πρόκληση οχληρίας από την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος ή εργασίας. Δεν προνοείται ποινή στο Νόμο από τυχόν παράβαση της υποχρέωσης αυτής. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα στον ιδιώτη στην περίπτωση παράβασης των πιο πάνω καθηκόντων του Δήμου, εφόσον όμως καταδειχθεί ή αποδειχθεί η πρόκληση σε αυτόν ειδικής ζημιάς (βλ. επίσης Municipality of Nicosia a.o. v. Kythreotis
(1983)1 A C.L.R. 154 και Παρτέλλα v. Δήμου Λάρνακος
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 1676) η οποία να συνδέεται με αυτή την παράβαση ή την παράλειψη του Δήμου. Σε σχέση με το Αστικό Αδίκημα της Δημόσιας Οχληρίας, το άρθρο 45 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 έχει ως ακολούθως: «
  1. Δηµόσια οχληρία συνίσταται σε παράνοµη πράξη, ή σε παράλειψη εκτέλεσης νοµικής υποχρέωσης αν η πράξη αυτή ή η παράλειψη θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, ασφάλεια, υγεία, ιδιοκτησία ή άνεση του κοινού ή παρακωλύει το κοινό στην άσκηση κοινού δικαιώµατος: Νοείται ότι καµµιά αγωγή δεν εγείρεται για δηµόσια οχληρία, παρά µόνο— (α) από το Γενικό Εισαγγελέα της ∆ηµοκρατίας για έκδοση απαγορευτικού διατάγµατος· ή (β) από το πρόσωπο που υπέστη εξαιτίας αυτής ειδική ζηµιά.» Στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz TORT, Seventeenth edition, par. 14-2 η δημόσια ή κοινή οχληρία ορίζεται ως εξής: «Α public or common nuisance is one which materially affects the reasonable comfort and convenience of life of a class of the public who come within the sphere or neighborhood of its operation;». Aξίζει να σημειωθούν οι επιφυλάξεις του πιο πάνω άρθρου και ο περιορισμός του αγώγιμου δικαιώματος αυτού στον Γενικό Εισαγγελέα για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος ή σε πρόσωπο το οποίο εξαιτίας της δημόσιας οχληρίας υπέστη ειδική ζημιά. Όσον αφορά το δικαίωμα του κάθε επηρεαζόμενου πολίτη από την οχληρία να εγείρει αγωγή, αυτό περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπέστη ένεκα αυτής ειδικής ζημιάς. Δηλαδή, ζημιάς πέραν από την συνηθισμένη ταλαιπωρία ή επηρεασμό των ανέσεων του κοινού ευρύτερα. Δεν είναι απαραίτητο η ζημιά αυτή να είναι χρηματική ή ειδική όπως ορίζεται στην περίπτωση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Θα πρέπει να είναι όμως ουσιαστική και να μην είναι ζημιά την οποία υφίσταται το κοινό γενικά. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Winfield & Jolowicz TORT, Seventeenth edition, par. 14-3, p. 645: «Particular damage is not limited to special damage in the sense of pecuniary loss actually incurred, for example in an action for negligence. It may consist of proved general damage, such as inconvenience and delay, provided it is substantial, direct and not consequential and is appreciably different in nature or extent to that in fact suffered by the general public, although in another sense it is "general" and not "special" to him. "Direct" here means damage other or different from the damage caused to the rest of the public.» Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Αλέξανδρου Κωστάκη Ανήλικου, μέσω των γονέων του και φυσικού κηδεμόνων του Χρήστου και Μαρίας Κωστάκη (ανωτέρω) επεξηγήθηκαν, με παραπομπή σε Αγγλική Νομολογία τα συστατικά στοιχεία του Αστικού Αδικήματος της Δημόσιας Οχληρίας και ποιοί νομιμοποιούνται να εγείρουν αγωγή (βλ. σελ. 443 - 444). Όπως αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η οχληρία επηρεάζει το κοινό γενικά ή τουλάχιστο μια ικανή μερίδα αυτού. Παραθέτω επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση αναφορικά με το ποιός νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή για δημόσια οχληρία: «Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η έκδ. σελ. 423 - 429, η δημόσια οχληρία μπορεί να αποτελέσει τη βάση και για αστικό αδίκημα, όπως στη λεγόμενη περίπτωση του «relator action for an injuction», που όπως και στην Κύπρο, εισάγεται από τον Γενικό Εισαγγελέα, ή, από ιδιώτη «who can show that he has suffered 'special damage' beyond that suffered by the others of Her Majesty's subjects affected by the defendant's interference.» Σύμφωνα με τα όσα περαιτέρω αναφέρονται, η αστική αγωγή από ιδιώτη θα αποτύχει, εάν δεν αποδειχθεί ότι η ζημιά που έχει υποστεί ο ίδιος είναι «ειδική ζημιά» (κάτι διαφορετικό από τα «special damages»), ενώ θα πρέπει επίσης να αποδεικνύεται ότι το κοινό γενικά υφίσταται ζημιά που εντάσσεται στις κατηγορίες που εξειδικεύονται στο Άρθρο
  2. Στη σελ. 424 αναγράφεται: «Ιnstead, the nuisance in such cases amounts to an inconvenience occasioned to the public generally, but causes special damage to the claimant (ie damage beyond that suffered by other members of the public). Such nuisances typically involve obstructing, or creating a danger on the highway. Περαιτέρω στη σελ. 425 αναφέρονται τα εξής: «In addition to pecuniary loss, personal injury and property damage have also held to constitute special damage. So, too, have causing inconvenience and delay, provided that the harm thereby caused to the claimant is substantial and appreciably greater in degree than any suffered by the general public» Παραπέμπω επίσης στην Boyce v. Paddington Borough Council [1903] 1 Ch 109 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το δικαίωμα ιδιώτη να εγείρει αγωγή για δημόσια οχληρία: «Α plaintiff can sue without joining the Attorney - General in two cases: first, where the interference with the public right is such as that some private right of his is at the same time interfered with (e.g. where an obstruction is so placed in a highway that the owner of premises abutting upon the highway is specifically affected by reason that the obstruction interferes with his private right to access from and to his premises to and from the highway); and, secondly, where no private right is interfered with, but the plaintiff, in respect of his public right, suffers special damage peculiar to himself from the interference with the public right.» (βλ. επίσης Halsbury's Laws fo Engaland, fourth edition, para. 370). Πέραν των πιο πάνω, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v.
  3. Ελευθερίας Ζυπιτή κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ. 749 που αφορούσε αγωγή εναντίον των εφεσειόντων για αποζημιώσεις λόγω ζημιάς που υπέστηκαν οι εφεσίβλητοι για παράλειψη τους να διατηρούν τους δρόμους σε καλή κατάσταση, λέχθηκαν τα εξής: «Δεν χρειάζεται να λεχθούν περισσότερα επί του θέματος. Εκτός του ότι η Δημοκρατία έχει παραδεχθεί την υποχρέωση της να διατηρεί τους δρόμους της αρμοδιότητας της σε καλή κατάσταση, είναι ουσιαστικά αδιάφορο αν η ευθύνη της βασίζεται σε δημόσια οχληρία ή αμέλεια, γιατί τα δύο αυτά αστικά αδικήματα αλληλοκαλύπτονται. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Goldman v. Hagrave [1966] 2 ALL E.R. 989, το αστικό αδίκημα της οχληρίας, με αβέβαια τα όρια του, μπορεί να συνίσταται σε μια μεγάλη ποικιλία περιπτώσεων, σε μερικές των οποίων η αμέλεια είναι αποφασιστικής σημασίας, ενώ σε άλλες δεν παίζει κανένα απολύτως ρόλο. Σε περιπτώσεις όπου η ευθύνη του εναγομένου προκύπτει όχι γιατί δημιούργησε την οχληρία, αλλά επειδή επέτρεψε να συνεχίζεται, απόδειξη της αμέλειας του είναι τουλάχιστον ουσιώδης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Sedleigh - Denfield v. O' Callaghan [1940] 3 ALL E.R. 349, αν ο εναγόμενος δεν δημιούργησε την οχληρία, για να θεωρηθεί υπεύθυνος θα πρέπει να την είχε συνεχίσει, δηλαδή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αμέλησε να την άρει όταν πληροφορήθηκε την ύπαρξη της ή όταν θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη της. Στην ίδια απόφαση έχει λεχθεί ότι ο κάτοχος ή ο ιδιοκτήτης γης όπου έγινε το ζημιογόνο γεγονός δεν είναι ασφαλιστής. Θα πρέπει να αποδειχθεί κάτι παραπάνω από την απλή ζημιά στην περιουσία του ενάγοντα για να ευθύνεται. Αυτό σημαίνει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ευθύνη, δηλαδή θα πρέπει να υπάρχει σφάλμα και σφάλμα βρίσκεται στην αμέλεια ή πολύ περισσότερο στην πρόθεση του κατόχου να βλάψει, υπό τις περιστάσεις τις οποίες το δικαστήριο θεωρεί ως μη εύλογη χρήση της περιουσίας του.» Όσον αφορά το Αστικό Αδίκημα της Ιδιωτικής Οχληρίας το Άρθρο 46 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 έχει ως ακολούθως: ««46. Ιδιωτική οχληρία συνίσταται στο ότι πρόσωπο επιδεικνύει συµπεριφορά ή διεξάγει τις εργασίες του ή χρησιµοποιεί ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, µε τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεµβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου: Νοείται ότι ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζηµίωσης σε σχέση µε ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζηµιά: Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρµόζονται καθόσον αφορά παρέµβαση στο φως.» Στην Thesis Trading Co Limited v. Δήμος Λάρνακας, Πολ. Έφεση Αρ. 388/2010, Ημερ. 23/06/2016 αναφέρθηκε ότι «Στοχεύει ο νομοθέτης στην προστασία της εύλογης χρήσης και απόλαυσης της ακίνητης ιδιοκτησίας, προσπαθώντας να διατηρήσει το ισοζύγιο μεταξύ συγκρινόμενων δικαιωμάτων: του ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ώστε να την χρησιμοποιεί, όπως καλύτερα ο ίδιος κρίνει και του δικαιώματος του γείτονος, για εύλογη απόλαυση της δικής του ιδιοκτησίας. Sadleigh - Denfield v. O' Callaghan [1940] A.C. 880,903 και Χριστοδουλίδου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 746.» Περαιτέρω, αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση ότι «Όπως εξετάζεται και στην Χριστοδουλίδου (ανωτέρω) ο ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας έχει δυνάμει των διατάξεων του Νόμου δύο θεραπείες: αποζημιώσεις για τη ζημιά που προκλήθηκε και έκδοση διατάγματος προς άρση ή συνέχιση της οχληρίας, ώστε να προστατευθεί ο ενάγων από περαιτέρω ζημιά (Clerk & Lindsell on Torts, 15η έκδοση, § 13 - 18.)» Στο σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα» των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1 αναφέρεται ότι ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι υπέστη κάποιου είδους ζημιά για να δικαιούται να επιτύχει. Ο όρος ζημιά καθορίζεται στο άρθρο 2
(2)του Νόμου και όσον αφορά την υγεία και άνεση, η ζημιά αυτή δεν είναι αναγκαίο να ισοδυναμεί με άμεση βλάβη. Είναι αρκετό αν κάποιος έχει εμποδιστεί σε υπολογίσιμη έκταση από την απόλαυση των συνηθισμένων ανέσεων της ζωής. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της. Ξεκινώντας από το αστικό αδίκημα της δημόσιας οχληρίας, εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι δεν είναι ο εναγόμενος ο οποίος έχει προβεί στην τοποθέτηση των τραπεζιοκαθισμάτων στο δημόσιο πεζόδρομο, αλλά οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και
  1. Η θέση της ενάγουσας είναι ότι αυτό έγινε με την άδεια και την συναίνεση του εναγόμενου και ο τελευταίος ανέχεται αυτή την ενέργεια των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και
  2. Παρεμβάλλω εδώ για να αναφέρω ότι η ενέργεια των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 να τοποθετούν τραπεζοκαθίσματα επί του δημόσιου πεζόδρομου, κατόπιν άδειας του εναγόμενου ήταν κατά τους ουσιώδους χρόνους παράνομη πράξη. Είναι ορθή η θέση της ενάγουσας, η οποία βασίζεται στο περιεχόμενο της έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως στην οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο που έγινε, ανάφερε ότι ο Δήμος δεν είχε δικαίωμα την παραχώρηση των δημόσιων πεζόδρομων στους καταστηματάρχες Είναι γεγονός ότι οι δημόσιοι οδοί συμπεριλαμβανομένων και των πεζοδρομίων, ανήκουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, με αποκλειστικό προορισμό τη χρήση τους από το κοινό. Η εξουσία, η οποία παρέχεται από τον Περί Δήμων Νόμο για τον έλεγχο και την επιτήρηση των οδών και πεζοδρομίων στα δημοτικά όρια, αποβλέπει, όπως ρητά ορίζει ο νόμος, στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων του δημοσίου για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη χρήση τους, για τους σκοπούς για τους οποίους τις τάσσει ο νόμος (βλ. μεταξύ άλλων, Άρθρο 84(ε) του Ν. 111/95). Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Καίσσαρας Πιριπίτσης και Άλλοι v. Δήμου Λευκωσίας
(1997)1Α Α.Α.Δ. 385. Δεν έχει προκύψει από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι η Κυπριακή Δημοκρατία παραχώρησε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο τους επίδικους χώρους στο εναγόμενο αρ. 3 ή ότι ο χώρος αυτός βρισκόταν υπό τη διαχείριση του με την έννοια ότι είχε δικαίωμα να παραχωρήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες άδειες χρήσης σε κέντρα αναψυχής της περιοχής. Ούτε ο Περί Δήμων Νόμος, Ν.111/85κατά τον ουσιώδη χρόνο, έδινε ένα τέτοιο δικαίωμα στον εναγόμενο αρ. 3, όπως και η Επίτροπος Διοικήσεως αναφέρεται στην Έκθεση της. Τούτο όμως προκύπτει να άλλαξε με τον Νόμο 54
(1)/2014 ο οποίος τροποποίησε τον Περί Δήμων Νόμο Ν. 111/85, δια της προσθήκης σε αυτό του Άρθρου 137Β με το οποίο πλέον παραχωρείται δικαίωμα στους Δήμους να παραχωρούν άδεια χρήσης ή υποάδεια χρήσης πεζοδρόµου ή µέρους αυτού που βρίσκεται εντός των δηµοτικών ορίων και κατέχεται από το δήµο ή ανήκει στο δήµο ή σε σχέση µε τα οποία έχει παραχωρηθεί στο δήµο άδεια χρήσης. Η εν λόγω τροποποίηση έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και η εξακολούθηση της χρήσης του πεζόδρομου από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, αυτή καθεαυτή, δια της παραχώρησης αδειών χρήσης από τον εναγόμενο αρ. 3, δεν απαγορεύεται πλέον και δεν είναι εκτός των σκοπών του Νόμου. Η ισχυριζόμενη παρανομία του εναγόμενου θα μπορούσε να εξεταστεί κατά τους ουσιώδεις χρόνους που αφορά η παρούσα αγωγή. Η πράξη του εναγόμενου όμως να ενεργήσει καθ' υπέρβαση των εξουσιών του με το να παραχωρήσει άδειες χρήσης των κέντρων αναψυχής θα έπρεπε να απόληγε και στην παράβαση των νομοθετικών του καθηκόντων και υποχρεώσεων που οφείλονται στο κοινό. Στην ουσία θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η χρήση μέρους του πεζόδρομου από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, με την ανοχή και συγκατάθεση του εναγόμενου, όπως προκύπτει, απολήγει στην παράλειψη εκτέλεσης των νομοθετικών του υποχρεώσεων, όπως προκύπτουν από τις πρόνοιες των Άρθρων 84(ε) και 84(ιζ) του Περί Δήμων Νόμου, Ν. 111/85. Οι υποχρεώσεις αυτές συνίστανται στο ότι ο εναγόμενος όφειλε και είχε υποχρέωση να «παρεµποδίζη την καθ' οιονδήποτε τρόπον παρακώλυσιν της ελευθέρας χρήσεως οιασδήποτε οδού και γεφύρας» και να «απαγορεύη οιονδήποτε επιτήδευµα, επιχείρησιν, επάγγελµα ή εργασίαν η οποία δυνατόν να είναι επιβλαβής εις την δηµοσίαν υγείαν, ή πηγή δηµοσίου κινδύνου ή οχληρίας». Θα πρέπει δηλαδή να εξεταστεί κατά πόσο η τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων στον δημόσιο πεζόδρομο από τους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2, απολήγει στο να παρακωλύεται η ελεύθερη χρήση του από το κοινό και επίσης να προκαλείται οχληρία και να επηρεάζεται η άνεση του κοινού. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και λαμβάνοντας υπόψη τη διαρρύθμιση του χώρου στο σημείο, δεν προκύπτει η τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων, με τον τρόπο που έγινε, να επηρέαζε τις ανέσεις τις περιοχής. Ο εν λόγω δημόσιος πεζόδρομος ήταν πλάτους 20 περίπου μέτρων και τα τραπεζοκαθίσματα κάλυπταν ένα μέρος αυτού. Είχε γίνει πρόνοια για την ελεύθερη διακίνηση των πεζών αμέσως μπροστά από τα καταστήματα των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 και της ενάγουσας αλλά υπήρχε και άλλος διαθέσιμος χώρος νοτιότερα του σημείου που βρίσκονταν τα τραπεζοκαθίσματα πλάτους 7 περίπου μέτρων. Ενδιάμεσα των χώρων όπου βρίσκονταν τα τραπεζοκαθίσματα των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 υπήρχε ελεύθερος χώρος πλάτους 17 περίπου μέτρων. Οι δε ομπρέλες είχαν ύψος περίπου 4 μέτρων και δεν προκύπτει να αποκοπτόταν η ορατότητα των καταστημάτων της περιοχής. Κατά συνέπεια δεν προκύπτει με τις ενέργειες αυτές των πρώην εναγόμενων 1 και 2 να εμποδιζόταν η ελεύθερη διακίνηση του κοινού, ούτε μπορεί να λεχθεί ότι επηρέαζαν τις ανέσεις της περιοχής και κατ' επέκταση η ανοχή του εναγόμενου σε αυτές, δεν συνιστά παρέκκλιση από τα νομοθετικά του καθήκοντα. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη δημόσιας οχληρίας θα πρέπει η παράβαση των νομοθετικών καθηκόντων του εναγόμενου, σε περίπτωση που αυτό συνέβαινε στην παρούσα περίπτωση, να συνδεόταν με τον κίνδυνο το κοινό να υποστεί ζημιά και συγκεκριμένα, εδώ, να παρακωλύεται ή να εμποδίζεται το δικαίωμα του να διέρχεται από τον επίδικο πεζόδρομο και να επηρεάζονται οι ανέσεις της περιοχής από αυτή καθεαυτή την ενέργεια των πρώην εναγόμενων αρ. 1 και 2 να τοποθετούν τραπεζοκαθίσματα στον πεζόδρομο. Οι υποχρεώσεις του εναγόμενου είναι δημόσιες και οφείλονται στο κοινό ή έστω μια κατηγορία ανθρώπων που μπορεί να επηρεάζονται από την μη εκτέλεση τους. Για αυτό θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι ένας ικανός αριθμός ανθρώπων ή μια τάξη ανθρώπων επηρεάζονται από την παράλειψη εκτέλεσης των υποχρεώσεων αυτών. Από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Πέραν από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει προσαχθεί που να καταδεικνύει ότι η τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων σε μέρος του πεζόδρομου στο σημείο εκείνο και με τον τρόπο που γινόταν ή έπρεπε να γινόταν επηρέαζε τους πεζούς που διακινούνταν στην περιοχή ή άλλους περιοίκους που ασκούσαν επιχείρηση. Πέραν των πιο πάνω, ακόμη και να αποδεικνυόταν η ύπαρξη δημόσιας οχληρίας και ο εναγόμενος παρέλειπε να εκτελέσει τις νομοθετικές του υποχρεώσεις, η ενάγουσα θα έπρεπε να ξεπεράσει ακόμη ένα εμπόδιο για να μπορεί να επιτύχει στην αγωγή της, που είναι κρίνω, και το πιο σημαντικό. Θα έπρεπε να αποδείξει ότι ένεκα της δημόσιας οχληρίας έχει υποστεί ειδική ζημιά όπως ερμηνεύεται από την νομολογία και αναφέρθηκε ανωτέρω. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει να συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Είναι δεδομένο ότι η ενάγουσα μπορεί και ασκεί την επιχείρηση της στην περιοχή. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο επηρεάστηκε δυσμενώς στην άσκηση της εν λόγω επιχείρησης της και/ή όπως η ίδια ισχυρίστηκε μειώθηκε δραστικά ο κύκλος εργασιών της και έχει διαφυγόντα κέρδη. Ουδεμία μαρτυρία ή αποδεκτή μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση. Ούτε θα μπορούσε μια τέτοια ζημιά να συνδεθεί με τις πράξεις των εναγόμενων αρ. 1 και 2, δεδομένης της θέσης του μάρτυρα ότι η άσκηση της επιχείρησης της ενάγουσας άρχισε μετά, στην ουσία, που παραχωρήθηκαν οι άδειες χρήσης μέρους του πεζόδρομου. Ο Μ.Ε.1, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, εστίασε το παράπονο της ενάγουσας στην απόφραξη του διαδρόμου που έπρεπε να παραμένει ελεύθερο μπροστά από τα καταστήματα των εναγόμενων αρ. 1 και 2, αφού οι τελευταίοι τοποθετούσαν ταμπέλες. Η αγωγή του όμως εναντίον τους αποσύρθηκε. Όσον αφορά περαιτέρω τον εναγόμενο, ουδέποτε υπήρξε η θέση ή ο ισχυρισμός ότι αυτός αμελεί κατά την εκτέλεση των νομοθετικών του καθηκόντων και κατά αυτό τον τρόπο ανέχεται και/ή επιτρέπει στους πρώην εναγόμενους αρ. 1 και 2 να εμποδίζουν την διέλευση των πεζών από το σημείο εκείνο. Δεν είναι αυτό το παράπονο το οποίο δικογραφεί. Ότι δηλαδή οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2 παραβαίνουν τους όρους της άδειας χρήσης που τους παραχωρήθηκε. Ούτε και θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο αφού η θέση του ήταν ότι ο εναγόμενος ενήργησε παράνομα παραχωρώντας τις εν λόγω άδειες. Σε κάθε περίπτωση έχει προκύψει ότι η περιοχή ελέγχεται από την τροχονομία του Δήμου επί καθημερινής βάσης και μάλιστα στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται παράβαση των όρων των αδειών χρήσης, οι καταστηματάρχες καταγγέλλονται. Ο ίδιος ο Μ.Ε.1 σε κάποιο στάδιο κατά τη μαρτυρία του ανάφερε, κάτι που επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Υ.2 ότι οι πρώην εναγόμενοι 1 και 2 καταγγέλθηκαν σε κάποιες περιπτώσεις κατά τις οποίες τοποθετούσαν ταμπέλες στο διάδρομο και αποκόπταν ή δυσχέραιναν την ελεύθερη δίοδο των πεζών. Κατά συνέπεια, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, δεν προκύπτει οποιαδήποτε παράβαση του νομοθετικού καθήκοντος της ενάγουσας. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει αποδειχθεί ότι συνεχίζεται η απόφραξη του εν λόγω διαδρόμου και μέχρι σήμερα, έτσι ώστε να μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο σε περίπτωση που ο εναγόμενος, κρινόταν ότι παρέλειπε να εκτελέσει τα νομοθετικά του καθήκοντα, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, έστω και γι αυτό το μέρος. Εφόσον πάντοτε καταδεικνυόταν ή αποδεικνυόταν ειδική ή ουσιαστική ζημιά στην ενάγουσα και την επιχείρηση της. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το αστικό αδίκημα της δημόσιας οχληρίας και η νομιμοποίηση της ενάγουσας στην έγερση της παρούσας αγωγής. Η ίδια κατάληξη μου είναι και στην περίπτωση της κατ' ισχυρισμό παράβασης των νομοθετικών καθηκόντων του εναγόμενου. Οι επίδικες νομοθετικές υποχρεώσεις του εναγόμενου δίνουν δικαίωμα έγερσης αγωγής στα άτομα τα οποία επηρεάζονται από την παράβαση τους και τα οποία έχουν υποστεί ειδική ζημιά ή ουσιαστική ζημιά η οποία να συνδέεται με αυτή την παράβαση (βλ. Lonrho Ltd v. Shell Petroleum Co Ltd (No.2) [1982] A.C. 173). Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω σχετικά με την διαμορφωθείσα κατάσταση στην περιοχή κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Στην παρούσα περίπτωση ακόμη και να είχε αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος παράβηκε τις νομοθετικές του υποχρεώσεις, η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει οποιαδήποτε ειδική ή ουσιαστική ζημιά. Δεν έχει αποδείξει ότι ένεκα αυτής της παράβασης στερείται του δικαιώματος της να ασκεί την επιχείρησης της ή ότι έχει δραστικά μειωθεί ο κύκλος εργασιών της. Τέλος, ούτε και το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας στοιχειοθετείται. Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2 με την τοποθέτηση των τραπεζοκαθισμάτων, με τον τρόπο και περιστάσεις, που αναφέρθηκαν ανωτέρω απολήγει στην μη εύλογη χρήση των υποστατικών τους, με τις δεδομένες συνθήκες της περιοχής, και η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της επιχείρησης της ενάγουσας και τη χρήση και απόλαυση του δικού της υποστατικού (βλ. Χριστοδουλίδου (ανωτέρω)). Ακόμη και στην περίπτωση που οι πρώην εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δυσχέραιναν την διέλευση των πεζών από το διάδρομο λόγω της τοποθέτησης ταμπελών και άλλων αντικειμένων, δεν έχει αποδειχθεί ότι επηρεάστηκε ουσιαστικώς η επιχείρηση της ενάγουσας ή έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Σε κάθε περίπτωση η αξίωση εναντίον τους έχει αποσυρθεί. Ο εναγόμενος θα υπείχε οποιασδήποτε ευθύνης στην περίπτωση που παρέλειπε να λάβει μέτρα και ανεχόταν αυτή την παρανομία. Κάτι τέτοιο δεν έχει προκύψει, ως αναφέρθηκε ανωτέρω και ούτε έχει καταδειχθεί ότι η εν λόγω κατάσταση συνεχίζεται ή υφίσταται μέχρι σήμερα. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την πρόκληση οχληρίας, δημόσιας ή ιδιωτικής ούτε και την παράβαση οποιουδήποτε νομοθετικού καθήκοντος από τον εναγόμενο. Δεν έχει αποδειχθεί περαιτέρω η πρόκληση οποιασδήποτε ειδικής ή ουσιαστικής ζημιάς στην ενάγουσα και δεν έχει προκύψει ότι αυτή εμποδίζεται ή εμποδίζεται δραστικά στην άσκηση της επιχείρησης της. Κατά συνέπεια η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου αρ. 3 και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.).............. Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.