← Κύπρος

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Ι.K.G. DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αγ. Αρ.: 1775/2013, 27/4/2021

Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Ι.K.G. DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αγ. Αρ.: 1775/2013, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 1775/2013 Μεταξύ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην ΣΠΕ Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λίμιτεδ) από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Ι.K.G. DEVELOPERS LIMITED από τη Γεροσκήπου
  2. ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ από τη Γεροσκήπου
  3. ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ από τη Γεροσκήπου
  4. ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ από την Πάφο
  5. ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ από τη Γεροσκήπου
  6. ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 27/04/2021 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Χ. Ζόππος. Για τους εναγομένους αρ. 1-6: κ. Κ. Καλαβάς για κ.κ. CONSTANTINOS KALAVAS L.L.C. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον όλων των εναγόμενων το ποσό των €278.993,70 πλέον τόκους προς 10,50% ετησίως από 01/01/2013 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου 2 φορές ετησίως και Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης υπ' αρ. XXXXX/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 18/01/2008, παραχώρησαν δάνειο ύψους €273.376,00 προς την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία με την εγγύηση των εναγόμενων αρ. 2 - 6, δυνάμει εγγράφου εγγύησης και αποζημίωσης επίσης ημερομηνίας 18/01/
  7. Ισχυρίζονται επίσης ότι η εναγόμενη αρ. 1, προς περαιτέρω ασφάλεια και εγγύηση σύναψε Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης ημερομηνίας 24/01/2008 η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με αρ. XXXXX/2008, με την οποία υποθήκευσε συγκεκριμένο ακίνητο της, το οποίο περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, μέχρι του ποσού των €273.376,00 πλέον τόκους και έξοδα. Λόγω της μη τήρησης των όρων της επίδικη συμφωνίας από την εναγόμενη αρ. 1, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 20/03/2012 προς τους εναγόμενους τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία και κάλεσαν όλους τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο χωρίς να το έχουν πράξει. Οι εναγόμενοι αρ. 1 - 6 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται όλους τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς των εναγόντων και περαιτέρω ισχυρίζονται τα κάτωθι: Α. Ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή παράνομες αφού αντίκεινται στις πρόνοιες του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου και/ή του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010 (Ν. 106(Ι)/2012), Β. Ότι οι ενάγοντες κωλύονται λόγω υποσχέσεως και/ή συμπεριφοράς και/ή με βάση τις αρχές της επιείκιας να προωθούν την παρούσα αγωγή και/ή ότι αυτή αντίκειται στο Νόμο και την σχετική νομολογία, Γ. Ότι οι όροι των επίδικων συμφωνιών είναι καταχρηστικοί και/ή παράνομοι και/ή καταπιεστικοί και/ή υπέρμετρα ετεροβαρείς και/ή παραπλανητικοί και/ή παραβαίνουν συγκεκριμένες νομοθεσίες τις οποίες αναφέρουν, Δ. Ότι διάφοροι όροι των επίδικων συμφωνιών είναι αόριστοι και/ή ασυμπλήρωτοι και/ή περιέχουν κενά, και Ε. Τα αιτούμενα ποσά είναι διογκωμένα και/ή αποτελούν παράνομους ανατοκισμούς και/ή παράνομες και/ή αντισυμβατικές υπερχρεώσεις. Οι εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι ουδέποτε συμφώνησαν στην καταβολή του αξιούμενου με την παρούσα αγωγή τόκου και/ή οποιουδήποτε τόκου υπερημερίας. Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν τις αναφερόμενες στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης επιστολές και/ή oι ενάγοντες δεν έδωσαν στους εναγόμενους τις απαιτούμενες χρονικές ειδοποιήσεις. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, οι ενάγοντες ουσιαστικά εμμένουν στους ισχυρισμούς τους και στην νομιμότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 6 , κάλεσαν πέντε

(5)μάρτυρες και συγκεκριμένα την κα XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Ε.1), την κα XXXXX Βρυώνη (Μ.Ε.2), την κα XXXXX Μιχαήλ (Μ.Ε.3), την κα XXXXX Μακρή (Μ.Ε.4) και τον κ. XXXXX Κασιουλή (Μ.Ε.5). Από πλευράς εναγόμενων κατάθεσε ο εναγόμενος αρ. 2 και o εναγόμενος αρ.
  1. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 30 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς επίσης και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων. Η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως της εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd από την 01/12/2018 και εξουσιοδοτημένη από αυτήν να καταθέσει στο Δικαστήριο. Είπε ότι η πιο πάνω εταιρεία έχει αναλάβει για λογαριασμό των εναγόντων τη διαχείριση αριθμού δανείων και χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχαν οι ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου. Στα πλαίσια των καθηκόντων της έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην υπόσταση των εναγόντων, την μετεξέλιξη, συγχώνευση και μετονομασία τους καθώς επίσης και στις σχετικές άδειες λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος και κατάθεσε προς τούτο διάφορα πιστοποιητικά και την Κ.Δ.Π. 173/13 (βλ. τεκμήρια 1 - 12). Αναφερόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η μάρτυρας είπε ότι η εναγόμενη αρ. 1 αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (βλ. τεκμήριο 13) και κατά ή περί τις 27/11/2007 υπέβαλε αίτημα προς την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου για να της παραχωρήσει δάνειο, αίτηση η οποία εγκρίθηκε στις 28/11/2007 (βλ. τεκμήριο 14). Στις 18/01/2008, είπε, υπογράφηκε συμφωνία δανείου με την οποία παραχωρείτο δάνειο στην εναγόμενη αρ. 1 για το ποσό των €273.376,00 με συγκεκριμένους όρους τους οποίους η μάρτυρας αναφέρει στην γραπτή της δήλωση. Κατάθεσε στο Δικαστήριο επίσης την εν λόγω συμφωνία (βλ. τεκμήριο 15). Κατάθεσε περαιτέρω στο Δικαστήριο Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αρ. XXXXX/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου καθώς επίσης και Έγγραφο Υποθήκης, τα οποία παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη αρ. 1 ως εξασφάλιση (βλ. τεκμήρια 16 και 17). Η μάρτυρας είπε επίσης ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 - 6 υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης ως περαιτέρω ασφάλεια, την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  2. Η εναγόμενη αρ. 1 παρέλειπε να πληρώνει μηνιαίως ως προέβλεπε η συμφωνία δανείου και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 20/03/2012, την οποία απέστειλαν προς την εναγόμενη αρ. 1 ταχυδρομικώς, τερμάτισαν την συμφωνία και κάλεσαν την εναγόμενη αρ. 1 σε 21 ημέρες να πληρώσει το υπόλοιπο χωρίς να το έχει πράξει. Περαιτέρω, η μάρτυρας είπε ότι με επιστολές των εναγόντων της ίδιας ημερομηνίας ειδοποιήθηκαν οι εναγόμενοι αρ. 2 - 6 για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και τους κάλεσαν ως εγγυητές να εξοφλήσουν το υπόλοιπο αλλά δεν ανταποκρίθηκαν. Η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αντίγραφα των πιο πάνω αναφερόμενων επιστολών που αποστάληκαν, κατά τη θέση της, προς όλους του εναγόμενους (βλ. τεκμήρια αρ. 19 α) - στ)). Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικές καταστάσεις λογαριασμού μαζί με Πιστοποιητικό Δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμο Κεφ. 9 (βλ. τεκμήριο 20). Είπε επίσης ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποστέλλονταν κάθε μήνα προς την εναγόμενη αρ. 1 και ουδέποτε τις αμφισβήτησε. Περαιτέρω, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ετοίμασε, στις οποίες το αξιούμενο υπόλοιπο ανέρχεται στα €437.690,27 πλέον τόκο προς 8% από τις 02/12/2020 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο (βλ. τεκμήριο 21). Το επιτόκιο είπε που χρεώνεται στις εν λόγω καταστάσεις ανέρχεται σε 6% ετησίως, που είναι το συμβατικό μέχρι τις 19/03/2012 και από τις 20/03/2012, που κατέστη απαιτητό το χρέος, σε 8% αφού σε αυτό προστίθεται ένα ποσοστό τόκου υπερημερίας ύψους 2%, το οποίο οι ενάγοντες κατά τη θέση της δικαιούνται. Aντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι είναι υπάλληλος της Altamira η οποία έχει πληρεξούσιο να διαχειρίζεται τα δάνεια των εναγόντων και τις δικαστικές υποθέσεις, το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 22 και αρνήθηκε ότι η εταιρεία της δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μάρτυρας είπε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του επίδικου δανείου και ότι τα όσα ανάφερε προέρχονται από μελέτη του φακέλου τον οποίο οι ενάγοντες διατηρούν και έχει στην κατοχή της. Η ίδια δεν γνώριζε ποιοι υπέγραψαν, πέραν από ότι φαίνεται στα έγγραφα και μπορούν να κλητευθούν άλλοι μάρτυρες γι αυτό το ζήτημα αν αμφισβητείται. Ούτε γνώριζε να πει κατά πόσο οι επίδικες συμφωνίες έτυχαν διαπραγμάτευσης. Θεωρεί όμως ότι επεξηγήθηκαν όλοι οι όροι τους ως ήταν οι κανονισμοί. Η μάρτυρας επίσης είπε ότι τα ποσά του δανείου έχουν δοθεί προς την εναγόμενη αρ. 1, παραπέμποντας στις καταστάσεις λογαριασμού και στις σχετικές καταχωρήσεις. Υπάρχουν επίσης καταθέσεις από την εναγόμενη αρ. 1 στις οποίες παράπεμψε. Αναφορικά με το υπόλοιπο και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού είπε ότι σε αυτές αφαιρούνται κάποια έξοδα και χρεώσεις και παραμένει μόνο η κεφαλαιοποίηση των τόκων. Αρνήθηκε όμως ότι τα έξοδα και οι χρεώσεις αυτές ήταν παράνομες και έγιναν δυνάμει καταχρηστικών όρων και είπε ότι οι οδηγίες που έχουν είναι στις πλείστες αγωγές να αφαιρούνται. Είπε περαιτέρω ότι δικαιούνται να αξιώνουν τόκο υπερημερίας σε ποσοστό 2% διότι το προνοεί η συμφωνία. Το υπόλοιπο που φαίνεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και ο τρόπος υπολογισμού και το ποσό των τόκων έγιναν από ειδικό σύστημα και τα ποσά αυτά τα έλεγξε η ίδια. Οι επιστολές τερματισμού έχουν αποσταλεί από την ΣΠΕ Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου είπε και μέσα στο σύστημα δεν υπάρχει ειδοποίηση ότι έχουν επιστραφεί και ότι δεν τις παρέλαβαν οι εναγόμενοι. Yποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι το Συνεργατικό ήταν το ισχυρό μέρος στην επίδικη σύμβαση και επέβαλε τους όρους που αφορούσαν το επιτόκιο και την κεφαλαιοποίηση των τόκων χωρίς να επεξηγηθεί στους αντισυμβαλλόμενους με τη μάρτυρα ουσιαστικά να μην είναι σε θέση να απαντήσει. Τέλος, η μάρτυρας αρνήθηκε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατάθεσε δεν αντικατοπτρίζουν το ορθό υπόλοιπο. Η Μ.Ε.2 ανάφερε ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο εργαζόταν στην ΣΠΕ Γεροσκήπου και αναγνώρισε την υπογραφή της στη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 15 και συμφωνία εγγυήσεως, τεκμήριο 18, κάτω από τη θέση «ΜΑΡΤΥΡΕΣ». Είπε επίσης ότι οι συμβαλλόμενοι πάντοτε υπέγραφαν στην παρουσία τους. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι για λογαριασμό της Συνεργατικής υπέγραψε την επίδικη συμφωνία ο γραμματέας και στη θέση του χρεώστη οι διευθυντές της εταιρείας που σύναψε το δάνειο. Είπε επίσης ότι η μια υπογραφή είναι του XXXXX Γεωργίου και η άλλη, αν θυμάται καλά, της κας Χαμπούλας που ήταν οι ιδιοκτήτες της εταιρείας και ότι υπέγραψαν ενώπιον της. Η Μ.Ε.3 ανάφερε και αυτή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην ΣΠΕ Γεροσκήπου και αναγνώρισε την υπογραφή της στη θέση των μαρτύρων στην Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης (τεκμήριο 16) και στο έγγραφο υποθήκης (τεκμήριο 17). Τα έγγραφα αυτά τα υπέγραψαν ο κ. XXXXX Κασιουλής - γραμματέας της ΣΠΕ Γεροσκήπου και ο ενυπόθηκος οφειλέτης, η εταιρεία, μέσω των αξιωματούχων της. Αυτά υπογράφτηκαν στην παρουσία της. Η μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι το επίδικο δάνειο εκδόθηκε και κατάθεσε στο Δικαστήριο απόδειξη και δελτίο έκδοσης του στο οποίο είναι η υπογραφή της (βλ. τεκμήριο 23). Επεξήγησε τον τρόπο που εκδόθηκε και τα συγκεκριμένα ποσά που αναφέρονται σε αυτό και κατάθεσε στο Δικαστήριο περαιτέρω σχετικές αποδείξεις (βλ. τεκμήριο 24) στις οποίες επίσης υπάρχει η υπογραφή της. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία έκδοσης δανείου και υποθήκευσης σε νομικό πρόσωπο και είπε ότι ζητείτο και η έγκριση του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών πριν την έκδοση του την οποία στην παρούσα περίπτωση έλαβαν και την κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  3. Κατάθεσε περαιτέρω και τα πρακτικά συνεδρίασης της εναγόμενης αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 26), τα οποία ήταν αναγκαία. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι μετά το κλείσιμο του Συνεργατισμού η ίδια μεταφέρθηκε στην εταιρεία Altamira της οποία έχει ανατεθεί ένα χαρτοφυλάκιο δανείων για να προχωρήσει με την αναδιάρθρωση τους. Διαφώνησε με τη θέση ότι τα όποια ποσά εισπραχθούν καταλήγουν στα ταμεία της Altamira. Όσον αφορά την έγκριση της αίτησης της εναγόμενης αρ. 1, αρμόδια να αποφασίσει ήταν η επιτροπή στη βάση των δεδομένων που είχε. Τα έγγραφα υποθήκης εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 1, είπε ότι τα υπέγραψαν ο Διευθυντής της και το εξουσιοδοτημένο στα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης της εταιρείας πρόσωπο. Υπέγραψαν εκ μέρους της είπε οι αξιωματούχοι της εταιρείας. Η Μ.Ε.4, επίσης υπάλληλος της ΣΠΕ Γεροσκήπου κατά τον ουσιώδη χρόνο, είπε ότι μεταξύ των καθηκόντων της ήταν να ετοιμάζει τις επιστολές τερματισμού. Οι επιστολές τεκμήρια 19 α) - στ) ετοιμάστηκαν από την ίδια, φέρουν την υπογραφή της, αποστάληκαν από την ίδια και δεν έχουν επιστραφεί. Αντεξεταζόμενη είπε ότι δεν θυμάται αν τις επιστολές αυτές τις απέστειλε με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή συστημένες. Δεν γνωρίζει όμως αν παραλήφθηκαν από το γεγονός και μόνο ότι δεν επιστράφηκαν. Είπε περαιτέρω ότι τις διευθύνσεις αποστολής των εν λόγω επιστολών τις βρήκε από το σύστημα όπου είναι περασμένα τα στοιχεία των πελατών, τα οποία δίνουν κατά την έγκριση του δανείου. Της υποβλήθηκε η θέση ότι οι επιστολές στάληκαν σε λάθος διεύθυνση με τη μάρτυρα να αναφέρει ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. Ο Μ.Ε.5 ήταν ο γραμματέας της ΣΠΕ Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και ο άμεσα εμπλεκόμενος με την κατ' ισχυρισμό παραχώρηση του επίδικου δανείου προς την εναγόμενη αρ.
  4. Αναγνώρισε τις υπογραφές του στα τεκμήρια 14, 15, 16, 17 και 18 καθώς επίσης και στο δελτίο πληρωμής τεκμήριο
  5. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του στην επιστολή τεκμήριο 25 η οποία αποστάληκε στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών για επιπλέον έγκριση. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι τους εναγόμενους τους γνώριζε προσωπικά λόγω της ιδιότητας που είχε και από το γεγονός ότι ήταν τακτικοί πελάτες της Συνεργατικής. Οι εναγόμενοι είπε γνώριζαν τις διαδικασίες που ακολουθούσε η Συνεργατική. Οποιαδήποτε αιτήματα των μελών τους αποστέλλονταν στην Επιτροπή για έγκριση και δεν θυμόταν στην παρούσα αν οι εναγόμενοι υπέβαλαν οποιοδήποτε αίτημα για τροποποίηση της επίδικης συμφωνίας. Αντεξεταζόμενος είπε ότι κατά την υπογραφή της Σύμβασης Υποθήκης και Εγγράφου Υποθήκης, τεκμήρια 16 και 17, δεν ήταν παρόντα κάποια μέλη της Επιτροπής απλά ο ίδιος είχε πληρεξούσιο από την Επιτροπή κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο για να εκπροσωπεί την εταιρεία για σκοπούς υποθήκευσης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείτο για δανειοδότηση των μελών της Συνεργατικής και ότι εξηγείτο σε αυτά οποιαδήποτε απορία είχαν σε σχέση με τους όρους της συμφωνίας δανείου. Αν κάτι δεν τους άρεσε από τους όρους και ήθελαν να αλλάξει έπρεπε να πάει πίσω στην Επιτροπή σχετικό αίτημα για να εξεταστεί και αυτή να αποφασίσει. Αρνήθηκε ότι δεν επεξηγήθηκαν οι όροι των επίδικων συμφωνιών προς τους εναγόμενους και ισχυρίστηκε ότι τις αμφισβητούν τώρα επειδή δεν πληρώνουν. Όσο αφορά τη δυνατότητα αποπληρωμής του επίδικου δανείου από την εναγόμενη αρ. 1, είπε ότι ελέγχθηκε αυτό το ζήτημα μέσω των απαραίτητων εγγράφων που προσκομίστηκαν. Είπε περαιτέρω ότι η εναγόμενη αρ. 1 τον καιρό εκείνο ασχολείτο με την ανάπτυξη ακινήτων και είχε την οικονομική ικανότητα να αποπληρώσει στο επίδικο δάνειο. Αργότερα όμως επηρεάστηκε δυσμενώς από την οικονομική κρίση, αλλά δεν ήταν ευθύνη δική τους. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι η ΣΠΕ Γεροσκήπου ήταν η δεύτερη σε μέγεθος Συνεργατική στην Πάφο και είχε πάνω από 3000 μέλη. Δεν ήταν όμως σε θέση ισχύος έναντι των εναγόμενων, όπως του υποβλήθηκε από το συνήγορο τους. Η ΣΠΕ εξυπηρετούσε τα μέλη της και αυτή άνηκε σε αυτά. Τα χρήματα αυτά ήταν δικά τους και τα κέρδη που η Συνεργατική έβγαζε τα επέστρεφε πίσω στην κοινωνία με χορηγίες και φιλανθρωπίες, κατόπιν απόφασης και έγκρισης των μελών σε ετήσια γενική συνέλευση. Η Συνεργατική ήταν μεν εύρωστος οργανισμός είπε, δεν εκμεταλλευόταν δε τα μέλη της και η λειτουργία της ήταν συμμετοχική των μελών της. Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος αρ. 2 στη μαρτυρία του είπε ότι είναι ο διευθυντής των εναγόμενων αρ. 1, ασκεί το επάγγελμα του οικοδόμου και είναι απόφοιτος δημοτικού. Αποτέλεσε θέση του ότι οι ενάγοντες δεν του έδωσαν την ευκαιρία να διαβάσει την επίδικη συμφωνία δανείου και ούτε του επεξηγήθηκε. Η εν λόγω συμφωνία, είπε, περιέχει διατάξεις που οι ενάγοντες έβαλαν από μόνοι τους παραπέμποντας σε συγκεκριμένες παραγράφους και όρους της επίδικης συμφωνίας. Δεν του έδωσαν την ευκαιρία να διαπραγματευτεί τους όρους της επίδικης συμφωνίας και οι υπάλληλοι του Συνεργατικού τον πίεσαν να υπογράψει αναφέροντας του ότι δεν υπήρχε περίπτωση να εξασφαλίσει καλύτερους όρους. Ανάφερε επίσης ότι οι ενάγοντες ήταν σε θέση ισχύος απέναντι του και περιπλέον δεν εξέτασαν την ικανότητα της εταιρείας του να αποπληρώνει το επίδικο δάνειο με μηνιαία δόση ύψους €8,
  6. Όσον αφορά το έγγραφο υποθήκης, είπε ότι αυτό δίνει μόνο δικαιώματα στους ενάγοντες ενώ δημιουργεί σε βάρος του ανισότητα. Ανέφερε επίσης ότι αυτό δεν υπογράφηκε στην παρουσία του γραμματέα των εναγόντων και τριών μελών της. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ποτέ δεν πήρε επιστολή τερματισμού οποιασδήποτε συμφωνίας ή οποιεσδήποτε άλλες επιστολές. Οι ενάγοντες επίσης δεν τους έδωσαν την ευκαιρία να διαπραγματευτούν τους όρους του εγγράφου εγγυήσεως, οι οποίοι τέθηκαν αυθαίρετα από τους ενάγοντες και τους υποχρέωσαν να το υπογράψουν παρά τις διαμαρτυρίες τους και παρά το γεγονός ότι ζήτησαν να δοθεί εμπράγματη ασφάλεια για εξασφάλιση τους. Σε σχέση με το αξιούμενο υπόλοιπο είπε ότι αυτό είναι διογκωμένο και προκύπτει μετά από παράνομους και αυθαίρετους ανατοκισμούς, υπερχρεώσεις, επιβολή ιδιαίτερα υψηλών, αδικαιολόγητων και καταχρηστικών επιτοκίων, παράνομων χρεώσεων τόκου υπερημερίας. Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος αρ. 2 είπε ότι υπέγραψε την αίτηση εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας για παραχώρηση δανείου από τους ενάγοντες καθώς επίσης και την επίδικη συμφωνία δανείου. Υπέγραψε επίσης τη συμφωνία εγγύησης καθώς επίσης και τη Σύμβαση και Έγγραφο Υποθήκης. Ισχυρίστηκε όμως ότι οι ενάγοντες δεν του έδωσαν τα έγγραφα, του είπαν ότι θα του τα απόστελλαν και ότι όσον αφορά τους υπόλοιπους εναγόμενους, του ανάφεραν ότι θα υπόγραφαν ως μέτοχοι της εταιρείας και όχι ως εγγυητές. Ο λόγος που υπέγραψε τη συμφωνία δανείου είπε ότι ήταν διότι δεν είχε άλλη επιλογή και οι ενάγοντες επέμεναν οι υπόλοιποι εναγόμενοι να είναι εγγυητές. Αναγνώρισε έγγραφο το οποίο τιτλοφορείτο «Δήλωση Παραλαβής Εγγράφων Από Εγγυητή» και το κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  7. Κανένας από τους μάρτυρες των εναγόντων ήταν παρών, είπε, όταν υπόγραψαν την επίδικη συμφωνία δανείου και εκείνη που ήταν παρούσα και υπεύθυνη του δανείου των εναγόμενων αρ. 1 ήταν κάποια Ιωάννα Ηρακλέους. Οι τρεις από τους εγγυητές είναι επίσης απόφοιτοι δημοτικού ενώ οι άλλοι δύο και συγκεκριμένα οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 απόφοιτοι πανεπιστημίου. Ο εναγόμενος αρ. 3 όμως την περίοδο εκείνη είχε προβλήματα υγείας και του ήταν δύσκολο να διαβάσει τα έγγραφα ή να φέρει ένσταση. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι έκαναν αίτηση για δάνειο, οι ενάγοντες τους ενέκριναν, πήγαν και υπέγραψαν και έφυγαν. Ζήτησε να αλλάξουν κάποιους όρους που έπρεπε να αλλάξουν και αφού δεν μπόρεσε, υπέγραψαν. Είπε συγκεκριμένα ότι ζήτησε όπως μην υπάρχουν εγγυητές διότι θα έβαζε υποθήκη ένα χωράφι. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι η διεύθυνση του ήταν η οδός XXXXX αρ. 23 στην Γεροσκήπου αλλά δεν θυμάται αν παρέλαβε την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 20/03/
  8. Περαιτέρω, δεν γνώριζε να πει γιατί είναι λάθος οι καταστάσεις λογαριασμού και ποιο ήταν το επιτόκιο που χρεωνόταν ο λογαριασμός του. Είπε όμως ότι αυτός γνωρίζει ότι οι ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό με επιτόκιο 16%. Ο εναγόμενος αρ. 6 ανάφερε ότι είναι μέτοχος της εναγόμενης αρ. 1, απόφοιτος Τεχνικής Σχολής και σήμερα εργάζεται ως «πελεκάνος». Το έτος 2008 είπε ότι τον πήρε τηλέφωνο ο πατέρας του, εναγόμενος αρ. 2 να πάει να υπογράψει ένα έγγραφο στη Συνεργατική, ως μέτοχος της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας. Πήγε και αφού του υπέδειξε η κοπέλα εκεί στη Συνεργατική πού έπρεπε να υπογράψει, υπέγραψε και έφυγε. Δεν του εξήγησε τί υπέγραφε και ούτε ο ίδιος διάβασε ή μελέτησε τα έγγραφα. Είπε επίσης ότι ουδέποτε είδε τα έγγραφα που υπέγραψε ούτε οι ενάγοντες τους τα απέστειλαν. Ο μάρτυρας επίσης είπε ότι ουδέποτε πήρε οποιαδήποτε επιστολή από την Συνεργατική. Αντεξεταζόμενος είπε ότι υπέγραψε διότι του το ζήτησε ο πατέρας του και ότι αυτό χρειαζόταν για να πάρουν κάποια χρήματα. Δεν γνώριζε περισσότερες λεπτομέρειες και απλώς υπέγραψε ως μέτοχος της εταιρείας. Περαιτέρω, είπε ότι δεν υπέγραψε άλλη φορά οποιαδήποτε εγγύηση για την εταιρεία. Αναγνώρισε όμως την υπογραφή του σε άλλο έγγραφο εγγύησης, το οποίο ο ίδιος υπέγραψε στις 30/01/2008 (βλ. τεκμήριο 30), λέγοντας όμως ότι δεν θυμάται. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ.επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία είναι σε γνώση της και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ένεκα της θέσης και ιδιότητας της. Εκείνο το οποίο κρίνω χρήζει εξέτασης από τη μαρτυρία της, είναι η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί σε κάποιες από τις θέσεις και γεγονότα που ανάφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, για τα οποία η ίδια δεν είχε άμεση εμπλοκή σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Είναι κοινό έδαφος ότι η επίδικη δανειοδότηση παραχωρήθηκε από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου, ως ήταν τότε. Κατ' αρχάς από τη μαρτυρία της μάρτυρος προκύπτει ότι η πιο πάνω Συνεργατική ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένη ως τέτοια και περαιτέρω ότι ήταν αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε όλο το ιστορικό της πιο πάνω Συνεργατικής και στις μετέπειτα μετονομασίες και συγχωνεύσεις. Επίσης, η μάρτυρας ανάφερε ότι από τις 03/09/2018 η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ είναι αυτή που ανέλαβε την διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και τις μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις, μεταξύ αυτών και την παρούσα. Κατέχει άδεια λειτουργίας εξαγοράς πιστώσεων και άδεια λειτουργίας μη πιστωτικού ιδρύματος (βλ. τεκμήριο 12). Όλα τα πιο πάνω, τα οποία υποστηρίζονται και από τα τεκμήρια 1 - 11, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση καθώς επίσης και το δικαίωμα της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ να αξιώνει τις θεραπείες της παρούσας αγωγής και να παρουσιάζεται ως ενάγοντας. Εκείνο το οποίο τέθηκε στη μάρτυρα είναι ότι είναι η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, στην οποία εργάζεται και εκπροσωπεί στο Δικαστήριο που αξιώνει τα ποσά της αγωγής, η οποία δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Δεν προκύπτει όμως από τη μαρτυρία της κάτι τέτοιο. Οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση είναι η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (βλ. και σχετική ειδοποίηση στο φάκελο της υπόθεσης ημερ. 25/09/2018) και η μάρτυρας εξήγησε ότι η εν λόγω Altamira εκπροσωπεί την πιο πάνω Συνεργατική στις δικαστικές υποθέσεις δυνάμει γενικού πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 22). Σε αυτό ουσιαστικά εξουσιοδοτείται η μάρτυρας να εμφανίζεται ενώπιον των Δικαστηρίων για λογαριασμό της ΣΕΔΙΠΕΣ και στην ουσία η μάρτυρας είναι αυτή την εταιρεία που εκπροσωπεί. Στην βάση της πιο πάνω θέσης και ιδιότητας της μάρτυρος και της εξουσιοδότησης της από τους ενάγοντες για να τους εκπροσωπεί στο Δικαστήριο, αποδέχομαι και τη θέση της ότι η μάρτυρας αυτή έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και η ίδια έχει γνώση των γεγονότων στη βάση του αρχείου των εναγόντων και των εγγράφων που η ίδια μελέτησε, όπως ανάφερε. Αναφορικά με την εκτέλεση των επίδικων συμφωνιών και την υπογραφή τους από τους εναγόμενους αλλά και το τί διαμείφθηκε πριν υπογραφούν, η μάρτυρας δεν γνώριζε να πει αφού δεν ήταν παρούσα. Παρόλα αυτά το ζήτημα αυτό προκύπτει από άλλη μαρτυρία στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, αλλά και από την ίδια την μαρτυρία των εναγόμενων αρ. 2 και 6, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν αρνήθηκαν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα που της τέθηκε κατά πόσο έχουν δοθεί τα ποσά του δανείου προς την εναγόμενη αρ.
  1. Πέραν των πιο πάνω, η θέση της ότι οι επιστολές τερματισμού, τεκμήρια 19 α) - στ) αποστάληκαν στους εναγόμενους πηγάζει από την ύπαρξη αυτών των επιστολών στο αρχείο των εναγόντων και η μάρτυρας είπε ότι αυτές αποστάληκαν από την ΣΠΕ Γεροσκήπου. Τούτη η θέση της προκύπτει να υποστηρίζεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της. Αποδέχομαι επίσης τη θέση της ότι από το αρχείο και το φάκελο που διατηρούν οι ενάγοντες δεν προκύπτει οι εν λόγω επιστολές να επιστράφηκαν. Δεν υποβλήθηκε αντίθετη θέση στη μάρτυρα, πέραν από τη θέση ότι αυτές δεν παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Σε σχέση με το αξιούμενο υπόλοιπο, η μάρτυρας κατάθεσε αναλυτικούς λογαριασμούς (βλ. τεκμήριο 20) και αναδομημένους τους οποίους ετοίμασε η ίδια (βλ. τεκμήριο 21). Η μάρτυρας εξήγησε και ανάφερε ότι το τεκμήριο 20 αποτελεί τραπεζικό βιβλίο και/ή μέρος του αρχείου επιχείρησης και κατάθεσε προς τούτο Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.
  2. Τα όσα καταγράφονται σε αυτό είπε είναι αυτά που περιλαμβάνονται στο σύστημα των εναγόντων. Δεν έχει καταδειχθεί από την αντεξέταση της μάρτυρος ότι οι καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 20 είναι λανθασμένες. Πέραν από την γενική θέση και υποβολή ότι οι καταχωρίσεις αυτές δεν είναι ορθές δεν έχει υποδειχθεί στη μάρτυρα οποιαδήποτε συγκεκριμένη λανθασμένη καταχώριση, ούτε έχει υποστηριχθεί κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μάρτυρας περιόρισε την αξίωση της στο υπόλοιπο το οποίο καταδεικνύεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε η ίδια. Η μάρτυρας εξήγησε λεπτομερώς τον τρόπο που ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού (βλ. παράγραφο 37 της γραπτής της δήλωσης). Χρησιμοποίησε ουσιαστικά όλες τις συναλλαγές που φαίνονται στο τεκμήριο 20, αφαίρεσε όλες τις υπόλοιπες χρεώσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό και χρησιμοποίησε το συμφωνηθέν επιτόκιο ύψους 6% μέχρι τον τερματισμό κεφαλαιοποιώντας τους τόκους δύο φορές. Από τον τερματισμό και μετά είπε ότι αξιώνει επιπλέον 2% ως τόκο υπερημερίας με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Δεν έχει προκύψει κατά την αντεξέταση της μάρτυρος ότι οι υπολογισμοί της στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στην βάση των πιο πάνω που ανάφερε, είναι λανθασμένοι. Η μάρτυρας εξήγησε ότι με τα δεδομένα που χρησιμοποίησε στο σύστημα, πάραξε την εν λόγω αναδομημένη κατάσταση και επέμενε για την ορθότητα της. Δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτοί οι υπολογισμοί είναι λάθος και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία περί τούτου και κυρίως περί του ποιο ή ποια ήταν συγκεκριμένα τα κατ' ισχυρισμό λάθη. Ο συνήγορος ζήτησε από τη μάρτυρα να προβεί σε συγκεκριμένες μαθηματικές πράξεις για να υπολογίσει το ποσό συγκεκριμένων τόκων, με τη μάρτυρα να απαντά ότι τα ποσά αυτά παράχθηκαν από το σύστημα και είναι ορθά. Τούτο όμως από μόνο του δεν καταδεικνύει ότι οι εν λόγω υπολογισμοί είναι λάθος και ούτε υποδείχθηκε κάτι τέτοιο με αντίθετη μαρτυρία. Αντιθέτως, η μάρτυρας είπε ότι αν γίνει η μαθηματική πράξη στη συγκεκριμένη περίπτωση θα φέρει το αποτέλεσμα που αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος και όλα τα τεκμήρια που κατάθεσε και την αποδέχομαι με τις πιο πάνω διευκρινήσεις. Η Μ.Ε.2 ανάφερε την δική της εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση στο βαθμό που η ίδια θυμόταν και δεν έχω διακρίνει ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να μην την αλήθεια. Ουσιαστικά η μάρτυρας επιβεβαίωσε την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου τεκμήριο 15 και του εγγυητηρίου εγγράφου τεκμήριο 18 από τους εναγόμενους. Δεν έτυχε αμφισβήτησης η θέση της ότι αυτή υπογράφει ως μάρτυρας στις εν λόγω συμφωνίες και ότι οι χρεώστες πάντοτε υπέγραφαν στην παρουσία τους. Δεν παραγνωρίζω ότι στο τεκμήριο 15 υπάρχουν δύο υπογραφές στη θέση του χρεώστη εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 1 και η μάρτυρας φάνηκε αρχικά να μην θυμόταν ποιοι υπέγραψαν εκ μέρους της εταιρείας. Στην πορεία ανάφερε ότι αυτές ανήκουν στους αξιωματούχους της εναγόμενης αρ. 1, εναγόμενο αρ. 2 και 5 και/ή σε αυτούς που έπρεπε να υπογράψουν για την εταιρεία. Η θέση της αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης, ούτε της υποβλήθηκε οτιδήποτε διαφορετικό και κυρίως ότι οι υπογραφές αυτές δεν ανήκουν, σε κάθε περίπτωση, στους εκπρόσωπους της εναγόμενης αρ.
  3. Ούτε υπάρχει ισχυρισμός στην υπεράσπιση για πλαστογραφία. Να σημειωθεί επίσης ότι στη θέση του χρεώστη υπάρχει και η σφραγίδα της εναγόμενης αρ. 1, η οποία επίσης δεν έτυχε αμφισβήτησης (βλ. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ε.Τ. Αutospares Enterprise Ltd
(1998)1A A.A.Δ. 843 και Cypromix Concentrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676) Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος αρ. 2 δεν αμφισβήτησε την δέουσα υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου με τη μαρτυρία του, ούτε προωθήθηκε το ζήτημα αυτό περαιτέρω από την υπεράσπιση. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Η Μ.Ε.3 κρίνω ότι και αυτή ανάφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο και την δική της εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση. Δεν έτυχε αμφισβήτησης η μαρτυρία της περί υπογραφής της Σύμβασης και Εγγράφου Υποθήκης από την εναγόμενη αρ. 1, ούτε η θέση της περί εκταμίευσης του επίδικου δανείου προς όφελος της εναγόμενης αρ.
  1. Άλλωστε η μάρτυρας αυτή κατάθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια 23 και 24 από τα οποία προκύπτει αναλυτικά ο τρόπος που έγινε η εκταμίευση και πού καταβλήθηκαν τα ποσά του δανείου. Ρωτήθηκε η μάρτυρας να πει ποιοι υπέγραψαν εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 1 τα τεκμήρια 16 και 17, λέγοντας ότι ήταν οι αξιωματούχοι της εταιρείας. Επαναλαμβάνεται ότι και σε αυτά τα έγγραφα υπάρχει η σφραγίδα της εναγόμενης αρ. 1 και ο εναγόμενος αρ. 2 ουδέποτε κατά τη μαρτυρία του αμφισβήτησε ότι παραχωρήθηκε η επίδικη υποθήκη. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας ρωτήθηκε κατά πόσο η εναγόμενη αρ. 1 είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει την μηνιαία δόση που καθορίστηκε για να πει ότι η ίδια δεν το γνωρίζει καθότι είναι η Επιτροπή της Συνεργατικής που αποφάσιζε για τα ζητήματα αυτά και για την έγκριση του δανείου. Δεν έχω διακρίνει κάτι το μεμπτό στην μαρτυρία της μάρτυρος αυτής και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Η Μ.Ε.4 εργαζόταν και αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο στην ΣΠΕ Γεροσκήπου και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση της και αφορούσαν την δική της εμπλοκή. Η θέση της περί ετοιμασίας και αποστολής των επιστολών τερματισμού, τεκμήρια 19 α) - στ) δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της. Το μόνο που ερωτήθηκε η μάρτυρας είναι κατά πόσο αυτές αποστάληκαν με απλό ταχυδρομείο ή συστημένες. Επίσης, η μάρτυρας επέμενε ότι αυτές δεν επιστράφηκαν. Περαιτέρω, είπε ότι τις διευθύνσεις των εναγόμενων τις εξασφάλισε από το σύστημα της ΣΠΕ Γεροσκήπου και ήταν αυτές που δόθηκαν κατά την σύναψη του επίδικου δανείου. Δεν έχω διαπιστώσει κάτι το μεμπτό στη μαρτυρία της μάρτυρος και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ο Μ.Ε.5 μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα και παρά την πάροδο τόσων χρόνων από την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, εντούτοις ήταν σαφής στις απαντήσεις του και αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Ο μάρτυρας αυτός ήταν ο γραμματέας της ΣΠΕ Γεροσκήπου κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο άμεσα εμπλεκόμενος με την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Εξήγησε την πρακτική που ακολουθείτο από την Συνεργατική και ότι σε περίπτωση που υπήρχαν οποιαδήποτε αιτήματα για αλλαγή των όρων των συμφωνιών, αυτά υποβάλλονταν κα προωθούνταν στην Επιτροπή για εξέταση. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του ότι οι επίδικες συμφωνίες επεξηγούνταν σε όλους τους δανειολήπτες, δίνονταν σε αυτούς και είχαν την ευκαιρία να τις μελετήσουν καθώς επίσης και ότι είχαν το δικαίωμα να προβούν σε οποιεσδήποτε αλλαγές επιθυμούσαν ή να ζητήσουν τροποποίηση κάποιων όρων, αλλά αυτό θα έπρεπε να τύχει της έγκρισης της επιτροπής. Οι θέσεις του αυτές δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση του και ούτε υποδείχθηκε στο μάρτυρα οποιοσδήποτε όρος τον οποίο οι εναγόμενοι ήθελαν να τροποποιήσουν. Ούτε ο εναγόμενος αρ. 2 έθεσε οτιδήποτε το συγκεκριμένο στη μαρτυρία του. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της ΣΠΕ Γεροσκήπου λέγοντας ότι δεν ήταν κερδοσκοπικός οργανισμός και τα όποια κέρδη διανέμονταν πίσω στην κοινωνία κατόπιν απόφασης των μελών. Επίσης, ανάφερε ότι οι εναγόμενοι είχαν και άλλες συναλλαγές με την ΣΠΕ και γνώριζαν τις διαδικασίες. Περαιτέρω, ο μάρτυρας φάνηκε να ήταν γνώστης της υπόθεσης και της κατάστασης των εναγόμενων. Αναφέρθηκε στις δραστηριότητες των εναγόμενων αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο και στο γεγονός ότι ελέγχθηκε η οικονομική τους δυνατότητα να αποπληρώνουν το δάνειο με τα στοιχεία που συλλεγήκαν. Δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε διαφορετική μαρτυρία περί τούτου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν κατά την κατάθεση του στο Δικαστήριο σε συνδυασμό με την μαρτυρία των εναγόμενων αρ. 2 και 6, όπως θα αξιολογηθεί κατωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη, ο εναγόμενος αρ. 2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Κρίνω ότι ο μοναδικός του σκοπός ήταν να αποφύγει τις υποχρεώσεις του παρά να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία του είναι γενική και αόριστη, αντιφατική και συγχυσμένη. Επιχείρησε κατά την κυρίως του εξέταση και στην γραπτή του δήλωση να καταδείξει ότι οι ενάγοντες δεν του έδωσαν την ευκαιρία να διαπραγματευτεί τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξει οτιδήποτε από αυτή και ότι τον πίεσαν να υπογράψει. Ο μάρτυρας όμως κατά την αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να στηρίξει αυτές τις θέσεις και ισχυρισμούς του. Κατ' αρχάς ο μάρτυρας συμφώνησε ότι έκανε αίτηση εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 1 ως διευθυντής της για εξασφάλιση δανείου και ότι υπέγραψε συμφωνία δανείου, εγγύησης και υποθήκη. Επιχείρησε όμως να αναδείξει το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του ιδίου και των άλλων εναγόμενων και να πει ότι ζήτησαν τα έγγραφα για να τα πάρουν στο σπίτι τους να τα μελετήσουν και τους είπαν ότι «δεν τα διούμε». Ενώ λοιπόν στην κυρίως του εξέταση αναφέρει ότι οι υπάλληλοι των εναγόντων του είπαν ότι δεν μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε από τα έγγραφα αυτά, στη συνέχεια προβάλλει τη θέση ότι αυτός τα ζήτησε και δεν του τα έδιναν. Τέτοια θέση όμως δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων. Επίσης, προκύπτει κατά την αντεξέταση του αυτός να επικεντρώνει το παράπονο του στο ότι δεν ήθελε να μπουν εγγυητές και ότι είναι οι ενάγοντες που επέμεναν σε αυτό. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να πει κατά την αντεξέταση του, ουσιαστικά, ποιο ήταν το πρόβλημα του με τις επίδικες συμφωνίες. Ύστερα είπε ότι ρώτησε κατά πόσο οι τόκοι θα ήταν μόνο μια φορά το χρόνο και αφού του απάντησαν καταφατικά, υπέγραψε. Δεν διάβασε όμως τη συμφωνία και έδειξε εμπιστοσύνη. Αν όντως είναι έτσι τα πράγματα τότε αυτός είχε την ευχέρεια να ρωτήσει, να του εξηγήσουν τους όρους αλλά και να μελετήσει τις συμφωνίες, σε αντίθεση με όσα επιχείρησε να αναφέρει κατά την κυρίως του εξέταση. Πιο κάτω στην αντεξέταση του είπε ότι έκαναν μια αίτηση για δάνειο, τους ενέκριναν και πήγαν και υπόγραψαν. Αναφέρθηκε στο ζήτημα του επιτοκίου και είπε ότι αυτό που επιβαλλόταν ήταν 16% και όχι 6% όπως του είπαν όταν ρώτησε. Δεν προκύπτει όμως να ευσταθεί η θέση του αυτή, λαμβανομένου υπόψη των όρων της συμφωνίας και των καταστάσεων λογαριασμού και ούτε ο ίδιος μπορούσε να την επεξηγήσει. Σε άλλο στάδιο κατά την αντεξέταση του είπε ότι δεν τους πίεσε κανένας για να υπογράψουν και να πάρουν δάνειο, θέση που τουλάχιστον δεν συνάδει με όσα ανάφερε στην κυρίως του εξέταση. Ακολούθως, είπε ότι προσπάθησε να αλλάξει κάποιους όρους αλλά δεν μπόρεσε. Όταν ρωτήθηκε να πει ποιους όρους ζήτησε να αλλάξει, ο εναγόμενος αρ. 2 δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε όρο περιέχεται στην επίδικη συμφωνία δανείου. «Τζείνους που έπρεπε» είπε. Και ύστερα ανάφερε ότι εκείνο που τους ζήτησε ήταν να μην μπουν εγγυητές. Τούτο ενισχύει τη θέση του Δικαστηρίου που αναφέρθηκε ανωτέρω ότι ουσιαστικά αυτό ήταν το παράπονο του μάρτυρα. Ούτε τις υπόλοιπες θέσεις του μάρτυρα κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ. Τούτες αφορούν το ζήτημα της παραλαβής των επίδικων επιστολών τερματισμού. Ενώ κατά την κυρίως του εξέταση ανάφερε ρητώς ότι ουδέποτε πήρε οποιαδήποτε επιστολή κατά την αντεξέταση του, αφού παραδέχθηκε ότι η διεύθυνση του είναι η οδός Βασίλη Μιχαηλίδη 23, όπου φαίνεται να αποστάληκαν οι εν λόγω επιστολές, είπε ότι δεν θυμάται αν πήρε την επιστολή αυτή και ότι νομίζει ότι δεν την πήρε. Όσον αφορά το αξιούμενο υπόλοιπο είπε ότι διαφωνεί με αυτό χωρίς όμως να μπορεί τεκμηριώσει γιατί διαφωνεί. Νομίζει είπε ότι υπάρχει παρανομία στις χρεώσεις. Περαιτέρω, είπε ότι για πρώτη φορά έμαθε στο Δικαστήριο ότι η δόση που έπρεπε να πληρώνει η εναγόμενη αρ. 1 ανερχόταν σε €8,400, θέση εκτός λογικής. Ύστερα ανάφερε ότι υπέγραψε το τεκμήριο 14, την αίτηση για δανειοδότηση, στην οποία αναφέρεται το ποσό της δόσης, αλλά είπε ότι δεν το διάβασε. Τέλος, ο μάρτυρας αυτός είπε ότι δεν αρνείται ότι έλαβαν τα χρήματα του δανείου και ότι εξακολουθεί να οφείλει στους ενάγοντες γι αυτό και έκανε συγκεκριμένη πρόταση για να τους δώσει κάποια οικόπεδα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του εναγόμενου αρ. 2, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, στο βαθμό που συγκρούεται με την υπόλοιπη αξιόπιστη μαρτυρία και απορρίπτεται. Ο Μ.Υ.2 στην ουσία είπε ότι υπέγραψε κάποια έγγραφα διότι του ζήτησε ο πατέρας του να το πράξει ως μέτοχος της εταιρείας. Αυτός δεν γνώριζε τί υπέγραψε και ούτε τα διάβασε. Ούτε του εξήγησε κανένας τί υπέγραφε και ότι αυτό ήταν εγγύηση. Οι θέσεις τους αυτές όμως δεν στρέφονται κατά τον εναγόντων αλλά στην ουσία κατά του πατέρα του, εναγόμενου αρ. 2 ο οποίος δεν του είπε ότι θα υπέγραφε εγγύηση. Ουδέποτε ο μάρτυρας αυτός είπε ότι οι ενάγοντες δεν του επεξήγησαν τις επίδικες συμφωνίες ή του στέρησαν το δικαίωμα του να τις μελετήσει. Εκείνο το οποίο ανάφερε είναι ότι υπέγραψε και έφυγε. Πέραν των πιο πάνω, διαπιστώνεται και αδυναμία στην αποδοχή της εκδοχής του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι υπέγραφε εγγύηση. Ο μάρτυρας είπε ότι η πρώτη φορά που ενημερώθηκε ότι έπρεπε να υπογράψει ήταν πριν να πάει στην Συνεργατική. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι ο ίδιος έλαβε γνώση για την αίτηση της εναγόμενης αρ. 1 για εξασφάλιση δανείου όταν αυτή συμπληρωνόταν αφού αυτός ήταν που έδωσε τα στοιχεία του και συμπληρώθηκαν στην αίτηση. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι ο μάρτυρας αυτός υπέγραψε το διάστημα εκείνο και λίγες μέρες μετά και άλλο εγγυητήριο για άλλη δανειακή διευκόλυνση που πήρε η εναγόμενη αρ. 1 από τους ενάγοντες, προβάλλοντας όμως τη θέση ότι δεν θυμάται πότε αυτό έγινε και ότι μια φορά πήγε και υπέγραψε. Επιπρόσθετα, ουδέποτε τέθηκε από τον εναγόμενο αρ. 2 ότι ο ίδιος καθοιονδήποτε τρόπο παραπλάνησε τον εναγόμενο αρ. 6 και γιο του ότι εκείνο που έπρεπε να κάνει ήταν να υπογράψει ως μέτοχος και όχι ως εγγυητής. Ούτε η θέση του περί μη λήψης της επιστολής τερματισμού μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ήταν μια γενική θέση χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις για το γεγονός αυτό. Ειδικότερα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ότι ο μάρτυρας αυτός δεν διέμενε στη διεύθυνση που αυτή αποστάληκε ή ότι ειδοποίησε καθοιονδήποτε τρόπο τους ενάγοντες για την αλλαγή της δοθείσας σε αυτούς διεύθυνση. Κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του εναγόμενου αυτού και δεν την αποδέχομαι. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι αυτά τα οποία ανάφεραν οι μάρτυρες εναγόντων και στα οποία θα βασιστεί το Δικαστήριο για την κατάληξη του, ως θα αναφερθεί και κατωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Kατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση έχει παραχωρηθεί από την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου, η οποία όπως έχει προκύψει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο δεόντως εγγεγραμμένη ως Συνεργατική και αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα. Η εν λόγω Συνεργατική ακολούθως μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, η οποία συνέχισε να λειτουργεί ως Αναγνωρισμένο Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα και είχε εγείρει την παρούσα αγωγή με το όνομα αυτό. Κατά τις 26/10/2013 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου, διαλύθηκε και συγχωνεύθηκε με το Ελληνικό Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ το οποίο στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Ελληνικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ και το οποίο ανάλαβε μεταξύ άλλων όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της πιο πάνω Συνεργατικής. Ακολούθως και στις 21/07/2017 το πιο πάνω Ταμιευτήριο συγχωνεύθηκε με την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία ενεγράφηκε δεόντως και της παραχωρήθηκε άδεια λειτουργίας ως Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα. Σχετική ειδοποίηση καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 11/09/
  2. Στη συνέχεια η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και μετά σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ με ημερομηνία ισχύος την 03ην/09/
  3. Η εν λόγω εταιρεία συνεχίζει να διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία και μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου. Σχετική ειδοποίηση αλλαγής ονόματος έχει κατατεθεί στο φάκελο της υπόθεσης στις 25/09/
  4. Επίσης, έχει προκύψει ότι η εν λόγω Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ έχει εξασφαλίσει Άδεια Λειτουργίας Μη Πιστωτικού Ιδρύματος για την άσκηση της δραστηριότητας της παροχής πιστώσεων. Περαιτέρω, της χορηγήθηκε άδεια για να λειτουργεί ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, δυνάμει του Άρθρου 5
(2)του Νόμου 169(Ι)/2015. Προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, ότι οι σημερινοί ενάγοντες έχουν δικαίωμα να αξιώνουν τις θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα αγωγή, θέση άλλωστε που δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Σημειώνεται επίσης ότι από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 δεν έχει προκύψει ότι οι αξιώσεις της παρούσας αγωγής επιδιώκονται από την Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Θα προχωρήσω να εξετάσω επί της ουσίας την παρούσα υπόθεση για να κριθεί κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους, στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Επίδικες Συμφωνίες: Με βάση την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία, έχει αποδεχθεί η ορθή εκτέλεση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 18/01/2018, τεκμήριο 15 μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης αρ. 1. Αυτή φέρει την υπογραφή του γραμματέα των εναγόντων και/ή της ΣΠΕ Γεροσκήπου όπως ήταν τότε και την σφραγίδα της εναγόμενης αρ. 1 μαζί με δύο υπογραφές από τους αξιωματούχους της. Με το τεκμήριο 15 συμφωνήθηκε η παραχώρηση δανείου στην εναγόμενη αρ. 1 ύψους €273.276,00 που όπως έχει προκύψει αφορούσε στην αγορά ενός χωραφιού από την εναγόμενη αρ. 1 στην Έμπα. Tο εν λόγω ποσό εκταμιεύθηκε και καταβλήθηκε προς όφελος της εναγόμενης αρ. 1 στις 31/01/2008, ως προκύπτει και αναλύεται στα τεκμήρια 23 και 24 και χρεώθηκε ο σχετικός λογαριασμός δανείου, ο οποίος ανοίχθηκε. Έχει περαιτέρω προκύψει ότι την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση, εγγυήθηκαν προσωπικά οι εναγόμενοι αρ. 2 - 6 με την υπογραφή Σύμβαση Εγγύησης και Αποζημίωσης (βλ. τεκμήριο 18). Σε αυτό συμφωνείται ρητά ότι οι ευθύνη των εγγυητών δε θα υπερβαίνει το ποσό των €276.376 το οποίο ποσό θα βαρύνεται με τόκους συνολικού ύψους 6% πλέον τόκο υπερημερίας ύψους 2%, σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής (βλ. όρο 14). Επίσης, το εν λόγω δάνειο εξασφαλιζόταν με την Υποθήκη Αρ. XXXXX/2008, η οποία υπογράφηκε από την εναγόμενη αρ. 1 και υποθηκευόταν το ως άνω αναφερόμενο χωράφι (βλ. τεκμήρια 16 και 17). Οι εναγόμενοι με το δικόγραφο τους αμφισβητούν την εγκυρότητα των πιο πάνω συμφωνιών καθότι αυτές αντίκεινται στον Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010 (Ν. 106(Ι)/2012)και στο Περί Συμβάσεων Νόμο καθότι οι όροι τους είναι καταχρηστικοί, υπέρμετρα ετεροβαρείς, αόριστοι και ασαφείς. Κατ' αρχάς ο Νόμος 106(Ι)/2012 είναι εντελώς άσχετος και δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση και τα επίδικα θέματα. Κατά δεύτερο ο Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010, Ν. 106(Ι)/2010δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Πρώτο, αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 19/11/2010 και δεν καλύπτει συμβάσεις που έγιναν πριν την ημερομηνία εκείνη (βλ. άρθρο 33
(1)του Νόμου). Δεύτερο, ακόμη και να ίσχυε κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας, αυτός δεν την καλύπτει (βλ. Άρθρο 3 του Νόμου σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής του). Ούτε ο Περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Ν. 39(Ι)/2001, ο οποίος καταργήθηκε με τον Νόμο 106(Ι)/2010 και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο εφαρμόζεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν δικογραφείται. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι ισχυρισμοί περί παρανομιών, καταχρηστικότητας των όρων, ασάφειας, αοριστία και ότι αυτοί είναι ετεροβαρείς, δεν έχουν τεθεί με την αναγκαία δικογράφηση αλλά κατά γενικό και αόριστο τρόπο. Είναι νομολογημένο ότι όταν τίθενται τέτοια ζητήματα, θα πρέπει να δίνονται και οι αναγκαίες λεπτομέρειες οι οποίες να επεξηγούν για ποιο λόγο τίθεται ζήτημα παρανομίας και σύγκρουσης με συγκεκριμένη νομοθεσία και ποιοι είναι αυτοί οι όροι (βλ. βλ. Διαταγή 19, Θ. 4, 13, 15 και 16 σε σχέση με την ορθή δικογράφηση καθώς επίσης και Ayia Napa Nissi Development Ltd κ.ά. v. Παπαμιχαήλ
(1992)1 A.A.Δ. 549, Γεώργιος Κ. Ιωαννίδης κ.α v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2014)1Β Α.Α.Δ 1491), ΧΧΧΧ Γρηγορίου v. Tράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 75/13, Ημερ. 28/03/2019 και 1. ΧΧΧ Έλληνας κ.α. v Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2019:A503, Πολ. Έφεση Αρ. 87/2013, Ημερ. 03/12/2019). Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν μπορούν να εξεταστούν τέτοιοι ισχυρισμοί και θέσεις. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν έχει καταδειχθεί, αρχικά, η καταχρηστικότητα οποιουδήποτε όρου με βάση την ενώπιον μου αποδεχτή μαρτυρία. Πέραν του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν τις επίδικες συμφωνίες και να ζητήσουν την αλλαγή οποιουδήποτε όρου επιθυμούσαν, για την έγκριση των οποίων θα έπρεπε να αποφασίσει εκ νέου η Επιτροπή, δεν έχουν καταρρίψει και την ύπαρξη καλής πίστης από τους ενάγοντες, στοιχείο απαραίτητο για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική (βλ. Frakapor Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, Ημερ. 15/06/2011). Oύτε δικογραφείται ή έχει προκύψει ότι οι ενάγοντες άσκησαν οποιαδήποτε πίεση ή άλλη αθέμιτη παρότρυνση στην περίληψη των συγκεκριμένων όρων που ο συνήγορος των εναγόμενων επικαλείται στην αγόρευση του (βλ. Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1131, Γιώργος Κουλλαπής v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A751, Πολιτική Έφεση Αρ. 141/2010, Ημερ. 13/11/2015) Παρά τις πιο πάνω αναφορές του Δικαστηρίου όμως, κρίνω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν. 93(Ι)/96, η οποία μετέφερε στην Κυπριακή έννομη τάξη πρόνοιες της Οδηγία 93/13 ΕΟΚ (βλ.
  1. Μιχαηλίδης κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, ECLI:CY:AD:2018:A311, Πολ. Έφεση Αρ. 477/2012, Ημερ. 27/06/2018) αφού η επίδικη συμφωνία δανείου δεν εμπίπτει στο πλαίσιο προστασίας που παρέχει ο εν λόγω Νόμος. Έχει προκύψει ότι το δάνειο δόθηκε για σκοπούς αγοράς χωραφιού από την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία και όχι φυσικό πρόσωπο και αυτό έλαβε χώρα στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας (βλ.
  2. Αrredos Style Furnishings Ltd κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. Ε119/2014, Ημερ. 15/11/2019 και). Ούτε έχει καταδειχθεί από τους εναγόμενους οποιαδήποτε αοριστία, γενικότητα και ασάφεια των όρων των επίδικων συμφωνιών και ούτε συγκεκριμενοποιείται για ποιο λόγο παραβαίνουν τον Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  3. Εξετάζοντας όμως την επίδικη συμφωνία δανείου, προκύπτει σε αυτή να αναφέρεται το συγκεκριμένο ποσό δανειοδότησης, ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής του, το ύψος της δόσης καθώς επίσης και το ποσοστό επιτοκίου και ο τρόπος χρέωσης του. Σαφέστατοι είναι επίσης και όροι του εγγράφου εγγύησης, οι οποίοι επεξηγούν την ευθύνη των εναγόμενων αρ. 2 -
  4. Οι εν λόγω συμφωνίες περαιτέρω προκύπτει να έγιναν με την ελεύθερη βούληση των εναγόμενων και για καλό αντάλλαγμα. Ζητήθηκε η δανειοδότηση της εναγόμενης αρ. 1 και το αίτημα της εγκρίθηκε. Υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία δανείου μέσω των αξιωματούχων της και αυτοί - οι αξιωματούχοι - αλλά και όλοι ως μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της και το επίδικο δάνειο. Περαιτέρω, δεν δικογραφείται η παράβαση του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, Ν. 197
(1)/2003 που ο επικαλείται ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του, ούτε δίνονται λεπτομέρειες της παράβασης της εν λόγω Νομοθεσίας στην Έκθεση Υπεράσπισης και δεν μπορούν να εξεταστούν τα όσα ο συνήγορος των εναγόμενων επικαλείται στην αγόρευση του. Σημειώνεται επίσης ότι ο εν λόγω Νόμος δεν θα μπορούσε να έχει εφαρμογή στην περίπτωση του εναγόμενου αρ. 2, ο οποίος ήταν ο διευθυντής των εναγόμενων αρ. 1. Ούτε, περαιτέρω, έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση τα όσα αναφέρθηκαν στην Alpha Bank Ltd v. Γαλάτεια Χαραλάμπους Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1101, στην οποία επίσης ο συνήγορος των εναγόμενων παραπέμπει στην αγόρευση του. Σε κάθε περίπτωση δεν δικογραφείται παράβαση των αρχών του δικαίου της επιείκιας ως απαιτείται για να μπορεί να εξεταστεί και ούτε γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στην Έκθεση Υπεράσπισης (βλ. Ιωάννου v. Χαραμπίδου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 555). Σημειώνεται περαιτέρω, ότι κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων δεν υποδείχθηκε σε αυτούς οποιαδήποτε ασάφεια και αοριστία των όρων ούτε και σε ποιο μέρος αυτών οι επίδικες συμφωνίες ήταν ετεροβαρείς. Τα μόνα σημεία που θίχθηκαν ήταν το ποσοστό επιτοκίου, η κεφαλαιοποίηση και το ύψος της μηνιαίας δόσης και ότι αυτή ήταν πέραν των δυνατοτήτων της εταιρείας. Σε σχέση με το τελευταίο αυτό θέμα, εκτός από τα όσα προέκυψαν από τη μαρτυρία του Μ.Ε.5 περί ελέγχου της δυνατότητας αποπληρωμής του επίδικου δανείου με αυτό το ύψος της μηνιαίας δόσης από την εναγόμενη αρ. 1 λόγω των δραστηριοτήτων που ασκούσε κατά τον επίδικο χρόνο και μετά από έλεγχο της οικονομικής της κατάστασης, δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε αντίθετο εύρημα του Δικαστηρίου. Ούτε η πλευρά των εναγόμενων παρουσίασε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι αρ. 3, 4 και 5 δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν ενώ η μαρτυρία των εναγόμενων αρ. 2 και 6 έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Επομένως, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα ότι πιέστηκαν να υπογράψουν ή ότι οι ενάγοντες τους παραπλάνησαν ή ότι υπέγραψαν παρά τη θέληση τους και/ή ότι οι ενάγοντες παράβηκαν τις υποχρεώσεις τους που είχαν δυνάμει του Περί Συμβάσεων Νόμου και/ή του κοινοδικαίου και/ή του δικαίου της επιείκιας. Ειδικότερα, δεν έχει προκύψει ότι οι ενάγοντες ανάφεραν στον εναγόμενο αρ. 6 ότι απλώς υπέγραφε ως μέτοχος της εταιρείας ή ότι αυτοί γνώριζαν ότι ενδεχομένως ο εναγόμενος αρ. 6 να μην είχε ορθή πληροφόρηση από τον εναγόμενο αρ. 2 για το τι θα υπέγραφε. Ούτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στους μάρτυρες των εναγόντων, ακόμη και αν αγνοήσουμε το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται. Η μη ενδεχόμενη ανάγνωση των επίδικων συμφωνιών και η άσκηση εκ μέρους του εναγόμενου αρ. 6 ή και του εναγόμενου αρ. 2 εύλογης επιμέλειας, είναι στοιχείο αδιάφορο για την εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών και των όρων τους (βλ. Τσολάκης Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240, Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961, και Χ΄΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.1113) Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί η ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών ή οποιουδήποτε όρου αυτών και καταλήγω ότι αυτές είναι καθόλα έγκυρες και δεσμευτικές στην ολότητα τους. Σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, έχει προβληθεί από την υπεράσπιση ότι αυτή είναι άκυρη καθότι δεν υπογράφηκε στην παρουσία τριών μελών της Επιτροπής, ως προνοεί ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος. Η θέση αυτή παρά το ότι δεν εξειδικεύεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, εντούτοις έχει προκύψει κατά τη δίκη το ζήτημα αυτό και οι μάρτυρες των εναγόντων απάντησαν. Ειδικότερα, ο Μ.Ε.5 είπε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε και ότι ο ίδιος είχε πληρεξούσιο έγγραφο από την Επιτροπή για να μεταβαίνει στο Κτηματολόγιο και να εγγράφει υποθήκες. Εν όψει του ότι θίγεται ζήτημα παρανομίας της εν λόγω Υποθήκης στην βάση μαρτυρίας που προσάχθηκε, κρίνω ορθό να εξετάσω το ζήτημα αυτό. Έχω εξετάσει στις πρόνοιες του Άρθρου 24
(1)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, στις οποίες παραπέμπει ο συνήγορος των εναγόντων. Το εν λόγω Άρθρο αναφέρει: «24.—
(1)Πάσα επιβάρυνσις συσταθείσα δυνάµει του άρθρου 23 λογίζεται δεόντως συσταθείσα εάν υπεγράφη εις διπλούν υπό του µέλους εις βάρος της περιουσίας του οποίου συνεστήθη παρουσία τριών τουλάχιστον µελών της επιτροπείας και του γραµµατέως. Ανατρέχοντας στις πρόνοιες του Άρθρου 23 και συγκεκριμένα στις πρόνοιες του Άρθρου 23
(1)(ε) η επιβάρυνση αυτή αφορά τα στοιχεία της κινητής περιουσίας του μέλους ή άλλου προσώπου στο οποίο χορηγείται πιστωτική διευκόλυνση. Το δε Άρθρο 23Α αναφέρεται στις διακυμαινόμενες και πάγιες επιβαρύνσεις στο ενεργητικό εγγεγραμμένης εταιρείας που δανείζεται. Πουθενά στα πιο πάνω Άρθρα γίνεται αναφορά για σύσταση Υποθηκών και δεν προκύπτει τα εν λόγω Άρθρα να σχετίζονται με τέτοιες Υποθήκες. Η μόνη υποχρέωση που υπάρχει σε σχέση τη σύσταση και εγγραφή Υποθηκών στο Κτηματολόγιο, είναι αυτές να κοινοποιούνται στον Έφορον. Εκείνο το οποίο περαιτέρω προκύπτει από τα τεκμήρια 16 και 17 είναι ότι η επίδικη Υποθήκη υπογράφηκε δεόντως και ενεγράφηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, δυνάμει των προνοιών του Νόμου 9/
  1. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι και Υποθήκη Υ. 335/08 είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική. Παράβαση όρου της επίδικης Σύμβασης Δανείου και δικαίωμα τερματισμού: Με βάση τον όρο 2 της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 18/01/2008, η αποπληρωμή του επίδικου δανείου θα γινόταν με 36 μηνιαίες δόσεις ύψους €8,400 έκαστη. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 16/01/2009 ενώ οι υπόλοιπες την αντίστοιχη ημερομηνία κάθε επόμενου μήνα μέχρις ότου το δάνειο, περιλαμβανομένων των τόκων, εξόδων και άλλων επιβαρύνσεων, εξοφληθεί πλήρως. Με βάση τον όρο 6 οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να απαιτήσουν οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου και να το καταστήσουν απαιτητό. Προκύπτει επίσης από τον όρο 5 ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλλουν τις μηνιαίες τους δόσεις και ότι σε περίπτωση παράλειψης του, η οποιαδήποτε καθυστέρηση θα επέφερε χρέωση τόκου υπερημερίας. Στη βάση των πιο πάνω και των ευρημάτων του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλλουν τις συμφωνηθείσες δόσεις ως είχε συμφωνηθεί. Αυτό προκύπτει και από τις καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 20, που εκτός από δύο καταθέσεις ύψους €60,000 έκαστη, οι οποίες έγιναν στις 15/10/2010, η πρώτη και 17/06/2011, η δεύτερη, ουδεμία άλλη πληρωμή έγινε ή προκύπτει να τηρήθηκε το πρόγραμμα αποπληρωμής. Άλλωστε το γεγονός της μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων και η παράβαση στην ουσία των συμφωνηθέντων δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Πέραν λοιπόν του δικαιώματος των εναγόντων για απαίτηση εξόφλησης του επίδικου δανείου οποτεδήποτε, στην παρούσα υπήρξε παράβαση των όρων της συμφωνίας και οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν με τον τερματισμό της και να καταστήσουν απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού. Τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου και απαίτηση πληρωμής από τους εγγυητές: Έχει προκύψει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση την αποδεκτή μαρτυρία ότι οι ενάγοντες απέστειλαν στην εναγόμενη αρ. 1 στις 20/03/2012 επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας Η εν λόγω επιστολή τερματισμού αποστάληκε στην διεύθυνση «XXXXX αρ. 23, XXXXX Γεροσκήπου» που όπως προκύπτει είναι η διεύθυνση της εναγόμενης αρ. 1 που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία. Επίσης, έχει προκύψει ότι είναι η διεύθυνση αλληλογραφίας που περιλαμβανόταν στο σύστημα των εναγόντων και η οποία δόθηκε από την εναγόμενη αρ.
  2. Κρίνω ότι η επιστολή τερματισμού αποστάληκε στην ορθή διεύθυνση και συμφώνως του όρου 17 της επίδικης συμφωνίας δανείου. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι στις 20/03/2012 αποστάληκαν επιστολές προς όλους του εγγυητές - εναγόμενους αρ. 2 - 6, ενημερώνοντας τους για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και καλώντας τους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του λογαριασμού δυνάμει της εγγύησης τους. Με βάση τον όρο 13 της συμφωνίας εγγύησης, τεκμήριο 18, η υποχρέωση των εγγυητών για πληρωμή θα άρχιζε από τη στιγμή που θα γινόταν γραπτή αξίωση από τους ενάγοντες με επιστολή που, μεταξύ άλλων, θα αποστελλόταν στους εγγυητές με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που είχαν δηλώσει στους ενάγοντες ή στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 19 β) - στ), οι εν λόγω επιστολές αποστάληκαν στις διευθύνσεις των εναγόμενων αρ. 2 - 6 που αναγράφονται στο τεκμήριο 18 και οι οποίες δόθηκαν στους ενάγοντες. Δεν έχει τεθεί από τους εναγόμενους αυτούς ότι οι εν λόγω διευθύνσεις είναι λανθασμένες ή ότι αυτοί κοινοποίησαν προς τους ενάγοντες άλλες διευθύνσεις διαμονής τους. Αντιθέτως, έχει προκύψει από τη μαρτυρία του εναγόμενου αρ. 2 ότι αυτός και η εναγόμενη αρ. 5 ζουν και διαμένουν στην διεύθυνση όπου αποστάληκαν οι εν λόγω επιστολές. Ο εναγόμενος αρ. 6 έχει προκύψει ότι διαμένει στη Λεμεσό, η επιστολή αποστάληκε στη Λεμεσό, ως αναγράφεται σε αυτήν και ουδέποτε αμφισβήτησε την ορθότητα της εν λόγω διεύθυνσης. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν και ούτε έχει προκύψει ότι οι εν λόγω επιστολές που τους αφορούν αποστάληκαν σε λάθος διεύθυνση. Επομένως, προκύπτει ότι όλες οι επιστολές αποστάληκαν στους εναγόμενους αρ. 2 - 6 στις ορθές διευθύνσεις και σύμφωνα με τον όρο 13 της σύμβασης εγγύησης. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ως εύρημα ότι όλες οι επιστολές που αποστάληκαν στους εναγόμενους αρ. 1 - 6 δεν επιστράφηκαν πίσω στους ενάγοντες ούτε έχει προβληθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος περί μη παραλαβής αυτών από τους εναγόμενους. Η αποστολή λοιπόν των εν λόγω επιστολών στις ορθές διευθύνσεις και η μη επιστροφή τους, καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 - 6 τις παρέλαβαν (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
  1. Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015). Έπεται ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα και νομότυπα την επίδικη συμφωνία και κατέστησαν απαιτητό το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού από την εναγόμενη αρ. 1 καθώς επίσης και από τους εναγόμενους αρ. 2 -
  2. Οφειλόμενο Υπόλοιπο: Έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 20) καθώς επίσης και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 21), στις οποίες περιορίζεται η απαίτηση των εναγόντων. Η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι οι εν λόγω καταστάσεις, τεκμήριο 20 αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου των εναγόντων και αναφέρθηκε στα γεγονότα που ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
  3. Στο εν λόγω Άρθρο και συγκεκριμένα στα εδάφια
(2)και
(3)τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται έτσι ώστε ένα αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνεται αποδεκτό ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι α) Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, β) Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, γ) Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας και δ) Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του πιο πάνω Άρθρου, το οποίο περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις υπό στοιχεία α) - γ) ανωτέρω, μαρτυρία για αυτές δύναται να δοθεί από Διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση ενώ για την προϋπόθεση υπό στοιχείο δ) από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η Μ.Ε.1 στις παραγράφους 29 - 32 της γραπτής της δήλωσης αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν όλες τις πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 20 διατηρούνταν από το άνοιγμα του λογαριασμού, αρχικά από τη ΣΠΕ Γεροσκήπου όπως αυτή στη συνέχεια είχε μετονομαστεί και συγχωνευθεί και εν τέλει από την ΣΕΔΙΠΕΣ. Το γεγονός ότι η Μ.Ε.1 εργάζεται στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, δεν την καθιστά αναρμόδιο πρόσωπο να αναφερθεί στα γεγονότα που ικανοποιούν τις πρόνοιες των πιο πάνω εδαφίων του Άρθρου 22 του Κεφ. 9. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω εταιρεία Altamira, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τους ενάγοντες ανέλαβε τη διαχείριση, μεταξύ άλλων, της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης για λογαριασμό τους και την εκπροσώπηση τους στο Δικαστήριο. Σημειώνεται επίσης ότι η ίδια η μάρτυρας έχει πληρεξουσιοδότηση από τους ίδιους τους ενάγοντες να εμφανίζεται εκ μέρους τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η ίδια ανάφερε ότι είναι λειτουργός στο αρμόδιο τμήμα που χειρίζεται τις ανακτήσεις χρεών σε δικαστικές υποθέσεις των εναγόντων, έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και πρόσβαση στα αρχεία των εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του τραπεζικού βιβλίου. Εν όψει την πιο πάνω, κρίνω ότι οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 20 αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου των εναγόντων και εγείρουν μαχητό τεκμήριο για την ορθότητα των όσων περιλαμβάνονται σε αυτό. Όπως έχει αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 δεν έχει υποδειχθεί από την πλευρά της υπεράσπισης οποιαδήποτε καταχώριση η οποία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη ή ότι υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πίστωση η οποία παραλήφθηκε. Ούτε έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τους εναγόμενους ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059). Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. (ανωτέρω) λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενο τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσιβλήτων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (βλ. επίσης Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 19, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολ. Έφεση Αρ. 1/2010, ημερ. 08/07/2014). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι το τεκμήριο 20 είναι ορθό και εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες και χρεοπιστώσεις. Πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες έχει προκύψει να περιορίζουν την απαίτηση τους στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 21 οι οποίες ετοιμάστηκαν από την Μ.Ε.1. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238). Σε σχέση με την ορθότητα των εν λόγω καταστάσεων, η Μ.Ε.1 επεξήγησε πλήρως τον τρόπο ετοιμασίας τους (βλ. παραγράφους 36 και 37 της γραπτής της δήλωσης) και δεν έχει διαφανεί κατά την αντεξέταση της το ενδεχόμενο αυτή η κατάσταση λογαριασμού να είναι λανθασμένη, όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Mε βάση τις εν λόγω καταστάσεις το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού κατά τις 31/12/2012 ανέρχεται στα €235.169,13. ΤΟΚΟΣ: Το συμβατικό επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός των εναγόμενων, με βάση τον όρο 3 (α) της επίδικης συμφωνίας δανείου, τεκμήριο 15 ανερχόταν συνολικά σε 6% (4% ως βασικό επιτόκιο και 2% ως περιθώριο). Έγινε δήλωση στο Δικαστήριο από το συνήγορο υπεράσπισης ότι μέχρι τον τερματισμό οι ενάγοντες περιορίζονται να αξιώνουν αυτό το επιτόκιο, δηλαδή το συμβατικό και στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι είναι αυτό το επιτόκιο που χρεώνει, το οποίο είναι συμφωνημένο. Επίσης, η μάρτυρας στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού κεφαλαιοποιεί τους τόκους δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, κάτι το οποίο περιλαμβάνεται στην συμφωνία των μερών και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. όρο 3 α) και 4 του τεκμηρίου 15 και τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160
(1)/1999). Επιπρόσθετα οι ενάγοντες αξιώνουν, μετά τον τερματισμό και τόκο υπερημερίας ύψους 2%. Ο τόκος αυτός προκύπτει να είναι συμφωνημένος και καθορισμένος στην επίδικη συμφωνία δανείου τεκμήριο 15, ως προκύπτει από τον όρο 5 αυτής και οι ενάγοντες τον δικαιούνται (βλ. Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω)). Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 2 - 6 και δικαιούνται σε απόφαση. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 6 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €235.169,13 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 01/01/13, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης με αρ. Υ. 335/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου δια την πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό του αναφερόμενου στην εν λόγω υποθήκη ακινήτου και την διάθεση του προϊόντος της πωλήσεως προς ικανοποίηση ή έναντι των αξιώσεων των εναγόντων. Τα έξοδα επιδικάζονται υπερ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 6 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.