GORDIAN HOLDINGS LIMITED ν. SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD κ.α., Αγ. Αρ.: 2381/2013, 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2381/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
- ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ)
- ΧΧΧΧ ΠΥΡΓΟΥ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΟΥ)
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ
- Κ. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED. Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Ειδοποίησης Ημερ. 18/11/2019 Μεταξύ: GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγόντων και
- SAVELE CONSTRUCTION & QUALITY SPECIALISTS LTD
- ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ)
- ΧΧΧΧ ΠΥΡΓΟΥ (άλλως ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΟΥ)
- ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ
- ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ
- Κ. ONISIFOROU CONSTRUCTION AND DEVELOPING LIMITED. Εναγόμενων ---------------------------------------------- Ημερ.: 31/05/2021 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα. Κ. Ανδρέου για κ.κ. ΕLIAS NEOCLEOUS & CO LLC. Για τους εναγομένους αρ. 1 - 5: κ. Α. Δημητρίου για κ.κ. Ανδρέας Μαθηκολώνης & Σια ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 το ποσό των €368.639,93 πλέον τόκους προς 10,50% ετησίως επί του ποσού των €367.354,19 από 12/07/2013 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους πλέον τα έξοδα. Επίσης αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 2, 3 και 4 Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση των κάτωθι Υποθηκών: - Εναντίον του εναγόμενου αρ. 2 των Υποθηκών υπ' αρ. XXXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και XXXXX/10 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. - Εναντίον της εναγόμενης αρ. 3 των Υποθηκών υπ' αρ. XXXXX/10 και XXXXX/09 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. - Εναντίον της εναγόμενης αρ. 4 της Υποθήκης υπ' αρ. XXXXX/09 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου. Επιπλέον, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 Αναγνωριστικές Αποφάσεις και/ή Διατάγματα του Δικαστηρίου δυνάμει συμφωνίας εκχωρήσεως ημερομηνίας 24/11/2008 με την οποία εκχωρήθηκαν όλα τα δικαιώματα των εναγόμενων αρ. 1 τα οποία απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/10/2008, το οποίο αφορούσε την αγορά τριών διαμερισμάτων, όπως περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, από τους εναγόμενους αρ. 7 (πωλητών αρ. 1) και της XXXXX Χριστοδουλίδου και XXXXX Κωνσταντίνου (πωλητών αρ.2). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 04/06/2010, παραχώρησαν δάνειο ύψους €360.000 προς την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία με την εγγύηση των εναγόμενων αρ. 2, 3, 4 και
- Ισχυρίζονται επίσης ότι οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4, προς περαιτέρω ασφάλεια και εγγύηση σύναψαν τις πιο πάνω αναφερόμενες Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθηκών και/ή οι εν λόγω Υποθήκες που υφίσταντο θα κάλυπταν το επίδικο δάνειο. Επίσης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη αρ. 1 τους εκχώρησε τα δικαιώματα της που απορρέουν από το ως άνω αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο δυνάμει της επίσης αναφερόμενης συμφωνίας εκχώρησης. Λόγω της μη τήρησης των όρων της επίδικη συμφωνίας δανείου από την εναγόμενη αρ. 1 και συγκεκριμένα λόγω καθυστερήσεων στην αποπληρωμή των συμφωνημένων δόσεων, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 18/12/2012 προς τους εναγόμενους τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία και κάλεσαν όλους τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο χωρίς να το έχουν πράξει. Οι εναγόμενοι αρ. 1, 2, 4 και 5 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται γενικά όλους τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η εναγόμενη αρ. 1 υπέγραψε μια αίτηση για την παραχώρηση σε αυτήν δανείου αλλά αρνούνται ότι ο εν λόγω λογαριασμός καταδείκνυε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους και ισχυρίζονται ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο του ζητουμένου. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες επέβαλαν και/ή χρέωσαν χωρίς την συγκατάθεση των εναγόμενων ποσά τα οποία διεκδικούν και/ή χρέωσαν αυθαίρετα και παράνομα τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά προβαίνοντας μάλιστα σε υπερχρεώσεις τόκων και/ή παράνομα υπολόγισαν τόκο επί τόκο. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ακυρότητα των επίδικων συμφωνιών και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες τους εξώθησαν και/ή παρότρυναν και/ή εξανάγκασαν να υπογράψουν ως εγγυητές με σκοπό που αντιβαίνει την δημόσια πολιτική, ήτοι με σκοπό να παρέχουν τραπεζική διευκόλυνση στην εναγόμενη αρ. 1 και να την δανείσουν με όρους και με τόκο που να υπερβαίνει το υπό του Νόμου ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επιτοκίου. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες τους άφησαν να υπογράψουν την επίδικη εγγύηση που κάτω από όλες τις συνθήκες ήταν καταφανώς σε βάρος των συμφερόντων τους και παρέλειψαν να τους συμβουλεύσουν για να εξασφαλίσουν νομική συμβουλή για την προστασία των δικαιωμάτων τους. Επίσης, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ήταν σύμβουλοι επενδύσεων και/ή τελούσαν σε εμπιστευτική θέση έναντι των εναγόμενων 2, 4 και 5 και τους παρουσίασαν ότι δεν διέτρεχαν κανένα κίνδυνο από την υπογραφή της επίδικης εγγύησης και ότι δεν θα καθίσταντο υπεύθυνοι σε καμία περίπτωση να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό εφόσον οι ενάγοντες θα υποκαθίσταντο στα δικαιώματα των εναγόμενων αρ. 1 σε σχέση με το σχετικό πωλητήριο έγγραφο. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν το επίδικο δάνειο κατά παράβαση των εγκυκλίων και/ή οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας σε ότι αφορά τις χρηματοδοτήσεις για την αγορά ακίνητης περιουσίας και ότι οι ενάγοντες παράβηκαν το καθήκον που είχαν έναντι των εναγόμενων για να εξασκήσουν εύλογη επιμέλεια και/ή να τους συμβουλεύσουν για τους κινδύνους που διέτρεχαν με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι 2, 4 και 5 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να ενεργήσουν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003, απαριθμώντας τις συγκεκριμένες τους υποχρεώσεις. Όσον αφορά τις επίδικες υποθήκες, οι εναγόμενοι παραδέχονται την σύσταση τους αλλά ισχυρίζονται ότι συνεστήθησαν προς εξασφάλιση πληρωμής ποσού που οι εναγόμενοι δεν οφείλουν και περαιτέρω ότι αυτές είναι άκυρες καθότι παραβαίνουν τον Νόμο 9/65, συγκεκριμενοποιώντας τις παραβάσεις αυτές κατά την σύσταση τους. Σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης, οι εναγόμενοι αρ. 1 ισχυρίζονται ότι οι εναγόντες κωλύονται να προβάλουν τις αξιώσεις τους καθότι δεν κατέχουν τα επίδικα διαμερίσματα και/ή δεν τερμάτισαν τα πωλητήρια έγγραφα. Οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 5 ανταπαιτούν δηλώσεις του Δικαστηρίου με τις οποίες να αναγνωρίζεται η ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης και των υποθηκών. Η εναγόμενη αρ. 3 με ξεχωριστή Έκθεση Υπεράσπισης, αρνείται την αξίωση των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε περιήλθε σε γνώση της οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης αρ. 1 και αν υπάρχει τέτοια συμφωνία, αυτή κατέστη άκυρη λόγω της επιβολής παράνομου επιτοκίου και/ή χρεώσεων και/ή ανατοκισμού. Η εναγόμενη αρ. 3 επίσης αρνείται ότι εγγυήθηκε την εναγόμενη αρ. 1 και/ή υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης και διαζευκτικά, σε περίπτωση που αποδειχθεί τέτοια εγγύηση, αυτή είναι άκυρη καθότι οι ενάγοντες επέβαλαν και/ή χρέωσαν παράνομα ποσά και αντίθετα με το Νόμο. Η υπόθεση εναντίον των εναγόμενων αρ. 6 και 7 ολοκληρώθηκε σε προγενέστερο στάδιο με την έκδοση απόφασης. Ο εναγόμενος αρ. 6 δεν εμφανίστηκε και εκδόθηκε εναντίον του απόφαση και/ή διάταγμα για εκποίηση της Υποθήκης με αρ. XXXXX/10 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου η οποία εξασφάλιζε το επίδικο δάνειο. Σε σχέση με τον εναγόμενο αρ. 7, εκδόθηκε εναντίον του εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου για εκποίηση της Υποθήκης με αρ. XXXXX/08 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου και Αναγνωριστικές και/ή Δηλωτικές αποφάσεις σε σχέση με το εκχωρητήριο έγγραφο ημερομηνίας 24/11/
- Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 , κάλεσαν δύο
(2)μάρτυρες και συγκεκριμένα τον κ. XXXXX Χωραϊτη (Μ.Ε.1) και τον κ. XXXXX Τσαγκάρη (Μ.Ε.2). Από πλευράς εναγόμενων κατάθεσε ο κ. XXXXX Χαραλάμπους (Μ.Υ.1). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 26 συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή και ότι, τόσο αυτή λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων. O Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι οι σημερινοί ενάγοντες Gordian Holdings Limited, αποτελούν εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων (βλ. τεκμήριο 3) οι οποίοι υποκατέστησαν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ακολουθώντας, κατά τη θέση του, τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου (βλ. τεκμήρια 1 και 2). Ο μάρτυρας είπε ότι ο ίδιος είναι υπάλληλος λειτουργός στις υπηρεσίες των εναγόντων ενώ προηγουμένως ήταν λειτουργός υπάλληλος στις υπηρεσίες της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω της θέσης του, τόσο στους ενάγοντες όσο και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και από την μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρείται και το οποίο έχει στην κατοχή του. Είναι επίσης εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να παρέχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι οι ενάγοντες στις 04/06/2010, κατόπιν συμφωνίας με την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία, συμφώνησαν να χορηγήσουν στην τελευταία δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €360,000 με ενσωματωμένη την εγγύηση των εναγόμενων αρ. 2, 3, 4 και 5 (βλ. τεκμήριο 6). Επίσης, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το ρηθέν δάνειο θα εξασφαλιζόταν με όλες τις εξασφαλίσεις που υφίσταντο κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας και αναφέρονται στην κοινοποίηση της απόφασης / έγκρισης της διευκόλυνσης ημερομηνίας 26/05/2010 (βλ. τεκμήριο 4) και, μεταξύ άλλων, με τις υποθήκες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου με αριθμό XXXXX/08, ημερομηνίας 27/11/2008 που παραχωρήθηκε από τους εναγόμενους αρ. 7 (βλ. τεκμήριο 8), XXXXX/09 ημερομηνίας 14/05/2009 και XXXXX/09 ημερομηνίας 21/08/2009, που παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη αρ. 3 (βλ. τεκμήρια 9 και 10), XXXXX/09 ημερομηνίας 01/12/2009 που παραχωρήθηκε από την εναγόμενη αρ. 4 (βλ. τεκμήριο 11), XXXXX/10 ημερομηνίας 17/06/2010, XXXXX/10 ημερομηνίας 17/06/2010 που παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο αρ. 2 (βλ. τεκμήριο 12) και με την Υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού Υ6388/10, ημερομηνίας 17/06/2010 που παραχώρησε ο εναγόμενος αρ. 2 (βλ. τεκμήριο 13). Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι το ρηθέν δάνειο εξασφαλιζόταν με την συμφωνία εκχώρηση των δικαιωμάτων των εναγόμενων αρ. 1 ημερομηνίας 24/11/2008 (βλ. τεκμήριο 14) που απορρέουν από το Πωλητήριο Συμβόλαιο ημερομηνίας 22/10/2008 (βλ. τεκμήριο 16) και με την κυμαινόμενη επιβάρυνση (floating charge) ημερομηνίας 19/06/2008 επί του ενεργητικού των εναγόμενων αρ. 1 για €10,000 (βλ. τεκμήριο 17). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε λεπτομερώς στους ουσιώδους όρους των πιο πάνω συμφωνιών και υποθηκών και επίσης κατάθεσε στο Δικαστήριο Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό δανείου (βλ. τεκμήριο 7). Ανάφερε επίσης ότι οι ενάγοντες βασιζόμενοι στις πιο πάνω συμφωνίες, εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και δηλώσεις και παραστάσεις των εναγόμενων, χορήγησαν το επίδικο δάνειο στους εναγόμενους αρ.
- Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου όμως και συγκεκριμένα λόγω μη πληρωμής των οφειλόμενων δόσεων, οι ενάγοντες απέστειλαν προς όλους τους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 25/10/2012 (βλ. τεκμήριο 18) με την οποία τους καλούσαν όπως εντός 21 ημερών διευθετήσουν τις καθυστερημένες δόσεις χωρίς όμως να το έχουν πράξει. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν οι ενάγοντες να προχωρήσουν με τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας με την αποστολή προς τους εναγόμενους της επιστολής ημερομηνίας 18/12/2012 (βλ. τεκμήριο 19) και να καταστήσουν απαιτητό κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού δανείου, κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις μαζί με Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 (βλ. τεκμήριο 21). Ο μάρτυρας επίσης ανάφερε ότι βασιζόμενος στις πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμού, ετοίμασε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 22) από την ημερομηνία της πρώτης ανάληψης στις 18/06/2010 μέχρι και τις 30/06/2020 και έχει αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα τα οποία οι ενάγοντες δεν αξιώνουν. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις δεν χρεώνεται τόκος υπερημερίας και περιορίζεται η αξίωση τόκου σε ποσοστό 7,5% αντί 10,5% που αξιώνεται με την αγωγή. Κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο αντίγραφο δημοσιεύματος στον ημερήσιο τύπο για την μεταβολή του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου (βλ. τεκμήριο 23). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρόντας όταν συνομολογήθηκαν οι επίδικες συμφωνίες. Είπε επίσης ότι ο πελάτης σταμάτησε να πληρώνει τις καθορισμένες δόσεις. Αυτό σύμφωνα με το τεκμήριο 4 θα γινόταν με αποκοπή από συγκεκριμένο τρεχούμενο λογαριασμό των εναγόμενων αρ. 1, ο οποίος όμως είπε δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι οι εναγόμενες αρ. 3 και 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν ούτε διευθυντές ούτε γραμματείς της εναγόμενης αρ. 1 και ανάφερε ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε επιστολές ή κατάλογος που να παραδόθηκαν στους εναγόμενες αυτές σε σχέση με τις σχετικές λεπτομέρειες του δανείου, την περιουσιακή κατάσταση της εναγόμενης αρ. 1 αλλά είπε ότι αυτές ήταν ενήμερες για όλα αυτά βάσει της απόφασης / έγκρισης τεκμήριο
- Είπε περαιτέρω ότι η τελευταία πληρωμή από την εναγόμενη αρ. 1 έγινε στις 29/12/2011 ενώ η προειδοποιητική επιστολή αποστάληκε στις 25/10/
- Όσον αφορά την υποθήκη τεκμήριο 9 της εναγόμενης αρ. 3, είπε ότι αυτή προϋπήρχε για άλλη προηγούμενη διευκόλυνση για αυτό και το επιτόκιο που φέρει είναι 8,5% ενώ για το επίδικο δάνειο 7%. Σήμερα, ανάφερε, δικαιούχος της πιο πάνω υποθήκης είναι η Gordian Holdings Limited αφού η Τράπεζα Κύπρου στις 30/05/2019 μετέφερε όλες τις υποχρεώσεις, εγγυήσεις και εξασφαλίσεις όπως την επίδικη σε αυτή. Δεν είδε όμως τον φάκελο του Κτηματολογίου ως έχει σήμερα για το ποιος είναι ο δικαιούχος της εν λόγω υποθήκης. Περαιτέρω, ο μάρτυρας παραπέμφθηκε στην παράγραφο 11 του τεκμηρίου 9 και ρωτήθηκε να πει κατά πόσο γνωρίζει ποια είναι τα ποσά των εξόδων που αναφέρονται εκεί με το μάρτυρα να απαντά ότι δεν γνωρίζει και να παραπέμπει στο υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού. Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι η αναφορά στην υποθήκη σε επιπλέον έξοδα και χρεώσεις αποτελεί παράβαση του Περί Υποθηκεύσεως Νόμου. Οι ίδιες θέσεις του υποβλήθηκαν και για τις υποθήκες τεκμήρια 10, 11, 12 και
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι το ηλεκτρονικό αρχείο που αφορά τον επίδικο λογαριασμό μεταφέρθηκε αυτούσιο ηλεκτρονικά από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ προς την Gordian Holdings Limited και διαφώνησε ότι το υπόλοιπο που παρουσιάζουν οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 21 και 22 και είναι λανθασμένο. Αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι δεν εκταμιεύθηκαν τα ισχυριζόμενα ποσά. Ο Μ.Ε.2, υπάλληλος των εναγόντων και προηγουμένως της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ανάφερε ότι οι σημερινοί ενάγοντες Gordian Holdings Limited, εξαγόρασαν τα επίδικα δάνεια και τις εξασφαλίσεις αυτών από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ βάσει των προνοιών του Άρθρου 18 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θεμάτων Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/
- Συστάθηκε Σχέδιο Διακανονισμού ημερομηνίας 20/05/2019, το οποίο επικυρώθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την έκδοση διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 372/2019 (βλ. τεκμήριο 25). Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω διατάγματος, η Gordian και η Τράπεζα Κύπρου στις 20/06/2019, απέστειλαν γραπτή ειδοποίηση προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, με την οποία αιτούνταν την καταχώρηση και εγγραφή της μεταβίβασης των επιδίκων υποθηκών στο σχετικό μητρώο. Η εν λόγω ειδοποίηση συνοδευόταν με την λίστα όλων των υποθηκών που ήταν εγγεγραμμένες προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και μεταβιβάστηκαν στην Gordian στις 30/05/2019, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων υποθηκών. Κατατέθηκε από το μάρτυρα αντίγραφο της ειδοποίησης ημερομηνίας 20/06/2019 και το μέρος των συνημμένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση (βλ. τεκμήριο 26). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι δεν χρειάζεται η συγκατάθεση των εναγόμενων για την μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων και των υποθηκών. Αυτό έγινε δυνάμει των προνοιών της επίδικης συμφωνίας δανείου, του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου και σε συνδυασμό με το διάταγμα, τεκμήριο
- Ο μάρτυρας διαφώνησε ότι η μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών έγινε κατά παράβαση του Περί Υποθηκεύσεως και Μεταβιβάσεως Νόμου και επέμενε στην πιο πάνω θέση του. Επίσης, είπε ότι δεν έχει οποιοδήποτε πιστοποιητικό του Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου που να επιβεβαιώνει την μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών αλλά γνωρίζει από τις έρευνες που έγιναν (searches) ότι στα αρχεία του Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου, οι επίδικες υποθήκες, τεκμήριο 8 - 13, εμφανίζουν ως ενυπόθηκο δανειστή την Gordian Holdings Ltd. Από την αντίπερα όχθη, o Μ.Υ.1 ανάφερε ότι είναι Ανώτερος Κτηματολογικός Λειτουργός εγγραφής στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στη Λευκωσία. Ουσιαστικά ο μάρτυρας είπε ότι οι επίδικες υποθήκες, τεκμήρια 8 - 13, κατόπιν αιτήματος της Gordian και της Τράπεζας Κύπρου με βάση το τεκμήριο 26, μεταβιβάστηκαν από τον Διευθυντή στην Gordian Holdings Ltd. Ο μάρτυρας είπε ότι επειδή επρόκειτο για μεγάλο αριθμό υποθηκών - γύρω στις 6,500 - ο Διευθυντής αποδέχτηκε τα έγγραφα που υποβλήθηκαν και έχει αποδεχτεί ότι έχει εφαρμοστεί στην πληρότητα του το Άρθρο 32 του Νόμου 9/65 το οποίο διέπει την μεταβίβαση υποθηκών. Στο μηχανογραφημένο αρχείο του Κτηματολογίου αναφέρεται ως ενυπόθηκος δανειστής η Gordian. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας υπόψη τις αρχές της νομολογίας (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 και Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). O Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία είναι σε γνώση τoυ και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του ένεκα της θέσης και ιδιότητας του, αρχικά στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και στη συνέχεια στους ενάγοντες. Δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση του. Η μαρτυρία του επίσης υποστηρίζεται από τα έγγραφα που κατάθεσε στο Δικαστήριο, η υπογραφή των οποίων δεν έτυχε αμφισβήτησης σε κανένα στάδιο κατά την αντεξέταση του. Εκείνο που ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ήταν κατά πόσο γνώριζε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας δανείου σε σχέση με τους όρους που θα περιελάμβανε, με το μάρτυρα να απαντά ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών και δεν γνωρίζει πέραν από όσα προκύπτουν από το φάκελο. Σημειώνεται ότι ουδέποτε του τέθηκε ρητώς ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν υπογράφηκαν από τους εναγόμενους ή προωθήθηκε τέτοια θέση κατά την αντεξέταση του. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του μάρτυρα ότι η εναγόμενη σταμάτησε να καταβάλλει τις μηνιαίες συμφωνηθείσες δόσεις καθότι ο λογαριασμός από τον οποίο θα αποκοπτόταν, ως αναφέρεται στο τεκμήριο 4, δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Παρά την μη κατάθεση κατάστασης εκείνου του λογαριασμού που να υποστηρίζει τη θέση του αυτή, εντούτοις ο μάρτυρας επέμενε σε αυτό και ουδέποτε του υποβλήθηκε η θέση ότι ο εν λόγω λογαριασμός είχε επαρκή υπόλοιπα και η Τράπεζα δεν τα απόκοπτε για κάποιο λόγο. Ούτε υποστηρίχθηκε τέτοια θέση από την εναγόμενη αρ. 1 με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Σημειώνεται επίσης ότι ο μάρτυρας ανάφερε ότι δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε επιστολές οι οποίες να παραδόθηκαν στους εγγυητές πριν την υπογραφή της επίδικης εγγύησης με τις οποίες να ενημερώνονταν για τις λεπτομέρειες του δανείου και την περιουσιακή κατάσταση της εναγόμενης αρ.1, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου 197
(1)/
- Επί τούτου, ο μάρτυρας παράπεμψε στην απόφαση/έγκριση και στην επίδικη συμφωνία δανείου, στην οποία είναι ενσωματωμένη η εγγύηση των εναγόμενων αρ. 2 -
- Το ζήτημα αυτό είναι νομικό και θα κριθεί κατωτέρω κατά την κατάληξη του Δικαστηρίου. Νομικά επίσης είναι και τα ζητήματα τα οποία τέθηκαν στον μάρτυρα σε σχέση με την περίληψη στις υποθήκες αναφορών για υποχρέωση του οφειλέτη σε καταβολή εξόδων ετοιμασίας και εκτέλεσης της υποθήκης και δικηγορικών εξόδων. Να σημειωθεί η θέση του μάρτυρα ότι οι εν λόγω υποθήκες ήταν συνδεδεμένες με το υπόλοιπο του επίδικου δανείου το οποίο και κάλυπταν. Πέραν των πιο πάνω, αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, το δικαίωμα των εναγόντων να αξιώνουν τις επίδικες θεραπείες και ουσιαστικά το δικαίωμα της μεταβίβασης σε αυτούς των δικαιωμάτων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Επί τούτου αμφισβητήθηκε η αποστολή και παραλαβή του τεκμηρίου αρ. 1, που είναι οι επιστολές προς τους εναγόμενους για υποβολή προσφοράς εντός 45 ημερών για εξόφληση της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και ότι αυτή ενδέχεται να πωληθεί. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι αυτές αποστάληκαν, θέση που υπό τις περιστάσεις μπορώ να αποδεχθώ. Η εν λόγω αλληλογραφία βρίσκεται στο αρχείο των εναγόντων μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα της παρούσας υπόθεσης, στο οποίο ο μάρτυρας αυτός έχει πρόσβαση και είναι στην κατοχή του. Κανένα από τα υπόλοιπα έγγραφα αμφισβητήθηκε αλλά ούτε υποβλήθηκε ούτε και έχει προκύψει οι εν λόγω επιστολές να είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων των εναγόντων ή ότι πρόκειται περί κατασκευασμένης μαρτυρίας. Περαιτέρω, η μαρτυρία αυτή δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων ή υποστηρίχθηκε ότι τέτοιες επιστολές δεν αποστάληκαν και ούτε παραλήφθηκαν (βλ. Παπαχριστοδούλου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση Αρ. 263/2010, Ημερ. 05/05/2015). Τέλος και σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, δεν υποδείχθηκε οποιαδήποτε ενδεχόμενη λανθασμένη καταχώριση προς το μάρτυρα. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι αμφισβητήθηκε η ορθότητα του υπολοίπου τόσο του τεκμηρίου 20 όσο και του τεκμήριο 21, που είναι η αναδομημένη κατάσταση κατά γενικό τρόπο. Αποδέχομαι όμως όλες τις θέσεις που ο μάρτυρας αυτός ανάφερε στο Δικαστήριο αναφορικά με τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού καθώς και τον τρόπο μεταφοράς τους στους σημερινούς ενάγοντες από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Σε σχέση με την βαρύτητα που θα προσδώσω στις εν λόγω καταστάσεις και κατά πόσο με αυτές αποδεικνύεται η αξίωση της ενάγουσας, θα αναφερθώ κατωτέρω στην κατάληξη μου. Σημειώνεται επίσης ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν πλήρως επεξηγηματικός του τρόπου που ετοίμασε τις αναδομημένες καταστάσεις τεκμήριο 21 καθώς και του περιεχομένου τους και του τόκου που χρεώνεται ο εν λόγω λογαριασμός. Άλλωστε τα όσα ανάφερε περί τούτων δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και όλα τα έγγραφα που κατάθεσε στο Δικαστήριο και την αποδέχομαι στην ολότητα της με τις πιο πάνω επισημάνσεις και επιφυλάξεις για τα ζητήματα στα οποία έτυχε αντεξέτασης. Ο Μ.Ε.2 κρίνω επίσης ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και τα γεγονότα τα οποία είναι σε γνώση του λόγω της θέσης και ιδιότητας του, τόσο στην Τράπεζα Κύπρου όσο και στους ενάγοντες. Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στην εξαγορά της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης από τους ενάγοντες καταθέτοντας το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/05/2019 στην Αίτηση Αρ. 372/19 Ε.Δ. Λευκωσίας (βλ. τεκμήριο 23) καθώς επίσης και στην διαδικασία μεταβίβασης, μεταξύ άλλων, και των επίδικων υποθηκών που ακολούθησαν οι ενάγοντες αποστέλλοντας σχετική επιστολή προς το Κτηματολόγιο (βλ. τεκμήριο 26). Η μαρτυρία του αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης και κρίνω ότι μπορώ να την αποδεχθώ. Το κατά πόσο η διαδικασία μεταβίβασης της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης έγινε νόμιμα ή όχι και η ενάγουσα απέκτησε δικαιώματα είναι ζήτημα το οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο κατωτέρω στην κατάληξη του. Το ίδιο ισχύει και για την νομιμότητα της μεταβίβασης των επίδικων υποθηκών. Σημειώνεται ότι κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του μάρτυρα αυτού ότι στα μητρώα του Κτηματολογίου για τις επίδικες υποθήκες εμφανίζεται ως ενυπόθηκος δανειστής η ενάγουσα. Ο μάρτυρας εξήγησε από πού πηγάζει αυτή η αναφορά του και συγκεκριμένα ότι είναι προϊόν γνώσης από έρευνες που έγιναν στο Κτηματολόγιο. Η θέση του αυτή άλλωστε εκτός του ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, η αξιολόγηση της οποίας ακολουθεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της με τις πιο πάνω επισημάνσεις. Από την αντίπερα όχθη ο Μ.Υ.1 κρίνω ότι ανάφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι σε γνώση του λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας. Δεν έχω διακρίνει ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση ή ότι ήθελε να βοηθήσει κάποιο από τους διαδίκους, ειδικότερα τους εναγόμενους που τον κάλεσαν. Αναφέρθηκε στη διαδικασία μεταβίβασης των επίδικων υποθηκών από το Διευθυντή του Κτηματολογίου και στον τρόπο που αυτή έγινε, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα με τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 9/
- Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν έτυχε ουσιαστικά αμφισβήτησης από την ενάγουσα και κρίνω ότι μπορώ να την αποδεχθώ και την αποδέχομαι. Ουσιαστικά εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, είναι ότι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου αφού έλαβε υπόψη του την αίτηση για μεταβίβασης των υποθηκών, τεκμήριο 26, όλα τα σχετικά έγγραφα και τις πρόνοιες της νομοθεσίας και του Άρθρου 32 του Ν. 9/65 και αφού έκρινε ότι ικανοποιούνταν οι πρόνοιες του, προχώρησε στην μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών στην ενάγουσα. Υπάρχει, είπε επίσης, πιστοποιητικό για την κάθε υποθήκη στο αρχείο του Κτηματολογίου με το οποίο εμφανίζεται ως ενυπόθηκος δανειστής η ενάγουσα. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και προκύπτει να αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων, τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι ως η μαρτυρία που προσκομίστηκε τόσο από τους μάρτυρες των εναγόντων όσο και από το μάρτυρα των εναγόμενων. Δεν χρειάζεται η επανάληψη και λεπτομερής καταγραφή τους. Θα αναφερθώ σε αυτά κατωτέρω κατά την κατάληξη μου και όπου χρειάζεται για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων που εγείρονται και προωθήθηκαν από την υπεράσπιση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Kατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση έχει παραχωρηθεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η Τράπεζα»), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξήγαγε και διεξάγει τραπεζικές εργασίας με σχετική άδεια, κάτι το οποίο προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου και δεν τυγχάνει αμφισβήτησης από τους εναγόμενους. Η εναγόμενη αρ. 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εκτέλεση κατασκευαστικών έργων ειδικής φύσης. Ο εναγόμενος αρ. 2, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι διευθυντής της εναγόμενης αρ. 1 και η εναγόμενη αρ. 5, η γραμματέας. Σήμερα ο εναγόμενος αρ. 2 είναι και γραμματέας (βλ. τεκμήριο 24). Οι εναγόμενες αρ. 3 και 4, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν αξιωματούχοι της εναγόμενης αρ.
- Στις περιπτώσεις κατ' ισχυρισμό τραπεζικού χρέους, τα βασικά γεγονότα τα οποία χρήζουν απόδειξης ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι: α) Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της, β) Η παράβαση όρου της σύμβασης, και γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829). Προτού προχωρήσω όμως να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω βασικά γεγονότα και να εξετάσω τις εισηγήσεις της υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ορθό να ξεκινήσω από την εξέταση της υπόστασης της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση και το δικαίωμα της να αξιώνει τις θεραπείες της αγωγής. Ο συνήγορος των εναγόμενων κατά την αγόρευση του αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται να προωθεί την παρούσα διαδικασία και ότι όντως απέκτησε δικαιώματα επί των επίδικων συμβάσεων. Όφειλαν οι ενάγοντες, συνεχίζει, να είχαν προβεί σε τροποποίηση της αγωγής δυνάμει των προνοιών της Δ.12, Θ.4 και η καταχώρηση στο φάκελο σχετικής ειδοποίησης δεν είναι αρκετή για να αποκτήσει δικαιώματα επί της απαίτησης στην αγωγή. Έχει προκύψει ότι η ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη εταιρεία με άδεια λειτουργίας ως εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, Ν. 169(Ι)/15 (βλ. τεκμήριο 3). Με βάση την ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία, προκύπτει επίσης ότι στο Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και της Gordian Holdings Limited, ενάγουσας, το οποίο επικυρώθηκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου στην Αίτηση Αρ. 372/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 23/05/2019 (βλ. τεκμήριο 25) περιλαμβάνονται και οι επίδικες συμφωνίες. Επομένως και σύμφωνα με το Άρθρο 18
(3)(α) και (β) του Νόμου 169(Ι)/2015, η ενάγουσα υποκατέστησε την Τράπεζα ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της δυνάμει των επίδικων συμφωνιών και εξασφαλίσεων. Σημειώνεται ότι η επικύρωση του εν λόγω Σχεδίου Διακανονισμού προϋποθέτει ότι νόμιμα η ενάγουσα απέκτησε τα εν λόγω δικαιώματα και αφού ακολουθήθηκε η νενομισμένη διαδικασία με βάση το Νόμο (βλ. Άρθρο 18
(1)(α) και (β)). Εκ του περισσού αναφέρεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί οι σχετικές επιστολές που έπρεπε να αποσταλούν με βάση το Νόμο πριν από την πώληση και εξαγορά του επίδικου δανείου και των εξασφαλίσεων (βλ. τεκμήριο 1) καθώς επίσης και σχετική επιστολή ενημέρωσης μετά την εν λόγω πώληση και εξαγορά από την ενάγουσα συμφώνως του Άρθρου 19 του Νόμου (βλ. τεκμήριο 2). Ό,τι στην ουσία αμφισβητείται από τους εναγόμενους είναι η διαδικασία αντικατάστασης της Τράπεζας από την ενάγουσα που έγινε στο Δικαστήριο. Στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει η ειδοποίηση ημερομηνίας 18/11/2019 με την οποία ειδοποιείται ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου για την μεταβίβαση και υποκατάσταση της Τράπεζας από την ενάγουσα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 18
(4)του Νόμου καθώς επίσης και δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε από το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/05/2019. Το Άρθρο 18
(4)του Νόμου, έχει ως ακολούθως: «
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναταινα καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος:» Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου, ότι ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε Νόμου, ο τρόπος με τον οποίο θα γινόταν η εν λόγω υποκατάσταση είναι με την απλή καταχώρηση της ειδοποίησης χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή τροποποίηση. Ως είναι γνωστό επίσης ο Νόμος έχει αυξημένη ισχύ έναντι διαδικαστικών κανονισμών και συγκεκριμένα των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Παρά τις αναφορές του συνηγόρου στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, εντούτοις δεν εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας του Νόμου. Επιπρόσθετα, η εισήγηση αυτή παραγνωρίζει το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού. Αυτό διάτασσε, μεταξύ άλλων, όπως η μεταβίβαση, υποκατάσταση και συνέχιση οποιαδήποτε διαδικασίας να γίνεται με την σχετική γραπτή ειδοποίηση χωρίς περαιτέρω έγκριση του Δικαστηρίου. Το εν λόγω διάταγμα είναι δεσμευτικό για το Δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αναθεώρησης ή διαφοροποίησης του (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Λοϊζίδη κ.α. v. Περατικού, Πολ. ECLI:CY:AD:2019:D149, Αίτηση Αρ. 32/19, ημερ. 17/04/2019). Επομένως, καταλήγω ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα διαδικασία και νόμιμα και νομότυπα υποκατέστησε την Τράπεζα στην παρούσα αγωγή με την καταχώρηση της σχετικής ειδοποίησης. Θα προχωρήσω κατωτέρω να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω βασικά γεγονότα, έχοντας όμως κατά νου τα όσα έχουν προβληθεί από την υπεράσπιση κατά τη δίκη και τα όσα προωθούν με την αγόρευση του συνηγόρου τους. Με αυτή ουσιαστικά οι εναγόμενοι επικεντρώνονται στην ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης καθότι δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου 197
(1)/2003, στην ακυρότητα των υποθηκών καθότι παραβιάζουν τις πρόνοιες της Νομοθεσίας και συγκεκριμένα του Άρθρου 21
(1)(γ) του Νόμου 9/65 και στη μη απόδειξη του αξιούμενου υπολοίπου. Οι εναγόμενοι επίσης ισχυρίζονται ότι δεν έγινε η μεταβίβαση των υποθηκών νόμιμα και νομότυπα στο όνομα τους και κατ' επέκταση δεν έχουν δικαίωμα να αξιώνουν διατάγματα εκποίησης τους. Επίδικη Συμφωνία Δανείου: Με βάση την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία, έχει αποδεχθεί η ορθή εκτέλεση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 04/06/2010, μεταξύ της Τράπεζας και της εναγόμενης αρ. 1 (βλ. τεκμήριο 6). Αυτή υπογράφεται τόσο από την Τράπεζα όσο και από την εναγόμενη αρ. 1 - φέρει την σφραγίδα της και την υπογραφή του διευθυντή της, εναγόμενου αρ. 2 κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης (βλ. τεκμήριο 5). Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε ρητά στη μαρτυρία του ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 υπέγραψαν τη εν λόγω συμφωνία, πέραν από την προσκόμιση και παρουσίαση της εν λόγω συμφωνίας στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του, πέραν από τη θέση κατά πόσο ο ίδιος ήταν παρόντας κατά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας και κατά πόσο γνώριζε τι διαμείφθηκε κατά τη συνομολόγηση των όρων αυτής, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η θέση του ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία δανείου. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ρητή θέση του μάρτυρα αυτού περί υπογραφής της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους αρ. 1, η οποία δεν αμφισβητήθηκε κάτι που διαφοροποιεί τα γεγονότα από αυτά της απόφασης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. 1. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλούμη κ.α.
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1347. Σε εκείνη την υπόθεση πέραν της άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων στο δικόγραφο τους, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος για τους ενάγοντες αμφισβητήθηκε ρητά το περιεχόμενο των εγγράφων αλλά και η εμπλοκή των εφεσίβλητων σ' αυτά. Ούτε η απόφαση στην Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. ΕΤ Αutospares Enterprises Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 843, την οποία ο συνήγορος των εναγόμενων επικαλείται έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Εκεί το επίδικο ζήτημα ήταν η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και υπήρχε ισχυρισμός για πλαστογραφία. Κατατέθηκε μόνο η συμφωνία ενοικιαγοράς χωρίς την παρουσίαση οποιαδήποτε θετικής μαρτυρίας για την υπογραφή της. Στην παρούσα ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε θετικά και ρητά περί υπογραφής της επίδικης συμφωνίας από τους εναγόμενους αρ. 1 χωρίς να τύχει αμφισβήτησης η μαρτυρία του αυτή και/ή να ερωτηθεί από πού πηγάζει η γνώση του αυτή. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης των εναγόμενων αρ. 1, εκείνο το οποίο προβάλλεται δεν είναι ρητή άρνηση της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Οι εναγόμενοι αρ. 1 παραδέχονται ότι υπέγραψαν μια αίτηση για την παραχώρηση σε αυτούς δανείου και/ή δάνειο τακτής προθεσμίας και/ή οι ενάγοντες να της δίνουν πιστώσεις ή να παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις με επιφύλαξη των ισχυρισμών τους σε ότι αφορά την εγκυρότητα και/ή την νομιμότητα και/ή την εφαρμοστότητα της ισχυριζόμενης συμφωνίας ημερ. 04/06/
- Εκείνο το οποίο προκύπτει να αρνούνται κατηγορηματικά είναι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού και να ισχυρίζονται ακυρότητα της εν λόγω συμφωνίας. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου. Με βάση τους όρους λοιπόν του τεκμηρίου 6, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε η παραχώρηση δανείου στην εναγόμενη αρ. 1 ύψους €360.000,00 το οποίο θα αποπληρωνόταν σε 10 χρόνια με 120 μηνιαίες δόσεις εκ €4.204,72 η καθεμιά, εκτός αν η Τράπεζα ζητούσε άμεση εξόφληση. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 07/07/2010 και οι υπόλοιπες την 7ην κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 07/06/
- Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το Βασικό Επιτόκιο Επιχειρήσεων της Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 2,750%. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν στο 7%. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η Τράπεζα άνοιξε το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX6181 και παραχώρησε στην εναγόμενη αρ. 1 το πιο πάνω ποσό του δανείου. Δεν προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο να συνιστά ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας ή συναλλαγής καθώς και των όρων αυτής. Ούτε προωθήθηκε τέτοια θέση κατά τη δίκη ή με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τους εναγόμενους αρ.
- Επίδικη Εγγύηση: Έχει περαιτέρω προκύψει ότι την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση, εγγυήθηκαν προσωπικά οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 με την υπογραφή εγγυητήριου εγγράφου, το οποίο βρίσκεται ενσωματωμένο στην συμφωνία για την παραχώρηση του επίδικου δανείου (βλ. τεκμήριο 6). Σε αυτό συμφωνείται ρητά ότι οι ευθύνη των εγγυητών θα ήταν για το συνολικό ποσό του δανείου πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα μέχρι τελείας εξόφλησης. Επαναλαμβάνονται τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Οι εναγόμενοι αρ. 2, 4 και 5 επίσης εκείνο το οποίο στην ουσία προβάλλουν με την Έκθεση Υπεράσπισης τους είναι την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας για τους λόγους που παραθέτουν και μάλιστα ανταπαιτούν την ακύρωση της. Πέραν των πιο πάνω, δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε εύρημα του Δικαστηρίου ή τέτοια γεγονότα τα οποία να υποστηρίζουν τα όσα οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 επικαλούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης τους περί ακυρότητας της συμφωνίας εγγύησης. Οι εναγόμενοι αρ. 2 - 5 δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν, ούτε υποστήριξαν τους εν λόγω ισχυρισμούς τους με οποιαδήποτε μαρτυρία. Το μόνο το οποίο προώθησαν από τις δικογραφημένες τους θέσεις περί ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης είναι τη θέση ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου 197
(1)/
- Επίσης, επικαλούνται τις πρόνοιες του Άρθρου 91 και 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 για να στηρίξουν την ακυρότητα τους. Έχει προκύψει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι δεν παραδόθηκε στους εναγόμενους αρ. 3, 4 και 5 οποιαδήποτε επιστολή με τις λεπτομέρειες του δανείου και την οικονομική κατάσταση των εναγόμενων αρ.
- Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Νόμος 197
(1)/2003 δεν καλύπτει την περίπτωση του εναγόμενου αρ. 2. Αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και μέχρι σήμερα είναι ο διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης αρ. 1 εταιρείας και πρωτοφειλέτριας (βλ. επιφύλαξη του Άρθρου 3
(1)του Νόμου). Εφαρμόζεται όμως στην περίπτωση των εναγόμενων αρ. 3, 4 και 5 και είναι για αυτούς που ο συνήγορος των εναγόμενων ισχυρίζεται ακυρότητα της επίδικης εγγύησης. Το Άρθρο 5 του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Ν. 197
(1)/2003, έχει ως ακολούθως: «5. Προτού ο προτιθέµενος εγγυητής υπογράψει σύµβαση εγγύησης σε σχέση µε την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέµενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέµενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του — (α) Επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά µε την παροχή της εγγύησης: (
- i)To ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάµει της συµφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθµιση σε σχέση µε τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωµής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
- ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωµής σε περίπτωση αποπληρωµής του δανείου τµηµατικώς και η ηµεροµηνία ή η προθεσµία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάµει της συµφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάµει της συµφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερηµερίας του πρωτοφειλέτη στην αποληρωµή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωµής ή αθέτισης της υπόσχεσης ή υποχρέωσης του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαµβανόµενα στην εν λόγω συµφωνία, (
- iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόµατα τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισµένως, θα παρέχει την εγγύηση του στον πιστωτή σε σχέση µε ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάµει της συµφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύηση του µόνο για καθορισµένο µέρος του εν λόγω ποσού. (β) Γραπτή δήλωση του προτιθέµενου πρωτοφειλέτη σχετικά µε όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέµενου πρωτοφειλέτη, περιλαµβανοµένων των λεπτοµερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν µε τη σύναψη της συµφωνίας δανείου.» Ο συνήγορος των εναγόμενων 3, 4 και 5 υποστηρίζει με την αγόρευση του ότι η παράβαση αυτή των νομοθετικών προνοιών από την Τράπεζα συνιστά ακυρότητα της επίδικης εγγύησης. Είχε υποχρέωση αναφέρει, η Τράπεζα να συμμορφωθεί και επεκτείνει το όλο ζήτημα συνδέοντας το με παράβαση νομοθετικού καθήκοντος το οποίο ενεργοποιεί δικαίωμα έγερσης αγωγής, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Τούτο το έχουν πράξει οι εναγόμενοι ισχυρίζεται με την καταχώρηση Ανταπαίτησης με την οποία ζητείται η ακύρωση της εγγύησης. Εξετάζοντας τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου αλλά και όλο το Νόμο εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι αυτός, σκοπό είχε να παράσχει στην συγκεκριμένη κατηγορία εγγυητών προστασία, τόσο πριν την υπογραφή μιας εγγύησης όσο και μετά κατά την εκτέλεση της (βλ. Άρθρα 9 και 10 του Νόμου). Σε σχέση με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, εκείνο το οποίο προνοείται και ρυθμίζεται είναι η διαδικασία πριν την υπογραφή της εγγύησης από συγκεκριμένη κατηγορία εγγυητών που καλύπτει ο Νόμος και ότι ο πιστωτής παραδίδει επιστολή με τις ως άνω προβλεπόμενες λεπτομέρειες προς τον εγγυητή. Τούτη η πληροφόρηση για τις λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης που το φυσικό πρόσωπο θα παράσχει εγγύηση και για την περιουσιακή κατάσταση του πρωτοφειλέτη, σκοπό έχει στο να παράσχει προστασία στον εγγυητή και συγκεκριμένα στο να ενημερωθεί για κάθε λεπτομέρεια που αφορά την πιστωτική διευκόλυνση που θα παρασχεθεί και την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, έτσι ώστε, αφού έχει αυτή την ολοκληρωμένη εικόνα να μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα κατά πόσο θα προχωρήσει με την παροχή της εγγύησης και την εν τέλει υπογραφή σχετικής σύμβασης. Αυτός, θεωρώ, είναι ο σκοπός και το πνεύμα της πιο πάνω νομοθεσίας και ζητήματα ακυρότητας της εγγύησης λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 5, δεν μπορεί να είναι ασύνδετα με τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου και των αρχών του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας. Το Άρθρο 5 αλλά και οι υπόλοιπες πρόνοιες της εν λόγω Νομοθεσίας δεν προνοούν ότι μη τήρηση των προνοιών του θα συνιστά αυτόματα και ακύρωση της εγγύησης. Δηλαδή, πουθενά στο Νόμο αναφέρεται ότι η παράλειψη τήρησης της εν λόγω υποχρέωσης από τον πιστωτή, θα καθιστά την εγγύηση ως άκυρη εξ' υπαρχής (void ab initio). Στις περιπτώσεις που ο εν λόγω Νόμος ήθελε να θεσμοθετήσει συνέπειες από τη μη συμμόρφωση του και δη ακυρότητα της εγγύησης, το έπραξε ρητώς, τηρουμένου όμως των προνοιών του Περί Συμβάσεων Νόμου. Παραπέμπω στις πρόνοιες του Άρθρου 12
(3)του Νόμου το οποίο ρητά αναφέρει: «Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαµβανόµενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου— (α) Θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις πιστωτή προς τον εγγυητή µέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συµβάσεων Νόµου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύµβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση µε την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάµει του περί Συµβάσεων Νόµου σε σχέση µε παραβίαση ουσιώδους όρου σύµβασης από αντισυµβαλλόµενο. Παραπέμπω επίσης στο Άρθρο 4 του Νόμου που αναφέρεται στο πότε μια σύμβαση δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή. Κρίνω ότι η παράλειψη της Τράπεζας να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 από μόνη της δεν μπορεί να συνιστά ακυρότητα της επίδικης εγγύησης εξ' υπαρχής. Ούτε έχει προκύψει ότι οι εναγόμενοι προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα τερματισμού της επίδικης εγγύησης πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής λόγω της παράβασης αυτής της υποχρέωσης της Τράπεζας. Ούτε έχει υποστηριχθεί καθοιονδήποτε τρόπο από τους εναγόμενους ενώπιον του Δικαστηρίου ότι επηρεάστηκε η βούληση τους κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης λόγω της παράβασης αυτού του καθήκοντος της Τράπεζας. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η συμφωνία εγγύησης είναι ενσωματωμένη στην επίδικη συμφωνία δανείου και στην οποία υπήρχαν όλοι οι όροι και λεπτομέρειες της πιστωτικής διευκόλυνσης καθώς επίσης και η προτροπή για λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής πριν από την υπογραφή της. Όσον αφορά τη θέση ότι η παρούσα ανταπαίτηση αφορά παράβαση νομοθετικού καθήκοντος το οποίο δίδει δικαίωμα για αγωγή, κρίνεται επίσης αβάσιμη. Χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο να ενδιατρίψει στις πρόνοιες του συγκεκριμένου Άρθρου και Νόμου για να διαπιστωθεί κατά πόσο, παράβαση του δίδει δικαίωμα στους εναγόμενους αρ. 3, 4 και 5 έγερσης αγωγής, οι θεραπείες από την παράβαση ενός τέτοιου νομοθετικού καθήκοντος αφορούν κυρίως σε αποζημιώσεις εφόσον αποδειχθεί ότι η παράβαση του από τους ενάγοντες συνδέεται με τη ζημιά που έχουν υποστεί οι εναγόμενοι. Επίσης, η παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος ως αιτία αγωγής, είναι ξεχωριστή από οποιαδήποτε άλλη αιτία αγωγής και απαιτεί συγκεκριμένη δικογράφηση με την οποία να αναφέρεται η παράβαση συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης για την οποία ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα και η παράβαση αυτή να είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (Ελπινίκη Παναγή κ.α v. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, London Passenger Transport Board v. Upson
(1949)A.C. 155 και Βullen & Leake: Precedents of Pleadings 12η έκδοση, σελ. 59 - 60). Η παρούσα ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 3, 4 και 5 δεν είναι επί των πιο πάνω που βασίζεται. Εκείνο το οποίο αξιώνεται είναι η ακύρωση της σύμβασης εγγύησης λόγω παράλειψης των εναγόντων να τους παραδώσουν τη συγκεκριμένη επιστολή πριν την υπογραφή της επίδικης εγγύησης. Ισχυρίζονται ακυρότητα δηλαδή εξ' υπαρχής της επίδικης εγγύησης λόγω της παράβασης της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης (που δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο στο Νόμο) και όχι θεραπείες δυνάμει του αστικού αδικήματος της παράβασης του θεσμοθετημένου καθήκοντος. Πέραν των πιο πάνω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ακυρότητα της επίδικης εγγύησης λόγω αλλαγής ή μεταβολής των όρων της χωρίς την συγκατάθεση τους και επικαλούνται τα Άρθρα 91 και 97 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
- Επικαλούνται επανέγκριση του ορίου και αύξηση του επιτοκίου από 7% σε 7,5% με την τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 28/11/2011 χωρίς την συγκατάθεση των εγγυητών. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, προφανώς δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ο συνήγορος αναφέρεται σε επανέγκριση ορίου και σε τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 28/11/
- Η παρούσα υπόθεση αφορά δάνειο και ουδεμία τέτοια τροποποιητική συμφωνία έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω βάση πραγματικών γεγονότων δεν προκύπτει από οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν αφορά την παρούσα υπόθεση. Ουδεμία επίσης μαρτυρία έχει προκύψει με την οποία να διαφοροποιούνται ουσιωδώς οι όροι της επίδικης συμφωνίας, ως τάσσει η σχετική νομολογία στην οποία ο ίδιος ο συνήγορος παραπέμπει και ένεκα αυτής να παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματα των εγγυητών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2004)1 Α.Α.Δ. 83, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180 και Pauline Burnes v. Trade Credits Ltd
(1981)1 W.L.R. 805). Κατά συνέπεια όλων των πιο πάνω, κρίνω έγκυρη και δεσμευτική τη σύμβαση εγγύησης. Επίδικες Υποθήκες: Oι εναγόμενοι αρ. 1, 2, 4 και 5 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους παραδέχονται την σύσταση των Υποθηκών XXXXX/10 και XXXXX/10 ημερομηνίας 20/06/2010 εκ μέρους του εναγόμενου αρ. 2 καθώς επίσης της Υποθήκης με αρ. XXXXX/09 εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 4 ημερομηνίας 24/12/2009 (βλ. τεκμήρια 12, 13 και 11). Ο Μ.Ε.1 περαιτέρω ανάφερε ότι συστάθηκαν και οι Υποθήκες XXXXX/09 ημερομηνίας 17/05/2009 και XXXXX/09 εκ μέρους της εναγόμενης αρ. 3, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου επίσης κατατέθηκαν οι εν λόγω Υποθήκες ως τεκμήρια 9 και 10. Είναι κοινό έδαφος επίσης ότι όλες οι πιο πάνω υποθήκες θα εξασφάλιζαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης αρ. 1, συμπεριλαμβανομένου και της επίδικης συμφωνίας δανείου. Αυτό προκύπτει άλλωστε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης αλλά και από το περιεχόμενο των ιδίων των υποθηκών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον όρο 2 του εγγράφου υποθήκης που συνοδεύει εκάστη από αυτές, αυτές θα εξασφάλιζαν «..κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα ...». Η υποθήκη μπορεί να συσταθεί ως ασφάλεια υφιστάμενης, μελλοντικής ή υπό αίρεση υποχρεώσεως. Το Άρθρο 22
(1)του πιο πάνω Νόμου προνοεί ότι «Υποθήκη δύναται να συσταθή ως ασφάλεια διά την εκ πλήρωσιν υφισταµένης, µελλούσης, ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβάνοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού.» (βλ. επίσης Ιωάννης Νικόλα Χ΄΄Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 949). Η εναγόμενη αρ. 3 με την ξεχωριστή Έκθεση Υπεράσπισης της δεν εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα ακυρότητας των επίδικων Υποθηκών που παραχώρησε προς όφελος της Τράπεζας, παρά μόνο ισχυρίζεται ότι αυτές παραχωρήθηκαν για άκυρες συμβάσεις λόγω παράνομων χρεώσεων. Αμφισβητείται η εγκυρότητα όμως των Υποθηκών που παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους αρ. 2 και 4, ως ανωτέρω αναφέρθηκαν καθότι παραβιάζουν τις πρόνοιες του Νόμου 9/65 για τους λόγους που επικαλούνται στην παράγραφα 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, υπό στοιχεία Α - Δ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι το εξασφαλισμένο ποσό δεν είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή σε ημερομηνία που δύναται να καθοριστεί, ότι το εξασφαλισμένο ποσό δεν είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να προσδιοριστεί, ούτε ο προνοούμενος τόκος. Ο συνήγορος των εναγομένων αρ. 2, 4 και 5 στην αγόρευση του αναφέρεται στις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)γ) του Νόμου 9/65 για να ισχυριστεί ότι οι επίδικες υποθήκες δεν συστάθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του και ότι η αοριστία του ποσού που καλύπτουν παραβιάζει το αναφαίρετο δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη για εξαγορά ανά πάσα στιγμή, γνωστό ως δόγμα του Equity of Redemption. To Άρθρο 21
(1)(γ) του Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτου Νόμου, Ν. 9/65 έχει ως ακολούθως: «21.—
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηµατολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαµβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ................................ (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν µελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβανοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού, δέον όπως τυγχάνη καθορισµού το µέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη·» Το δε Άρθρο 5
(1)του Νόμου προνοεί ότι «Ουδεµία µεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συµφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόµου.» Eξετάζοντας τις επίδικες Υποθήκες τεκμήρια 11 - 13 και τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκης, το περιεχόμενο των οποίων είναι το ίδιο, αναφέρεται ρητώς το ποσό το οποίο αυτές εξασφαλίζουν και το οποίο θα ήταν πληρωτέο σε συγκεκριμένη ημερομηνία πλέον συγκεκριμένο ποσοστό τόκου κατά την συνομολόγηση τους πλέον τα σχετικά έξοδα σε περίπτωση που ληφθούν νομικά μέτρα για την ανάκτηση του, με την επιφύλαξη ότι θα διέπονται από τους όρους του εγγράφου υποθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος τους. Οι σχετικοί όροι των επισυναπτόμενων εγγράφων είναι οι όροι 4 και
- Ο όρος 4 του τεκμηρίου 11 αναφέρει «Η Τράπεζα δικαιούται από την 04/12/2009 οπότε και είμαι υπόχρεος/η προσωπικά να πληρώσω το ποσό των €385,000 (ΤΡΙΑΚΟΣΙΕΣ ΟΓΔΟΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ 00/100 Ευρώ) επιπλέον τόκους, προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα όπως αναγράφονται στην παράγραφο 12, να πωλήσει....». Ο ίδιος όρος 4 περιλαμβάνεται και στα τεκμήρια 12 και 13 με διαφοροποίηση την ημερομηνία καταβολής του ποσού και το ποσό που κάλυπταν. Ο δε όρος 12 του τεκμηρίου 11 αναφέρει «Το ανώτατο ποσό με το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο θα παραμείνει απλήρωτο κατά την ημέρα της εκποίησης αυτής της υποθήκης σχετικά με τις υποχρεώσεις που για την εξασφάλιση τους γίνεται αυτή η υποθήκη με συνολικό ποσό κεφαλαίου που δεν ξεπερνά τις €385,000(ΤΡΙΑΚΟΣΙΕΣ ΟΓΔΟΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ 00/100 Ευρώ). Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής τους, θα κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες, κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την παρούσα υποθήκη προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρό, μεταξύ του Πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα. Νοείται ότι οι πρόνοιες της παραγράφου αυτής ουδόλως επηρεάζουν το δικαίωμα της Τράπεζας να απαιτήσει την πληρωμή των τόκων». Ο ίδιος όρος 12 υπάρχει και στα τεκμήρια 12 και 13 με διαφοροποίηση του ποσού. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι καθορίζεται το μέγιστο ποσό της υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη, η ημερομηνία καταβολής του και οι τόκοι, συμφώνως των προνοιών του Νόμου. Επίσης, η υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη διασυνδεόταν με την πιστωτική διευκόλυνση που κάλυπτε η υποθήκη, σύμφωνα με τον όρο 2, δηλαδή το επίδικο δάνειο κάτι το οποίο ήταν συγκεκριμένο καθώς επίσης και οι επιβαλλόμενοι σε αυτό τόκοι και χρεώσεις. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αοριστία του ποσού που εξασφάλιζαν οι επίδικες υποθήκες ή των τόκων. Να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί ζήτημα ότι ο επιβαλλόμενος για το δάνειο τόκος δεν θα μπορούσε να εξακριβωθεί ανά πάσα στιγμή από τους ενυπόθηκους οφειλέτες (βλ.
- χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited, ECLI:CY:AD:2020:A111, Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2013, Ημερομηνίας 07/04/2020). Όσον αφορά το δόγμα του equity of redemption και το δικαίωμα εξαγοράς του ενυπόθηκου οφειλέτη, ενυπάρχει, είτε ρητώς είτε σιωπηρός σε μια σύμβαση υποθήκης. Εκείνο το οποίο δεν επιτρέπεται είναι η περίληψη όρου σε μια υποθήκη η οποία να απαγορεύει ή να καθιστά αδύνατη την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς και ανάκτησης της περιουσίας του. Οποιοσδήποτε τέτοιος όρος (clog) ή όρος που θα απολήγει σε αποστέρηση αυτού του δικαιώματος είναι άκυρος (βλ. Jones v. Morgan [2001] All ER (D) 314). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν τέτοια δικογραφημένη θέση, παρά την προσπάθεια τους να την υποστηρίξουν μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου τους και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο (βλ.
- χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited (ανωτέρω). Οι ισχυρισμοί στο δικόγραφο τους, όπως έχουν παρατεθεί ανωτέρω, αφορούν την παραβίαση των προνοιών του Νόμου και οι οποίες εξετάστηκαν ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση έχει κριθεί ότι οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης έγιναν συμφώνως του Νόμου και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αοριστία στα ποσά που εξασφαλίζουν, ούτε έχει υποδειχθεί ή προκύψει ότι με τους όρους της επίδικης υποθήκης αποστερείται το δικαίωμα αυτό του εναγόμενου. Το ποσό και το επιτόκιο έχει αναφερθεί ανωτέρω ότι είναι προσδιορισμένα και πουθενά στην συμφωνία υποθήκης περιλαμβάνεται όρος που να απαγορεύει ή να καθιστά αδύνατη την εξαγορά, κατ' αντίθεση με τις αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει ο συνήγορος των εναγόμενων (βλ. Reeve v. Lisle [1902] AC 461, Fairclough v Swan Brewery [1912] AC 565, Cityland and Property Ltd v. Dabrah [1968] CH 166 και Noakes & Co Ltd v. Rice [1902] AC 24). Πέραν των πιο πάνω, συνήγορος των εναγόμενων, ισχυρίζεται στην αγόρευση του ότι δεν ακολουθήθηκε η ρητή διαδικασία που προνοείται στο Νόμο 9/65 για τη μεταβίβαση των υποθηκών και κατ' επέκταση δεν έχει αποδειχθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/65 ότι οι ενάγοντες απέκτησαν οποιαδήποτε δικαιώματα επί των υποθηκών. Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλείται τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 9/
- Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά επί του προκειμένου. Έχει προκύψει τόσο από τη μαρτυρία των εναγόντων όσο και από τη μαρτυρία των εναγόμενων, ότι κατόπιν αίτησης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας εταιρείας, η οποία ήταν ο αρχικός ενυπόθηκος δανειστής και των εναγόντων (βλ. τεκμήριο 26) και αφού παρουσιάστηκαν τα αναγκαία στοιχεία, ο Διευθυντής έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 9/65 και προχώρησε στη μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών επ' ονόματι των εναγόντων. Στο αρχείο και σύστημα του Κτηματολογίου, έχει προκύψει από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία και μάλιστα και από αυτή που προσκόμισε η πλευρά των εναγόμενων ότι ως ενυπόθηκος δανειστής εμφανίζεται η ενάγουσα και κατά συνέπεια έχει δικαίωμα να αξιώνει την εκποίηση τους. Εκείνο το οποίο επιχειρούν οι εναγόμενοι να πράξουν με το επιχείρημα αυτό, δεδομένων των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, είναι τον έλεγχο της απόφασης του Διευθυντή να προχωρήσει με την μεταβίβαση των επίδικων υποθηκών, κάτι το οποίο μόνο με Αίτηση Έφεση μπορούσαν να το πράξουν δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 51 του Νόμου 9/65 και όχι μέσω της παρούσας αγωγής. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η κατάληξη είναι ότι οι επίδικες υποθήκες είναι έγκυρες, μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι των εναγόντων και οι οποίοι έχουν δικαίωμα να αξιώνουν την εκποίηση τους, ως οι ενυπόθηκοι πλέον δανειστές. Συμφωνία Εκχώρησης: Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία ότι το επίδικο δάνειο θα εξασφαλιζόταν από την εκχώρηση των δικαιωμάτων της εναγόμενης αρ. 1 επί του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22/10/
- Κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την εν λόγω συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 24/11/2008 η οποία υπογράφτηκε από την εναγόμενη αρ. 1 και τους πωλητές (βλ. τεκμήριο 14) καθώς επίσης και το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/10/2008 (βλ. τεκμήριο 16). Η μαρτυρία του αυτή δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης, ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση στο Δικαστήριο σε σχέση με τη συμφωνία εκχώρησης. Τερματισμός επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτηση εξόφλησης του υπολοίπου: Δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ο νόμιμος και νομότυπος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου και ότι τα αξιούμενα ποσά έχουν καταστεί απαιτητά, τόσο από την εναγόμενη αρ. 1 όσο και από τους εγγυητές, εναγόμενους αρ. 2 -
- Σε κάθε περίπτωση έχει προκύψει ότι η εναγόμενη αρ. 1 παρέλειπε να καταβάλλει τις συμφωνημένες δόσεις αποπληρωμής του δανείου από τον Δεκέμβριο 2011 και οι ενάγοντες, αφού προηγήθηκε προειδοποιητική επιστολή προς όλους τους εναγόμενους στις 25/12/2012 (βλ. τεκμήριο 18) χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση, στις 18/12/2012 η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε και αξιώθηκε η καταβολή του υπολοίπου του λογαριασμού δανείου, με σχετική επιστολή των εναγόντων (βλ. τεκμήριο 19). Τούτο προκύπτει να έγινε σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας (βλ. όρο 5 του τεκμηρίου 6 σε σχέση με το δικαίωμα της Τράπεζας να καταστήσει απαιτητό το χρέος). Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν στις διευθύνσεις όλων των εναγόμενων οι οποίες αναγράφονται στη συμφωνία δανείου και εγγύησης και οι οποίες δεν επιστράφηκαν πίσω (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 και Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v.
- Arena Motor Show Ltd, δια του Προσωρινού Εκκαθαριστή τους και Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολιτική Έφεση Αρ. 84/2009, Ημερ. 02/10/2015). Σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητείται, τόσο η αποστολή όσο και η παραλαβή των εν λόγω επιστολών. Οφειλόμενο υπόλοιπο: Ο Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, το τεκμήριο 21, οι οποίες ξεκινούν από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι 30/06/
- Ο μάρτυρας ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η Τράπεζα διατηρεί τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα το οποίο τηρείται για το τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούσαν όλους τους λογαριασμούς των πελατών της Τράπεζας συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου δανείου. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από την Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του μέχρι και τις 29/05/2019, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Τράπεζας και καθ' όλον το χρόνο βρισκόταν και βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Τράπεζας και υπό τον έλεγχο της. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για το επίδικο δάνειο, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. Όλες οι συναλλαγές του επίδικου δανείου είναι καταχωρημένες στο αρχείο συναλλαγών / πράξεων, οι οποίες αποτελούσαν το αρχείο καθώς επίσης και το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας μέχρι και τις 29/05/2019, ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα υποκαταστάθηκε από την ενάγουσα και ακολούθως αποτελούν το αρχείο της ενάγουσας σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Με την υποκατάσταση της Τράπεζας από την ενάγουσα στις 30/05/2019, το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας μεταφέρθηκε στο ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί η ενάγουσα στο οποίο καταχωρήθηκαν όλες οι πράξεις που αφορούσαν το επίδικο δάνειο από το άνοιγμα του μέχρι και την ημερομηνία μεταβίβασης, καθώς και όλες οι πράξεις / συναλλαγές από την ημερομηνία μεταβίβασης μέχρι και σήμερα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι και η ενάγουσα τηρεί τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή και από τις 30/05/2019 το ηλεκτρονικό αρχείο βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της και εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να είναι ένα από τα συνήθη βιβλία της ενάγουσας και υπό τον έλεγχο της. Όλες οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών, αρχικά της Τράπεζας και από τις 30/05/2019 της ενάγουσας. Οι καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 21, παράχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με το εν λόγω αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, που αναφέρθηκε ανωτέρω. Συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση των συναλλαγών στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ο Μ.Ε.1 επίσης κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικό Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης και ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του εν λόγω Άρθρου. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Μ.Ε.1 ανάφερε ότι είναι λειτουργός της ενάγουσας αλλά προηγουμένως ήταν λειτουργός της Τράπεζας, γνωρίζει τα γεγονότα λόγω της θέσης του και στους δύο οργανισμούς και είναι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να αναφερθεί σε αυτά στο Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι ο Μ.Ε.1 δεν προβαίνει σε ρητή αναφορά στη μαρτυρία του στις πρόνοιες του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 εντούτοις παραθέτει γεγονότα τα οποία παραπέμπουν στις προϋποθέσεις του εν λόγω Άρθρου. Το Άρθρο 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9, περιλαμβάνει όλα τα σχετικά σε σχέση με την απόδειξη των καταχωρήσεων σε τραπεζικά βιβλία και πότε μια κατάσταση λογαριασμού μπορεί να αποτελεί αντίγραφο τραπεζικού Βιβλίου. Στο εν λόγω Άρθρο και συγκεκριμένα στα εδάφια
(2)και
(3)τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται έτσι ώστε ένα αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνεται αποδεκτό ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι α) Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, β) Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, γ) Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας και δ) Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του πιο πάνω Άρθρου, το οποίο περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις υπό στοιχεία α) - γ) ανωτέρω, μαρτυρία για αυτές δύναται να δοθεί από Διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση ενώ για την προϋπόθεση υπό στοιχείο δ) από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η όλη ουσία του ζητήματος στην παρούσα υπόθεση, για να μπορεί να έχει εφαρμογή το Άρθρο 22 του Νόμου είναι κατά πόσο οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες διατηρούνταν και διατηρούνται από την Τράπεζα έχουν μεταφερθεί αυτούσιες στο αρχείο της ενάγουσας μαζί με τις συναλλαγές και πράξεις που καταχωρήθηκαν σε αυτές, οι οποίες διατηρούνταν και διατηρούνται στο σύστημα της Τράπεζας. Είναι γεγονός ότι οι εν λόγω καταστάσεις παράχθηκαν ή εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που είναι συνδεδεμένος με το αρχείο της ενάγουσας, η οποία δεν ασκεί τραπεζικές εργασίες και αυτές αποτελούν μέρος του αρχείου της. Αν όμως οι εν λόγω καταστάσεις, μέχρι τις 30/05/2019 που μεταφέρθηκαν στην ενάγουσα είναι οι ίδιες με αυτές που διατηρούνταν και διατηρούνται από την Τράπεζα και θα μπορούσαν να παραχθούν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο γιατί αυτές, μέχρι την ημερομηνία εκείνη να μην αποτελούν τραπεζικό βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνεται στο αρχείο της ενάγουσας. Να αναφερθεί απλώς ότι αν η παρούσα αγωγή εκδικαζόταν πριν τις 29/05/2019 οι εν λόγω καταστάσεις, αν όντως είναι αυτούσιες με αυτές που διατηρούσε μέχρι τότε η Τράπεζα και διατηρεί ακόμη στο σύστημα της, θα αποτελούσαν το τραπεζικό της βιβλίο, δεδομένου ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 χωρίς να εγείρεται οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Εξετάζοντας λοιπόν τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 21, παρατηρώ ότι αυτές φέρουν το όνομα της Τράπεζας με εξαίρεση την τελευταία σελίδα που φέρει το όνομα της ενάγουσας. Ο Μ.Ε.1 ο οποίος έδωσε μαρτυρία γι αυτές, πέραν του ότι είναι λειτουργός της ενάγουσας, κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν λειτουργός της Τράπεζας, ο οποίος ανάφερε και δεν έτυχε αμφισβήτησης ότι γνωρίζει τα γεγονότα και λόγω της απασχόλησης του στην Τράπεζα. Κατά το χρόνο καταχώρισης είπε των πράξεων, το βιβλίο που διατηρούσε η Τράπεζα ήταν ένα από το συνήθη βιβλία της και οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της. Επίσης, είπε ότι το εν λόγω βιβλίο μέχρι τις 30/05/2019 βρισκόταν και βρίσκεται ακόμη υπό τη φύλαξη της Τράπεζας. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 22
(2)του Νόμου. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας είπε ότι σύγκρινε τις καταστάσεις λογαριασμού που εκτύπωσε με τις αρχικές καταχωρήσεις των συναλλαγών, οι οποίες επίσης μεταφέρθηκαν και είναι ορθές. Να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε.1 ήταν κατά τους ουσιώδους χρόνους υπάλληλος της Τράπεζας και είχε γνώση των γεγονότων. Επί τους ζητήματος της ακριβούς μεταφοράς του αρχείου της Τράπεζας, εκείνο το οποίο έχει τεθεί στο μάρτυρα και ο ίδιος παραδέχθηκε ήταν ότι δεν ήταν παρών κατά τη μεταφορά του. Παρά ταύτα, ο μάρτυρας εξήγησε ότι η μεταφορά αυτή έγινε ηλεκτρονικά και κατά την κυρίως του εξέταση είπε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού και το αρχείο πράξεων και συναλλαγών που μεταφέρθηκε στην ενάγουσα είναι αυτά που διατηρούσε και διατηρεί η Τράπεζα. Σημειώνεται και επαναλαμβάνεται ότι ο μάρτυρας αυτός δεν κατάθεσε μόνο ως λειτουργός της ενάγουσας, αλλά και ως λειτουργός της Τράπεζας από το 2008 μέχρι το 2019, οπότε και μεταφέρθηκε στην ενάγουσα. Ανάφερε επίσης ότι η γνώση του για τα γεγονότα πηγάζει και από την εργοδότηση του στην Τράπεζα, θέση που δεν έτυχε αμφισβήτησης. Επί αυτής της γνώσης του επίσης, προκύπτει να εδράζεται και η θέση που ανάφερε στο Δικαστήριο, ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού που σήμερα βρίσκονται στο αρχείο της ενάγουσας, είναι αυτές που διατηρούνται από την Τράπεζα. Δεδομένου τούτου, η μη παρουσία του κατά την ηλεκτρονική μεταφορά του εν λόγω αρχείου και καταστάσεων στο αρχείο της ενάγουσας, χωρίς να του υποδειχθεί οτιδήποτε άλλο ή να αντεξεταστεί περαιτέρω επί του ζητήματος αυτού, δεν καταδεικνύει οποιοδήποτε ενδεχόμενο να έγινε οποιοδήποτε λάθος κατά την μεταφορά τους. Ο ίδιος ο Μ.Ε.1, ο οποίος κατά τους ουσιώδους χρόνους ήταν υπάλληλος Τράπεζας με γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, βεβαίωσε ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού που σήμερα βρίσκονται στο αρχείο της ενάγουσας, είναι οι ίδιες με αυτές που διατηρούσε η Τράπεζα. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι το τεκμήριο 21 αποτελούσε και αποτελεί τραπεζικό βιβλίο δυνάμει του Άρθρου 22 του Κεφ. 9 που διατηρείτο και διατηρείται από την Τράπεζα μέχρι τις 30/05/2019 και το οποίο αυτούσιο μεταφέρθηκε στο αρχείο της ενάγουσας. Κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί η εκ πρώτης όψεως ορθότητα των καταχωρήσεων σε αυτό. Η πλευρά της υπεράσπισης, πέραν από την γενική υποβολή ότι το υπόλοιπο που καταδεικνύει το εν λόγω τεκμήριο είναι λανθασμένο, δεν αμφισβήτησε οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση σε αυτό, χρέωση ή πίστωση, ούτε υποδείχθηκε οποιοδήποτε ενδεχόμενο λάθος. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια κρίνω ως ορθή την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και/ή διαζευκτικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το τεκμήριο 21 δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Κεφ. 9, αυτό αποτελεί μέρος αρχείου επιχείρησης, δυνάμει του Άρθρου 35
(3)του Κεφ. 9 (βλ. Λευτέρη Δημήτρη v. 1. Εllinas Finance Public Company Limited κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 390/2011, Ημερ. 06/11/2017). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε σχετικό Πιστοποιητικό δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου υπογραμμένο από τον Μ.Ε.1, στο οποίο περιλαμβάνονται και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του εν λόγω Άρθρου. Η αξία του εν λόγω τεκμηρίου αποτιμάται από το Δικαστήριο (βλ. Άρθρο 35
(2)του Κεφ. 9). Αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειται σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια ή άλλως της δήλωσης (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd,
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 194, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Λευτέρη Δημήτρη v.
- Εllinas Finance Public Company Limited κ.α. (ανωτέρω). Πέραν από τη γενική υποβολή ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένες, δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη καταχώρηση που ενδέχεται να είναι λάθος ή υποδείχθηκε άλλη καταχώρηση ή πίστωση που έπρεπε να γίνει και δεν έγινε, ούτε και υποστηρίχθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η εν λόγω κατάσταση επίσης, παρουσιάζει, μετά την χρέωση του ποσού του δανείου που παραχωρήθηκε, τους τόκους, κατά το πλείστο, που χρεώνονταν και τις πιστώσεις. Όπως εξήγησε ο Μ.Ε.1 αυτές - οι πιστώσεις - γίνονταν μέσω μεταφοράς από άλλο λογαριασμό της εναγόμενης αρ.1 και πληρωνόταν η συμφωνηθείσα δόση του δανείου. Ουδέποτε υποστηρίχθηκε ότι οι πιστώσεις αυτές κακώς έγιναν διότι δεν εκταμιεύθηκε το επίδικο δάνειο και δεν υπήρχε οφειλή ή ότι αυτές ενδέχεται να είναι περισσότερες από αυτές που καταχωρούνται στις καταστάσεις. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο ρωτήθηκε ο μάρτυρας είναι κατά πόσο υπήρχαν οι καταστάσεις του άλλου λογαριασμού που να υποστηρίζουν τη θέση του ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα για να πληρωθούν οι δόσεις και μετά τον Δεκέμβριο του 2012 και γιατί στην ουσία η προειδοποιητική επιστολή αποστάληκε καθυστερημένα και στις 25/10/
- Σημειώνεται ότι ούτε το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής αμφισβητήθηκε σε σχέση με τις οφειλές της εναγόμενης αρ.
- Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι όλες οι καταχωρήσεις στο λογαριασμό, πριν την μεταβίβαση του στην ενάγουσα, γίνονταν από την Τράπεζα στα πλαίσια των εργασιών της και όλες αυτές οι συναλλαγές διατηρούνταν και διατηρούνται στο αρχείο της. Δεν έχει προκύψει να υπάρχει το ενδεχόμενο οποιασδήποτε επέμβασης σε αυτό το αρχείο που διατηρούσε η Τράπεζα ούτε έχει διαπιστωθεί αυτό το αρχείο που διατηρούν οι ενάγοντες σήμερα να είναι διαφορετικό και να περιλαμβάνει λάθη. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί η ορθότητα οποιασδήποτε πράξης ή συναλλαγής καταγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο. Ούτε υποστηρίχθηκε κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Περαιτέρω, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η θέση του Μ.Ε.1 ότι οι εν λόγω καταστάσεις αποστέλλονταν ταχυδρομικώς στην εναγόμενη αρ. 1 και ουδέποτε τις αμφισβήτησε. Δεν διαπιστώνεται το ενδεχόμενο ύπαρξης λάθους στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού υπό τις περιστάσεις και κρίνω ότι αυτές αντικατοπτρίζουν την ορθή και πραγματική κίνηση του επίδικου λογαριασμού, ακόμη και στην περίπτωση που δεν εφαρμοζόταν στο Άρθρο 22 του Κεφ. 9, ως η ανωτέρω κατάληξη του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες έχουν καταθέσει και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, το τεκμήριο 22, με το οποίο περιορίζουν την αξίωση τους. Ο Μ.Ε.1 ο οποίος τις κατάθεσε ανάφερε ότι είναι ο ίδιος που τις ετοίμασε και εξήγησε πλήρως τον τρόπο που το έπραξε αφού έλαβε υπόψη του τις πιο πάνω αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού αλλά και κάθε τι που περιλαμβάνεται σε αυτές. Ουσιαστικά έχει αφαιρέσει οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα, τα οποία η ενάγουσα δεν διεκδικεί. Επίσης, δεν χρεώνεται σε αυτές τόκος υπερημερίας και ο συνολικός τόκος που αξιώνει ανέρχεται στο 7,50%. Δεν έχει διαπιστωθεί οποιοδήποτε λάθος σε αυτές και ούτε υποδείχθηκε οτιδήποτε το συγκεκριμένο στο μάρτυρα. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο και δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238) και κατά συνέπεια τις αποδέχομαι. Όσον αφορά το ύψος του επιτοκίου, προκύπτει αυτό να ανέρχεται στο 7% από την αρχή λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι τις 16/05/
- Ο τόκος αυτός ήταν ο συμφωνημένος με βάση τη συμφωνία δανείου, τεκμήριο 6 (βλ. όρο 4 α). Πέραν τούτου και με βάση τον όρο 4 δ) του τεκμηρίου 6, στην τέταρτη παράγραφο της 2ης σελίδας, προνοείται ότι η Τράπεζα θα είχε δικαίωμα να μεταβάλλει το επιτόκιο κατά την κρίση της και όπως λεπτομερώς εκεί αναφέρεται. Η οποιαδήποτε αλλαγή θα είναι δεσμευτική για τον πελάτη, ο οποίος θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή γραπτή ειδοποίηση και θα ισχύει από την ημερομηνία που καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση. Έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο, ημερομηνίας 12/04/2011 (βλ. τεκμήριο 23) με το οποίο η Τράπεζα ανακοίνωσε την αύξηση του βασικού επιτοκίου της των δανείων και τρεχούμενων λογαριασμών από 4,25% σε 4,75%, για τους λόγους που αναφέρει εκεί. Η ισχύ της θα άρχιζε από τις 13/05/
- Με βάση το τεκμήριο 22, η ενάγοντες αξιώνουν επιτόκιο 7,5% από τις 16/05/2011 και κρίνω ότι αυτό ήταν εντός των συμφωνηθέντων και οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση με την σχετική ανακοίνωση. Κατά συνέπεια δικαιούνται το ύψος αυτό του επιτοκίου από την ημερομηνία εκείνη μέχρι τον τερματισμό και μετέπειτα. Περαιτέρω, κρίνω ότι δικαιούνται και την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους. Αυτός είναι εντός των συμφωνηθέντων (βλ. όρο 4 α) του τεκμηρίου 6) και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160
(1)/1999). Κατά το χρόνο τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, δηλαδή στις 18/12/2012 το υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν στις €346,465.75. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 και δικαιούνται σε απόφαση. Όσον αφορά την ανταπαίτηση, αυτή, εν όψει της κρίσης του Δικαστηρίου για την εγκυρότητα της επίδικης εγγύησης και των υποθηκών, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επιτυχία. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €346,465.75 πλέον τόκο προς 7,50% ετησίως από 18/12/12, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδονται διατάγματα εναντίον των εναγόμενων αρ. 2, 3 και 4 ως οι παράγραφοι 19.2 Α και Β, 19.3 Α και 19.4 Α αντίστοιχα, της Έκθεσης Απαίτησης. Επιπρόσθετα, εκδίδονται εναντίον της εναγόμενης αρ. 1 Αναγνωστικές και/ή Δηλωτικές αποφάσεις ως η παράγραφος 19.7 Α - Η συμπεριλαμβανομένων της Έκθεσης Απαίτησης. Η ανταπαίτηση των εναγόμενων αρ. 1, 2, 4 και 5 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1 - 5 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της Ανταπαίτησης επίσης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 2, 4 και 5, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν καθότι η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο