ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ κ.α. ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 1375/13, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1375/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΛΤΔ Εναγόντων και ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Εναγόμενου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 3.10.2017 Μεταξύ:
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ
- CCSRE REAL ESTATE COMPANY LTD Εναγόντων και ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Εναγόμενου Αίτηση τροποποίησης ημερ. 18.6.2021 Ημερομηνία: 29.6.2021 Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Α. Χρ. Δημητριάδης για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Λουκά για Χρηστάκης Λουκά & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή: · Οι Ενάγοντες 1 αξιώνουν απόφαση για ποσό των €25.800 πλέον νόμιμους τόκους, ως οφειλόμενα ενοίκια καθώς και διάταγμα για καταβολή οποιωνδήποτε ενοικίων θα καταστούν και/ή έχουν καταστεί πληρωτέα μέχρι τις 25.7.
- · Οι Ενάγοντες 2 αξιώνουν διατάγματα για εκκένωση και παράδοση ελεύθερης κατοχής των ενοικιασθέντων καταστημάτων καθώς και για καταβολή οποιωνδήποτε ενοικίων τα οποία θα καταστούν και/ή έχουν καταστεί πληρωτέα από τις 26.7.2016 μέχρι την παράδοση της κατοχής σε αυτούς. · Οι Ενάγοντες 1 και 2 αξιώνουν από κοινού αποζημιώσεις δια παράβαση και/ή αθέτηση συμφωνίας, πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τους οι Ενάγοντες 1, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ενοικίασαν τα καταστήματα στον Εναγόμενο, για να τα χρησιμοποιήσει αποκλειστικά για εμπορικούς σκοπούς δυνάμει, αρχικά ενοικιαστήριου εγγράφου ημερ. 1.8.2005, το οποίο ανανεώθηκε την 1.9.2010 (και αναφέρεται ως το «ενοικιαστήριο έγγραφο») για περαιτέρω διάρκεια πέντε χρόνων, δηλαδή μέχρι και την 31.8.2015, με συμφωνηθέν ενοίκιο από 1.9.2010 μέχρι 31.8.2012 τα €750 μηνιαίως και από 1.9.2012 μέχρι 31.8.2015 τα €810 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και παρά τις συνεχείς υποσχέσεις, παρέλειψε να καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο τακτικώς και ανελλιπώς. Το ενοικιαστήριο έγγραφο τερματίστηκε με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων 1, ημερ. 12.3.2012, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να κατέχει και/ή χρησιμοποιεί τα καταστήματα παράνομα. Παρά τα πιο πάνω συνεχίζει να διατηρεί κατοχή των καταστημάτων και δεν καταβάλλει ενοίκιο. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Στην Έκθεση Υπεράσπισης του ισχυρίζεται ότι παράλληλα με την συμφωνία ημερ. 1.9.2010 συνομολογήθηκε προφορική συμφωνία, με την οποία οι Ενάγοντες δεσμεύτηκαν ότι θα προχωρούσαν με την επιδιόρθωση των επίδικων καταστημάτων, τα οποία βρίσκονταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και ότι η ως άνω συμφωνία θα ετίθετο σε ισχύ καθώς και το ενοίκιο θα άρχιζε να είναι οφειλόμενο και πληρωτέο με την ολοκλήρωση των αναγκαίων επιδιορθώσεων. Η συμφωνία ημερ. 1.9.2010 ήταν υπό την αίρεση ότι οι Ενάγοντες θα επιδιόρθωναν και επισκεύαζαν τα καταστήματα και δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος αυτού. Ο ισχυριζόμενος από τους Ενάγοντες τερματισμός έγινε κατά παράβαση των προνοιών των μεταξύ τους συμφωνιών. Παραδέχεται δε ότι υπάρχουν σχετικές πρόνοιες στην συμφωνία ημερ. 1.9.2010 ως οι ισχυρισμοί των Εναγόντων, αλλά ισχυρίζεται ότι οι πρόνοιες αυτές και γενικότερα η εν λόγω συμφωνία δεν έχει ενεργοποιηθεί και/ή δεν βρίσκεται σε ισχύ καθότι οι Ενάγοντες δεν υλοποίησαν τις πρόνοιες της παράλληλης συμφωνίας. Με την παράγραφο 16 παραδέχεται ότι η ως άνω συμφωνία υπογράφτηκε από τον ίδιο και τους Ενάγοντες την 1.9.
- Με την Ανταπαίτηση του αξιώνει: (Α) δήλωση ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ημερ. 1.9.2010 δεν είναι νομότυπος και/ή ότι είναι άκυρος, (Β) ποσό €276.500 πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως (€180.000 ως απώλεια κερδών από την μη εξασφάλιση άδειας λειτουργίας εστιατορίου για την περίοδο 1.8.2005 μέχρι 31.8.2015 + €48.500 ως κόστος επιδιόρθωσης των καταστημάτων, δυνάμει της παράλληλης συμφωνίας), (Γ) Γενικές αποζημιώσεις και (Δ) Νόμιμο Τόκο. Με την υπό κρίση αίτηση του ο Εναγόμενος (στο εξής «ο Αιτητής») αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του ως ακολούθως:
- Δια της διαγραφής της παραγράφου 16 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και της αντικατάστασης της με την ακόλουθη παράγραφο: «
- Κατά ή περί την 06/04/2011 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας και/ή οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο να υπογράψει ενοικιαστήριο έγγραφο με αναδρομική ισχύ, που άρχιζε από την λήξη της προηγούμενης συμφωνίας, ήτοι την 01/09/2010 έως και την 31/08/
- Ο Εναγόμενος αρχικά δεν αποδέχτηκε να υπογράψει το σχετικό ενοικιαστήριο ως είχε, καθότι απαίτησε από τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας και/ή τους Ενάγοντες να προβούν στις απαραίτητες επιδιορθώσεις ώστε τα υποστατικά να είναι κατάλληλα για λειτουργία ως καταστήματα. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας και/ή οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την πρόταση του Εναγόμενου για να αναλάβουν την επιδιόρθωση των υποστατικών ώστε να γίνουν λειτουργήσιμα και με αυτή τη διαβεβαίωση ο Εναγόμενος προχώρησε και υπέγραψε το ενοικιαστήριο έγγραφο με αναδρομική ισχύ από την 01/09/
- Η σύμβαση ημερομηνίας 01/09/2010 έγινε με την προϋπόθεση ότι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας και/ή οι Ενάγοντες θα επιδιόρθωναν και επισκεύαζαν τα υποστατικά και προϋπόθεση καταβολής του ενοικίου ήταν η επιδιόρθωση των καταστημάτων. Κατά την υπογραφή του Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 01/09/2010 ο Εναγόμενος κατέβαλε ποσό €1.500 ως εγγύηση, ως προνοείτε στο ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 01/09/2010, και ποσό €6.000 (€750 μηνιαίως X 8 μήνες) που αντιστοιχούσε στα ενοίκια από τον Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι και τον Απρίλιο του
- Δια της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου ως Στ. του Αιτητικού της Ανταπαίτησης: «Στ. Ποσό ύψους €7.500 που κατέβαλε ο Εναγόμενος στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας και/ή στους Ενάγοντες καθώς και τυχών ενοίκια τα οποία ενδεχομένως το Σεβαστό Δικαστήριο αποφασίσει ότι είναι οφειλόμενα». Η αίτηση βασίζεται, ως εκθέτει, στις Δ.25 Κ.1-6, Δ.48 Κ.1-4 και 9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 28
(1)
(2)και 30
(1)(3γ) καθώς και στις αντίστοιχες πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην γενική πρακτική. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Η ένσταση των Εναγόντων (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση»), υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΧΧΧ Χριστοδούλου, υπαλλήλου στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, η οποία δυνάμει συμφωνίας με τους Ενάγοντες ενεργεί για λογαριασμό τους. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
- Η αίτηση είναι αβάσιμη, ανυπόστατη και χωρίς νομικό έρεισμα.
- Με την τροποποίηση εισάγονται νέα θέματα και ισχυρισμοί με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται η αρχική υπεράσπιση σε βαθμό που να προκαλεί αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση.
- Με την τροποποίηση εγείρεται νέα Ανταπαίτηση σε εντελώς νέα βάση, για την οποία οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα έχουν καμία δυνατότητα να προβάλουν υπεράσπιση, δεδομένου ότι οι διάδικοι έχουν ολοκληρώσει την υπόθεση τους.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται δικαιολογία και/ή επαρκής αιτιολογία για αυτήν.
- Η τροποποίηση θα επιφέρει αδικία και θα έχει δυσμενείς συνέπειες για τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίες δεν μπορούν να θεραπευθούν με έξοδα.
- Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και γίνεται με απώτερο σκοπό ο Αιτητής να αποκτήσει όφελος μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και αποτελεί πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση αλλά και των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας και στην σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, με δεδομένο ότι η αγωγή καταχωρήθηκε το 2013, εδράζεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυε πριν την σχετικά πρόσφατη αναδιαμόρφωση - τροποποίηση της. Η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το θέμα είναι πλούσια. Η τροποποίηση, ως γενική τοποθέτηση, είναι επιτρεπτή και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς (βλ. Δ.25 Κ.1 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Επαφίεται δε στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το ανεπανόρθωτο των συνεπειών (βλ. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας είναι το συμφέρον της Δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες. Ο κρίσιμος όμως τελικά παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς (των επίδικων θεμάτων) μεταξύ των διαδίκων και η παροχή δυνατότητας στον καθένα τους να διατυπώσει και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών τους διαφορών (βλ. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι κ.ά.
(2012)1Α Α.Α.Δ. 817). Εφόσον συντρέχει κάτι τέτοιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή όπου ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 11 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Αναγνωρίζονται από τη νομολογία και άλλοι σχετικοί παράγοντες με ποικίλουσα βαρύτητα ανάλογα πάντα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, όπως η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο χρόνος υποβολής της και ο σκοπός για τον οποίο υποβλήθηκε (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα
(1994)1 Α.Α.Δ. 16, Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ. 746 και Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ. 156). Άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση της αίτησης και της όποιας καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί λοιπόν ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. κ.α
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). Εξέταση της αίτησης Αρχίζοντας από την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέων θεμάτων και ισχυρισμών με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται η αρχική υπεράσπιση και περαιτέρω εγείρεται νέα Ανταπαίτηση σε εντελώς νέα βάση, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με την σχετική νομολογία, ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά πάντοτε κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. IKOS CIF LTD ν. Coward κ.ά.
(2014)1Α Α.Α.Δ. 663, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω και Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Όσον αφορά το τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής παραπέμπω στο σύγγραμμα Annual Practice 1959 σελ.
- Η διαπίστωση λοιπόν πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή υπεράσπισης δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Ως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. Στην προκειμένη, είναι αναμφίβολο ότι, με την αιτούμενη τροποποίηση, επιχειρείται η μεταβολή των ισχυρισμών του Αιτητή όσον αφορά τον χρόνο που υπογράφτηκε το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 1.9.2010 και η προσθήκη περαιτέρω λεπτομερειών αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες οι διάδικοι το υπέγραψαν. Συγκεκριμένα επιχειρεί να προβάλει ότι η εν λόγω συμφωνία δεν υπογράφτηκε την 1.9.2010, ως είναι η θέση των Εναγόντων και παραδέχεται και ο ίδιος στο δικόγραφο του, αλλά μεταγενέστερα και δη κατά ή περί τις 6.4.2011 και ότι υπογράφτηκε με «αναδρομική ισχύ, που άρχιζε από την λήξη της προηγούμενης συμφωνίας, ήτοι την 1.9.2010» και την ίδια ημέρα κατέβαλε την εγγύηση και τα ενοίκια ύψους €7.
- Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν τίθενται όμως μόνο για να τεθεί η πραγματική ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, ως υποστηρίζει, δηλ. μόνο για σκοπούς υπεράσπισης αλλά αποτελούν την πραγματική βάση για την επίσης επιχειρουμένη να προστεθεί νέα αξίωση στην Ανταπαίτηση αναφορικά με την καταβολή του ως άνω ποσού της εγγύησης και των ενοικίων. Πρόκειται δε για νέα αξίωση που δεν συνδέεται με τις υφιστάμενες. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το είδος της υπόθεσης και τις εκατέρωθεν δικογραφημένες θέσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι ουσιαστική και δύναται να οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό ουσιώδους μέρους των επίδικων θεμάτων. Ως όμως έχει προαναφερθεί τα ως άνω δεν οδηγούν αυτόματα σε απόρριψη της αίτησης. Αποτελεί επίσης θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ότι έγκριση της θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους. Εδώ να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Το όλο ζήτημα παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπου υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & Co (T.M.P) ανωτέρω κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Έτσι κρίθηκε ότι όταν η αίτηση γίνεται καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης, δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην Χριστοδούλου ανωτέρω λέχθηκε δε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην Ταξί Κυριάκος ανωτέρω, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (για όλα τα πιο πάνω βλ. και Federal Bank Of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223). Ως δε λέχθηκε στην IKOS CIF LTD ανωτέρω, πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Τέτοια αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε όταν θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των αντιδίκων αλλά και της Δικαιοσύνης, που είναι συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσής της (βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Προς εξέταση της ως άνω θέσης των Καθ' ων η αίτηση, κρίνεται απαραίτητο να γίνει αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, ως αυτό προκύπτει από τον φάκελο της. Συγκεκριμένα: Στις 20.7.2012 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν, στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου, την Αίτηση 46/12 με την οποία βασικά ζητούσαν ό,τι και με την Έκθεση Απαίτησης τους στην παρούσα. Ο Αιτητής αντέδρασε στην εν λόγω Αίτηση με την καταχώρηση Απάντησης και Ανταπαίτησης στις 3.9.
- Μετά δε από αίτηση των Καθ' ων η αίτηση και με την συναίνεση του Αιτητή, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, στις 25.4.2013, παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση από το αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Έτσι η υπόθεση έλαβε τον ως άνω αριθμό αγωγής και αφού δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο, καταχωρήθηκαν εκ νέου δικόγραφα. Η Έκθεση Απαίτησης, με το ίδιο βασικά περιεχόμενο με τις ανάλογες αλλαγές, καταχωρήθηκε στις 5.3.
- Ακολούθησε στις 31.3.2014 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση, με τους ίδιους βασικά ισχυρισμούς και αξιούμενες θεραπείες με αυτή που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Αίτησης 46/
- Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε στις 14.4.
- Στις 3.10.2017, μετά από αίτηση των Καθ' ων η αίτηση και με την συναίνεση του Αιτητή, εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, με το οποίο προστέθηκαν οι Ενάγοντες 2 και έγιναν οι απαραίτητες μεταβολές στο δικόγραφο και στις αξιώσεις έκαστου των Καθ' ων η αίτηση. Το τροποποιημένο δικόγραφο των τελευταίων καταχωρήθηκε στις 20.10.2017 και ακολούθησαν στις 24.10.2017 το τροποποιημένο δικόγραφο του Αιτητή και στις 31.10.2017 η απάντηση των Καθ' ων η αίτηση σε αυτό. Εδώ να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι ζητείται δια της παρούσας να τροποποιηθούν, ήταν από την καταχώρηση του δικογράφου του Αιτητή στην Αίτηση 46/12 μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας πάντοτε οι ίδιοι. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 20.9.2018 και έκτοτε και μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 25.5.2021, ορίσθηκε για ακρόαση άλλες 8 φορές. Ενόψει δε της Ανταπαίτησης και με βάση πάντα τις περιστάσεις της υπόθεσης, η διαδικασία καθορίσθηκε εκ των προτέρων ως εξής: Πρώτοι θα καλούσαν μάρτυρες οι Καθ' ων η αίτηση προς απόδειξη της αξίωσης τους. Θα ακολουθούσαν οι μάρτυρες του Αιτητή προς υπεράσπιση του στην αξίωση και προς απόδειξη της Ανταπαίτησης του. Τέλος θα καλούσαν μάρτυρες οι Καθ' ων η αίτηση προς υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση. Στα πλαίσια της ακρόασης, στις 25.5.2021 κατέθεσαν οι δύο μάρτυρες για τους Καθ' ων η αίτηση. Στις 4.6.2021 έγινε η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα του Αιτητή και δόθηκε νέα ημερομηνία ώστε να ετοιμασθεί ο συνήγορος των Εναγόντων προς αντεξέταση του, καθότι μόλις εκείνη την ημέρα του είχε δοθεί η έκθεση του μάρτυρα. Έτσι η ακρόαση συνεχίσθηκε στις 17.6.2021 με την αντεξέταση του μάρτυρα. Την ίδια ημέρα ακολούθησε η μαρτυρία του Αιτητή. Η προσπάθεια καταχώρησης γραπτής δήλωσης αυτού, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, προσέκρουσε σε ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, στην βάση του ότι κάποιοι εκ των εκεί προβαλλόμενων ισχυρισμών δεν καλύπτονταν από τις δικογραφημένες προτάσεις του Αιτητή. Πρόκειται για τους ισχυρισμούς που επιχειρούνται να τεθούν στο δικόγραφο του δια της υπό κρίση αίτησης. Τοποθετούμενος επί της ενστάσεως ο συνήγορος του Αιτητή παραδέχθηκε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν δικογραφούνται. Προέβαλε δε βασικά ότι ο πελάτης του λίγες μέρες πριν έψαξε στο αρχείο του και βρήκε κάποια νέα στοιχεία για το θέμα αλλά ανέμεναν την σχετική στάση των Καθ' ων η αίτηση επί του αιτήματος κατάθεσης της γραπτής δήλωσης. Ενόψει της μη δικογράφησης τους το Δικαστήριο διέταξε την διαγραφή των συγκεκριμένων ισχυρισμών από την γραπτή δήλωση και αφού έγινε αυτό η δήλωση κατατέθηκε ως τεκμήριο. Αμέσως μετά υποβλήθηκε αίτημα αναβολής της ακρόασης ώστε να καταχωρηθεί σχετική αίτηση τροποποίησης, το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση της άλλης πλευράς. Ο λόγος αναβολής, κρίθηκε με βάση όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, αβάσιμος και έτσι το αίτημα απορρίφθηκε και η ακρόαση συνεχίσθηκε. Μετά δε το πέρας της μαρτυρίας του Αιτητή ο συνήγορος αυτού έκλεισε την υπόθεση του. Η υπόθεση ήταν ήδη ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης την επόμενη μέρα δηλ. 18.6.2021 και παρέμεινε ώστε να καταθέσουν οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση για σκοπούς της υπεράσπισης τους στην Ανταπαίτηση. Εκείνη την ημέρα, πριν καταθέσει ο μάρτυρας των Καθ' ων η αίτηση, ο συνήγορος του Αιτητή ζήτησε άδεια όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει και όπως ορισθεί την ίδια ημέρα αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Το Δικαστήριο υπέδειξε ότι δεν χρειαζόταν άδεια για καταχώρηση της αίτησης, αλλά ενόψει του η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, δεν υπήρχε λόγος η αίτηση να ορισθεί την ίδια ημέρα. Το Πρωτοκολλητείο θα έδιδε ημερομηνία ορισμού της με βάση το καθορισμένο χρονικά πρόγραμμα και το θέμα θα εξεταζόταν μεταγενέστερα στον δέοντα χρόνο. Ακολούθησε η μαρτυρία του ενός και μοναδικού μάρτυρα που κατέθεσε προς υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση στην Ανταπαίτηση και ο συνήγορος αυτών δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεση τους. Την ίδια ημέρα και πριν το Δικαστήριο ορίσει την υπόθεση για τελικές αγορεύσεις, ενημερώθηκε από τον συνήγορο του Αιτητή ότι καταχωρήθηκε η αίτηση τροποποίησης και ότι ορίσθηκε στις 12.10.
- Ενόψει της περάτωσης της μαρτυρίας και του ότι ως εκ τούτου η υπόθεση θα οριζόταν για τελικές αγορεύσεις, το Δικαστήριο ζήτησε από το Πρωτοκολλητείο όπως τοποθετήσει την αίτηση στον φάκελο, κάτι που έγινε την ίδια ημέρα, οπόταν επιλήφθηκε αυτής και την όρισε για ακρόαση στις 25.6.2021, δίδοντας οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι και τις 23.6.
- Με βάση τα πιο πάνω αντικειμενικά δεδομένα προκύπτει ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε 8 χρόνια και 9 περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (στην Αίτηση 46/12 που στο Επαρχιακό Δικαστήριο έλαβε αργότερα τον αριθμό της παρούσας αγωγής). Ως όμως έχει προαναφερθεί η πάροδος του χρόνου από μόνη της δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης. Εξετάζονται όλες οι σχετικές περιστάσεις. Σε σχέση με το πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση και γιατί υπήρξε τέτοια καθυστέρηση, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ο Αιτητής αναφέρει τα ακόλουθα: Οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούν την παροχή πρόσθετων σχετικών γεγονότων και πληροφοριών που προέκυψαν πριν από λίγες ημέρες. Συγκεκριμένα κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης και μετά από πολυήμερη έρευνα στα αρχεία του κατάφερε να εντοπίσει τις αποδείξεις πληρωμής των ενοικίων των επίδικων υποστατικών ημερ. 6.4.2021, η ύπαρξη των οποίων του είχε διαφύγει. Μόλις είδε τις αποδείξεις θυμήθηκε ότι την ίδια ημέρα που έκανε τις πληρωμές, ήτοι στις 6.4.2021 είχε υπογράψει με την Σ.Π.Ε. Πέγειας το νέο ενοικιαστήριο έγγραφο. Άμεσα και χωρίς καμία καθυστέρηση προέβηκε στην παρούσα αίτηση. Τα πιο πάνω, για τους λόγους που θα τεθούν στην συνέχεια, δεν κρίνονται πειστικά. Κατ' αρχάς, σε σχέση με την αναγκαιότητα της τροποποίησης, θα πρέπει να λεχθεί ότι επιχειρεί να προσθέσει γεγονότα που αφορούν την πληρωμή ενοικίων για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι και τον Απρίλιο του 2011, ενώ οι Ενάγοντες αξιώνουν ενοίκια για την περίοδο από την 1.7.2011 και μετά. Συνεπώς από αυτήν την άποψη δεν κρίνονται αναγκαίες για την υπεράσπιση του οι αποδείξεις και τα σχετικά με αυτές. Είναι δε προφανές ότι θέτει το θέμα των αποδείξεων για σκοπούς νέας αξίωσης στην Ανταπαίτηση. Σε κάθε περίπτωση, αναφέρει ότι θυμήθηκε ότι η συμφωνία είχε υπογραφτεί στις 6.4.2021 γιατί είδε τις αποδείξεις. Αυτό όμως ουσιαστικά διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία που ο ίδιος αποκάλυψε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Αναφέρομαι στην επιστολή του ημερ. 27.7.2011 όπου ρητά αναφέρει ότι η ημερομηνία που υπογράφτηκε η εν λόγω συμφωνία ήταν η 6.4.
- Είχε δε αποκαλύψει την εν λόγω επιστολή με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερ. 12.6.2014 ενώ αυτή κατατέθηκε ως τεκμήριο για αναγνώριση κατά την αντεξέταση του δεύτερου μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση στις 25.5.
- Συνεπώς δεν κρίνεται πειστική η θέση του ότι αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα για την τροποποίηση προ ολίγων ημερών. Ακόμη όμως και να ίσχυε αυτό και πάλι η όλη εκδοχή του ως προς την καθυστέρηση στερείται πειστικότητας και εξηγώ. Ισχυρίζεται ότι εντόπισε τις αποδείξεις πριν λίγες μέρες, αποφεύγοντας όμως επιμελώς να καθορίσει πότε έγινε αυτό, κάτι που θα ήταν αναμενόμενο ενόψει του σύντομου χρόνου που παρήλθε. Αναφέρει επίσης ότι αυτό έγινε κατά την προετοιμασία της ακρόασης. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι η ακρόαση άρχισε στις 25.5.2021 κατόπιν αναβολής που δόθηκε στις 23.4.
- Στις 25.5.2021 ακούσθηκαν οι δύο μάρτυρες από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση και η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση στις 4.6.2021 ώστε να καταθέσουν οι μάρτυρες του Αιτητή. Στις 4.6.2021 ακούσθηκε η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα του Αιτητή και η υπόθεση ορίσθηκε για συνέχιση στις 17.6.
- Και στις δύο δικασίμους της ακρόασης ο Αιτητής ήταν παρών. Την ίδια δε ημέρα δηλαδή στις 4.6.2021, πριν την συνέχιση της ακρόασης, ο Αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στην οποία αποκάλυψε τις 4 αποδείξεις ημερ. 6.4.
- Φαίνεται λοιπόν ότι ο εντοπισμός αυτών πρέπει να έγινε τουλάχιστον πριν τις 4.6.2021 δηλαδή πριν αρχίσει να παρουσιάζει τους μάρτυρες του. Παρά ταύτα δεν προέβη τότε σε καταχώρηση αίτησης τροποποίησης. Ούτε όμως και στην επόμενη δικάσιμο δηλ. στις 17.6.2021 που θα κατέθετε ο ίδιος σαν μάρτυρας προχώρησε σε τέτοια. Αντίθετα επιχειρήθηκε να εισαχθούν οι ισχυρισμοί που επιζητεί να προσθέσει δια της παρούσας, κατά την ένορκη μαρτυρία του, εν γνώσει του ότι αυτοί δεν καλύπτονταν από τα δικόγραφα, εξ ου και δεν έγιναν δεκτοί και αποκλείστηκαν με διαγραφή από την γραπτή του δήλωση. Η δικαιολογία που βασικά προβλήθηκε ότι αντί καταχώρησης αίτησης τροποποίησης ανέμεναν να δουν την στάση που θα τηρούσαν οι Καθ' ων η αίτηση κατά την κατάθεση της γραπτής του δήλωσης, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψην ότι δεν τίθεται θέμα μόνο προσθήκης ισχυρισμών αλλά και νέας αξίωσης στην Ανταπαίτηση και εν πάση περιπτώσει ακόμη και εάν δεν εγειρόταν ένσταση, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί, ως μη δικογραφημένοι. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Αιτητής απέτυχε να πείσει και ως προς το ότι η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης είναι δικαιολογημένη. Όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σε συνδυασμό με το χρονικό σημείο της υπόθεσης και τις συνθήκες υπό τις οποίες καταχωρήθηκε η αίτηση και το ότι με αυτήν επιχειρείται να εισαχθεί νέα αξίωση στην Ανταπαίτηση δημιουργούν, κατά την κρίση μου, βάσιμη πεποίθηση ότι αυτή καταχωρήθηκε κακόπιστα με σκοπό την προώθηση προς όφελος του Αιτητή, στο τέλος μάλιστα της υπόθεσης, νέων ισχυρισμών και νέας αξίωσης. Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω, αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι έχουν παρέλθει σχεδόν 9 χρόνια από την καταχώρηση της υπόθεσης και 8 χρόνια και 9 περίπου μήνες από την καταχώρηση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει, οι διάδικοι κάλεσαν όλους τους μάρτυρες τους, έκλεισαν την υπόθεση τους και παρέμεινε ο ορισμός της για τελικές αγορεύσεις. Οι Καθ' ων η αίτηση διεξήγαν την υπόθεση του έχοντας πάντα υπόψην τους συγκεκριμένους δικογραφημένους ισχυρισμούς και αξιώσεις του Αιτητή, ανάμεσα στους οποίους δεν περιλαμβάνονταν οι επιχειρούμενοι να προστεθούν. Δεν τέθηκε δε στους μάρτυρες αυτών οτιδήποτε σε σχέση με την ημερομηνία υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας, που ρητά παραδέχεται στο δικόγραφο του ο Αιτητής ότι ήταν η 1.9.
- Οι εν λόγω ισχυρισμοί, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, πέραν του ότι θα μεταβάλλουν την ως άνω δικογραφική παραδοχή του Αιτητή, αποτελούν και την βάση της νέας αξίωσης που επίσης επιχειρεί να προβάλει, θέματα για τα οποία οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν κατά την ακρόαση. Είναι λοιπόν ορατή, η ύπαρξη καταλυτικών συνεπειών και ο κίνδυνος επηρεασμού της υπόθεσης των Καθ' ων η αίτηση και κατ' επέκταση η πρόκληση σε αυτούς βλάβης που δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα. Περαιτέρω υπό τις ως άνω περιστάσεις, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, πέραν του ότι θα δοθεί η ευχέρεια στους Καθ' ων η αίτηση να απαντήσουν δικογραφικά, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο επανακλήτευσης μαρτύρων και από τις δύο πλευρές (ακόμη και από πλευράς του Αιτητή εφόσον οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν επιτράπηκαν κατά την ένορκη μαρτυρία του) ή ακόμη και κλήσης άλλων μαρτύρων, κάτι που θα δημιουργούσε ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της πολύ καθυστερούμενης αυτής υπόθεσης, με κίνδυνο παραβίασης του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι όταν η τροποποίηση σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας έχει ως αποτέλεσμα να πρέπει να αγνοηθεί μαρτυρία που έχει δοθεί, δεν είναι επιτρεπτή (βλ. Jamal κ.ά. ν. Δημοκρατίας του Πακιστάν κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211). Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι πρόσφορη και θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση αλλά και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης, τα οποία είναι συνυφασμένα με την βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης αλλά και με την λογική προσδοκία για τον χρόνο αποπεράτωσης της. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συναφώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου - Αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ................... Φ. Τιμοθέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο