ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3085/13, 8/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3085/13 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγοντες και XXXX XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ XXXXX ΑΝΤΩΝΙΟΥ XXXXX. ΠΟΛΥΒΙΟΥ Εναγόμενοι -------------------- Ημερομηνία: 08.07.2021 Για Ενάγοντες: κ. Μ. Λουκά Για Εναγόμενους 1-3: κ. Σ. Ζαννούπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1‑3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά το χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού δανείου και/ή πίστωσης και/ή τραπεζικής διευκόλυνσης και/ή χρήματα πληρωθέντα και εισπραχθέντα (money had and received). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί τις 16.08.90, παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 πίστωση ύψους Λ.Κ. 2.000, δυνάμει χρεωστικού γραμματίου εις τρεχούμενο λογαριασμό και/ή συμφωνίας πιστώσεως και/ή δανείου. Η επίδικη συμφωνία ήταν διάρκειας 5 ετών και το οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο προς 9% ετησίως μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα. Προς εξασφάλιση των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 υπογράφοντας σύμβαση εγγύησης ιδίας ημερομηνίας με την επίδικη συμφωνία. Ο Εναγόμενος 1 σε διάφορες ημερομηνίες, μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, έλαβε επιπροσθέτως το ποσό των Λ.Κ. 3.000 υπογράφοντας σχετικές αποδείξεις πληρωμής. Λόγω της άρνησης και/ή παράλειψης του Εναγόμενου 1 να εξοφλήσει το χρέος του, οι Ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία με επιστολή τους ημερ. 16.04.10 και κάλεσαν τους Εναγόμενους 1‑3 να εξοφλήσουν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Οι Εναγόμενοι 1‑3, στην κοινή Υπεράσπισή τους, ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε μόνο το ποσό των Λ.Κ. 1.500. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οποιοδήποτε άλλο ποσό διεκδικούν οι Ενάγοντες οφείλεται σε σοβαρού ύψους υπερχρεώσεις τόκων, ανατοκισμούς και επιπλέον αδικαιολόγητες χρεώσεις. Στο δικόγραφο της Απάντησης, οι Ενάγοντες, αφού επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, ισχυρίζονται, επιπρόσθετα, ότι ο επίδικος λογαριασμός δεν έχει επιβαρυνθεί με οποιαδήποτε υπερχρέωση τόκων και/ή ανατοκισμών και/ή αδικαιολόγητες χρεώσεις. Μαρτυρία Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Η Μ.Ε.1 υιοθέτησε τη γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Α), η οποία κατατέθηκε, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, ως η κυρίως εξέτασή της. Σε αυτήν ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι βρίσκεται στην υπηρεσία της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd (στο εξής "Altamira"). Η Altamira, δυνάμει συμφωνίας με τους Ενάγοντες, ενεργεί για λογαριασμό τους και ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένης της επίδικης. Η Σ.Π.Ε Πολεμίου, δυνάμει συμφωνίας χρεωστικού γραμματίου εις τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 16.08.90 (Τεκμήριο 1), παραχώρησε στον Εναγόμενο 1 πίστωση υπό μορφή τραπεζικής διευκόλυνσης σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ. 2.
- Προς τον σκοπό αυτό, ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό XXXXX330‑3, ο οποίος, μετά τη συγχώνευση της Σ.Π.Ε Πολεμίου με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ, μετατράπηκε σε XXXXX919‑
- Προς εξασφάλιση των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τον Εναγόμενο 1 υπογράφοντας σύμβαση εγγύησης ημερ. 16.08.90, η οποία είναι ενσωματωμένη στο Τεκμήριο
- Στον επίδικο λογαριασμό υπήρξαν διάφορες χρεοπιστώσεις, οι οποίες για την περίοδο 16.08.90‑31.12.00 ήταν χειρόγραφες. Η χειρόγραφη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού αποτελεί μέρος του βιβλίου καθολικού που διατηρούνταν στη Σ.Π.Ε Πολεμίου. Λόγω της υπεύθυνης θέσης που κατέχει, καθώς και των καθηκόντων που ασκεί, ετοίμασε πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από την ίδια, δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9, το οποίο και κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου 2 μαζί με τις χειρόγραφες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού. Από το 2001 και έπειτα, τόσο στη Σ.Π.Ε Πολεμίου, όσο και στις υπόλοιπες Συνεργατικές Εταιρείες και Πιστωτικά ή μη Ιδρύματα που προέκυψαν από τις συγχωνεύσεις που στο μεταξύ έλαβαν χώρα, τηρούνταν τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή. Σε αυτό φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν όλους τους λογαριασμούς των πελατών, τόσο της Σ.Π.Ε Πολεμίου, όσο και των Συνεργατικών Εταιρειών και Πιστωτικών ή μη Ιδρυμάτων που προέκυψαν κατά τις διάφορες συγχωνεύσεις. Από το τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της όλες τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο από 31.12.01 μέχρι και σήμερα. Οι εν λόγω καταστάσεις συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Οι καταστάσεις, οι οποίες παρουσιάζονται σε ηλεκτρονική μορφή, επισυνάφθηκαν σε πιστοποιητικό που υπέγραψε η ίδια, δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.9, και κατέθεσε ως δέσμη Τεκμηρίου
- Τόσο η δέσμη Τεκμηρίου 2, όσο και η δέσμη Τεκμηρίου 14, καθώς και οι αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων (Τεκμήρια 3-10), ήταν και εξακολουθούν να είναι μέχρι σήμερα ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Σ.Π.Ε Πολεμίου και των Συνεργατικών Εταιρειών και Πιστωτικών ή μη Ιδρυμάτων που την διαδέχθηκαν. Ο Εναγόμενος 1, κατά παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας, παρέλειψε και αμέλησε να προβεί σε πληρωμές έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού και παρά τις οχλήσεις τόσο προς τον ίδιο, όσο και προς τους Εναγόμενους 2 και 3, οι Εναγόμενοι αρνούνται να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Για αυτό τον λόγο, οι δικηγόροι της Σ.Π.Ε Πολεμίου, με επιστολή τους ημερ. 16.04.10 (Τεκμήριο 11), τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και κάλεσαν όλους τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Ο Εναγόμενος 1, μέσω του τότε δικηγόρου του, απέστειλε επιστολή προς τη Σ.Π.Ε Πολεμίου ημερ. 03.06.10 (Τεκμήριο 12), με την οποία προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Οι δικηγόροι της Σ.Π.Ε Πολεμίου, με δική τους επιστολή ημερ. 29.06.10 (Τεκμήριο 13), κάλεσαν τον Εναγόμενο 1 όπως υποδείξει τα στοιχεία τα οποία αμφισβητεί προκειμένου να παραπεμφθούν σε γραφολογική εξέταση. Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε ανταποκρίθηκε στην εν λόγω πρόσκληση. Η Μ.Ε.1 ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία η κεφαλαιοποίηση των τόκων και των εξόδων γίνεται μία φορά τον χρόνο, ως ο σχετικός όρος του Τεκμηρίου
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €38.511,48 πλέον τόκους προς 6,5% ετησίως από 01.01.21 με κεφαλαιοποίηση των τόκων μία φορά ετησίως, στις 31.12 έκαστου έτους. Κατά την αντεξέτασή της, δήλωσε ότι εργάζεται στην Altamira από τον Δεκέμβριο του
- Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων, ότι τόσο κατά τη συμπλήρωση και υπογραφή του Τεκμηρίου 1, όσο και των Τεκμηρίων 3‑10, όχι μόνο δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες, αλλά ήταν και αγέννητη. Δεν γνωρίζει ποιο πρόσωπο συμπλήρωσε τις χειρόγραφες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες επισυνάπτονται στη δέσμη Τεκμηρίου
- Όσον αφορά τις αποδείξεις, Τεκμήρια 3‑10, από το σώμα τους προκύπτει ότι υπογράφονται από τον τότε γραμματέα της Σ.Π.Ε Πολεμίου. Διευκρίνισε, ότι δεν γνωρίζει ποιος ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο γραμματέας της Σ.Π.Ε Πολεμίου. Την ύπαρξη της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης την έχει επιβεβαιώσει, πέραν από τα έγγραφα τα οποία ως εκ της θέσης της έχει στην κατοχή της και παρουσίασε ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, από την επικοινωνία που είχε με την κα ΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧ, η οποία για κάποια περίοδο εκτέλεσε και καθήκοντα γραμματέα στη Σ.Π.Ε Πολεμίου. Ο έλεγχος που διενήργησε επί των χειρόγραφων καταστάσεων ‑ δέσμη Τεκμηρίου 2, αφορούσε τη σύγκριση των χρεοπιστώσεων που καταγράφονται σε αυτές με τις αποδείξεις που κατέθεσε ως Τεκμήρια 3‑
- Συμφώνησε με τον κ. Ζαννούπα ότι ενώ ο λογαριασμός παρέμεινε ακίνητος για αρκετά χρόνια, εντούτοις η Σ.Π.Ε Πολεμίου αποφάσισε τον τερματισμό του στις 16.04.
- Δεν γνωρίζει γιατί υπήρξε τόση καθυστέρηση. Αυτό το οποίο πληροφορήθηκε από την κα ΧΧΧΧ ήταν ότι υπήρχε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1 για να προχωρήσει στην εξόφληση του επίδικου λογαριασμού. Δεν ήταν, όμως, σε θέση να αναφέρει λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων επικοινωνιών που υπήρξαν με τον Εναγόμενο
- Επί της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού ‑ Τεκμήριο 15, η Μ.Ε.1 κλήθηκε να εξηγήσει τι αφορούν οι χρεώσεις που περιγράφονται ως «σύνολο συναλλαγών». Απάντησε, ότι πρόκειται για έξοδα καθυστερήσεων και συγκεκριμένα για τα έξοδα των ειδοποιήσεων που αποστέλλονταν στους Εναγόμενους προς εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού. Στην υποβληθείσα θέση ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε μόνο το ποσό των Λ.Κ. 1.500 στις 16.08.90, η Μ.Ε.1 αντέτεινε ότι έλαβε το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 5.000 και παρέπεμψε στα Τεκμήρια 3, 5, 8 και
- Τέλος, αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Η Μ.Ε.2 υιοθέτησε, δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9, τη γραπτή δήλωσή της (Έγγραφο Β) ως την κυρίως εξέτασή της. Σε αυτήν δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στην Altamira και είναι εξουσιοδοτημένη τόσο από τους Ενάγοντες, όσο και από την Altamira, για να παρουσιάζεται και να καταθέτει ως μάρτυρας σε δικαστικές διαδικασίες. Προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο στο οποίο περιλαμβάνεται τόσο το δικό της όνομα, όσο και αυτό της Μ.Ε.
- Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία αφαιρέθηκαν έξοδα τα οποία είχαν αμφισβητηθεί από την πλευρά των Εναγομένων κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 επί του Τεκμηρίου
- Με βάση το Τεκμήριο 17, το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού που διεκδικούν οι Ενάγοντες ανέρχεται στο ποσό των €37.836,63 πλέον τόκους προς 6,5% από 01.01.21 με κεφαλαιοποίηση του τόκου μία φορά ετησίως. Αντεξεταζόμενη δήλωσε ότι η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ‑ Τεκμήριο 17, όπως και το Τεκμήριο 15, ετοιμάστηκε με την ίδια μεθοδολογία. Συγκεκριμένα, επέλεξε τα έξοδα που θα αφαιρούνταν και κατέγραψε το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο λογαριασμός. Με βάση αυτά τα δύο δεδομένα, το ηλεκτρονικό σύστημα προχωρεί στον υπολογισμό των αριθμητικών πράξεων για να καταλήξει στο υπόλοιπο που παρουσιάζει ο λογαριασμός. Η μοναδική, δηλαδή, ανθρώπινη παρέμβαση έγκειται στην τροφοδοσία του ηλεκτρονικού συστήματος με το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο θα χρεωθεί ο λογαριασμός και στην αφαίρεση των διαφόρων ποσών που οι Ενάγοντες δεν θα διεκδικήσουν. Σε σχέση με τη δέσμη Τεκμηρίου 2, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιο πρόσωπο συμπλήρωσε το καθολικό. Στη δεύτερη σελίδα του καθολικού της δέσμης Τεκμηρίου 2 χρεώνονται μόνο τόκοι, η χρέωση των οποίων, χωρίς να γνωρίζει από ποιο πρόσωπο έγινε, ήταν σύμφωνη με τους όρους του Τεκμηρίου
- Εν κατακλείδι, η Μ.Ε.2 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και ότι αποκλειστικός σκοπός της μαρτυρίας της ήταν η υποβοήθηση της υπόθεσης των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος 1, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε την υπογραφή του επί της απόδειξης ‑ Τεκμήριο 3 και παραδέχθηκε ότι, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, εισέπραξε από τη Σ.Π.Ε Πολεμίου το ποσό των Λ.Κ. 1.
- Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν εισέπραξε οποιοδήποτε άλλο ποσό πέραν του προαναφερόμενου. Ταυτόχρονα, δεν αναγνώρισε την υπογραφή του επί των αποδείξεων ‑ Τεκμήρια 5, 8 και
- Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι κατέβαλε στη Σ.Π.Ε Πολεμίου, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 2.
- Δεν θυμόταν τον λόγο για τον οποίο πλήρωσε στη Σ.Π.Ε Πολεμίου ποσό μεγαλύτερο, σχεδόν διπλάσιο, από εκείνο που εισέπραξε. Μπορεί να ήταν καταλάθος ή διότι έστελλε από το εξωτερικό, όπου βρισκόταν, κατά καιρούς διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία ούτως ή άλλως θα μπορούσε να τα εισπράξει αφού ο λογαριασμός ήταν τρεχούμενος. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων, αρχικά απάντησε ότι δεν θυμάται κατά πόσο οι αποδείξεις ‑ Τεκμήρια 3‑10 περιήλθαν στην κατοχή του πριν την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Ακολούθως, είπε ότι δεν είχε τα εν λόγω Τεκμήρια στην κατοχή του και όταν ο κ. Λουκά υπέδειξε στον Εναγόμενο 1 ότι στην επιστολή ημερ. 03.06.10 (Τεκμήριο 12) του τότε δικηγόρου του γίνεται αναφορά σε «έγγραφα» που του στάλθηκαν από τη Σ.Π.Ε Πολεμίου, απάντησε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο περιήλθαν στην κατοχή του τα προαναφερόμενα Τεκμήρια. Ερωτηθείς κατά πόσο αξίωσε από τη Σ.Π.Ε Πολεμίου το ποσό των Λ.Κ. 2.950, ο Εναγόμενος 1 απάντησε αρνητικά. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ο ισχυρισμός του περί είσπραξης μόνο του ποσού των Λ.Κ. 1.500 αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Επανέλαβε ότι, αφότου έλαβε το εν λόγω ποσό, αναχώρησε από τη Δημοκρατία για το εξωτερικό και σε διάφορα χρονικά διαστήματα απέστελλε χρηματικά ποσά με τα οποία εξόφλησε το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Αξιολόγηση Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναδεικνύονται τα πιο κάτω γεγονότα ως κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα. Συγκεκριμένα: · Ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε, στις 16.08.90, συμφωνία με τίτλο «Γραμμάτιον εις τρεχούμενον», δυνάμει της οποίας η Σ.Π.Ε Πολεμίου συμφώνησε όπως παραχωρήσει σε αυτόν πίστωση για το ποσό των Λ.Κ. 2.
- · Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1, οι οποίες πηγάζουν από την προαναφερόμενη συμφωνία. Η εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 περιλαμβάνεται στην πιο πάνω συμφωνία με τίτλο «Γραμμάτιον εις τρεχούμενον». · Ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε, δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας, το ποσό των Λ.Κ. 1.500 στις 16.08.90 και προς τούτο υπέγραψε σχετική απόδειξη πληρωμής. · Ο Εναγόμενος 1, κατέβαλε προς στη Σ.Π.Ε Πολεμίου τα ποσά των Λ.Κ. 1.000, Λ.Κ. 450, Λ.Κ. 50 και Λ.Κ. 1.450, στις 22.08.90, 21.09.90, 12.12.90 και 31.07.91 αντίστοιχα. Τα ποσά που κατέβαλε ο Εναγόμενος 1 στη Σ.Π.Ε Πολεμίου συμποσούνται στο ποσό των Λ.Κ. 2.
- · Η Σ.Π.Ε Πολεμίου, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 16.04.10 προς τον Εναγόμενο 1, με κοινοποίηση στους Εναγόμενους 2 και 3, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και αξίωσε την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού, το οποίο ανερχόταν, κατά την εν λόγω ημερομηνία, στο ποσό των €16.701,05 πλέον τόκους προς 9%. Σύμφωνα με την Παπαλλής κ.α ν. Κυριακίδη
(2008)1Α Α.Α.Δ 83, είναι αχρείαστη η αξιολόγηση μαρτυρίας που δεν αμφισβητείται ή αποτελεί κοινό έδαφος. Επομένως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών, με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα ακολουθώντας τη σειρά παρουσίασης των μαρτύρων. Η αξιολόγηση αυτή, ωστόσο, δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa ν. Κακουρή κ.ά.
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Οι Ενάγοντες προς απόδειξη της υπόθεσης τους παρουσίασαν τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και
- Οι Μ.Ε. 1 και 2 κατέθεσαν υπό την ιδιότητα τους ως εργοδοτούμενοι της Altamira, η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, ανέλαβε τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγόντων περιλαμβανομένης και της επίδικης. Κατά την αντεξέταση τους επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Altamira και η δυνατότητα των εν λόγω μαρτύρων να καταθέσουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Altamira είναι ζήτημα ουδέτερο προς τα επίδικα θέματα και, ως τέτοιο, δεν μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε επίδραση στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Ε. 1 και
- Η όποια συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Altamira δεν επηρεάζει τη σχέση των Εναγόντων με τους Εναγόμενους. Η διαδοχή της Σ.Π.Ε Πολεμίου από τους Ενάγοντες επιμαρτυρείται από τις ειδοποιήσεις συγχωνεύσεων και μετονομασιών οι οποίες κατατέθηκαν, μέσω του Πρωτοκολλητείου, στον φάκελο της υπόθεσης δυνάμει των άρθρων 12
(4)και 49ΣΤ
(1)του Ν.22/85. Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα αγωγή δεν καταχωρήθηκε από την Altamira, έτσι ώστε να τίθεται προς εξέταση ζήτημα νομιμοποίησης της τελευταίας. Ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στο υπό εξέταση θέμα, σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων στην αγόρευσή του δεν το προώθησε. Συγκεκριμένα, ο κ. Ζαννούπας, στην αγόρευσή του, επικεντρώθηκε στο κατά πόσο οι Ενάγοντες απέδειξαν την ύπαρξη οφειλόμενου χρέους. Όσον αφορά τώρα την ικανότητα των Μ.Ε. 1 και 2 να καταθέσουν ως μάρτυρες και την ύπαρξη εξουσιοδότησης προς τούτο, είτε από τους Ενάγοντες, είτε από την Altamira, επισημαίνω ότι για να δοθεί μαρτυρία δεν απαιτείται εξουσιοδότηση από οποιονδήποτε (M.A. GOODVALUE SUPPLIERS LTD κ.α ν. BARCLAYS BANK PLC
(2001)1Β Α.Α.Δ 1038). Οι Ενάγοντες, ήταν ελεύθεροι να παρουσιάσουν τη μαρτυρία που διέθεταν προς απόδειξη της απαίτησης και επέλεξαν να προωθήσουν την υπόθεσή τους με τη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και
- Έρχομαι, επομένως, στη μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και 2, η οποία, σε σχέση με τα καθήκοντα τους στην Altamira και την πρόσβασή τους στα αρχεία των Εναγόντων, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση τους. Τα ίδια ισχύουν και ως προς τον τρόπο με τον οποίο ενήργησαν κατά την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήρια 15 και
- Η αντεξέταση της Μ.Ε.1 εστιάστηκε στην ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού και ειδικότερα στην ορθότητα της δέσμης Τεκμηρίου 2, στην οποία καταγράφονται οι χρεώσεις με το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 3.
- Προς τον σκοπό απόδειξης του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, οι Ενάγοντες κατέθεσαν τις καταστάσεις λογαριασμού (δέσμη Τεκμηρίου 2 και δέσμη Τεκμηρίου 14), ως επίσης και τις αναδομημένες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού ‑ Τεκμήρια 15 και 17, οι οποίες ετοιμάστηκαν από τις Μ.Ε. 1 και 2 αντίστοιχα. Οι καταστάσεις λογαριασμού που περιλαμβάνονται στις δέσμες Τεκμηρίου 2 και 14, συνοδεύονται και από πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τη Μ.Ε.1, δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ.
- Δεν υπήρξε ουσιαστική αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, όπως και της Μ.Ε.2, ότι η Σ.Π.Ε Πολεμίου και οι Συνεργατικές Εταιρείες με τις οποίες συγχωνεύθηκε, περιλαμβανομένων των Εναγόντων, αποτελούν επιχείρηση εν τη εννοία του άρθρου 35 του Κεφ.
- Επίσης, δεν υπήρξε αμφισβήτηση επί του ότι οι καταστάσεις λογαριασμού των Τεκμηρίων 2 και 14 αποτελούν μέρος του αρχείου της Σ.Π.Ε Πολεμίου και των Συνεργατικών Εταιρειών με τις οποίες συγχωνεύθηκε, περιλαμβανομένων των Εναγόντων. Το άρθρο 35
(2)του Κεφ.9 αναφέρει ότι έγγραφο που καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος αρχείου επιχείρησης προσάγεται ως αποδεικτικό στοιχείο, με την αξία του να αποτιμάται από το Δικαστήριο. Εν προκειμένω, η αποτίμηση της αξίας των Τεκμηρίων 2 και 14 συναρτάται, κατά την κρίση μου, άμεσα με την αποδεικτική αξία των Τεκμηρίων 5, 8 και
- Τα Τεκμήρια 5, 8 και 9 αποτελούν αποδείξεις πληρωμής της Σ.Π.Ε Πολεμίου, οι οποίες προσκομίστηκαν από τους Ενάγοντες, μέσω της Μ.Ε.1, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε επιπροσθέτως του ποσού των Λ.Κ. 1.500 και το ποσό των Λ.Κ. 3.500, με αποτέλεσμα η συνολική διευκόλυνση που παραχωρήθηκε από τη Σ.Π.Ε στον τελευταίο να ανέρχεται στο ποσό των Λ.Κ. 5.
- Τα Τεκμήρια 5, 8 και 9 συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία, καθώς οι Μ.Ε. 1 και 2 δεν ήταν τα πρόσωπα που συνέταξαν τα εν λόγω Τεκμήρια και δεν υπογράφονται από αυτές. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Κεφ.9, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλά και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Η βαρύτητα, ωστόσο, που μπορεί να προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της (άρθρο 27
(1)του Κεφ.9). Σύμφωνα με το άρθρο 27
(3)του Κεφ.9, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που μπορεί να προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Στην προκείμενη περίπτωση, η Μ.Ε.1 δήλωσε ότι από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5, 8 και 9 προκύπτει ότι αυτά υπογράφηκαν από τον γραμματέα της Σ.Π.Ε Πολεμίου. Δήλωσε, ωστόσο, ότι δεν γνώριζε το όνομα του γραμματέα της Σ.Π.Ε Πολεμίου, ούτε ασφαλώς και την υπογραφή του. Οι Ενάγοντες δεν κάλεσαν ως μάρτυρα το πρόσωπο που συμπλήρωσε και υπέγραψε για λογαριασμό της Σ.Π.Ε Πολεμίου τα Τεκμήρια 5, 8 και 9, δεν αποκάλυψαν το όνομά του, αλλά ούτε και μέσω της μαρτυρίας των Μ.Ε. 1 και 2 προσέφεραν οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο μη κλήτευσης του εν λόγω προσώπου ως μάρτυρα. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι το υπό αναφορά ζήτημα τέθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, από την οποία παρατίθεται σχετικό απόσπασμα: «E. Πες μας ποιος είναι ο γραμματέας να τον φωνάξουμε να μαρτυρήσει. A. Μπορούμε να μάθουμε πιο μετά να τον φωνάξουμε να μαρτυρήσει. E. Να μας το πεις σήμερα να φκάλουμε κλήση να έρθει στο Δικαστήριο. Ισχυρίζεσαι, ενώ ήσουν αγέννητη, προβάλλεις τη θέση ότι υπόγραψε κάποιος γραμματέας που φαίνεται να μην έχει όνομα, άρα να μην μπορούμε ούτε εμείς να τον κλητεύσουμε να έρθει να μαρτυρήσει. Σε καλώ να απαντήσεις ποιος σου έδωσε την πληροφορία ήταν ο γραμματέας και ποιος ήταν ο γραμματέας; A. Καταθέτω ως προς τα έγγραφα, βλέπω στα τεκμήρια ότι φέρει υπογραφή του γραμματέα. Το όνομα δεν το γνωρίζω να πω το όνομά του. Βλέπω, όμως, την υπογραφή του.» Η παράλειψη εξήγησης για την απουσία μάρτυρα από το μέρος που όφειλε να τον παρουσιάσει, αποτελεί βάσιμο λόγο μη απόδοσης βαρύτητας στο περιεχόμενο της σχετικής δήλωσης (Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
(2013)1Γ Α.Α.Δ 2059). Επιπροσθέτως των πιο πάνω, οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που οδηγούν, κατά την άποψή μου, στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί αποδεικτική βαρύτητα στα Τεκμήρια 5, 8 και 9. Τόσο στα εν λόγω Τεκμήρια, όσο και στις υπόλοιπες αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων (Τεκμήρια 3, 4, 6, 7 και 10), υπάρχει πρόνοια όπως αυτά υπογράφονται και από μάρτυρα. Σε κανένα εκ των προαναφερόμενων Τεκμηρίων περιλαμβάνεται η υπογραφή μάρτυρα. Επίσης, δεν διευκρινίστηκε κατά πόσο το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για τη συμπλήρωση των χειρόγραφων καταστάσεων της δέσμης Τεκμηρίου 2 ήταν το ίδιο πρόσωπο με αυτό που συμπλήρωνε και υπέγραφε τις αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων. Περαιτέρω, παρέμεινε αδιευκρίνιστο το κατά πόσο η συμπλήρωση των πράξεων επί των χειρόγραφων καταστάσεων (δέσμη Τεκμηρίου 2), σε ό,τι αφορά αναλήψεις ή πληρωμές στον επίδικο λογαριασμό, γινόταν αποκλειστικά στη βάση των αποδείξεων πληρωμής και παραλαβής χρημάτων. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη μου το άρθρο 27
(2)(α) και
(3)του Κεφ.9, θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να προσδοθεί στα Τεκμήρια 5, 8 και
- Το γεγονός αυτό επηρεάζει και την αποδεικτική δύναμη των Τεκμηρίων 2 και
- Τα Τεκμήρια 5, 8 και 9, ως ήδη αναφέρθηκε, παρουσιάστηκαν προς υποστήριξη της ανάληψης του επιπρόσθετου ποσού των Λ.Κ. 3.500 από τον επίδικο λογαριασμό. Παρουσιάστηκαν, δηλαδή, προς τεκμηρίωση των εν λόγω χρεώσεων που καταγράφονται στη δέσμη Τεκμηρίου
- Η μη απόδοση αποδεικτικής βαρύτητας στα Τεκμήρια 5, 8 και 9, αφήνει χωρίς την απαιτούμενη υποστήριξη τις αντίστοιχες συναλλαγές που καταγράφονται στις χειρόγραφες καταστάσεις της δέσμης Τεκμηρίου 2 και συμπαρασύρει και τις καταστάσεις της δέσμης Τεκμηρίου 14, στις οποίες περιλαμβάνονται μόνον χρεώσεις τόκων και άλλων εξόδων στη βάση του υπολοίπου που εμφαίνεται στις καταστάσεις της δέσμης Τεκμηρίου
- Δεν μου διαφεύγει, ότι η Μ.Ε.1 στη μαρτυρία της (Έγγραφο Α παράγραφος 11) δήλωσε ότι οι χειρόγραφες καταστάσεις της δέσμης Τεκμηρίου 2, καθώς και τα Τεκμήρια 3-10, αποτελούν τραπεζικά βιβλία. Στο εν λόγω ζήτημα αναφέρθηκε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων στην αγόρευσή του επισημαίνοντας ότι τα Τεκμήρια 2-10 και το Τεκμήριο 14 εντάσσονται στην έννοια των τραπεζικών βιβλίων ως αυτά ορίζονται στο άρθρο 22 του Κεφ.
- Ενόψει τούτου, σύμφωνα με τον κ. Λουκά, δημιουργήθηκε μαχητό τεκμήριο απόδειξης των καταχωρήσεων και χρεώσεων που παρουσιάζονται σε αυτά. Η προαναφερόμενη εισήγηση του κ. Λουκά, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στο άρθρο 22
(2)και
(3)τίθενται οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης του μαχητού τεκμηρίου απόδειξης που δημιουργεί το εν λόγω άρθρο. Περαιτέρω, στην επιφύλαξη του άρθρου 22
(2), ορίζεται ότι μαρτυρία για τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να αποδειχθούν για να ενεργοποιηθεί το εν λόγω μαχητό τεκμήριο μπορεί να δοθεί από διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας. Η Μ.Ε.1, η οποία προσέφερε μαρτυρία για τις προϋποθέσεις του άρθρου 22
(2), δεν είναι ούτε διευθύντρια, ούτε υπάλληλος των Εναγόντων. Συνεπώς, ενόψει της επιφύλαξης του άρθρου 22
(2), η Μ.Ε.1 δεν μπορούσε να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με τις εν λόγω προϋποθέσεις. Δεν μου διαφεύγει, ότι η Μ.Ε.2 κατέθεσε το Τεκμήριο 16 με το οποίο εξουσιοδοτείται από τους Ενάγοντες, τόσο η ίδια, όσο και η Μ.Ε.1 προκειμένου, μεταξύ άλλων, να παρουσιάζονται ενώπιον των Δικαστηρίων για να υπογράφουν και/ή να προσκομίζουν κάθε αναγκαίο έγγραφο και να παρέχουν ένορκη μαρτυρία. Το Τεκμήριο 16 δεν μπορεί, κατά την κρίση μου, να υπερκεράσει τις σαφείς πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 22
(2). Ο νομοθέτης επέλεξε, όπως μαρτυρία για τις προϋποθέσεις του άρθρου 22
(2)δίδεται από συγκεκριμένα πρόσωπα. Αυτή η ρητή επιλογή του νομοθέτη δεν μπορεί να παραβλεφθεί με την κατάρτιση ενός γενικού πληρεξουσίου εγγράφου. Ως εκ των ανωτέρω, δεν έχει τεθεί η απαιτούμενη, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 22
(2), μαρτυρία για να ενταχθούν τα Τεκμήρια 2-10 και 14 στην κατηγορία των τραπεζικών βιβλίων και να εξεταστεί η ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου που δημιουργείται με το εν λόγω άρθρο. Ουδεμία βαρύτητα μπορεί, επίσης, να δοθεί στις πληροφορίες που δόθηκαν στη Μ.Ε.1 από την κα ΧΧΧΧ ΧΧΧΧ. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία σε σχέση με την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη των Εναγόντων να καλέσουν την κα ΧΧΧΧ ως μάρτυρα (άρθρο 27
(2)(α) και
(3)του Κεφ.9). Σε κάθε περίπτωση, η εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Ε.1 περιορίστηκε στην προβολή γενικών ισχυρισμών, αφού δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων επικοινωνιών της κας ΧΧΧΧ με τον Εναγόμενο 1. Συνεπώς, με εξαίρεση την εξ ακοής μαρτυρία των Μ.Ε. 1 και 2, η λοιπή μαρτυρία τους κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266, 268 και Ιωσηφίδης ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ 307). Ο βασικός ισχυρισμός του Εναγόμενου 1 ήταν ότι εισέπραξε από τη Σ.Π.Ε Πολεμίου, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας, μόνο το ποσό των Λ.Κ. 1.500 και σε διάφορα χρονικά διαστήματα επέστρεψε το ποσό των Λ.Κ. 2.
- Η θέση του Εναγόμενου 1, ότι δεν είσπραξε οποιοδήποτε άλλο ποσό από τη Σ.Π.Ε Πολεμίου, δεν ήταν πειστική. Δεν μου διαφεύγει, ότι ο Εναγόμενος 1 παρέμεινε σταθερός στην εν λόγω θέση του, ωστόσο, αυτή η θέση δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα, αλλά σε συνάρτηση με το παραδεκτό γεγονός της καταβολής στη Σ.Π.Ε Πολεμίου του ποσού των Λ.Κ. 2.
- Η είσπραξη τώρα του ποσού των Λ.Κ. 1.500 και η καταβολή του ποσού των Λ.Κ. 2.950, έλαβαν χώρα μέσα σε διάστημα 11,5 μηνών. Αυτό το δεδομένο δημιουργά εύλογα το ερώτημα για ποιον λόγο ο Εναγόμενος 1 επέστρεψε στη Σ.Π.Ε Πολεμίου χρηματικό ποσό σχεδόν διπλάσιο από αυτό που έλαβε, μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Παρατηρώ, ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Οι δηλώσεις του, ότι η ισχυριζόμενη υπερπληρωμή προς τη Σ.Π.Ε Πολεμίου έγινε εκ λάθους ή ότι προέβη σε αυτή διότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν τρεχούμενος, δεν αποτελούσαν θετική μαρτυρία επί γεγονότων, αλλά διατύπωση υποθετικών σεναρίων στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει την ενέργεια του. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, τα σενάρια που επικαλέστηκε στερούνται λογικής συνοχής. Το χρονικό διάστημα των 11,5 μηνών ήταν πολύ σύντομο για να ξεχάσει ο μάρτυρας ότι είσπραξε μόνο Λ.Κ. 1.500 και να πληρώσει εκ λάθους Λ.Κ. 2.
- Από την άλλη, όσον αφορά την εξήγηση ότι ο λογαριασμός ήταν τρεχούμενος και για αυτό τον λόγο προχώρησε σε υπερπληρωμή, επισημαίνω ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου ότι από τις 31.07.91, που έγινε η τελευταία πληρωμή, μέχρι τις 16.04.10, που τερματίστηκε ο λογαριασμός, υπήρξε οποιαδήποτε ανάληψη από τον Εναγόμενο
- Δεν μπορεί, επίσης, να παραμείνει χωρίς σχολιασμό η αντιφατικότητα των απαντήσεων του ως προς το κατά πόσο περιήλθαν στην κατοχή του οι αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων (Τεκμήρια 3‑10) πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, δήλωσε αρχικά ότι δεν θυμόταν αν τις είχε στην κατοχή, στη συνέχεια είπε ότι δεν τις είχε στην κατοχή του και επανήλθε, ακολούθως, στην αρχική θέση του ότι δεν θυμόταν κατά πόσο τις είχε στην κατοχή του. Όταν, δε, του υποδείχθηκε η επιστολή του τότε δικηγόρου του (Τεκμήριο 12), δήλωσε ότι ο δικηγόρος του μάλλον θα είχε στην κατοχή του τις εν λόγω αποδείξεις και όταν ερωτήθηκε για το ποιος παρέδωσε στον δικηγόρο του τα εν λόγω έγγραφα, η απάντησή του ήταν ότι κάποιο άλλο πρόσωπο, και όχι ο ίδιος, διόρισε τον τότε δικηγόρο του για να ενεργεί για λογαριασμό του. Το Τεκμήριο 12, όμως, αφήνει εκτεθειμένο τον Εναγόμενο
- Τούτο, διότι ρητά καταγράφεται σε αυτό ότι τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή του τότε δικηγόρου του, αποστάληκαν στον ίδιο τον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή προβάλλεται ξεκάθαρα η θέση ότι η υπογραφή του Εναγόμενου 1 που παρουσιάζεται σε αποδείξεις, είναι προϊόν πλαστογραφίας. Αν και δεν δίδονται λεπτομέρειες των αποδείξεων στο Τεκμήριο 12, εντούτοις είναι φανερό, από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, ότι πρόκειται για τις αποδείξεις που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3‑10 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και ειδικότερα για τα Τεκμήρια 5, 8 και
- Είναι, επομένως, προφανές ότι τα Τεκμήρια 3‑10 περιήλθαν στην κατοχή και στη γνώση του Εναγόμενου 1 τουλάχιστον από το
- Ερωτηματικά προκαλεί και η στάση του Εναγόμενου 1 όσον αφορά τη διεκδίκηση του ποσού που, ως ισχυρίζεται, υπερπλήρωσε. Όταν ρωτήθηκε σχετικά από τον συνήγορο των Εναγόντων απάντησε ότι δεν ήθελε το επιπλέον χρηματικό ποσό που κατέβαλε διότι, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, θέλει να κλείσει η «ιστορία». Η «ιστορία», όμως, όχι μόνο δεν έκλεισε, αλλά οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Παρά ταύτα, ο Εναγόμενος 1 ούτε και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής διεκδίκησε το ποσό που κατέβαλε στους Ενάγοντες χωρίς να το οφείλει. Στη βάση των ανωτέρω, θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου
- Συμπεράσματα Ενόψει της από κοινού αποδεκτής ή μη αμφισβητούμενης μαρτυρίας, αυτό το οποίο παρέμεινε προς απόδειξη από πλευράς των Εναγόντων είναι το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι Ενάγοντες προς απόδειξη του αξιούμενου υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, κατέθεσαν τις δέσμες Τεκμηρίου 2 και 14, τις αποδείξεις πληρωμής και παραλαβής χρημάτων (Τεκμήρια 3‑10), ως επίσης και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ‑ Τεκμήρια 15 και
- Στο σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοση 2014 των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη (σελ. 353-354), αναφέρεται ότι η αποδοχή έγγραφης μαρτυρίας εξαρτάται από την εξέταση τριών βασικών ερωτημάτων. Το πρώτο ερώτημα άπτεται της σχετικότητας της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα, το δεύτερο αφορά στον τρόπο με τον οποίο θα αποδειχθεί το περιεχόμενο του εγγράφου και το τρίτο αφορά τη σωστή εκτέλεση του εγγράφου. Επίσης, στην υπόθεση M.A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.ά ν. Barclays Bank PLC (ανωτέρω), αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η αποδοχή εγγράφου ως μαρτυρίας προϋποθέτει την απόδειξη της ορθής εκτέλεσής του. Εν προκειμένω, η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων (παράγραφος 3 της Υπεράσπισης), η οποία επαναλήφθηκε και κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν ότι ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε μόνο το ποσό των Λ.Κ. 1.
- Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 αμφισβητήθηκαν οι καταχωρήσεις επί των καταστάσεων λογαριασμού της δέσμης Τεκμηρίου 2 σε σχέση με τις πληρωμές προς τον Εναγόμενο 1 του συνολικού ποσού των Λ.Κ. 3.500, καθώς και οι αποδείξεις πληρωμής - Τεκμήρια 5, 8 και
- Οι Ενάγοντες έφεραν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους ότι ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε το επιπλέον συνολικό ποσό των Λ.Κ. 3.
- Κατά συνέπεια, όφειλαν να αποδείξουν, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την ορθή εκτέλεση των Τεκμηρίων 5, 8 και
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, στην αγόρευσή του, εισηγήθηκε ότι οι Εναγόμενοι είναι αυτοί που φέρουν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι ο Εναγόμενος 1 αξιοποίησε μόνο το ποσό των Λ.Κ. 1.500 και ότι στο χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού υπάρχουν υπερχρεώσεις, ανατοκισμοί και αδικαιολόγητες χρεώσεις. Η εισήγηση του κ. Λουκά στηρίχθηκε στην άποψή του, ότι τα Τεκμήρια 2‑10 και 14 αποτελούν τραπεζικά βιβλία δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ.
- Με κάθε σεβασμό, η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα Τεκμήρια 2‑10 και 14 δεν αποτελούν τραπεζικά βιβλία εν τη εννοία του άρθρου 22 του Κεφ.
- Επομένως, η κατάθεσή τους ως Τεκμηρίων δεν έχει μετατοπίσει το βάρος απόδειξης στην πλευρά των Εναγομένων. Στην υπόθεση Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1Α Α.Α.Δ 676, τονίσθηκε ότι στην αστική δίκη το βάρος απόδειξης της γνησιότητας εγγράφου το φέρει εκείνος που το προσάγει και επικαλείται την εγκυρότητά του. Συνεπώς, εναπόκειται στο πρόσωπο που επικαλείται το έγγραφο να πείσει για την ορθότητα του ισχυρισμού του και όχι στον αντίδικο του να αποδείξει το αντίθετο ή την πλαστότητα του εγγράφου, εφόσον δεν είναι εκείνος που πρότεινε ή εισηγήθηκε την ύπαρξη του εγγράφου (Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά ν. Κακάβου, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/10 ημερ. 15.10.15). Για τους λόγους που αναλύθηκαν κατά την αξιολόγηση των Μ.Ε. 1 και 2, τα Τεκμήρια 5, 8 και 9 στερούνται αποδεικτικής αξίας. Ως εκ τούτου, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την ορθή εκτέλεση των Τεκμηρίων 5, 8 και
- Αυτό το γεγονός, ως αναφέρθηκε και κατά την αξιολόγηση των Μ.Ε. 1 και 2, δεν επιτρέπει την απόδοση αποδεικτικής βαρύτητας στα Τεκμήρια 2 και
- Τα δε Τεκμήρια 15 και 17, επίσης δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία, διότι η ετοιμασία τους στηρίχθηκε στα Τεκμήρια 2 και
- Η αποτυχία των Εναγόντων να αποδείξουν ότι ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε το επιπρόσθετο ποσό των Λ.Κ. 3.500 δεν επιτρέπει την απόδοση θεραπείας στη βάση της ανάκτησης του αξιούμενου ποσού ως χρέους (money had and received). Η απόρριψη τώρα της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Όπως ήδη λέχθηκε, το βάρος απόδειξης βρισκόταν στους ώμους των Εναγόντων, οι οποίοι όφειλαν να αποδείξουν, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την ορθή εκτέλεση των εγγράφων που επικαλέστηκαν και ειδικότερα, την ορθή εκτέλεση των Τεκμηρίων 5, 8 και 9, προκειμένου να αποδείξουν ότι ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε από τους Ενάγοντες το επιπρόσθετο ποσό των Λ.Κ. 3.
- Η αποτυχία των Εναγόντων να αποδείξουν, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την απαίτησή τους εναντίον του πρωτοφειλέτη - Εναγόμενου 1, συμπαρασύρει και την αξίωση τους σε σχέση με τους εγγυητές ‑ Εναγόμενους 2 και
- Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465, η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Εν κατακλείδι, σημειώνω ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις ασχολήθηκαν και με το άρθρο 6 του Ν.2/
- Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου, ο σχολιασμός των θέσεων των συνηγόρων θα είχε ακαδημαϊκή και μόνο σημασία. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την απαίτησή τους εναντίον των Εναγομένων 1‑
- Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1‑3 και εναντίον των Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται, ότι ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των Εναγομένων 1‑3, οι τελευταίοι δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο