TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΣΑΒΒΑ, Αγ. Αρ.: 2384/2013, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2021:A82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 2384/2013 Μεταξύ: TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΧΧΧΧ (ΧΧΧΧ) ΧΧΧΧ ΣΑΒΒΑ Εναγομένου ---------------------------------------------- Ημερ.: 30/06/
- Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κα. Κ. Ανδρέου για κ.κ. ELIAS NEOCLEOUS & CO LLC. Για τον εναγόμενο: κ. Α. Δημητρίου για κ.κ. Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, με την Έκθεση Απαίτησης τους, αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου το ποσό των €424.395,47 σεντ πλέον τόκους προς 6,082% ετησίως επί του ποσού των €423.679,69 σεντ από 10/07/2013 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης και Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την εκποίηση της Υποθήκης υπ' αρ. Υ 1006/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, πλέον τα έξοδα. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας δανείου που έγινε κατά ή περί τις 15/02/2008, παραχώρησαν δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €450,000 στον εναγόμενο. Ισχυρίζονται επίσης, ότι ο εναγόμενος, προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία, σύναψε Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης ημερομηνίας 25/02/2008 και με αρ. Υ1006/2008, με την οποία υποθήκευσε τέσσερα συγκεκριμένα ακίνητα του, όπως αυτά περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, μέχρι του ποσού των €500.000 πλέον τόκους και έξοδα. Λόγω της παράβασης των όρων της επίδικη συμφωνίας από τον εναγόμενο και συγκεκριμένα λόγω της παρουσίασης καθυστερήσεων στην αποπληρωμή του επίδικου δανείου, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 25/10/2012 προς τον εναγόμενο, κάλεσαν τον τελευταίο όπως εντός 21 ημερών διευθετήσει τις καθυστερημένες δόσεις, παραλείποντας όμως να το πράξει. Ένεκα των πιο πάνω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με επιστολή τους ημερομηνίας 18/12/2012 τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου και τη λειτουργία του λογαριασμού και κάλεσαν τον εναγόμενο να εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς να το έχει πράξει. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται όλους τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς των εναγόντων. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αυτός υπέγραψε μια αίτηση για την παραχώρηση δανείου, αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικότερα ότι ο επίδικος λογαριασμός καταδείκνυε το ισχυριζόμενο υπόλοιπο και προβάλλει τη θέση ότι το οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες χρέωσαν αυθαίρετα και παράνομα χωρίς εξουσιοδότηση τα ισχυριζόμενα ποσά προβαίνοντας σε υπερχρεώσεις τόκων και/ή υπολογίζοντας τόκο επί τόκου επί του εκάστοτε υπολοίπου και/ή ο επίδικος λογαριασμός περιέχει ανατοκισμό και/ή χρεώσεις που απαγορεύονται από το Νόμο. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη στην Έκθεση Απαίτησης Υποθήκη, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η σύσταση της έγινε για εξασφάλιση ποσού το οποίο ο εναγόμενος δεν οφείλει και/ή αυτή είναι παράνομη και/ή άκυρη διότι ενεγράφηκε κατά παράβαση του Περί Υποθηκών Νόμου 9/
- Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το εξασφαλισμένο με την επίδικη Υποθήκη ποσό δεν είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή σε ημερομηνία που δύναται να προσδιορισθεί, το ποσό το οποίο είναι εξασφαλισμένο δεν είναι καθορισμένο ή δύναται να προσδιορισθεί, ο προνοούμενος τόκος επί του εξασφαλισμένου ποσού δεν είναι ποσοστό καθορισμένο ή δυνάμενο να προσδιορισθεί και γενικά υπάρχει πλήρης αντίθεση του περιεχομένου της σύμβασης της υποθήκης με το έγγραφο υποθήκης. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες σε κανένα τερματισμό της επίδικης συμφωνίας προέβησαν και ούτε είχαν την δυνατότητα να το πράξουν αφού η συμφωνία ήταν άκυρη. Ο εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής και ανταπαιτητικώς αξιώνει δηλώσεις και/ή διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να ακυρώνεται και/ή να αναγνωρίζεται ως άκυρη η υποθήκη XXXXX/08 και ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται οποιαδήποτε θεραπεία από τις επίδικες παράνομες συμφωνίες και/ή συναλλαγές. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι ενάγοντες ουσιαστικά εμμένουν στους ισχυρισμούς τους και στην νομιμότητα και δεσμευτικότητα των επίδικων συμφωνιών. Οι ενάγοντες για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους εναντίον του εναγόμενου, κάλεσαν δύο
(2)μάρτυρες και συγκεκριμένα την κα XXXXX Κανάρη (Μ.Ε.1) και τον κ. XXXXX Γρηγορίου (Μ.Ε.2). Από πλευράς εναγόμενου κατάθεσε ο κ. XXXXX Ιερόπουλος (Μ.Υ.1). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης δεκαπέντε
(15)συνολικά τεκμήρια. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρειάζεται η επανάληψη αυτής αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο έχει διεξέλθει αυτής με πολλή προσοχή, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ολότητα της καθώς επίσης και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Θα παραθέσω κατωτέρω συνοπτικά την μαρτυρία που προσκομίστηκε για να διαφανούν οι θέσεις των διαδίκων. Η Μ.Ε.1 κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως της εξέτασης (βλ. Έγγραφο Α). Σε αυτή αναφέρει ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων, εργάζεται στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών (Recovery Department), της ανατέθηκε η παρακολούθηση του επίδικου δανείου και λογαριασμού και έχει στην κατοχή της όλα τα σχετικά με αυτόν έγγραφα. Είναι επίσης εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να δίνει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η γνώση της για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προέρχεται από την μελέτη του συνόλου του αρχείου που τηρούν οι ενάγοντες σε σχέση με τον εναγόμενο. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην υπόσταση και λειτουργία των εναγόντων και κατάθεσε περί τούτου δέσμη έγγραφων (βλ. τεκμήριο 1). Αναφερόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο συμφωνία δανείου ημερομηνίας 15/02/2008 (βλ. τεκμήριο 2) η οποία συνάφθηκε μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου καθώς επίσης και επιστολή - εντολή οδηγιών του εναγόμενου όπως χρεωθεί ο λογαριασμός με αρ. XXXXX0379 (βλ. τεκμήριο 2) με το ποσό του εν λόγω δανείου. Η μάρτυρας είπε ότι επρόκειτο για Στεγαστικό Δάνειο και οι χρεώσεις καθώς επίσης το ύψος αυτών ήταν αυτές που προβλέπονταν για το συγκεκριμένο είδος δανείου και στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων, αντίγραφο του οποίου έλαβε ο εναγόμενος, όπως όλοι οι πελάτες των εναγόντων και σύμφωνα με την πρακτική τους. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου και μεταξύ άλλων είπε ότι το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο λογαριασμός ήταν 3,50% σταθερό για περίοδο 3 ετών από την υπογραφή της συμφωνίας ενώ μετά την λήξη της περιόδου αυτής, θα αποτελείτο από 6 μηνών Euribor πλέον 1,25% ετησίως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι εξόφλησης. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με συνολικά 360 μηνιαίες δόσεις, εκ των οποίων, οι 36 μηνιαίες δόσεις θα ήταν εκ €2.026,92 σεντ κάθε μια και ακολούθως, οι 324 μηνιαίες δόσεις θα ήταν εκ €2,530.44 κάθε μια. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 28/03/2008 και οι υπόλοιπες δόσεις την 28ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης με αρ. XXXXX/2008 Επαρχιακού Κτηματολογίου Πάφου μαζί με Έγγραφο Υποθήκης, η οποία παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο ως εξασφάλιση (βλ. τεκμήριο 4) και αναφέρθηκε στους όρους και περιεχόμενο αυτής. Αποτέλεσε θέση της μάρτυρος ότι ο εναγόμενος παρέλειπε να πληρώνει τις οφειλόμενες δόσεις και κατάθεσε στο Δικαστήριο επιστολή ημερομηνίας 25/10/2012 η οποία αποστάληκε στον εναγόμενο καλώντας τον όπως εντός 21 ημερών εξοφλήσει τις καθυστερημένες δόσεις (βλ. τεκμήριο 6). Η μάρτυρας κατάθεσε επίσης στο Δικαστήριο επιστολή ημερομηνίας 18/12/2012 (βλ. τεκμήριο 7) με την οποία τερματιζόταν η επίδικη συμφωνία και η λειτουργία του λογαριασμού, αφού ο εναγόμενος δεν είχε συμμορφωθεί με την προηγούμενη επιστολή ημερομηνίας 25/10/
- Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικές καταστάσεις λογαριασμού μαζί με Πιστοποιητικό Δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Απόδειξης Νόμο Κεφ. 9 (βλ. τεκμήριο 8). Η μάρτυρας ανάφερε κατά τη μαρτυρία της ότι η επίδικη Υποθήκη με αρ. XXXXX/2008 εκποιήθηκε και εφόσον τα ακίνητα ανακτήθηκαν από τους ενάγοντες, κατά την 27ην/10/2020 έγινε κατάθεση του ποσού έναντι του λογαριασμού. Περαιτέρω, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ετοίμασε η ίδια και οι οποίες κατά τις 31/12/2020 καταδεικνύουν οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €324.781,70 πλέον τόκο προς 3,83200% από την 01ην/01/2021 μέχρι εξόφλησης του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές το χρόνο (βλ. τεκμήριο 9). Αυτό είναι και το ποσό που εν τέλει οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου. Τέλος, η μάρτυρας ανάφερε ότι λόγω των καθηκόντων που ασκεί, γνωρίζει το 6 μηνών Euribor και το περιθώριο με τα οποία χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός δανείου από το άνοιγμα του μέχρι σήμερα και κατάθεσε στο Δικαστήριο δέσμη εγγράφων με τις μεταβολές του 6 μηνών Euribor (βλ. τεκμήριο 10) και πίνακα με τις μεταβολές του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου (βλ. τεκμήριο 11). Aντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι το τεκμήριο 10 το εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και από ένα από τα προγράμματα της Τράπεζας και στο οποίο έχουν καταχωρηθεί από το αρμόδιο τμήμα που ασχολείται με τα ξένα νομίσματα οι διακυμάνσεις του Euribor. Οι πληροφορίες αυτές αντλούνται από τη σελίδα του Reuters, η οποία επίσης έχει σχέση με το συνάλλαγμα και τα ξένα νομίσματα. Οι πληροφορίες αυτές έχουν αντληθεί από την ιστοσελίδα του Reuters και έχουν διοχετευθεί στο σύστημα της Τράπεζας. Διαφώνησε με τη θέση ότι η κατάσταση αυτή, τεκμήριο 10, είναι λανθασμένη καθότι δεν παρουσιάζει τις διακυμάνσεις του Euribor 6 μηνών. Περαιτέρω, η μάρτυρας είπε ότι η αξία, το value date του Euribor που χρησιμοποίησαν οι ενάγοντες είναι αυτή των δύο εργάσιμων ημερών πριν την ημερομηνία που θα έπρεπε να γίνει η αλλαγή του επιτοκίου. Ο Πίνακας που οι ενάγοντες έχουν, περιλαμβάνει την αξία του Euribor που έπρεπε να χρεωθεί κατά την ημέρα αλλαγής του και δεν εναπόκειτο στην ίδια να ψάξει την αξία αυτού 2 εργάσιμες μέρες προηγουμένως. Αυτό το διοχετεύουν στο σύστημα της Τράπεζας τα άτομα που ασχολούνται με τις διακυμάνσεις του Euribor. Η μάρτυρας διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε από την υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες επέβαλαν λανθασμένες διακυμάνσεις του Euribor και οι οποίες δεν είχαν συμφωνηθεί. Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι οι τόκοι κεφαλοποιούνταν κάθε χρόνο και είπε ότι η κεφαλαιοποίηση γινόταν κάθε έξι μήνες. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε ότι εργάζεται στους ενάγοντες, στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών από το 2013, είναι ένας από τους λειτουργούς οι οποίοι χειρίζονται τους λογαριασμούς που παρουσιάζουν καθυστερήσεις, μεταξύ αυτών και τον επίδικο λογαριασμό. Ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο χρέωσης των τόκων στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο
- Είπε ότι όταν προκύψει κατάθεση, βάσει της συμφωνίας και όρων της, πρώτα αποκόπτονται οι οποιοιδήποτε τόκοι εκκρεμούν και οποιοδήποτε υπόλοιπο παραμένει, υπολογίζεται έναντι του υπολοίπου. Οι τόκοι υπολογίζονται βάσει του τοκοφόρου υπολοίπου όπως αναφέρεται στην προτελευταία στήλη του τεκμηρίου 9 και υπολογίζεται με βάση τις μέρες και το επιτόκιο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας υπέδειξε στην επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 2, τον όρο με βάση τον οποίο οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να εξοφλούν πρώτα το τόκο. Ο μάρτυρας εξήγησε επίσης τον τρόπο που υπολογίστηκε ο αριθμός και το ύψος κάθε δόσης. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανάφερε ότι η αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 8 καταδεικνύει ότι ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσε με διαφορετικό τρόπο από ότι προκύπτει να γίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο
- Συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 8 προκύπτει το ποσό των δόσεων να κατανεμόταν ολόκληρο έναντι του κεφαλαίου και οι τόκοι να υπολογίζονται στο εκάστοτε υπόλοιπο κατά τις 30/6 και 31/12, κάτι που δεν σύναδε με τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Αυτό έχει διορθωθεί με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 ανάφερε ότι εξασκεί το επάγγελμα του συμβούλου αφερεγγυότητας και παράθεσε στο Δικαστήριο τα προσόντα του και το βιογραφικό του σημείωμα (βλ. τεκμήριο 12) καθώς επίσης και την άδεια του συμβούλου αφερεγγυότητας (βλ. τεκμήριο 13). Στη συνέχεια αναφέρθηκε στους ορισμούς του Euribor και του Libor (βλ. επίσης τεκμήριο 14) και στις διαφορές των δύο αυτών επιτοκίων. Ανάφερε επίσης ότι το Euribor δημοσιεύεται από την EMMI καθημερινά στην οποία μέλος είναι και η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και κατάθεσε στο Δικαστήριο λίστα με τα μέλη της EMMI (Εuropean Money Markets Institute) (βλ. τεκμήριο 15). Αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, ο μάρτυρας αναφερόμενος στην επίδικη συμφωνία, είπε ότι μετά τα τρία χρόνια, κατά τα οποία το επιτόκιο ήταν σταθερό, στην συνέχεια έπρεπε να χρεώνεται ανά εξάμηνο το ισχύον Euribor το οποίο δημοσιεύεται στο ΕΜΜΙ, Reuters ή το Bloomberg πλέον το περιθώριο με εξάμηνη κεφαλαιοποίηση. Το αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας (Treasury) έπρεπε να λαμβάνει αυτήν την πληροφόρηση από την αγορά. Κατά τις 25/02/2011 και 25/08/2011 είπε ότι μεταφέρθηκαν σωστά τα επιτόκια και ότι ουσιαστικά μέχρι τον τερματισμό επιβάλλονταν τα ορθά επιτόκια με εξαίρεση την αλλαγή του επιτοκίου στις 25/02/
- Παρατηρείται είπε μια συνολική αύξηση της τάξης του 0,8% που δεν δικαιολογείται από την ισοτιμία του Euribor με βάση το ιστορικό του. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614.). Eπίσης, παραπέμπω στην Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1A A.A.Δ. 454 στην οποία αναφέρεται ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του μάρτυρος δεν είναι επιλήψιμη αρκεί αυτό να δικαιολογείται και να επεξηγείται (βλ. επίσης Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R.212,216, Agapiou v.Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257, 263 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκταθεί στην επίλυση ζητημάτων που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Η Μ.Ε.1 κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να παρουσιάσει τα γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση της και όλα τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της ένεκα της θέσης και ιδιότητας της. Δεν έτυχε αμφισβήτησης από την μαρτυρία της η σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και η αποστολή προς τον εναγόμενο των επιστολών ημερομηνίας 25/10/2012 και 18/12/
- Εκείνο το οποίο ρωτήθηκε ήταν κατά πόσο ήταν παρούσα κατά τη σύναψη της συμφωνίας - με την μάρτυρα να απαντά αρνητικά - χωρίς όμως σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας της να της υποβληθεί ρητά η θέση ότι ο εναγόμενος δεν είχε υπογράψει την επίδικη συμφωνία. Ούτε προωθείται ένα τέτοιο ζήτημα με την αγόρευση του συνηγόρου του εναγόμενου. Σε σχέση με την παράβαση των όρων της συμφωνίας, η μάρτυρας είπε ότι ο εναγόμενος δεν πλήρωνε τις δόσεις του και παράπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνεται ότι η τελευταία πληρωμή ήταν στις 29/02/
- Πέραν της γενικής υποβολής ότι δεν υπήρχε παραβίαση των όρων της σύμβασης, δεν έχει υποβληθεί στη μάρτυρα ούτε έχει προκύψει να έγιναν πληρωμές και μετά την ημερομηνία εκείνη. Ούτε αμφισβητήθηκαν οι διάφορες χρεωπιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό, όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση των καταστάσεων λογαριασμού, οποίες καταδεικνύουν ότι η τελευταία πληρωμή - κατάθεση, έγινε κατά την πιο πάνω αναφερόμενη ημερομηνία. Εκείνο στο οποίο επικεντρώθηκε η υπεράσπιση ήταν το ύψος του τόκου που προκύπτει να επιβάλλεται και να αξιώνεται με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Συγκεκριμένα, αμφισβητήθηκε η ορθή μεταβολή του Euribor και κατ' επέκταση η ορθότητα του αξιούμενου υπολοίπου. H μάρτυρας αυτή για σκοπούς απόδειξης του αξιούμενου υπολοίπου, κατάθεσε αναλυτικούς λογαριασμούς (βλ. τεκμήριο 8) και αναδομημένους τους οποίους ετοίμασε η ίδια (βλ. τεκμήριο 9). Η μάρτυρας εξήγησε και ανάφερε ότι το τεκμήριο 8 αποτελεί τραπεζικό βιβλίο και/ή μέρος του αρχείου επιχείρησης και κατάθεσε προς τούτο Πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του Κεφ.
- Τα όσα καταγράφονται σε αυτό είπε είναι αυτά που περιλαμβάνονται στο σύστημα των εναγόντων. Δεν έχει καταδειχθεί από την αντεξέταση της μάρτυρος ότι οι καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 8 είναι λανθασμένες. Πέραν από την γενική θέση και υποβολή ότι οι καταχωρίσεις αυτές δεν είναι ορθές δεν έχει υποδειχθεί στη μάρτυρα οποιαδήποτε συγκεκριμένη λανθασμένη καταχώριση, ούτε έχει υποστηριχθεί κάτι τέτοιο με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μάρτυρας περιόρισε την αξίωση της στο υπόλοιπο το οποίο καταδεικνύεται στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε η ίδια. Η μάρτυρας εξήγησε λεπτομερώς τον τρόπο που ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού (βλ. παραγράφους 32 - 35 της γραπτής της δήλωσης). Χρησιμοποίησε ουσιαστικά όλες τις συναλλαγές που φαίνονται στο τεκμήριο 8, αφαίρεσε όλες τις υπόλοιπες χρεώσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό και χρησιμοποίησε το συμφωνηθέν επιτόκιο μέχρι τον τερματισμό κεφαλαιοποιώντας τους τόκους δύο φορές. Από τον τερματισμό και μετά είπε ότι αξιώνει επιπλέον 2% ως τόκο υπερημερίας με βάση τους όρους της επίδικης συμφωνίας και ότι αυτός αποτελεί προκαθορισμένη ζημιά των εναγόντων. Δεν έχει προκύψει κατά την αντεξέταση της μάρτυρος ότι οι υπολογισμοί της στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στην βάση των πιο πάνω που ανάφερε, είναι λανθασμένοι. Η μάρτυρας εξήγησε ότι με τα δεδομένα που χρησιμοποίησε στο σύστημα, πάραξε την εν λόγω αναδομημένη κατάσταση και επέμενε για την ορθότητα της. Δεν έχει καταδειχθεί ότι αυτοί οι υπολογισμοί είναι λάθος και ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία περί τούτου. Επανερχόμενος στο βασικό επίδικο ζήτημα, αυτό της ορθότητας του ύψους του επιβαλλόμενου επιτοκίου και την εφαρμογή της ορθής διατίμησης του Euribor, η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικό κατάλογο με το επιβαλλόμενο συνολικό επιτόκιο για το συγκεκριμένο δάνειο (βλ. τεκμήριο 10). O κατάλογος αυτός, σύμφωνα με τη μάρτυρα περιλαμβάνει τις διακυμάνσεις του Εuribor κατά τους ουσιώδους χρόνους με τις οποίες έπρεπε να χρεώνουν τον επίδικο λογαριασμό. Ο συνήγορος του εναγόμενου στην αγόρευση του ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω κατάλογος δεν είναι κατάλογος με τις διακυμάνσεις του Εuribor αλλά του Libor, το οποίο είναι άλλο επιτόκιο. Η θέση του αυτή εδράζεται αποκλειστικά και μόνο στις αναφορές του τεκμηρίου
- Έχω διεξέλθει του τεκμηρίου 10 και έλαβα υπόψη μου τόσο τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής όσο και αυτή του Μ.Υ.
- Κανένας από τους εν λόγω μάρτυρες ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω κατάλογος δεν αποτελεί κατάλογο με τις διακυμάνσεις του Euribor και ούτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στη Μ.Ε.
- Περαιτέρω, ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε και βασίστηκε σε αυτό τον κατάλογο, όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία του, για να ισχυριστεί ότι η μεταβολή στις 25/02/2012 είναι λάθος ενώ οι προηγούμενες δύο μεταβολές ήταν ορθές. Από το περιεχόμενο και μόνο του τεκμηρίου 10 επίσης, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι αυτό αναφέρεται στο Euribor και όχι στο Libor. Τιτλοφορείται «Euribor Rates (Date Range - Currency) Enquiry» και από κάτω αναφέρονται τα ακόλουθα: «Displaying the Libor Rates from 25/02/2011 to 25/02/2011 for Currency EUR» (H υπογράμμιση δική μου). Η τελευταία στήλη δε κάτω από τα πιο πάνω τιτλοφορείται «Euribor Rate». Όσον αφορά στην ορθότητα του εν λόγω καταλόγου, παρατηρούνται τα εξής: Τον κατάλογο αυτό η Μ.Ε.1 τον προμηθεύτηκε από ένα από τα προγράμματα της Τράπεζας. Οι καταχωρίσεις σε αυτό έγιναν από το αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας που ασχολείται με ξένα νομίσματα και ονομάζεται «Treasury» το οποίο αντλεί αυτές τις πληροφορίες από τη σελίδα του Reuters. H θέση αυτή της μάρτυρος δεν έτυχε αμφισβήτησης και την αποδέχομαι. Άλλωστε και ο Μ.Υ.1 ανάφερε κατά τη μαρτυρία του ότι η Τράπεζα διατηρεί ένα τέτοιο τμήμα το οποίο είναι αρμόδιο να καθορίζει το επιβαλλόμενο επιτόκιο στη βάση της ισοτιμίας του Euribor. Πέραν των πιο πάνω, αποτελεί κοινό έδαφος ότι κατά τις 25/02/2011 και 25/08/2011 το επιβαλλόμενο επιτόκιο είναι ορθό. Αυτό ανάφερε και ο Μ.Υ.
- Η διαφωνία του Μ.Υ.1 ήταν στο επιβαλλόμενο επιτόκιο κατά τις 25/02/2012 και ότι αυτό παρουσιάζει αύξηση 0,8% από το προηγούμενο επιβαλλόμενο επιτόκιο χωρίς να δικαιολογείται από την ισοτιμία του Euribor κατά την δεδομένη στιγμή. Το τεκμήριο 10 που κατάθεσε η μάρτυρας, προκύπτει να περιέχει τις ισοτιμίες του Euribor οι οποίες λήφθηκαν από την σελίδα Reuters από το αρμόδιο τμήμα. Η εν λόγω σελίδα είναι μια από τις αναγνωρισμένες σελίδες από την οποία αντλούνται πληροφορίες για την ισοτιμία του Euribor, όπως και ο Μ.Υ.1 ανάφερε και δεν είναι ορθή η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης κατά την αγόρευση του ότι μόνο από το ΕMMI αντλείται τέτοια πληροφόρηση. Περαιτέρω, παρά τη θέση του Μ.Υ.1 περί αδικαιολόγητης αύξησης του επιτοκίου κατά τις 25/02/2012, εντούτοις η θέση του αυτή, όπως θα διαφανεί και κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του δεν τεκμηριώθηκε ούτε φαίνεται να είναι ορθή ή δικαιολογημένη. Ούτε ανάφερε οποιοδήποτε άλλο ποσοστό επιτοκίου το οποίο θα έπρεπε να χρεωθεί κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Ουσιαστικά ο μάρτυρας εκείνος, όπως θα διαφανεί κατωτέρω, διαφώνησε, με το συνολικό επιτόκιο που επιβάλλεται και όχι με την ισοτιμία του Euribor, παραγνωρίζοντας τους όρους της επίδικης συμφωνίας. Δεδομένου τούτου και του γεγονότος ότι οι πληροφορίες που καταγράφονται στο τεκμήριο 10 λήφθηκαν από τη σελίδα Reuters και ενημερώθηκε το σύστημα της Τράπεζας περί τούτου και χωρίς να υπάρχει ένδειξη ότι ενδεχομένως να καταχωρήθηκαν σε αυτό λάθος πληροφορίες ή να προκύπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, κρίνω ορθό το τεκμήριο 10 και το ποσοστό επιτοκίου που έπρεπε να επιβληθεί και κατά τις 25/02/2012 με βάση την ισοτιμία του Euribor, όπως θα εξηγηθεί και κατωτέρω κατά την κατάληξη μου. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής ότι η κεφαλαιοποίηση των τόκων γινόταν κάθε έξι μήνες και παρά την αντεξέταση της περί τούτου και τις διάφορες υποβολές εντούτοις δεν έχει προκύψει οτιδήποτε το αντίθετο. Ούτε υποστηρίχθηκε κάτι διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς εναγόμενων. Ακόμη και ο Μ.Υ.1 τον οποίο η υπεράσπιση κάλεσε δεν πρόβαλε τέτοια θέση ή εκδοχή. Επίσης, η μάρτυρας εξήγησε ότι σε κάθε κίνηση που έχει ο λογαριασμός, το σύστημα υπολογίζει τους τόκους αλλά δεν τους μεταφέρει στο τοκοφόρο υπόλοιπο και ο ανατοκισμός γίνεται ανά εξάμηνο. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της μάρτυρος και όλα τα τεκμήρια που κατάθεσε και την αποδέχομαι. Ο Μ.Ε.2 ανάφερε την δική του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση. Ουσιαστικά ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να επεξηγήσει περαιτέρω τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και να πει ότι μετά από κάθε κατάθεση, αποκόπτονταν πρώτα οι τόκοι και το υπόλοιπο διατίθεντο έναντι του κεφαλαίου. Δεν έτυχε αμφισβήτησης η θέση του αυτή και ότι είναι με αυτό τον τρόπο που προκύπτει το αξιούμενο υπόλοιπο με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού και την αποδέχομαι. Το κατά πόσο αυτό προνοείται στην επίδικη συμφωνία ή είναι επιλήψιμο είναι ζήτημα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο κατά την κατάληξη του σε συνδυασμό και με τη θέση του μάρτυρα ότι αυτό δεν γινόταν στις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού και ότι σε αυτές οι καταθέσεις κατανέμονταν όλες στο κεφάλαιο. Από την αντίπερα όχθη, ο Μ.Υ.1 κατάθεσε ουσιαστικά ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με τα επιτόκια Euribor και Libor καθώς και για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και χρέωσης τραπεζικών λογαριασμών. Έχω διεξέλθει των ακαδημαϊκών προσόντων του και της προηγούμενης του πείρας ως τραπεζικός, τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και κρίνω ότι ήταν πρόσωπο το οποίο μπορούσε να αναφερθεί στα ζητήματα που αναφέρθηκε στο Δικαστήριο (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation (Aρ.1)
(2013)1Α Α.Α.Δ. 438). Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε το τί είναι το Euribor και τί το Libor και τις διαφορές τους (βλ. και τεκμήριο 14), θέσεις που δεν έτυχαν αμφισβήτησης και κρίνω ότι μπορώ να τις αποδεχθώ. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αμφισβήτησε την αύξηση του συνολικού επιτοκίου που ίσχυε και χρεωνόταν μέχρι τις 25/02/2012 από 1,73900 σε 2,56500. Τούτο είπε δεν δικαιολογείται καθότι το Euribor ανερχόταν σε 1,3 και το περιθώριο 1,25 και κατά συνέπεια υπάρχει μια αδικαιολόγητη αύξηση 0,8% περίπου. Τούτη η θέση του όμως δεν δικαιολογείται. Κατά αρχάς ο ίδιος δεν είχε διαφορετικές διατιμήσεις για την ισοτιμία του Euribor τη δεδομένη στιγμή. Αν βασίζεται στην ισοτιμία που καταδεικνύει το τεκμήριο 10 και στο περιθώριο του 1,25 που αναφέρει η συμφωνία, τότε προκύπτει το επιτόκιο της τάξης του 2,56500 το οποίο και χρεώνεται. Όσον αφορά τις θέσεις του περί του τρόπου που υπολογίζονταν οι τόκοι, δηλαδή με διαιρέτη τις 360 ημέρες και όχι τις 365 μέρες, τέτοια θέση δεν δικογραφείται και ούτε υποβλήθηκε στην πλευρά των μαρτύρων των εναγόντων για να δώσουν τις εξηγήσεις τους. Ούτε το ζήτημα του τόκου υπερημερίας εγείρεται με την υπεράσπιση. Πέραν τούτου όμως, ο μάρτυρας αυτός δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε μελέτη του επίδικου λογαριασμού για να διαπιστώσει ο ίδιος τον τρόπο που υπολογίζονταν οι τόκοι για να καταλήξει στην πιο πάνω αναφορά του. Περαιτέρω, τα όσα αναφέρει περί νομιμοποίησης των εναγόντων να αξιώνουν τόκο με αυτό τον τρόπο υπολογισμού του και τόκο υπερημερίας αποτελούν νομικά ζητήματα. Είναι προφανές ότι ο μάρτυρας δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε λογιστική μελέτη του επίδικου λογαριασμού και κατά γενικό και αόριστο τρόπο αναφέρει ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις τις τάξης των €100,000 και τούτο το υπολογίζει εμπειρικά, όπως είπε. Κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε περί των πιο πάνω και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης είναι αυτά τα οποία ανάφεραν οι μάρτυρες των εναγόντων και στα οποία θα βασιστεί το Δικαστήριο για την κατάληξη του, ως θα αναφερθεί και κατωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους
(2010)1 Α.Α.Δ. 829 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε περιπτώσεις όπως η υπό εξέταση, που αφορά σε κατ' ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία: α. Η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κλπ., μαζί με τους όρους της. β. Η παράβαση όρου της σύμβασης. γ. Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.» Επίδικες Συμφωνίες: Με βάση την αξιόπιστη ενώπιον μου μαρτυρία, έχει αποδεχθεί η ορθή εκτέλεση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 15/02/2008, τεκμήριο 2, μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου. Η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι υπογράφηκε η εν λόγω συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου, χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο κατά τη μαρτυρία της να αμφισβητηθεί η θέση της αυτή ή να υποστηριχτεί κάτι το διαφορετικό με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προκύπτει να είναι δεόντως υπογραμμένη. Εκείνο το οποίο ο συνήγορος του εναγόμενου επικαλείται στην αγόρευση του είναι ότι η επίδικη συμφωνία περιλαμβάνει καταχρηστικές ρήτρες κατά παράβαση της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996, Ν. 93(Ι)/1996), οποίος έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο συνήγορος ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας εφόσον διαθέτει συναφώς τα αναγκαία νομικά και πραγματικά στοιχεία παραπέμποντας στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Pannon GSM Zrt v. Erzsebet Sustikne Gyorfi C - 243/08, Ημερ. 04/06/2009, Εlisa Maria Mostaza Claro v. Centro Movil Milenium C - 168/05, Ημερ. 26/10/2006 και Banco Banco Espanol de Credito SA v. Joaquin Calderon Camino C - 618/10, Ημερ. 14/06/
- Ο συνήγορος στην αγόρευση του παραπέμπει σε σωρεία όρων της επίδικης συμφωνίας, οι οποίοι κατά τη θέση του, είναι αδιαφανείς και καταχρηστικοί με αποτέλεσμα η επίδικη συμφωνία δανείου να μην μπορεί να λειτουργήσει και να είναι ανεφάρμοστη. Στην
- χχχχ Χριστοδουλίδης κ.α. v. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στρουμπιού, ECLI:CY:AD:2020:A39, Πολ. Εφέσεις Αρ. 122/13 και 141/2013, Ημερ. 03/02/2020, αναφέρθηκε ότι η σχετική Οδηγία αποσκοπούσε στην ενίσχυση της δυνατότητας εξέτασης τέτοιων ζητημάτων στα πλαίσια της εκκρεμοδικίας. Σε εκείνη την υπόθεση εγέρθηκαν ζητήματα καταχρηστικότητας των όρων κατά το στάδιο της εγγραφής διαιτητικής απόφασης η οποία δεν είχε εφεσιβληθεί και το Εφετείο αποφάσισε ότι ορθά δεν εξετάστηκαν αυτά τα ζητήματα καθότι κατά το εθνικό δίκαιο η απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη. Προχωρώντας πιο κάτω, ανάφερε ότι οι εφεσείοντες είχαν τη δυνατότητα να εγείρουν τα ζητήματα αυτά με την υποβολή έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης εντός της προθεσμίας που καθορίζει ο Νόμος, έστω και αν δεν είχαν εγείρει τέτοιο ζήτημα στα πλαίσια της διαιτησίας. Στην
- .....Μιχαηλίδη κ.α. v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πέγειας, ECLI:CY:AD:2018:A311, Πολιτική Έφεση Αρ. 477/2012, Ημερομηνίας 27/06/2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Οδηγία, όπως αναφέρεται και στο προοίμιο της, εκδόθηκε με βασικό σκοπό την άρση των έντονων διαφορών που παρουσίαζαν οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων, προκειμένου να προστατευθούν οι καταναλωτές με την υιοθέτηση από τα κράτη μέλη κατάλληλων και αποτελεσματικών μέσων για κατάργηση των καταχρηστικών ρητρών.» Στην παρούσα υπόθεση, ο εναγόμενος πουθενά στην Έκθεση Υπεράσπισης του εγείρει ζήτημα καταχρηστικότητας των ρητρών στις οποίες ο συνήγορος του κάνει αναφορά στην αγόρευση του, ως είχε δυνατότητα και δικαίωμα να πράξει, ευχερώς, κατά το δικονομικό δίκαιο μας. Είναι νομολογημένο ότι ζητήματα τα οποία είναι εκτός δικογράφων δεν μπορούν να εξεταστούν. Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ στην Υπόθεση C-49/14 αλλά και την απόφαση στην Υπόθεση C-567/13, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να απέχουν από την εφαρμογή των εθνικών δικονομικών κανόνων που προσδίδουν ισχύ δεδικασμένου σε ορισμένη απόφαση. Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου ρυθμίζονται από την εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτονομίας τους. Εκείνο το οποίο απαιτεί το ενωσιακό δίκαιο, είναι οι προϋποθέσεις αυτές να συνάδουν προς τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Στην πιο πάνω τελευταία υπόθεση, περαιτέρω, έγινε αναφορά στην αρχή της αποτελεσματικότητας σε περίπτωση εξέτασης του εθνικού δικονομικού δικαίου και κατά πόσο αυτό καθιστά αδύνατη ή εξόχως δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της θέσεως της διάταξης αυτής στην όλη διαδικασία, της εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της ενώπιον των αρμοδίων εθνικών οργάνων (βλ. Υποθέσεις C-312/93 και C-40/08). Στην περίπτωση της Κύπρου οι δικονομικοί κανόνες και συγκεκριμένα οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν εμποδίζουν τον εθνικό δικαστή να εξετάσει ζητήματα καταχρηστικότητας ρητρών ή οποιαδήποτε άλλα ζητήματα επιθυμεί ένας διάδικος να εγείρει σε μια αγωγή. Ρυθμίζει όμως τη διαδικασία που αυτά τα ζητήματα θα εξετάζονται και ουσιαστικά επιτάσσει όπως υπάρχει η σχετική δικογράφηση. Κάτι το οποίο όμως με κανένα τρόπο μπορεί να κριθεί ότι αποτελεί δυσχέρεια στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου. Αν οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να εγείρουν τέτοια ζητήματα μπορούσαν ευχερώς να το πράξουν με το δικόγραφο τους, να λάβουν γνώση και οι ενάγοντες και να προσκομιστεί η ανάλογη μαρτυρία από αμφότερες τις πλευρές για να αποφασιστούν αυτά τα θέματα. Δεν το έπραξαν όμως και με βάση το δικονομικό μας δίκαιο και την νομολογία δεν μπορεί να εξεταστούν. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, οι προϋποθέσεις για να κριθεί μια ρήτρα ως καταχρηστική περιλαμβάνονται στο Άρθρο 5 του Νόμου 93(Ι)/1996, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Άρθρο 3 επίσης του εν λόγω Νόμου ορίζει το πεδίο εφαρμογής του. Στην παρούσα περίπτωση εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι πρόκειται για μια σύμβαση δανείου με καθορισμένο το αντικείμενο της. Επρόκειτο για παραχώρηση από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο στεγαστικού δανείου ύψους €450,000, η αποπληρωμή του οποίου θα γινόταν με συγκεκριμένες και καθορισμένες μηνιαίες δόσεις. Πέραν τούτου και σε σχέση με τους όρους τους οποίους ο συνήγορος των εναγόντων ισχυρίζεται ότι είναι καταχρηστικοί, ουδεμία μαρτυρία έχει προκύψει ότι αυτοί περιλήφθηκαν στην επίδικη συμφωνία χωρίς ατομική διαπραγμάτευση ή ότι η επίδικη συμφωνία ήταν προδιατυπωμένη ή συνήθη προκαθορισμένη και ο εναγόμενος δεν είχε τη δυνατότητα αλλαγής της. Πουθενά κατά τη δίκη προέκυψε κάτι τέτοιο ή υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία. Ούτε μπορώ να οδηγηθώ σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου ή έχει προκύψει που να καταρρίπτει την ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των εναγόντων. Δεν έχουν προωθηθεί οποιεσδήποτε θέσεις προς αυτήν την κατεύθυνση κατά τη δίκη (βλ
- Frakapor Courier Ltd, πρώην Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 9/2011, Ημερ. 15/06/2011). Κατά συνέπεια κρίνω ότι κανένα στοιχείο υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι ισχυριζόμενες ρήτρες είναι καταχρηστικές και απορρίπτεται η εν λόγω εισήγηση. Ελλείπει παντελώς η πραγματική βάση πάνω στην οποία θα μπορούσαν να εξεταστούν τέτοια ζητήματα. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η κατάρτιση και η εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας δανείου και των όλων των όρων αυτής. Έχει περαιτέρω αποδειχθεί ότι για σκοπούς εξασφάλισης της πιο πάνω πιστωτικής διευκόλυνσης ο εναγόμενος σύναψε Σύμβαση και Δήλωσης Υποθήκης με αρ. XXXXX/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου. Η υπογραφή και εκτέλεση της εν λόγω υποθήκης δεν έτυχε αμφισβήτησης και ενώπιον μου κατατέθηκε η εν λόγω υποθήκη ως τεκμήριο
- Η εισήγηση της υπεράσπισης είναι ότι η εν λόγω υποθήκη είναι άκυρη και αξιώνει ανταπαιτητικώς διάταγμα ακύρωσης της. Θα μπορούσε να λεχθεί όμως ότι το ζήτημα αυτό είναι άνευ αντικειμένου, αφού όπως προκύπτει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, η εν λόγω υποθήκη έχει ήδη εκποιηθεί, τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν ανακτηθεί από τους ενάγοντες και κατά τις 27/10/2020 έγινε κατάθεση του ποσού έναντι του λογαριασμού του εναγόμενου και δεν αξιώνεται πλέον οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με αυτή. Oύτε προκύπτει να αξιώνονται με την ανταπαίτηση διαζευκτικά οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Δεν έχει προκύψει ο τρόπος με τον οποίο έγινε η ανάκτηση των ακινήτων της επίδικης υποθήκης. Προφανώς αυτό έγινε αφού οι ενάγοντες ενεργοποίησαν τις πρόνοιες του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/65 και την διαδικασίας που έχει εισαχθεί σε αυτόν με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Ν. 142(Ι)/
- Τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου κατοχυρώνονται από τις πρόνοιες του άρθρου 44(Γ)
(3), το οποίο παρέχει δικαίωμα καταχώρισης έφεσης για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ». Με τον τροποποιητικό Νόμο 87(Ι)/2018 εισήχθηκε ως λόγος έφεσης η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη (βλ. χχχχ Μυλωνάς v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε176/2019, Ημερ. 10/12/2019). Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος δεν προκύπτει να ακολούθησε την εν λόγω διαδικασία. Παρά ταύτα όμως, ακόμη και σε περίπτωση που ακολουθείτο η εν λόγω διαδικασία, δεν είναι βέβαιο ότι η εκποίηση της επίδικης υποθήκης θα αποφευγόταν, δεδομένου ότι με την υποθήκευση των ακινήτων του ο εναγόμενος έχει απεμπολήσει ένα μέρος της δικής του απόλυτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης (βλ.
- LOUCAS PANAYIOTOY ESTATES LTD κ.α. v. ΗELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, Ημερομηνίας 11/09/
- Στην πιο πάνω τελευταία αναφερόμενη απόφαση, η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορευόταν η αποξένωση και/ή εκποίηση των υποθηκών, στα πλαίσια ανταπαίτησης σε αγωγή εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη με την οποία ζητούσε την ακύρωση των υποθηκών, απορρίφθηκε. Ο λόγος ήταν ότι δεν πληρείτο η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/
- Η πρωτόδικη κρίση ότι σε περίπτωση επιτυχίας στην ανταπαίτηση των εφεσειόντων, τα δικαιώματα τους κατοχυρώνονται με την επιδίκαση αποζημιώσεων, στην ουσία επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην παρούσα περίπτωση, αν και δεν αξιώνονται ρητώς αποζημιώσεις στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, εντούτοις, σε περίπτωση που η επίδικη υποθήκη κριθεί άκυρη, ενδεχομένως να μπορούσε να του αποδοθεί θεραπεία υπό την μορφή αποζημιώσεων, για αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση περί ακυρότητας της. Έλαβα υπόψη μου τη θέση της υπεράσπισης περί του πιο πάνω ζητήματος και έχω εξετάσει την επίδικη υποθήκη και τις σχετικές πρόνοιες αυτής. To Άρθρο 21
(1)(γ) του Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτου Νόμου, Ν. 9/65 έχει ως ακολούθως: «21.—
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηµατολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαµβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: ................................ (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύµβασιν υποθήκης χαρτοσεσηµασµένην συµφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόµου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ηµεροµηνίαν καθωρισµένην ή δυναµένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηµατικόν τι ποσόν, καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή, οµού µετά τυχόν συµφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή µέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισµένον ή δυνάµενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και οµού µετά των εξόδων των διενεργουµένων εν περιπτώσει λήψεως νοµίµων µέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν µελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαµβανοµένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηµατικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασµού, δέον όπως τυγχάνη καθορισµού το µέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη·» Το δε Άρθρο 5
(1)του Νόμου προνοεί ότι «Ουδεµία µεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συµφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόµου.» Eξετάζοντας την επίδικη Υποθήκη τεκμήριο 4 και τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης, προκύπτει ότι σε αυτή αναφέρεται ρητώς το ποσό το οποίο εξασφαλίζει και το οποίο θα ήταν πληρωτέο σε συγκεκριμένη ημερομηνία πλέον συγκεκριμένο ποσοστό τόκου κατά την συνομολόγηση της πλέον τα σχετικά έξοδα σε περίπτωση που ληφθούν νομικά μέτρα για την ανάκτηση του, με την επιφύλαξη ότι θα διέπεται από τους όρους του εγγράφου υποθήκης, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. Οι σχετικοί όροι των επισυναπτόμενων εγγράφων είναι οι όροι 4 και
- Ο όρος 4 του τεκμηρίου 4 αναφέρει «Η Τράπεζα δικαιούται από την 24 ΦΕΒ 2008 οπότε και είμαι υπόχρεος/η προσωπικά να πληρώσω το ποσό των €500,000 (ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ 00/100 Ευρώ) επιπλέον τόκους, προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα όπως αναγράφονται στην παράγραφο 12, να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα....». Ο δε όρος 12 του τεκμηρίου 4 αναφέρει «Το ανώτατο ποσό με το οποίο δεσμεύονται τα υποθηκευμένα κτήματα είναι το τελικό υπόλοιπο το οποίο θα παραμείνει απλήρωτο κατά την ημέρα της εκποίησης αυτής της υποθήκης σχετικά με τις υποχρεώσεις που για την εξασφάλιση τους γίνεται αυτή η υποθήκη με συνολικό ποσό κεφαλαίου που δεν ξεπερνά τις €500,000 (ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΚΑΙ 00/100 Ευρώ). Επιπλέον θα ευθύνομαι για τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση) που σε περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής τους, θα κεφαλαιοποιούνται κάθε έξι μήνες, κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε έτους μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την παρούσα υποθήκη προς ποσοστό επιτοκίου το οποίο ήθελε συμφωνηθεί από καιρού εις καιρό, μεταξύ του Πρωτοφειλέτη και της Τράπεζας και/ή σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθειες και/ή άλλα Τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και/ή άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα. Νοείται ότι οι πρόνοιες της παραγράφου αυτής ουδόλως επηρεάζουν το δικαίωμα της Τράπεζας να απαιτήσει την πληρωμή των τόκων». Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι καθορίζεται το μέγιστο ποσό της υποχρέωσης του ενυπόθηκου οφειλέτη, η ημερομηνία καταβολής του και οι τόκοι, συμφώνως των προνοιών του Νόμου. Επίσης, η υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη διασυνδεόταν με την πιστωτική διευκόλυνση που κάλυπτε η υποθήκη, σύμφωνα με τον όρο 2, δηλαδή το επίδικο δάνειο το οποίο ήταν συγκεκριμένο καθώς επίσης και οι επιβαλλόμενοι σε αυτό τόκοι και χρεώσεις. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αοριστία του ποσού που εξασφάλιζαν οι επίδικες υποθήκες ή των τόκων (βλ.
- χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited, ECLI:CY:AD:2020:A111, Πολιτική Έφεση Αρ. 17/2013, Ημερομηνίας 07/04/2020). Η αναφορά στις επίδικες υποθήκες για καταβολή τραπεζικών δικαιωμάτων, προμηθειών, δικηγορικών, δικαστικών εξόδων κ.τ.λ. δεν προκύπτει να απαγορεύεται από τον Νόμο, πέραν του γεγονότος ότι οι εν λόγω υποθήκες είναι συνδεδεμένες με το επίδικο δάνειο που κάλυπταν. Όσον αφορά το δόγμα του equity of redemption και το δικαίωμα εξαγοράς του ενυπόθηκου οφειλέτη, ενυπάρχει, είτε ρητώς είτε σιωπηρός σε μια σύμβαση υποθήκης. Εκείνο το οποίο δεν επιτρέπεται είναι η περίληψη όρου σε μια υποθήκη η οποία να απαγορεύει ή να καθιστά αδύνατη την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς και ανάκτησης της περιουσίας του. Οποιοσδήποτε τέτοιος όρος (clog) ή όρος που θα απολήγει σε αποστέρηση αυτού του δικαιώματος είναι άκυρος (βλ. Jones v. Morgan [2001] All ER (D) 314). Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο εναγόμενος δεν προβάλλει τέτοια δικογραφημένη θέση, παρά την προσπάθεια του να την υποστηρίξει μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο (βλ.
- χχχ χχχ Φελλάς κ.α. v. Εmporiki Bank - Cyprus Limited (ανωτέρω). Οι ισχυρισμοί στο δικόγραφο του, όπως έχουν παρατεθεί ανωτέρω, αφορούν την παραβίαση των προνοιών του Νόμου και οι οποίες εξετάστηκαν ανωτέρω. Σε κάθε περίπτωση έχει κριθεί ότι οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης έγιναν συμφώνως του Νόμου και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αοριστία στα ποσά που εξασφαλίζουν, ούτε έχει υποδειχθεί ή προκύψει ότι με τους όρους της επίδικης υποθήκης αποστερείται το δικαίωμα αυτό του εναγόμενου. Το ποσό και το επιτόκιο έχει αναφερθεί ανωτέρω ότι είναι προσδιορισμένα και πουθενά στην συμφωνία υποθήκης περιλαμβάνεται όρος που να απαγορεύει ή να καθιστά αδύνατη την εξαγορά, κατ' αντίθεση με τις αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει ο συνήγορος των εναγόμενων (βλ. Reeve v. Lisle [1902] AC 461, Fairclough v Swan Brewery [1912] AC 565, Cityland and Property Ltd v. Dabrah [1968] CH 166 και Noakes & Co Ltd v. Rice [1902] AC 24). Κατά συνέπεια, η επίδικη υποθήκη κρίνεται καθόλα έγκυρη. Παράβαση όρου της επίδικης Σύμβασης Δανείου και δικαίωμα τερματισμού: Με βάση τον όρο 7 της Συμφωνίας Δανείου ημερ. 15/02/2008 «Εκτός αν η Τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωθεί με 36 μηνιαίες δόσεις εκ Ευρ. 2.026,92 η καθεμιά και 324 δόσεις εκ Ευρ. 2.530,44». Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα στις 28/03/2008 και οι υπόλοιπες την 28ην κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω, στον όρο 7 των Γενικών Όρων της επίδικης συμφωνίας, θα συνιστούσε παράβαση της συμφωνίας η παράλειψη καταβολής οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού με βάση την συμφωνία. Στη βάση των πιο πάνω και των ευρημάτων του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλλει τις συμφωνηθείσες δόσεις ως είχε συμφωνηθεί. Συγκεκριμένα, η τελευταία πληρωμή έγινε στις 29/02/
- Κατά συνέπεια έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος παράβηκε τους όρους της επίδικης συμφωνίας, τεκμήριο 2 και οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν με τον τερματισμό της και να καταστήσουν απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού. Τερματισμός της Συμφωνίας Δανείου και απαίτηση πληρωμής: Έχει προκύψει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση την αποδεκτή μαρτυρία ότι οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο, μετά την προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 25/10/12 (βλ. τεκμήριο 6), την επιστολή ημερομηνίας 18/12/2012 με την οποία τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και τη λειτουργία του λογαριασμού και κατέστησαν απαιτητό το υπόλοιπο του. Η εν λόγω επιστολή τερματισμού αποστάληκε με συνηθισμένο ταχυδρομείο στην διεύθυνση «XXXXX 18, XXXXX XXXXX, Πάφος» που όπως προκύπτει είναι η διεύθυνση του εναγόμενου που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία και συμφώνως του όρου 17 των Γενικών Όρων της συμφωνίας. Δεν έχει αμφισβητηθεί τόσο η αποστολή όσο και η παραλαβή της εν λόγω επιστολής τερματισμού από τον εναγόμενο και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι νόμιμα και νομότυπα οι ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και κατέστησαν απαιτητό το υπόλοιπο. Οφειλόμενο Υπόλοιπο: Έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναλυτικές καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 8). Η Μ.Ε.1 ανάφερε ότι οι εν λόγω καταστάσεις, τεκμήριο 8 αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου των εναγόντων και αναφέρθηκε στα γεγονότα που ικανοποιούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 22 του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ.
- Στο εν λόγω Άρθρο και συγκεκριμένα στα εδάφια
(2)και
(3)τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται έτσι ώστε ένα αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο να γίνεται αποδεκτό ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων και των θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρισμένα σε αυτό. Συγκεκριμένα, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι α) Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας, β) Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, γ) Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας και δ) Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του πιο πάνω Άρθρου, το οποίο περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις υπό στοιχεία α) - γ) ανωτέρω, μαρτυρία για αυτές δύναται να δοθεί από Διευθυντή ή υπάλληλο της τράπεζας είτε προφορικά είτε με ένορκη δήλωση ενώ για την προϋπόθεση υπό στοιχείο δ) από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Η Μ.Ε.1 στις παραγράφους 26 - 28 της γραπτής της δήλωσης αναφέρθηκε σε γεγονότα τα οποία ικανοποιούν όλες τις πιο πάνω προϋποθέσεις του Νόμου και τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης και έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο. Εν όψει την πιο πάνω, κρίνω ότι οι επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 8 αποτελούν αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου των εναγόντων και εγείρουν μαχητό τεκμήριο για την ορθότητα των όσων περιλαμβάνονται σε αυτό. Όπως έχει αναφερθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Ε.1 δεν έχει υποδειχθεί από την πλευρά της υπεράσπισης οποιαδήποτε καταχώριση η οποία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη ή ότι υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πίστωση η οποία παραλήφθηκε. Ούτε έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε άλλη αποδεκτή μαρτυρία από τους εναγόμενους ότι η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού είναι λανθασμένη (βλ. Χρήστος Θεοδώρου v. Ηellenic Bank Limited
(2012)1Γ Α.Α.Δ. 2059). Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479 λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενο τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσιβλήτων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» (βλ. επίσης Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 19, Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Ιωαννίδης κ.α v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολ. Έφεση Αρ. 1/2010, ημερ. 08/07/2014). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, κρίνω ότι το τεκμήριο 8 είναι ορθό και εμπεριέχει τις πραγματικές δοσοληψίες και χρεοπιστώσεις. Πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες έχει προκύψει να στηρίζουν την απαίτηση τους στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 9 οι οποίες ετοιμάστηκαν από την Μ.Ε.1. Τέτοιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες περιορίζουν την απαίτηση γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Αυτές δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι εκτός δικογράφων όταν κρίνεται από την Τράπεζα ότι θα πρέπει να διαμορφωθεί το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 και Παναγιώτης Ζερβού κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2192). Σε σχέση με την ορθότητα των εν λόγω καταστάσεων, η Μ.Ε.1 επεξήγησε πλήρως τον τρόπο ετοιμασίας τους (βλ. παραγράφους 32 - 35 της γραπτής της δήλωσης) και δεν έχει διαφανεί κατά την αντεξέταση της το ενδεχόμενο αυτή η κατάσταση λογαριασμού να είναι λανθασμένη, όπως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Η Μ.Ε.1 ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις στη βάση του τεκμηρίου 8 και προχώρησε και αφαίρεσε από εκείνο το τεκμήριο οποιεσδήποτε χρεώσεις και έξοδα τα οποία οι ενάγοντες δεν αξιώνουν και το ύψος του επιτοκίου που χρεώνεται είναι χαμηλότερο από αυτό του τεκμηρίου 8. Στη βάση των πιο πάνω, προκύπτει ότι το αξιούμενο υπόλοιπο είναι μικρότερο από αυτό των αναλυτικών καταστάσεων και κατ' επέκταση προς όφελος του εναγόμενου. Δεν παραγνωρίζω ότι με τις αναδομημένες καταστάσεις, οι καταθέσεις χρησιμοποιούνται πρώτα για εξόφληση των οφειλόμενων τόκων και το εναπομείναν υπόλοιπο διατίθετο έναντι του κεφαλαίου ενώ στις αναλυτικές ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης διατίθετο έναντι του κεφαλαίου. Ο διαφορετικός αυτός τρόπος χρησιμοποίησης των καταθέσεων που παρουσιάζεται στις αναδομημένες καταστάσεις, κρίνω ότι δεν παρουσιάζει οτιδήποτε το μεμπτό, εφόσον τούτο προνοείται στην επίδικη συμφωνία. Σύμφωνα με τον όρο 2 των Γενικών Όρων της επίδικης συμφωνίας, οι ενάγοντες είχαν τέτοιο δικαίωμα. Το σχετικό μέρος του εν λόγω όρου έχει ως εξής: «Νοείται περαιτέρω ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζει τα ποσά που κατατίθενται κάθε φορά έναντι των δανείων και/ή πιστώσεων και/ή άλλων Τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων, πρώτον προς εξόφληση ή μερική εξόφληση των δεδουλευμένων τόκων μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης, προμηθειών και δικαιωμάτων, και τυχόν υπόλοιπο έναντι του κεφαλαίου.» (βλ. επίσης Bahaduriar v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 322, Επίσημος Παραλήπτης και Άλλοι ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας
(2005)1 Α.Α.Δ. 38 και 1. ΣΤΑΥΡΟΣ ΞΙΟΥΡΟΥΠΠΑΣ κ.α. v. ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 386/2010, Ημερ. 15 Νοεμβρίου 2016). Σημειώνω ότι η ενέργεια αυτή των εναγόντων δεν απολήγει στο τέλος της ημέρας σε αξίωση μεγαλύτερου, συνολικά, ποσού από αυτό που προκύπτει στις αναλυτικές καταστάσεις. Αντιθέτως, το αξιούμενο υπόλοιπο των αναδομημένων είναι μικρότερο και προς όφελος του εναγόμενου. Η ενέργεια αυτή των εναγόντων επίσης δεν παραβιάζει τους όρους της επίδικης συμφωνίας, αντιθέτως είναι συμφώνως αυτής. Αυτό κρίθηκε και στην Ζαταρ Παχατουριάν v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α Α.Α.Δ. 322, στην οποία παραπέμπει ο συνήγορος του εναγόμενου. Δηλαδή, ότι η πρακτική της Τράπεζας να εξοφλά μετά από κάθε πληρωμή τους τόκους και μετά το κεφάλαιο ήταν εντός των συμφωνηθέντων. Δεν είναι μόνο ζήτημα πρακτικής στην παρούσα υπόθεση αλλά ρητώς συμφωνηθέντος δικαιώματος. ΤΟΚΟΣ: Το συμβατικό επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός του εναγόμενου, με βάση τον όρο 5 της επίδικης συμφωνίας δανείου, τεκμήριο 2 ανερχόταν σε 3,50% ετησίως το οποίο θα ήταν σταθερό για περίοδο 3 χρόνων από την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου, ο λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο προς επιτόκιο έξι
(6)μηνών Euribor πλέον 1,25% ετησίως. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία και την αναδομημένη κατάσταση, προκύπτει ότι για τα πρώτα τρία χρόνια από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού, ήτοι μέχρι τις 25/02/2011 χρεωνόταν το συμφωνημένο επιτόκιο του 3,50%. Από τις 25/02/2011 μέχρι τις 25/08/2011 χρεωνόταν επιτόκιο ύψους 1,367%, από τις 25/08/2011 μέχρι 25/02/2012 επιτόκιο ύψους 1,739%, από τις 25/02/2012 μέχρι τις 25/08/2012 επιτόκιο ύψους 2,565% και από 25/08/2012 μέχρι τον τερματισμό στις 18/12/2012 επιτόκιο ύψους 1,832%. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε το τεκμήριο 10, το οποίο αφορά κατάλογο με την ισοτιμία του 6 μηνών Euribor κατά τους ουσιώδους χρόνους. Κατά τις 25/02/2011, 25/08/2011, 24/02/2012 και 24/08/2012 ανερχόταν σε 1,367%, 1,739%, 1,315% και 0,582%. Με βάση της συμφωνία επίσης θα έπρεπε να προστίθεται και 1,25% το οποίο ήταν το περιθώριο. Εκείνο το οποίο παρατηρείται είναι ότι κατά τις 25/02/2011 και 25/08/2011 χρεώνεται μόνο το ποσοστό του Euribor χωρίς να προστίθεται το περιθώριο. Κατά την αλλαγή του επιτοκίου στις 25/02/2012 και 25/08/2012 προκύπτει να προστίθεται με βάση τους όρους της συμφωνίας και το συμφωνηθέν περιθώριο του 1,25% (βλ. επίσης τεκμήριο 11). Η χρέωση χαμηλότερου επιτοκίου από αυτό που οι ενάγοντες δικαιούνταν είναι προς όφελος του εναγόμενου και δεν κρίνω ότι επηρεάζει την αξίωση τους, η οποία περιορίζεται κατά αυτό τον τρόπο. Στη συνέχεια όμως το επιβαλλόμενο επιτόκιο είναι εντός των συμφωνηθέντων. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού κεφαλαιοποιεί τους τόκους δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, κάτι το οποίο περιλαμβάνεται στην συμφωνία των μερών και δεν αντίκειται στο Νόμο (βλ. όρο 5 του τεκμηρίου 2, Άρθρο 3(δ) του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 Ν. 160
(1)/1999 και Ελένη Γεωργίου Πιπονίδη (Σύζυγος Αντώνη Χατζηαντώνη) v.
- Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α., ECLI:CY:AD:2017:A444, Πολ. Έφεση Αρ. 429/2011, Ημερ. 06/12/2017). Όσον αφορά το ζήτημα του υπολογισμού των τόκων με διαιρέτη τις 360 ημέρες αντί τις 365 ημέρες, για τον οποίο ο συνήγορος στην αγόρευση του ισχυρίζεται ότι είναι παράνομος, παρατηρούνται τα εξής: Κατ' αρχάς δεν προκύπτει να δικογραφείται ένα τέτοιο συγκεκριμένο ζήτημα στην Έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου, ως έπρεπε. Κατά δεύτερο σε κανένα στάδιο κατά την μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων, τέθηκε το ζήτημα αυτό για να τους δοθεί η ευκαιρία να επεξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζονται στις καταστάσεις λογαριασμού οι τόκοι και με ποιο διαιρέτη. Η μόνη αναφορά στην ενώπιον μου μαρτυρία για το ζήτημα αυτό, προήλθε από τον Μ.Υ.1 κατά τρόπο αόριστο και αστήρικτο, ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι οι τόκοι υπολογίζονται κατ' αυτό τον τρόπο, αυτό δεν μπορεί να απολήγει σε παρανομία, υπό τις περιστάσεις. Η απόφαση στην Πραξιτέλης Βογαζιάνος κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 281/2006, Ημερομηνίας 18/02/2011, δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η υπόθεση εκείνη κρίθηκε ενόσω ακόμη ήταν σε ισχύ ο Περί Τόκου Νόμος του 1977, Ν.2/77και στη βάση των δικών της περιστατικών (βλ.
- Ευγενία Παπαχριστοφόρου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A743, Πολιτική Έφεση Αρ. 331/2010, Ημερομηνίας 11/11/2015). Κρίθηκε ότι ο υπολογισμός του τόκου κατ' αυτό τον τρόπο υπερέβαινε του ανώτατου επιτοκίου ύψους 9% που ίσχυε τότε. Με τον Περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμο Ν. 160
(1)/199 ο πιο πάνω Νόμος καταργήθηκε και δεν έχει ούτε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με τον όρο 2 των Γενικών Όρων της επίδικης συμφωνίας, ο τόκος θα υπολογιζόταν επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων και για τον υπολογισμό του τόκου, οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Προβλεπόταν στην επίδικη συμφωνία και κρίνω ότι αποτελούσε μέρος του συνολικού επιτοκίου το οποίο θα έπρεπε να καταβάλλεται και δεν έχει προκύψει να αντίκειται στη Νομοθεσία (βλ. επίσης Archbold Investments v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1084). Παραμένει το θέμα του τόκου υπερημερίας τον οποίο οι ενάγοντες αξιώνουν μετά τον τερματισμό και ο οποίος ανέρχεται σε 2% πέραν του συμφωνημένου επιτοκίου. Η δεύτερη παράγραφος του όρου 2 των Γενικών Όρων της επίδικης συμφωνίας έχει ως εξής: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, (συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε ποσού καθίσταται πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης), ο Πελάτης θα πληρώνει τόκου υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον Πελάτη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα πληρώνεται και θα χρεώνεται. Έχει περαιτέρω προκύψει ότι οι ενάγοντες με την επιστολή τερματισμού ενημέρωσαν τον εναγόμενο για την επιβολή τόκου υπερημερίας ύψους 3% επί του οφειλόμενου υπολοίπου στη βάση των όρων της συμφωνίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, προκύπτει ο εν λόγω τόκος να είναι συμφωνημένος και να έχει καθοριστεί με τον τρόπο που τα μέρη συμφώνησαν στην επίδικη συμφωνία (βλ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1491). Δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα στα δικόγραφα του εναγόμενου σε σχέση με τον τόκο αυτόν και το ύψος του. Ούτε προβάλλεται η θέση ότι αυτός αποτελεί ποινική ρήτρα και οι ενάγοντες δεν τον δικαιούνται και ούτε προωθήθηκε οτιδήποτε με την αγόρευση του συνηγόρου του εναγόμενου. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν μπορούν να εξεταστούν τέτοια ζητήματα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, η κατάληξη είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων εναντίον του εναγόμενου και δικαιούνται σε απόφαση. Η ανταπαίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €324.781,70 πλέον τόκο προς 3.83200% ετησίως από 01/01/21, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Noείται ότι ένα σετ εξόδων θα επιδικαστούν καθότι η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)............ Πρωτοκολλητής Χρ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο